ΝΙΚΟΣ ΣΚΕΝΤΟΣ ν. ΔΗΜΟΣ ΕΓΚΩΜΗΣ, Αρ. Αγωγής: 6289/2015, 29/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A240 Αρ. Αγωγής: 6289/2015 Μεταξύ: ΝΙΚΟΣ ΣΚΕΝΤΟΣ Ενάγοντας και ΔΗΜΟΣ ΕΓΚΩΜΗΣ Εναγόμενοι 29 Σεπτεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Νικολάου δια Ζένιο Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους: κα Χαραλάμπους δια Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση ημερομηνίας 3.5.2017 με την οποία ζητείται όπως προδικαστούν οι προδικαστικές ενστάσεις των Εναγομένων Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ο Ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος των Εναγομένων οι οποίοι περί τον Ιανουάριο 2013 προσέφεραν σχέδιο πρόωρης αφυπηρέτησης σε υπαλλήλους τους. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα, το σχέδιο προνοούσε ότι εργοδοτούμενοι που θα εντάσσονταν σε αυτό θα δικαιούνταν κατά την αποχώρηση τους ποσό €55.464,68 επιπλέον του ποσού που θα λάμβαναν από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού και το Ταμείο Προνοίας. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι είχε υποβάλει αίτηση για να ενταχθεί στο σχέδιο όμως απορρίφθηκε λόγω αναπηρίας του. Συνεχίζει λέγοντας ότι απολύθηκε τελικά, λόγω πλεονασμού, τον Νοέμβριο
- Διεκδικεί από τους Εναγόμενους το προαναφερόμενο ποσό υποστηρίζοντας ότι η άρνηση των Εναγόμενων να του το καταβάλουν αντίκειται στις πρόνοιες του περί Ατόμων με Αναπηρίες Νόμου 2000 (Ν.127(Ι)/2000)και του περί Καταπολέμησης των Φυλετικών και Ορισμένων Άλλων Διακρίσεων (Επίτροπος) Νόμου 2004 (Ν.42(Ι)/2004). Ισχυρίζεται ότι μετά από σχετικό παράπονο που υπέβαλε, η περίπτωση του εξετάστηκε από την Επίτροπο Διοίκησης η οποία κατέληξε σε εισήγηση προς τους Εναγόμενους για καταβολή στον Ενάγοντα χαριστικής αποζημίωσης. Στην Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι αποδέχονται την ύπαρξη του σχεδίου πρόωρης αφυπηρέτησης, το ότι είχε υποβληθεί αίτηση από τον Εναγόμενο για ένταξη του στο σχέδιο η οποία απορρίφθηκε αλλά και ότι σε μεταγενέστερο χρόνο ο Εναγόμενος απολύθηκε λόγω πλεονασμού. Ισχυρίζονται ταυτόχρονα ότι ορθά άσκησαν τη διακριτική τους ευχέρεια και απέρριψαν το αίτημα του Ενάγοντα να ενταχθεί στο σχέδιο πρόωρης αφυπηρέτησης και αμφισβητούν την αναπηρία που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας. Παράλληλα, στις παραγράφους 1, 2 και 3 της Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι προβάλλουν προδικαστικές ενστάσεις στο δικαίωμα του Ενάγοντα να προωθεί την αγωγή. Η πρώτη αφορά το ότι η αμφισβήτηση της απόφασης των Εναγομένων να απορρίψουν την αίτηση του Ενάγοντα για να ενταχθεί στο σχέδιο πρόωρης αφυπηρέτησης έπρεπε να είχε γίνει μέσω προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Με τη δεύτερη προδικαστική ένσταση ισχυρίζονται ότι μετά την απόλυση του από το Δήμο ο Ενάγων είχε αποδεχτεί χωρίς επιφύλαξη αποζημίωση από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού και επομένως εμποδίζεται από το να διεκδικεί περαιτέρω ποσά για τον πλεονασμό του. Με την τρίτη τους προδικαστική ένσταση υποστηρίζουν ότι η αγωγή είναι πρόωρη αφού η απόφαση της Επιτρόπου Διοικήσεως έχει αμφισβητηθεί από τους Εναγόμενους με προσφυγή ενώ η περίπτωση του Ενάγοντα εξετάζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Στην Απάντηση του, ο Ενάγοντας αναφέρει ότι η αξίωση του εδράζεται στον περί Ατόμων με Αναπηρίες Νόμο 2000 (Ν.127(Ι)/2000)και ισχυρίζεται ότι η απόρριψη της αίτησης του για ένταξη στο σχέδιο πρόωρης αφυπηρέτησης βασιζόταν μόνο στην οπτική του αναπηρία και επομένως δεν τίθεται θέμα προσφυγής στη βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος. Περαιτέρω αναφέρει ότι η αποζημίωση που έλαβε από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού θα ήταν σε κάθε περίπτωση επιπρόσθετη από την χαριστική αποζημίωση που θα λάμβανε εάν είχε ενταχθεί στο σχέδιο πρόωρης αφυπηρέτησης των Εναγομένων. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι η αγωγή δεν είναι πρόωρη διότι η προσφυγή των Εναγομένων εναντίον της απόφασης της Επιτρόπου Διοικήσεως και η εξέταση της περίπτωσης του από το Υπουργικό Συμβούλιο δεν τον εμποδίζουν να προωθεί και την αγωγή του. Τέλος αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι αποδέχτηκαν με προηγούμενες δηλώσεις τους την αναπηρία του και ειδικότερα ότι η ύπαρξη της αναπηρίας του ήταν ο λόγος που προέβαλαν αιτιολογώντας την απόρριψη της αίτησης του για ένταξη στο σχέδιο πρόωρης αφυπηρέτησης. Η πλευρά των Εναγομένων ζητά όπως οι προδικαστικές εντάσεις των παραγράφων 1, 2 και 3 της Υπεράσπισης (που αναφέρω πιο πάνω) δικαστούν προτού το Δικαστήριο επιληφθεί της ουσίας της υπόθεσης. Η θέση τους είναι ότι οι προδικαστικές τους ενστάσεις αφορούν αμιγώς νομικά θέματα και η επίλυση τους είναι καθοριστική για την έκβαση της αγωγής, καθώς και ότι οι προδικαστικές ενστάσεις δεν αφορούν θέματα για τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ακούσει και να εξετάσει μαρτυρία αλλά για σαφή γεγονότα που προκύπτουν από τα δικόγραφα. Η πλευρά του Ενάγοντα διαφωνεί υποστηρίζοντας ότι οι προδικαστικές ενστάσεις αποσκοπούν στο να εκτροχιάσουν την ουσία της υπόθεσης και ότι μπορούν να εκδικαστούν κατά την ακροαματική διαδικασία όταν το Δικαστήριο θα έχει ακούσει τη μαρτυρία και διαμορφώσει άποψη σε σχέση με τα γεγονότα. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο της αίτησης και ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει καθώς και της ένστασης και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει αλλά και την γραπτή αγόρευση των Εναγομένων. Η ουσιαστική δικονομική βάση της αίτησης των Εναγομένων είναι η Δ.27 Θ1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, που προνοεί τα ακόλουθα: «
- Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
- If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.» Σύμφωνα με την καθοδήγηση από τη νομολογία, προδικαστική εκδίκαση ενδείκνυται όπου τα γεγονότα, όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα, δίνουν πλήρη εικόνα ή όπου οι προδικαστικές ενστάσεις θα αποφασιστούν στη βάση αδιαμφισβήτητων ή παραδεκτών γεγονότων[1]. Στην παρούσα περίπτωση, οι παραδοχές και το κοινό έδαφος όπως αυτά προκύπτουν από τα δικόγραφα καθώς και από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα προς υποστήριξη της ένστασης του, δημιουργούν το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο ώστε να είναι δυνατή η προδικαστική εκδίκαση των ενστάσεων που εγείρουν οι Εναγόμενοι. Επιπρόσθετα, οι προδικαστικές ενστάσεις αφορούν αμιγώς νομικά θέματα η απόφαση επί των οποίων ενδεχομένως να είναι καθοριστική για την πορεία της αγωγής. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι οι ενστάσεις που εγείρουν οι Εναγόμενοι στις παραγράφους 1, 2 και 3 της Υπεράσπισης τους είναι ορθό όπως προδικαστούν και η αίτηση επιτυγχάνει. Τα έξοδα της αίτησης να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εκδίκασης των προδικαστικών ενστάσεων. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετικές οι Anastasia C. Hambou v Andrea Thoma
(1987)1 CLR 370, Malactos v Armefti
(1984)1 CLR 548, Ιωάννη Νικόλα Χ'Οικονόμου ν Ελληνικής Τράπεζας
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, Βαλανίδης ν Πανεπιστημίου Κύπρου
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 288 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο