Ευθύβουλου Παρασκευαΐδη κ.α. ν. Κυριάκου Θ. Μιχαηλίδη, Αίτηση αρ.: 376/16, 12/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A226 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΠΙΚΥΡΩΣΕΩΣ ΔΙΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αίτηση αρ.: 376/16 Αναφορικά με τον Γεώργιον Ευθύβουλου Παρασκευαΐδην Αποβιώσαντα -και- Αναφορικά με το άρθρο 53 του περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμου, Κεφ. 189 Μεταξύ:
- Ευθύβουλου Παρασκευαΐδη
- Λεώνης Παρασκευαΐδου - Μαυρονικόλα Εναγόντων και Κυριάκου Θ. Μιχαηλίδη Εναγομένου ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 12 Σεπτεμβρίου, 2017 Για τις αιτήτριες-ενδιαφερόμενα μέρη 2 και 3: κ. Λεοντίου και κα Κελεπέσιη, για Γ. Λεοντίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες: κα Πετρίδου, για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο: κ. Οικονομίδης Για το ενδιαφερόμενο μέρος 1: κα Κόρτα για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 9.12.16 για αναστολή της διαδικασίας) Εισαγωγή Στις 9.9.16 καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο πρωτογενής αίτηση (στο εξής «η κυρίως αίτηση»), με την οποία οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος να παραδώσει όλα τα έγγραφα και/ή φακέλους και/ή λογαριασμούς και/ή οικονομικές καταστάσεις και/ή πληροφορίες και/ή αγωγές που έχει στην κατοχή του και που αφορούν τη Διαχείριση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αρ. 16/2008, στο νέο διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος, κ. Λουκή Παπαφιλίππου, ο οποίος διορίστηκε βάσει ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 8.1.16 στην ως άνω Διαχείριση και/ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε διατάξει το Δικαστήριο. Η κυρίως αίτηση επιδόθηκε στον εναγόμενο, καθώς και στον κ. Λουκή Παπαφιλίππου (ενδιαφερόμενο μέρος 1) και στις κληρονόμους κκ. Θέλμα και Χριστίνα Παρασκευαΐδου (ενδιαφερόμενα μέρη 2 και 3). Ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην κυρίως αίτηση στις 15.11.
- Το ενδιαφερόμενο μέρος 1, στις 25.11.16 δήλωσε, μέσω της συνηγόρου του, ότι δεν έχει ένσταση στην αίτηση καθώς και το ότι επιθυμία του είναι όπως παυθεί από διαχειριστής εν πάση περιπτώσει, δηλαδή ανεξάρτητα από την παράδοση σε αυτόν των εγγράφων. Την ίδια ημέρα, ο συνήγορος των ενδιαφερομένων μερών 2 και 3 δήλωσε ότι ως θέμα αρχής δεν ενίσταται στο να παραδοθούν τα έγγραφα από τον τέως στο νέο διαχειριστή, δηλαδή αυτόν που θα διοριστεί. Επειδή, όμως, δεν έχει διοριστεί νέος διαχειριστής εξεδήλωσε την πρόθεσή του να καταχωρήσει αίτηση για αναστολή της διαδικασίας, μέχρι να αποφασιστεί ποιος θα είναι ο διαχειριστής στα πλαίσια της Διαχείρισης αρ. 16/08 (στο εξής «η Διαχείριση»), όπως και έπραξε στις 9.12.16 καταχωρώντας την υπό κρίση αίτηση στην οποία τα ενδιαφερόμενα μέρη 2 και 3 (στο εξής «οι αιτήτριες») ζητούν: «Α. Διάταγμα αναστολής της εκδίκασης της Πρωτογενούς Αίτησης με αρ. 376/16 ή/και της διαδικασίας της εν λόγω αίτησης μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης στις ενδιάμεσες αιτήσεις που έχουν καταχωρηθεί στα πλαίσια της υπό τον πιο πάνω τίτλο Διαχείρισης με αριθμό 16/2008 και είναι ορισμένες για ακρόαση στις 23.1.
- Οι εν λόγω αιτήσεις αφορούν α) την ενδιάμεση αίτηση απαλλαγής που καταχωρήθηκε από το νυν Διαχειριστή κ. Λ. Παπαφιλίππου ημερ. 12.7.16 για την απαλλαγή του από τη θέση του Διαχειριστή και β) την αίτηση διορισμού της κας Θέλμας Παρασκευαΐδου ως Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος κ. Γεώργιου Ευθυβούλου Παρασκευαΐδη ημερ. 27.10.
- Β. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διαταγή το Δικαστήριο δέον θεωρήσει δίκαιη και εύλογη. Γ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 58 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189, στα άρθρα 29
(1)(γ) και 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1, 2, 9 και 11, στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στη νομολογία, στη γενική πρακτική και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση βασίζεται φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και στην ένορκο δήλωση του κ. Στέλιου Χριστοδούλου, ο οποίος είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τις αιτήτριες και δεόντως εξουσιοδοτημένος για να προβεί στην ένορκο δήλωση εκ μέρους τους. Ο ομνύων αναφέρει ότι στα πλαίσια της Διαχείρισης εκκρεμούν προς εκδίκαση ενδιάμεσες αιτήσεις οι οποίες είναι ορισμένες για ακρόαση στις 23.1.17 και συγκεκριμένα: α) η αίτηση ημερ. 12.7.16 που καταχωρήθηκε από τον νυν διαχειριστή κ. Λ. Παπαφιλίππου για την απαλλαγή του από τη εν λόγω θέση, και β) η αίτηση ημερ. 27.10.16 για διορισμό της κας Θέλμας Παρασκευαΐδου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος κ. Γεώργιου Ευθυβούλου Παρασκευαΐδη (στο εξής «ο αποβιώσας»). Ο κ. Χριστοδούλου αναφέρει επίσης πως έχει δηλωθεί εκ μέρους των κληρονόμων Ευθύβουλο Παρασκευαΐδη και Λεώνη Μαυρονικόλα-Παρασκευαΐδου ότι προτίθενται να καταχωρήσουν αίτηση διορισμού τρίτου προσώπου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος. Λέγει επίσης ότι ο κ. Παπαφιλίππου έχει δηλώσει απερίφραστα στο Δικαστήριο ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει με τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος και ότι είναι επιθυμία του όπως απαλλαγεί άμεσα και σε κάθε περίπτωση από τη θέση του ως διαχειριστής της εν λόγω περιουσίας. Είναι η θέση του κ. Χριστοδούλου ότι η κυρίως αίτηση αφορά κατ' ουσίαν ζητήματα τα οποία αποτελούν το αντικείμενο των προαναφερθεισών ενδιάμεσων αιτήσεων οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου που εκδικάζει τη Διαχείριση και βασίζονται σε αλληλένδετα γεγονότα. Η κατάληξη, λέγει, των ενδιάμεσων αιτήσεων θα είναι η απαλλαγή του νυν διαχειριστή και ο διορισμός νέου διαχειριστή (δεδομένης της άρνησης του κ. Παπαφιλίππου να συνεχίσει με τη διαχείριση) και κατ' ανάγκη και εξ ορισμού η παράδοση όλων των εγγράφων που αφορούν τη διαχείριση στο νέο διαχειριστή. Συνεπώς η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα πρέπει να ακολουθήσει της απόφασης για διορισμό νέου διαχειριστή, αφού αυτά δεν μπορεί να παραδοθούν στο νυν διαχειριστή δεδομένης της άρνησής του να συνεχίσει ως διαχειριστής, υπάρχει δε σοβαρό ενδεχόμενο, μέχρι την κατάληξη της εκδίκασης της κυρίως αίτησης, ο νυν διαχειριστής να έχει απαλλαγεί από τη θέση του ως η αίτηση του ημερ. 12.7.16 και το διάταγμα για παράδοση των εγγράφων σε αυτόν να είναι άνευ αντικειμένου. Επιπλέον, η έκδοση διατάγματος σε πρόσωπο που δεν κατονομάζεται είναι ξένη προς τη νομολογία και τους κανόνες δικαίου καθότι διατάγματα ιδίως προστακτικά πρέπει να αναφέρονται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ήτοι, το διάταγμα πρέπει να είναι προσωποπαγές και όχι αόριστο (equity acts in prersonam). Ο ομνύων πιστεύει ότι η εκδίκαση των ενδιάμεσων αιτήσεων στα πλαίσια της Διαχείρισης θα καθορίσει τελεσίδικα το ζήτημα που τίθεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με την κυρίως αίτηση. Επομένως η εκδίκαση των εν λόγω αιτήσεων θα πρέπει να προηγηθεί σε προτεραιότητα και χρόνο της κυρίως αίτησης, εφόσον με την απόφαση διορισμού του νέου διαχειριστή το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί στο όνομα του τελευταίου. Η συνέχιση και των δύο διαδικασιών παράλληλα δημιουργεί δικαστική πολλαπλότητα και εγκυμονεί τον κίνδυνο κατάληξης των δύο Δικαστηρίων σε αντικρουόμενες αποφάσεις στον βαθμό που το παρόν Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει την παράδοση των εγγράφων διαχείρισης είτε σε πρόσωπο που θα παυθεί από το Δικαστήριο που εκδικάζει τις ενδιάμεσες αιτήσεις στα πλαίσια της Διαχείρισης είτε σε πρόσωπο άλλο από αυτό που θα διορίσει ως διαχειριστή το εν λόγω Δικαστήριο. Η ταυτόχρονη συνέχιση και των δύο διαδικασιών αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the court). Εγείρονται τα ίδια νομικά ζητήματα και στις δύο διαδικασίες, ήτοι η υποχρέωση παράδοσης των εγγράφων από τον παλαιό στο νέο διαχειριστή και οι διαδικασίες αφορούν τους ίδιους διαδίκους. Η παρούσα αίτηση, λέγει ο κ. Χριστοδούλου, καταχωρήθηκε έγκαιρα και εντός εύλογου χρόνου, αφότου διεφάνη το θέμα της πολλαπλότητας. Ταυτόχρονα, δεν τίθεται θέμα δυσμενούς επηρεασμού ή αποστέρησης των δικαιωμάτων των αντιδίκων, καθότι η εκδίκαση των ενδιάμεσων αιτήσεων στα πλαίσια της Διαχείρισης θα καθορίσει τελεσίδικα και το θέμα που εγείρεται στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, αφού με την απαλλαγή και διορισμό του καινούριου διαχειριστή το διάταγμα για παράδοση των εγγράφων διαχείρισης θα εκδοθεί στο όνομα συγκεκριμένου προσώπου, ήτοι, του νέου διαχειριστή και όχι αόριστα ως το δεύτερο σκέλος του αιτητικού της κυρίως αιτήσεως. Ενόψει των ανωτέρω είναι δέον και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως το Δικαστήριο εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αναστολής της παρούσας διαδικασίας, μέχρι την εκδίκαση και απόφαση του Δικαστηρίου για απαλλαγή του κ. Παπαφιλίππου από τη θέση του διαχειριστή και τον διορισμό νέου διαχειριστή. Έτσι, το παρόν Δικαστήριο θα έχει πλέον τη δυνατότητα να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα προσωποπαγώς. Ο εναγόμενος και το ενδιαφερόμενο μέρος 1 δεν καταχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, ένσταση στην οποία καταχώρησαν οι ενάγοντες στην κυρίως αίτηση (στο εξής «οι καθ' ων η αίτηση»), προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «
- Η αίτηση των Αιτητριών είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και σε καμία περίπτωση δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η αίτηση και/ή η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι ατεκμηρίωτη αφού δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά και/ή συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος και/ή γίνεται κακόπιστα (mala fide) με σκοπό να προκληθεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της Πρωτογενούς Αίτησης με αρ. 376/
- Τα θέματα τα οποία τίθενται στις ενδιάμεσες διαδικασίες στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης με αρ. 16/2008 σε καμία περίπτωση δεν είναι τα ίδια με το επίδικο θέμα στην παρούσα διαδικασία και ως εκ τούτου καμία πολλαπλότητα διαδικασιών υπάρχει.
- Ο λόγος της καταχώρησης της αίτησης ημερομηνίας 12.7.2016 εκ μέρους του κ. Λουκή Παπαφιλίππου, όπως αυτό είναι εμφανές από το Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Πρωτογενή Αίτηση, είναι διότι ο κ. Μιχαηλίδης, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες εκ μέρους του κ. Παπαφιλίππου να επικοινωνήσει μαζί του για να του παραδώσει όλα τα έγγραφα, αγωγές, αλληλογραφία και οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες έχει στην κατοχή του σε σχέση με τη Διαχείριση με αρ. 16/2008, δεν ανταποκρίθηκε σε αυτόν, με αποτέλεσμα ο κ. Παπαφιλίππου, ως ο μόνος νόμιμα διορισμένος Διαχειριστής, να στερείται οποιασδήποτε ενημέρωσης σε σχέση με τη περιουσία του αποβιώσαντα ως επίσης και για οποιαδήποτε χρέη του και ως εκ τούτου να αδυνατεί να εκπληρώσει τα καθήκοντα της θέσης του. Αυτός είναι και ο λόγος, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του κ. Παπαφιλίππου η οποία συνοδεύει την αίτηση του για απαλλαγή, που αιτείται την απαλλαγή του από τα καθήκοντα της θέσης του Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα.
- Αφ' ης στιγμής υπάρχει διορισμένος Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, όλα τα έγγραφα και/ή λογαριασμοί και/ή αγωγές που αφορούν την Διαχείριση με αρ. 16/2008 θα έπρεπε και/ή θα πρέπει να του παραδοθούν και να περιέλθουν στην κατοχή του μέχρις ότου αποφασισθεί κατά πόσο θα συνεχίσει ο ίδιος να ενεργεί ως Διαχείρισης ή θα αποφασισθεί ο διορισμός άλλου Διαχειριστή στον οποίον και θα παραδώσει τα εν λόγω έγγραφα και/ή λογαριασμούς και/ή αγωγές και/ή οικονομικές καταστάσεις και/ή φακέλους που αφορούν την εν λόγω Διαχείριση.
- Ο Εναγόμενος δεν νομιμοποιείται και/ή δεν έχει από τις 8.1.2016 και εντεύθεν οποιοδήποτε δικαίωμα να έχει στην κατοχή του και/ή να κατακρατεί οποιαδήποτε έγγραφα και/ή λογαριασμούς και/ή αγωγές και/ή άλλως πως, τα οποία αφορούν την Διαχείριση με αρ. 16/2008, αφού έχει παυθεί με την πιο πάνω σχετική απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.1.2016 λόγω εσκεμμένου παραπτώματος και/ή παράλειψης, και αφ' ης στιγμής υπάρχει νέος νόμιμα διορισμένος Διαχειριστής.
- Το γεγονός ότι εκκρεμεί η έφεση υπ' αριθμό Ε34/2016 κατά της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.1.2016 δεν έχει οποιοδήποτε ανασταλτικό παράγοντα στην εκτέλεση της εν λόγω απόφασης.
- Ο Εναγόμενος με ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 30.3.2017, η οποία συνοδεύει την ένσταση του στην αίτηση των Εναγόντων στην παρούσα, για επανάνοιγμα της ακρόασης της έφεσης με αρ. Ε34/2016, αναφέρει ότι ως Διαχειριστής της εν λόγω Διαχείρισης δεν θα παραμείνει και θα υποβάλει άμεσα την παραίτηση του. Επομένως, οποιαδήποτε έγγραφα και/ή αγωγές και/ή λογαριασμούς και/ή οικονομικές καταστάσεις έχει στην κατοχή του τα οποία αφορούν την Διαχείριση με αρ. 16/2008 πρέπει να περιέλθουν στην κατοχή του μόνου νόμιμα διορισμένου αυτή τη στιγμή Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, και θα είναι παράλογο να συνεχίσουν να κατακρατούνται από πρόσωπο το οποίο αφενός παύθηκε από το Δικαστήριο από τη θέση του Διαχειριστή λόγω εσκεμμένης παράλειψης και/ή παραπτώματος, και αφετέρου προσώπου το οποίο αναφέρει ότι ακόμη και αν επιτύχει η έφεση του, θα υποβάλει άμεσα την παραίτηση του από τη θέση του Διαχειριστή και περιγράφει τους κληρονόμους ως αγνώμονες.
- Ο δικηγόρος κ. Λουκής Παπαφιλίππου ο οποίος διορίστηκε βάσει της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.1.2016, ως νέος διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα και/ή εις αντικατάσταση του Εναγόμενου (κ. Κ. Μιχαηλίδη), εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι ο μόνος νόμιμα διορισμένος Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα. Επομένως, ως ο μόνος νόμιμα διορισμένος Διαχειριστής, έχει κάθε δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να λάβει και/ή να περιέλθουν στην κατοχή του όλα τα έγγραφα και/ή λογαριασμοί και/ή αγωγές και/ή οικονομικές καταστάσεις και/ή πληροφορίες που αφορούν τη Διαχείριση με αρ. 16/
- Το γεγονός ότι ο κ. Παπαφιλίππου έχει καταχωρήσει αίτηση ημερομηνίας 12.7.2016, στα πλαίσια της Διαχείρισης με αρ. 16/2008, με την οποία αιτείται την απαλλαγή του από τα καθήκοντα του Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, δεδομένης της άρνησης του Εναγόμενου να συνεργαστεί μαζί του και να του παραδώσει όλα τα έγγραφα, αγωγές, αλληλογραφία και πληροφορίες που αφορούν τη Διαχείριση αρ. 16/2008, δεν σημαίνει ότι αυτή θα γίνει αποδεκτή από το Σεβαστό Δικαστήριο.
- Στην περίπτωση όπου το Δικαστήριο στα πλαίσια της Διαχείρισης με αρ. 16/2008 αποδεχθεί την αίτηση του κ. Παπαφιλίππου ημερομηνίας 12.7.2016 με την οποία αιτείται την απαλλαγή του από τη θέση του Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, και περαιτέρω προβεί στον διορισμό νέου Διαχειριστή, ο κ. Παπαφιλίππου ως ο μόνος νόμιμα διορισμένος Διαχειριστής θα είναι αυτός ο οποίος θα πρέπει να παραδώσει τα έγγραφα της διαχείρισης στον νέο Διαχειριστή και/ή από τον οποίο ο τυχόν νέος διορισμένος Διαχειριστής θα ζητήσει τα εν λόγω έγγραφα.
- Ανεξάρτητα με το εάν ο κ. Παπαφιλίππου δεν επιθυμεί πλέον να συνεχίσει να ενεργεί ως Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, αφ' ης στιγμής διορίστηκε στη θέση αυτή από το Σεβαστό Δικαστήριο με την απόφαση του ημερομηνίας 8.1.2016, όφειλε ο Εναγόμενος να του παραδώσει όλα τα έγγραφα και/ή αγωγές και/ή οικονομικές καταστάσεις και/ή λογαριασμούς και/ή αλληλογραφία που αφορούν την Διαχείριση με αρ. 16/2008 και οποιαδήποτε αναστολή της εκδίκασης της Πρωτογενούς Αίτησης μοναδικό αποτέλεσμα θα έχει τα εν λόγω έγγραφα να συνεχίσουν να κατακρατούνται από πρόσωπο το οποίο παύθηκε λόγω σύγκρουσης συμφερόντων και εσκεμμένης παράλειψης και/ή παραπτώματος, με κίνδυνο την απόκρυψη πληροφοριών ως επίσης και στασιμότητα της Διαχείρισης.
- Ουδέποτε ο κ. Παπαφιλίππου ανέφερε στο Δικαστήριο ότι αρνείται να παραλάβει τα έγγραφα που αφορούν την διαχείριση του αποβιώσαντα. Μάλιστα, εκπρόσωπος του ιδίου, κατά το στάδιο των οδηγιών στην παρούσα Πρωτογενή Αίτηση, ανέφερε ότι ο κ. Παπαφιλίππου δεν έχει οποιοδήποτε θέμα να του παραδοθούν τα εν λόγω έγγραφα.
- Ούτε ο Εναγόμενος, αλλά ούτε και ο νυν Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, τους οποίους ουσιαστικά αφορά η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Πρωτογενής αίτηση, προχώρησαν στην καταχώρηση αίτησης αναστολής της εκδίκασης της εν λόγω Αίτησης. Τουναντίον, ο μεν Εναγόμενος καταχώρησε την ένσταση του, με σκοπό την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, ενώ ο νυν Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, κ. Παπαφιλίππου δήλωσε ότι δεν φέρει οποιαδήποτε ένσταση στην εν λόγω Αίτηση. Ως εκ τούτου οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να προβαίνουν στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης για αναστολή της εκδίκασης της Πρωτογενούς Αίτησης την οποία και καταχώρησαν εντελώς καταχρηστικά και κακόπιστα.
- Οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης επιβάλλουν όπως το Σεβαστό Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατά της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
- Η παρούσα αίτηση δεν εξυπηρετεί με οποιοδήποτε τρόπο την απονομή της δικαιοσύνης.
- Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.1-9, Δ.64, στα άρθρα 17, 30, 31, 45, 52, 53 και 58 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189, στα άρθρα 29 και 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στη νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται εκτίθενται στην ένορκο δήλωση της κας Λεώνης Παρασκευαΐδου-Μαυρονικόλα, η οποία είναι η ενάγουσα 2, και δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον ενάγοντα 1 ο οποίος είναι αδελφός της. Αμφότεροι οι ενάγοντες είναι εκ των κληρονόμων του αποβιώσαντος. Η ομνύσασα απορρίπτει το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του κ. Χριστοδούλου και υιοθετεί τους λόγους ένστασης οι οποίοι, λέγει, θα πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψη της παρούσας αίτησης. Αναφέρει επίσης ότι στα πλαίσια της Διαχείρισης εκκρεμούν οι ακόλουθες τρεις ενδιάμεσες αιτήσεις, οι οποίες είναι ορισμένες για ακρόαση στις 20.6.17: α) η αίτηση ημερ. 12.7.16, η οποία καταχωρήθηκε από τον κ. Λουκή Παπαφιλίππου, ο οποίος είναι ο νυν και ο μόνος νόμιμα διορισμένος διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος, β) η αίτηση ημερ. 27.10.16, η οποία καταχωρήθηκε από την κα Θέλμα Παρασκευαΐδου, με την οποία αιτείται τον διορισμό της στη θέση του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος, και γ) η αίτηση ημερ. 19.12.16, η οποία καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση, και με την οποία αιτούνται τον διορισμό τρίτου ανεξάρτητου προσώπου, ήτοι του κ. Ευθύβουλου Ιακωβίδη, στη θέση του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος, και διαζευκτικά τον από κοινού διορισμό της ομνύσασας μαζί με την μητέρα τους κα Θέλμα Παρασκευαΐδου, στη θέση διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος. Ο λόγος καταχώρησης, λέγει, της πρώτης αίτησης (αίτηση ημερ. 12.7.16), όπως προκύπτει από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει αυτήν, είναι διότι ο κ. Μιχαηλίδης (ο εναγόμενος), παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του κ. Παπαφιλίππου να επικοινωνήσει μαζί του για να του παραδώσει όλα τα έγγραφα, αγωγές, αλληλογραφία και οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες έχει στην κατοχή του σε σχέση με τη διαχείριση δεν ανταποκρίθηκε, με αποτέλεσμα ο κ. Παπαφιλίππου να στερείται οποιασδήποτε ενημέρωσης σε σχέση με την περιουσία του αποβιώσαντος ως επίσης και για οποιαδήποτε χρέη του και ως εκ τούτου να αδυνατεί να εκπληρώσει τα καθήκοντα της θέσης του. Τόσο οι καθ' ων η αίτηση όσο και οι αιτήτριες καταχώρησαν ένσταση στην εν λόγω αίτηση. Ενστάσεις έχουν καταχωρηθεί και στις άλλες δύο αιτήσεις. Λέγει επίσης ότι σε καμία περίπτωση η κυρίως αίτηση αφορά ζητήματα τα οποία αποτελούν το αντικείμενο των πιο πάνω αναφερόμενων ενδιάμεσων αιτήσεων στα πλαίσια της Διαχείρισης. Το αιτητικό της κυρίως αίτησης είναι συγκεκριμένο και αφορά στην έκδοση οδηγιών και/ή διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τον εναγόμενο (ο οποίος είναι πρώην διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος και ο οποίος έχει παυθεί από την εν λόγω θέση με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 8.1.16), να παραδώσει όλα τα έγγραφα, φακέλους, λογαριασμούς, οικονομικές καταστάσεις, εκκρεμούσες αγωγές και άλλα στοιχεία και/ή πληροφορίες που έχει στην κατοχή του τα οποία αφορούν τη διαχείριση, στον νέο διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος (δηλαδή στον κ. Παπαφιλίππου, ο οποίος διορίστηκε διαχειριστής με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 8.1.16). Αντιθέτως, οι ενδιάμεσες αιτήσεις που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της Διαχείρισης αφορούν στο κατά πόσον, αφενός, θα πρέπει να απαλλαγεί από τα καθήκοντα του ο κ. Παπαφιλίππου και, αφετέρου, ποιο πρόσωπο έχει δικαίωμα και/ή θα ήταν ορθότερο να διοριστεί ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος, στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κ. Παπαφιλίππου θα πρέπει να απαλλαγεί από τα καθήκοντα του. Σε καμία, όμως, περίπτωση αφορούν στο κατά πόσον ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να συνεχίζει να κατακρατεί τα έγγραφα που αφορούν τη διαχείριση και να μην παραδίδει αυτά στον νυν και νόμιμα διορισμένο διαχειριστή, τον κ. Παπαφιλίππου, ο οποίος έχει κάθε δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να λάβει κατοχή όλων των εγγράφων που αφορούν τη διαχείριση. Εξάλλου, λέγει η ομνύσασα, το γεγονός ότι ο κ. Παπαφιλίππου καταχώρησε αίτηση αιτούμενος την απαλλαγή του από τη θέση του διαχειριστή, δεν σημαίνει δίχως άλλο ότι η κατάληξη της εν λόγω ενδιάμεσης αίτησης και/ή η απόφαση του Δικαστηρίου θα είναι η απαλλαγή του από τη θέση αυτή. Αναφέρει επίσης ότι το γεγονός ότι εκκρεμεί η έφεση υπ' αριθμό Ε34/2016 κατά της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 8.1.16, δεν έχει οποιοδήποτε ανασταλτικό αποτέλεσμα στην εκτέλεση της απόφασης, σε κάθε δε περίπτωση, ο εναγόμενος στα πλαίσια ενόρκου δηλώσεως του ημερ. 30.3.17 ανέφερε ότι σε περίπτωση ανατροπής της απόφασης ημερ. 8.1.16, θα υποβάλει ούτως ή άλλως άμεσα την παραίτησή του από τη θέση του διαχειριστή. Περαιτέρω, η ομνύσασα αναφέρει ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ακόμη και αν ο κ. Παπαφιλίππου απαλλαγεί από τα καθήκοντα του και πάλι ο νέος διαχειριστής να παραμείνει χωρίς έγγραφα, αφού ο εναγόμενος δεν θα παραδίδει αυτά. Τυχόν αναστολή της εκδίκασης της κυρίως αίτησης μοναδικό αποτέλεσμα θα έχει τα εν λόγω έγγραφα να συνεχίσουν να κατακρατούνται από πρόσωπο (τον εναγόμενο) το οποίο παύθηκε από τη θέση του διαχειριστή λόγω σύγκρουσης συμφερόντων και εσκεμμένης παράλειψης και παραπτώματος. Ακόμη δε και αν το Δικαστήριο προβεί στο διορισμό νέου διαχειριστή στα πλαίσια της Διαχείρισης, τότε ο νέος διαχειριστής χρειάζεται όλα τα έγγραφα της διαχείρισης από τον προηγούμενα νόμιμα διορισμένο διαχειριστή, τον κ. Παπαφιλίππου. Προσθέτει ότι ο κ. Παπαφιλίππου ουδέποτε ανέφερε στο Δικαστήριο ότι αρνείται να παραλάβει τα έγγραφα που αφορούν τη διαχείριση, αλλά τουναντίον εκπρόσωπος του ιδίου, ανέφερε στο παρόν Δικαστήριο ότι ο κ. Παπαφιλίππου δεν θέτει οποιοδήποτε θέμα στο να του παραδοθούν τα έγγραφα και όταν διοριστεί νέος διαχειριστής θα τα παραδώσει σε αυτόν, εξ ου και δεν καταχώρησε ένσταση στην κυρίως αίτηση. Είναι περαιτέρω η θέση της ομνύσασας ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη και μοναδικό σκοπό έχει την καθυστέρηση της εκδίκασης της κυρίως αίτησης, μέχρι την εκδίκαση της αίτησης που καταχώρησε η κα Θέλμα Παρασκευαΐδου για να διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος στα πλαίσια της Διαχείρισης. Η καταχρηστικότητα και η κακοπιστία της παρούσας αίτησης διαφαίνεται και από το γεγονός ότι ούτε ο εναγόμενος αλλά ούτε και ο κ. Παπαφιλίππου, τους οποίους αφορά άμεσα η κυρίως αίτηση, καταχώρησαν αίτηση για αναστολή της εκδίκασής της. Η ομνύσασα καταλήγει ότι πιστεύει πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της παρούσας αίτησης, καθότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν εξυπηρετεί καθ' οιονδήποτε τρόπο το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Οι καθ' ων η αίτηση αιτούνται, συνεπώς, την απόρριψη της παρούσας αίτησης με έξοδα εις βάρος των αιτητριών. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που προβλήθηκαν μέσω αυτών, θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στον βαθμό που χρειάζεται. Σημειώνω επίσης ότι, μετά την επιφύλαξη της απόφασης στην παρούσα αίτηση και συγκεκριμένα στις 7.7.17 εκδόθηκε από το Εφετείο απόφαση στην Πολ. Έφ. Ε34/16, Κυριάκου Μιχαηλίδη κ.α. ν. Λεώνης Παρασκευαΐδου κ.α. η οποία αφορούσε στην απόφαση ημερ. 8.1.16 για παύση του κ. Κ. Μιχαηλίδη (εναγόμενου) από τη θέση του διαχειριστή, στην οποία η κα Λεώνη Παρασκευαΐδου-Μαυρονικόλα έκανε αναφορά στην ένορκο της δήλωση. Σύμφωνα με την απόφαση ημερ. 7.7.17, η πρωτόδικη απόφαση για παύση του εναγόμενου από τη θέση του διαχειριστή επικυρώθηκε μόνο ως προς το αποτέλεσμα της, με άλλο, όμως σκεπτικό, αφού το Εφετείο διαπίστωσε κατάρρευση των σχέσεων διαχειριστή και μερίδας κληρονόμων. Νομική πτυχή και αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Αμφότεροι οι συνήγοροι, μέσω των αγορεύσεων τους, συμφωνούν ότι η νομική βάση της παρούσας αίτησης είναι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει αναστολή εκκρεμουσών δικαστικών διαδικασιών υπό ορισμένες περιστάσεις. Όσον αφορά τις καταβολές της σύμφυτης εξουσίας και δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στο κοινό δίκαιον το Εφετείο, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft AG
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 585, παρέπεμψε στο άρθρο του καθηγητή M.S. Dockray «The Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings», «The Law Quarterly Review» τόμος 113 (Ιανουάριος 1997), σελ. 124-125, το οποίο περιέχει απόσπασμα από άρθρο του Sir Jack I.H. Jacob
(1970)που αναφέρεται στη θεωρητική υποδομή της εξουσίας αυτής (σελ. 125): « ... ... the jurisdiction to exercise these powers was derived, not from any statute or rule of law, but from the very nature of the court as a superior court of law, and for this reason such jurisdiction has been called "inherent" ... the essential character of a superior court of law necessarily involves that it should be invested with a power to maintain its authority and to prevent its process being obstructed and abused. Such a power is intrinsic in a superior court; it is its very lifeblood, its very essence, its immanent attribute ... ... The jurisdiction which is inherent in a superior court of law is that which enables it to fulfil itself as a court of law. The juridical basis of this jurisdiction is therefore the authority of the judiciary to uphold, to protect and to fulfil the judicial function of administering justice according to law in a regular, orderly and effective manner.» Ως προς τη φύση και τα όρια της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Τσεσμέσογλου (Αρ. 2)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 158, το Εφετείο υιοθέτησε τα όσα σχετικώς με το θέμα τούτο αποφασίστηκαν από τον Πασχαλίδη Δ. στην υπόθεση JSC BTA Bank v. Paul Kythreotis
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 779, στην οποία το Δικαστήριο ανέφερε ότι αυτό που προκύπτει από τη νομολογία στην οποία εξετάστηκε η σύμφυτη εξουσία και οι προεκτάσεις της είναι πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσίας η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξη της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου σαν Δικαστηρίου δικαίου, η επίκληση της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ. Υιοθετήθηκε δε ως ενδεικτικό της επί του προκειμένου θέσης της νομολογίας, το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235, στο οποίο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η Ολομέλεια στην απόφαση της στην υπόθεση Εμπεδοκλής κ.α. (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας. (Σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122).» Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε από την Πλήρη Ολομέλεια στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 226, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου είναι «το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve power) του Δικαστηρίου τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί που αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς.». Τέλος, όπως υποδείχθηκε και πάλι από την Πλήρη Ολομέλεια στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 724: «Οι "εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου", . δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του Δικαστηρίου, ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους. Οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιον του διαδικασιών.» Ειδικότερα, το θέμα της εγγενούς εξουσίας του Δικαστηρίου να αναστέλλει μια δικαστική διαδικασία, εξετάστηκε στην υπόθεση The Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus Crhysostomos and another
(1981)1 C.L.R. 445, 452 και 457: «Time and again it has been said the Court has an inherent jurisdiction to stay proceedings and that such jurisdiction is a discretionary one to be exercised by the Court if it thinks fit and in a proper case, terms may be imposed, but it ought to be very sparingly exercised and only in very exceptional cases. The general practice is, however, that you should not stay actions unless the action, beyond all reasonable doubt, ought not to go on. (See Vaughan Williams, Lord Justice in Shackleton v. Swift [1913] 2 K.B. at p. 312). ... But I would reiterate that unlike the jurisdiction under the Rules of Court, the Court has also an inherent jurisdiction to stay or dismiss proceedings, but such jurisdiction should be sparingly exercised and only in very exceptional cases.» Στην υπόθεση Merck & Co Inc. κ.α. v. Medochemie Ltd
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2184, 2187 λέχθηκε και πάλι ότι η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής εξασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις καθώς και το ότι η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Στη σειρά Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση (επανέκδοση), Τόμος 37, κάτω από τον τίτλο «Stay of proceedings» παρ. 926 και 930 (σελ. 290 και 293), αναφέρονται τα εξής: «
- In general . The order is made generally in the exercise of the court's discretionary jurisdiction, and by way of summary process, that is without a trial on the substantive merits of the case, and, at any rate in the exercise of its inherent jurisdiction, an order for the stay of proceedings is made very sparingly and only in exceptional circumstances..
- Stay under inherent jurisdiction; in general. . This jurisdiction is, of course, discretionary, since it is exercisable where the court thinks fit to do so, and the court may impose terms. . The stay of proceedings is a serious, grave and fundamental interruption in the right that a party has to conduct his litigation towards the trial on the basis of the substantive merits of his case, and therefore the court's general practice is that a stay of proceedings should not be imposed unless the proceedings beyond all reasonable doubt ought not to be allowed to continue.» Στην υπόθεση The Municipality of Limassol (ανωτέρω), σε σχέση με τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή, γίνεται αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από την Stars v. National Coal Board [1977] 1 All E.R. 243: «And so in every case, as I see it, the particular facts of the case on which the discretion has to be exercised are all important. The discretion cannot be exercised unless each party does expose the reasons for his action. I have already indicated that I do not regard this as a question of onus of proof. There is, in my judgment, a duty on each party in such a situation to provide the Court with the necessary material known to him, so that the Court, fully informed, can exercise its discretion properly. However, I would add this comment: that at the end of the day it must be for him who seeks the stay to show that, in the discretion of the Court, it should be imposed.» Αυτό που προκύπτει από τα ανωτέρω, είναι ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να διατάζει την αναστολή διαδικασίας η οποία εκκρεμεί ενώπιον του. Η εξουσία αυτή είναι διακριτική και ασκείται από το Δικαστήριο όταν αυτό το κρίνει πρέπον και δύναται να επιβάλει όρους. Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και η γενική πρακτική είναι ότι οι διαδικασίες δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με βάση τα ιδιαίτερα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Κάθε μέρος έχει υποχρέωση να παράσχει στο Δικαστήριο το απαραίτητο υλικό που γνωρίζει ώστε το Δικαστήριο πλήρως ενημερωμένο να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Παρόλα αυτά στο τέλος της ημέρας ο αιτών την αναστολή είναι που θα πρέπει να δείξει ότι πρέπει να διαταχθεί η αναστολή. Όσον τώρα αφορά στο θέμα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, στην κλασική επί του θέματος τούτου απόφαση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, διαγράφηκαν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου για καταστολή της κατάχρησης των διαδικασιών του καθώς και ο σκοπός που τη διαπνέει ως ακολούθως: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Οι σχετικές αρχές είναι πάγια εμπεδωμένες και έχουν απασχολήσει πολλές φορές το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρομαι στις υποθέσεις Constantinides v. Vima
(1983)1 C.L.R 348, Μιχάλη Παπόρη ν. Maskinfabriken «510» Α/S
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037, Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911, Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, αλλά και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Σπύρου ν. Ξενή, Ποιν. Έφ. 223/14, ημερ. 11.11.15. Η αρχή εξετάστηκε και στην υπόθεση Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χαραλαμπίδης, ανωτέρω, όπου τονίστηκε ότι το δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Εφόσον το διαπιστώσει, είτε απορρίπτει τη διαδικασία που θεωρεί καταχρηστική, είτε την αναστέλλει (Beogradska D.D., ανωτέρω). Υπό το φως των ως άνω αρχών, προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Οι αιτήτριες προσδιορίζουν, μέσω της αγόρευσης τους, τους εξής τρεις λόγους ως τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η παρούσα αίτηση: α) η παρούσα διαδικασία δημιουργεί πολλαπλότητα με τη διαδικασία στη Διαχείριση που εκδικάζεται από έτερο Δικαστήριο και η οποία θα καθορίσει το πρόσωπο που θα ενεργήσει ως διαχειριστής στην περιουσία. Δεδομένης δε της δεδηλωμένης άρνησης του κ. Παπαφιλίππου να ενεργεί πλέον ως διαχειριστής, είναι ασφαλές να υπολογιστεί ότι το Δικαστήριο θα διορίσει νέο πρόσωπο στη θέση του κ. Παπαφιλίππου. β) η συνέχιση της εκδίκασης της εναρκτήριας κλήσεως στην παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου καθότι συντηρεί την ύπαρξη δύο αγωγών/διαδικασιών ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικά δικαστήρια και ενώ η διαδικασία στη Διαχείριση θα καθορίσει το πρόσωπο το οποίο θα ενεργήσει ως διαχειριστής με δικαίωμα να λάβει οποιαδήποτε έγγραφα της διαχείρισης καθιστώντας έτσι την παρούσα διαδικασία καταχρηστική. γ) η αναστολή της παρούσας διαδικασίας δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε αδικία στους καθ' ων η αίτηση εφόσον τα δικαιώματα τους εξασφαλίζονται πλήρως στη διαδικασία στη Διαχείριση όπου έχουν ήδη προωθήσει αίτημα για διορισμό διαχειριστή στη θέση του κ. Παπαφιλίππου. Ως προς τον πρώτο λόγο για τον οποίο οι αιτήτριες αιτούνται την αναστολή, σημειώνω ότι πράγματι, όπως προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία, στη Διαχείριση εκκρεμούν τρεις ενδιάμεσες αιτήσεις στα πλαίσια των οποίων θα αποφασισθεί από το Δικαστήριο, αφενός το κατά πόσον θα απαλλαγεί ο κ. Παπαφιλίππου από τη θέση του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος (αίτηση ημερ. 12.7.16), και αφετέρου, εάν η εν λόγω αίτηση επιτύχει, ποιο πρόσωπο θα διοριστεί ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος (αιτήσεις ημερ. 27.10.16 και 19.12.16). Με την κυρίως αίτηση στην παρούσα οι καθ' ων η αίτηση ζητούν διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος (πρώην διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος) να παραδώσει όλα τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του και που αφορούν τη διαχείριση, στο νέο διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος, κ. Παπαφιλίππου και ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε διατάξει το Δικαστήριο. Θέση των αιτητριών είναι ότι, αν και δεν υπάρχει επακριβής ταύτιση όλων των θεμάτων που εγείρονται στις δύο διαδικασίες, η κατάληξη της εκδίκασης των τριών ενδιάμεσων αιτήσεων στα πλαίσια της Διαχείρισης θα είναι ο διορισμός νέου προσώπου ως διαχειριστή, το οποίο θα έχει και τη δυνατότητα να λάβει τα όποια έγγραφα με σκοπό τη διεκπεραίωση της διαχείρισης. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την πιο πάνω προσέγγιση των αιτητριών. Με την παρούσα αίτηση αυτό που στην ουσία ζητείται είναι ν' αποφασίσει το Δικαστήριο αν θα πρέπει να διατάξει τον εναγόμενο να παραδώσει τα έγγραφα που σχετίζονται με τη διαχείριση στον κ. Παπαφιλίππου ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, χωρίς όμως να καλείται ν' αποφασίσει είτε αν ο κ. Παπαφιλίππου θα πρέπει να παυθεί από τη θέση του διαχειριστή είτε το πρόσωπο που θα πρέπει να διοριστεί στη θέση αυτή. Όπως δε προκύπτει από την ένσταση που ο εναγόμενος καταχώρησε στην κυρίως αίτηση, οι λόγοι για τους οποίους ενίσταται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κ. Παπαφιλίππου, αφού ο εναγόμενος εγείρει θέματα, μεταξύ άλλων, νομιμοποίησης των καθ' ων η αίτηση προς έγερση της κυρίως αιτήσεως (λόγος ένστασης 1), μη ύπαρξης οποιωνδήποτε εγγράφων που πρέπει να παραδοθούν (λόγος ένστασης 3) και συμμόρφωσης από μέρους του προς όλες τις εκ του νόμου υποχρεώσεις του (λόγος ένστασης 7). Συνεπώς δεν μπορώ να συμφωνήσω με τις αιτήτριες ότι η εκδίκαση των τριών ενδιάμεσων αιτήσεων που εκκρεμούν στα πλαίσια της Διαχείρισης, θα επιλύσει το θέμα που εγείρεται στα πλαίσια της κυρίως αίτησης στην παρούσα. Περαιτέρω, τόσο κατά την ημέρα καταχώρησης της κυρίως αίτησης, όσο και σήμερα, υπάρχει πρόσωπο διορισμένο ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος. Σε περίπτωση εκδίκασης και επιτυχίας της κυρίως αίτησης πριν την εκδίκαση των τριών ενδιάμεσων αιτήσεων, το αποτέλεσμα θα είναι η παράδοση των σχετικών με τη διαχείριση εγγράφων στον κ. Παπαφιλίππου, ο οποίος με τη σειρά του, σε περίπτωση που θα παυθεί εν τέλει από τη θέση του διαχειριστή, θα πρέπει να τα παραδώσει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε στη συνέχεια διοριστεί ως διαχειριστής. Σε περίπτωση εκδίκασης των τριών ενδιάμεσων αιτήσεων πριν την εκδίκαση της παρούσας, οι καθ' ων η αίτηση θα αποφασίσουν για την περαιτέρω πορεία της κυρίως αίτησης τους στα πλαίσια των δικονομικών τους επιλογών, ενώ σημειώνω πως οι αιτήτριες φαίνεται να δέχονται ότι το διάταγμα που ζητείται με την κυρίως αίτηση θα μπορούσε, αναλόγως εξελίξεων, να εκδοθεί «στο όνομα του νέου διαχειριστή» (βλ. παρ. 19 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Χριστοδούλου[1]), θέμα το οποίο αφήνεται, βεβαίως, ανοικτό για ν' αποφασιστεί στα πλαίσια της κυρίως αίτησης. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι, πέραν της συμφυούς εξουσίας για αναστολή δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο κέκτηται διακριτικής ευχέρειας να αναβάλλει μία υπόθεση για καθορισμένα χρονικά διαστήματα, εξουσία κατ' ενάσκηση της οποίας θα μπορούσε, θεωρώ, να ρυθμίσει την ενώπιον του διαδικασία ούτως ώστε να αποφασίσει αποτελεσματικά το επίδικο θέμα που εγείρεται με την κυρίως αίτηση, χωρίς καταφυγή στο δραστικό και δυσμενές, για τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση, μέτρο της αναστολής της εκδίκασης της αίτησης που έχουν καταχωρήσει. Σχετικά με την εν λόγω εξουσία του Δικαστηρίου, παραπέμπω στην υπόθεση Hinckley and South Leicestershire Permanent Benefit Building Society v. Freeman [1940] 4 All E.R. 212, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση The Municipality of Limassol (ανωτέρω): «The proposition that this Court has not power to adjourn any matter on any proper ground is new to me. No doubt the Court cannot postpone the hearing of a matter indefinitely, because, if a Court did so, it might thereby lead to defeating justice altogether, and a, mere arbitrary refusal to hear a particular case is not a matter which, when dialling with litigation, would ever become a recognised thing. I cannot conceive any Judge taking a course of that sort. However, to say that the Court has not always an inherent power to direct that any matter which comes before it should stand over for a period if the Court thinks that that is the proper way to deal with the matter is a proposition entirely new to me.........» Στη βάση των ανωτέρω, κρίση μου είναι ότι δεν συντρέχουν στην παρούσα περίπτωση εξαιρετικές περιστάσεις ή άλλοι λόγοι που να καθιστούν, πέρα από κάθε λογική αμφιβολία, αναγκαία την αναστολή. Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο για τον οποίο οι αιτήτριες αιτούνται την αναστολή, θέση τους είναι ότι δεδομένης της δήλωσης του κ. Παπαφιλίππου στις 25.11.16 (μέσω της συνηγόρου του), το αίτημα για παράδοση των εγγράφων σε αυτόν καθίσταται ενοχλητικό (vexatious) και η διαδικασία της κυρίως αίτησης καταπιεστική (oppressive), εφόσον η παράδοση των εγγράφων στον κ. Παπαφιλίππου δεν εξυπηρετεί πλέον τη δέουσα διεκπεραίωση της διαχείρισης ή τα καλώς νοούμενα συμφέροντα των δικαιούχων στην περιουσία του αποβιώσαντος ή και της δικαιοσύνης η οποία δεν λειτουργεί επί ματαίω. Ο λόγος, υποστηρίζουν οι αιτήτριες, που καταχωρήθηκε η κυρίως αίτηση είναι για να υποχρεώσουν οι καθ' ων η αίτηση τον κ. Παπαφιλίππου να συνεχίσει να ενεργεί ως διαχειριστής παρά τη θέληση του. Σύμφωνα με τη νομολογία που προαναφέρθηκε, το πρώτο που θα πρέπει το Δικαστήριο να αποφασίσει προκειμένου να ασκήσει την εξουσία του για την καταστολή (με το κατάλληλο διάταγμα) μιας καταχρηστικής διαδικασίας είναι να βεβαιωθεί ότι η διαδικασία είναι καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσης. Όσον αφορά στη διαφορετικότητα του αντικειμένου της κυρίως αιτήσεως με το αντικείμενο των τριών ενδιάμεσων αιτήσεων που εκκρεμούν στα πλαίσια της Διαχείρισης, παραπέμπω, για σκοπούς αποφυγής επαναλήψεων στα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν. Όσον αφορά στα όσα κατά τα λοιπά οι αιτήτριες ισχυρίζονται σημειώνω ότι πράγματι, στις 25.11.16 ο κ. Παπαφιλίππου δήλωσε, μέσω της συνηγόρου του, αφενός ότι δεν έχει ένσταση στην κυρίως αίτηση και αφετέρου ότι επιθυμία του είναι όπως παυθεί από διαχειριστής εν πάση περιπτώσει, δηλαδή ανεξάρτητα από την παράδοση σε αυτόν των εγγράφων. Δεν μπορώ, όμως, να συμφωνήσω με τις αιτήτριες ότι δεδομένης της ως άνω δήλωσης, η διαδικασία της κυρίως αιτήσεως είναι ενοχλητική ή καταπιεστική. Αντίθετα, ο κ. Παπαφιλίππου ο οποίος είναι, μέχρι και σήμερα, ο μόνος νόμιμα διορισμένος διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος και ο οποίος έχει, σύμφωνα με το άρθρο 52
(2)[2] του περί της Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189, όλα τα δικαιώματα, καθήκοντα και εξουσίες διαχειριστή, δήλωσε την ετοιμότητα του να δεχθεί την παραλαβή των εγγράφων, κάτι που θα γινόταν αν ο εναγόμενος δεν είχε ένσταση στην κυρίως αίτηση, με αποτέλεσμα να είχαν περιέλθει στην κατοχή του νυν διαχειριστή όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με τη διαχείριση (αν υπάρχουν), τα οποία, βεβαίως, θα είχε υποχρέωση να τα παραδώσει ο ίδιος με τη σειρά του στον όποιο επόμενο διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος αν ο ίδιος παυθεί. Ούτε θεωρώ πως με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα υποχρεωνόταν ο κ. Παπαφιλίππου να ενεργήσει παρά τη θέλησή του ως διαχειριστής της περιουσίας, αφού αν ίσχυε κάτι τέτοιο, λογικό θα ήταν να καταχωρήσει και ο ίδιος ένσταση στην κυρίως αίτηση. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, ο κ. Παπαφιλίππου δήλωσε μέσω της συνηγόρου του ότι δεν έχει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου με την κυρίως αίτηση διατάγματος. Συνεπώς, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τις αιτήτριες ότι η διαδικασία της κυρίως αιτήσεως είναι ενοχλητική, καταπιεστική ή και καταχρηστική, ούτως ώστε να δικαιολογείται η αναστολή της. Έχοντας αποφασίσει ότι δεν συντρέχουν λόγοι για να ανασταλεί η διαδικασία εκδίκασης της κυρίως αιτήσεως, είτε λόγω πολλαπλότητας των διαδικασιών είτε λόγω καταχρηστικότητας αυτής, παρέλκει η ανάγκη να αποφασιστεί το κατά πόσον τυχόν αναστολή της διαδικασίας θα προκαλούσε αδικία στους καθ' ων η αίτηση. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω, είναι η κρίση μου ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση (εναγόντων) και εναντίον των αιτητριών (ενδιαφερομένων μερών 2 και 3), όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Εν σχέση με τον εναγόμενο και το ενδιαφερόμενο μέρος 1 και ενόψει της μη καταχώρησης ένστασης από μέρους τους, καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «19. Με την έκδοση διατάγματος διορισμού νέου Διαχειριστή, το παρόν Δικαστήριο θα έχει πλέον τη δυνατότητα να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα προσωποπαγώς, ήτοι την παράδοση των εγγράφων που αφορούν τη Διαχείριση στο νέο Διαχειριστή που θα έχει διοριστεί από το Δικαστήριο που εκδικάζει τις Ενδιάμεσες Αιτήσεις στα πλαίσια της Διαχείρισης 16/2008.» [2] «52.-
(1)Τo Δικαστήριo δύvαται αυταπάγγελτα ή με αίτηση oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ έχει συμφέρov στηv κληρovoμιά- (α) vα παύσει oπoιoδήπoτε εκτελεστή ή διαχειριστή για εσκεμμέvη παράλειψη ή παράπτωμα σχετικά με τη διαχείριση της κληρovoμιάς (β) vα χoρηγήσει έγγραφo διαχείρισης σε κάπoιo πρόσωπo για vα διεξαγάγει τη δέoυσα διαχείριση της κληρovoμιάς στη θέση εκτελεστή ή διαχειριστή πoυ παύθηκε, απεβίωσε ή κατέστη αvίκαvoς vα εvεργεί.
(2)Όταv χoρηγείται τo εv λόγω έγγραφo διαχείρισης, όλα τα δικαιώματα, καθήκovτα και εξoυσίες εκτελεστή ή διαχειριστή επάγovται στo vέo διαχειριστή.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο