ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΑΓΓΑΡΙΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 6719/2013, 27/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A238 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6719/2013 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ενάγων και ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΑΓΓΑΡΙΔΗΣ Εναγόμενος 27 Σεπτεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο /Αιτητή: κα Γεωργίου δια Ρ. Βραχίμης & Συνεργάτες Για Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση: κα Τόλλα δια Ανδρέας Γ. Δανός & Σια ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση του Εναγόμενου /Αιτητή ημερομηνίας 29.3.2017 για τροποποίηση της Υπεράσπισης Με την παρούσα αίτηση ο Εναγόμενος /Αιτητής ζητά την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την τροποποίηση της Υπεράσπισης του. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του Εναγόμενου, σύμφωνα με την οποία μετά τον διορισμό νέου δικηγόρου για να τον εκπροσωπήσει στην αγωγή και κατά την μελέτη της υπόθεσης, διαπιστώθηκε ότι η υφιστάμενη Υπεράσπιση δεν καταγράφει ορθά τις θέσεις του. Αναφέρει επίσης ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να εκδικαστεί η πραγματική διαφορά μεταξύ των διαδίκων καθώς και ότι εάν η αίτηση εγκριθεί ο Ενάγοντας δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα. Η πλευρά του Ενάγοντα ήγειρε ένσταση στην αίτηση. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της μητέρας του Ενάγοντα και σε αυτή, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι η καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης είναι αδικαιολόγητη καθώς οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να προστεθούν με την αιτούμενη τροποποίηση αφορούν γεγονότα (την αλήθεια των οποίων αμφισβητεί) που έπρεπε να ήταν γνωστά εξ αρχής στον Εναγόμενο και συνεπώς έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί στην υφιστάμενη Υπεράσπιση. Είναι επιπρόσθετα θέση της πλευράς του Ενάγοντα ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και επιδίωξη του Εναγόμενου μέσω αυτής είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου εδράζεται στην Δ.25, Θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στη μορφή που εφαρμόζεται σε αγωγές που καταχωρήθηκαν προ της 1.1.2015). Η διάταξη αυτή δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνει το Δικαστήριο υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας όμως σχετική καθοδήγηση παρέχεται από τη νομολογία. Πολύ διαφωτιστική είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη ν Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 όπου οι αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία συνοψίζονται ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Συνοπτικά σημειώνω ότι η κατεύθυνση που δίνει η νομολογία, τόσο η Κυπριακή όσο και η Αγγλική, αναφορικά με αιτήσεις αυτής της φύσεως (στις οποίες εφαρμόζεται η Δ.25, Θ.1 στην αρχική της μορφή), είναι ότι το Δικαστήριο - με κάποιες εξαιρέσεις στις οποίες αναφέρομαι κατωτέρω -πρέπει να ασκεί την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτητή, επιτρέποντας την αιτούμενη τροποποίηση[1]. Η νομολογία εισηγείται ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται ακόμα και σε περιπτώσεις όπου ο αιτητής προσπαθεί μέσω αυτής να διορθώσει παραλήψεις ή λάθη στο αρχικό δικόγραφο λόγω αμέλειας ή ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του σχετικού αιτήματος[2]. Εξαιρέσεις στην γενική τάση αποτελούν περιπτώσεις όπου, ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα[3]. Περιπτώσεις όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται εναντίον της παραχώρησης άδειας για τροποποίηση περιλαμβάνουν επίσης εκείνες όπου η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει τη ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης καθώς και εκείνες όπου ο αιτητής ενεργεί με εμφανή κακοπιστία. Όπου βεβαίως προβάλλεται η κακοπιστία ως λόγος ένστασης τότε το βάρος για την απόδειξη της το φέρει ο διάδικος ο οποίος την επικαλείται[4]. Στη βάση των πιο πάνω νομικών αρχών και με δεδομένες τις θέσεις της κάθε πλευράς προχωρώ να εξετάσω εάν στην παρούσα περίπτωση πρέπει ή όχι να εγκριθεί το αίτημα του Εναγόμενου. Η πλευρά του Ενάγοντα υποστηρίζει ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Επί αυτού σημειώνω ότι υπάρχει όντως καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Η αρχική Υπεράσπιση του Εναγόμενου καταχωρήθηκε στις 17.6.2014 και η παρούσα αίτηση στις 29.3.2017. Δικαιολογώντας την καθυστέρηση αυτή, ο Εναγόμενος υποστηρίζει ότι πρόσφατα είχε διορίσει τους νυν δικηγόρους του και ότι η ανάγκη για τροποποίηση διαφάνηκε κατά τη μελέτη της υπόθεσης από τους νέους του δικηγόρους. Το τι συνιστά υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης τροποποίησης εξετάστηκε και αναλύθηκε σε αριθμό υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426: "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή ανάλογος συσχετισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής ή σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή". Η αλλαγή στην νομική εκπροσώπηση ενός διάδικου δεν μπορεί αφ εαυτής να αποτελέσει λόγο έγκρισης αιτήματος τροποποίησης. Όμως, συνυπολογίζοντας όλα τα ενώπιον μου δεδομένα, θεωρώ ότι η καθυστέρηση που έχει επιδείξει ο Εναγόμενος δεν είναι τέτοιας φύσης ώστε να αποτελέσει από μόνη της λόγο απόρριψης της αίτησης του. Εξάλλου, όπως προκύπτει και από το απόσπασμα που παρέθεσα πιο πάνω από την Saba & Co (ανωτέρω), η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στην απόρριψη του εκτός εάν διαπιστωθεί ότι συνοδεύεται από κακοπιστία. Στην προκειμένη περίπτωση, από το φάκελο της υπόθεσης αλλά και μελετώντας τους νέους ισχυρισμούς που ο Εναγόμενος επιχειρεί να προβάλλει προς υπεράσπιση του μέσω της αιτούμενης τροποποίησης, δεν μπορώ να καταλήξω σε εύρημα ή διαπίστωση ότι αυτός ενεργεί με εμφανή κακή πίστη. Τέλος, ο Εναγόμενος υποστηρίζει ότι εάν η αιτούμενη τροποποίηση επιτραπεί, η όποια ζημία του Ενάγοντα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Η δε νομολογία καθορίζει ότι, σε αιτήσεις αυτής της φύσεως, ζημία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανεπανόρθωτη εφόσον μπορεί να θεραπευτεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα[5]. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση του Ενάγοντα δεν διακρίνω ότι η έγκριση της αίτησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του με τρόπο που δεν μπορεί να επανορθωθεί με χρήμα. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος για παραχώρηση άδειας τροποποίησης. Καταλήγω ότι εξυπηρετούνται περισσότερο τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης με την έγκριση παρά με την απόρριψη του αιτήματος αλλά και ότι η τροποποίηση θα συντείνει στην εκδίκαση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των μερών. Η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Α
(1), Α
(2), Α
(3)και Α
(4)της αίτησης. Η τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί και αντίγραφο να παραδοθεί στην άλλη πλευρά, εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Στην συνέχεια να ισχύσουν οι σχετικές διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους[6]. Στην παρούσα υπόθεση, βρίσκω ότι ο Ενάγοντας δεν ευθύνεται για τη δημιουργία των εξόδων που χάνονται ως αποτέλεσμα της τροποποίησης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί στο σύνολο τους ο Εναγόμενος. Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας αίτησης, παρά το ότι αυτή έχει επιτύχει, θεωρώ ότι δεν πρέπει να επιδικαστούν εναντίον του Ενάγοντα αφού η καταχώρηση της αίτησης δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του δικονομικής συμπεριφοράς. Για τον λόγο αυτό θα αποκλίνω από τον βασικό κανόνα και θα επιδικάσω τα έξοδα της Αίτησης εναντίον του Εναγόμενου . Συνοψίζοντας, αποφασίζω όπως όλα τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση και τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα βαρύνουν τον Εναγόμενο. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Ο υπολογισμός των εξόδων να γίνει στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά, Easton v Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257, Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 [2] Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 [3] Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 [4] Σχετικές οι Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 [5] Σχετική είναι η παράγραφος
(3)του αποσπάσματος από την υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης ν Greenmar Navigation Ltd κα (ανωτέρω). [6] Phylactou ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο