Romstron Holdings Limited ν. United Overseas Bank Limited κ.α., Αρ.Αγωγής: 6077/2015, 27/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A233 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 6077/2015 Μεταξύ: Romstron Holdings Limited Ενάγουσας και 1. United Overseas Bank Limited από τη Σιγκαπούρη 2. ΕΚΑ Maju Mining Pte Limited από τη Σιγκαπούρη Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 22.12.2016 27.09.2017 Για την Αιτήτρια-Εναγόμενη 1: κα Ε. Κονναρή Για την Καθ' ης η αίτηση-Ενάγουσα: κ. Α. Γαβριηλίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα με την παρούσα αγωγή, ζητά αποζημιώσεις και άλλες θεραπείες, συμπεριλαμβανομένων διαταγμάτων αποκάλυψης πληροφοριών εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, σε σχέση με κατ' ισχυρισμό απώλεια ποσού €500,000, το οποίο μεταφέρθηκε από τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η Ενάγουσα στην RCB Bank στην Κύπρο σε λογαριασμό που διατηρούσε η Εναγομένη αρ. 2 στην Εναγομένη αρ. 1 Τράπεζα στη Σιγκαπούρη, κατόπιν πλαστών και/ή μη πραγματικών και/ή μη γνήσιων οδηγιών που δόθηκαν προς τους εκπροσώπους της Ενάγουσας, μεταφορά την οποία πληροφορήθηκε στις 11.11.2014. Στις 10.08.2015, η Ενάγουσα καταχώρησε τη Γενική Αίτηση αρ. 287/2015 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την οποία ζητούσε άδεια για σφράγιση και καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής στην οποία στις 7.10.2015 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα σφράγισης. Στις 10.12.15 η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα Αγωγή και ενδιάμεση αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στην οποία εξασφάλισε διάταγμα στις 26.01.2016. Η Αγωγή επεδόθη στην Εναγόμενη 1 στις 10.10.16 και στις 8.11.2016 η Εναγόμενη 1 καταχώρησε ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητούσε την άδεια για να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, παράταση του χρόνου καταχώρησης του Σημειώματος Εμφάνισης καθώς και παράταση του χρόνου για την καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης στην οποία και εξεδόθηκε διάταγμα στις 8.11.2016 και στις 10.11.2016 η Εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Στις 22.12.2016 η Εναγόμενη 1 καταχώρησε την υπό εκδίκαση αίτηση με την οποία ζητά τα εξής διατάγματα: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 07.10.2015 το οποίο εκδόθηκε μονομερώς στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. 287/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δια του οποίου επιτράπηκε η σφράγιση του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος της ως άνω αγωγής λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή λόγω απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απορρίπτεται και/ή να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η σφράγιση και/ή η καταχώρηση του καταχωρηθέντος την 10.12.2015 Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος καθώς και το ίδιο το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της πιο πάνω αγωγής αρ. 6077/2015. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 26.1.2016, το οποίο εκδόθηκε με βάση τη μονομερή αίτηση της Ενάγουσας ημερ. 10.12.2015 στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής αρ. 6077/2015, δια του οποίου, μεταξύ άλλων, δόθηκε άδεια στην Ενάγουσα για την επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στην Εναγομένη αρ.1 εκτός δικαιοδοσίας λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας και/ή λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος της ως άνω αγωγής αρ. 6077/2015. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η επίδοση στην Εναγομένη αρ.1: (
- i)της πιο πάνω Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στην Ελληνική Γλώσσα (
- ii)της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στην Αγγλική Γλώσσα (iii) του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 26.1.2016 στην Ελληνική γλώσσα (ϊν) του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 26.1.2016 στην Αγγλική γλώσσα (ν) της πιο πάνω μονομερούς αιτήσεως ημερομηνίας 10.12.2015 με την επισυναπτόμενη σε αυτή Ένορκη Δήλωση ημερ. 10.12.2015 στην Ελληνική γλώσσα (νi) της μονομερούς αιτήσεως ημερομηνίας 10.12.2015 με την επισυναπτόμενη σε αυτή Ένορκη Δήλωση ημερ. 10.12.2015 στην Αγγλική γλώσσα. ΣΤ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το Κλητήριο Ένταλμα της πιο πάνω αγωγής αρ. 6077/2015 και/ή η Ειδοποίηση αυτού καθώς και οτιδήποτε τα έχει ακολουθήσει ή στηριχθεί σε αυτά λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ζ. Διαζευκτικά και χωρίς βλάβη σε οτιδήποτε αναφέρεται πιο πάνω, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απορρίπτεται η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας. Η. Διαζευκτικά και χωρίς βλάβη σε οτιδήποτε αναφέρεται ανωτέρω, Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ανακόπτεται και/ή αναστέλλεται η διαδικασία στην πιο πάνω Αγωγή αρ. 6077/2015 γιατί το Κυπριακό Δικαστήριο δεν είναι το αρμόδιο και/ή το κατάλληλο να εκδικάσει την αγωγή έναντι της Σιγκαπούρης η οποία είναι το αρμοδιότερο και/ή καταλληλότερο και/ή το φυσικό βήμα (forum) για εκδίκαση της υπόθεσης και με την οποία, σε αντίθεση με την Κύπρο, όλες οι περιστάσεις της έχουν την στενότερη σχέση». Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρο 3, στα άρθρα 2, 29 και 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11.07.2007 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές(«ΡώμηII»), άρθρα 1, 2, 3, 4 και 10, στον Κανονισμό (EE) αριθ. 1215/2012τουΕυρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12.12.2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία,την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, άρθρο 6, στους Θεσμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.1 Θ.2, Δ.2 Θ.1, 2 και 3, Δ.50.1, 2, 9 και 10, Δ.5Α, Δ.6 Ο. 1, 2, 4, 5, 6, 7 και 9, Δ.16 00. 1 έως 9, Δ.27 0.3, Δ.39 00.1, 2, 3, 4, και 15, Δ.48 00. 1, 2, 3, 8
(1)(α.1), (e), (f) και
(4), 9, 11, 12, Δ.51 0.1 και Δ.64, στη Νομολογία, στην πρακτική και στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Tα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση στηρίζονται στην ένορκη δήλωση της δικηγόρου Έλλιας Μυρμιδόνη, στην οποία γίνεται αναφορά στους λόγους γιατί η ίδια προβαίνει στην ένορκο δήλωση και στο ιστορικό της υπόθεσης και περαιτέρω αναλύει τους λόγους για τους οποίους στηρίζει τη αίτηση και τους λόγους για τους οποίους το Διάταγμα ημερομηνίας 07.10.2015 θα πρέπει να παραμερισθεί. Συγκεκριμένα αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής (παρατίθενται αυτούσια): «Η διαδικασία ξεκίνησε εκ μέρους της Ενάγουσας με την καταχώρηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας της Γενικής Αίτησης υπ' αριθμό 287/2015 στις 10/8/2015 και τη συνοδεύουσα αυτή ένορκη δήλωση. Με την εν λόγω Αίτηση η Ενάγουσα εξαιτείτο Διάταγμα με το οποίο να επιτρέπετο η σφράγιση και η καταχώρηση γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (βλ. Τεκμήριο 1) Το Δικαστήριο εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα στις 7/10/15 (Τεκμήριο 2). Το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 10.12.15 και την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας Μονομερής Αίτηση για την έκδοση διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγομένους αρ. 1 και 2, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε στις 26/1/16. (στο εξής η ένορκη δήλωση Χατζηγεωργίου θα καλείται ως «Ε/Δ Χατζηγεωργίου 10/12/15» και μαζί με την «Ε/Δ Χατζηγεωργίου 10/8/15» θα καλούνται ως «οι ένορκες δηλώσεις Χατζηγεωργίου»). Έχω πληροφορηθεί από την Εναγομένη αρ.1 ότι Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο έχει επιδοθεί σε αυτήν μαζί με άλλα συναφή έγγραφα στην Ελληνική και στην Αγγλική γλώσσα. Συγκεκριμένα, στις 10.10.2016 παραδόθηκε σχετικός φάκελος από την υπηρεσία ταχυμεταφορέων DHL στην υπηρεσία παραλαβής εγγράφων της Εναγομένης αρ. 1 στη Σιγκαπούρη, ο οποίος περιλάμβανε τα ακόλουθα: (ί) Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος στην Ελληνική Γλώσσα (
- ii)Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος στην Αγγλική Γλώσσα (iii) Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 26/1/2016 στην Ελληνική γλώσσα (ϊν) Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 26/1/2016 στην Αγγλική γλώσσα (ν) Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 10/12/2015 με την επισυναπτόμενη σε αυτή Ένορκη Δήλωση ημερ. 10/12/2015 στην Ελληνική γλώσσα (νϊ) Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 10/12/2015 με την επισυναπτόμενη σε αυτή Ένορκη Δήλωση ημερ. 10/12/2015 στην Αγγλική γλώσσα (ν) επιστολή στην αγγλική γλώσσα από το Δικηγορικό Γραφείο Σκορδής & Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ημερομηνίας 5/10/2016. Η Εναγομένη αρ. 1 είναι Τράπεζα, εγγεγραμμένη στην Σιγκαπούρη με σχετική άδεια διεξαγωγής τραπεζικών και άλλων συναφών εργασιών από την αρμόδια αρχή της Σιγκαπούρης. Είναι δε από τους μεγαλύτερους Τραπεζικούς Οργανισμούς στην Ασία. Η έδρα και διοίκηση της Εναγομένης αρ. 1 είναι στη Σιγκαπούρη (Τεκμήρια 3 και 4 είναι σχετικά). Αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής της Εναγομένης αρ. 1 μαζί με αντίγραφο πιστοποιητικού αλλαγής ονόματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 και αντίγραφο της σχετικής άδειας άσκησης Τραπεζικών Εργασιών εκδιδόμενο από την αρμόδια Νομισματική Αρχή της Σιγκαπούρης (The Monetary Authority of Singapore) επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4. Εξ' όσων πληροφορούμαι από τον κ. Ben, η Εναγομένη αρ. 1 δεν διατηρεί οποιονδήποτε παράρτημα ή Γραφείο στην Κύπρο. Λόγω του ότι η Εναγομένη αρ. 1 είναι ένας πολύ μεγάλος οργανισμός στην Σιγκαπούρη, χρειάστηκε αρκετός χρόνος μέχρι τα έγγραφα που παραδόθηκαν να ταξινομηθούν και να παραδοθούν στο αρμόδιο τμήμα της Εναγομένης αρ. 1 για περαιτέρω χειρισμό. Μετά την παράδοση των εγγράφων στο αρμόδιο τμήμα ως ανωτέρω αναφέρεται, η Εναγομένη αρ. 1 μέσω των υπαλλήλων αυτής ξεκίνησαν τη διαδικασία εξεύρεσης δικηγορικού Γραφείου στην Κύπρο για την εκπροσώπηση τους και υπεράσπιση τους. Όταν αποπερατώθηκε η διαδικασία διορισμού των δικηγόρων της Εναγομένης αρ. 1 στην Κύπρο, τόσο η Εναγομένη αρ. 1 μέσω των υπαλλήλων της όσο και οι δικηγόροι της στην Κύπρο ξεκίνησαν τη μελέτη των εγγράφων που είχαν επιδοθεί ώστε να καθοριστεί ο περαιτέρω χειρισμός της υπόθεσης. Στα πλαίσια της μελέτης αυτής διαπιστώθηκε ότι, εκ πρώτης όψεως, η Κύπρος δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και ότι η Εναγομένη αρ. 1 θα έπρεπε να λάβει διάφορα διαβήματα για προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων της. Ενόψει του ότι όμως ο χρόνος ο οποίος παρείχετο στην Εναγομένη αρ. 1 να καταχωρήσει εμφάνιση σύμφωνα με το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/1/2016 ήταν 30 ημέρες, δεν κατέστη δυνατή η ετοιμασία σχετικού σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία αλλά ούτε και η αίτηση για παραμερισμό εντός της εν λόγω προθεσμίας με αποτέλεσμα να χρειαστεί εκ μέρους της Εναγομένης αρ. 1 η καταχώρηση Αίτησης στις 8/11/16 για παραχώρηση άδειας καταχώρησης εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και για παράταση χρόνου καταχώρησης Αίτησης παραμερισμού εντός 45 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Η Αίτηση ορίστηκε για ακρόαση την ίδια πιο πάνω ημερομηνία και το Δικαστήριο ενέκρινε τα αιτητικά ως αυτά περιλαμβάνονταν στην Αίτηση. Μετά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος η Εναγομένη αρ. 1 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία στις 10/11/16 και αντίγραφο παραδόθηκε στους δικηγόρους της Ενάγουσας. Συνοπτικά η υπόθεση της Ενάγουσας αφορά αγωγή για αποζημιώσεις και σωρεία άλλων θεραπειών συμπεριλαμβανομένων διαταγμάτων αποκάλυψης πληροφοριών τόσο εναντίον της Εναγομένης αρ. 1 όσο και εναντίον της Εναγομένης αρ. 2 για κατ' ισχυρισμό απάτη που διενεργήθηκε μέσω πλαστών ή μη πραγματικών οδηγιών συνεπεία παράνομης επέμβασης στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο εξουσιοδοτημένου υπό την Ενάγουσα προσώπου, που είχε ως αποτέλεσμα τη μεταφορά χρημάτων από το λογαριασμό της Ενάγουσας που διατηρούσε με την RCB Bank στην Κύπρο σε λογαριασμό που διατηρούσε η Εναγομένη αρ. 2 στην Εναγομένη αρ. 1 Τράπεζα στη Σιγκαπούρη. Η θέση της Εναγομένης αρ. 1 είναι ότι δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της και η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι καταχρηστική καθ' όσον την αφορά, εφόσον στις ένορκες δηλώσεις της κας Χατζηγεωργίου που έχουν μέχρι σήμερα καταχωρηθεί εκ μέρους της Ενάγουσας για σκοπούς της ανωτέρω αγωγής, δεν αναφέρεται οποιοδήποτε συγκεκριμένο γεγονός ή συμπεριφορά της Εναγομένης αρ. 1 το οποίο έστω και κατά το ελάχιστον να δεικνύει την οποιανδήποτε ανάμειξη της στην κατ' ισχυρισμό απάτη. Περαιτέρω, είναι η θέση της Εναγομένης αρ.1 ότι το Κυπριακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή κυρίως καθότι, μεταξύ άλλων, αμφότεροι οι Εναγόμενοι έχουν την έδρα τους στην Σιγκαπούρη, το διέπον δίκαιο είναι αυτό της Σιγκαπούρης και τα χρήματα που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αποστερήθηκε παράνομα κατέληξαν στη Σιγκαπούρη. Επιπρόσθετα, η Εναγομένη αρ. 1 είναι υπό την εποπτεία των Αρμοδίων Αρχών της Σιγκαπούρης και η λειτουργία της γίνεται συμφώνως των Νόμων της Σιγκαπούρης, (είδε κατωτέρω Τεκμήριο 8, παρ. 18 έως 20 του εν λόγω Τεκμηρίου) Είναι επίσης η θέση της Εναγομένης αρ. 1 ότι η παρούσα δεν ήταν κατάλληλη περίπτωση για παραχώρηση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα ως την παρούσα εκτίθενται. Επιπρόσθετα, είναι η θέση της Εναγομένης αρ. 1 ότι υπήρξε εκ μέρους της Ενάγουσας κατά το στάδιο που αποτάθηκε για άδεια σφράγισης του Κλητηρίου Εντάλματος καθώς επίσης και κατά το στάδιο που αυτή αποτάθηκε για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων τα οποία ήταν εις γνώση της Ενάγουσας ή μπορούσαν να περιέλθουν στην γνώση της εάν αυτή ασκούσε εύλογη επιμέλεια συλλογής όλων των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων, γεγονότα τα οποία αν αποκαλύπτονταν ενδεχομένως να οδηγούσαν το Δικαστήριο σε διαφορετικές από τις εκδοθείσες διαταγές. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται, στις παραγράφους 6 και 7 της Ε/Δ Χατζηγεωργίου 10/12/15, ότι περί τον Μάιο 2014 συνεπεία απάτης δόθησαν γραπτές οδηγίες από εξουσιοδοτημένο υπό της Ενάγουσας πρόσωπο προς την RCB Bank, με την οποία η Ενάγουσα διατηρούσε λογαριασμό, για την μεταφορά ποσού €500.000.- σε λογαριασμό που διατηρούσε η Εναγομένη αρ. 2 στην Εναγομένη αρ. 1 στη Σιγκαπούρη. Η εν λόγω μεταφορά διεκπεραιώθηκε και το εν λόγω ποσό πιστώθηκε στον λογαριασμό της Εναγομένης αρ. 2 στη Σιγκαπούρη. Η Ενάγουσα περαιτέρω ισχυρίζεται, στην παράγραφο 5 της Ε/Δ Χατζηγεωργίου 10.12.15, ότι η εν λόγω απάτη διεφάνη πολύ αργότερα και συγκεκριμένα περί τα μέσα Νοεμβρίου 2014. Κατά την εν λόγω περίοδο η Ενάγουσα προέβη σε σχετική καταγγελία, ως ισχυρίζεται, στη Μ.Ο.Κ.Α.Σ και στο Γραφείο Διερεύνησης Οικονομικού Εγκλήματος (παράγραφος 9 της Ε/Δ Χατζηγεωργίου 10.12.15) και απέστειλε επίσης σχετική επιστολή προς την RCB Bank (παράγραφος 10 της Ε/Δ Χατζηγεωργίου 10.12.15) . Στην παράγραφο 11 των ενόρκων δηλώσεων Χατζηγεωργίου αναφέρεται ότι η Εναγομένη αρ. 1 παρέλειψε να ανταποκριθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ανταποκρίτριας Τράπεζας. Η Εναγομένη αρ. 1 ρητά απορρίπτει τους εν λόγω ισχυρισμούς καθώς και γενικότερα το περιεχόμενο των Ενόρκων Δηλώσεων Χατζηγεωργίου που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της διαδικασίας καθόσον αφορά την Εναγομένη αρ. 1. Εξ' όσων πληροφορούμαι από τον κ. Jeffrey Ben, η Εναγομένη 1 ειδοποιήθηκε για την κατ' ισχυρισμό απάτη στις 25 Νοεμβρίου 2014 από την ανταποκρίτρια της Τράπεζα ING Belgium μέσω σχετικών ενδοτραπεζικών διαδικασιών επικοινωνίας. Η Εναγομένη αρ. 1 ενήργησε τάχιστα και κατά την ίδια πιο πάνω ημερομηνία, ήτοι στις 25/11/2014, απέστειλε σχετική επιστολή στην Εναγομένη αρ. 2 δια της οποίας ενημέρωσε την Εναγομένη αρ. 2 για το μήνυμα που λήφθηκε από την ING Belgium και ζήτησε από την Εναγομένη αρ. 2 επιστροφή του ποσού των €500.000. Η Εναγομένη αρ. 2 δεν απάντησε στην Εναγομένη 1 μέχρι σήμερα. Την επόμενη μέρα, ήτοι στις 26 Νοεμβρίου 2016, η Εναγομένη αρ. 1 απάντησε στο μήνυμα της ING Belgium και την πληροφόρησε ότι θα απέστελλε σχετική επιστολή στην Εναγομένη αρ. 2 με αίτημα για παροχή εξουσιοδότησης χρέωσης (debit authorization) για ανάκληση της μεταφοράς καθότι η συναλλαγή έγινε πιθανότητα συνεπεία απάτης. Επιπρόσθετα, η Εναγομένη αρ. 1 ζήτησε από την ING Belgium να ενημερώσει το πρόσωπο που είχε δώσει αρχικά τις οδηγίες για τη μεταφορά, ήτοι τους Ενάγοντες, να προβούν σε σχετική καταγγελία στη χώρα τους και να αποστείλουν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο αντίγραφο της καταγγελίας στις Αστυνομικές Αρχές της Σιγκαπούρης και στην Εναγομένη αρ. 1. Εξ' όσων με πληροφορεί η Εναγομένη αρ. 1 μέσω του κ. Beh, η Εναγομένη αρ. 1 δεν έχει μέχρι σήμερα λάβει οποιονδήποτε αντίγραφο καταγγελίας ως ανωτέρω αναφέρεται αλλά ούτε και έχει λάβει οποιονδήποτε αίτημα από τις Αστυνομικές Αρχές της Σιγκαπούρης για την παροχή οποιωνδήποτε πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την μεταφορά του ποσού των €500.000. Στις 12 Δεκεμβρίου 2014 η Εναγομένη αρ. 1 απέστειλε δεύτερη επιστολή στην Εναγομένη αρ. 2 αναφορικά με το αίτημα για την επιστροφή του ποσού των €500.000 που είχε λάβει από την ING Belgium. Μέχρι σήμερα η Εναγομένη αρ. 1 δεν έχει λάβει οποιανδήποτε απάντηση στην εν λόγω επιστολή. Τόσο οι επιστολές που στάληκαν προς την Εναγομένη αρ. 2 όσο και τα μηνύματα που ανταλλάγησαν μεταξύ της Εναγομένης αρ. 1 και της ING Belgium δεν επισυνάπτονται στην παρούσα καθότι περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες προστατευόμενες από τη σχετική νομοθεσία της Σιγκαπούρης αναφορικά με το Τραπεζικό απόρρητο και τις οποίες, ως εκ τούτου, η Εναγομένη αρ. 1 δεν δύναται να αποκαλύψει χωρίς σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου της Σιγκαπούρης, ως πληροφορούμαι από τον κ. Ng Yeow Khoon. Ως εκ τούτου, η αναφορά στην παράγραφο 11 των ενόρκων δηλώσεων Χατζηγεωργίου ότι η Εναγομένη αρ. 1 δεν ανταποκρίθηκε στα αιτήματα για συνδρομή ή παροχή πληροφοριών δεν αληθεύει και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Διαστρεβλώνει δε την πραγματικότητα εφόσον είναι η Ενάγουσα που δεν έλαβε τα διαβήματα που ζητήθηκαν από την Εναγομένη αρ. 1, με αποτέλεσμα το θέμα να μην μπορεί να τύχει περαιτέρω διερεύνησης από τις αρμόδιες αρχές της Σιγκαπούρης, οι οποίοι θα ήταν και οι πλέον κατάλληλοι και αρμόδιοι να διεξάγουν τις έρευνες αυτές ενόψει του ότι ο κατ' ισχυρισμό κύριος υπαίτιος της απάτης εδρεύει στη Σιγκαπούρη και πιθανότατα άτομα συνδεδεμένα με αυτή να βρίσκονται εκεί. Επιθυμώ επίσης να αναφέρω σχετικά με την παράγραφο 11 της Ε/Δ Χατζηγεωργίου ότι η επιστολή του δικηγορικού Γραφείου απευθυνόταν προς την RCB Bank. Εξ' όσων πληροφορούμαι από τον κ. Ben, η Εναγομένη αρ. 1 δεν έχει οποιανδήποτε εν ισχύ Τραπεζική σχέση με την RCB Bank. Το ποσό των €500.000 λήφθηκε από την Εναγομένη αρ. 1 από την ING Belgium και το αίτημα για επιστροφή του εν λόγω ποσού οτάληκε από την ING Belgium προς την Εναγομένη αρ. 1 στις 25 Νοεμβρίου 2014, στο οποίο η Εναγομένη αρ. 1 απάντησε απευθείας στην ING Belgium στις 26 Νοεμβρίου 2014. Επιπρόσθετα όμως, η απόκρυψη ενυπάρχει και στο ότι το ίδιο το Τεκμήριο 5 των ενόρκων δηλώσεων Χατζηγεωργίου (ήτοι η επιστολή της RCB Bank 19/12/14) δεν αναφέρει σε οποιονδήποτε σημείο ότι απέστειλε στην Εναγομένη αρ. 1 οποιονδήποτε μήνυμα, σε αντίθεση με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 11 των ενόρκων δηλώσεων Χατζηγεωργίου. Αντίθετα, φαίνεται ότι το μήνυμα και η επιβεβαίωση αποστολής οτάληκε και λήφθηκε αντίστοιχα προς και από την VTB Bank Deutschland AG, ανταποκρίτρια Τράπεζα της RCB Bank. Το ελάχιστο που η Ενάγουσα όφειλε να κάνει προτού προβεί σε αναφορές κατά της Εναγομένης αρ. 1 θα ήταν να διερευνήσει μέσω της RCB Bank και της ανταποκρίτριας της τράπεζας ειδικότερα κατά πόσο υπήρχε οποιαδήποτε απάντηση ή ενέργεια από την Εναγομένη αρ. 1. Τότε σίγουρα η εικόνα θα ήταν διαφορετική από αυτή που παρουσιάζεται στις δύο ένορκες δηλώσεις Χατζηγεωργίου. Περαιτέρω, δίδεται μεγάλη έμφαση και σημασία στις ένορκες δηλώσεις Χατζηγεωργίου σε κατ' ισχυρισμό παράλειψη της Εναγομένης αρ. 1 να ανταποκριθεί στα αιτήματα της VTB Bank (Deutschland) AG και της RCB Bank, παραλείποντας να πληροφορήσει το Δικαστήριο ότι η Εναγομένη αρ. 1 δεν έχει οποιανδήποτε τραπεζική σχέση με τις δύο αυτές τράπεζες και, σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς επικοινωνίας μεταξύ τραπεζών, δεν γίνεται ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ τους εφόσον καμία από τις εν λόγω Τράπεζες δεν είναι ανταποκρίτρια Τράπεζα της Εναγομένης αρ. 1. Τα γεγονότα αυτά η Ενάγουσα όφειλε να διερευνήσει και να πληροφορήσει κατάλληλα και ορθά το Δικαστήριο προτού προχωρήσει στην καταχώρηση των σχετικών Αιτήσεων και διαδικασιών. Εξ' όσων πληροφορούμαι από τον κ. Ben, η Εναγομένη αρ. 1 έχει συμμορφωθεί με όλες τις υποχρεώσεις της ως αυτές πηγάζουν από το Δίκαιο της Σιγκαπούρης αλλά επίσης και με τις υποχρεώσεις της ως αυτές πηγάζουν από σχετικούς κώδικες πρακτικής και συμπεριφοράς μεταξύ Τραπεζών και ανταποκριτριών Τραπεζών ανά τον κόσμο. Η Εναγομένη αρ. 1 έλαβε στις 15 Μαίου 2014 έγκυρες γραπτές οδηγίες μεταφοράς χρημάτων (ΜΤ103) από την ανταποκρίτρια Τράπεζα ING Belgium, σύμφωνα με τις οποίες καλείτο να εμβάσει το ποσό των €500,000 στο συγκεκριμένο λογαριασμό της Εναγομένης αρ. 2 δυνάμει της συμφωνίας δανείου που αναφέρετο στις οδηγίες. Αντίγραφο των εν λόγω οδηγιών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6. Εξ' όσων με πληροφορεί ο κ. Beh, οι εν λόγω οδηγίες δεν περιελάμβαναν οτιδήποτε το οποίο να μπορούσε να θεωρηθεί ως αντικανονικό ή παράνομο ή παράτυπο, με αποτέλεσμα η Εναγομένη αρ. 1 να εκτελέσει τις εν λόγω οδηγίες σύμφωνα με τη σχετική ακολουθητέα πρακτική σε τέτοιες περιπτώσεις. Ούτε και είχε οποιανδήποτε υποχρέωση η Εναγομένη αρ. 1 να διερευνήσει την εγκυρότητα της αναφερομένης στις οδηγίες συμφωνίας Σε περιπτώσεις λήψης οδηγιών μεταφοράς χρημάτων ως η υπό συζήτηση δεν είναι απαραίτητη, σύμφωνα με τους σχετικούς Νόμους και Κανονισμούς των τραπεζών της Σιγκαπούρης και σύμφωνα με την ακολουθητέα πρακτική, η οποιαδήποτε επιβεβαίωση των στοιχείων και πληροφοριών που εκεί αναφέρονται. Εάν χρειάζεται οποιαδήποτε επιβεβαίωση ή έλεγχος, αυτός δεν γίνεται από την λήπτρια Τράπεζα, η οποία εκτελεί τις οδηγίες ως περιέχονται στο σχετικό έντυπο μεταφοράς σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και συμφωνίες μεταξύ Τραπεζών. Ο έλεγχος στην προκειμένη περίπτωση έπρεπε να γίνει από το εξουσιοδοτημένο από την Ενάγουσα πρόσωπο που υπέγραψε τις οδηγίες μεταφοράς καθώς επίσης και από την Τράπεζα αποστολέα (RCB Bank). Καμία τέτοια ενέργεια δεν αναμένετο από την λήπτρια Τράπεζα Εξ' όσων πληροφορούμαι από τον κ. Ben και τον κ. Khoon, στη Σιγκαπούρη οι υποχρεώσεις της Τράπεζας σε περιπτώσεις μεταφοράς χρημάτων γίνονται μέσω της Νομισματικής Αρχής Συστήματος Ηλεκτρονικών Πληρωμών της Σιγκαπούρης (Monetary Authority of Singapore's Electronic Payment System (MEPS)) που παρέχουν τα ίδια εχέγγυα ασφάλειας ως οι μεταφορές μέσω συστήματος SWIFT. Στην προκειμένη περίπτωση η Εναγομένη αρ. 1 τήρησε όλες τις υποχρεώσεις της σύμφωνα με τα απαιτούμενα μεταφορών SWIFT και τις σχετικές αντίστοιχες υποχρεώσεις δυνάμει των θεσπισμένων στη Σιγκαπούρη κανονισμών. Δεν υπήρχε οτιδήποτε στις οδηγίες που έλαβε η Εναγομένη αρ. 1 το οποίο να μπορούσε υπό οποιεσδήποτε συνθήκες να θεωρηθεί ως ύποπτο ώστε να χρειαστεί η λήψη οποιωνδήποτε διαβημάτων ή ενεργειών εκ μέρους της κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα το υπό καταγγελία έμβασμα. Οι ένορκες δηλώσεις Χατζηγεωργίου δεν περιλαμβάνουν οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να συνδέει καθ' οιονδήποτε τρόπο την Εναγομένη αρ. 1 με την κατ' ισχυρισμό απάτη. Η μόνη σχέση της Εναγομένης αρ. 1 με τα γεγονότα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής είναι ότι η Εναγομένη αρ. 2 και κατ' ισχυρισμό υπαίτια στην απάτη, διατηρούσε λογαριασμό με την Εναγομένη αρ. 1, στοιχείο όμως, που αντίθετα με τα όσα αναφέρονται από την Ενάγουσα, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση αγωγής αλλά ούτε και να αποτελέσει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης αρ. 1. Κανένα αγώγιμο δικαίωμα δεν αποκαλύπτεται εναντίον της Εναγομένης αρ. 1 στις ένορκες δηλώσεις Χατζηγεωργίου που καταχωρήθηκαν τόσο στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής όσο και στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 287/2015. Η δε αναφορά στις Ε/Δ Χατζηγεωργίου αναφορικά με το εφαρμοστέο δίκαιο ως το Κυπριακό και πάλι δεν είναι ορθή καθότι η στενότερη σχέση με τα επίδικα θέματα είναι στην Σιγκαπούρη και το διέπον δίκαιο είναι το δίκαιο της Σιγκαπούρης ειδικότερα καθ' όσον αφορά τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της Εναγομένης αρ. 1 ως αδειούχας Τράπεζας στην εν λόγω χώρα. Ούτε και είναι ορθή η αναφορά στην παράγραφο 15(ιιι)(α) των ενόρκων δηλώσεων Χατζηγεωργίου ότι τα πλείστα σχετικά γεγονότα έλαβαν χώρα στην Κύπρο εφόσον σύμφωνα με τα όσα η κα Χατζηγεωργίου αναφέρει εκείνο που έλαβε χώρα στην Κύπρο είναι η γραπτή εντολή από την Ενάγουσα προς την RCB Bank για μεταφορά των χρημάτων. Η επέμβαση στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του κ. Igor Timoshin δεν φαίνεται από τις ένορκες δηλώσεις Χατζηγεωργίου να έχει λάβει χώρα στην Κύπρο, όπως ούτε και η αποστολή των κατ' ισχυρισμό απατηλών μηνυμάτων προς το Δικηγορικό Γραφείο Σκορδής & Παπαπέτρου. Τα δε χρήματα κατέληξαν στην Σιγκαπούρη και είναι από εκεί που η Ενάγουσα θα πρέπει να αναζητήσει πληροφορίες και ευθύνες εάν επιθυμεί πραγματικά να διερευνήσει το θέμα εις βάθος. Επιπρόσθετα η αναφορά στο συγκεκριμένο απόσπασμα από το σύγγραμμα Goff and Jones, the Law of Restitution, 6η έκδοση, 2002 (σελ 844-848) δεν υποστηρίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο το συμπέρασμα της παραγράφου 15(ιι) των ενόρκων δηλώσεων Χατζηγεωργίου καθόσον αφορά την Εναγομένη αρ. 1 καθότι η Εναγομένη αρ. 1 ουδέν ποσό δεν έχει λάβει και δεν υπήρξε καθ' οιονδήποτε τρόπο αμελής ούτε και είχε ή μπορούσε να έχει την οποιανδήποτε γνώση για το κατ' ισχυρισμό αδίκημα ώστε να υπέχει την οποιανδήποτε υποχρέωση αποζημίωσης προς την Ενάγουσα. Αναφέρεται δε η κα Χατζηγεωργίου γενικά και αόριστα σε παράβαση θέσμιων καθηκόντων της Εναγομένης αρ. 1 χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στη σχετική νομοθεσία της Σιγκαπούρης που διέπει τις τραπεζικές εργασίες και με την οποία η Εναγομένη αρ. 1 ήταν υποχρεωμένη και συνεχίζει να είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται. Η κα Χατζηγεωργίου προβαίνει σε αυθαίρετα συμπεράσματα σε σχέση με την Εναγομένη αρ. 1 (για παράδειγμα η αναφορά της παραγράφου 13 των Ενόρκων Δηλώσεων Χατζηγεωργίου για κατ' ισχυρισμό υποχρεώσεις της Εναγομένης αρ. 1 με τις οποίες παρέλειψε να συμμορφωθεί) εφόσον δεν υπάρχει το οποιοδήποτε υπόβαθρο ή ίχνος στοιχείου που να δεικνύει ότι η Εναγομένη αρ. 1 προέβη σε οποιανδήποτε αμελή ή παράτυπη ή παράνομη πράξη είτε πριν να λάβει γνώση για την κατ' ισχυρισμό απάτη είτε μετά. Εξ' άλλου το μόνο που έπραξε η Εναγομένη αρ. 1 ήταν να εκτελέσει στα πλαίσια των καθηκόντων της την τραπεζική γραπτή εντολή μεταφοράς που έλαβε από την ανταποκρίτρια Τράπεζα της, η οποία απλά περιείχε τις οδηγίες που οι εκπρόσωποι της Ενάγουσας έδωσαν στην RCB Bank και οι οποίοι καλύτερα από όλους όφειλαν να γνωρίζουν τις εμπορικές σχέσεις και συναλλαγές της Ενάγουσας με τρίτα πρόσωπα και να επιβεβαιώνουν τη γνησιότητα των οποιωνδήποτε εντολών πληρωμής. Εν πάση περιπτώσει, εξ' όσων συμβουλεύομαι από τον κ. Ng Yeow Khoon, δικαιοδοσία για να εκδικάσει οποιοδήποτε θέμα αφορά την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή έχει η Σιγκαπούρη και ειδικότερα καθ' όσον αφορά την Εναγομένη αρ. 1, η οποία, ως ανωτέρω αναφέρεται, είναι αδειούχα Τράπεζα με άδεια άσκησης Τραπεζικών Εργασιών από τις αρμόδιες αρχές της Σιγκαπούρης. Για τα θέματα που αφορούν το δίκαιο της Σιγκαπούρης, τη δικαιοδοσίατων Δικαστηρίων της Σιγκαπούρης, τις υποχρεώσεις της Εναγομένης αρ.1 ως αδειούχας Τράπεζας σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους και κανονισμούς της Σιγκαπούρης καθώς και άλλα παρεμφερή και σχετικά θέματα έχει ετοιμαστεί σχετική γνωμάτευση από το δικηγορικό οίκο Withers Khattarwong LLP στην Σιγκαπούρη και συγκεκριμένα από τον κ. Ng Yeow Khoon, ημερομηνίας 20 Δεκεμβρίου 2016, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 8, και το περιεχόμενο της οποίας υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας ένορκης μου δήλωσης, (στο εξής «η Γνωμάτευση»). Ως προκύπτει από τη Γνωμάτευση τα Δικαστήρια στη Σιγκαπούρη έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή εφόσον οι Εναγόμενοι βρίσκονται εντός της επικράτειας των Δικαστηρίων της Σιγκαπούρης, η άσκηση εργασιών της Εναγομένης 1 εποπτεύεται από τις αρμόδιες Αρχές της Σιγκαπούρης, η υποχρέωση της Εναγομένης αρ. 1 να παρέχει τις οποιεσδήποτε πληροφορίες είναι περιορισμένη συμφώνως του σχετικού δικαίου της Σιγκαπούρης και εν πάση περιπτώσει η οποιαδήποτε τέτοια υποχρέωση μπορεί να κριθεί αποκλειστικά από το δικαστήριο στη Σιγκαπούρη με βάση τον νόμο της Σιγκαπούρης (παράγραφοι 18-25 και 26-30 της Γνωμάτευσης). Η δε οποιαδήποτε εκτέλεση απόφασης θα πρέπει να λάβει χώρα στη Σιγκαπούρη λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη την απουσία οποιασδήποτε διμερούς ή πολυμερούς σύμβασης για την αμοιβαία εγγραφή και εκτέλεση αποφάσεων μεταξύ Κύπρου και Σιγκαπούρης καθώς επίσης και της απουσίας οποιασδήποτε περιουσίας ή σχέσης της Εναγομένης αρ. 1 στην Κύπρο. Εξ' όσων προκύπτει από την εν λόγω Γνωμάτευση (παράγραφοι 40-43) λόγω απουσίας οποιασδήποτε διμερούς η πολυμερούς συμβάσεως για την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση αποφάσεων μεταξύ Κύπρου και Σιγκαπούρης, η μόνη οδός για την Ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας οποιασδήποτε αγωγής στην Κύπρο θα ήταν με την καταχώρηση νέας αγωγής στη Σιγκαπούρη ώστε να εξασφαλιστεί εκ νέου απόφαση από το Δικαστήριο στη Σιγκαπούρη. Ως εκ τούτου, η οποιαδήποτε προώθηση της διαδικασίας στην Κύπρο δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό πέραν από την πρόκληση ταλαιπωρίας και εξόδων εφόσον σύμφωνα με την Γνωμάτευση η Ενάγουσα θα πρέπει ούτως η άλλως να επαναλάβει την οποιανδήποτε τέτοια διαδικασία στην Σιγκαπούρη. Περαιτέρω η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος παροχής πληροφοριών από την Εναγόμενη αρ.1 θα πρέπει να τύχει εξέτασης μόνο από Δικαστήριο στην Σιγκαπούρη (χωρίς να υπάρχει παράλληλη δικαιοδοσία για το θέμα αυτό από οποιονδήποτε άλλο δικαστήριο) λόγω συγκεκριμένων νομοθεσιών που οι αδειούχες Τράπεζες εκεί πρέπει και έχουν υποχρέωση να τηρούν, (παράγραφοι 18 έως 25 της Γνωμάτευσης) Ενόψει του ότι η Εναγομένη αρ. 1 δεν διατηρεί οποιονδήποτε παράρτημα ούτε και έχει οποιανδήποτε παρουσία στην Κύπρο, το διέπον δίκαιο καθόσον αφορά την Εναγομένη αρ. 1, ειδικότερα σε σχέση με την ιδιότητα της ως Τραπεζικό Ίδρυμα, είναι το δίκαιο της Σιγκαπούρης και κανένας άλλος νόμος δεν μπορεί να εφαρμοστεί αλλά ούτε και δικαιολογείται η εφαρμογή οποιουδήποτε άλλου δικαίου είτε συμφώνως του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου είτε διαφορετικά. Ως περαιτέρω προκύπτει από την Γνωμάτευση του κ. Khoon με αναφορά τόσο στη νομοθεσία της Σιγκαπούρης όσο και στη νομολογία, τα Δικαστήρια στη Σιγκαπούρη έχουν δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων αντιστοίχων των διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal (παράγραφοι 31 έως 39 της Γνωμάτευσης) και υπάρχει η δυνατότητα εκδίκασης των επιδίκων γενικά θεμάτων από το Δικαστήριο της Σιγκαπούρης, (παράγραφοι 26 έως 30 της Γνωμάτευσης) Η Ενάγουσα παρά τις μακροσκελείς δύο ένορκες δηλώσεις που έχει καταχωρήσει στο Δικαστήριο για τους σκοπούς προώθησης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, παρέλειψε να εξηγήσει στο Δικαστήριο ή να αναφέρει λεπτομέρειες αναφορικά με τον τρόπο που θα μπορούσε η οποιαδήποτε απόφαση του Κυπριακού Δικαστηρίου να εκτελεστεί στη Σιγκαπούρη αλλά ούτε και εξηγεί πώς η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή την εξυπηρετεί με οποιονδήποτε τρόπο. Ούτε και εξηγεί το λόγο που δεν αποτάθηκε πρώτα στη Σιγκαπούρη για σχετικό διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών εναντίον της Εναγομένης αρ. 1, ως η Τράπεζα όπου διατηρείτο ο κατ' ισχυρισμό λογαριασμός που χρησιμοποιήθηκε από την Εναγομένη αρ. 2 και τους συνεργούς αυτής, ως το μέσο της απάτης, ώστε να εξασφαλίσει πληροφορίες που θα την βοηθούσαν στην πραγματική προώθηση αγωγής ή διαδικασίας για διεκδίκηση των δικαιωμάτων της. Η προσθήκη της Εναγομένης αρ. 1 ως Εναγομένης στην αγωγή δεν είναι ορθή, εξ' όσων συμβουλεύομαι τόσο από τον κ. Ng Yeow Khoon καθόσον αφορά το δίκαιο της Σιγκαπούρης αλλά και από την κα Έλενα Κονναρή καθ' όσον αφορά το Κυπριακό δίκαιο, εφόσον ουδεμία γνώση ή ανάμειξη είχε στην κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία. Ούτε και είχε την οποιανδήποτε συμβατική ή οιονεί συμβατική σχέση με την Ενάγουσα, ως η κα Χατζηγεωργίου ισχυρίζεται, χωρίς όμως την οποιανδήποτε τεκμηρίωση περί τούτου, που να δικαιολογούσε την προσθήκη της ως Εναγομένης στην υπό τον ως άνω αριθμό κα τίτλο αγωγή. Είναι εμφανές από τις δύο ένορκες δηλώσεις ότι η Ενάγουσα πλην της καταγγελίας στην οποία προέβη περί τον Νοέμβριο 2014 στη Μ.Ο.Κ.Α. Σκαιστις Αστυνομικές Αρχές της Δημοκρατίας, δεν προέβη σε οποιονδήποτε άλλο διάβημα και ούτε φαίνεται να ενδιαφέρθηκε για τις έρευνες και τα τυχόν πορίσματα ή αποτελέσματα των οποιωνδήποτε ερευνών. Ούτε και προσπάθησε να επικοινωνήσει με την Εναγομένη αρ. 1 για οποιονδήποτε θέμα αφορούσε τα κατ' ισχυρισμό πληγέντα συμφέροντα της ώστε να εξαντλήσει όλες τις οδούς πριν την καταχώρηση της αγωγής και πριν ενδεχομένως να ήταν αργά. Επιπρόσθετα, ούτε και φαίνεται η Ενάγουσα να έλαβε οποιαδήποτε διαβήματα ώστε να προσπαθήσει να εντοπίσει τα πρόσωπα που ευθύνονται για την κατ' ισχυρισμό απάτη, εφόσον, για παράδειγμα, δεν προκύπτει να λήφθηκαν οποιαδήποτε διαβήματα για έλεγχο του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του κ. Timoshen από εμπειρογνώμονες οι οποίοι ενδεχομένως να ήταν σε θέση να αξιολογήσουν και καταλήξουν για τα πρόσωπα τα οποία επέμβηκαν, ως η Ενάγουσα ισχυρίζεται, στο εν λόγω ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Η Ενάγουσα φαίνεται ότι δεν έχει γνήσια πρόθεση προώθησης της αγωγής και αυτό προκύπτει από τη γενικότερη καθυστέρηση που παρατηρείται τόσο στην καταχώρηση της αγωγής όσο και αργότερα στη λήψη διαβημάτων για επίδοση της στο εξωτερικό, ως αναφέρω στην αμέσως επόμενη παράγραφο. Η Ενάγουσα πληροφορήθηκε για την επίδικη συναλλαγή με ηλεκτρονικό μήνυμα στις 11/11/2014, ως αναφέρεται στην Ε/Δ Χατζηγεωργίου 10/12/15. Ακολούθως, καταχώρησε τη Γενική Αίτηση αρ. 287/2015 στις 10/8/2015, δηλαδή 9 μήνες μετά που πληροφορήθηκε την επίδικη συναλλαγή. Στις 10/12/15 καταχώρησε την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και την ενδιάμεση αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η Ενάγουσα έλαβε διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας στις 26/1/2016 και δεν προέβη στα οποιαδήποτε διαβήματα για επίδοση της αγωγής παρά μόνο τον Οκτώβριο 2016, ήτοι 10 μήνες μετά, και λίγο πριν τη λήξη του Κλητηρίου Εντάλματος, χωρίς στο μεταξύ να έχει λάβει οποιαδήποτε άλλα διαβήματα. Συγκεκριμένα, ως αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3 της ενόρκου δηλώσεως του Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη ημερομηνίας 17/10/2016, η οποία ευρίσκεται κατατεθειμένη στο φάκελο του Δικαστηρίου της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, τα έγγραφα προς επίδοση στην Εναγομένη αρ.1 παραδόθηκαν στην υπηρεσία ταχυδιανομής (courier) DHL στις 5/10/2016 και επιδόθηκαν στην Εναγόμενη αρ. 1 στις 10/10/2016. Εξ' όσων συμβουλεύομαι από την κα Κονναρή, εκτός από την απουσία ικανοποιητικών στοιχείων για την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της Εναγομένης αρ. 1 ή για καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση, στις περιπτώσεις αγωγής για αποκάλυψη πληροφοριών εναντίον Τραπεζών που εδρεύουν στο εξωτερικό δεν δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Ειδικότερα υπό περιστάσεις που φαίνεται ότι ο μόνος πραγματικός λόγος προσθήκης της Εναγομένης αρ. 1 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι η έκδοση διατάγματος παροχής πληροφοριών. Πιστεύω ότι θα δημιουργηθεί μεγάλη αδικία εάν η Εναγομένη αρ. 1 αναγκασθεί να υπερασπιστεί την υπόθεση στην Κύπρο λόγω των μεγάλων εξόδων και ταλαιπωρίας που θα πρέπει να υποστεί ειδικότερα υπόσυνθήκεςπου φαίνεται ότι το μόνο που πραγματικά ενδεχομένως να εξυπηρετούσετην Ενάγουσα καθ' όσον αφορά την Εναγομένη αρ. 1 θα ήταν η παροχή πληροφοριών ώστε να μπορέσει η Ενάγουσα να εντοπίσει τους κατ'ισχυρισμό αδικοπραγήσαντες και να εντοπίσει τα περιουσιακά στοιχεία που κατ' ισχυρισμό αποστερήθηκε συνεπεία της απάτης, διαδικασία όμως που για να είναι αποτελεσματική και ορθή θα πρέπει να διεξαχθεί στην Σιγκαπούρη.Σε αντίθετη περίπτωση, η οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δεν θα έχει ο οιοποιονδήποτε αποτέλεσμα ούτε και θα επωφεληθεί με οποιονδήποτε τρόπο η Ενάγουσα. Στο σημείο αυτό επιθυμώ να αναφέρω ότι οι ένορκες δηλώσεις Χατζηγεωργίου δεν περιέχουν οτιδήποτε αναφορικά με τη δυνατότητα εκτέλεσης αποφάσεων Κυπριακού Δικαστηρίου στην Σιγκαπούρη, θέμα το οποίο ελλείπει παντελώς από την μαρτυρία που παρουσίασε η Ενάγουσα στο Δικαστήριο και το οποίο, εξ' όσων συμβουλεύομαι, ενδεχομένως να επηρέαζε το Δικαστήριο κατά την εξέταση των ενώπιον του αιτήσεων. Ούτε και εξηγείται με ποιο τρόπο θα επωφεληθεί η Ενάγουσα από τη διαδικασία που ηγέρθη στην Κύπρο. Η Καθ΄ης η αίτηση - Eναγόμενη 1 καταχώρησε ένσταση και προσδιορίζει τους λόγους ένστασης στο σώμα της, υποστηρίζεται δε από την ένορκο δήλωση της Κυριακής Χατζηγεωργίου, με την οποία εξειδικεύει και αναλύει τους λόγους ένστασης, οι οποίοι έχουν ως ακολούθως (παρατίθενται αυτούσιοι): 1. Ουδείς έγκυρος λόγος συντρέχει ή καταδεικνύεται για παραμερισμό ή ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας Αγωγής ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή της σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος ή του Διατάγματος ημερομηνίας 7/10/2015 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης Αρ. 287/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και με το οποίο δόθηκε στην Ενάγουσα άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος (στο εξής «το Διάταγμα Σφράγισης») ή του Διατάγματος ημερομηνίας 26/1/2016 που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής και με το οποίο δόθηκε στην Ενάγουσα άδεια για επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στην Εναγόμενη 1 εκτός δικαιοδοσίας (στο εξής «το Διάταγμα Επίδοσης»). 2. Όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση του Διατάγματος Σφράγισης και του Διατάγματος Επίδοσης ικανοποιούνταν και ικανοποιούνται πλήρως δεδομένου, μεταξύ άλλων, ότι: (
- i)τα Κυπριακά Δικαστήρια και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ειδικότερα έκδηλα έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή βάσει του άρθρου 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 ή και του άρθρου 22
(1)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου ή και των διατάξεων του θεσμού 1 της Διαταγής 6 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, (ii) η Ενάγουσα έχει και κατέδειξε ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως αιτία αγωγής εναντίον των Εναγομένων, (iii) τα Κυπριακά Δικαστήρια αποτελούν κατάλληλο forum για εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και η παρούσα Αγωγή ήταν και είναι κατάλληλη για επίδοση στις Εναγόμενες εκτός δικαιοδοσίας.
- Οι ισχυρισμοί της Εναγομένης 1 ότι, όταν αποτάθηκε στο Δικαστήριο μονομερώς επιτυγχάνοντας την έκδοση του Διατάγματος Σφράγισης και του Διατάγματος Επίδοσης, η Ενάγουσα απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα τα οποία όφειλε να γνωρίζει είναι εντελώς αβάσιμοι.
- Ουδείς έγκυρος λόγος συντρέχει ή καταδεικνύεται για παραμερισμό της επίδοσης των εγγράφων που επιδόθηκαν στην Εναγόμενη 1 βάσει του Διατάγματος Επίδοσης.
- Ουδείς έγκυρος λόγος συντρέχει ή καταδεικνύεται που να δικαιολογεί τον παραμερισμό ή την ακύρωση ή την ανακοπή ή την αναστολή της διαδικασίας στην παρούσα Αγωγή.
- Η Εναγόμενη 1 δεν έχει καταδείξει ότι τα Δικαστήριο της Σιγκαπούρης ή οποιαδήποτε άλλα αλλοδαπά Δικαστήρια αποτελούν ξεκάθαρα και αδιαμφισβήτητα (clearly and distinctly) καταλληλότερο forum για εκδίκαση της παρούσας Αγωγής.
- Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση είναι αντικανονική ή και περιέχει μη αποδεκτή μαρτυρία.
- Ουδείς έγκυρος λόγος συντρέχει ή καταδεικνύεται για έκδοση οιουδήποτε εκ των Διαταγμάτων που επιζητούνται με την υπό κρίση Αίτηση.» Κατά την ακροαματική διαδικασία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου: «το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως επιδοθεί κλητήριο ένταλμα εκτός της Δημοκρατίας όταν κρίνει, ότι η βάση της αγωγής προέκυψε από παράβαση ή κατ΄ ισχυρισμό παράβαση στη Δημοκρατία σύμβασης που συνάφθηκε οπουδήποτε ή σε σχέση με περιουσία που υπόκειται στους Νόμους της Δημοκρατίας ή ότι η βάση της αγωγής προέκυψε στη Δημοκρατία, και ότι σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω, η αγωγή είναι αγωγή η οποία δεν δύναται να εκδικαστεί αλλού παρά μόνο στη Δημοκρατία ή δύναται να εκδικαστεί ευχερέστερα στη Δημοκρατία παρά αλλού». Επίσης η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην οποία στηρίζεται μεταξύ άλλων η αίτηση, αναφέρει τα ακόλουθα: «επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίηση του εκτός δικαιοδοσίας επιτρέπεται υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α) έως (η) της Δ.6, Θ.1 και ο Αιτητής πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής και είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (βλ. Δ.6, Θ.4)». Όπως προκύπτει από τη νομολογία, όπου υπάρχουν Εναγόμενοι εκτός Κύπρου, μόνο μετά από εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.6, Θ.1 μπορούν να υποβληθούν στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων (βλ. Φραγκέσκου κ.α. ν. Γρηγορίου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1765, ANS Secretaries Ltd v. Orianda Management κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A458, Πολ. Έφ. 362/09, ημ. 3.7.2014). Στην υπόθεση Philippou ν. Philippou and others
(1986)1 CLR 689 αναφέρθηκαν τα εξής: «The Court can exercise jurisdiction only when the writ or summons is served on the defendant within the jurisdiction or by the "assumed" jurisdiction which gave the Courts a discretionary circumscribed power to summon absent defendants whether Cypriots or foreign. The service of the writ or summons was something equivalent thereto. The summons is essential as the foundation of the Court's jurisdiction. When a writ cannot legally be served upon a defendant, the Court can exercise no jurisdiction over him. Jurisdiction, according to the English Law and the system of law obtaining in this country, is based on the act of personal service. It is far otherwise in other systems where service is in no sense a foundation ofjurisdiction, but merely a sine qua non before effective action is allowed. Now service being the foundation of jurisdiction, it follows that that service naturally .and normally would be service within the jurisdiction. But there is an exception to this normal rule, and that is service out of the jurisdiction. This, however, is not allowed as a right but is granted in the discretion of the Judge as a privilege, and the rule in question here prescribes the limits within which that discretion should be exercised—See Johnson v. Taylor Bras, and Company Ltd., [1920] A. C. 144)» (βλ. επίσης Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto Spa
(2000)1 ΑΑΔ 447. Στην υπόθεση Φραγκέσκου κ.α. ν. Γρηγορίου
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1765 λέχθηκαν τα εξής: «Μετά από την εξασφάλιση τέτοιας άδειας είναι δυνατή και η υποκατάστατη επίδοση εντός δικαιοδοσίας σε περιπτώσεις όπου πληρούνται οι προϋποθέσεις που διέπουν τη χορήγηση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση». Επίσης στην υπόθεση ANS Secretaries Ltd (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι: «χωρίς άδεια δυνάμει της Δ.6, θ.1 δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να επεκτείνει τη δικαιοδοσία του και στους αλλοδαπούς Εναγόμενους». Στην υπόθεση Zachariades & Pantelis Enterprises Ltd v. Fiat Auto Spa (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι η παράλειψη αυτή δεν μπορεί να θεραπευτεί με βάσει τη διαταγή 64 γιατί αποτελεί παραβίαση του άρθρου 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Δεν αρκεί η πίστη των ενόρκως δηλούντων για ύπαρξη καλής υπόθεσης αλλά επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση της με μαρτυρία και το Δικαστήριο για να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.6 θ.1, θα πρέπει να προσφέρεται πλήρης και λεπτομερής ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (βλ. υπόθεση Ναυτοδικείου Amathus Ltd ν. Concord Liners κ.α.
(1993)1 A.A.Δ 1030 στη σελ. 1034). Εκείνο που απαιτείται είναι να καταδειχθεί ότι υπάρχει καλή συζητήσιμη υπόθεση (Her Brit. Maj. Seer, of State for Defence v. A.P. Lanitis Inv. Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ 995) και το ζήτημα κατά πόσο αποκαλύπτεται βάση αγωγής κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνοδεύει τις αρχικές υπό αναφορά αιτήσεις. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Εξετάζοντας κατ' αρχή την θέση της Αιτήτριας-Εναγόμενης 1 ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν η Δ.6 Θ.1 (c), 1(
- e)-(h), (υποπαραγράφους στις οποίες στηρίχθηκε η αίτηση, ημερομηνίας 10.12.2015) και ότι η υπόθεση δεν εμπίπτει σε μία από τις κατηγορίες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους 1(c), 1(e)-(
- h)της Διαταγής 6 στις οποίες θα μπορούσε να δοθεί από το Δικαστήριο άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, κρίνω ότι ευσταθεί, γιατί ως αναλύεται πιο κάτω, οι εγειρόμενες αιτίες αγωγής στη παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις που καθορίζονται εξαντλητικά σ' αυτές και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείτο η χορήγηση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Ειδικότερα συμφωνώ με τη θέση της Αιτήτριας ότι η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει στην Δ.6 Θ1(
- c)γιατί δεν αφορά θεραπεία εναντίον προσώπων που κατοικούν ή διαμένουν μόνιμα στην Κύπρο αφού οι Εναγόμενες δεν διαμένουν ούτε έχουν την έδρα τους στη Κύπρο. Ούτε εμπίπτουν στις θεραπείες που αφορούν την Δ.6 Θ.1(ε) γιατί η παρούσα αγωγή δεν αφορά αγωγή η οποία εγείρεται για να επιβάλει, καταργήσει, διαλύσει, ακυρώσει ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο επηρεάσει μια σύμβαση ή να ανακτήσει τη ζημιά ή θεραπεία αναφορικά ή σε σχέση με την παράβαση σύμβασης που έγινε στην Κύπρο ή που έγινε από ή μέσω αντιπροσώπου ο οποίος εμπορεύεται ή κατοικεί στην Κύπρο εκ μέρους του εντολέα, ο οποίος εμπορεύεται ή κατοικεί στην Κύπρο, γιατί καμία συμβατική ή οιονεί συμβατική σχέση διαφάνηκε να υπάρχει μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης 1. Επίσης ούτε οι θεραπείες που αφορά η Δ.6 Θ.1(
- g)εμπίπτει στη παρούσα υπόθεση γιατί δεν επιζητείται διάταγμα το οποίο να απαγορεύει να γίνει κάτι στην Κύπρο ή να παρεμποδιστεί ή αφαιρεθεί οποιαδήποτε οχληρία στην Κύπρο. Η παρούσα επίσης υπόθεση δεν εμπίπτει ούτε στη Δ.6 Θ.1(
- h)γιατί οι θεραπείες που ζητούνται δεν αφορούν περιπτώσεις στις οποίες οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός Κύπρου είναι αναγκαίο να προστεθεί ως διάδικος σε Αγωγή που ηγέρθη δεόντως εναντίον άλλου προσώπου που του έγινε επίδοση κανονικά στην Κύπρο. Τέλος δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ούτε η Δ.6 Θ1(
- f)"η αγωγή στηρίζεται σε αστικό αδίκημα που έγινε στη Κύπρο" διότι ως ορθά επισημαίνεται από τη συνήγορο της Αιτήτριας, παρά το ότι η Ενάγουσα με βάση το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, θέτει με τρόπο διαζευκτικό και αυτή τη βάση αγωγής, η ενόρκως δηλούσα στην παράγραφο 6(xix) της (Ε/Δ Χατζηγεωργίου), περιορίζει τη βάση της αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 1 ως ακολούθως: «.θέση της Ενάγουσας είναι ότι η Εναγομένη 1 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η Δόλια Μεταφορά Χρημάτων διενεργήθηκε συνεπεία και ως αποτέλεσμα δόλου και ότι αυτή υποχρεούται να αποκαταστήσει στην Ενάγουσα το ποσό των Ευρώ 500.000 που μεταφέρθηκε ως αποτέλεσμα της Δόλιας Μεταφοράς Χρημάτων ή και να αποζημιώσει την Ενάγουσα για την απώλεια του ποσού αυτού.» Ως έχει νομολογηθεί παρά το ότι έχει τεθεί αυτή η βάση της Αγωγής, η ουσία προκύπτει από τα γεγονότα που συνθέτουν το άθροισμα των βάσεων αγωγής. (Βλ. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κ.ά. ν. Νικολαΐδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 364) Στην υπόθεση Sekavin S.A. v. Ship "Plato Ch"
(1987)1 C.L.R. 297 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «... the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favour of the proponent of service outside jurisdiction.» Όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις Χατζηγεωργίου ημερ. 10.08.2015 και 10.12.2015, η Ενάγουσα βασίζει την αγωγή της και τις αξιώσεις της στο αστικό αδίκημα της απάτης, το οποίο κατ' ισχυρισμό της Ενάγουσας επεσυνέβη σε βάρος της, δια μέσου μη γνήσιων οδηγιών, που δόθηκαν προς τους εκπροσώπους της Ενάγουσας και η οποία επέφερε το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή την απώλεια του ποσού των €500,
- Από τα γεγονότα όμως που έχουν τεθεί δεν φαίνεται να διαπράχθηκε στην Κύπρο γιατί η κατ' ισχυρισμό απάτη προήλθε από παραβίαση του email του Timoshin, ο οποίος όμως δεν διαμένει στην Κύπρο και το ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο δεν φαίνεται να βρίσκεται στην Κύπρο. Ορθή είναι η θέση της συνηγόρου της Αιτήτριας ότι ούτε και οι άλλες βάσεις αγωγής που η Ενάγουσα διαζευκτικά επικαλείται ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της Δ.6 Θ.
- Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις μόνο αναφορά στη βάση αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού γίνεται η οποία όμως δεν είναι αρκετή αφού απέτυχε να ικανοποιήσει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση εναντίον της Εναγομένης 1 στην εν λόγω βάση αγωγής αφού παρέλειψε να παρουσιάσει οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία που να υποστηρίζει αδικαιολόγητο πλουτισμό της Εναγόμενης 1 ή ότι αυτή έλαβε οποιοδήποτε ποσό ή μέρος του επίδικου ποσού των €500,
- Ούτε παρουσιάσθηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να τεκμηριώνει ύπαρξη οιωνεί συμβατικής (quasi-contractual) υποχρέωσης της Εναγομένης 1 έναντι της Ενάγουσας. Η απλή αναφορά στην παράγραφο 15(γ) των Ε/Δ Χατζηγεωργίου ημερ. 10.8.2015 και 10.12.2015 ότι «η αγωγή αφορά παράβαση και αποσκοπεί στην εκπλήρωση οιονεί συμβατικής (quasi-contractual) υποχρέωσης των Εναγομένων 1 και 2 (δηλαδή της υποχρέωσης τους να επιστρέψουν ή και να αποκαταστήσουν στο λογαριασμό της Ενάγουσας το ποσό των €500.000 που μεταφέρθηκε σε αυτές αχρεωστήτως συνεπεία και ως αποτέλεσμα δόλου), χωρίς την παρουσίαση άλλης μαρτυρίας δεν είναι αρκετή για να τεκμηριώσει αυτήν την βάση αγωγής σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της Δ.6 Θ
- Ως προς τη βάση αγωγής που αφορά αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων της Εναγομένης 1 οι αναφορές που γίνονται πράγματι ως επισημαίνεται από την Αιτήτρια είναι αόριστες και ασαφείς. Η Ενάγουσα στηρίζει τη βάση της αγωγής της σε κατ' ισχυρισμό απάτη που επεσυνέβη σε βάρος της μέσω μη γνήσιων οδηγιών, που δόθηκαν προς τους εκπροσώπους της Ενάγουσας, που είχαν ως αποτέλεσμα τη μεταφορά χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η Ενάγουσα στην RCB Bank στην Κύπρο, σε λογαριασμό που διατηρούσε η Εναγομένη αρ. 2 στην Εναγομένη αρ. 1 Τράπεζα στη Σιγκαπούρη και με βάση τα πιο πάνω η Ενάγουσα ζητά αποζημιώσεις και άλλες θεραπείες συμπεριλαμβανομένων διαταγμάτων αποκάλυψης πληροφοριών τόσο εναντίον της Εναγομένης αρ. 1 όσο και εναντίον της Εναγομένης αρ.
- Στις Ε/Δ Χατζηγεωργίου ημερ. 10.8.2015 και 10.12.2015 δεν αναφέρεται οποιοδήποτε συγκεκριμένο γεγονός ή συμπεριφορά της Εναγόμενης αρ. 1 που δείχνει την οποιανδήποτε ανάμειξη της στην κατ' ισχυρισμό απάτη ή τη διάπραξη αμέλειας και/ή παράβασης θέσμιων καθηκόντων της. Ορθή είναι η θέση της Εναγόμενης 1 ότι αυτή δεν είχε σχέση με την Ενάγουσα, και ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι η επίδικη μεταφορά του χρηματικού ποσού των €500.000 ήταν αποτέλεσμα δόλου και ως εκ τούτου οι αναφορές της Ενόρκως Δηλούσας που υποστηρίζει την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σε παράβαση θέσμιων καθηκόντων της Εναγομένης 1 είναι γενικές και αόριστες γιατί δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στη σχετική νομοθεσία της Σιγκαπούρης που διέπει τις τραπεζικές εργασίες και με την οποία η Εναγομένη αρ. 1 ήταν υποχρεωμένη να συμμορφώνεται, αφού η Εναγομένη αρ.1 είναι εγγεγραμμένη αδειούχα Τράπεζα στη Σιγκαπούρη και διέπεται από τους Νόμους και Κανονισμούς της Σιγκαπούρης. Οποιοσδήποτε ισχυρισμός για παράβαση ή αμέλεια θα έπρεπε να γίνει σε σχέση με τους Νόμους και τους Κανονισμούς που διέπουν τη λειτουργία της Εναγομένης 1, κάτι που ελλείπει παντελώς από τα γεγονότα που υποστηρίζουν την εν λόγω αίτηση αφού η Ενάγουσα, δεν κάνει καμία αναφορά στους Νόμους που διέπουν τη λειτουργία της Εναγομένης 1 και στις υποχρεώσεις και/ή καθήκοντα της με βάση του Νόμους της χώρας της. Προκύπτει από τις παραγράφους 18 - 21 και 29(a) του Τεκμηρίου 8 της ένορκης δήλωσης Ππαλή που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση και αφορά Γνωμάτευση για το ισχύον δίκαιο της Σιγκαπούρης, ότι ο Νόμος που διέπει τη λειτουργία και τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1, είναι ο περί Τραπεζών Νόμος της Σιγκαπούρης, Κεφ. 19, Γνωμάτευση η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη, ούτε επίσης αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι η Εναγομένη 1 διέπεται από τους Νόμους της Σιγκαπούρης και κατ' επέκταση με αυτούς πρέπει να συμμορφώνεται και σε σχέση με αυτούς να κρίνεται αν ήταν αμελής ή υπαίτια παράβασης των υποχρεώσεων της. Αλλά ακόμη και αν το δίκαιο που εφαρμόζετο ήταν το Κυπριακό, η Ενάγουσα παρέλειψε να συγκεκριμενοποιήσει ποιες πρόνοιες της Κυπριακής νομοθεσίας έχει παραβιάσει η Εναγομένη 1 ή ποιες υποχρεώσεις της έχει παραβεί. Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση υπό τις περιστάσεις αυτές θα πρέπει να εγκριθεί. Παρά τα πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω και το θέμα δικαιοδοσίας που εγείρεται από την Αιτήτρια. Επισημαίνω ότι η δικαιοδοσία, ως θέμα δημόσιας τάξης, μπορεί να εξετασθεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί οποιασδήποτε διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση (στη παρούσα υπόθεση οι ισχυρισμοί του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου εντάλματος και/ή η ειδοποίηση αυτού, τα γεγονότα που εμπεριέχονται στις ένορκες δηλώσεις της Χ'Γεωργίου ημερομηνίας 10.08.2015 και 10.12.2015 καθώς επίσης τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την παρούσα αίτηση και ένσταση). Στην υπόθεση Powertools Electro SRL v. Black & Decker (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε.
(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2182 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η νομολογία ορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί οποιασδήποτε διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση (Sartas Importers-Distributors Ltd ν. Μαρουλλή
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1446, και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1(Γ) Α.Α.Δ. 1160). Όπως αναφέρεται στη Safarino Shoes Industry & Trading Co Ltd v. Της Βιομηχανίας Υποδημάτων E Σταυρινού Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, 1063: «τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία» (βλ. μεταξύ άλλων Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. Homeros Th. Courtis and others v. Panos K. lasonides
(1970)1 C.L.R. 180 και Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. "Sevegep" Ltd ν. United Sea Transport Ltd and another
(1989)1 Α.Α.Δ. 729). Πρωταρχικό λοιπόν καθήκον του Δικαστηρίου είναι σύμφωνα με τις αρχές που τάσσει η νομολογία να εξεταστεί το θέμα της δικαιοδοσίας και μόνο αν κριθεί ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, να προχωρήσει περαιτέρω στην εξέταση της υπόθεσης». Έχοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσης και με βάση τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, η παρούσα υπόθεση αφορά ισχυρισμούς για αδικαιολόγητο πλουτισμό, ισχυρισμούς για παράβαση οιονεί συμβατικής σχέσης, ισχυρισμούς για αμέλεια και/ή παράβαση καθηκόντων της Εναγόμενης 1, ισχυρισμούς για δόλο και απάτη και επιζητούνται επίσης πληροφορίες μέσω Διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. Με βάση το πιο πάνω υπόβαθρο γεγονότων θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για εκδίκαση της παρούσας αγωγής με δεδομένο ότι η Εναγόμενη 1 ευρίσκεται σε χώρα η οποία δεν είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού με αριθ. 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ο οποίος καθορίζει και διέπει τη δικαιοδοσία των κρατικών δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις «Αν ο εναγόμενος δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος, η διεθνής δικαιοδοσία των Δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους ρυθμίζεται από το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, με την επιφύλαξη του άρθρου 18 παράγραφος 1, του άρθρου 21 παράγραφος 2 και των άρθρων 24 και 25.» Η Εναγομένη 1 στην παρούσα περίπτωση δεν έχει την κατοικία - έδρα της σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις των άρθρων 24 και 25 του Κανονισμού (ΕΚ) 1215/2012 που αφορούν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία δικαστηρίου κράτους μέλους και για τις οποίες υπάρχει επιφύλαξη με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 6 ανωτέρω. Επίσης, ούτε οι πρόνοιες του άρθρου 7 του ΕΚ1215/2012, το οποίο αφορά «Ειδικές Δικαιοδοσίες», δεν ισχύουν διότι πρόκειται περί Εναγομένης η οποία δεν έχει την κατοικία - έδρα της σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 7 αφορά πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε κράτος μέλος και τα οποία μπορούν να εναχθούν σε άλλο κράτος μέλος εάν η περίπτωση εμπίπτει στις κατηγορίες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους του άρθρου
- Έτσι η διεθνής δικαιοδοσία του Κυπριακού Δικαστηρίου καθορίζεται από τις πρόνοιες της Κυπριακής Νομοθεσίας το οποίο όμως ως έχει αναφερθεί πιο πάνω δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα. Σύμφωνα επίσης με τις παράγραφοι 26-39 του Τεκμηρίου 8 (Γνωμάτευσης), που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί, τα Δικαστήρια της Σιγκαπούρης, έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν και να εκδικάσουν όλα τα θέματα της παρούσας Αγωγής μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης 1 και στο πλαίσιο αυτό έχουν δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, «Pre-Action Discovery Order»). Στην υπόθεση AB Bank Limited, Off-Shore Banking Unit (OBU) v. ABU DHABI Commercial BANK PJSC [2016] EWHC 2082 (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 10), τα γεγονότα της οποίας είχαν αρκετές ομοιότητες με την παρούσα στην οποία παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας το Δικαστήριο (High Court) παραμέρισε διάταγμα αποκάλυψης Norwich Pharmacal το οποίο εκδόθηκε εναντίον της Τράπεζας ABU DHABI Commercial BANK στη βάση ότι το Αγγλικό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να επιτρέψει επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σε σχέση με θεραπεία Norwich Pharmacal. Το Δικαστήριο απορρίπτοντας το διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal ανέφερε τα ακόλουθα: «
- In case I am wrong and the claim can pass through one of the suggested gateways, I will indicate what my decision would have been. The question then would be whether, in the exercise of the court's discretion, it was a proper case for service out. The position now is (though it was not the case when the application for service out was made) that there is a related action before this court (though it is yet to be served). Although that action is not the action in aid of which the Norwich Pharmacal relief is sought (that is a contemplated action in another jurisdiction) the existence of a closely related action in this jurisdiction would probably be sufficient to make it proper to order service out of the claim for Norwich Pharmacal relief. However, there is another factor upon which Ms. John relies to show that it would not be proper to make such an order, namely, the risk that compliance with this court's order in the UAE would be a breach of that country's penal code.
- Reliance is placed on expert evidence from Al Tamimi and Co., a firm of UAE lawyers. That evidence is to the effect that the order of this court is not binding on ADCB Dubai in the UAE and that there is a possibility that ADCB Dubai may be in breach of UAE law if it were to comply with the order. There does not appear to be any real dispute with the first proposition. A UAE lawyer employed by Clyde and Co. and instructed by the Claimant has stated that it would be "challenging" for an interim order of a foreign court to be recognised and enforced in the UAE. There is however a dispute as to the second proposition.
- Al Tamimi relies upon article 379 of the UAE Penal Code which provides that disclosure of a secret in cases other than those permitted by the law shall be punishable by custody and a fine unless the one to whom the secret pertains has consented that it be disclosed. Al Tamimi considers that the information required to be disclosed by the order of this court would be a "secret" and that the only basis on which the information could legitimately be disclosed would be pursuant to a court order (that is, an order of a local court of the UAE) or by providing the information to the UAE Central Bank which would then itself disclose the information. In this regard reliance was placed upon Circular No.257 of 9 March 1976 from the Central Bank. ...
- Although I was urged by Mr. Ayres QC to hold that the terms and conditions plainly authorised the Bank to disclose the requested information, I do not consider that I can do so. Whilst clause 2 would appear to an English lawyer to authorise the Bank to disclose the requested information, the question is one of UAE law. Al Tamimi have expressed the opinion that a general pre-approval "would be interpreted and treated narrowly, and limited to disclosures made by a bank in its normal course of business". They went on to say that "an express specific approval" was required to override the restrictions under UAE law. Mr. Kanaan appears to agree that express specific approval is required. There is a dispute as to whether clause 2 of the terms and conditions would be construed as amounting to such approval. Al Tamimi does not think it would be so construed. I am not persuaded that they are wrong to express that view. Clause 2 is general and not specific. I therefore accept that there is a risk that the Bank would breach the law of the UAE were it to comply with the order of this court. This risk appears to be supported by the response of the Central Bank to the Bank's request to approve the disclosure which has been ordered by this court. ......
- Ιn those circumstances I would not have concluded that this was a proper case in which to order service out of the jurisdiction. It would not be proper because (i) there is a risk that compliance with a Norwich Pharmacal order might be a breach of UAE law and (ii) there is a means by which the information could be provided in the UAE, namely, by seeking the consent of the Central Bank and requesting it to pass on the information pursuant to Circular No.257, which Mr. Ayres QC accepts is still in force and upon which Mr. Kanaan has not commented. It seems to me that it would be far more appropriate for ADCB Dubai and the Claimant to co-operate in making such an application rather than for this court to seek to exercise an exorbitant jurisdiction over a foreign bank. Indeed, in matters of this nature authority suggests that the court should exercise restraint before deciding to exercise an exorbitant jurisdiction over a foreign bank; see Mackinnon v Donaldson Lufkin and Jenrette Securities [1986] 1 Ch. 482 per Hoffman J. at pp.493 G, 495 C - 496 E, 497 C-E and 498 D-E. The court in that case recognised that exceptionally such orders may be made where they can be excused "by the commercial equivalent of hot pursuit." But there is no question of urgency in the present case. The sum of US$20m was paid out in
- ....
- However, even if service can be properly established on either of the above grounds (submission or place of business within the jurisdiction) it would nevertheless be appropriate to discharge the Norwich Pharmacal order on the grounds that, for the reasons I have already given, (i) there is a risk that compliance with a Norwich Pharmacal order might be a breach of UAE law and (ii) there is a means by which the information could be provided in the UAE, namely, by seeking the consent of the Central Bank and requesting it to pass on the information. It would be more appropriate that both banks apply for the appropriate permission from the Central Bank. » Από όλα τα πιο πάνω, προκύπτει ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν και να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση τόσο ως προς τις βάσεις αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, της παράβασης οιονεί συμβατικής σχέσης και της αμέλειας και/ή παράβασης καθηκόντων της Εναγομένης 1 και της απάτης όσο και σε σχέση με τα αιτούμενα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης δεν κρίνεται αναγκαία η ενασχόληση του Δικαστηρίου με τους άλλους λόγους οι οποίοι εγείρονται στην αίτηση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ενόψει των πιο πάνω, εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α-Ζ της Αίτησης, πλέον έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση-Ενάγουσας, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ - ΙΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο