← Κύπρος

Λοΐζου Κωνσταντά κ.α. ν. Μαρίας Γεωργίου Κωνσταντίνου, Αγωγή αρ.: 3208/2016, 29/9/2017

Λοΐζου Κωνσταντά κ.α. ν. Μαρίας Γεωργίου Κωνσταντίνου, Αγωγή αρ.: 3208/2016, 29/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A241 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 3208/2016 Μεταξύ:

  1. Λοΐζου Κωνσταντά,
  2. Μαρίας Χριστοφή Εναγόντων - Αιτητών -και- Μαρίας Γεωργίου Κωνσταντίνου Εναγομένης - Καθ' ής η Αίτηση Ημερομηνία: 29/09/17 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κος Δ. Κακουλλής Για Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: κος Σ. Αργυρού για κ.κ. Σωτήρης Αργυρού Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση Ημερομηνίας 22/06/16) Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 22/06/
  3. Δυνάμει του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου οι Ενάγοντες, σύζυγοι μεταξύ τους, αξιώνουν εναντίον της Εναγομένης, μητέρας του Ενάγοντος 1, την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στην τελευταία από το να προβαίνει σε οιανδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις: να τους απειλεί, παρακολουθεί, ακολουθεί, πλησιάζει, παρενοχλεί με οποιοδήποτε τρόπο, να τους επιτίθεται φραστικά ή διαφορετικά και να τους επισκέπτεται σε οποιοδήποτε χώρο ιδιωτικό ή δημόσιο Την ίδια μέρα καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρόμοιας φύσης. Το αίτημα δεν ικανοποιήθηκε μονομερώς και δόθηκαν οδηγίες για επίδοση. Μετά την επίδοση της αγωγής και της αίτησης την 05/07/16, η Εναγόμενη καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή και ζήτησε χρόνο για την καταχώρηση ένστασης η οποία εν τέλει καταχωρήθηκε την 30/09/
  4. Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από την Ενάγουσα - Αιτήτρια 2 την 09/12/
  5. Άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση δόθηκε και στην πλευρά της Εναγόμενης - Καθ' ής η Αίτηση η οποία καταχώρησε τη δική της συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 30/01/
  6. Μεταξύ της τελευταίας ημερομηνίας και της ημερομηνίας κατά την οποία ακούστηκε εν τέλει η αίτηση εξαντλήθηκαν τα περιθώρια για εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς χωρίς ως μπορεί να καταστεί αντιληπτό να υπάρξει κατάληξη. Η υπό κρίση αίτηση και η ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει: Ειδικότερα με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτητές, στηριζόμενοι στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρο 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.Θ.1 έως 4 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου εξαιτούνται την έκδοση των ακόλουθων ενδιάμεσων διαταγμάτων τα οποία παραθέτω αμέσως κατωτέρω αυτούσια, για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση μέχρι την πλήρη και τελική εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου από το να προβαίνει εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, σε όλες ή σε οποιεσδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις, δηλαδή να παύσει να τους απειλεί, παρακολουθεί, ακολουθεί, πλησιάζει, παρενοχλεί με οποιοδήποτε τρόπο, να τους επιτίθεται φραστικά ή διαφορετικά και να τους επισκέπτεται σε οποιοδήποτε χώρο ιδιωτικό ή δημόσιο. Β. Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση να προσέρχεται ή να εισέρχεται στην εκάστοτε οικία ή τον εκάστοτε τόπο διαμονής ή εργασίας των Εναγόντων - Αιτητών, μέχρι την πλήρη και τελική εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίχθηκε η αίτηση εντοπίζονται στην ένορκη δήλωση των δύο Εναγόντων η οποία συνοδεύει την αίτηση. Οι Αιτητές αναφέρουν προς υποστήριξη του αιτήματος τους μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: · Οι δύο τους είναι σύζυγοι και η Ενάγουσα κυοφορούσε κατά την ημερομηνία που έγινε η δήλωση, το παιδί των Εναγόντων. · Η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση είναι η μητέρα του Ενάγοντα 1- Αιτητή 1 (από τούδε και στο εξής Ενάγοντα) και κατοικεί στον Μαθιάτη. · Θέση τους είναι ότι η Εναγόμενη ουδέποτε αποδέχθηκε τη σχέση των διαδίκων και τον μετέπειτα γάμο τους. Ένεκα τούτου εκτόξευε απειλές ότι θα σκότωνε την Ενάγουσα. · Ως αποκαλύπτεται από το Τεκμήριο 1 της Ενόρκου Δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση την 21/01/14 οι Ενάγοντες υπέβαλαν παράπονο στην αστυνομία καταγγέλλοντας την Εναγόμενη ότι «τους απειλεί συνεχώς». Δεν δόθηκαν περισσότερες πληροφορίες στην Αστυνομία ούτε και επιθυμούσαν την περαιτέρω ανάμειξη της Αστυνομίας. Το Τεκμήριο 1 αποκαλύπτει επίσης ότι στις 06/07/15, η Ενάγουσα ανέφερε στην Αστυνομία χωρίς όμως να προβεί σε γραπτή κατάθεση ότι η Εναγομένη «διατυμπάνιζε σε συγχωριανούς» ότι την ημέρα τέλεσης του γάμου της με τον Ενάγοντα 1, θα προκαλέσει σκόπιμα αναστάτωση με σκοπό να μην τελεστή ο γάμος. · Αναφέρουν εν συνεχεία ότι στις 11/7/2015η Εναγομένη απειλούσε ότι ο γάμος των Εναγόντων «θα κατέληγε σε μακελειό και ότι θα έκανε τα πάντα για να ματαιώσει με βίαιο τρόπο την τελετή» για αυτό το λόγο προέβησαν σε καταγγελία στην αστυνομία ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 1 ενώ εξασφάλισαν υπηρεσίες εταιρείας παροχής ασφάλειας. Η Αστυνομία τους πληροφόρησε ότι η Εναγόμενη κατευθύνθηκε με το αυτοκίνητο της στον χώρο της γαμήλιας τελετής, πλην όμως ανακόπηκε από την αστυνομία. · Την ίδιαν περίοδο επιτέθηκε και απειλούσε τους γονείς της, οι οποίοι διαμένουν στο ισόγειο της οικοδομής που διαμένει και η Εναγόμενη / Καθ' ης η Αίτηση. · «Το διάστημα από τον Ιούλιο μέχρι και τον Σεπτέμβριο 2015 σχεδόν καθημερινά» ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, η Εναγόμενη, στάθμευε το αυτοκίνητο σε παρακείμενο του σπιτιού των Εναγόντων δρόμο και όταν η Ενάγουσα αναχωρούσε για την εργασία της, την ακολουθούσε μέχρι να φτάσει εκεί. · Στις 12 Σεπτεμβρίου 2015 θεάθηκε να βρίσκεται στο μέρος που βρισκόταν οι Ενάγοντες. · Στις 18/6/2016, η Εναγόμενη επιτέθηκε στην μητέρα της και την απείλησε ότι θα την πυροβολήσει, με αποτέλεσμα να υποβληθεί σχετική καταγγελία στην αστυνομία και περαιτέρω είχε εκστομίσει και απειλές εναντίον των Εναγόντων. · Τα πιο πάνω είναι θέση τους, ότι δεικνύουν ότι η Εναγόμενη και πάλιν έγινε επιθετική με αποτέλεσμα να ανησυχούν ιδιαίτερα διότι η Ενάγουσα διένυε τον 7ο μήνα κύησης και η οποιαδήποτε απερίσκεπτη και εκδικητική ενέργεια της Εναγόμενης θα δημιουργήσει τεράστια προβλήματα. · Η Εναγόμενη παράλληλα με τα όσα προέβαινε εναντίον μας, επιτίθετο και απειλούσε και τους γονείς της. · Μέχρι σήμερα πλην της έκδοσης διατάγματος από το Δικαστήριο για την ψυχιατρική εξέταση της Εναγόμενης και τα παράπονα τους στην αστυνομία, δεν προέβησαν σε άλλο διάβημα, αναμένοντας ότι η Εναγόμενη θα ηρεμούσε όμως λόγω των αναφέρονται σχετικά με τα γεγονότα της 18/06/16 και της κυοφορίας της Ενάγουσας ζητούν από το Δικαστήριο τις αιτούμενες θεραπείες. · Νιώθουν ανασφάλεια και φόβο ότι η Εναγόμενη, ανά πάσα στιγμή μπορεί να επαναλάβει τις αναφερόμενες πιο πάνω πράξεις κα ενέργειες της. Η συμπεριφορά της δε θα αλλάξει και θα συνεχίσει να προβαίνει στις αναφερόμενες ενέργειες και απειλές, τις οποίες σε περίπτωση που υλοποιήσει θα κινδυνεύει η σωματική ακεραιότητα, η ψυχική μας υγεία. Η όλη συμπεριφορά της Εναγόμενης τους προκαλεί αναστάτωση, φόβο, άγχος και ταλαιπωρία, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να ζήσουν μία ομαλή ζωή. · Αισθάνονται απόλυτη αβεβαιότητα και ανασφάλεια, αφού παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες τους και τις συστάσεις της αστυνομίας συμπεριφορά της Εναγόμενης δεν άλλαξε. Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης και η Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει: Η Εναγομένη με την ένσταση της προβάλλει 6 λόγους ένστασης. Ειδικότερα στηριζόμενη στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, την Δ.48, ΘΘ 1-4 και, τη συμφυή εξουσία και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, προβάλλει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι:
  7. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ώστε να ζητούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του προς όφελος τους.
  8. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης είναι ελλιπές και δεν δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος, καθώς δεν δημιουργεί συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της εναγόμενης/ καθ' ης η αίτηση
  9. Οι αιτητές κακόπιστα και/ή εσκεμμένα απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, μη προβαίνοντας σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των γεγονότων παραβαίνοντας την υποχρέωση τους να ενεργούν με τη μέγιστη καλή πίστη.
  10. Οι αιτητές δεν έχουν επιδείξει το κατεπείγον το οποίο να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος και εν πάση περιπτώσει δεν συντρέχει το κατεπείγον αλλά ούτε καν το επείγον στην παρούσα υπόθεση αφού απαιτείται προσεκτική εκτίμηση και ανάλυση των δεδομένων από το Δικαστήριο. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις βάσει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 ούτε του άρθρου 9 του Κεφ. 6 για την έκδοση του επίδικου διατάγματος κατεπειγόντως.
  11. Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι υπέρ της απόρριψης της Αίτησης και/ή του παραμερισμού και/ή ακύρωσης των διαταγμάτων. Στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης δεν προβαίνει η Εναγομένη αλλά ο σύζυγος της Εναγομένης και πατέρας του Ενάγοντα ο οποίος μεταξύ άλλων και αφού αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Εναγομένη να προβεί στην ένορκη δήλωση, δηλώνει τα ακόλουθα: · Από τις 15/01/14 ημερομηνία κατά την οποία ο Ενάγων εγκατέλειψε τη οικογενειακή εστία ούτε ο ίδιος ούτε η σύζυγος του είχαν οιαδήποτε επαφή μαζί του[1]. Την Ενάγουσα ουδέποτε την γνώρισαν παρά τις προσπάθειες που κατέβαλαν. · Όντως αναφέρει ότι δεν δέχτηκαν (ο ίδιος και η σύζυγος του) τον αρραβώνα των Εναγόντων διότι η Ενάγουσα απέφευγε για άγνωστους λόγους να τους μιλήσει. Ουδέποτε απειλήθηκε η Ενάγουσα από την σύζυγο του ή από οιονδήποτε άλλο αφού ουδέποτε την είχε δει. · Επισημαίνει ότι το Τεκμήριο 1 είναι γενικό. Ουδέποτε ήταν πρόθεση τους να ματαιώσουν τον γάμο των Εναγόντων και τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 είναι η καταχώρηση της αστυνομίας σχετικά με το παράπονο των Εναγόντων που σύμφωνα με τους ίδιους αναγόταν στο τι τους είχε λεχθεί από τρίτους. · Ο ισχυρισμός ότι ανακόπηκε το αυτοκίνητο της συζύγου του από την Αστυνομία ενώ αυτό κατευθυνόταν προς τον γάμο είναι ψευδής. Εκείνη τη μέρα τους επισκέφτηκαν συγγενείς οι οποίοι μάλιστα πέρασαν το βράδυ μαζί τους. Αυτό δε που αναφέρει ο ομνύων ότι πραγματικά έγινε, είναι ότι την ημέρα του γάμου Αστυνομία βρισκόταν έξω από το σπίτι της Εναγομένης και όταν ο ίδιος τους ρώτησε τί συμβαίνει του ανέφεραν ότι είχαν πληροφορία ότι θα προκαλέσουν επεισόδια λόγω του γάμου και περιπολούσαν την οικία. · Η σύζυγος του ουδέποτε παρακολουθούσε τους Ενάγοντες ως τούτοι ισχυρίζονται στην παράγραφο 7 της Ενόρκου Δηλώσεως του αφού η Εναγομένη εργάζεται στο Υπουργείο Οικονομικών καθημερινά. Το ωράριο της είναι 7.5 ώρες την ημέρα μεταξύ 7.30 πρωί με 1930 απόγευμα ανάλογα με τη βάρδια της. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η σύζυγος του εργαζόταν εκτός από δύο βδομάδες τον Αύγουστο οπόταν προετοιμάζαμε τον άλλο γιο της οικογένειας για να μεταβεί στην Ελλάδα για τις σπουδές του αφού ήταν ο πρώτος του χρόνος. · Οι ισχυρισμοί των Αιτητών αναφέρει είναι γενικοί και αόριστοι. · Αρνείται ότι στις 18/06/16 έλαβαν χώρα τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 8 της Ένορκης Δήλωσης των Εναγόντων. Οι όποιες δε διαφορές της Εναγομένης με την μητέρα της οι οποίες ανάγονται σε περιουσιακές διαφορές, δεν συνδέονται με την εγκυμοσύνη της αιτήτριας
  12. · Σχετικά με την αίτηση για ψυχιατρική νοσηλεία της Εναγομένης την οποία υπέβαλε ο γιος του αναφέρει ότι τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που για έκδοση του διατάγματος δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια άλλωστε ο γιος τους είχε αποχωρήσει από το σπίτι περί τον 1 χρόνο πριν. Το αποτέλεσμα της εξέτασης έδειξε ότι η σύζυγος του δεν είχε οιονδήποτε πρόβλημα. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη και προχώρησαν και κατήγγειλαν την υπόθεση στην Αστυνομία τελικά όμως απέσυραν το γραπτό τους παράπονο αφού τους εξηγήθηκε η σοβαρότητα του αδικήματος της ψευδορκίας και ο κίνδυνος να καταλήξει ο γιος τους στη φυλακή. · Η Εναγομένη μόλις πρόσφατα έχει αρχίσει να συνέρχεται από αυτά που έγιναν στο παρελθόν και ειδικά την περιπέτεια με την ψυχιατρική εξέταση. Ενέργειες όπως η παρούσα γίνονται για να την συνθλίψουν ψυχολογικά και εν μέρει το έχουν καταφέρει, αφού δεν μπορεί καν να προβεί στη παρούσα ένορκη δήλωση. · Σημειώνει ότι στις 06/07/13 οι Ενάγοντες μετέβησαν στο σπίτι των γονέων της Εναγομένης το οποίο βρίσκεται κάτω από το σπίτι της τελευταίας μετά από την κηδεία του πατέρα της Εναγομένης γεγονός που δεικνύει ότι δεν δικαιολογούνται οι φόβοι τους και τα όσα αναφέρει. · Οι αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη στοιχεία και προβαίνοντας σε ατεκμηρίωτα και παράλογα αιτήματα. Επίσης η ένορκη δήλωση τους βρίθει από ανακρίβειες, οι οποίες είναι υπερβολικές σε βαθμό που δεν μπορούν να επιτρέψουν στην αίτηση της να επιτύχει. · Είναι η περαιτέρω θέση μου ότι οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια και ως εκ τούτου δεν δίκαιο; άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προέβηκαν σε πλήρη και Ειλικρινή αποκάλυψη ό. γεγονότων της υπόθεσης. Στην συμπληρωματική ένορκη του δήλωση ο ομνύων, αναφέρει ότι μεταξύ των ημερομηνιών 21/11/16 και 9/12/16 και ειδικότερα περί τον Νοέμβριο του 2016 ο Ενάγοντας 1 μετέβηκε στην συνομίλησε και με την Εναγομένη. Η όλη επίσκεψη κράτησε περί τη μία ώρα. Έκτοτε υπάρχει συχνή επαφή μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης καθώς και του ιδίου μέσω μηνυμάτων. Μάλιστα αναφέρει κάλεσαν τους Ενάγοντες να τους επισκεφτούν στο σπίτι τους για να γνωρίσουν και το εγγόνι τους αλλά η πρόσκληση τους δεν έγινε αποδεχτή. Στις όσες συναντήσεις με τον Ενάγοντα 1 δεν τους ανεφέρθη ποτέ ότι φοβούνται ή ότι κινδυνεύουν από τους γονείς του Ενάγοντος 1` καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ο ομνύων απαντά επίσης στα όσα η Ενάγουσα αναφέρει στην ένορκη της δήλωση αναφορικά με τη ψυχολογική κατάσταση της Εναγομένη και τα ψυχολογικά προβλήματα που είχε και έχει. Ένεκα όμως του ότι αυτά αποτελούν γεγονότα τα οποία μετεφέρθησαν στην Ενάγουσα από τον Ενάγοντα ως μετεφέρθησαν στο δεύτερο κατ' ισχυρισμό από τον πατέρα του και ένεκα του ότι ουδεμία μαρτυρία εμπειρογνώμονα παρουσιάστηκε προς υποστήριξη των ισχυρισμών αυτών της Ενάγουσας καμία σημασία δεν δίδεται σε αυτούς. Ακροαματική Διαδικασία: Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε. Οι δύο πλευρές επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών είχαν την ευγενή προνόηση να ετοιμάσουν γραπτώς και στα πλαίσια των οποίων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους παραπέμποντας σε σχετική με τα ζητήματα που εγείρονται Νομολογία. Έχω με προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο της Αίτησης και της Ένστασης ως επίσης και των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αυτές καθώς και τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί. Οι αναφορές, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δύο πλευρών ως περιέχονται στις αγορεύσεις τους για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης έχουν επίσης τύχει μελέτης και έχουν σημειωθεί στο σύνολο τους και θα σχολιαστούν σε κατοπινό σημείο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για την κατάληξη στην παρούσα. Νομική Πτυχή και Υπαγωγή των Γεγονότων που Αποκαλύπτονται στην υπό κρίση Αίτηση σε αυτή: Προχωρώ συνεπώς αμέσως κατωτέρω να εξετάσω την αίτηση ως τούτη έχει τεθεί ενώπιον μου εξετάζοντας στα πλαίσια αυτής καθαρά και μόνο χωρίς σε αυτό το στάδιο να εξάγω τελικά συμπεράσματα ή και ευρήματα, κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμο ως τούτες έχουν ερμηνευτεί σύμφωνα με τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται τόσο στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (N. 14/1960). Πλούσια είναι η νομολογία αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 32 επί του ότι παρέχεται στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων εφόσον συντρέχουν βεβαίως οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: i. η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ii. η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία iii. το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Δεν βλέπω σκόπιμη την εδώ ενδελεχή ανάπτυξη των αρχών που διέπουν την έκδοση προσωρινών παρεμπιπτόντων διαταγμάτων πλην της σύντομης αναφοράς που θα γίνει αμέσως κατωτέρω. Στο σημείο αυτό ενδεικτικά να παραπέμψω στις υποθέσεις (ODYSSEOS ν. PIERIS ESTATES AND OTHERS,

(1982)1 Α.Α.Δ. 557 Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 και JONITEXO LTD ν. ADIDAS,
(1984)1 Α.Α.Δ. 263). Ας λεχθεί επίσης ότι βάρος απόδειξης της συνδρομής των πιο πάνω προϋποθέσεων φέρει ο διάδικος που αιτείται την έκδοση των διαταγμάτων. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να τίθεται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων η υποχρέωση απόδειξης τους βαρύνει τους αιτητές. (βλ. IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LTD ν. FASHIONWISE LTD, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 10620, 22.8.2000). Ωστόσο το Δικαστήριο σε αιτήσεις έκδοσης ή οριστικοποίησης προσωρινών διαταγμάτων περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσον ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού τούτο εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263 Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). Αντιθέτως, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αποφύγει να καταλήξει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Το μαρτυρικό υλικό θα πρέπει να μελετάται με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo ανωτέρω). Ουσιαστικά σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση ή οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος, εξετάζοντας ταυτόχρονα και τους λόγους ένστασης οι οποίοι έχουν προβληθεί, πάντοτε με γνώμονα και καθήκον όπως σε αυτό το Δικαστήριο αποφευχθεί η αξιολόγηση της μαρτυρίας σε επίπεδο αξιοπιστίας και την εξαγωγή συμπερασμάτων που αυτό ανάγεται στα καθήκοντα του Δικαστηρίου όταν εκδικάσει την κυρίως υπόθεση. Η 1η προϋπόθεση, ικανοποιείται εφ' όσον ο Αιτητής αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα Δικόγραφα Ως αναφέρθηκε στην ODYSSEOS ανωτέρω: «There is no reason in principle or on authority to interpret "a serious question to be tried at the hearing" in the context of the proviso to s.32(l) - Law 14/60, as requiring anything beyond the disclosure of an arguable case on the strength of the pleadings, as the House of Lords suggested in Ethicon, supra., «arguable case on the strength of the pleadings»[2].» (Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσης) Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων ως τούτοι καταγράφονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο της αγωγής το αγώγιμο δικαίωμα τους, αφορά στην προστασία του δικαιώματος της ελευθερίας και του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής ως τούτο κατοχυρώνεται στο Άρθρο 15 του Συντάγματος[3]. Στην πολιτική έφεση Γιάλλουρος v. Νικολάου
(2001)1Α Α.Α.Δ. 558 αποφασίστηκε ότι παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής και γενικά των δικαιωμάτων τα οποία κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, παρέχει δικαίωμα έννομης προστασίας μέσω της δικαστικής οδού, με τις θεραπείες του δικαίου. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 ικανοποιείται χωρίς να χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε άλλο αφού το μόνο που τούτη θέτει είναι η αποκάλυψη αγώγιμο δικαιώματος και συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. Αναφορικά με την 2η προϋπόθεση δηλαδή την ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο Αιτητής σε θεραπεία, αυτό ερμηνεύτηκε ώστε να αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης, κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας, αλλά και κάτι λιγότερο, από το ισοζύγιο πιθανοτήτων, που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Είναι δηλαδή αρκετό να αποδειχθεί με την μαρτυρία που θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Στην Odysseos (ανωτέρω), η οποία υιοθετήθηκε από αριθμό μεταγενέστερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υποδείχθηκε ότι το βάρος απόδειξης που απαιτείται από τον Αιτητή για να ικανοποιήσει το δεύτερο κριτήριο δείχνοντας την πιθανότητα ότι δικαιούται σε θεραπεία βάσει του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, δεν είναι πολύ υψηλό. Απαιτείται από τον Αιτητή να καταδείξει κάποια πιθανότητα επιτυχίας. Λέχθηκε ειδικότερα ότι πιθανότητα επιτυχίας ικανοποιείται με την κατάδειξη κάποιας «ορατής πιθανότητας επιτυχίας» («visible chance of success»)[4]. Ερχόμενη τώρα να εξετάσω κατά πόσο συντρέχει αυτή η δεύτερη προϋπόθεση στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης σημειώνω και επαναλαμβάνω ότι στο παρόν στάδιο δεν κρίνεται η αξιοπιστία των θέσεων και ισχυρισμών των Αιτητών ούτε και βεβαίως προβαίνω σε ευρήματα. Προχωρώ συνεπώς στη βάση της μαρτυρίας που προσήχθη από την πλευρά των Εναγόντων να αναφέρω τα εξής. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η Εναγομένη εκφράζει απειλές προς το πρόσωπο των ιδίων μέσω τρίτων προσώπων. Ισχυρίζονται ακόμα ότι ένεκα των απειλών που εξέφρασε πριν τον γάμο τους αναγκάστηκαν να ζητήσουν την προστασία της Αστυνομίας, ο ομνύων για την πλευρά της Εναγομένης επιβεβαιώνει το γεγονός ότι την ημέρα του γάμου των Εναγόντων είδε αστυνομικό όχημα έξω από το σπίτι του και μίλησε με τους επιβαίνοντες επί τούτου αστυφύλακες. Περαιτέρω οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα έτυχε συνεχούς και παρατεταμένης παρακολούθησης από την Εναγομένη. Αυτοί οι ισχυρισμοί είναι που συνθέτουν τους τη θέση τους και την αξίωση τους για την έκδοση των ενδιάμεσων θεραπειών που ζητούνται στη βάση του ότι η Εναγομένη επεμβαίνει στην ιδιωτική τους ζωή παρενοχλώντας τούτους. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους επισυνάπτουν το Τεκμήριο 1 στην αίτηση τους υποστηρίζοντας ότι αναγκάστηκαν να προβούν σε παράπονα στην αστυνομία σχετικά. Δεν θα προβώ στα πλαίσια της παρούσας σε αξιολόγηση του Τεκμηρίου τούτου και δη του περιεχομένου αυτού. Έχοντας όμως υπόψη τα πιο πάνω αλλά και όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση των Αιτητών κρίνω ότι έχουν αποκαλύψει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή τους κατά τρόπο ώστε να θεωρείται ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/
  1. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται ως και ανωτέρω αναφέρεται στο στάδιο αυτό στην αξιολόγηση των ισχυριζόμενων πράξεων της καθ' ής η αίτηση, όπως τις περιγράφουν οι Αιτητές . Με την μαρτυρία που έχει παρατεθεί, η οποία αναφέρεται με ικανοποιητική για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης λεπτομέρεια σε διάφορες ενέργειες και πράξεις της καθ' ής η αίτηση με ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός της παρακολούθησης της Ενάγουσας από την Εναγομένη, έχουν ικανοποιήσει στον απαιτούμενο βαθμό για την πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή τους. Έχει καταδειχθεί με την μαρτυρία που προσκομίστηκε συμπεριφορά της καθ' ής η αίτηση η οποία εκ πρώτης όψεως φαίνεται να συνιστά επέμβαση στην ιδιωτική ζωή των Αιτητών. (βλ. σχ. Μιχάλη Τσικκα κ.α. v. Χρίστου Χριστοφή κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 309/2008, Ημερομηνίας 18/11/2010). Ερχόμενοι στην 3η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, κατά πόσο δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα έχει καταδειχθεί από τη Νομολογία ότι η εν λόγω προϋπόθεση, θα πρέπει να ερμηνεύεται ευρύτερα της στενής αντίληψης πρόκλησης υλικής ζημιάς. Περιλαμβάνει και άλλους μεταβλητούς ενίοτε παράγοντες[5] περιλαμβανομένης και της προστασίας των δικαιωμάτων του Αιτητή, επιπρόσθετα με την ανεπανόρθωτη ζημιά που μπορεί να προκληθεί με την μη έκδοση του Διατάγματος[6]. Όσο όμως απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων, επαρκή θεραπεία, τότε ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  2. Αν η υπόθεση ως εκ της φύσεώς της, δεν επιδέχεται την θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε ευκολότερα θα μπορεί να καταδειχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο, εκτός και εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα[7]. Επί τούτου, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής θεραπεία. Η περιγραφόμενη από τους ομνύοντες συμπεριφορά της Εναγομένης και δη η αναφορά τους σε παρακολουθήσεις της Ενάγουσας από την Εναγομένη πλήττει θεωρώ τον πυρήνα του δικαιώματος των Εναγόντων για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής τους ως τούτη κατοχυρώνονται από το Άρθρο 15 του Συντάγματος. Θεωρώ ότι η σε τέτοιο βαθμό ισχυριζόμενη παραβίαση του δικαιώματος τους είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να αποτιμηθεί σε χρήμα. Η απονομή πλήρους δικαιοσύνης στο μέλλον για καθ' όν χρόνο διαρκεί η επέμβαση στο δικαίωμα τούτο των Εναγόντων είναι θεωρώ αδύνατη. Υπό αυτές τις περιστάσεις θεωρώ ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/
  3. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, θα πρέπει να λεχθεί ότι ακόμα και εάν συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις η Νομολογία επιτάσσει όπως το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο, υπό τις συνθήκες τις συγκεκριμένης υπόθεσης, είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί το αιτηθέν διάταγμα. (Βλ. Bacardi Co. Ltd ν. Vinco Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, και Άκης (Mεταφορές Δεμάτων Eξπρές) Λτδ., εμπορευόμενοι υπό την επωνυμία Akis Express ν. C Koukkouris Trading Co. Ltd., εμπορευόμενοι υπό την επωνυμία Aris Express,
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Το Δικαστήριο οφείλει δηλαδή πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων να στραφεί να εξετάσει προς ποια κατεύθυνση κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Το υπό αναφορά ισοζύγιο υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας, η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι λανθασμένα χορήγησε το παρεμπίπτον διάταγμα ως λέχθηκε στην Baccardi (ανωτέρω). Στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670 όπου στο ακόλουθο απόσπασμα αυτής σε μετάφραση: "Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Διάφοροι είναι οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Η ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία από πλευράς της Εναγομένης, δεν αποκαλύπτει ότι η ίδια είναι πιθανόν να υποστεί, σε περίπτωση αδικαιολόγητης έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη. Από την άλλη αυτό που αποκαλύπτει η ένορκη δήλωση των Εναγόντων είναι ότι η συμπεριφορά της Εναγομένης στερεί από αυτούς το δικαίωμα τους να απολαμβάνουν απρόσκοπτα και ανεπηρέαστα το δικαίωμα τους στην ιδιωτική και οικογενειακή τους ζωή. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της χορήγησης των αιτούμενων θεραπειών. Το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των Εναγόντων θα πρέπει να προστατευτεί κατά τρόπο ώστε να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη απόλαυση του δικαιώματος τους ως τούτο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 15 του Συντάγματος. Σχολιάζοντας περαιτέρω τους λόγους ένστασης που αφορούν στην απόδειξη του κατεπείγοντος θα πρέπει να λεχθεί ότι τούτο αποτελεί ζήτημα όταν το αιτούμενο Διάταγμα εκδίδεται μονομερώς. Στην υπό κρίση περίπτωση το Διάταγμα δεν εξεδόθη μονομερώς παρά εδόθησαν οδηγίες για επίδοση της αίτησης κατά τρόπο ώστε δεν παρακάμφθηκε ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Ως δικαιοδοτικός όρος τούτος κρίθηκε και απορρίφθηκε. Η προώθηση του ως λόγου ένστασης στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας αίτησης που εξετάζεται πλέον ως αίτηση δια κλήσεως κρίνεται ως ανεδαφικός και απορρίπτεται.( Βλ. σχ. Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Περαιτέρω, ο αιτητής όταν επιζητεί από το Δικαστήριο και εξασφαλίζει θεραπεία μονομερώς θα πρέπει να αποκαλύπτει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία δύναται να προσμετρήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύψει δεν περιορίζονται μόνο σε αυτά που γνωρίζει αλλά και σε αυτά που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων είναι λόγος για το Δικαστήριο να αρνηθεί την συνέχιση της ισχύς του προσωρινού. Η αρχικώς μονομερώς καταχωρηθείσα αίτηση για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων έχει καταστεί διά κλήσεως. Η πλευρά της Εναγομένης είχε την ευκαιρία να απαντήσει στις θέσεις και τους ισχυρισμούς των Εναγόντων όπως και έπραξε. Ό,τι αναδύεται από τις γραπτές ένορκες μαρτυρίες είναι ότι οι ισχυρισμοί αναφορικά με τα γεγονότα, αντικρούονται. Δεν εντοπίζω όμως απόκρυψη γεγονότων που θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου. Το γεγονός που συγκεκριμενοποιείται (βλ. σχ. Αποστόλου Μάριος και άλλη ν. Ροδούλας Ιωάννου και άλλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 604) και προωθείται με την γραπτή αγόρευση της πλευράς της Καθ' ής η Αίτηση είναι ότι δεν απεκαλύφθη ότι ο Εναγών προέβη σε αίτημα και σχετική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματος για εξέταση της Εναγόμενης αναφορικά με την ανάγκη ψυχιατρικής νοσηλείας αυτής. Το γεγονός τούτο όμως από μόνο χωρίς την προβολή ή αποκάλυψη αλλότριων κινήτρων δεν θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου. Κατάληξη: Κατά συνέπεια και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω εκδίδεται διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην Εναγόμενη - Καθ' ής η Αίτηση να παρενοχλεί, απειλεί, ακολουθεί, παρακολουθεί, εκφοβίζει ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει στην ιδιωτική ζωή του των Εναγόντων - Αιτητών μέχρι την πλήρη ή και τελική εκδίκαση και αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. ως επίσης και: Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση να προσέρχεται ή να εισέρχεται στην εκάστοτε οικία ή τον εκάστοτε τόπο διαμονής ή εργασίας των Εναγόντων - Αιτητών, μέχρι την πλήρη και τελική εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστήριο Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών και εναντίον της Εναγομένης - Καθ' ής η Αίτηση και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ) Ν. Οικονόμου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] . «ότι ουδεμία επαφή έχω εγώ ή η σύζυγος μου με τον Ενάγοντα Αιτητή 1 από τις 15/1/14 ημερομηνία που εγκατέλειψε την οικία μας. [2] Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C. L. R. 557, σελίδα 569 [3] . Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνει σεβασμού. 2. Δεν χωρεί επέμβασις κατά την άσκησιν του δικαιώματος τούτου, ειμή τοιαύτη οία θα ήτο σύμφωνος προς τον νόμον και αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον ή προς το συμφέρον της διαφάνειας στη δημόσια ζωή ή για σκοπούς λήψης μέτρων εναντίον της διαφθοράς στη δημόσια ζωή. [4] Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C. L. R. 557, σελίδα 569: «The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re J. S. (a minor) [1980] 1 All E.R. 1061 (C.A.). "A probability", in the context of the proviso to s.32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success. Lastly, it must be made to appear for the Court to grant an interlocutory injunction, that, without it, it will be difficult or impossible to do complete justice at a later stage. It is clear that the question of the adequacy of the remedy of damages, in the light of the facts of the case, comes into play. The learned trial Judge, as earlier indicated, felt that Odysseos would, in no way, be hindered in the pursuit of the.legal.remedies to which he might be entitled, by refusing the injunction. He took the View that Odysseos Would, tinder nô circumstances, be entitled to become the owner of tile property or remain in possession». [5] Κοσμά v. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 και Κυρρίσαββα v. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 [6] Στην υπόθεση M Ch Mitsingas Trading Ltd. και Άλλοι ν. The Timberland Co.
(1997)1 ΑΑΔ 1791, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, 240 . το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.» [7] Στην Κώστας Κυρίσαββας κ.α. ν Χάρη Κύζη
(2001)1Β Α. Α. Δ. 1245, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 στην σελίδα 1253 αναφέρει τα ακόλουθα: «Όμως, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Υπήρχαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεδομένα στη βάση των οποίων θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον ο χαρακτήρας του κτήματος θα είχε σημαντικά, αλλά και τελεσίδικα, αλλοιωθεί αν αφηνόταν η οικοδομή (που περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδηρών πασσάλων, πρόνοια όπως ορισμένα τμήματα παραχωρηθούν και εγγραφούν ως δημόσιοι πεζόδρομοι) να τελεσφορήσει.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.