← Κύπρος

PRIME INSURANCE COMPANY LTD ν. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΜΑΝΤΟΓΙΑΝΝΑΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1175/17, 27/9/2017

PRIME INSURANCE COMPANY LTD ν. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΜΑΝΤΟΓΙΑΝΝΑΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1175/17, 27/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A234 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1175/17 Μεταξύ: PRIME INSURANCE COMPANY LTD Εναγόντων - και -

  1. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΜΑΝΤΟΓΙΑΝΝΑΚΟΥ
  2. V. MANTOYIANNAKOS INSURANCE AGENTS LTD
  3. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΜΑΝΙΑΤΑΚΟΥ
  4. ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Εναγομένων Αίτηση εκ μέρους των Εναγόντων ημερ. 13.3.2017 για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων εναντίον του Εναγόμενου 3 Ημερομηνία: 27 Σεπτεμβρίου,
  5. Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Ενάγοντες: κα Χρ. Παρασκευά για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενο 3: κ. Γ. Κουρουπίδης για Χαβιαρά & Φιλίππου ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες με Αγωγή που κατέθεσαν στις 13.3.17 αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1-4 τις θεραπείες, οι οποίες παρατίθενται αυτολεξεί: «Α) Απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των €1.158.967,46 πλέον βασικό δανειστικό επιτόκιο πλέον 3% από 25/09/2012 μέχρι πλήρους εξόφλησης ως οφειλόμενα ασφάλιστρα. Β) Απόφαση εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4 για το ποσό των €50.000,00 πλέον τόκο 5% από την 20/04/2010 μέχρι πλήρους εξόφλησης, βάσει του Πρώτου Γραμματίου. Γ) Απόφαση εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4 για το ποσό των €50.000,00 πλέον τόκο 5% από την 20/05/2010 μέχρι πλήρους εξόφλησης, βάσει του Δεύτερου Γραμματίου. Δ) Απόφαση εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4 για το ποσό των €50.000,00 πλέον τόκο 5% από την 20/06/2010 μέχρι πλήρους εξόφλησης, βάσει του Τρίτου Γραμματίου. Ε) Απόφαση εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4 για το ποσό των €50.000,00 πλέον τόκο 5% από την 20/07/2010 μέχρι πλήρους εξόφλησης, βάσει του Τέταρτου Γραμματίου. ΣΤ) Απόφαση εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4 για το ποσό των €50.000,00 πλέον τόκο 5% από την 20/08/2010 μέχρι πλήρους εξόφλησης, βάσει του Πέμπτου Γραμματίου. Ζ) Απόφαση εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4 για το ποσό των €33.672,98 πλέον τόκο 5% από την 20/09/2010 μέχρι πλήρους εξόφλησης, βάσει του Έκτου Γραμματίου. Η) Πλέον νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθέντος ποσού. Θ) Έξοδα, έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ.» Την ίδια ημέρα καταχώρισαν και μονομερή Αίτηση (την υπό εκδίκαση Αίτηση), με την οποία αξιώνουν τα ακόλουθα προσωρινά διατάγματα: «α) Ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει και να εμποδίζει τον Εναγόμενο 3 και/ή εκπροσώπους του και/ή τους πληρεξούσιους αντιπροσώπους του από του να αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή πωλήσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή επιβαρύνουν όλο ή μέρος του μεριδίου που ο Εναγόμενος 3 κατέχει στο ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 0/4141, Φ/Σχ 0/1-1485-3515, Τμήμα 4, Τεμάχιο 505, μερίδιο το όλο, στην περιοχή Αναβαργός, Λάκκος της επαρχίας Πάφου μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την έκδοση απόφασης στην υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή. β) Ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει και να εμποδίζει τον Εναγόμενο 3 και/ή εκπροσώπους του και/ή τους πληρεξούσιους αντιπροσώπους του από του να αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή πωλήσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή επιβαρύνουν όλο ή μέρος του μεριδίου που ο Εναγόμενος 3 κατέχει στο ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 0/10201, Φ/Σχ 45/37 Τμήμα 0, Τεμάχιο 127, μερίδιο το όλο, στην περιοχή Σκαλιά, Τσάδα της επαρχίας Πάφου μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την έκδοση απόφασης στην υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή. γ) Ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει και να εμποδίζει τον Εναγόμενο 3 και/ή εκπροσώπους του και/ή τους πληρεξούσιους αντιπροσώπους του από του να αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή πωλήσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή επιβαρύνουν όλο ή μέρος του μεριδίου που ο Εναγόμενος 3 κατέχει στο ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 0/9871, Φ/Σχ 45/37, Τμήμα 0, Τεμάχιο 138, μερίδιο το όλο, στην περιοχή Σκαλιά, Τσάδα, της επαρχίας Πάφου μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την έκδοση απόφασης στην υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή. δ) Ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει και να εμποδίζει τον Εναγόμενο 3 και/ή εκπροσώπους του και/ή τους πληρεξούσιους αντιπροσώπους του από του να αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή πωλήσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή επιβαρύνουν όλο ή μέρος του μεριδίου που ο Εναγόμενος 3 κατέχει στο ακίνητο υπ'αριθμό εγγραφής 0/13366, Φ/Σχ 45/21, Τμήμα 0, Τεμάχιο 100, μερίδιο το όλο, στην περιοχή Χοτζενή, Τσάδα της επαρχίας Πάφου μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την έκδοση απόφασης στην υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή. ε) Ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει και να εμποδίζει τον Εναγόμενο 3 και/ή εκπροσώπους του και/ή τους πληρεξούσιους αντιπροσώπους του από του να αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή πωλήσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή επιβαρύνουν όλο ή μέρος του μεριδίου που ο Εναγόμενος 3 κατέχει στο ακίνητο υπ'αριθμό εγγραφής 0/12206, Φ/Σχ 45/53, Τμήμα 0, Τεμάχιο 186, μερίδιο το όλο, στην περιοχή Πλακάτα, Τσάδα της επαρχίας Πάφου μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την έκδοση απόφασης στην υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή. στ) Ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει και να εμποδίζει τον Εναγόμενο 3 και/ή εκπροσώπους του και/ή τους πληρεξούσιους αντιπροσώπους του από του να αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή πωλήσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή επιβαρύνουν όλο ή μέρος του μεριδίου που ο Εναγόμενος 3 κατέχει στο ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 0/15534, Φ/Σχ 45/20, Τμήμα 0, Τεμάχιο 925, 55/63 μερίδιο, στην περιοχή Αξυλού, Κοίλη της επαρχίας Πάφου μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την έκδοση απόφασης στην υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή. (ζ) Έξοδα και ΦΠΑ.» Διευκρινίστηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο των Αιτητών ότι η Αίτηση περιορίζεται στις θεραπείες (β) και (γ). Η Νομική βάση της Αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: «Η αίτηση βασίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, αρ. 14/60, άρθρα 29

(1)(γ), 31 και 32, στον Περί Πολιτική Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 4, 5 και 9, στο κοινοδίκαιο και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.1, 2, 3, 8, 9, 11 και 12 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.» Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Μαρίνου Ιακωβίδη, Οικονομικού Διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας, ο οποίος δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους της. Το Δικαστήριο στις 15.3.17, ημερομηνία που η Αίτηση ήταν ορισμένη, έδωσε οδηγίες όπως η Αίτηση επιδοθεί στον Εναγόμενο 3 - Καθ΄ ου η Αίτηση. Πράγματι αυτή επεδόθη με αποτέλεσμα ο Καθ΄ ου η Αίτηση, αρχικά να εμφανιστεί προσωπικά και να ζητήσει χρόνο για να διορίσει δικηγόρο, αίτημα που το Δικαστήριο ενέκρινε. Στις 5.4.17 εκ μέρους του Καθ΄ ου η Αίτηση εμφανίστηκε δικηγόρος ο οποίος ζήτησε χρόνο για καταχώριση Ένστασης. Στις 11.5.17 ο Καθ΄ ου η Αίτηση καταχώρισε την Ένστασή του, η οποία βασίζεται στους ακόλουθους, γενικούς, θα έλεγα, λόγους: «
  1. Υπάρχει απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων και/ή παραπλάνηση του Δικαστηρίου και/ή οι Αιτητές δεν ήρθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
  2. Οι Ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει λόγους για τους οποίους θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο ικανοποιητική θεραπεία αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
  3. Οι Ενάγοντες δεν έχουν δείξει ότι είναι δυνατόν να υποστούν οποιαδήποτε ζημιά η οποία να μην μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και/ή να αποδοθεί θεραπεία η οποία να μην μπορεί να ικανοποιηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
  4. Η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική και/ή ενοχλητική και/ή προκαλεί δυσφορία στον Εναγόμενο 3 και η μόνη επιδίωξη είναι η άσκηση πίεσης προς τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση 1 και
  5. Η υπό κρίση αίτηση είναι ανεπαρκής σε γεγονότα και/ή δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  6. Δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 του Κεφ.6 καθότι δεν αποκαλύπτεται βάσιμος λόγος που να στοιχειοθετεί τον όρο κατεπείγοντος και δεν συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις και/ή οι Αιτητές έχουν δείξει υπέρμετρη καθυστέρηση.
  7. Γενικά δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος ως αυτές διατυπώνονται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου στο Ν. 14/60και ως αυτές έχουν ερμηνευτεί από τη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων.
  8. Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει την ύπαρξη πραγματικού και/ή άμεσου κινδύνου αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων που θα αποστερήσουν από αυτούς την ευκαιρία να εισπράξουν τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά.» Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Ευάγγελου Μαντογιαννάκου, Εναγόμενου 1, ο οποίος δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Εναγόμενο 3 να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους του, και από ένορκη δήλωση του ίδιου του Εναγόμενου
  9. Με άδεια του Δικαστηρίου έχουν καταχωριστεί συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και από τις δύο πλευρές. Αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο της Αγωγής, της Αίτησης και της Ένστασης. Το ίδιο ισχύει για το μαρτυρικό υλικό (συμπεριλαμβανομένων των Τεκμηρίων) που έχει προσαχθεί, τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, και για τη Νομολογία στην οποία με παρέπεμψαν. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60επί του οποίου βασίζεται η Αίτηση, παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται οιοσδήποτε περιορισμός, (βλ. Α.Β.P. Holdings Ltd ν. Α. Κιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στη μεταγενέστερη υπόθεση Seamark Consult. Services Ltd κ.ά ν. Joseph P. Lasala κ.ά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162, στην οποία, για άλλη μια φορά λέχθηκε πως το άρθρο 32 παρέχει ευρύτατες εξουσίες στα Δικαστήρια, που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη σελίδα 177 της απόφασης: «Η απαίτηση των σύγχρονων ρυθμών ζωής οδήγησαν τα Δικαστήρια στη σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιαπλάσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους για να παρέχεται σ΄ αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς». Το ίδιο και στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά ν. Ιωάννη Κλούκινα, Πολιτικές Εφέσεις 319/11 και 320/11, απόφαση ημερ. 13.1.14, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. Ευρύτατη λοιπόν εξουσία παρέχεται, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στο Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να καθίστανται αποτελεσματικά. Εκείνο που κρίνεται πάντοτε κάτω από το άρθρο 32 είναι αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, κανένας άλλος περιορισμός δεν τίθεται.» Δεν θα παραθέσω τις γνωστές προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων. Αναφέρω απλώς, πως σε διαδικασίες έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 (πιο πάνω), έργο του Δικαστηρίου είναι μόνο η διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων για έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο προσεγγίζει την προσαχθείσα μαρτυρία μόνο για τους σκοπούς αυτούς. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από την υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, όπου στη σελ.267 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «I would like to observe that at the stage of granting or refusing an interlocutory injunction, such as the one which was made in the present case, the parties should limit themselves to the issue of whether or not, in the light of the provisions of section 32
(1)of Law 14/60 and of the relevant principles of law, such an injunction should be granted; and this clearly interlocutory stage of the proceedings should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο.) Bλέπε επίσης τις υποθέσεις Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1B A.A.Δ. 788 και Demades Overseas Ltd v. Studio MΑ.SΤ. Ltd
(1996)1Β Α.Α.Δ. 799.) Πρώτη και Δεύτερη Προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 Όσον αφορά στην πρώτη προϋπόθεση (Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201), διαπιστώνω ότι αυτή ικανοποιείται αφού υπάρχει δικογραφημένη αξίωση εκ μέρους των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 3 που αφορά σε οφειλόμενα ποσά που φέρονται να έχουν προκύψει δυνάμει Εγγράφων που ο Εναγόμενος 3 έχει υπογράψει ως εγγυητής. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 2-7 στην αρχική ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, έχω κατά νου ότι η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, διαβάζουμε τα ακόλουθα από τη σελίδα 237: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε, πάλιν εσφαλμένα, ρητή αρνητική απάντηση στην εισήγηση, αντί να μετρήσει και αξιολογήσει και το στοιχείο τούτο, για τους σκοπούς μόνο της έκδοσης ή μη του διατάγματος». Παρόμοια θέματα εξετάστηκαν και στην πρόσφατη Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23.3.
  1. Συνεπώς, αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου και τις θέσεις της άλλης πλευράς πριν αποφασίσω κατά πόσο ικανοποιείται η δεύτερη προϋπόθεση. Ως ελέχθη, ο Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενος 3 παραδέχεται ότι υπέγραψε τα Τεκμήρια 2-7 (σχετική είναι η παράγραφος 5 από την ένορκη του δήλωση ημερ. 11.5.17 που υποστηρίζει την Ένσταση). Δεν αποφασίζεται τώρα, αν αυτά τα έγγραφα συνιστούν συναλλαγματική, γραμμάτιο, χρεωστικό ομόλογο ή συμφωνία δανείου, ως περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι αυτά έχουν εξοφληθεί, όχι από τον ίδιον αλλά από τον Εναγόμενο
  2. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην παράγραφο 6 της ένορκης του δήλωσης: «Εξ΄ όσων γνωρίζω από τον εναγόμενο 1 έχει εξοφλήσει πλήρως τα Γραμμάτια με την καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού με επιταγές χρονολογημένες μεταξύ του Απριλίου 2010 μέχρι και Οκτωβρίου 2010.» Ο Εναγόμενος 1 προς επίρρωση του ισχυρισμού του ότι εξόφλησε τα ποσά για τα οποία γίνεται αναφορά στα επίδικα έγγραφα, επικαλείται διάφορες επιταγές. Για αυτές όμως τις επιταγές οι Ενάγοντες αναφέρουν τα ακόλουθα: «
  3. Ο Εναγόμενος 1 στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 11/05/2017, η οποία συνοδεύει την ένσταση του Εναγομένου 3 στην επίδικη αίτηση, επισυνάπτει σύνολο επιταγών ισχυριζόμενος ότι εξόφλησε τα επίδικα Γραμμάτια, Τεκμήρια 2-7 της ένορκης μου δήλωσης ημερομηνίας 13/03/
  4. Ο ισχυρισμός αυτός είναι ψευδής, καθότι όπως προκύπτει από τις αποδείξεις που εκδόθηκαν από την Ενάγουσα αναφορικά με τις επιταγές αυτές, οι επιταγές είχαν δοθεί έναντι του υπολοίπου του χρεωπιστωτικού λογαριασμού της Εναγόμενης 2 και όχι έναντι των Γραμματίων. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 αντίγραφα των επιταγών της Εναγομένης 2 μαζί με αντίγραφα των αποδείξεων που εξέδιδε η Ενάγουσα για κάθε πληρωμή η οποία γινόταν. Εσκεμμένα φαίνεται ότι ο Εναγόμενος 1, ενώ του είχαν αποσταλεί οι εν λόγω αποδείξεις δεν τις παρουσιάζει στην ένορκη του δήλωση. Περαιτέρω, ουδέποτε αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο αυτών των αποδείξεων και είναι με έκπληξη μου που ανέγνωσα την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 ότι δήθεν εξόφλησε και/ή πλήρωσε τα Γραμμάτια στην Ενάγουσα.
  5. Το γεγονός ότι οι επιταγές δόθηκαν έναντι του υπολοίπου του χρεωπιστωτικού λογαριασμού της Εναγόμενης 2 προκύπτει και από την σχετική κατάσταση του χρεωπιστωτικού λογαριασμού της Εναγομένης 2, την οποία παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2 και η οποία αποστέλλετο από καιρό εις καιρό στους Εναγόμενους 1 και
  6. Η Εναγόμενη 2 κατά διαστήματα εξέδιδε επιταγές έναντι του υπολοίπου του χρεωπιστωτικού της λογαριασμού, όπως προκύπτει και από το Τεκμήριο 2 στην παρούσα. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 3, δέσμη αποδείξεων οι οποίες εκδόθηκαν από την Ενάγουσα για ποσά που κατέβαλλε κατά διαστήματα η Εναγόμενη 2 έναντι του υπολοίπου του χρεωπιστωτικού της λογαριασμού, οι οποίες αποδείξεις είναι ημερομηνίας είναι τόσο πριν του 2010 όσο και μετά του 2010, ημερομηνίας που ισχυρίζεται ο Εναγόμενος 1 ότι πλήρωσε τα Γραμμάτια στην Ενάγουσα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει και από την κατάσταση λογαριασμού, το οφειλόμενο ποσό κατά το 2010 και τις ημερομηνίες υπογραφής των Γραμματίων υπερκαλύπτει το συνολικό ποσό των Γραμματίων.». (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Ο Εναγόμενος 1 με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερ. 15.6.17 απαντά ως ακολούθως: «Με τις επιταγές Τεκμήρια 7-12 της ένορκης μου δήλωσης ημερομηνίας 11/5/17, έχω εξοφλήσει πλήρως τα επίδικα γραμμάτια. Οι αποδείξεις που προτείνονται στο Τεκμήριο 1 της ΣΕΔ Μαρίνου, ουδέποτε τις έλαβα και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις των αιτητών προς στοιχειοθέτηση της εν θέματι αίτησης.» Σημειώνεται εδώ ότι η θέση των Εναγόντων είναι ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 οφείλουν στους ίδιους ποσό πολύ μεγαλύτερο από αυτό που φέρεται να οφείλει ο Εναγόμενος
  7. Ως ελέχθη, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε εύρημα αναφορικά με την εξόφληση ή όχι της κατ΄ ισχυρισμό οφειλής του Εναγόμενου
  8. Ούτε αποφασίζεται στο στάδιο αυτό ποιος διάδικος ψεύδεται. Έχοντας ενώπιον μου τα πιο πάνω και χωρίς να αγνοώ το μαρτυρικό υλικό στο σύνολο του, το οποίο, επαναλαμβάνω, προσεγγίζω μόνο για σκοπούς έκδοσης προσωρινών θεραπειών-συντηρητικών μέτρων, βρίσκω ότι οι Αιτητές έχουν ικανοποιήσει και την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, αφού από την προσαχθείσα μαρτυρία βρίσκω ότι έχουν προσκομίσει μαρτυρία από την οποία προκύπτει ότι έχουν συζητήσιμη υπόθεση που αφορά σε οφειλή δυνάμει εγγράφων που ο Εναγόμενος 3 υπέγραψε. Όλοι οι ισχυρισμοί που έχει προβάλει ο τελευταίος και ειδικότερα ο ισχυρισμός της εξόφλησης (ως πιο πάνω έχει περιγραφεί), δεν βρίσκω ότι εξασθενίζουν την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης των Εναγόντων σε βαθμό που αυτοί να μην έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στα πλαίσια εκδίκασης της Αγωγής. Λόγος Ένστασης ότι οι Αιτητές «έχουν δείξει υπέρμετρη καθυστέρηση» Η πλευρά του Εναγόμενου 3 θεωρεί ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αγωγής και της Αίτησης ή τέτοια καθυστέρηση, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να μην δικαιούνται στις αιτούμενες με την Αίτηση θεραπείες. Στην υπόθεση Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Ελεονώρας άλλως Νόρας Σιακατίδου Πολιτική Έφεση 52/10, απόφαση ημερ. 19.3.14, το Εφετείο βρήκε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε λανθασμένα τη διακριτική του ευχέρεια όταν ακύρωσε το διάταγμα που εξέδωσε με μονομερή αίτηση. Για το θέμα της καθυστέρησης ανέφερε τα ακόλουθα: «. Η περιουσία που δεσμεύθηκε ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της εφεσίβλητης που η αξία του κάλυπτε την ανταπαίτηση της εφεσείουσας. Με δεδομένο το εύρημα του Δικαστηρίου ότι υπήρχε πιθανότητα σε θεραπεία για ποσό που υπεξαιρέθηκε και οικειοποιήθηκε η εφεσίβλητη και ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 πληρούνταν, το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει και το ισοζύγιο της ευχέρειας, πράγμα που ορθώς παραπονείται η εφεσείουσα ότι παρέλειψε να το πράξει. Σημειώνουμε ότι από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν τίθενται οποιαδήποτε γεγονότα ή ισχυρισμοί ότι η έκδοση ή η οριστικοποίηση του διατάγματος θα προκαλούσε αδικία στην εφεσίβλητη ή ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος και η καθυστέρηση στη λήψη μέτρων έφεραν την εφεσίβλητη σε δυσμενέστερη θέση. Το θέμα εγείρεται μόνο με το περίγραμμα αγόρευσης της εφεσίβλητης, η οποία σημειώνουμε ότι δεν ήσκησε αντέφεση, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξεταστεί.» Κατ΄ επέκταση, οριστικοποίησε το αρχικά εκδοθέν, με μονομερή αίτηση, προσωρινό διάταγμα. Στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. ν. Benfleet Enterp. Ltd κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 280, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπ΄ όψιν το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των γεγονότων που συνιστούσαν «την αιτία αγωγής των εναγόντων και την καταχώρηση της αγωγής και της αίτησης για ενδιάμεσο διάταγμα». Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την πιο πάνω θέση, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 287: «. Παραβλέπουν ακόμα ένα σημαντικότατο παράγοντα ότι η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση (laches) προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερο, οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη (βλέπε I.C.F. Spry, The Principles of Equitable Remedies, 4η έκδοση, σελ.223). Στην παρούσα υπόθεση καταλήγουμε ότι δεν υπήρξε μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας, ενώ δεν υποστηρίκτηκε καν από τους εφεσείοντες ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια από την καθυστέρηση. Εξ άλλου, αν δεχόμαστε το επιχείρημα των εφεσειόντων, θα καταλήγαμε στη λανθασμένη θέση ότι εκτός αν η αγωγή εγείρεται αμέσως μετά τη δημιουργία του αγώγιμου δικαιώματος, ο ενάγων δεν δικαιούται της προστασίας συντηρητικού διατάγματος. Ούτε η καθυστέρηση μεταξύ αγωγής και αίτησης για συντηρητικό διάταγμα λειτουργεί αρνητικά εναντίον του αιτητή, εκτός αν από την καθυστέρηση επηρεάζονται τα δικαιώματα του αντιδίκου του.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Στην Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2029, εξετάστηκαν παρόμοιοι ισχυρισμοί. Στις σελ. 2040, 2041 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά την γένεση της βάσης της αγωγής. Όπως παρατηρεί ο Χατζηχαμπής, Δ. στην Χριστοδούλου (πιο πάνω) «το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση δεν ήταν ο χρόνος έγερσης της αιτίας αγωγής αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του εφεσίβλητου για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση θεραπεία». Στην παρούσα υπόθεση οι εφεσίβλητοι επεδίωξαν την διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους εντός περιόδου μικρότερης των 4 μηνών από την ημερομηνία της ειδοποίησης των δικηγόρων των εφεσιβλήτων - 2.1.2000 - προς τον εφεσείοντα. Ισχυρίστηκαν ότι παρά την επίσχεση ήταν δυνατή η πώληση των μετοχών κατ' εφαρμογή του συστήματος της αποϋλοποίησης και ότι «είναι κατεπείγον όπως δοθεί το διάταγμα καθ' ότι ο εναγόμενος θα μπορεί να πωλήσει, μεταβιβάσει και αποξενώσει τις μετοχές». Έχουμε λάβει υπόψη τα σχετικά γεγονότα. Με δεδομένη την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και ορατή την πιθανότητα επιτυχίας θεωρούμε ότι η προστασία των δικαιωμάτων των εφεσειόντων καθίστατο επείγον ζήτημα. Επομένως το επίδικο διάταγμα μπορούσε να χορηγηθεί μετά από μονομερή αίτηση. Περαιτέρω θεωρούμε ότι η καθυστέρηση - μικρότερη των 4 μηνών - εξεταζόμενη σε συνάρτηση με τους πιο πάνω δύο παράγοντες - την ουσία της υπόθεσης και τον επηρεασμό των δικαιωμάτων του εφεσείοντα - δεν ήταν τέτοια που να δικαιολογεί την άρνηση χορήγησης ενδιάμεσης θεραπείας. Ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί.» Σημειώνεται ότι στην εν λόγω υπόθεση οι θεραπείες είχαν δοθεί με Μονομερή Αίτηση, κάτι που δεν συμβαίνει εδώ. Όπως και στην υπόθεση Τσιαντής, πιο πάνω, με δεδομένη την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και την ορατή πιθανότητα επιτυχίας, βρίσκω ότι η καθυστέρηση στην κατάθεση της Αγωγής και της Αίτησης (η οποία καθυστέρηση δεν επέτρεψε στους Ενάγοντες όπως η Αίτηση τους εξεταστεί στην απουσία του Εναγόμενου 3), δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί την απόρριψη της Αίτησης όταν μάλιστα από αυτήν τη καθυστέρηση κανένα δικαίωμα του Καθ΄ ου η Αίτηση έχει παραβλαφθεί. Όπως εύστοχα αναφέρθηκε από την τότε Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου κα Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, στην Αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού 4935/13, μεταξύ Ροδόλφου Οντόνι ν. Nomato Investments Limited κ.ά, Απόφαση ημερ. 11.3.14: «Η καθυστέρηση στη διεκδίκηση έχει πάντα τη σημασία της και σίγουρα έχει άλλη ισχυρότερη σαφώς δυναμική όταν επιδιώκεται θεραπεία με ex parte αίτηση.» Ούτε η καθυστέρηση, βρίσκω, καθιστά την παροχή των αιτούμενων προσωρινών θεραπειών άδικη. Λόγος Ένστασης ότι οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει την ύπαρξη πραγματικού και/ή άμεσου κινδύνου αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων - Τρίτη Προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 Η απουσία πρόθεσης για αποξένωση περιουσίας έχει επανειλημμένα αναγνωριστεί από τη Νομολογία μας (Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd κ.ά
(2001)1(B) A.A.Δ. 1301, 1317). Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η όποια δικαστική απόφαση ήθελε εκδοθεί, αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυρ. "Λεωνικ" Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785, Τσιολάκη κ.ά ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782). Και εδώ βρίσκω πως αυτός υπάρχει. Στην υπόθεση Νικόλα ν. Κεφάλα κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400, 1405, λέχθηκε ότι η ύπαρξη άλλης περιουσίας ή ακόμη και καταθέσεων που θα ήταν αδέσμευτες και θα υπόκειντο σε κάθε είδους διάθεση ή χειρισμό ανάλογα με τη βούληση των εναγομένων, δεν παρείχε αφ' εαυτής τα εχέγγυα ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδίδετο εναντίον τους. Να σημειωθεί εδώ ότι η Αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Ελεονώρας άλλως Νόρας Σιακατίδου (πιο πάνω): «Δεν πρέπει άλλωστε να μας διαφεύγει ότι η αίτηση στηριζόταν και στο άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6, πρόνοια με την οποία το Δικαστήριο καθόλου δεν ασχολήθηκε. Δυνάμει του άρθρου 5 κάθε Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της αγωγής. (Ευριπίδης Ζεμενίδης ν. Α. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία ΛΕΩΝΙΚ ΛΤΔ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Σκοπεί το άρθρο 5, έκριναν οι αποφάσεις ανωτέρω, στην έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος ώστε να εμποδιστεί ο εναγόμενος ή ο ενάγων δυνάμει ανταπαίτησης, να πωλήσει ή μεταβιβάσει την ιδιοκτησία του σε τρίτο πρόσωπο με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να εμποδιστεί να ικανοποιηθεί στην απόφαση που είναι δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του. Υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι αποδεικνύεται το επείγον ή ότι υπάρχουν άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις ώστε να το εκδώσει μονομερώς και χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Σχετική επίσης με το ζήτημα είναι η Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520. Δεν είναι όμως απαραίτητο, Phasarias (ανωτέρω), να καταδειχθεί πρόθεση αποξένωσης. Το διάταγμα εκδίδεται ώστε να αποφευχθεί η αποξένωση και να μην υψωθεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην ικανοποίηση της απόφασης που ήθελε εκδοθεί εναντίον του ενάγοντος. » (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Όσον αφορά στην τρίτη προϋπόθεση, θα αναφέρω απλώς ότι έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι η δυσκολία ή η αδυναμία για πλήρη απονομή δικαιοσύνης περιλαμβάνει και άλλα κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Στην υπόθεση Melouskia Commercial Ltd κ.ά ν. Chumachenko Alisa κ.ά, Πολιτική Έφεση Ε71/13, απόφαση ημερ. 30.9.14, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «... Σ΄ ότι δε αφορά την τρίτη προϋπόθεση - ότι δηλαδή χωρίς την παγοποίηση των επίδικων τραπεζικών λογαριασμών θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο - παρατηρούμε ότι και αυτό το ζήτημα προσεγγίστηκε από τον ευπαίδευτο Πρόεδρο με υποδειγματικό τρόπο. Συναφώς αφού υπενθύμισε τη σχετική νομολογία (Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen The)
(1983)1 W.L.R. 1412, C. Phasarias (Auto Centre) Ltd v. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 785, Μ & Ch. Mitsingas Trading v. Timberland
(1997)2 (Γ) A.A.Δ. 1794 και Κυρισάββας κ.α. ν. Κίζη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245) έκρινε πως «. η οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος παγοποίησης είναι απολύτως απαραίτητη και αναγκαία εφόσον, σε περίπτωση που δεν καταστεί απόλυτο το διάταγμα παγοποίησης, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος αποξένωσης των ποσών καθώς και απενεργοποίησης των εν λόγω λογαριασμών και συνεπώς βάσιμος κίνδυνος ότι δικαστική απόφαση που ενδεχομένως εκδοθεί υπέρ των Αιτητριών θα παραμείνει ανικανοποίητη». Θεωρούμε απολύτως ορθό το υπό αναφορά σκεπτικό, το οποίο και υιοθετούμε. Σ΄ ότι δε αφορά το «παράπονο» των εφεσειουσών ότι δεν πληρούται η τρίτη προϋπόθεση καθότι η παγοποιηθείσα περιουσία είναι πολύ μικρή σε σχέση με την απαίτηση των εφεσιβλήτων και επομένως δεν εξυπηρετείται ο σκοπός της προϋπόθεσης αυτής, περιοριζόμαστε απλώς να παρατηρήσουμε ότι η θέση αυτή δεν συνοδεύεται από την αναμενόμενη σοβαρότητα. Και αυτό καθότι υιοθέτηση της θα οδηγούσε στην παραλογία ότι επειδή οι εφεσίβλητες δεν κατόρθωσαν να παγοποιήσουν τους επίδικους λογαριασμούς έγκαιρα απώλεσαν και τη δυνατότητα παγοποίησης τους με το αιτιολογικό ότι τα ποσά που υπήρχαν σ΄ αυτούς δεν ήταν ικανοποιητικά για την πλήρη ικανοποίηση μιας ενδεχόμενης απόφασης προς όφελός τους.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Το ουσιώδες, σύμφωνα με την πιο πάνω Νομολογία, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Υπό το φως των πιο πάνω, βρίσκω ότι εδώ υπάρχει κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η όποια δικαστική απόφαση ήθελε εκδοθεί προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 3, σε περίπτωση που ο τελευταίος μεταβιβάσει σε τρίτα πρόσωπα και/ή αποξενώσει και/ή επιβαρύνει τα επίδικα ακίνητά του. Με άλλα λόγια, βρίσκω ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα. Εν κατακλείδι βρίσκω πως όλοι οι λόγοι Ένστασης του Εναγόμενου 3 (τους οποίους έχω θέσει ενώπιον μου) είναι αβάσιμοι, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου και ότι ενδείκνυται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Πριν καταλήξω στην πιο πάνω απόφαση μου, έκρινα, πέρα από την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60, ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι και δίκαιη και πρόσφορη. Για το θέμα αυτό παραπέμπω και στο Σύγγραμμα των κ.κ. Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη «Διατάγματα», Έκδ. 2016, όπου στις στη σελ. 145 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αποφασίζοντας κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί ένα διάταγμα, το δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους σχετικούς παράγοντες και να αποδώσει σ' αυτούς την πρέπουσα βαρύτητα. Η βαρύτητα κάθε παράγοντα δεν είναι πάντα η ίδια και εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Γι' αυτό και η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου έχει τόση μεγάλη, και πολλές φορές καθοριστική, σημασία. Ως γενική αρχή το δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, λαμβάνει πρωτίστως υπόψη (i) τις ανάγκες της δικαιοσύνης σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης και (ii) κατά πόσο θα πρέπει να διατηρηθεί η κατάσταση που επικρατούσε πριν ο εναγόμενος αρχίσει τη δραστηριότητα του (status quo ante). Πέραν τούτου, δεν είναι δυνατή η εκ των προτέρων απαρίθμηση των παραγόντων οι οποίοι ενδεχομένως θα έχουν επίδραση στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Ορισμένοι παράγοντες μπορεί να αποδειχθεί ότι έχουν μεγαλύτερη σημασία από άλλους. Μπορεί ένας παράγοντας να αποδειχθεί ο πιο σημαντικός από όλους. Γι' αυτό και κανένας παράγοντας δεν μπορεί να αγνοείται ή να υποτιμάται» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χρίστος Ευστρατίου ν. Dicran Ouzounian and Company Limited, Πολ. Έφεση 292/2010, απόφαση ημερ. 20.1.14: «Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd [1987] 1 W.L.R. 670).» Στην υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 C.L.R. 152, το προσωρινό διάταγμα ακυρώθηκε από το Εφετείο αφού με αυτό απλώς αναστέλλετο η πληρωμή προστίμου που επιβλήθηκε στον Ενάγοντα κατόπιν πειθαρχικής καταδίκης του από την Εναγόμενη Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου. Κρίθηκε πως αν ο Ενάγων πλήρωνε το πρόστιμο ύψους Λ.Κ.5.000, δεν θα προκαλείτο σε αυτόν ανεπανόρθωτη ζημιά. Με άλλα λόγια, κρίθηκε ότι ο ισοζυγισμός των επιπτώσεων δεν ήταν προς όφελός του. Εδώ, βρίσκω ότι ο ισοζυγισμός των επιπτώσεων είναι έκδηλα προς όφελος των Εναγόντων, αφού η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν φαίνεται να προκαλεί οποιεσδήποτε ζημιές στον Εναγόμενο 3, ο οποίος βεβαίως το μόνο που ισχυρίστηκε είναι ότι με την έκδοση των διαταγμάτων «δεν θα μπορεί να απολαμβάνει την περιουσία του κατά το δοκούν.». Ισχυρισμός βεβαίως που δεν ισοδυναμεί με ισχυρισμό περί ύπαρξης ανεπανόρθωτης ζημιάς. Τουναντίον, η μη έκδοση των διαταγμάτων είναι δυνατό να επηρεάσει αρνητικά τα όποια δικαιώματα των Εναγόντων, αφού υπάρχει βάσιμος κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί προς όφελός τους και εναντίον του Εναγόμενου 3. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρεία. Προς τούτο παραπέμπω και στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd.,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237, όπου στη σελίδα 1244 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Ακολουθεί ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει, παρά μόνο εάν διαπιστώσει ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών, που η νομολογία αναγνωρίζει. Τα όσα αναφέρονται στις αποφάσεις, στις οποίες οι συνήγοροι μας παρέπεμψαν, δεν μπορεί παρά να ιδωθούν μέσα στο σύνολο των δικών τους γεγονότων και περιστατικών.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Εκδίδονται διατάγματα εναντίον του Εναγόμενου 3 ως οι παράγραφοι (β) και (γ) της Αίτησης. Νοείται ότι τα διατάγματα θα ισχύουν μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής ή μέχρι να εκδοθεί άλλη διαταγή του Δικαστηρίου. Ως ελέχθη, το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα στα πλαίσια της Μονομερούς Αίτησης, αφού διέταξε όπως αυτή επιδοθεί στον Καθ΄ ου η Αίτηση. Κατ΄ επέκταση η Αίτηση κατέστη δια κλήσεως, οπότε σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να εφαρμόσει τις πρόνοιες του Άρθρου 9
(2)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  1. Για το θέμα αυτό παραπέμπω στην πρόσφατη απόφαση μεταξύ Δέσπως Στυλιανού ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 354/13, απόφαση ημερ. 4.12.
  2. Όμως, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω Απόφαση: «Άλλο είναι βέβαια το ζήτημα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να θέσει, στα ευρεία πλαίσια που εν προκειμένω το δίκαιο και οι αρχές της επιείκειας του παρέχουν, όρους που θεωρεί εύλογους και δίκαιους, κατά την εκτίμηση των κινδύνων που συνεπάγεται η παροχή μιας ενδιάμεσης θεραπείας. Σ΄ αυτά τα πλαίσια, δεν παραβλέπουμε ότι στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Φυλακτίδη
(2009)1 Α.Α.Δ. 317, το Ανώτατο Δικαστήριο έψεξε το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέβαλε εγγύηση στους εφεσίβλητους, υπέρ των οποίων είχαν δοθεί ενδιάμεσα διατάγματα σε υπόθεση οχληρίας, για τυχόν ζημίες που μπορεί να είχαν προκληθεί εξαιτίας της τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης απ΄ αυτούς των διαταγμάτων.» Εδώ αφού έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο των εκδοθέντων διαταγμάτων, τα οποία συνιστούν ενδιάμεσες θεραπείες, αποφάσισα να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και να επιβάλω όρο όπως οι Ενάγοντες πριν από τη σύνταξη των διαταγμάτων υπογράψουν εγγύηση ύψους €100.000 για κάλυψη τυχόν ζημιών στον Εναγόμενο 3 σε περίπτωση που αυτές ήθελον προκληθεί συνεπεία τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης των διαταγμάτων. Ο Εναγόμενος 3 καταδικάζεται στα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.