← Κύπρος

ΚΩΣΤΑ ΜΑΝΩΛΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης: 2662/2013, 27/9/2017

ΚΩΣΤΑ ΜΑΝΩΛΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης: 2662/2013, 27/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A235 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 2662/2013 Αναφορικά με τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4 και τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 Αναφορικά με τη Διαιτησία με αριθμό 17/11 μεταξύ: Μεταξύ: ΚΩΣΤΑ ΜΑΝΩΛΗ Εφεσείοντα/Αιτητή και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ Εφεσιβλήτων/Καθ΄ων η αίτηση Και δυνάμει Ανταπαίτησης Μεταξύ: ΚΩΣΤΑ ΜΑΝΩΛΗ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ 27.9.2017 Για τον Αιτητή-Εφεσείοντα: κ. Σ. Δράκος Για τον Καθ' ου η Αίτηση-Εφεσίβλητο: κ. Καρύδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ως έχει τροποποιηθεί ο Εφεσείων-Αιτητής ζητά ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 09.12.2013 για τους ακόλουθους λόγους: 1. Η διαιτησία διεξήχθη παράτυπα και/ή είναι άκυρη και/ή παράτυπη και/ή η δικαστική επιτροπή που αποτελείτο από το διαιτητή είναι αντισυνταγματική καθότι διορίστηκε και/ή καθιδρύθηκε κατά παράβαση του άρθρου 30

(1)του Συντάγματος.
  1. Ο διαιτητής δεν ήταν ο φυσικός διαιτητής αλλά προέκυψε συνεπεία μονομερών διαβουλεύσεων των καθ' ων η αίτησης χωρίς να λάβει μέρος ο αιτητής κατά παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ούτε τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για να αντικατασταθεί ο φυσικός διαιτητής στην υπόθεση.
  2. Ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά
  3. Η απόφαση εκδόθηκε παράτυπα και/ή είναι ανυπόστατη
  4. Ο διαιτητής ενήργησε με πλάνη ως προς το νόμο.
  5. Ο διαιτητής ενήργησε καθ' υπέρβαση των εξουσιών του και η απόφαση εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας.
  6. Η απόφαση είναι το αποτέλεσμα της λανθασμένης νομικής καθοδήγησης του Διαιτητή αναφορικά με τα επίδικα θέματα.
  7. Ο Διαιτητής παρέλειψε να ασχοληθεί και/ή δεν ασχολήθηκε καθόλου με τις υπερασπίσεις που προέβαλε ο Αιτητής.
  8. Ο Διαιτητής κακώς εφάρμοσε τις νομικές αρχές τις αφορώσες το θέμα κατά πόσο ήταν αποκρυσταλλωμένη υπόθεση για έκδοση απόφασης.
  9. O διαιτητής δεν εξέτασε δικαστικά τις πιο κάτω ενστάσεις του Αιτητή και ούτε δικαιολογεί την απόρριψη τους. (α) Ο καθ' ου η αίτηση με την παράγραφο 2,3,4,5 της Υπεράσπισης του σε καμία περίπτωση δεν παραδέχεται ότι οφείλει και/ή ότι Αιτήτρια δικαιούται το ποσό το οποίο αξιώνει και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό δυνάμει της απαίτησης της και/ή αξιώσεων της. Με την παράγραφο 5 της υπεράσπισης ο Καθ' ου η αίτηση προβαίνει σε ρητή άρνηση επί ολόκληρου του περιεχομένου της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης και σε καμία περίπτωση δεν παραδέχεται και/ή συμφωνεί ότι η Αιτήτρια δικαιούται το ποσό που αξιώνει. Το γεγονός ότι ο Καθ' ου δεν συμφωνεί με τα υπόλοιπα δεν σημαίνει και/ή εξυπακούει ότι παραδέχεται την οφειλή και/ή ότι δεν υπάρχει διάρρηξη της σύμβασης από την Αιτήτρια και/ή ότι τα εν λόγω υπόλοιπα η Αιτήτρια τα δικαιούται. Περαιτέρω το γεγονός ότι το ποσό των €1475,12 ο Αιτητής το διεκδικεί ανταπαιτητικώς δεν σημαίνει ότι οποιοδήποτε άλλο μέρος του υπολοίπου δεν θα συμψηφιστεί. (β) Ο Καθ' ου η αίτηση δεν παραδέχεται την οφειλή προς την Αιτήτρια και οι τυχόν παραδοχές του είναι τεχνικές και όχι επί της ουσίας. Απλά και μόνο η παραδοχή κάποιων γεγονότων δεν είναι αρκετή για την έκδοση απόφασης χωρίς την ακρόαση της υπεράσπισης του καθ' ου η αίτηση. (γ) Οι εν λόγω παραδοχές στις οποίες αναφέρεται η Αιτήτρια δεν είναι αποκρυσταλλωμένες και/ή ξεκαθαρισμένες και/ή αδιαμφισβήτητες (unequivocal) ώστε να αποκλείουν την υπεράσπιση του Καθ' ου η αίτηση. Εν πάση περιπτώσει όπως ορίζει η νομολογία οι εν λόγω παραδοχές δεν κλείνουν κάθε δρόμο για την προβολή της υπεράσπισης του Καθ' ου η Αίτηση. (δ) Το εν λόγω χρέος είναι αποκλειστικά το αποτέλεσμα και/ή η συνέπεια της αμέλειας και /ή η διάρρηξη της συμφωνίας του εν λόγω δανείου. Τα ζητήματα όμως αυτά δεν είναι αλληλένδετα και αλληλοσυναρτόμενα. (ε) Η έκδοση απόφασης επί παραδοχών αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και/ή υπό συγκεκριμένες περιστάσεις οι οποίες δεν υφίστανται στην παρούσα υπόθεση. (στ) Οι εν λόγω παραδοχές είναι άμεσα συνυφασμένες με την υπεράσπιση του Καθ' ου η αίτηση. Έκδοση απόφασης επί των εν λόγω παραδοχών θα καταστήσει την υπεράσπιση του Καθ ου η αίτηση άνευ αντικειμένου. (ζ) Η αίτηση της αιτήτριας είναι παραπλανητική αφού ο Καθ' ου η αίτηση δεν αναφέρει και/ή ούτε παραδέχεται στην υπεράσπιση του ότι οφείλει το εν λόγω ποσό. (η) Ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται ότι οφείλει το εν λόγω ποσό στην Αιτήτρια και/ή η οιανδήποτε παραδοχή γεγονότων δεν ισοδυναμεί με αποδοχή και/ή παραδοχή οποιασδήποτε οφειλής βάσει των ισχυρισμών της Αιτήτριας. (θ) Ακόμη και να υπάρχει και/ή να θεωρηθεί ότι υπάρχει παραδοχή ότι ο Καθ' ου η αίτηση οφείλει το εν λόγω ποσό, η εν λόγω παραδοχή και/ή παραδοχές γεγονότων δεν είναι τέτοιες που να μην αμφισβητούν την οφειλή του εν λόγω χρέους. (ι) Η υπόθεση της Αιτήτριας δεν είναι ξεκάθαρη. Ο Καθ' ου η Αίτησης προβάλλει στην υπεράσπιση του διάρρηξη συμφωνίας και/ή αμέλεια και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις σχετικά με την συμφωνία δανείου και γι' αυτό η φύση της υπόθεσης είναι τέτοια που επιβάλλεται η εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας από την Αιτήτρια για στοιχειοθέτηση και/ή απόδειξη των ισχυρισμών της και/ή οι εν λόγω τεχνικές παραδοχές δεν είναι τελικές και/ή οριστικές και/ή αμάχητες ούτως ώστε να δικαιολογείται η έκδοση απόφασης υπέρ της Αιτήτριας στο παρόν στάδιο. (κ) Οι ισχυρισμοί των δικογράφων είναι τέτοιοι μέσα από τους οποίους δεν μπορούν να διαφανούν τα πραγματικά γεγονότα χωρίς περαιτέρω διερεύνηση και γι' αυτό δεν θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση στο παρόν στάδιο. (λ) Τυχόν έκδοση απόφασης στο στάδιο αυτό θα παραβιάζει το δικαίωμα του Καθ' ου η Αίτηση να τύχη δίκαιης δίκης και/ή να απολαύσει του δικαιώματος υπεράσπισης. (μ) Η αίτηση απόφασης δεν θα πρέπει να εγκριθεί αφού νομικά είναι αβάσιμη και η τυχόν διακριτική ευχέρεια του Διαιτητή θα πρέπει ασκηθεί εναντίον της αίτησης της Αιτήτριας.
  10. 0 διαιτητής δεν εξέτασε την υπεράσπιση και ανταπαίτηση στο σύνολο της με αποτέλεσμα κατέληξε σε λανθασμένα συμπεράσματα.
  11. 0 Αιτητής δεν είχε δίκαιη δίκη κατά παράβαση της νομοθεσίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του και/ή δεν είχε αποτελεσματική πρόσβαση σε Διαιτησία και/ή Δικαστήριο και/ή δεν του επιτράπηκε να θέσει ολόκληρη την υπόθεση του ενώπιον του διαιτητή.
  12. .0 διαιτητής εσφαλμένα ακύρωσε τον εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενο 1 και οδήγησε τα πράγματα στην τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης.» Η αίτηση βασίζεται στον περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ 4 άρθρα 9
(1), 9
(2)10, 20
(1),
(2)23 και 24 στο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52, Στο Σύνταγμα άρθρα 23, 30, 35, στο πρώτο πρόσθετο πρωτόκολλο, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών θεσμούς 78 & 79,στους Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς, Δ.48 0.1-12 στη Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα, στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση, εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση και συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Κώστα Μανώλη, ο οποίος αφού παραδέχεται ότι είναι ο πρωτοφειλέτης στη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 16/4/2008 αναφέρει τα ακόλουθα (παρατίθενται αυτούσιες): "Στην Υπεράσπιση μου προβαίνω σε παραδοχές οι οποίες σε καμία περίπτωση μπορούν να θεωρηθούν παραδοχές αποδοχής ευθύνης ως προς το υπόλοιπο του λογαριασμού του δανείου που αφορά η εν λόγω αίτηση. Αναφορικά με τις παραγράφους 2, 3, 4 και 5 της υπεράσπισης μου σε καμία περίπτωση δεν παραδέχομαι ότι οφείλω και/ή ότι η Αιτήτρια δικαιούται το ποσό το οποίο αξιώνει και/ή οποιονδήποτε άλλο ποσό δυνάμει της απαίτησης της και/ή αξιώσεων της. Αναφορικά με την παράγραφο 5 της υπεράσπισης προβαίνω σε ρητή άρνηση επί ολόκληρου του περιεχομένου της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης και σε καμία περίπτωση δεν παραδέχομαι ή συμφωνώ ότι η Αιτήτρια δικαιούται το ποσό που αξιώνει. Το γεγονός ότι δε συμφωνώ με τα υπόλοιπα δεν σημαίνει και/ή εξυπακούεται ότι παραδέχομαι την οφειλή ή ότι δεν υπάρχει διάρρηξη της σύμβασης από την Αιτήτρια και/ή ότι τα εν λόγω υπόλοιπα η Αιτήτρια τα δικαιούται. Περαιτέρω το γεγονός ότι το ποσό των €1.478,41 το διεκδικώ ανταπαιτητικώς δεν σημαίνει ότι οποιοδήποτε άλλο μέρος του υπολοίπου δεν θα συμψηφιστεί. Δεν παραδέχομαι την οφειλή προς την Αιτήτρια και οι τυχόν παραδοχές μου είναι τεχνικές και όχι επί της ουσίας. Απλά και μόνο η παραδοχή κάποιων γεγονότων δεν είναι αρκετή για την έκδοση απόφασης χωρίς την εξέταση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης μου στο σύνολο της και την κατά ακολουθία ακρόαση της υπεράσπισης μου. Οι εν λόγω παραδοχές στις οποίες αναφέρομαι δεν είναι αποκρυσταλλωμένες ή ξεκάθαρες ή μη αμφισβητούμενες ή άνευ όρων ώστε να αποκλείουν την υπεράσπιση μου. Εν πάση περιπτώσει οι εν λόγω παραδοχές δεν κλείνουν κάθε δρόμο για την προβολή της υπεράσπισης μου. Το εν λόγω χρέος είναι αποκλειστικά το αποτέλεσμα ή η συνέπεια της αμέλειας ή η διάρρηξη της συμφωνίας του εν λόγω δανείου. Οι παραδοχές μου όσον αφορά τα υπόλοιπα του δανείου και την ιδιότητα της Αιτήτριας δεν μπορούν να θεωρηθεί ότι δεν είναι αλληλένδετες και αλληλοεξαρτώμενες με την υπεράσπιση μου. Με το ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον μου επηρεάζεται η υπεράσπιση μου. Όπως ανέφερα το γεγονός και μόνο ότι γίνεται παραδοχή των εν λόγω υπολοίπων δεν σημαίνει ότι αυτομάτως παραδέχομαι ότι η αιτήτρια δικαιούται τα υπόλοιπα του δανείου που αξιώνει. Στην υπεράσπιση μου εγείρω ζητήματα τα οποία αγγίζουν την βάση της σύμβασης, δηλαδή ισχυρίζομαι παράβαση συμφωνίας, αμέλεια δανειστού και ευθύνη δανειστή, παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης και ψευδείς παραστάσεις. Τέτοια θέματα τα οποία εγείρω θα ήταν παράλογο και άδικο να παρακαμφθούν στο παρόν στάδιο αφού αν αποδειχτούν ή ίδια η συμφωνία δανείου θα είναι άκυρη εξ' υπαρχής και τα υπόλοιπα δεν θα ευσταθούν ή τα υπόλοιπα του εν λόγω λογαριασμού να προκύπτουν από τις παραβάσεις της αιτήτριας. Δεν υπάρχει οτιδήποτε μέσω των παραδοχών μου από το οποίο να προκύπτει ότι έχω εγκαταλείψει την υπεράσπιση μου ή ότι η Αιτήτρια δικαιούται απόφαση χωρίς να παραβιάζονται βασικά μου δικαιώματα όπως το δικαίωμα υπεράσπισης και δικαίωμα δίκαιης δίκης. Σε καμία περίπτωση με τις παραδοχές μου δεν παραδέχομαι ή συμφωνώ ότι φέρω ευθύνη για τα εν λόγω υπόλοιπα του δανείου. Θα είναι άδικο να συνεχίζει να ισχύει η εν λόγω απόφαση, αφού για να διαλευκανθεί αν όντως το υπόλοιπο του λογαριασμού το δικαιούται η Αιτήτρια θα πρέπει πρώτα να ακουστούν σε ακρόαση τα ζητήματα που θέτω με την υπεράσπιση μου. Η υπεράσπιση μου αφορά ολόκληρη την απαίτηση της Αιτήτριας και βάσει των συγκεκριμένων παραδοχών σε καμία περίπτωση μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι γίνονται οποιεσδήποτε παραδοχές προς μέρη της απαίτησης. Η υπεράσπιση μου δεν αφήνει περιθώρια για την παραδοχή συγκεκριμένων αξιώσεων της αιτήτριας και η αξίωση της αιτήτριας δεν δύναται να επιτρέπει το διαχωρισμό παραδοχής κάποιων μερών δίχως να επηρεάζεται η υπεράσπιση μου στην ολότητα της. Η συμφωνία δανείου ήταν συγκεκριμένη και διεπόταν από όρους που προκαθόριζαν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις αμφοτέρων των μερών. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου η έκδοση απόφασης επί παραδοχών αποτελεί εξαιρετικό μέτρο υπό συγκεκριμένες περιστάσεις οι οποίες δεν υφίστανται στην παρούσα υπόθεση. Οι εν λόγω παραδοχές είναι άμεσα συνυφασμένες με την υπεράσπιση μου και η έκδοση απόφασης επί των εν λόγω παραδοχών καθιστά την υπεράσπιση μου άνευ αντικειμένου. Η αίτηση της αιτήτριας είναι παραπλανητική εφόσον στην υπεράσπιση μου δεν αναφέρω ή δεν παραδέχομαι ότι οφείλω το εν λόγω ποσό. Αρνούμαι ότι οφείλω το εν λόγω ποσό στην Αιτήτρια και οιανδήποτε παραδοχή γεγονότων δεν ισοδυναμεί με αποδοχή ή παραδοχή οποιασδήποτε οφειλής βάσει των ισχυρισμών της Αιτήτριας. Ισχυρίζομαι ότι και να υπάρχει ή να θεωρηθεί ότι υπάρχει παραδοχή ότι οφείλω το εν λόγω ποσό, πράγμα που κατηγορηματικά αρνούμαι η εν λόγω παραδοχή ή παραδοχές γεγονότων δεν είναι ξεκάθαρες ή δεν είναι τέτοιες που να μην αμφισβητούν την οφειλή του εν λόγω χρέους. Η υπόθεση της Αιτήτριας δεν ήταν ξεκάθαρη και στην υπεράσπιση μου προβάλλω διάρρηξη ή παράβαση συμφωνίας ή αμέλεια ή απάτη ή ψευδείς παραστάσεις σχετικά με την συμφωνία δανείου και γι' αυτό η φύση της υπόθεσης είναι τέτοια που επιβάλλεται η εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας από την Αιτήτρια για στοιχειοθέτηση και/ή απόδειξη των ισχυρισμών της και/ή οι εν λόγω τεχνικές παραδοχές δεν είναι τελικές και/ή οριστικές και/ή αμάχητες ούτως ώστε να δικαιολογείτο η έκδοση απόφασης υπέρ της Αιτήτριας στο παρόν στάδιο. Οι ισχυρισμοί από τα δικόγραφα είναι τέτοιοι μέσα από τους οποίους δεν μπορούν να διαφανούν τα πραγματικά γεγονότα χωρίς να ακουστεί μαρτυρία. Η έκδοση της απόφασης στο στάδιο θα παραβιάζει το δικαίωμα μου για δίκαιη δίκη ή για προβολή αποτελεσματικής υπεράσπισης. Επισυνάπτονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ τα πιο κάτω: (α) Αντίγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α. (β) Αντίγραφο τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β. (γ) Αντίγραφο ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 18/2/13, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ. (δ) Αντίγραφο απόφασης ημερομηνίας 9/12/13, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω πιστεύω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους των εφεσειόντων στην υπό κρίση διαδικασία διαιτησίας εφαρμόζονται όλες οι αρχές οι σχετικές με τις δικαστικές διαδικασίες. Παράλληλα επιθυμώ να αναφέρω ότι ουδέποτε μας δόθηκε η ευκαιρία να εγκρίνουμε το διαιτητή και/ή δεν ερωτηθήκαμε για να εκφέρουμε τη γνώμη μας για την καταλληλότητα του. Πόσο μάλλον όταν ενώ ευρισκόμουν στην διαδικασία διαιτησίας έγινε η αντικατάσταση του διαιτητή χωρίς καν να ερωτηθώ, κατά τρόπο που δηλοί προκατάληψη και μεροληψία. Επιπρόσθετα εξ όσων κάλλιον γνωρίζω πιστεύω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους μου ο φερόμενος ως Διαιτητής στην υπόθεση δεν έχει διορισθεί νόμιμα ή και έγκυρα ή/και καθόλου για να διεξαγάγει διαιτησία σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Περαιτέρω οι πιο πάνω ενέργειες του διαιτητή καθιστούν την απόφαση που εκδόθηκε ακροσφαλή και δεικνύει κακό χειρισμό της υπόθεσης από τον διαιτητή αφού οι πραγματικότητες και/ή εύλογες προσδοκίες μας και/ή εύλογες προσδοκίες οποιουδήποτε διαδίκου συγκλίνουν ότι θα πρέπει να παρέχεται λογική δυνατότητα στον οποιοδήποτε διάδικο να προβάλει τους ισχυρισμούς και να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των αντιδίκων του και δεν θα εκδίδονται αποφάσεις υπέρ ή εναντίον προσώπων που παρουσιάζονται χωρίς να τους παρασχεθεί η δυνατότητα να ακουστούν. Η πιο πάνω ενέργεια του διαιτητή δεικνύει ότι παρερμήνευσε τις διαδικασίες και δεν αντιλήφθηκε τη δέουσα και/ή ακολουθητέα διαδικασία και ουσιαστικά ενήργησε αυθαίρετα παράτυπα και αντίδικαστικώς με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να πάσχει και δέον όπως ακυρωθεί. Περαιτέρω από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο διαιτητής πλανηθεί ως προς το νόμο και ενήργησε καθ" υπέρβαση εξουσίας και/ή παράτυπα και/ή κατά τρόπο που επηρεάζει συνταγματικά και/ή θεμελιώδη δικαιώματα όλων των εφεσειόντων. Περαιτέρω εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πληροφορούμε από τους δικηγόρους μου ,η διαδικασία διαιτησίας δέον όπως διεξάγεται με βάση τις αρχές που διέπουν τη εκδίκαση υποθέσεων ενώπιον των δικαστηρίων και με τρόπο που να μην επηρεάζονται και/ή παραβλάπτονται θεμελιωμένα και/ή κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα και/ή αρχές της δίκαιης δίκης και της φυσικής δικαιοσύνης. Όλα τα πιο πάνω εξ όσων κάλλιον γνωρίζω πιστεύω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους μου θέτουν την πλευρά μας σε μειονεκτική θέση παραβιάζουν θεμελιώδη δικαιώματα τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης της δίκαιης δίκης, του δικαιώματος στη περιουσία καθώς και της αποτελεσματικής προσφυγής στη δικαιοσύνη και της αποτελεσματικής κρίσης των αστικών μας δικαιωμάτων. Το πιο πάνω σφάλμα του διαιτητή δεν είναι απλή παρατυπία αλλά επηρεάζει το θεμέλιο της απόφασης παραβιάζει συνταγματικά και υπερεθνικά κατοχυρωμένα δικαιώματα και καθιστά την εκδοθείσα απόφαση αντινομική. Περαιτέρω έκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο διαιτητής άσκησε πλημελλώς τα καθήκοντα του, χειρίσθηκε κακώς την υπόθεση και κατά παράβαση των καθιερωμένων νομικών κανόνων. Επιπρόσθετα ο διαιτητής υπερέβη την εξουσία του. Περαιτέρω εξ όσων κάλλιο γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους μου ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστικό καθήκον και πρέπει να πληροί τα εχέγγυα της αμεροληψίας. Η απόφαση που τυχόν εκδοθεί, σε διαδικασία διαιτησίας, είναι δεσμευτική και καθορίζει και/ή επηρεάζει τα αστικά δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα μου. Όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου ο τρόπος με τον οποίο εξελίχτηκε η διαιτησία μου αποστερεί στην πραγματικότητα την δυνατότητα να έχω ένα αποτελεσματικό ένδικο μέτρο σε διαιτησία και/ή Δικαστήριο που να μπορώ να παρουσιάσω ολόκληρη την υπόθεση μου. Ως αποτέλεσμα αυτής της διαπίστωσης παραβιάζεται το δικαίωμα μου να έχω πρόσβαση σε Δικαστήριο. Η ενδιάμεση απόφαση του διαιτητή στις 18/2/13 για ακύρωση του εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενου 1 είναι επίσης εσφαλμένη, αφού ήταν αποτέλεσμα της ελαττωματικής διαδικασίας αντικατάστασης του φυσικού διαιτητή. Ο νέος διαιτητής με συνοπτικές διαδικασίες οδήγησε τα πράγματα εκεί ακριβώς που επιθυμούσαν οι καθ' ων η αίτησης. Λόγω της ενδιάμεση απόφασης του διαιτητή καταχώρησα την αγωγή με αριθμό 1563/13 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και προσπάθησα να αναστείλω τη διαδικασία από μέρους του διαιτητή, όμως χωρίς επιτυχία και καταχώρησα έφεση. Ενόψει των ανωτέρω αιτούμαι ως η αίτηση μου. Όλα τα πιο πάνω είναι ορθά και αληθινά εξ όσων κάλλιο γνωρίζω πιστεύω και πληροφορούμαι. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του επίσης αναφέρει τα ακόλουθα: «Ως με έχουν πληροφορήσει οι δικηγόροι μου στην παρούσα υπόθεση, η σύσταση Δικαστικών επιτροπών δεν επιτρέπεται από το άρθρο 30
(1)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας το οποίο συγκεκριμένα προβλέπει ότι: «ΑΡΘΡΟΝ 30 Εις ουδένα δύναται ν' απαγορευθή η προσφυγή ενώπιον του δικαστηρίου, εις ο δικαιούται να προσφυγή δυνάμει του Συντάγματος. Η σύστασις δικαστικών επιτροπών ή εκτάκτων δικαστηρίων υπό οιονδήποτε όνομα απαγορεύεται.» , "Περαιτέρω ούτε η νομολογία επιτρέπει τη σύσταση οποιασδήποτε Δικαστικής ή ερευνητικής επιτροπής υπό οιονδήποτε όνομα. Όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου θέμα αντισυνταγματικότητας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 144 του Συντάγματος: Το Άρθρο 144 του Συντάγματος προβλέπει:- «
  1. Πας διάδικος δικαιούται, καθ' οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας συμπεριλαμβανομένης και της κατ' έφεσιν, να εγείρη ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου ή αποφάσεως η διατάξεως τίνος αυτών ουσιώδους δια την διάγνωσιν της εκκρεμούς ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως. Το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εγείρεται το ζήτημα, παραπέμπει παρευθύς τούτο ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και αναστέλλει την πρόοδον της διαδικασίας, μέχρις ου αποφανθή επ αυτού το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριο.
  2. Μετ' ακρόασιν των διαδίκων το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον ερευνά το παραπεμφθέν αυτώ ζήτημα και αποφασίζει επ' αυτού, διαβιβάζει δε την απόφασιν αυτού εις το δικαστήριον, όπερ είχε παραπέμψει το ζήτημα.
  3. Η κατά την δευτέραν παράγραφαν του παρόντος άρθρου απόφασις του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου δεσμεύει το παράπεμψαν το ζήτημα δικαστήριον και τους εν τη δίκη διαδίκους, εν η δε περιπτώσει δέχεται ότι ο νόμος ή η απόφασις ή διάταξίς τις αυτών είναι αντισυνταγματική, επιφέρει την μη εφαρμογήν μόνο εν τη εκκρεμεί ταύτη δίκη του νόμου τούτου ή της αποφάσεως η της σχετικής διατάξεως αυτών» Όπως έχει λεχθεί και από την νομολογία όταν το ζήτημα είναι ουσιώδες για την εκκρεμούσα υπόθεση, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να το παραπέμψει στο Ανώτατο Δικαστήριο για απόφαση. Στην παρούσα υπόθεση το ζήτημα για το οποίο τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας είναι η διαιτησία που έλαβε χώρα μεταξύ των μερών. Είναι ουσιώδες ζήτημα εφόσον αν αποφασιστεί ότι η σύσταση διαιτησίας εμπίπτει εντός του όρου «δικαστική επιτροπή» ή «έκτακτο δικαστήριο» η απόφαση του διαιτητή η οποία εφεσιβάλλεται στερείται νομικής ισχύς και νομικού αποτελέσματος με αποτέλεσμα αυτή να είναι άκυρη. Επιπλέον επηρεάζεται το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με αποτέλεσμα να στερούμαι σε δίκαιη Δίκη.» Οι Εφεσίβλητοι-Καθ΄ων η αίτηση με την ένσταση τους εγείρουν τους εξής λόγους ένστασης (οι οποίοι παρατίθενται αυτούσιοι): «
  4. Η διαιτησία διεξήχθη νόμιμα, νομότυπα και κανονικά και είναι πλήρως έγκυρη και κανονική. Η Διαιτησία και/ή ο Διαιτητής δεν αποτελεί δικαστική επιτροπή και/ή δικαστική επιτροπή εντός της έννοιας του άρθρου 30
(1)του Συντάγματος, συστάθηκε και έχει διεξαχθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και του περί Διαιτησίας Νόμου και με βάση τις πρόνοιες του Συντάγματος και/ή εν πάση περιπτώσει η Διαιτησία δεν παραβιάζει οποιαδήποτε πρόνοια του Συντάγματος.
  1. Ο Διαιτητής διορίστηκε νόμιμα, νομότυπα και κανονικά από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών (στο εξής ο «Έφορος») σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85, όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, (στο εξής ο «Νόμος») και των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών. Ουδεμία διαβούλευση υπήρξε ή διαβούλευση από πλευράς του Ταμιευτηρίου αναφορικά με το διορισμό του Διαιτητή. Εν πάση περιπτώσει ο Αιτητής αποδέχτηκε ανεπιφύλακτατον Διαιτητή με τη συμπεριφορά του καθώς συμμετείχε στη διαδικασία της διαιτησίας χωρίς καμία επιφύλαξη από μέρους του σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Και σε κανένα διάβημα ή ένσταση προέβηκε αναφορικά με το διορισμό ή την ικανότητα του Διαιτητή.
  2. Ο Διαιτητής καμία κακή συμπεριφορά δεν επέδειξε. Τουναντίον παρείχε προς όλα τα εμπλεκόμενα μέρη στη διαδικασία το δικαίωμα και ευχέρεια να ακουστούν για οποιαδήποτε εγειρόμενα θέματα πριν εκδώσει την Απόφαση.
  3. Η Απόφαση είναι νόμιμη και κανονική, πλήρως τεκμηριωμένη και εκδόθηκε στα πλαίσια διαφανούς διαδικασίας με βάση τις νομικές αρχές και νομική βάση που διέπουν την έκδοση απόφασης στη βάση παραδοχών επί των δικογράφων.
  4. Ο Διαιτητής με καμία πλάνη δεν ενήργησε ως προς το νόμο.
  5. Ο Διαιτητής δεν ενήργησε καθ' υπέρβαση εξουσίας ούτε η Απόφαση εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας. Τουναντίον ο Διαιτητής, όπως προκύπτει και από την ενδιάμεση απόφαση του Διαιτητή ημερομηνίας 18.02.2013 (στο εξής η «Ενδιάμεση Απόφαση»), η οποία εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί ούτε δύναται να αποτελέσει αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, ενήργησε αυστηρά εντός των πλαισίων της δικαιοδοσίας του, των όρων εντολής του και των εξουσιών του.
  6. Ο Διαιτητής ορθά ανάλυσε και εφάρμοσε τις νομικές αρχές αναφορικά με τα επίδικα θέματα χωρίς οποιαδήποτε λανθασμένη νομική καθοδήγηση από μέρους του Διαιτητή.
  7. Ο Διαιτητής, στα πλαίσια της επίδικης διαδικασίας, ασχολήθηκε με τις υπερασπίσεις του Αιτητή, τις οποίες, στο μέτρο και στο βαθμό που αφορούσαν την ενώπιον του Διαιτητή διαδικασία στα πλαίσια της αίτησης του Ταμιευτηρίου ημερομηνίας 18.07.2013 για έκδοση της Απόφασης στη βάση παραδοχών επί του δικογράφου του Αιτητή (στο εξής η «Αίτηση για Απόφαση»), ο Διαιτητής εξέτασε, σχολίασε και αποφάνθηκε επ' αυτών.
  8. Ο Διαιτητής εφάρμοσε ορθά όλες τις νομικές αρχές αναφορικά με το θέμα κατά πόσο ήταν αποκρυσταλλωμένη υπόθεση για έκδοση απόφασης και εξέδωσε την Απόφαση στην βάση και εντός των πλαισίων των εν λόγω νομικών αρχών.
  9. Ο Διαιτητής εξέτασε τις ενστάσεις του Αιτητή στις οποίες κάνει πλήρη και αναλυτική αναφορά στην Απόφαση και ορθά κατέληξε, με βάση και την αιτιολόγηση της Απόφασης, στην απόρριψη τους.
  10. Ο Διαιτητής εξέτασε όλα όσα έπρεπε να εξετάσει πριν την έκδοση της Απόφασης του στα πλαίσια της Αίτησης για Απόφαση. Ο Διαιτητής στα πλαίσια της Αίτησης για Απόφαση είχε καθήκον να εξετάσει το αντικείμενο της Αίτησης για Απόφαση στη βάση των δικογράφων, όπως και έπραξε, διατηρώντας εν ζωή τα υπόλοιπα αμφισβητούμενα θέματα, μεταξύ αυτών και τα όσα ο Αιτητής ήγειρε με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή του τα οποία θα εξετάζονταν στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας πλην όμως ο ίδιος ο Αιτητής επέλεξε να μην προωθήσει αποσύροντας την Ανταπαίτησή του η οποία στηριζόταν στα γεγονότα και ισχυρισμούς που προβάλλονταν στην Υπεράσπιση του.
  11. Ο Αιτητής είχε δίκαιη δίκη και αποτελεσματική πρόσβαση στη διαιτησία και την ευκαιρία να θέσει ολόκληρη την υπόθεση του ενώπιον του Διαιτητή αφού του παραχωρήθηκε η ευχέρεια να εκθέσει τους ισχυρισμούς του τόσο μέσα από τα δικόγραφα του αλλά και στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας αναφορικά με την ανταπαίτησή του την οποία ο ίδιος ο Αιτητής επέλεξε να μην προωθήσει στα πλαίσια της διαιτησίας και απέσυρε κατά το στάδιο της ακρόασης με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του να προωθήσει τους εν λόγω ισχυρισμούς του στα πλαίσια της υπ' αριθμό 1563/2013 αγωγής του Ε.Δ. Λευκωσίας που ο Αιτητής ήγειρε.
  12. Η Ενδιάμεση Απόφαση ήταν ορθή και εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί ούτε δύναται να αποτελέσει το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας εφόσον, μεταξύ άλλων, έχει παρέλθει η προθεσμία των 21 ημερών που ο Αιτητής θα μπορούσε να προσβάλει την Ενδιάμεση Απόφαση και περαιτέρω δεν συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την απαίτηση του Ταμιευτηρίου στη βάση της οποίας εκδόθηκε η Απόφαση, αλλά με την Ανταπαίτηση του Αιτητή συνεπεία της οποίας προέκυψε η Ενδιάμεση Απόφαση την οποία, Ανταπαίτηση, ο ίδιος ο Αιτητής επέλεξε να μην προωθήσει στα πλαίσια της διαιτησίας.
  13. Η Απόφαση εκδόθηκε σύμφωνα με τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμους και Θεσμούς, τον περί Διαιτησίας Νόμο, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, το Σύνταγμα και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και της δίκαιης δίκης.
  14. Ο Αιτητής δεν προβάλλει κανένα ουσιαστικό λόγο που να δικαιολογεί τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της Απόφασης.
  15. Η Απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη και έγκυρη και πληροί όλες τις προϋποθέσεις που τάσσει η νομοθεσία και η νομολογία.
  16. Η Αίτηση έγινε κακόπιστα, καταχρηστικά, στηρίζεται σε εκ δευτέρας σκέψης γενόμενους ισχυρισμούς και μόνο σκοπό έχει να παρακωλύσει τη διαδικασία και να καθυστερήσει το Ταμιευτήριο στην εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της Έλενας Ππαλή η οποία αφού αναφέρει τη εμπλοκή της στη υπόθεση και τους λόγους για τους οποίους προβαίνει η ίδια στη ένορκη δήλωση, επί της ουσίας της αίτησης αναφέρει τα ακόλουθα (παρατίθενται αυτούσια): "Έχω διαβάσει την Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 30.12.2013 (στο εξής καλούμενη η «Ένορκη Δήλωση») του κ. Κώστα Μανώλη - Αιτητή (στο εξής καλούμενος ο «Αιτητής») που συνοδεύει την Αίτηση και δεν συμφωνώ με τα όσα αναφέρονται σε αυτή τα οποία αρνούμαι και απορρίπτω εκτός εάν προβαίνω σε ρητή παραδοχή. Ο Αιτητής μέσω της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του ημερομηνίας 18.06.2013 έχει προεί σε ρητές και ανεπιφύλακτες παραδοχές οι οποίες επέτρεπαν την έκδοση της απόφασης του Διαιτητή ημερομηνίας 09.12.2013 (στο εξής η «Απόφαση») δυνάμει της αίτησης του Ταμιευτηρίου για απόφαση ημερομηνίας 18.07.2013 (στο εξής η «Αίτηση για Απόφαση»). Ειδικότερα, όπως φαίνεται και από την Αίτηση για Απόφαση, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1: Ο Αιτητής καταχώρισε τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 18.06.2013 (η «Υπεράσπιση»). Με την παράγραφο
  17. της Υπεράσπισης ο Αιτητής παραδέχεται και/ή συμφωνεί με τις παραγράφους 1.,
  18. και
  19. της Έκθεσης Απαίτησης, και ειδικότερα: με την ιδιότητα της Αιτήτριας, και με την έκδοση και την ημερομηνία έκδοσης του Δανείου, τη χρέωση του Λογαριασμού με το ποσό του Δανείου και την ημερομηνία που έπρεπε να πληρωθεί η πρώτη δόση, και με το συνολικό ποσό που ο Αιτητής κατέθεσε έναντι του Δανείου. Με την -παράγραφο
  20. της Υπεράσπισης ο Αιτητής παραδέχεται και/ή συμφωνεί με την -παράγραφο
  21. της Έκθεσης Απαίτησης, ότι δηλαδή παραχωρήθηκε στον Αιτητή το Δάνειο δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου το οποίο χρεώθηκε στο Λογαριασμό. Με την παράγραφο
  22. της Υπεράσπισης ο Αιτητής παραδέχεται και/ή συμφωνεί με τις -παραγράφους
  23. και
  24. της Έκθεσης Απαίτησης, ότι δηλαδή: η Συμφωνία Δανείου προνοεί τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο
  25. της Έκθεσης Απαίτησης, και ο Αιτητής παραχώρησε προς το Ταμιευτήριο την εμπράγματη εξασφάλιση που αναφέρεται στην παράγραφο
  26. της Έκθεσης Απαίτησης. Ο Αιτητής με την παράγραφο
  27. της Υπεράσπισης, παρ' όλον ότι αρνείται τις διαφοροποιήσεις του επιτοκίου που αναφέρονται στην παράγραφο
  28. της Έκθεσης Απαίτησης, παραδέχεται και αποδέχεται ότι το Ταμιευτήριο δικαιούται το ποσό που αξιώνει πλην του ποσού των €1.478,41 το οποίο ο Αιτητής θεωρεί και/ή ισχυρίζεται ότι το Ταμιευτήριο χρέωσε πέραν του ποσού που δικαιούται. Tο Ταμιευτήριο περιόρισε την απαίτηση του στο παραδεκτό από τον Αιτητή ποσό χωρίς να εμμένει στην αξίωση του για το ποσό που ο Αιτητής αμφισβητούσε. Επισυνάπτω επίσης ως Τεκμήριο 2 την Έκθεση Απαίτησης και ως Τεκμήριο 3 την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση που καταχώρισε το Ταμιευτήριο στα πλαίσια της Διαιτησίας. Σε ότι αφορά τις παραγράφους
  29. μέχρι
  30. της Ένορκης Δήλωσης, απορρίπτω το περιεχόμενο τους και τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτές και αναφέρω τα ακόλουθα με βάση και τα όσα πληροφορούμαι και συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους του Ταμιευτηρίου: Οι παραδοχές στις οποίες προέβηκε ο Αιτητής με την Υπεράσπιση του είναι ξεκάθαρες και ανεπιφύλακτες. Οι παραδοχές, είτε γίνονται είτε δεν γίνονται και δεν υπάρχουν διάφορες διαβαθμίσεις παραδοχών ή τεχνικές παραδοχές, εφόσον τα δικόγραφα αφορούν καταγραφή γεγονότων και όχι οτιδήποτε άλλο. Η υπόθεση του Ταμιευτηρίου είναι ξεκάθαρη και αποκρυσταλλωμένη και μπορούσε να καθοριστεί με ακρίβεια και σαφήνεια από τις ενώπιον του Διαιτητή έγγραφες προτάσεις των διαδίκων. Εν πάση περιπτώσει ο Αιτητής ουδέποτε αποστερήθηκε οποιοδήποτε δικαίωμα του, συνεπεία της Αίτησης για Απόφαση ή της Απόφασης ή οποιασδήποτε άλλης ενέργειας ή απόφασης του Διαιτητή να προσκομίσει οποιαδήποτε γραπτή ή προφορική μαρτυρία για να προωθήσει τι θέσεις του με βάση την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του. Η έκδοση της Απόφασης στη βάση της Αίτησης για Απόφαση ουδόλως επηρεάζει την υπεράσπιση του Αιτητή εφόσον όλα όσα ισχυρίζεται στην υπεράσπιση του τα αξιώνει ανταπαιτητικώς στηριζόμενος στα όσα ισχυρίζεται στην υπεράσπιση του. Βασική προϋπόθεση για την εξέταση και πιθανή επιτυχία της ανταπαίτησης του Αιτητή ήταν η έκδοση απόφασης υπέρ του Ταμιευτηρίου διαφορετικά δεν θα υπήρχε αντικείμενο να εξεταστεί στα πλαίσια της Ανταπαίτησης του. Όταν η διαδικασία της Διαιτησίας έφθασε στο σημείο να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία αναφορικά με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση του Αιτητή όπου ο Αιτητής θα μπορούσε να προωθήσει όλες τις θέσεις και επιχειρήματα του αυτός απέσυρε την Ανταπαίτηση του. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4 το πρακτικό της Διαιτησίας ημερομηνίας 10.03.
  31. Συνεπώς ο Αιτητής εμποδίζεται από του να εγείρει του συγκεκριμένους ισχυρισμούς και γενικά να προωθεί την παρούσα Αίτηση. Σε ότι αφορά τις παραγράφους
  32. μέχρι
  33. της Ένορκης Δήλωσης, απορρίπτω το περιεχόμενο τους και τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτές και αναφέρω τα ακόλουθα με βάση και τα όσα πληροφορούμαι και συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους του Ταμιευτηρίου: Ο Διαιτητής διορίστηκε νόμιμα, νομότυπα και κανονικά από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών (στο εξής ο «Έφορος») σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85, όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, (στο εξής ο «Νόμος») και των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών. Ουδεμία διαβούλευση υπήρξε ή διαβούλευση από πλευράς του Ταμιευτηρίου αναφορικά με το διορισμό του Διαιτητή. Εν πάση περιπτώσει ο Αιτητής αποδέχτηκε ανεπιφύλακτα τον Διαιτητή συμμετέχοντας στη διαδικασία της διαιτησίας χωρίς καμία επιφύλαξη από μέρους του σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και χωρίς να προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα ή ένσταση αναφορικά με το διορισμό ή την ικανότητα του Διαιτητή. Το ίδιο ισχύει και για την αντικατάσταση του Διαιτητή. Τόσο ο αρχικός διορισμός όσο και ο μετέπειτα διορισμός του Διαιτητή σε αντικατάσταση του προηγούμενου Διαιτητή έγινε στη βάση του Νόμου και όχι συνεπεία οποιασδήποτε συμφωνίας ή διαβούλευσης μεταξύ των διαδίκων ή οποιωνδήποτε εξ' αυτών. Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από το περιεχόμενο της Απόφασης αλλά και από τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων: Η Απόφαση είναι νόμιμη και κανονική, πλήρως τεκμηριωμένη και εκδόθηκε στα πλαίσια διαφανούς διαδικασίας με βάση τις νομικές αρχές και νομική βάση που διέπουν την έκδοση απόφασης στη βάση παραδοχών επί των δικογράφων. Ο Διαιτητής ορθά ανάλυσε και εφάρμοσε τις νομικές αρχές αναφορικά με τα επίδικα θέματα χωρίς οποιαδήποτε λανθασμένη νομική καθοδήγηση από μέρους του Διαιτητή. Ο Διαιτητής, στα πλαίσια της επίδικης διαδικασίας, ασχολήθηκε με τις υπερασπίσεις του Αιτητή, τις οποίες, στο μέτρο και στο βαθμό που αφορούσαν την ενώπιον του Διαιτητή διαδικασία στα πλαίσια της Αίτησης για Απόφαση, ο Διαιτητής εξέτασε, σχολίασε και αποφάνθηκε επ' αυτών. Ο Διαιτητής εφάρμοσε ορθά όλες τις νομικές αρχές αναφορικά με το θέμα κατά πόσο ήταν αποκρυσταλλωμένη υπόθεση για έκδοση απόφασης και εξέδωσε την Απόφαση στην βάση και εντός των πλαισίων των εν λόγω νομικών αρχών. Ο Διαιτητής εξέτασε τις ενστάσεις του Αιτητή στις οποίες κάνει πλήρη και αναλυτική αναφορά στην Απόφαση και ορθά κατέληξε, με βάση και την αιτιολόγηση της Απόφασης, στην απόρριψη τους. Ο Διαιτητής εξέτασε όλα όσα έπρεπε να εξετάσει πριν την έκδοση της Απόφασης του στα πλαίσια της Αίτησης για Απόφαση. Ο Διαιτητής στα πλαίσια π|ς Αίτησης για Απόφαση είχε καθήκον να εξετάσει το αντικείμενο της Αίτησης για Απόφαση στη βάση των δικογράφων, όπως και έπραξε, διατηρώντας εν ζωή τα υπόλοιπα αμφισβητούμενα θέματα, μεταξύ αυτών και τα όσα ο Αιτητής ήγειρε με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή του τα οποία θα εξετάζονταν στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας πλην όμως ο ίδιος ο Αιτητής επέλεξε να μην προωθήσει αποσύροντας την Ανταπαίτησή του η οποία στηριζόταν στα γεγονότα και ισχυρισμούς που προβάλλονταν στην Υπεράσπιση του. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί μη δίκαιης δίκης, αποστέρησης του δικαιώματος του για αποτελεσματική πρόσβαση στη διαδικασία της διαιτησίας και αποστέρησης δικαιωμάτων του, απορρίπτω όλους τους ισχυρισμούς του Αιτητή και αναφέρω τα ακόλουθα: Η Διαιτησία διεξήχθη νόμιμα, νομότυπα και κανονικά και είναι πλήρως έγκυρη και κανονική. Ο Διαιτητής καμία κακή συμπεριφορά δεν επέδειξε ούτε παρερμήνευσε ή εφάρμοσε λανθασμένα οποιαδήποτε νομική αρχή ή διαδικασία και με καμία πλάνη δεν ενήργησε είτε ως προς το νόμο ή ως προς τα γεγονότα. Αντίθετα παρείχε προς όλα τα εμπλεκόμενα μέρη στη διαδικασία το δικαίωμα και ευχέρεια να ακουστούν για οποιαδήποτε εγειρόμενα θέματα πριν εκδώσει την Απόφαση. Κανένα δικαίωμα του Αιτητή για δίκαιη δίκη ή για αποτελεσματική πρόσβαση στη Διαιτησία δεν επηρεάστηκε ή αποστερήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Ο Αιτητής είχε την ευχέρεια να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο της επιλογής του στη διαδικασία της Διαιτησίας και να προβάλει όλες τις θέσεις του. Προς τούτο είχε το δικαίωμα να καταχωρήσει την ένσταση του στην Αίτηση για Απόφαση, το οποίο και έπραξε, και να προβάλει και να αναπτύξει τις θέσεις του γραπτώς στο Διαιτητή κατά την ακροαματική διαδικασία το οποίο επίσης έπραξε. Προς τούτο επισυνάπτω αντίγραφο της γραπτής αγόρευση του Αιτητή ως Τεκμήριο 5 και του Ταμιευτηρίου Τεκμήριου ως Τεκμήριο
  34. Ο Αιτητής είχε δίκαιη δίκη και αποτελεσματική πρόσβαση στη διαιτησία και την ευκαιρία να θέσει ολόκληρη την υπόθεση του ενώπιον του Διαιτητή αφού του παραχωρήθηκε η ευχέρεια να εκθέσει τους ισχυρισμούς του τόσο μέσα από τα δικόγραφα του αλλά και στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας αναφορικά με την ανταπαίτηση του την οποία ο ίδιος ο Αιτητής επέλεξε να μην προωθήσει στα πλαίσια της διαιτησίας και απέσυρε κατά το στάδιο της ακρόασης με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του να προωθήσει τους εν λόγω ισχυρισμούς του στα πλαίσια της υπ' αριθμό 1563/2013 αγωγής του Ε.Δ. Λευκωσίας που ο Αιτητής ήγειρε. Ενδεικτικό του ότι ο Αιτητής είχε την κάθε ευκαιρία και χρόνο να προβάλει τις θέσεις του στη διαιτησία είναι το γεγονός ότι η διαιτησία άρχισε στις 25.10.2011 με την πρώτη εμφάνιση των μερών και ολοκληρώθηκε στις 10.03.2014 όπου ο Αιτητής αποφάσισε να αποσύρει και απέσυρε την Ανταπαίτηση του και εντός του εν λόγω χρονικού διαστήματος των δυόμισι ετών υπήρξαν 28 εμφανίσεις στη διαιτητική διαδικασία από τους διαδίκους. Σε ότι αφορά την παράγραφο
  35. της Ένορκης Δήλωσης αρνούμαι και απορρίπτω το περιεχόμενο καθ' ότι αυτό ουδόλως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η αντικατάσταση του Διαιτητή από τον Έφορο επ' ουδενί δεν επηρέασε τη στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η ενδιάμεση απόφαση του Διαιτητή ημερομηνίας 18.02.2013 (στο εξής καλούμενη η «Ενδιάμεση Απόφαση»). Ο Διαιτητής ο οποίος εξέδωσε την Ενδιάμεση Απόφαση, όπως αναφέρεται στην Ενδιάμεση Απόφαση, διεξήγαγε από την αρχή της ακρόασης της συγκεκριμένης αίτησης. Περαιτέρω σημειώνω ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται να προβάλλει τώρα οποιουσδήποτε ισχυρισμούς σε σχέση με την Ενδιάμεση Απόφαση εφόσον έχει παρέλθει η υπό του Νόμου προβλεπόμενη προθεσμία των 21 ημερών και περαιτέρω ο Αιτητής αποδέχθηκε την Ενδιάμεση Απόφαση τόσο μέσω της με εφέσεως αυτής αλλά και με την αίτηση του ημερομηνίας 07.06.2013 αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7 για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του συνεπεία της Ενδιάμεσης Απόφασης στην οποία αίτηση το Ταμιευτήριο δεν έφερε ένσταση και η οποία εγκρίθηκε από το Διαιτητή. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι του Ταμιευτηρίου, η διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά τη διαιτησία τόσο από το Διαιτητή όσο και από τους διαδίκους είναι ορθή, νόμιμη και νομότυπη, εξασφαλίζοντας και προστατεύοντας όλα τα δικαιώματα των διαδίκων και ειδικά του Αιτητή και η Απόφαση εκδόθηκε σύμφωνα με όλους τους σχετικούς Νόμους και Κανονισμούς. Περαιτέρω αναφέρω ότι η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση είναι παραπλανητικές αφού ο Αιτητής δεν αναφέρει όλα τα γεγονότα της υπόθεσης ούτε και παρουσιάζει όλα τα έγγραφα ενώπιον του Δικαστηρίου στα οποία στηρίχθηκε η Απόφαση και γενικά η διαιτητική διαδικασία αποκρύπτοντας ουσιαστικά γεγονότα και έγγραφα, όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι μετά την έκδοση της Ενδιάμεσης Απόφασης ο Αιτητής υπέβαλε αίτημα για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του συνεπεία της Ενδιάμεσης Απόφασης στο οποίο το Ταμιευτήριο δεν είχε ένσταση και το οποίο εγκρίθηκε από το Διαιτητή καθώς και δεν παρουσίασε την Έκθεσης Απαίτησης και την Αίτηση για Απόφαση του Ταμιευτηρίου, προσπαθώντας προφανώς να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Με βάση όλα τα πιο πάνω η Αίτηση έγινε κακόπιστα, καταχρηστικά, στηρίζεται σε εκ δευτέρας σκέψης γενόμενους, αντιφατικούς και αντικρουόμενους ισχυρισμούς και μόνο σκοπό έχει να παρακωλύσει τη διαδικασία και να καθυστερήσει την Καθ' ης η Αίτηση στην εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης υπέρ της και είσπραξη του λαβείν της.» Επίσης με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της αμφισβητώντας την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Εφεσείοντα-Αιτητή, ημερ. 02.06.2015 αναφέρει τα εξής: "Εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι του Ταμιευτηρίου η διαιτησία διεξήχθη νόμιμα, νομότυπα και κανονικά και είναι πλήρως έγκυρη και κανονική. Η Διαιτησία και/ή ο Διαιτητής δεν αποτελεί δικαστική επιτροπή γενικά ούτε δικαστική επιτροπή εντός της έννοιας του άρθρου 30
(1)του Συντάγματος, συστάθηκε και έχει διεξαχθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και περί Διαιτησίας Νόμου και με βάση τις πρόνοιες του Συντάγματος και/ή εν πάση περιπτώσει η Διαιτησία δεν παραβιάζει οποιαδήποτε πρόνοια του Συντάγματος. Η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση περιλαμβάνει αναφορές και ισχυρισμούς αναφορικά με παραπομπή θέματος αντισυνταγματικότητας στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 144 του Συντάγματος, κάτι το οποίο δεν αναφέρεται στην Αίτηση ούτε έχει δοθεί άδεια από το Δικαστήριο για να προστεθεί οποιοσδήποτε τέτοιος ισχυρισμός με την παραχωρούμενη άδεια για τροποποίηση. Όπως πληροφορούμαι και τυγχάνω νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους του Ταμιευτηρίου, το παρόν Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση έχει την εξουσία να εξετάσει θέματα συνταγματικότητας με τελικό κριτή το Ανώτατο Δικαστήριο σε περίπτωση έφεσης. Η απόφαση σε θέματα αντισυνταγματικότητας μπορεί να ληφθεί από οποιονδήποτε κατώτερο δικαστήριο στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης. Καμία υποχρέωση δεν έχει το παρόν Δικαστήριο για παραπομπή στο Ανώτατο Δικαστήριο του ζητήματος της κατ' ισχυρισμό από τον Αιτητή αντισυνταγματικότητας της σύστασης και διεξαγωγή Διαιτησίας μεταξύ των μερών. Με βάση όλα τα πιο πάνω η Αίτηση έγινε κακόπιστα, καταχρηστικά, στηρίζεται σε εκ δευτέρας σκέψης γενόμενους, αντιφατικούς και αντικρουόμενους ισχυρισμούς και μόνο σκοπό έχει να παρακωλύσει τη διαδικασία και να καθυστερήσει την Καθ' ης η Αίτηση στην εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης υπέρ της και είσπραξη του λαβείν της.» Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων δεν αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το άρθρο 52
(2)(β) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν. 22/85όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν.123(Ι)/2013: «Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής να παραπέμπη την διαφορά προς επίλυση εις διαιτησίας ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας.», και Επίσης σύμφωνα με τον θεσμό 78 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου: «78.
(1)Οσάκις εγείρεται οποιαδήποτε διαφορά, αυτή παραπέμπεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 52 εις τον Έφορον.
(2)Η τοιαύτη παραπομπή θα γίνεται δι' εγγράφου εκθέσεως η οποία θα χρονολογήται και απευθύνεται προς τον Έφορο, θα υπογράφεται υπό του μέρους το οποίον συντάσσει ταύτη, θα ορίζη την διαφοράν και θα περιέχη πλήρεις λεπτομέρειες.
(3)Άμα τη λήψη της τοιαύτης παραπομπής ο Έφορος δύναται: (α) Να επιχειρήσει συνδιαλλαγή ή (β) να παραπέμψει τη διαφορά προς επίλυση εις ένα ή τρεις διαιτητάς. Ο δικαστικός έλεγχος απόφασης Διαιτητή για διαφορά η οποία παραπέμφθηκε δυνάμει του άρθρου 52 του Νόμου και του θεσμού 78 των Θεσμών διεξάγεται σύμφωνα με τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 και ρυθμίζεται: (α) από το άρθρο 52
(4)του Νόμου το οποίο αναφέρει: «Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.», και (β) από το άρθρο 20. του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, το οποίο προνοεί ότι: «20.
(1)Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επιδεικνύει κακή συμπεριφορά ή χειρίζεται κακώς την υπόθεση, το Δικαστήριο δύναται να τον απομακρύνει.
(2)Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» Στο άρθρο 23
(1)του Arbitration Act 1950 το οποίο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 20
(2)του ΚΕΦ.4, ο αντίστοιχος όρος της «κακής συμπεριφοράς» αναφέρεται ο όρος «misconduct» ο οποίος, ως έχει ερμηνευθεί σε σειρά αποφάσεων, μπορεί να αφορά την ηθική ή δεοντολογική συμπεριφορά του ιδίου του Διαιτητή, όπως η δωροδοκία ή η ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά, αλλά και τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας (βλ. Panicos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15, σελ.23, ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ v. Lakis Georghiou Constructions Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 223, David Taylo & Son v. Barnett
(1953)1 W.L.R. 562). Στην υπόθεση A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2006, (που αφορούσε περίπτωση παραπομπής τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία, εν μέσω δικαστικής αγωγής) αναφέρθηκε ότι «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματος» ενώ «...παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα ...κλονίζει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας». Σκοπός της παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία είναι η ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της και ως εκ τούτου τα Δικαστήρια είναι απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες εκτός όπου η νομοθεσία παρέχει ειδικά τέτοια δυνατότητα, οι δε αποφάσεις των διαιτητών γενικώς δεν ήταν δεκτικές αναθεώρησης από το Δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο πασιφανή εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, (βλ. Russell on Arbitration 23η έκδοση, σελ. 375, παρ.7-056) και το Δικαστήριο με φειδώ θα πρέπει να προσεγγίζει τέτοια θέματα (βλ. Τσιμεντοποιεία Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 ΑΑΔ 23). Στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 AAΔ αναφέρθηκε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ανάρμοστη συμπεριφορά η λανθασμένη νομική ερμηνεία εγγράφου. Στην υπόθεση G.K.N. v. Matbro
(1976)2 Lloyd's Rep. 555 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "The weight of evidence and the inferences from it are essentially matters for the arbitrator. I do not think that the awards of arbitrators should be challenged or upset on the ground that there was not sufficient evidence or that it was too tenuous or the like. One of the very reasons for going to arbitration is to get rid of technical rules of evidence and so forth "..questions of evidence and discovery and so forth are essentially matters for the arbitrator: and not matters for the Court .". It is not right to remit awards for reconsideration of such matters. It has been said, "when it appears that an umpire allows to be given and acts upon evidence which is absolutely inadmissible and which goes to the very root of the question before him this court has ample jurisdiction to set aside the award on the ground of legal misconduct" but this has been disapproved in the Court of Appeal. Προκύπτει επίσης με βάση τα πιο πάνω ότι εσφαλμένη αξιολόγηση μαρτυρίας, που δεν οφείλεται σε παραβίαση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης, δεν συνιστά κακό χειρισμό της διαιτησίας (misconduct). Σημειώνεται επίσης ότι, λάθος του Διαιτητή, είτε νομικό είτε πραγματικό, πρέπει να εμφαίνεται στο πρόσωπο της διαιτητικής απόφασης. Στον Russel (ανωτέρω) στη σελίδα 447 αναφέρεται ότι: «There is no reason why an arbitrator who has not been asked to state on award in the form of a special case should on the face of this award give any reasons for any part thereof, whether the substantive part of or the costs part. An arbitrator categorically dismissed a counterclaim without giving reasons. Held that there was no error of law on the face of the award and that the award should not be remitted. Observed per McNair J., "If (an arbitrator) states on the face of the award a theory which shows that he has committed an error of law-and deciding the matter without any evidence is an error of law-then the award may be set aside or remitted on the ground of error of law on the face of the award. Alternatively, if it is suspected by either party that there is a danger that the arbitrator may be going to commit an error of law in his decision, he may be asked to state a case upon that matter.. Lack of evidence can .. Only properly be raised.either if the arbitrator in his award sets out the whole of the evidence and then states a conclusion which is not justified by the evidence, then it may be attacked on the ground of error of law on the face; or, alternatively, if it is thought that during the course of the hearing, the arbitrator may be acting without evidence, then you can ask him to state a case": Demolition & Construction Co Ltd v. Kent River Board
(1963)2 Lloyd's Rep.7. Where an arbitrator makes a mistake either in law or in fact in determining the matters referred, but such mistake does not appear on the face or the award, the award is good notwithstanding the mistake, and will not be remitted or set aside». Προκύπτει επίσης από τα πιο πάνω ότι σ' αυτού του είδους των αιτήσεων το έργο του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται σε θέματα αξιολόγησης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Διαιτητού ούτε εγείρεται ζήτημα κατά πόσο το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να αποδεχθεί ή μη τις θέσεις των μερών, ζητούμενο είναι μόνο το κατά πόσο η απόφαση αποκαλύπτει σφάλμα, νομικό ή πραγματικό ως αναφέρεται πιο πάνω. ΑΚΟΛΟΥΘΗΤΕΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΗ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ Ως προκύπτει από τα γεγονότα που δεν αμφισβητούνται, η παρούσα διαφορά μεταξύ των διαδίκων παραπέμφθηκε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών σε διαιτησία σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 52
(1)και
(2)του Νόμου και τον θεσμό 78 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών. Αρχικά ο Έφορος Συνεργατικών Εταιρειών διόρισε ως διαιτητή τον κ. Σωτήρη Ευαγγέλου ο οποίος παραιτήθηκε και διορίστηκε ως νέος Διαιτητής στις 04.10.2012 ο Διαιτητής της εκκαλούμενης απόφασης (Τεκμήριο 1 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του εφεσείοντα ημερ. 16.03.16) ο οποίος και διεξήγαγε τη Διαιτησία. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν την Έκθεση Απαίτησης τους στη Διαιτησία στις 20.03.2012 (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση 4 της Έλενας Ππαλή ημερ. 04.07.2014). Ο Αιτητής-Εφεσείων καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στη Διαιτησία στις 20.04.2012 (Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση 1 του ημερ. 30.12.2013) με την οποία πρόσθεσε ως Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο την Allianz Ελλάς Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία. Η Ασφαλιστική εμφανίστηκε υπό διαμαρτυρία στη Διαιτησία στις 02.05.2012 και με αίτηση της αμφισβήτησε την προσθήκη της ως διάδικο στη Διαιτησία και ζήτησε την ακύρωση της προσθήκης της. Κατόπιν ακρόασης της Ενδιάμεσης Αίτησης, ο Διαιτητής ενέκρινε την αίτηση της πιο πάνω Ασφαλιστικής (βλ. Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερ. 30.12.13). Ο Αιτητής-Εφεσείων με αίτηση του ημερομηνίας 07.06.2013 (Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της Ελένης Ππαλή ημερ. 04.07.14) ζήτησε την τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε από το Διαιτητή και ο Εφεσείων καταχώρησε τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 18.06.2013 (Τεκμήριο Β στην αρχική ένορκη δήλωση του). Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στις 08.07.2013 (Τεκμήριο 3 στην αρχική ένορκη δήλωση της Ελένης Ππαλή). Οι Καθ' ων η Αίτηση με αίτηση τους ημερομηνίας 18.07.2013 (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της Ελένης Ππαλή) ζήτησαν την έκδοση απόφασης στη Διαιτησία στη βάση των παραδοχών του Εφεσείοντα στα δικόγραφα του στην οποία ο Εφεσείων καταχώρισε ένσταση στις 29.08.2013 (Τεκμήριο 1 στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση του Εφεσείοντα ημερ. 16.03.16). Κατόπιν ακρόασης της Αίτησης για Απόφαση στην οποία καταχωρήθηκαν γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των μερών (Τεκμήρια 5 και 6 στην ένορκη δήλωση της Έλενας Ππαλή) ο Διαιτητής εξέδωσε στις 09.12.2013 τη Διαιτητική Απόφαση (Τεκμήριο Δ στην αρχική ένορκη δήλωση του Εφεσείοντα). Ο Εφεσείων με αίτηση του ημερομηνίας 31.12.2013 (Τεκμήριο 1 στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση του ημερ. 16.03.16) ζήτησε όπως οι ενώπιον του Διαιτητή τρεις
(3)διαιτησίες, συμπεριλαμβανομένης και της Διαιτησίας, συνενωθούν και η ανταπαίτηση του σε κάθε μια από τις διαιτησίες να συνεκδικαστεί, αίτημα το οποίο έγινε αποδεκτό με τη σύμφωνη γνώμη και των Καθ' ων η Αίτηση. Ο Εφεσείων-Αιτητής στις 10.03.2014 που ήταν ορισμένη η Διαιτησία μαζί με τις υπόλοιπες δύο
(2)συνεκδικαζόμενες Διαιτησίες αρ. 16 και 17, ζήτησε άδεια και απέσυρε την Ανταπαίτηση του (Τεκμήριο 4 στην αρχική ένορκη δήλωση της Έλενα Ππαλή). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Προχωρώντας να εξετάσω τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντα Αιτητή ως προς την ουσία της διαιτητικής απόφασης, θα ήθελα να επισημάνω κατ' αρχή ότι εξέτασα, με μεγάλη προσοχή, το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης, σε συνάρτηση με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και αφορούσαν τη διαδικασία Διαιτησίας και τα πρακτικά που τηρήθηκαν αλλά και τα δικόγραφα καθώς και την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων στην οποία θα γίνει αναφορά όπου κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας. Με τον πρώτο λόγο έφεσης ο Εφεσείων Αιτητής ισχυρίζεται παράβαση του άρθρου 30
(1)του Συντάγματος. Ορθή είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση Εφεσίβλητων ότι αυτός ο λόγος ένστασης δεν έχει εγερθεί στα πλαίσια της διαιτησίας και δεν μπορεί να εξετασθεί ως λόγος έφεσης στην παρούσα. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Ελένη Κούλλουρου ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αθηαίνου
(2005)1 Α.Α.Δ. 987: «... οι όποιες θέσεις της Εφεσείουσας περί παράνομων τόκων και εικονικότητας θα έπρεπε να ετίθεντο ενώπιον του, πράγμα που δεν έγινε, και όχι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ή ενώπιον μας ως εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο ή το Εφετείο να εξέταζε πρωτογενώς το πράγμα. Εφ' όσον η Εφεσείουσα δεν παραπονείται ότι κακώς η διαιτησία διεξήχθη στην απουσία της (που δεν εκπλήττει αφού η ίδια αν και ειδοποιήθηκε δεν παρουσιάσθηκε), ο Διαιτητής δεν μπορούσε παρά να αποφασίσει με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον του. Είναι ουσιαστικά ορθή λοιπόν η απόφαση του ευπαίδευτου πρωτόδικου Δικαστή ότι η Εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θέσεις τις οποίες δεν είχε θέσει ενώπιον του Διαιτητή». Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει ότι ο Εφεσείων, παρά τη συμμετοχή του στη διαδικασία δεν έθεσε σε κανένα στάδιο το συγκεκριμένο θέμα και συνεπώς ο συγκεκριμένος λόγος δεν μπορεί να πετύχει. Επιπρόσθετα, ορθή είναι και η θέση των Καθ' ων η Αίτηση Εφεσίβλητων ότι η Διαιτησία διεξήχθη με τη σύμφωνη γνώμη και τη συγκατάθεση του Εφεσείοντα, ο οποίος, όταν κατέστη μέλος των Καθ' ων η Αίτηση και έλαβε το επίδικο δάνειο, γνώριζε ότι η Διαιτησία ήταν μια από τις μεθόδους επίλυσης διαφορών μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση Εφεσίβλητων και του ιδίου και κωλύεται να εγείρει αυτό το θέμα αφού συμμετείχε στη διαδικασία Διαιτησίας χωρίς ένσταση και χωρίς να υποβάλει ιεραρχική προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 56 του επίδικου Νόμου (βλ. Ζαχαρίας Σίκκης v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)Α.Δ.Δ. 605 και Ιη Re Pericleous
(1985)1 CLR 178) Ακόμη όμως και αν εξεταζόταν ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης επί της ουσίας του, με βάση τον επίδικο Νόμο η Διαιτησία και/ή ο ορισμός Διαιτητή δεν αποτελεί δικαστική επιτροπή, ούτε ειδικό δικαστήριο. Το άρθρο 52 του Νόμου, δυνάμει του οποίου διεξήχθη η Διαιτησία δεν είναι αντισυνταγματικό. Η Διαιτησία είναι εναλλακτική μορφή επίλυσης διαφορών στην οποία εκούσια υποβάλλονται συγκεκριμένα πρόσωπα για να επιλύσουν τις διαφορές τους. Τέτοια διαδικασία αποτελεί μέρος του Ευρωπαϊκού δικαίου το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη να υιοθετήσουν τέτοιες εναλλακτικές μορφές επίλυσης διαφορών (βλ. Ευρωπαϊκή Οδηγία 2008/52/ΕΚ ημερ. 21.05.2008 και 2013/11/ΕΕ της 21.05.2013). Ο Εφεσείων παραπονείται επίσης ότι παραβιάσθηκαν στα πλαίσια της Διαιτησίας οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης στο διορισμό και την αντικατάσταση του Διαιτητή και αποστέρηση του Εφεσείοντα από δίκαιη δίκη. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα ο διορισμός τόσο του αρχικού Διαιτητή όσο και του Διαιτητή έγινε από τον Έφορο ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται τόσο από το άρθρο 52 του Νόμου και με βάση το θεσμό 78 των σχετικών Θεσμών. Με βάση τις εν λόγω πρόνοιες, ο Έφορος δεν είχε υποχρέωση να ρωτήσει τον Εφεσείοντα ούτε για το διορισμό ούτε για την αντικατάσταση του Διαιτητή ούτε παρέχεται δικαίωμα στον Εφεσείοντα να τοποθετηθεί επ' αυτών των ζητημάτων. Υπήρχε όμως δυνατότητα στον Εφεσείοντα να φέρει ένσταση στον τρόπο διορισμού ή το άτομο του Διαιτητή, προσβάλλοντας την απόφαση του Εφόρου με ιεραρχική προσφυγή προς τον Υπουργό, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 56 του Νόμου, ενόψει του ότι δεν αμφισβητήθηκε το θέμα της διαδικασίας του διορισμού ή τα άτομα του Διαιτητή, είτε με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 56 του Νόμου ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο στα πλαίσια της Διαιτησίας, προκύπτει ότι ο Εφεσείων αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα τόσο το διορισμό του Διαιτητή όσο και την αντικατάσταση του Διαιτητή και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εγείρει το θέμα αυτό. Επιπρόσθετα επειδή ο Εφεσείων συμμετείχε χωρίς επιφύλαξη στη Διαιτησία, σε όλα τα στάδια, της οποίας εκπροσωπείτο από δικηγόρο και έλαβε διάφορα δικονομικά διαβήματα στα πλαίσια της Διαιτησίας και ουδέποτε ήγειρε οποιοδήποτε θέμα παραβίασης δικαιώματος του συνεπεία του διορισμού και/ή της αντικατάστασης του Διαιτητή κωλύεται και για αυτό το λόγο να εγείρει τέτοιο θέμα. Προκύπτει επίσης από τα γεγονότα ότι ο Εφεσείων είχε δίκαιη δίκη και αποτελεσματική πρόσβαση στη Διαιτησία και την ευκαιρία να θέσει την υπόθεση του ενώπιον του Διαιτητή αφού του παραχωρήθηκε η ευχέρεια να εκθέσει τους ισχυρισμούς του σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Είναι η θέση επίσης του Εφεσείοντα ότι ο Διαιτητής υπέδειξε κακή συμπεριφορά και υπέρβαση εξουσίας. Οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα ως προς τον πιο πάνω λόγο, δεν έχουν συγκεκριμενοποιηθεί ούτε μέσω της Αίτησης-Έφεσης ούτε μέσω των ενόρκων δηλώσεων του και ως εκ τούτου παρέμειναν γενικοί, αόριστοι και ασαφείς και χωρίς κανένα πραγματικό υπόβαθρο. Συμφωνώ με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι ο Διαιτητής με βάση τα γεγονότα που δεν αμφισβητούνται δεν επέδειξε κακή συμπεριφορά, ούτε υπερέβη την εξουσία του εφόσον, από τα γεγονότα, προκύπτει ότι έδωσε σε όλα τα μέρη της Διαιτησίας την ευκαιρία να ακουστούν και να προβάλουν τις θέσεις τους να λάβουν ότι δικονομικό ή διαδικαστικό μέτρο επιθυμούσαν στα πλαίσια της Διαιτησίας. Η Διαιτησία διεξήχθη στην παρουσία όλων των εμπλεκομένων μερών και για κάθε εγειρόμενο θέμα εξέδωσε αιτιολογημένη απόφαση. Ως εκ των ανωτέρω, ο Διαιτητής δεν ενήργησε καθ' υπέρβαση εξουσίας ούτε η Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας. Η Διαιτητική Απόφαση αποτελεί κατάληξη στην οποία ο Διαιτητής, ενόψει της μαρτυρίας και στοιχείων που είχε ενώπιον του, θα μπορούσε εύλογα και δίκαια να καταλήξει στα συμπεράσματα που κατέληξε αφού αιτιολόγησε την απόφαση του. Ο Διαιτητής, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη Απόφαση, ενήργησε εντός των πλαισίων της δικαιοδοσίας του, των όρων εντολής του και των εξουσιών του. Ούτε ο λόγος έφεσης για λανθασμένη εφαρμογή του νόμου και/ή νομικής καθοδήγησης από μέρους του Διαιτητή, κατά την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης και μη εξέταση από μέρους του Διαιτητή των υπερασπίσεων και ενστάσεων του Αιτητή (Λόγοι: 4,5, 7, 8, 9,10 & 11) ευσταθεί. Η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία μίας νόμιμης, κανονικής και αιτιολογημένης απόφασης, η οποία εκδόθηκε με βάση τις νομικές αρχές και νομική βάση που διέπουν την έκδοση απόφασης στη βάση παραδοχών επί των δικογράφων αφού ανάλυσε και εφάρμοσε τις νομικές αρχές αναφορικά με τα επίδικα θέματα χωρίς οποιαδήποτε λανθασμένη νομική καθοδήγηση και στα πλαίσια της επίδικης διαδικασίας, ασχολήθηκε με τις υπερασπίσεις του Εφεσείοντα, τις οποίες εξέτασε και σχολίασε και αποφάνθηκε επ' αυτών και αφού εφάρμοσε ορθά όλες τις νομικές αρχές αναφορικά με το θέμα κατά πόσο ήταν αποκρυσταλλωμένη υπόθεση για έκδοση απόφασης. Η Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε στην βάση και μέσα στα πλαίσια των εν λόγω νομικών αρχών, εξέτασε δε τις ενστάσεις του Εφεσείοντα στις οποίες έκανε αναφορά στην Διαιτητική Απόφαση και τις οποίες απέρριψε αιτιολογώντας την απόφαση του. Η θέση του Εφεσείοντα ότι δεν εξετάστηκε η υπεράσπιση του από τον Διαιτητή δεν ευσταθεί, έχοντας υπόψη τις παραδοχές που προκύπτουν από την Υπεράσπιση που είχε καταχωρήσει στα πλαίσια της Διαιτησίας ούτε όμως οι ισχυρισμοί του για μη εξέταση της υπεράσπισης του που εγείρεται στις παραγράφους 8 και 9 του εν λόγω δικόγραφου ευσταθεί, γιατί αυτές αποτελούσαν, ως ρητά αναφέρεται σ' αυτές το υπόβαθρο για την Ανταπαίτηση που ήγειρε στα πλαίσια της Διαιτησίας για να αξιώσει ανταπαιτητικώς αποζημιώσεις και/ή συνεισφορά και/ή κάλυψη και όχι της υπεράσπισης του αφού δεν συνέδεσε τους ισχυρισμούς αυτούς με θέματα εγκυρότητας της επίδικης συμφωνίας δανείου. Ούτε το παράπονο του Εφεσείοντα ότι ο Διαιτητής δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του ότι το επίδικο δάνειο δεν κατέστη απαιτητό ευσταθεί. Ο Διαιτητής είχε υπόψη του τα σχετικά έγγραφα που τέθηκαν στη Διαιτησία στα οποία το εν λόγω ζήτημα είχε εγερθεί από πλευράς του Εφεσείοντα όμως το άρθρο 52 του Νόμου κάνει ρητή αναφορά σε παραπομπή της διαφοράς στον Έφορο και δυνατότητα του Εφόρου για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, χωρίς να είναι προϋπόθεση ο τερματισμός του δανείου είτε για παραπομπή της διαφοράς στον Έφορο ή από τον Έφορο σε διαιτησία. Ορθή είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι αν ο Εφεσείων θεωρούσε ότι πρόωρα παραπέμφθηκε η διαφορά σε σχέση με το επίδικο δάνειο σε Διαιτησία από τον Έφορο, έπρεπε να αμφισβητήσει την απόφαση του Εφόρου, μέσω ιεραρχικής προσφυγής, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 56
(1)του Νόμου. Ο Εφεσείων τίποτε από αυτά δεν έπραξε αλλά αντίθετα συμμετείχε στη Διαιτησία χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη και χωρίς να εγείρει οποιοδήποτε διαδικαστικό ή άλλο θέμα κατά τη διάρκεια της Διαιτησίας. Ούτε ο λόγος έφεσης που αφορά την απόφαση του Διαιτητή για ακύρωση του εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 1, ευσταθεί, αφού η εν λόγω Ενδιάμεση Απόφαση δεν συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με την απαίτηση των Καθ' ων η Αίτηση, στη βάση της οποίας εκδόθηκε η Διαιτητική Απόφαση, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας Αίτησης/Έφεσης, αλλά με την Ανταπαίτηση του Εφεσείοντα την οποία ο Εφεσείων απέσυρε στο στάδιο της Διαιτητικής διαδικασίας. Έχοντας λοιπόν υπόψη την ενδιάμεση απόφαση του Διαιτητή και τις θέσεις που προβλήθηκαν, καταλήγω ότι, τα συμπεράσματα του Διαιτητή δικαιολογούντο και συνεπώς κανένα σφάλμα (error) διαπιστώνεται στην όψη (on the face) της διαιτητικής απόφασης. Τέλος ορθή κρίνεται και η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η παρούσα θα έπρεπε να επιδοθεί στο Διαιτητή λόγω ισχυρισμών του Εφεσείοντα για κακή συμπεριφορά του Διαιτητή. Στον Russell (ανωτέρω) εξηγείται ότι παρόλο που παλαιότερα επικρατούσε η άποψη ότι η έφεση δεν επιδίδεται στον Διαιτητή, η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι όταν ο Εφεσείων επικαλείται κακή συμπεριφορά του Διαιτητή (misconduct) η αίτηση θα πρέπει να επιδίδεται σ' αυτόν αφού η σύγχρονη αντίληψη πηγάζει από το γεγονός ότι για όποιου η συμπεριφορά τίθεται κάτω από κριτική, ως θέμα φυσικής δικαιοσύνης, πρέπει να του δίνεται η ευκαιρία να απαντήσει ή να εξηγήσει. Ενόψει όλων των πιο πάνω, δεν κρίνεται σκόπιμο να ασχοληθώ με τους άλλους λόγους ένστασης που εγέρθηκαν από τους Εφεσίβλητους. Ενόψει των ανωτέρω, κανένας λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου η Αίτηση-Έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Εφεσείοντα-Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογισθούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΗ/ΙΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.