ΡΕΝΟΣ ΠΑΤΤΗΣ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΡΗ, Αγωγή Αρ. 60/15, 18/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A270 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 60/15 Μεταξύ: ΡΕΝΟΣ ΠΑΤΤΗΣ Ενάγοντας και ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΡΗ Εναγόμενος ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 18 Οκτωβρίου 2017 Για τον ενάγοντα: κα Κ. Λούτσιου, για Κωνσταντίνο Πόλεος Για τον εναγόμενο: κα Α. Παπαευσταθίου, για Χάρη Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικόγραφα Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ο ενάγων είναι ιδιοκτήτης οικίας που βρίσκεται στην οδό Αντρονίκης 10, Ακτή του Κυβερνήτη, Πεντάκωμο, Λεμεσός (στο εξής «η Οικία») και κατά ή περί την 1.1.14 συνήψε στη Λευκωσία σύμβαση ενοικίασης της Οικίας με τον εναγόμενο (στο εξής «η Σύμβαση»). Η Σύμβαση περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τους εξής όρους: Το ενοίκιο καθορίστηκε στο ποσό των €400 μηνιαίως, ποσό στο οποίο δεν περιλαμβάνονται οι ακόλουθες χρεώσεις, η εξόφληση των οποίων θα αποτελούσε ευθύνη του ενοικιαστή: (
- i)λογαριασμός ηλεκτρικού, (
- ii)λογαριασμός για το νερό, (iii) αποχετευτικά τέλη, (
- iv)σκύβαλα και (
- v)κοινόχρηστα. Επιπλέον, όσον αφορά τα έξοδα του κηπουρού (€60 μηνιαίως), αυτά θα τα μοιράζονταν ενοικιαστής και ιδιοκτήτης. Η διάρκεια της ενοικίασης καθορίστηκε στους 12 μήνες (1.1.14 - 31.12.14). Συμφωνήθηκε επίσης ότι με την έναρξη της ενοικίασης και μαζί με το πρώτο ενοίκιο ο ενοικιαστής θα καταβάλει το ποσό των €400 ως εγγύηση για τυχόν ζημίες ή καταστροφές που θα προκληθούν κατά τη διάρκεια της ενοικίασης. Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της περιόδου ενοικίασης, τα μέρη συμφώνησαν όπως το μερίδιο του ιδιοκτήτη για τις υπηρεσίες του κηπουρού (ήτοι €30 μηνιαίως), αποκόπτεται από το ενοίκιο και να δίδεται απευθείας στον κηπουρό. Κατά ή περί την 1.5.14 ο εναγόμενος όφειλε στον ενάγοντα ένα μηνιαίο ενοίκιο το οποίο, με συμφωνία των μερών, αποπληρώθηκε από το ποσό της εγγύησης που κατακρατούσε ο ενάγων. Ο εναγόμενος, κατά ή περί την 1.10.14 παραβίασε τη Σύμβαση, εγκαταλείποντας το ακίνητο πριν τη λήξη της περιόδου ενοικίασης και/ή χωρίς εύλογη προειδοποίηση και/ή χωρίς να αποπληρώσει δεδουλευμένες οφειλές (νερό, σκύβαλα, έξοδα κηπουρού, κοινόχρηστα και ενοίκιο). Λόγω της πιο πάνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγομένου, ο ενάγων υπέστη τις ακόλουθες ζημιές: (
- i)απώλεια ενοικίων για τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2014, ήτοι €400 Χ 3 μήνες σύνολο €1.200, (
- ii)απλήρωτος λογαριασμός σκυβάλων €140, (iii) απλήρωτος λογαριασμός νερού €30, (iν) απλήρωτοι λογαριασμοί κηπουρού προς €60 (μερίδιο εναγόμενου) για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο, (ν) απλήρωτο υπόλοιπο ενοικίων €60 (για τα έξοδα κηπουρού) για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο, και (νi) απλήρωτο υπόλοιπο κοινοχρήστων του ακινήτου €78. Σύνολο ζημιών: €1.568. Ο ενάγων κάλεσε με διπλοσυστημένη επιστολή τον εναγόμενο να αποπληρώσει τις οφειλές του, πλην όμως, ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε. Ως εκ των ανωτέρω, ο ενάγων αξιώνει από τον εναγόμενο αποζημιώσεις ύψους €1.568 για μονομερή αθέτηση και/ή παράβαση της Σύμβασης, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε διατάξει, νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο εναγόμενος καταχώρησε υπεράσπιση εγείροντας προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται καθ' ύλην και/ή κατά τόπο δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή επειδή (α) το καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, ή/και (β) διαζευκτικά ή/και επιπρόσθετα με το (α) ανωτέρω, το κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Άνευ βλάβης της εγερθείσας προδικαστικής ένστασης, ο εναγόμενος παραδέχεται την ιδιότητα του ενάγοντος αλλά και το γεγονός ότι κατά ή περί την 1.1.14 υπέγραψε τη Σύμβαση. Κατά ή περί την υπογραφή της Σύμβασης, ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των €800, ήτοι €400 ως εγγύηση και €400 ως πρώτο ενοίκιο. Παραδέχεται επίσης τη διάρκεια της ενοικίασης καθώς και το ύψος του μηνιαίου ενοικίου. Όσον, όμως, αφορά στις χρεώσεις που ο ενάγων ισχυρίζεται ότι συμφωνήθηκε όπως βαραίνουν τον εναγόμενο, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι πέραν του ποσού του ενοικίου, η Σύμβαση δεν προσδιόριζε ρητά οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο όφειλε να καταβάλλει στον ενάγοντα. Ισχυρίζεται επίσης ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε πως το νερό για την ύδρευση του κήπου θα χρεώνονταν επιπρόσθετα του νερού για τις ανάγκες της Οικίας και ουδέποτε, κατά ή προ της σύναψης της Σύμβασης, ο ενάγων ανέφερε ή/και ενημέρωσε τον εναγόμενο ότι το νερό για την ύδρευση του κήπου θα χρεώνονταν επιπρόσθετα του νερού για τις ανάγκες της Οικίας. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το σύνολο των απαιτήσεων που κατά καιρούς υπέβαλλε ο ενάγοντας στον εναγόμενο ήταν αυθαίρετες, ατεκμηρίωτες και μη συνοδευόμενες από οποιαδήποτε απόδειξη. Όσον αφορά τα έξοδα κηπουρού, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αν και ο ενάγων επανειλημμένως του ζήτησε να καλύπτει τα εν λόγω έξοδα, ο εναγόμενος υπέδειξε στον ενάγοντα ότι η πληρωμή τους δεν ήταν δική του ευθύνη με βάση τη Σύμβαση και ο ενάγων αποδέχθηκε ότι όντως έτσι είχαν τα πράγματα, πλην όμως σε μία προσπάθεια μη διατάραξης των σχέσεων των διαδίκων και καλόπιστης επίλυσης του θέματος που εγέρθηκε, συμφωνήθηκε προφορικώς μεταξύ των διαδίκων ότι (α) θα πληρώνεται από κοινού από τους διάδικους το ποσό των €60 μηνιαίως για τις υπηρεσίες του κηπουρού, και (β) το μερίδιο του ενάγοντος αναφορικά με τις υπηρεσίες του κηπουρού (€30), θα αποκόπτετο από το πληρωτέο ενοίκιο και θα καταβαλλόταν από τον εναγόμενο, μαζί με το δικό του μερίδιο, απευθείας στον κηπουρό. Ο εναγόμενος αρνείται ότι παραβίασε τη Σύμβαση και ισχυρίζεται ότι περί τον Μάρτιο του 2014 ή/και προγενέστερα, ενημέρωσε τον ενάγοντα προφορικώς ότι υπήρχε περίπτωση να απολέσει την εργασία του ή/και να μην ανανεωθεί η σύμβαση εργοδότησης που διατηρούσε, και ότι και σε τέτοια περίπτωση είχε πρόθεση να διακόψει την ενοικίαση της Οικίας πριν τη λήξη της περιόδου ενοικίασης. Τα μέρη συμφώνησαν να ξανασυζητήσουν το θέμα μόλις υπήρχαν πιο ευκρινή δεδομένα για το θέμα αυτό. Κατά ή περί τον Απρίλιο ή Μάιο του 2014 ο εναγόμενος ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι κατά πάσα πιθανότητα θα διακόπτετο η εργοδότησή του και ως εκ τούτου ότι είχε πρόθεση να διακόψει ενωρίτερα την ενοικίαση της Οικίας. Ο εναγόμενος εισηγήθηκε στον ενάγοντα να κατάσχει την εγγύηση ως μηνιαίο ενοίκιο, όπως και έγινε. Τον Ιούνιο του 2014 και επειδή το θέμα δεν είχε ξεκαθαρίσει, ο εναγόμενος ζήτησε από τον ενάγοντα περιθώριο δύο μηνών για εξακρίβωση της επαγγελματικής του κατάστασης. Ο ενάγων αποδέχθηκε και συμφωνήθηκε ότι ο εναγόμενος θα αποπλήρωνε κανονικά το ενοίκιο μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2014, οπότε και το θέμα θα ξανασυζητείτο και θα λαμβανόταν τελική απόφαση. Κατά ή περί τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2014, ο εναγόμενος ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι η σύμβαση εργασίας του δεν ανανεώθηκε και ότι, ως εκ τούτου, θα διέκοπτε την ενοικίαση της Οικίας περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2014. Ο ενάγων ρητά συναίνεσε στην πιο πάνω ειδοποίηση του εναγόμενου για διακοπή της ενοικίασης της Οικίας και διευθετήθηκε συνάντηση των διαδίκων για παράδοση της Οικίας κατά ή περί την 1.10.14. Κατά παράβαση των συμφωνηθέντων ο ενάγων, επικαλούμενος άλλες υποχρεώσεις, δεν μετέβη στη συνάντηση που όρισαν οι διάδικοι την 1.10.14 για παράδοση της Οικίας στον ενάγοντα. Ο ενάγων προέτρεψε τον εναγόμενο να αφήσει τα κλειδιά της Οικίας σε συγκεκριμένο σημείο στην Οικία για να τα παραλάβει ο ενάγων, όπως και έγινε. Ο εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντος τόσο περί αντισυμβατικής συμπεριφοράς από μέρους του εναγομένου, όσο και για τις ισχυριζόμενες ζημιές και επαναλαμβάνει ότι προέβη σε εύλογη και/ή επαρκή προειδοποίηση προς τον ενάγοντα αναφορικά με την πρόθεσή του να διακόψει την ενοικίαση της Οικίας πριν τη λήξη της περιόδου ενοικίασης και εξασφάλισε τη ρητή συναίνεση του ενάγοντος προς τούτο. Είναι η θέση του εναγόμενου ότι εκπλήρωσε όλες τις υποχρεώσεις του προς τον ενάγοντα μέχρι και την τελευταία ημέρα ενοικίασης της Οικίας, ως η εκ των υστέρων συμφωνία των διαδίκων. Ο ενάγων ρητά παρέστησε στον εναγόμενο ότι νοουμένου ότι θα παραδιδόταν η κατοχή της Οικίας την 1.10.14, ουδεμία αξίωση θα είχε έναντι του εναγομένου. Ο εναγόμενος βασίστηκε (relied upon) στην πιο πάνω ρητή διαβεβαίωση του ενάγοντος, μεταβάλλοντας την οικονομική ή/και νομική του θέση. Ο ενάγων εμποδίζεται ή/και κωλύεται (estopped) από του να αξιώνει αποζημιώσεις αναφορικά με δήθεν οφειλόμενα ενοίκια ενόψει του ότι η Σύμβαση τερματίστηκε με συμφωνία των μερών κατά ή περί την 1.10.14 και με ρητή συναντίληψη ότι δεν θα πληρώνονταν άλλα ενοίκια ή/και ενόψει του ότι προέβη σε παραστάσεις ή/και συμπεριφορά ή/και δηλώσεις ότι δεν θα αξίωνε οποιαδήποτε ποσά από τον εναγόμενο, επί των οποίων ο εναγόμενος βασίστηκε, μεταβάλλοντας τη νομική ή/και οικονομική του θέση. Ο εναγόμενος παραδέχεται τη λήψη διπλοσυστημένης επιστολής από τον εναγόμενο, πλην όμως ισχυρίζεται ότι ουδέν ποσό οφείλει προς τον ενάγοντα. Άνευ βλάβης ή/και διαζευκτικά ή/και επιπρόσθετα, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο ενάγων παρέβη την υποχρέωσή του για μείωση της ζημιάς του και ότι, συνεπεία αυτής της παράβασης, δεν νομιμοποιείται σε οποιαδήποτε αξίωση έναντι του εναγόμενου. Ο εναγόμενος αρνείται ότι ο ενάγων δικαιούται στις αξιούμενες θεραπείες και ζητεί την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος του ενάγοντος. Μαρτυρία Επειδή το αντικείμενο της παρούσας αγωγής η οποία καταχωρήθηκε στις 12.1.15 δεν υπερβαίνει τις €3.000, αυτή ταξινομήθηκε ως «ταχείας εκδίκασης»[1] και εκδικάστηκε στη βάση γραπτής μαρτυρίας. Μαρτυρία για την πλευρά του ενάγοντος έδωσε ο ίδιος ο ενάγων (ΜΕ) και για την πλευρά του εναγόμενου μαρτυρία έδωσε ο εναγόμενος (ΜΥ). Δεν δόθηκε προφορική μαρτυρία και οι διάδικοι δεν αντεξετάσθηκαν.[2] Μαρτυρία ενάγοντος (ΜΕ) Ο ενάγων (ΜΕ) ανέφερε ότι είναι ο ιδιοκτήτης της επίδικης Οικίας και ότι την 1.1.14, στη Λευκωσία, υπέγραψε με τον εναγόμενο σύμβαση ενοικίασης της Οικίας, την οποία επισύναψε στη γραπτή του μαρτυρία ως Τεκμήριο Α. Με την έναρξη της ενοικίασης και μαζί με το πρώτο ενοίκιο ο εναγόμενος του κατέβαλε το ποσό των €400 ως εγγύηση για τυχόν ζημίες ή καταστροφές που θα προκληθούν κατά τη διάρκεια της ενοικίασης. Ανέφερε επίσης ότι κατά τη διάρκεια της ενοικίασης συμφώνησε με τον εναγόμενο όπως το μερίδιο του ιδίου για τις υπηρεσίες του κηπουρού ύψους €30 μηνιαίως γίνεται αποκοπή από το πληρωτέο ενοίκιο και να δίδεται απευθείας στον κηπουρό (από τον εναγόμενο). Ο ΜΕ ανέφερε επίσης ότι ο εναγόμενος περί την 1.10.14 παραβίασε τη Σύμβαση εγκαταλείποντας την Οικία πριν τη λήξη της περιόδου ενοικίασης, χωρίς εύλογη προειδοποίηση και χωρίς να πληρώσει δεδουλευμένες οφειλές κατοχής του ακινήτου (νερό, σκύβαλα, έξοδα κηπουρού, κοινόχρηστα και ενοίκιο). Περί την 1.5.14 ο εναγόμενος όφειλε στον ΜΕ ένα δεδουλευμένο ενοίκιο το οποίο, κατόπιν συμφωνίας, αποπληρώθηκε από το ποσό της εγγύησης που κατακρατούσε ο ΜΕ, περαιτέρω δε ο εναγόμενος του δήλωσε πως πιθανώς να παρέδιδε το ακίνητο καθότι αδυνατούσε να πληρώσει το ενοίκιο. Παρά την ως άνω δήλωση του εναγόμενου που έγινε περί τον Μάιο του 2014, ο εναγόμενος μεταγενέστερα δήλωσε πως τελικά θα κρατούσε την Οικία και συνέχιζε και πλήρωνε το ενοίκιο και διατηρούσε την κατοχή της Οικίας χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε άλλο μέχρι και τον Οκτώβριο 2014. Περί τις αρχές Οκτωβρίου του 2014 ο εναγόμενος ενημέρωσε τον ΜΕ πως τελικά δεν μπορεί να πληρώνει το ενοίκιο και έδωσε τα κλειδιά στον κηπουρό κ. Λένα Αλεξάνδρου από την Καλαβασό της επαρχίας Λάρνακας. Λόγω της πιο πάνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγόμενου, ο ΜΕ υπέστη ζημιές συνολικού ύψους €1.568 ως ακολούθως: (
- i)απώλεια ενοικίων για τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο (δηλαδή μέχρι τη λήξη της περιόδου ενοικίασης) ήτοι €400 Χ 3 μήνες σύνολο €1.200. (
- ii)απλήρωτος λογαριασμός σκυβάλων ύψους €140 (αντίγραφο του λογαριασμού για το έτος 2014 από το Κοινοτικό Συμβούλιο Πεντακώμου επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο Β). (iii) απλήρωτος λογαριασμός νερού ύψους €30, ποσό το οποίο, ως εξήγησε ο ΜΕ, είναι κατά προσέγγιση καθότι είναι αναλογία με μέσο όρο καθότι δεν είχε τον λογαριασμό του νερού κατά τον χρόνο σύνταξης της αγωγής. (
- iv)απλήρωτοι λογαριασμοί κηπουρού προς €60 (μερίδιο εναγόμενου) για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο μέχρι και την παράδοση της κατοχής της Οικίας από τον εναγόμενο. (
- v)απλήρωτο υπόλοιπο ενοικίων €60 (για τα έξοδα κηπουρού) για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο που ο εναγόμενος απέκοψε από το ενοίκιο για τα έξοδα του κηπουρού ως η συμφωνία τους, αλλά τελικά δεν κατέβαλε το μερίδιο του ενάγοντος στον κηπουρό κ. Λένα Αλεξάνδρου όπως ο ενάγων ενημερώθηκε από τον τελευταίο. (
- vi)απλήρωτο υπόλοιπο κοινοχρήστων της Οικίας ύψους €78, μέχρι και που παρέδωσε την κατοχή της Οικίας ο εναγόμενος. Ο ΜΕ κάλεσε τον εναγόμενο, με διπλοσυστημένη επιστολή που απέστειλε μέσω του δικηγόρου του (αντίγραφο της οποίας επισύναψε ως Τεκμήριο Γ) να αποπληρώσει τις οφειλές του, όμως ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε. Μαρτυρία εναγόμενου (ΜΥ) Ο εναγόμενος (ΜΥ) ανέφερε ότι κατά ή περί την 1.1.14 υπέγραψε ενοικιαστήριο έγγραφο αναφορικά με την ενοικίαση της Οικίας ιδιοκτησίας του ΜΕ. Η Σύμβαση υπεγράφη στη Λευκωσία (στο εμπορικό κέντρο Mall στα Λατσιά). Κατά την υπογραφή της Σύμβασης κατέβαλε στον ΜΕ το συνολικό ποσό των €800, ήτοι €400 ως πρώτο ενοίκιο και €400 ως εγγύηση. Ο ΜΕ δεν του παρέδωσε οποιαδήποτε απόδειξη αναφορικά με την πληρωμή του εν λόγω ποσού. Μετά την πιο πάνω πληρωμή, ο ΜΕ του ανέφερε ότι οι προηγούμενοι ένοικοι δεν κατέβαλλαν οποιοδήποτε ποσό για τη συντήρηση του κήπου με αποτέλεσμα αυτός να καταστραφεί και στη συνέχεια ο ΜΕ πρότεινε στον ΜΥ να προσλάβει κηπουρό και να μοιράζονται τα έξοδα τα οποία ανέρχονταν, ως ο ΜΕ του ανέφερε, στα €60 το μήνα. Αν και υπήρξαν διαφωνίες σχετικά με την πληρωμή των εξόδων του κηπουρού, εν τέλει συμφωνήθηκε προφορικά ότι το ποσό των €60, θα πληρωνόταν από κοινού με τον ΜΕ και συγκεκριμένα συμφωνήθηκε ότι το μερίδιο του ΜΕ, ήτοι €30, θα αποκόπτετο από το πληρωτέο ενοίκιο και θα καταβαλλόταν από τον ΜΥ, μαζί με το δικό του μερίδιο, απευθείας στον κηπουρό. Η Σύμβαση δεν προέβλεπε ρητά την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε ποσού, πέραν του ποσού των €400 μηνιαίως και του ποσού των €30 αναφορικά με το ήμισυ των εξόδων του κηπουρού. Επίσης δεν υπήρχε πρόνοια περί του ότι το νερό για την ύδρευση του κήπου θα χρεωνόταν επιπρόσθετα του νερού για τις ανάγκες της Οικίας, και ουδέποτε ο ΜΕ ανέφερε κάτι τέτοιο στον ΜΥ. Ο λογαριασμός της υδατοπρομήθειας εκδίδετο στο όνομα του ΜΕ και ο ΜΥ ανέφερε ότι υπήρξε μήνας που ο ΜΕ του ζήτησε €18 για το νερό για τις ανάγκες της Οικίας και €26 για την ύδρευση του κήπου, χωρίς να του παρουσιάσει οποιοδήποτε λογαριασμό ή απόδειξη, παρόλο που ο ΜΥ του το ζητούσε επανειλημμένα. Γενικά, αναφέρει ο ΜΥ, ο ΜΕ ουδέποτε του παρέδωσε οποιεσδήποτε αποδείξεις αναφορικά με χρηματικά ποσά που αυθαίρετα ισχυριζόταν ότι αφορούσαν λογαριασμούς ή/και έξοδα της Οικίας, αλλά ούτε και για τα ενοίκια τα οποία αποπλήρωνε μηνιαίως και τούτο παρόλο που ο ΜΥ επανειλημμένως ζητούσε αποδείξεις από τον ΜΕ. Ο ΜΥ ανέφερε επίσης ότι όσον αφορά τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα, καθότι ο εν λόγω λογαριασμός εκδίδετο στο όνομα του ιδίου. Ο ΜΥ ανέφερε περαιτέρω ότι περί τον Μάρτιο του 2014, λόγω της πιθανότητας που υπήρχε να απολέσει την εργασία του επειδή υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο να μην ανανεωθεί η σύμβαση εργασίας του, ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον ΜΕ ότι σε τέτοια περίπτωση θα διέκοπτε πρόωρα την ενοικίαση της Οικίας, δηλαδή πριν τη λήξη της περιόδου ενοικίασης και συμφώνησαν να συζητήσουν το θέμα μόλις θα ξεκαθάριζαν τα δεδομένα σε σχέση με τις συνθήκες εργασίας του ΜΥ. Κατά ή περί τον Μάιο του 2014, ο ΜΥ επικοινώνησε και πάλι τηλεφωνικώς με τον ΜΕ και τον ενημέρωσε ότι κατά πάσα πιθανότητα θα διακόπτετο η εργοδότησή του, και ως εκ τούτου εκδήλωσε την πρόθεσή του να διακόψει ενωρίτερα την ενοικίαση της Οικίας. Λόγω της αβεβαιότητας που υπήρχε αναφορικά με την εργοδότησή του, εισηγήθηκε στον ΜΕ να κρατήσει την εγγύηση ως μηνιαίο ενοίκιο, όπως και έγινε. Τον Ιούνιο του 2014, εξακολουθούσε να επικρατεί αβεβαιότητα σχετικά με την επαγγελματική κατάσταση του ΜΥ, και ο ΜΥ ζήτησε από τον ΜΕ να του δώσει περιθώριο δύο μηνών για εξακρίβωση της κατάστασης. Ο ΜΕ αποδέχθηκε και συμφωνήθηκε ότι το ενοίκιο θα αποπληρώνετο κανονικά μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2014, οπότε και το θέμα θα ξανασυζητείτο και θα λαμβανόταν τελική απόφαση. Μετά την πάροδο του καλοκαιριού του 2014, ο ΜΥ ενημερώθηκε ότι δεν θα ανανεωνόταν η σύμβαση εργασίας του. Κατά ή περί τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2014, ο ΜΥ ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον ΜΕ ότι η σύμβαση εργασίας του δεν ανανεώθηκε, και ότι ως εκ τούτου θα διέκοπτε την ενοικίαση της Οικίας περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2014. Ο ΜΕ συναίνεσε ρητώς στην ειδοποίηση που ο ΜΥ του έδωσε για διακοπή της ενοικίασης περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2014, και διευθετήθηκε συνάντηση μεταξύ των δύο στις 1.10.14 για να παραδώσει ο ΜΥ τα κλειδιά της Οικίας. Συγκεκριμένα, στις 27.9.14 ο ΜΥ καθάρισε και ετοίμασε την Οικία για να είναι έτοιμη για παράδοση στον ΜΕ, τον οποίο ειδοποίησε ότι η Οικία θα είναι έτοιμη για παράδοση στις 30.9.14. Ο ΜΕ τον ενημέρωσε ότι λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων δεν μπορούσε να συναντηθούν στις 30.9.14, και ζήτησε από τον ΜΥ να γίνει η παράδοση την 1.10.14 που θα ήταν αργία. Έτσι ορίστηκε ραντεβού στις 10:00 - 11:00 π.μ. Ο ΜΕ καθυστέρησε να πάει στη συνάντηση και ο ΜΥ τον κάλεσε πολλές φορές στο τηλέφωνό του. Εν τέλει, ο ΜΕ ζήτησε από τον ΜΥ να τον περιμένει μέχρι τις 12:00 π.μ. και εάν δεν πήγαινε να του άφηνε τα κλειδιά της Οικίας στο σημείο που βρισκόταν το ρολόι του νερού, όπως και έπραξε ο ΜΥ. Αφού πέρασε ο μήνας Οκτώβριος του 2014, ο ΜΕ τηλεφώνησε στον ΜΥ και του ζήτησε την αποπληρωμή υπολοίπου σε σχέση με το νερό για την ύδρευση του κήπου και για τις ανάγκες της Οικίας. Δεν ανέφερε οτιδήποτε για οποιοδήποτε άλλο ποσό. Ο ΜΥ του ανέφερε ότι εάν είχε αποδείξεις για τα ζητούμενα ποσά, θα του τα αποπλήρωνε, όμως ο ΜΕ ουδέποτε προσκόμισε στον ΜΥ οποιαδήποτε απόδειξη σε σχέση με τα ποσά που ζητούσε. Στις 9.12.14 έλαβε την επιστολή που ο ΜΕ επισύναψε ως Τεκμήριο Γ στη γραπτή του μαρτυρία. Είναι η θέση του ΜΥ ότι η εύλογη και επαρκής προειδοποίηση για διακοπή της ενοικίασης της Οικίας πριν τη λήξη της συμφωνηθείσας περιόδου ενοικίασης, αλλά και η ρητή συναίνεση του ΜΕ στην επιστροφή των κλειδιών της Οικίας, δεν επιτρέπουν στον ΜΕ να αξιώνει δήθεν οφειλόμενα ενοίκια και οποιαδήποτε άλλα ποσά που αντιστοιχούν δήθεν σε απλήρωτους λογαριασμούς. Ο ίδιος έχει, ως ανέφερε, εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις του προς τον ΜΕ μέχρι και την τελευταία ημέρα ενοικίασης της Οικίας. Αγορεύσεις Οι δύο πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους, οι οποίες έχουν μελετηθεί προσεκτικά και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Οι θέσεις των διαδίκων μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως. Ο ενάγων ισχυρίζεται κατ' αρχάς ότι οι εγερθείσες από τον εναγόμενο προδικαστικές ενστάσεις δεν έχουν προωθηθεί εγκαίρως, και ότι για τον λόγο αυτό θα πρέπει να θεωρηθούν ως εγκαταληφθείσες. Σε κάθε περίπτωση, αυτές θα πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμες για τους λόγους που αναφέρει στην αγόρευση του. Ως προς την ουσία της υπόθεσης, θέση του ενάγοντος είναι ότι ο εναγόμενος παραβίασε τη Σύμβαση ενοικίασης, στην οποία δεν περιείχετο όρος για τερματισμό και/ή διακοπή της ενοικίασης, και ότι για τον λόγο αυτό ο ενάγων δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 (στο εξής «το Κεφ. 149»), ως αναίτιο μέρος, στις αποζημιώσεις που αξιώνει με την αγωγή του. Θέση του εναγόμενου είναι ότι μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου συνήφθη μία νέα σύμβαση (novation), με αποτέλεσμα η αρχική Σύμβαση να μην χρειάζεται εκπλήρωση σύμφωνα με το άρθρο 62 του Κεφ. 149. Συγκεκριμένα είναι η θέση του ότι η γραπτή Σύμβαση ενοικίασης αντικαταστάθηκε τον Σεπτέμβριο του 2014 με προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για τερματισμό/διακοπή της ενοικίασης και παράδοση των κλειδιών της Οικίας την 1.10.14. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι ένεκα της ρητής συναίνεσης από μέρους του ενάγοντος για διακοπή της μίσθωσης της Οικίας με την ταυτόχρονη διαβεβαίωση του ενάγοντος ότι δεν θα αξίωνε οποιοδήποτε ποσό, ο ενάγων κωλύεται εξ' υποσχέσεως (promissory estoppel) από του να επιμένει στα συμβατικά του δικαιώματα. Σε περίπτωση δε που οι πιο πάνω θέσεις του εναγομένου ήθελαν απορριφθούν, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο ενάγων παρέβηκε την υποχρέωση του για μείωση της ζημιάς του, συνεπώς δεν νομιμοποιείται σε οποιαδήποτε αξίωση έναντι του εναγομένου. Αξιολόγηση μαρτυρίας Πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι, τόσο μέσα από τα δικόγραφα όσο και μέσα από τη δοθείσα μαρτυρία, προκύπτει ότι ορισμένα γεγονότα, στα οποία θα αναφερθώ πιο κάτω, αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Ο ΜΕ είναι ιδιοκτήτης της Οικίας.[3] Περί την 1.1.14 ΜΕ και ΜΥ υπέγραψαν στη Λευκωσία συμφωνία, σύμφωνα με την οποία ο ΜΥ συμφώνησε να ενοικιάσει την Οικία του ΜΕ.[4] Κατά την υπογραφή της Σύμβασης, ο ΜΥ κατέβαλε στον ΜΕ το συνολικό ποσό των €800, ήτοι €400 ως το πρώτο ενοίκιο και €400 ως εγγύηση για τυχόν ζημιές ή καταστροφές που θα προκληθούν κατά τη διάρκεια της ενοικίασης.[5] Κατά τη διάρκεια της ενοικίασης συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι το ποσό των €30 που αποτελούσε το μερίδιο του ΜΕ για τις υπηρεσίες κηπουρού θα αποκοπτόταν μηνιαίως από το ενοίκιο και θα καταβαλλόταν από τον ΜΥ (μαζί με το δικό του μερίδιο) απευθείας στον κηπουρό.[6] Είναι επίσης παραδεκτό ότι τον Μάιο του 2014 ο ΜΥ ενημέρωσε τον ΜΕ ότι ήτο πιθανή η πρόωρη διακοπή της Σύμβασης ενοικίασης[7] και ότι τα μέρη συμφώνησαν όπως το ενοίκιο του μηνός Μαΐου του 2014 αποπληρωθεί με την κατακράτηση του ποσού που είχε δοθεί ως εγγύηση.[8] Ο ΜΥ είχε κατοχή της Οικίας τουλάχιστο μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου του 2014 και η παράδοση των κλειδιών έγινε περί τις αρχές Οκτωβρίου του 2014.[9] Ο ΜΕ απέστειλε προς τον ΜΥ διπλοσυστημένη επιστολή ημερ. 9.12.14 μέσω του δικηγόρου του, απαιτώντας από τον ΜΥ το ποσό των €1.568.[10] Περαιτέρω, δεν έχει αμφισβητηθεί από τον ΜΥ ότι το υπογραφέν ενοικιαστήριο έγγραφο είναι το έγγραφο που επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο Α στη γραπτή μαρτυρία του ΜΕ.[11] Συνεπώς αποδέχομαι ότι αυτό είναι το έγγραφο που υπεγράφη από τους διάδικους την 1.1.14. Το σημείο επί του οποίου υπάρχει ουσιαστική διαφωνία μεταξύ των διαδίκων, είναι οι συνθήκες υπό τις οποίες η Σύμβαση τερματίστηκε και οι επικοινωνίες μεταξύ των μερών που προηγήθηκαν αυτής. Έχω μελετήσει με προσοχή τη γραπτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου καθώς και τα έγγραφα που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια σε αυτή με στόχο την αξιολόγηση της, μέσα από την οποία θα κριθεί η αξιοπιστία της και κατ' επέκταση η πειστικότητα αυτής. Για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας καθοδηγούμαι από διάφορους παράγοντες που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής που παρουσιάζεται, οι ευκαιρίες που είχαν οι μάρτυρες να γνωρίζουν τα γεγονότα για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους κτλ. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 CLR 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 454), υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική επιλογή αιτιολογείται (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (Πολ. Έφ. 387/09, Παρλάτα ν. Δημητρίου, ημερ. 21.5.2014), ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, 1061) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2014, σελ. 135). Όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΕ ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες η Σύμβαση τερματίστηκε, επαναλαμβάνω ότι είναι μεν κοινώς αποδεκτό ότι τον Μάιο του 2014 ο ΜΕ έλαβε γνώση περί του ενδεχομένου που υπήρχε να εγκαταλείψει ο ΜΥ την Οικία, πλην όμως, ο ΜΕ αναφέρει ότι στη συνέχεια ο ΜΥ του είπε ότι τελικά θα «κρατούσε» την Οικία και πράγματι συνέχισε να κατέχει αυτήν και να καταβάλλει το ενοίκιο χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε άλλο στον ΜΕ μέχρι και τον Οκτώβριο του 2014,[12] οπότε και ο ΜΥ χωρίς εύλογη προειδοποίηση εγκατέλειψε την Οικία.[13] Η μαρτυρία του ΜΕ επί του σημείου τούτου είναι, σημειώνω, γενικόλογη και περιορίζεται, ουσιαστικώς, σε επανάληψη των δικογραφημένων ισχυρισμών του, χωρίς να τυγχάνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο σχολιασμού οι λεπτομερείς δικογραφημένοι ισχυρισμοί του ΜΥ ως προς τις επικοινωνίες που κατά τον ΜΥ είχαν οι διάδικοι σε σχέση με το θέμα της ενοικίασης από τον Μάρτιο του 2014 και εντεύθεν. Περαιτέρω, ως προς το θέμα της επιστροφής των κλειδιών από τον ΜΥ, ο ΜΕ περιορίζεται στο να αναφέρει ότι ο ΜΥ τον ενημέρωσε περί τις αρχές Οκτωβρίου του 2014 πως δεν μπορεί να πληρώνει το ενοίκιο και έδωσε τα κλειδιά στον κηπουρό κ. Λένα Αλεξάνδρου.[14] Η επί του θέματος της επιστροφής των κλειδιών μαρτυρία του ΜΕ είναι προφανώς εξ ακοής, και αποδεκτή μεν μετά την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, από τον Ν. 32(Ι)/04, με τη βαρύτητα, όμως, που μπορεί να της αποδοθεί να αξιολογείται, συμφώνως του άρθρου 27 του Κεφ. 9 με βάση το σύνολο των περιστάσεων, με το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψιν διάφορους παράγοντες, μεταξύ άλλων, αυτών που μη εξαντλητικώς απαριθμούνται στο άρθρο 27
(2), καθώς και το συμφέρον της δικαιοσύνης, αλλά και το κατά πόσον ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (άρθρο 27
(3)).[15] Στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορώ να αποδεχτώ τη θέση του ΜΕ ότι ο ΜΥ παρέδωσε τα κλειδιά στον κηπουρό, αφού ο ΜΕ δεν αναφέρει καν πότε έλαβε την εν λόγω πληροφόρηση και από ποιον, αν δε η πληροφόρηση προήλθε από τον κηπουρό, σημειώνω πως δεν δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση ως προς το γιατί σχετική μαρτυρία δεν έδωσε ο ίδιος ο κηπουρός. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τους ισχυρισμούς του ΜΕ ότι ο ΜΥ δεν κατέβαλε στον κηπουρό τα χρήματα που οφείλονταν σε σχέση με τις υπηρεσίες του τελευταίου για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο, γεγονός για το οποίο, ως ο ΜΕ αναφέρει, ενημερώθηκε από τον κηπουρό κ. Λένα Αλεξάνδρου.[16] Λαμβάνοντας υπόψιν ότι η εξ ακοής μαρτυρία προσφέρθηκε σε σχέση με σημεία για τα οποία ο ΜΥ στην υπεράσπιση του[17] προέβαλε κάποια διαφορετική εκδοχή από αυτήν που ο ΜΕ προωθεί και δεδομένου ότι ο κηπουρός είναι πρόσωπο γνωστό στον ΜΕ, θεωρώ ότι ήταν εύλογο και εφικτό να δώσει σχετική μαρτυρία ο ίδιος ο κηπουρός και ότι ο ΜΕ θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία αλλά δεν το έπραξε. Με αυτά τα δεδομένα και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψιν ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου (λ.χ. κάποιο έγγραφο) που θα μπορούσε να υποστηρίξει την προσκομισθείσα εξ ακοής μαρτυρία, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτήν προκειμένου να εξάγω ασφαλή συμπεράσματα. Σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΕ, η μαρτυρία του ΜΥ στα πλείστα σημεία της ήταν συγκεκριμένη, λεπτομερής και σαφής, πέραν δε της γενικόλογης τοποθέτησης του ΜΕ ότι ο ΜΥ δεν του ανέφερε οτιδήποτε μετά τον Μάιο του 2014 και μέχρι και τον Οκτώβριο του 2014, τα όσα ο ΜΥ λεπτομερώς παραθέτει στη μαρτυρία του, δεν αντικρούστηκαν κατά τρόπο συγκεκριμένο από τον ΜΕ και γίνονται αποδεκτά. Παρά την αποδοχή του μεγαλύτερου μέρους της μαρτυρίας του ΜΥ, δεν μπορώ να αποδεχτώ τη θέση του ότι ο ΜΕ «συναίνεσε ρητά» στην ειδοποίηση που ο ΜΥ του έδωσε για διακοπή της ενοικίασης. Έχοντας αποδεχτεί τη θέση του ΜΥ ότι ο ΜΕ συμφώνησε στη διευθέτηση συνάντησης για παραλαβή των κλειδιών της Οικίας, αποδεκτό γίνεται, κατ' επέκταση το γεγονός ότι ο ΜΕ δέχτηκε να ανακτήσει την κατοχή της Οικίας. Πέραν όμως τούτου, ο ΜΥ δεν αναφέρει στη μαρτυρία του ποια ήταν τα λόγια ή οι πράξεις εκείνες του ΜΕ που συνιστούσαν τη «ρητή συναίνεση στην ειδοποίηση για διακοπή της ενοικίασης», κάτι που θα αναμένετο να πράξει δεδομένης της σημασίας που έχει για την έκβαση της παρούσας η θέση του αυτή. Σε κάθε περίπτωση, η θέση του ΜΥ ότι ο ΜΕ συναίνεσε ρητά στην ειδοποίηση που του έδωσε για διακοπή της ενοικίασης, δεν συνάδει με τις μετέπειτα πράξεις του ΜΕ, οι οποίες δεν αμφισβητούνται. Συγκεκριμένα, είναι παραδεκτό ότι σύντομα μετά την εγκατάλειψη της Οικίας από τον ΜΥ, ο ΜΕ απέστειλε, μέσω του δικηγόρου του, επιστολή ημερ. 9.12.14 προς τον ΜΥ με την οποία αξίωσε, μεταξύ άλλων, τα ενοίκια των μηνών Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου του 2014, ένεκα της παράβασης από μέρους του ΜΥ της Σύμβασης, δίδοντας του προθεσμία 10 ημερών από την παραλαβή της επιστολής για να καταβάλει τα ποσά που ζητούσε (Τεκμήριο Γ στη γραπτή μαρτυρία του ΜΕ). Η επιστολή λήφθηκε από τον ΜΥ στις 15.12.14 και στις 12.1.15 ο ΜΕ καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Λαμβάνοντας υπόψιν τη γενικότητα με την οποία τίθεται η θέση του ΜΥ, αλλά και των πράξεων του ΜΕ που ακολούθησαν την ανάκτηση της κατοχής της Οικίας, δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι ο ΜΕ συναίνεσε και μάλιστα ρητώς στην ειδοποίηση που ο ΜΥ του έδωσε για διακοπή της ενοικίασης της Οικίας. Ευρήματα Κατ΄ ακολουθία της αξιολόγησης της μαρτυρίας, προχωρώ στη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, υπό το φως των επίδικων θεμάτων. Ο ενάγων είναι ιδιοκτήτης της Οικίας. Περί την 1.1.14 ενάγων και εναγόμενος υπέγραψαν στη Λευκωσία Σύμβαση (Τεκμήριο Α στη γραπτή μαρτυρία του ΜΕ), σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος συμφώνησε να ενοικιάσει την Οικία του ενάγοντος για περίοδο 12 μηνών (1.1.14 - 31.12.14), με μηνιαίο ενοίκιο ύψους €
- Κατά την υπογραφή της συμφωνίας, ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των €800, ήτοι €400 ως το πρώτο ενοίκιο και €400 ως εγγύηση για τυχόν ζημιές ή καταστροφές που θα προκληθούν κατά τη διάρκεια της ενοικίασης. Κατά τη διάρκεια της ενοικίασης συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι το ποσό των €30 που αποτελούσε το μερίδιο του ενάγοντος για τις υπηρεσίες κηπουρού θα αποκοπτόταν μηνιαίως από το ενοίκιο και θα καταβαλλόταν από τον εναγόμενο (μαζί με το δικό του μερίδιο) απευθείας στον κηπουρό. Τον Μάρτιο του 2014 ο εναγόμενος ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι υπήρχε πιθανότητα να απολέσει την εργασία του και ότι σε τέτοια περίπτωση θα διέκοπτε πρόωρα τη Σύμβαση. Τα μέρη συμφώνησαν να συζητήσουν το θέμα σε κατοπινό στάδιο. Τον Μάιο του 2014 τα μέρη συμφώνησαν όπως το ενοίκιο του εν λόγω μήνα αποπληρωθεί με την κατακράτηση του ποσού που είχε δοθεί ως εγγύηση, όπως και έγινε. Τον Ιούνιο του 2014 εξακολουθούσε να επικρατεί αβεβαιότητα σε σχέση με την εργοδότηση του εναγόμενου, έτσι συμφωνήθηκε ότι το ενοίκιο θα συνέχιζε να αποπληρώνεται κανονικά μέχρι και τον Σεπτέμβριο οπότε και θα ξανασυζητείτο το θέμα. Τον Σεπτέμβριο του 2014 ο εναγόμενος ενημέρωσε τον ενάγοντα πως η σύμβαση εργασίας του πρώτου δεν ανανεώθηκε και ότι ως εκ τούτου θα διέκοπτε την ενοικίαση της Οικίας περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του
- Στις 27.9.14 ο εναγόμενος καθάρισε και ετοίμασε την Οικία για να είναι έτοιμη για παράδοση στον ενάγοντα τον οποίο και ειδοποίησε ότι η Οικία θα είναι τελείως έτοιμη για παράδοση στις 30.9.
- Ο ενάγων του ανέφερε ότι λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων, δεν θα μπορούσε να συναντηθούν στις 30.9.14 για την παράδοση των κλειδιών και ζήτησε από τον εναγόμενο να συναντηθούν την 1.10.14 που θα ήταν αργία, ορίστηκε δε συνάντηση στις 10:00 - 11:00 π.μ. Ο ενάγων καθυστέρησε να πάει στη συνάντηση και ο εναγόμενος τον κάλεσε πολλές φορές στο τηλέφωνό του. Εν τέλει, ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο να τον περιμένει μέχρι τις 12:00 π.μ. και εάν δεν πήγαινε να του άφηνε τα κλειδιά της Οικίας στο σημείο που βρισκόταν το ρολόι του νερού, όπως και έπραξε ο εναγόμενος. Ο ενάγων απέστειλε προς τον εναγόμενο διπλοσυστημένη επιστολή ημερ. 19.12.14 μέσω του δικηγόρου του, απαιτώντας από τον εναγόμενο το ποσό των €1.568 (Τεκμήριο Γ στη γραπτή μαρτυρία του ΜΕ). Ελλείψει θετικής ανταπόκρισης, ο ενάγων καταχώρησε την παρούσα αγωγή στις 12.1.
- Ο εναγόμενος δεν κατέβαλε μέχρι σήμερα οποιοδήποτε ποσό προς τον ενάγοντα σε σχέση με τα απαιτούμενα ποσά. Ο ενάγων δεν έδιδε αποδείξεις στον εναγόμενο για τα ποσά που κατά καιρούς κατέβαλλε ο τελευταίος σε σχέση με την Οικία, είτε ως ενοίκια, είτε για τα άλλα έξοδα της Οικίας. Νομική πτυχή Σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγων, στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858, 1868 λέχθηκε σχετικώς ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).». Αρχίζοντας από τις προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται στην υπεράσπιση, σημειώνω πως αυτές δεν αναπτύσσονται στη γραπτή αγόρευση του εναγόμενου, και θεωρώ ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Σε κάθε περίπτωση, αυτές θα πρέπει ν' απορριφθούν. Η μεν πρώτη που αφορά στην καθ' ύλην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, για τον λόγο ότι σύμφωνα με τα ευρήματα μου ο εναγόμενος εγκατέλειψε το ακίνητο με τον τερματισμό της ενοικίασης, συνεπώς ουδέποτε κατέστη θέσμιος ενοικιαστής (βλ. τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, Ν.23/83, άρθρο 4
(1)και ερμηνεία του όρου «θέσμιος ενοικιαστής» στο άρθρο 2). Η δε δεύτερη που αφορά στην κατά τόπο δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, επειδή σύμφωνα με τα ευρήματα μου η σύμβαση ενοικίασης υπεγράφη στη Λευκωσία (βλ. τον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, επιφύλαξη του άρθρου 21
(2), άρθρο 21
(1)(α) και την ερμηνεία του όρου «βάσις της αγωγής» στο άρθρο 2). Δεδομένου ότι η σύναψη έγκυρης σύμβασης ενοικίασης δεν αμφισβητείται, προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσον η Σύμβαση (Τεκμήριο Α) έχει παραβιασθεί από τον εναγόμενο, ως η θέση του ενάγοντος, ή κατά πόσον αυτή έχει αντικατασταθεί από μία νέα σύμβαση προβλέπουσα τον τερματισμό της Σύμβασης, ως η θέση του εναγομένου. Στο άρθρο 62 του Κεφ. 149, στο οποίο ο εναγόμενος βασίζεται, αναφέρονται τα ακόλουθα: «62. Αν οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν να αντικαταστήσουν τη σύμβαση με νέα, ή να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση ή να τροποποιήσουν αυτήν, η αρχική σύμβαση δεν χρειάζεται εκπλήρωση.» Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Πολυδωρίδη κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 68, το άρθρο 62 του Κεφ. 149, που καθιερώνει και ρυθμίζει την αντικατάσταση (novation) στο δίκαιο των συμβάσεων, προβλέπει ότι κάθε συμφωνία συνεπαγόμενη όχι μόνο την υποκατάσταση υφιστάμενης σύμβασης με νέα αλλά και την ακύρωση ή τη μετατροπή της, απαλλάττει τους συμβαλλόμενους από την υποχρέωση εκτέλεσης της (βλ. Pollock & Mulla, Indian Law of Contract and Specific Relief Acts, 10η έκδοση, σελ. 434 κ.επ.). Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32η έκδοση, Τόμος 1, Κεφ. 22, παρ. 22-025, κάτω από τον τίτλο «Rescission By Agreement», αναφέρονται τα ακόλουθα: «Where a contract is executory on both sides, that is to say, where neither party has performed the whole of its obligations under it, it may be rescinded by mutual agreement, express or implied ... The consideration for the discharge in each case is found in the abandonment by each party of its right to performance or its right to damages, as the case may be. A rescission of this nature must be distinguished from a repudiation by one party, which the other party may elect to treat as a discharge of the obligation, and from the right to rescind which is given to one party in cases of fraud, misrepresentation, duress and undue influence.... It depends upon the consent of both parties, to be gathered from their words or conduct and not upon the intimation by one of them that it does not intend to be bound by the agreement.» Και στο ίδιο σύγγραμμα, υπό τον τίτλο «Novation», στην παρ. 22-031 αναφέρονται τα εξής: «Novation is a generic term which signifies: " . that there being a contract in existence, some new contract is substituted for it, either between the same parties (for that might be) or between different parties; the consideration mutually being the discharge of the old contract." In particular, however, it denotes the rescission of one contract and the substitution of another in which the same acts are to be performed by different parties. A novation cannot be forced on a new party without his agreement. So, for example, if there is a contract for the sale and purchase of a ship under which it is agreed that the actual purchaser of the ship will be a company to be nominated by and substituted for the buyer by novation, such substitution must be accepted by the company, either by authorising the nomination or by ratifying it after it has been made.» Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέλυσε τις προϋποθέσεις δημιουργίας νέας σύμβασης (novation) στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου κ.α. ν. Coudounaris Food Products κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 641, καταλήγοντας ότι για τη δημιουργία νέας συμφωνίας είναι απαραίτητη (α) η ύπαρξη μιας αρχικής συμφωνίας και (β) η διαγραφή των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, ή του ενός, στην αρχική συμφωνία και η ανάληψη των υποχρεώσεων αυτών από ένα τρίτο μέρος στη νέα συμφωνία. Επίσης, βασική προϋπόθεση είναι η πρόθεση των μερών για αντικατάσταση της υφιστάμενης συμφωνίας (animus novandi). Δεν αμφισβητείται και πράγματι προκύπτει από το κείμενο της Σύμβασης (Τεκμήριο Α) ότι η συμφωνηθείσα διάρκεια της ενοικίασης ήταν για 12 μήνες, ήτοι για την περίοδο 1.1.14 - 31.12.
- Στη Σύμβαση δεν περιείχετο όρος που να επιτρέπει τον τερματισμό ή τη διακοπή της πριν τη λήξη της. Όπως προαναφέρθηκε, θέση του εναγόμενου είναι ότι η γραπτή Σύμβαση ενοικίασης αντικαταστάθηκε με προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών που προέβλεπε τον τερματισμό/διακοπή της Σύμβασης στις 1.10.
- Όμως για τους λόγους που αναφέρθηκαν στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του εναγόμενου, δεν μπορώ να αποδεχτώ τη θέση του ότι ο ενάγων ρητά συναίνεσε στην ειδοποίηση που ο εναγόμενος του έδωσε για διακοπή της ενοικίασης, ούτε, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι ο ενάγων συναίνεσε στη σύναψη μίας νέας συμφωνίας προβλέπουσα τον τερματισμό της Σύμβασης. Ελλείπει, συνεπώς, μαρτυρία ότι ο ενάγων είχε πρόθεση να συνάψει μία νέα σύμβαση προς αντικατάσταση της υφιστάμενης (animus novandi). Κατ' επέκταση δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του εναγόμενου ότι τον Σεπτέμβριο του 2014 συνήφθη νέα προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών που προέβλεπε τη διακοπή της Σύμβασης. Επισημαίνω δε ότι ο τερματισμός σύμβασης με συμφωνία διακρίνεται από την περίπτωση που το ένα μέρος αποκηρύσσει τη σύμβαση και το άλλο μέρος αποδέχεται την αποκήρυξη, οπότε η συμφωνία θεωρείται ως τερματισθείσα (βλ. παρ. 22-025 του συγγράμματος Chitty on Contracts, ανωτέρω). Ο εναγόμενος ισχυρίζεται επίσης ότι ο ενάγων κωλύεται εξ υποσχέσεως (promissory estoppel) από του να αξιώνει οποιαδήποτε ποσά, επειδή συναίνεσε ρητά στη διακοπή της μίσθωσης της Οικίας και ταυτόχρονα διαβεβαίωσε τον εναγόμενο ότι δεν θα αξίωνε οποιοδήποτε ποσό, ο δε εναγόμενος βασιζόμενος στις δηλώσεις και τη συμπεριφορά του ενάγοντος άφησε τα κλειδιά της Οικίας στο σημείο που του ζητήθηκε, θεωρώντας ότι όλα είχαν διευθετηθεί. Αναφορικά με το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct ή estoppel in pais), χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην Ιωάννου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1522, όπου αποφασίστηκε ότι όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή (βλ. και HadjiYiannis v. Attorney-General of the Republic
(1970)1 C.L.R. 32). Το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς μπορεί να πάρει τη μορφή του (α) κωλύματος λόγω παραστάσεων (Soanes v. London and South Western Railway [1919] 120 L.T. 598), (β) κωλύματος λόγω υποσχέσεων (Central London Property Trust Ltd. v. High Trees House Ltd [1947] 1 K.B. 130) και (γ) περιουσιακού κωλύματος. Εγείρεται κώλυμα στη διεκδίκηση συμβατικών δικαιωμάτων οποτεδήποτε ο κάτοχος τους προβαίνει σε σαφείς παραστάσεις προς τον αντισυμβαλλόμενο ότι δεν θα τα ασκήσει και ο δεύτερος βασιζόμενος στις παραστάσεις αυτές μεταβάλλει τη θέση του με τρόπο που θα ήταν άδικο (λόγω δυσμενούς επηρεασμού της θέσης του) να κληθεί να επιστρέψει στην προγενέστερη θέση του και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις από τις οποίες ο ενάγων τον είχε απαλλάξει (βλ. υπόθεση Πολυδωρίδη, ανωτέρω). Στην υπόθεση Μάρκου ν. Πασχάλη
(2001)1 Α.Α.Δ. 829 το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στις αγγλικές αποφάσεις Hughes v. Metropolitan Railway Co. [1877] 2 App. Cas. 439 και Central London Property Trust v. High Trees House Ltd [1947] K.B. 130, καθώς και στις κυπριακές αποφάσεις Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542 και Boustani v. Linmare Shipping Company Ltd
(1984)1 C.L.R. 354, τόνισε ότι εξ υποσχέσεως κώλυμα μπορεί να προκύψει μόνο από σαφείς και θετικές παραστάσεις, οι οποίες γίνονται από πρόσωπο προς το οποίο οφείλεται η συμβατική υποχρέωση, ως αποτέλεσμα των οποίων ο οφειλέτης, βασιζόμενος σ΄ αυτές, αναπροσαρμόζει τη συμπεριφορά του επί του προκειμένου, με τρόπο που θα ήταν άδικο, σε μεταγενέστερο στάδιο, να κληθεί να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις (βλ. Αλεξάνδρου ν. Π. Πικροδάφνη κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ 915). Στην προκειμένη περίπτωση έχει γίνει αποδεκτό ότι ο ενάγων αποδέχτηκε την επανάκτηση της κατοχής της Οικίας. Πέραν όμως της συμφωνίας, από μέρους του ενάγοντος, για ανάκτηση της κατοχής της Οικίας, ο εναγόμενος δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία ότι ο ενάγων διαβεβαίωσε τον εναγόμενο ότι δεν θα αξίωνε οποιοδήποτε ποσό, ως η συνήγορος του εναγόμενου αναφέρει στην αγόρευσή της. Αντίθετα, ο εναγόμενος ανέφερε ότι μετά τον Οκτώβριο του 2014 ο ενάγων τηλεφωνικώς ζήτησε από τον πρώτο αποπληρωμή των εξόδων για το νερό, χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε για οποιοδήποτε άλλο ποσό.[18] Η παράλειψη, όμως, του ενάγοντος να αναφέρει στο τηλεφώνημα εκείνο την απαίτηση του για τα ενοίκια των μηνών Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου του 2014 ή και για τα άλλα ποσά που διεκδικεί, σίγουρα δεν ισοδυναμεί με σαφή και θετική παράσταση από μέρους του ότι δεν θα αξίωνε τα εν λόγω ποσά. Συνεπώς δεν μπορώ να αποδεχτώ τη θέση του εναγόμενου ότι ο ενάγων εμποδίζεται, λόγω εξ υποσχέσεως κωλύματος, από του να αξιώνει αποζημιώσεις από τον εναγόμενο. Σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων, ένα συμβαλλόμενο μέρος, λόγω της παραβίασης της σύμβασης από το άλλο μέρος, δικαιούται να θεωρήσει εαυτόν απηλλαγμένο από τις εναπομείνασες υποχρεώσεις του με βάση τη σύμβαση. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Chitty on Contracts, Τόμος 1, 32η έκδοση, Κεφ. 24, παρ. 24-001: «One party to a contract may, by reason of the other's breach, be entitled to treat himself as discharged from his liability further to perform his own unperformed obligations under the contract and from his obligation to accept performance by the other party if made or tendered. The expression "discharge by breach" is commonly employed to describe the situation where he is entitled to, and does, exercise that right.» Σύμφωνα με το ίδιο σύγγραμμα, παρ. 24-017, διακρίνονται τρεις περιπτώσεις που οδηγούν σε απαλλαγή του ενός μέρους από τη σύμβαση και τις υποχρεώσεις του με βάση αυτή: «The three sets of circumstances giving rise to a discharge of contract are tabulated by Anson as:
(1)renunciation by a party of his liabilities under it;
(2)impossibility created by his own act; and
(3)total or partial failure of performance. In the case of the first two, the renunciation may occur or the impossibility be created either before or at the time for performance. In the case of the third it can occur only at the time or during the course of performance. Moreover, if the third be partial, the failure must occur in a matter which goes to the root of the contract. All these acts may be compendiously described as repudiation, though that expression is more particularly used of renunciation before the time for performance has arrived.» Σύμφωνα με την παρ. 24-018 του ιδίου συγγράμματος, διαπιστώνεται αποκήρυξη μιας συμφωνίας όταν το ένα συμβαλλόμενο μέρος με λέξεις ή συμπεριφορά δείχνει την πρόθεσή του να μην εκπληρώσει ή ρητά διακηρύττει ότι δεν θα είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε βάσει της συμφωνίας σε κάποιο ουσιαστικό της μέρος. Η απόλυτη άρνηση ενός συμβαλλομένου μέρους να εκπληρώσει το δικό του μέρος στη συμφωνία, δίδει το δικαίωμα στο άλλο μέρος να θεωρήσει τον εαυτό του απαλλαγμένο από τις δικές του υποχρεώσεις βάσει της συμφωνίας: «A renunciation of a contract occurs when one party by words or conduct evinces an intention not to perform, or expressly declares that he is or will be unable to perform, his obligations under the contract in some essential respect. The renunciation may occur before or at the time fixed for performance. An absolute refusal by one party to perform his side of the contract will entitle the other party to treat himself as discharged, as will also a clear and unambiguous assertion by one party that he will be unable to perform when the time for performance should arrive.» Υπαγάγοντας τις ως άνω νομικές αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κρίση μου είναι ότι ο εναγόμενος εκδηλώνοντας την πρόθεσή του να εγκαταλείψει και πράγματι εγκαταλείποντας την Οικία πριν τη λήξη της συμβατικής περιόδου ενοικίασης, δηλαδή πριν το τέλος του 2014, αποκήρυξε τη Σύμβαση (παρ. 24-018 του συγγράμματος Chitty on Contracts, ανωτέρω). Όταν μετά τη σύναψη μιας συμφωνίας το ένα συμβαλλόμενο μέρος παραβιάζει τις υποχρεώσεις του εκδηλώνοντας την πρόθεσή του να αποκηρύξει τη συμφωνία, το αθώο μέρος έχει την επιλογή και το δικαίωμα είτε να αποδεχθεί την αποκήρυξη οπόταν η συμφωνία θεωρείται τερματισθείσα, είτε να μην αποδεχθεί την αποκήρυξη και να επιβεβαιώσει την ισχύ της συμφωνίας οπόταν η συμφωνία εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Σύμφωνα με την παρ. 24-013 του συγγράμματος Chitty on Contracts, ανωτέρω, όταν υπάρχει παράβαση συμβολαίου και το αθώο μέρος δικαιούται να θεωρήσει εαυτόν ως απαλλαγμένο, αυτό θα πρέπει να «αποδεχθεί την αποκήρυξη»: «Where there is an anticipatory breach, or the breach of an executory contract, and the innocent party wishes to treat himself as discharged, he must "accept the repudiation". An act of acceptance of a repudiation requires no particular form. It is usually done by communicating the decision to terminate to the party in default, although it may be sufficient to lead evidence of an: "Unequivocal overt act which is inconsistent with the subsistence of the contract . without any concurrent manifestation of intent directed to the other party."» Σύμφωνα με τα ευρήματα μου, ο ενάγων συμφώνησε να μεταβεί σε συνάντηση για να του παραδοθούν τα κλειδιά της Οικίας και, κατ' επέκταση, να επανακτήσει την κατοχή αυτής. Θεωρώ ότι ο ενάγων, αποδεχόμενος να επανακτήσει την κατοχή της Οικίας, προέβη σε πράξη ασυμβίβαστη με τη συνέχιση της ύπαρξης της συμβατικής σχέσης ενοικίασης, αποδεχόμενος με τον τρόπο αυτό την αποκήρυξη της συμφωνίας από τον εναγόμενο (βλ. παρ. 24-013 του συγγράμματος Chitty on Contracts, ανωτέρω). Σε περίπτωση αποδοχής της αποκήρυξης, το αναίτιο μέρος δικαιούται να θεωρήσει ότι έχει απαλλαγεί από τις μελλοντικές υποχρεώσεις που το βαραίνουν στη βάση της συμφωνίας. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, ανωτέρω, στην παρ. 24-049, με αναφορά στα αποφασισθέντα στην υπόθεση Photo Production Ltd v. Securicor Transport Ltd [1980] A.C. 827, 849, αναφέρεται ότι «The true position was there stated to be-where the innocent party elects to terminate the contract, i.e. to put an end to all primary obligations of both parties remaining unperformed-that: "(a) there is substituted by implication of law for the primary obligations of the party in default which remain unperformed a secondary obligation to pay money compensation to the other party for the loss sustained by him in consequence of their nonperformance in the future and (b) the unperformed primary obligations of that other party are discharged."» Ως προς τα δικαιώματα του αναίτου μέρους σε τέτοια περίπτωση, σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στην παρ. 24-053 του ιδίου συγγράμματος: «Although both parties are discharged from further performance of the contract, rights are not divested or discharged which have already been unconditionally acquired. Rights and obligations which arise from the partial execution of the contract and causes of action which have accrued from its breach alike continue unaffected. .... Otherwise, the innocent party can retain or recover sums paid or due before the time at which the repudiation is accepted by him and may maintain an action for damages in respect of any cause of action vested in him at that time. ..... If the innocent party has expended labour or money under the contract, or delivered goods to the party in default, but payment for these is not yet due, he will be entitled to sue for these on a quantum meruit or quantum valebat. Otherwise, his remedy is to sue for damages for breach of contract.» Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων διεκδικεί αποζημιώσεις, τόσο σε σχέση με υποχρεώσεις του εναγόμενου που προέκυψαν πριν τον τερματισμό της Σύμβασης και κατά τη διάρκεια της ενοικίασης (απλήρωτος λογαριασμός σκυβάλων - €140, απλήρωτος λογαριασμός νερού - €30, απλήρωτοι λογαριασμοί κηπουρού για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο - €60, απλήρωτο υπόλοιπο ενοικίων €60 (ποσό που αποκόπηκε ως έξοδα κηπουρού αλλά δεν αποδόθηκαν στον κηπουρό τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο), απλήρωτο υπόλοιπο κοινοχρήστων - €78) όσο και αποζημιώσεις για την απώλεια των ενοικίων των μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του 2014 (€1.200).[19] Σύμφωνα με το άρθρο 73 του Κεφ. 149: «73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης. ......
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.» Όσον αφορά τις ζημιές που ο ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέστη πριν τον τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης, παρατηρώ τα εξής: Αποτελεί όρο της Σύμβασης (Τεκμήριο Α) ότι η εξόφληση των χρεώσεων για τις ακόλουθες υπηρεσίες αποτελεί ευθύνη του ενοικιαστή: λογαριασμός ηλεκτρικού, λογαριασμός για νερό, αποχετευτικά τέλη, σκύβαλα, κοινόχρηστα, κηπουρός (€60 μηνιαίως, ποσό που θα καταβάλλεται εξ ημισείας από τον ενάγοντα και τον εναγόμενο) (βλ. πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου Α). Επίσης, σύμφωνα με τη Σύμβαση, ο ενοικιαστής είναι υπεύθυνος για τις πληρωμές όλων των υπηρεσιών κοινής ωφελείας, συμπεριλαμβανομένων ηλεκτρικό ρεύμα, τηλέφωνο, των τελών ύδρευσης, απορριμμάτων και αποχέτευσης (βλ. Τεκμήριο Α, δεύτερη σελίδα υπό τον τίτλο «Άλλοι Όροι», παρ. 4). Είναι, λοιπόν, η κρίση μου ότι με βάση τη Σύμβαση, τόσο η εξόφληση του λογαριασμού σκυβάλων, όσο και η εξόφληση του λογαριασμού για το νερό και τα τέλη ύδρευσης, καθώς και η καταβολή των κοινοχρήστων, αποτελούσαν υποχρεώσεις του εναγόμενου. Επίσης σύμφωνα με τα ευρήματα μου, συμφωνήθηκε ότι το ποσό των €30 που αποτελούσε το μερίδιο του ενάγοντος για τις υπηρεσίες κηπουρού θα αποκοπτόταν μηνιαίως από το ενοίκιο και θα καταβαλλόταν από τον εναγόμενο μαζί με το δικό του μερίδιο απευθείας στον κηπουρό, δηλαδή ο εναγόμενος όφειλε να καταβάλλει €60 τον μήνα στον κηπουρό, τα €30 εκ των οποίων θα αποκόπτονταν από το μηνιαίο ενοίκιο. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη συνήγορο του ενάγοντος ότι ο εναγόμενος είχε το βάρος να αποδείξει εξόφληση των πιο πάνω ποσών. Όπως ακριβώς και στην υπόθεση Ιορδάνου ν. Ζήνωνος
(1998)1 Α.Α.Δ. 652 στην οποία η συνήγορος του ενάγοντος παραπέμπει, δεν υπάρχει από μέρους του εναγόμενου παραδοχή του χρέους και ισχυρισμός εξόφλησής του. Η θέση του εναγόμενου είναι η γενική άρνηση του χρέους και η εξόφληση κάθε υποχρέωσης του προς τον ενάγοντα, χωρίς να μένουν υπόλοιπα.[20] Συνεπώς ο εναγόμενος δεν είχε το ειδικό βάρος απόδειξης της εξόφλησης του ισχυριζόμενου χρέους. Για σκοπούς απόδειξης της απαίτησης του για καταβολή των οφειλομένων τελών για τα σκύβαλα του έτους 2014 ο ενάγων παρουσίασε τον λογαριασμό Τεκμήριο Β. Στον εν λόγω λογαριασμό, αναφέρεται ότι αυτός αφορά το υποστατικό που βρίσκεται στην διεύθυνση «Ακτή Κυβερνήτη 016, 4528 Πεντάκωμο». Ο εν λόγω λογαριασμός, αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Ημερ. Εκτύπωσης/Print Date: 29/12/2014 Έτος Φορολογίας/Year: 2015 Συνολικό ποσό/Total Amount €145.00 Κοινοτικές Υπηρεσίες €50.00 Φόρος σκυβάλων €95.00» Ό,τι προκύπτει από το Τεκμήριο Β είναι πως, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ενάγοντος, αυτός δεν αφορά το έτος 2014 αλλά το έτος 2015, παρά δε τη ρητή αναφορά στο Τεκμήριο Β ότι ο λογαριασμός αφορά το έτος 2015, ο ενάγων ουδεμία εξήγηση έδωσε για τη διάσταση αυτή που παρουσιάζεται μεταξύ της μαρτυρίας του και του εγγράφου που παρουσίασε. Περαιτέρω, τα τέλη σκυβάλων δεν ανέρχονται στο ποσό των €140 αλλά στο ποσό των €95, με τα υπόλοιπα €50 να αφορούν τέλη για κοινοτικές υπηρεσίες, τέλη τα οποία δεν προβλέπεται ρητώς στη συμφωνία ότι θα βαραίνουν τον εναγόμενο. Σε κάθε δε περίπτωση ο λογαριασμός αφορά σε ολόκληρο το έτος και όχι στους μήνες που ο εναγόμενος κατείχε το ακίνητο (Ιανουάριο - Σεπτέμβριο του 2014). Λαμβάνοντας υπόψιν και την πάγια νομολογία ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (βλ. Πίριλλος v. Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1153 και τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις[21]), κρίση μου είναι ότι ο ενάγων δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του ότι ο εναγόμενος οφείλει το ποσό των €140 ως «απλήρωτο λογαριασμό σκυβάλων» για τον χρόνο που είχε κατοχή της Οικίας. Όσον αφορά στο ποσό των €30 που ο ενάγων ζητεί ως «απλήρωτο λογαριασμό νερού», κρίση μου είναι ότι ο ενάγων επίσης έχει αποτύχει να αποδείξει ότι δικαιούται στο εν λόγω ποσό αφού το μόνο που ανέφερε είναι ότι το ποσό των €30 «είναι κατά προσέγγιση καθότι είναι αναλογία με μέσω (sic) όρο καθότι δεν έχω τον λογαριασμό του Νερού κατά τον χρόνο σύνταξης της αγωγής». Ο ενάγων δεν εξηγεί ποια περίοδο αφορούν τα μη πληρωθέντα τέλη για το νερό, ούτε και προσκόμισε οποιοδήποτε έγγραφο προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του ως προς το ύψος του ποσού που απαιτεί και λαμβάνοντας υπόψιν τη νομολογία που πιο πάνω αναφέρθηκε σε σχέση με την απόδειξη των ειδικών ζημιών, θεωρώ ότι ούτε αυτό το σκέλος της απαίτησης του ενάγοντος μπορεί να επιτύχει. Το ίδιο ισχύει και για το ποσό των €78 το οποίο ο ενάγων διεκδικεί ως απλήρωτο υπόλοιπο κοινοχρήστων σε σχέση με το οποίο επίσης δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε απόδειξη προς τεκμηρίωση αυτού. Τέλος, όσον αφορά το ποσό των €60 που ο ενάγων απαιτεί ως απλήρωτο λογαριασμό κηπουρού για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο και το ποσό των €60 που απαιτεί ως απλήρωτο ποσό ενοικίων για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο (το οποίο ο εναγόμενος απέκοψε από το ενοίκιο των εν λόγω μηνών αλλά τελικά δεν παρέδωσε στον κηπουρό κ. Λένα Αλεξάνδρου), με βάση τα όσα αναφέρονται στην αξιολόγηση της επί του σημείου τούτου προσκομισθείσας μαρτυρίας από μέρους του ενάγοντος, δεν μπορώ να καταλήξω σε εύρημα ότι τα συγκεκριμένα ποσά τα οποία πράγματι ο εναγόμενος έπρεπε να καταβάλει στον κηπουρό, δεν τα κατέβαλε. Συνεπώς κρίνω ότι ο ενάγων δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που βρίσκεται στους ώμους του να αποδείξει ότι τα πιο πάνω ποσά δεν καταβλήθηκαν, και, κατ' επέκταση ότι πρέπει να του αποδοθούν ως αποζημίωση. Απομένει προς εξέταση η απαίτηση του ενάγοντος για το ποσό των €1.200 ως απολεσθέντα ενοίκια για τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2014, δηλαδή για τους μήνες που ο εναγόμενος, κατά παράβαση της Σύμβασης, εγκατέλειψε το ακίνητο. Ο ενάγων έχει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιούται σε αποζημιώσεις. Οι αρχές που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας, καθορίζονται από το άρθρο 73
(1)του Κεφ. 149, το οποίο παρατέθηκε πιο πάνω. Οι πρόνοιες του ενσωματώνουν τις αρχές του αγγλικού δικαίου για την τεκμηρίωση της ζημιάς και το ύψος των αποζημιώσεων. Οι πρόνοιες του άρθρου 73
(1)εξετάστηκαν σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως στις Saab and Another v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319 και Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.α. ν. Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679). Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Saab, ανωτέρω, στη σελ. 519 λέχθηκε πως η αποκατάσταση βρίσκεται στον πυρήνα των κανόνων οι οποίοι διέπουν τον καθορισμό της αποζημίωσης για τη διάρρηξη σύμβασης. Οι αποζημιώσεις σκοπούν να αποκαταστήσουν τον διάδικο στη θέση στην οποία θα βρισκόταν αν δεν αθετείτο η συμφωνία. Αυτό επιτυγχάνεται συνήθως με την επιδίκαση αποζημιώσεων, οι οποίες είναι λογικά προβλεπτές κατά τον χρόνο της σύναψης της συμφωνίας και είναι πιθανόν να προκύψουν από τη διάρρηξη της συμφωνίας. Η έκταση της ζημιάς την οποία είναι πιθανόν να υποστεί το αθώο μέρος είναι συνήθως διακριτέα κατά τον χρόνο της διάρρηξης. Ο ενάγων οφείλει επίσης να λάβει όλα τα λογικά μέτρα ώστε να μετριάσει τη ζημιά του στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό (άρθρο 73
(3)του Κεφ. 149, Karanouh v. Αγαπίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 377, 385). Το βάρος απόδειξης του ότι ο ενάγων δεν έλαβε όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για μετριασμό της ζημιάς του, βαραίνει τον εναγόμενο (βλ. Centra (Holdings) Ltd v. Reuters Ltd
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 298, 304 και Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ v. G & C Exhaust Systems Ltd
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 500, 523). Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, παρατηρείται ότι ο ενάγων δεν αναφέρει το παραμικρό για το τι απέγινε η Οικία μετά την ανάληψη της κατοχής της από τον ίδιο στις 1.10.14. Το μόνο που ο ενάγων αναφέρει είναι ότι ένεκα της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγόμενου υπέστη απώλεια ενοικίων για την Οικία μέχρι τη λήξη της Σύμβασης, δηλαδή των ενοικίων για τους μήνες Οκτώβριο - Δεκέμβριο του 2014,[22] χωρίς πάντως να αναφέρει αν η Οικία παρέμεινε κενή μετά την ανάκτηση της κατοχής της από τον ίδιο. Ελλείψει τέτοιας μαρτυρίας, κρίση μου είναι ότι ο ενάγων απέτυχε να προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι αυτός υπέστη ζημιά από την παράβαση της σύμβασης από τον εναγόμενο, ούτως ώστε το Δικαστήριο να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο για να προσδιορίσει το ύψος της. Σχετικά είναι, τηρουμένων των αναλογιών, τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με απόδειξη ζημιάς από πρόσωπο που νόμιμα υπαναχωρεί από σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 75 του Κεφ. 149[23] στην υπόθεση Παντζιάρη ν. Aquarian Container Lined Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 748, 752: «Η ακύρωση (rescission) της σύμβασης έχει ως λόγο την αποκατάσταση των μερών στην προτεραία της σύμβασης θέση [βλ. Σταύρου ν. Δημητρίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 304]. Το Άρθρο 75 διαφυλάσσει το δικαίωμα του συμβαλλόμενου ο οποίος ακυρώνει τη σύμβαση για βάσιμο λόγο, να διεκδικήσει αποζημιώσεις για ζημία που υφίσταται λόγω ανακοπής ή μη εκπλήρωσης του συμβολαίου. Νομικό έρεισμα για τον τερματισμό της ενοικίασης στην προκείμενη υπόθεση, παρείχε πρόνοια του ενοικιαστηρίου συμβολαίου βάσει της οποίας ο ιδιοκτήτης είχε δικαίωμα να τερματίσει τη σύμβαση αν σημειωνόταν καθυστέρηση στην καταβολή του ενοικίου πέραν των επτά ημερών. .......... Εναπόκειται στην ιδιοκτήτρια να αποδείξει την όποια ζημία υφίσταται λόγω της ακύρωσης της σύμβασης, με την προσαγωγή μαρτυρίας (αν δεν έχει ανάγκη του καταστήματος για ίδια χρήση) ότι λογικές προσπάθειες για ενοικίαση του απέβησαν άκαρπες, οπόταν νομιμοποιείται να διεκδικήσει τα απωλεσθέντα ενοίκια λόγω πρόωρου τερματισμού της ενοικίασης. Το καθήκον της ενάγουσας ήταν να αποδείξει ότι υπέστη ζημία λόγω του ανυπαίτιου εκ μέρους της τερματισμού της σύμβασης. Σ' αυτή την υπόθεση, ορθά διαπιστώθηκε, έστω κάτω από το λανθασμένο περίβλημα, ότι η εφεσείουσα δεν απέδειξε οποιαδήποτε ζημία. Ορθά απορρίφθηκε το επίμαχο μέρος της απαίτησής της.» Με βάση τα πιο πάνω, κρίση μου είναι ότι, καίτοι ο ενάγων έχει αποδείξει ότι ο εναγόμενος παραβίασε τη μεταξύ τους Σύμβαση, δεν έχει αποδείξει, στον βαθμό που απαιτείται, ότι υπέστη ζημιά από την παράβαση της Σύμβασης από τον εναγόμενο. Συνεπώς δεν μπορεί να αποδοθεί στον ενάγοντα το ποσό των €1.200 που ζητεί ως αποζημίωση για απώλεια ενοικίων. Σύμφωνα με το σύγγραμμα McGregor on Damages, 19η έκδοση, παρ. 10-001: «A claimant claiming damages must prove his case. To justify an award of substantial damages he must satisfy the court both as to the fact of damage and as to its amount.[24] If he satisfies the court on neither, his action will fail, or at the most he will be awarded nominal damages where a right has been infringed.[25]» Και σύμφωνα με τις παρ. 12-001 - 12-003 του ιδίου συγγράμματος: «12-001 Technically the law requires not damage but an injuria or wrong upon which to base a judgment for the claimant, and therefore an injuria, although without loss or damage, would entitle the claimant to judgment. Since a judgment awarding money was practically the only judgment which the common law could bestow, a judgment for a nominal sum of money or for "nominal damages" was given. 12-002 The best statement as to the meaning and incidence of nominal damages is given by Lord Halsbury L.C. in The Mediana[26] where he said: "'Nominal damages' is a technical phrase which means that you have negatived anything like real damage, but that you are affirming by your nominal damages that there is an infraction of a legal right which, though it gives you no right to any real damages at all, yet gives you a right to the verdict or judgment because your legal right has been infringed." Thus nominal damages may be awarded in all cases of breach of contract[27] and in torts actionable per se[28]; moreover, at least nominal damages should be awarded in such cases but not all the decisions adhere strictly to this.[29] .. 12-003 It is sometimes said that the law presumes or implies damage in every breach of contract or in every tortious invasion of a legal right, and that this, therefore, would justify an award of nominal damages in such cases without proof of actual loss.. The proper approach is to regard an injuria or wrong as entitling the claimant to a judgment for damages in his favour even without loss or damage, but where there is no loss or damage such judgment will be for nominal damages only.[30]» Στην υπόθεση Marzetti v. Williams
(1830)1 B. & Ad. 415, αποφασίστηκαν, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Lord Tenterden C.J. I think that the plaintiff is entitled to have a verdict for nominal damages, although he did not prove any actual damage at the trial... The Attorney-General was compelled to admit, in this case, that if the action were founded on an express contract, the plaintiff would have been entitled to recover nominal damages, although no actual damage were proved... It is substantially founded on a contract; and the plaintiff, though he may not have sustained a damage in fact, is entitled to recover nominal damages... Parke J. ... It is admitted that, where there is a breach of an express contract, nominal damages may be recovered.» Παρομοίως, στην υπόθεση Surrey County Council v. Bredero Homes [1993] 1 W.L.R. 1361 CA, αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «Dillon L.J. ... As I see it, therefore, there never was in the present case, even before the writ was issued, any possibility of the court granting an injunction to restrain the defendant from implementing the later planning permission. The plaintiffs' only possible claim from the outset was for damages only, damages at common law. The plaintiffs have suffered no damage. Therefore on basic principles, as damages are awarded to compensate loss, the damages must be merely nominal.» Με βάση τα πιο πάνω, κάθε πρόσωπο που διεκδικεί αποζημιώσεις, μεταξύ άλλων, λόγω παράβασης σύμβασης, πρέπει να αποδείξει τόσο το γεγονός ότι αυτό υπέστη ζημιά, όσο και το ύψος της ζημιάς αυτής. Σε περίπτωση που το μέρος που διεκδικεί αποζημιώσεις αποδείξει μόνο την παραβίαση των δικαιωμάτων του, χωρίς όμως, να αποδείξει ότι υπέστη ζημιά ένεκα της παραβίασης αυτής, δεν δικαιούται σε επιδίκαση ουσιαστικών αποζημιώσεων, δικαιούται, όμως, σε επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων απέδειξε ότι ο εναγόμενος παραβίασε τη μεταξύ τους Σύμβαση, όμως δεν απέδειξε ότι υπέστη ζημιά από την παράβαση αυτή. Υπό τις περιστάσεις αυτές, και με βάση τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα McGregor on Damages, ανωτέρω, και τις αποφάσεις Marzetti και Surrey County Council, ανωτέρω, κρίνω ότι δικαιολογείται η επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγόμενου, οι οποίες καθορίζονται στο ποσό των €50. Παραμένει το θέμα των εξόδων. Στην υπόθεση Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1083 επιδικάστηκαν υπέρ της ενάγουσας - εφεσείουσας μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και το Δικαστήριο διέταξε όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα δικά της έξοδα. Ασκήθηκε έφεση επιδιώκουσα, μεταξύ άλλων, την ανατροπή της ως άνω διαταγής. Το Εφετείο αποφάσισε τα εξής: «Ορθά, τέλος, δεν επιδικάστηκαν έξοδα υπέρ της εφεσείουσας με δεδομένο ότι δεν απέδειξε τις ζημιές της, αλλά δικαιώθηκε μόνο ως προς το βάσιμο του παραπόνου της. Τα έξοδα, όπως είναι γνωστό, ακολουθούν κατά κανόνα το αποτέλεσμα και βρίσκονται εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτοδίκου Δικαστηρίου. Παλαιότερα θεωρείτο ότι η επιδίκαση ονομαστικών και μόνο αποζημιώσεων αποτελούσε δικαιολογία για την επιδίκαση εξόδων, ή ήταν, όπως τέθηκε στην υπόθεση Beaumont v. Greathead [1846] 2 CB 494, «a mere peg on which to hang costs». Η επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει άλλη διαταγή εξόδων υπέρ της εφεσείουσας, διότι κάτι τέτοιο θα απέληγε στην επιδίκαση ουσιαστικών εξόδων εναντίον του εφεσίβλητου σε καταφανή αναντιστοιχία με το ποσό των £10 το οποίο επιδικάστηκε εναντίον του επί της ουσίας της απόφασης. ... Όπως ορθά εντοπίστηκε στην Anglo-Cyprian Agencies v. Paphos Industries [1951] 1 All E.R. 873,[31] ο ενάγων που ανακτά ονομαστικές και μόνο αποζημιώσεις, δεν δύναται να θεωρηθεί στη συνήθη ορολογία ως «επιτυχών» ενάγων.» Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Polycast Panels Ltd v. Alpha Τράπεζα Λτδ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1396 στην οποία επιδικάστηκαν ονομαστικές αποζημιώσεις, χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα και Ευθυβούλου κ.α. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1059, στην οποία διατάχθηκε όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ ότι ο ενάγων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «επιτυχών» διάδικος, αφού καίτοι απέδειξε την παράβαση της Σύμβασης, απέτυχε να αποδείξει την αξίωση του για την υπέρ του επιδίκαση του ποσού των €1.568 ή οποιουδήποτε μέρους αυτού, ως αποζημιώσεις. Τούτου δοθέντος, κρίνω ορθό όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα δικά της έξοδα. Κατάληξη Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €50 ως ονομαστικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο. Η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) .......... Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. Δ.30 Θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε. [2] Βλ. Δ.30 Θ.6 και 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε. [3] Βλ. παρ. 1 της έκθεσης απαίτησης και παρ. 3 της υπεράσπισης. [4] Βλ. παρ. 3 της έκθεσης απαίτησης, παρ. 3 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΕ και παρ. 2 και 3 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΥ. [5] Βλ. παρ. 4 της υπεράσπισης, παρ. 4 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΕ και παρ. 3 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΥ. [6] Βλ. παρ. 5 της έκθεσης απαίτησης, παρ. 6(β) της υπεράσπισης, παρ. 5 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΕ και παρ. 5 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΥ. [7] Βλ. παρ. 8 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΕ και παρ. 9 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΥ. [8] Βλ. παρ. 7 της έκθεσης απαίτησης, παρ. 7(β) της υπεράσπισης, παρ. 7 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΕ και παρ. 9 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΥ. [9] Βλ. παρ. 6 έκθεσης απαίτησης, παρ. 9 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΕ και παρ. 12 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΥ. [10] Βλ. παρ. 9 της έκθεσης απαίτησης, παρ. 10 της υπεράσπισης, παρ. 11 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΕ και Τεκμήριο Γ αυτής και παρ. 14 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΥ. [11] Βλ. παρ. 3 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΕ. [12] Βλ. παρ. 8 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΕ. [13] Βλ. παρ. 6 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΕ. [14] Βλ. παρ. 9 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΕ. [15] Ως προς την αξιολόγηση της εξ ακοής μαρτυρίας βλ., μεταξύ άλλων, Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολ. Έφ. 274/10, ημερ. 5.5.15, Τουμάζου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 142/14, ημερ. 17.12.15, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, Πολ. Έφ. 6/11, ημερ. 15.7.16. [16] Βλ. παρ. 10 V) της γραπτής μαρτυρίας του ΜΕ. [17] Βλ. παρ. 7(ε) και 9(α) της υπεράσπισης. [18] Βλ. παρ. 13 της γραπτής μαρτυρίας του εναγόμενου. [19] Βλ. παρ. 10 της γραπτής μαρτυρίας του ενάγοντος. [20] Βλ. παρ. 9(α) και της υπεράσπισης του εναγόμενου. [21] Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 687, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1157, Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1997)1 Α.Α.Δ. 396, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Λοΐζου ν. Μουρτζή
(1999)1 Α.Α.Δ. 883, Μαΐττα ν. Γεωργίου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1 και Ζήνων Μερκής Λτδ ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ.
- [22] Βλ. παρ. 10 Ι) της γραπτής μαρτυρίας του ενάγοντος. [23] «
- Το πρόσωπο το οποίο υπαναχωρεί νόμιμα από τη σύμβαση, δικαιούται αποζημίωση για κάθε ζημιά την οποία υπέστη συνεπεία της μη εκπλήρωσης της σύμβασης.» [24] Senate Electrical Wholesalers Ltd v Alcatel Submarine Networks Ltd [1999] 2 Lloyd's Rep. 423 CA, illustrates, in a very complex case, the failure of a claimant to prove the relevance of the quantum of damages for which it was contending, namely, that the true value of the business sold was to be calculated by applying a profits/earnings ratio to the difference between warranted and actual profit: see at 430 to
- [25] For nominal damages of this variety see paras 12-001 to 12-003, below. [26] [1900] A.C. 113 at
- [27] Marzetti v Williams
(1830)1 B. & Ad. 415 is a frequently cited illustration. Modern examples are provided by Surrey County Council v Bredero Homes [1993] 1 W.L.R. 1361 CA; Halifax Building Society v Urquart-Dykes and Lord [1997] R.P.C. 55 (see at 87, line 45) and North Sea Energy Holdings v Petroleum Authority of Thailand [1999] 1 Lloyd's Rep. 483 CA. [28] Constantine v Imperial London Hotels [1944] K.B. 693 is a useful, frequently cited example. A recent example is Hall v Harris [2012] EWCA Civ 671 CA where a nominal award for trespass to land was upheld by the Court of Appeal: ibid. para.58. [29] e.g. Gas Light & Coke Co v Towse
(1887)35 Ch. D. 519; Pagnan & Fratelli v Corbisa Industrial Agropacuaria [1970] 1 W.L.R. 1306 CA. [30] McCormick, Damages (Minnesota, 1935), prefers an even more realistic statement: "The recognition of a right unrelated to detriment sustained is merely a metaphorical prophetical way of stating that in given conditions an adverse judgment will be given without a showing of loss": (p.86). [31] Σημείωση δική μου: Στην εν λόγω απόφαση Anglo-Cyprian Trade Agencies αποφασίστηκαν τα εξής σε σχέση με το θέμα των εξόδων εκεί όπου επιδικάζονται μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις: «No doubt the ordinary rule is that, where a plaintiff has been successful, he ought not to be deprived of his costs, or at any rate, made to pay the costs of the other side, unless he has been guilty of some sort of misconduct. In applying that rule, however, it is necessary to decide whether the plaintiff really has been successful, and I do not think that a plaintiff who recovers nominal damages ought necessarily to be regarded in the ordinary sense of the word as a "successful" plaintiff. In certain cases he may be, e.g. where part of the object of the action is to establish a legal right, wholly irrespective of whether any substantial remedy is obtained. To that extent a plaintiff who recovers nominal damages may properly be regarded as a successful plaintiff, but it is necessary to examine the facts of each particular case.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο