← Κύπρος

ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΥΚΚΟΥ δια του Ηγουμένου της Παν. Μητροπολίτη Κύκκου & Τηλλυρίας κ.κ. Νικηφόρου ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 1856/13, 10/2/20

ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΥΚΚΟΥ δια του Ηγουμένου της Παν. Μητροπολίτη Κύκκου & Τηλλυρίας κ.κ. Νικηφόρου ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 1856/13, 10/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A80 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1856/13 Μεταξύ: ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΥΚΚΟΥ δια του Ηγουμένου της Παν. Μητροπολίτη Κύκκου & Τηλλυρίας κ.κ. Νικηφόρου Ενάγουσας και ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένης --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10 Φεβρουαρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: Ο κ. Κ. Χ. Βελάρης, για Βελάρης & Βελάρης ΔΕΠΕ (ΔΘ2). Για την Εναγομένη: Ο κ. Α. Χρ. Σαβεριάδης (ΔΘ434). ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα αξιώνει εναντίον της εναγομένης: « Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι κατέχουν το οικόπεδο εμπιστευματικά για τους Ενάγοντες ως ανωτέρω αναφέρεται. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον τους Εναγόμενους όπως άμα τη καταβολή του ισαξίου των Λ.Κ. 500.000 πλέον τόκο @ 9% τον χρόνο από 28/5/99 ή οποιουδήποτε άλλου τόκου το Δικαστήριο ήθελε διατάξει προβούν στα δέοντα μέτρα ώστε να μεταβιβάσουν το εν λόγω οικόπεδο στους Ενάγοντες σαν δικαιούχους του εμπιστεύματος. Γ. Διαζευτικά απόφαση του Δικαστηρίου για €10 εκ. αξία του οικοπέδου κατά την δημιουργία του εμπιστεύματος πλέον τόκο αφ' ότου αυτό είχε δημιουργηθεί μέχρις εξοφλήσεως. Δ. Αποζημιώσεις για παράβαση εμπιστεύματος και/ή συμφωνίας. Ε. Επαυξημένες (exemplary) και/ή επιβαρυντικές (aggravated) και/ή τιμωρητικές (punitive) αποζημιώσεις ένεκα της συμπεριφοράς των Εναγομένων και την απόπειρα αποκόμισης οφέλους από την εκ μέρους τους παράβαση εμπιστεύματος και/ή συμφωνίας». Είναι εκδοχή της ενάγουσας ότι περί το 1998 και κατόπιν βολιδοσκοπήσεων και κρούσεων εκ μέρους της εναγομένης για την πιθανότητα στέγασης τής Ελλαδικής Διπλωματικής Αποστολής στην Λευκωσία παρά το Μετόχιο της Ιεράς Μονής Κύκκου στην Έγκωμη, οι διάδικοι συμφώνησαν μεταξύ τους προφορικώς («η συμφωνία»), για την παραχώρηση από την ενάγουσα προς την εναγομένη, ακινήτου (ιδιοκτησίας της πρώτης) επί της οδού Αγίου Προκοπίου, Τεμάχιο 765, Φ/Σχ. 21/53Ε1, Τμήμα Β, συνολικού εμβαδού 13.043 τετραγωνικών μέτρων και με αριθμό εγγραφής Β1302 («το ακίνητο»), έναντι ποσού £500.000,
  2. Ήταν ρητός και σαφής όρος της συμφωνίας (όπως αναφέρεται σε σχετική επιστολή της ενάγουσας προς την εναγομένη ημερομηνίας 3.12.98, ως το Τεκμήριο 2), πως η πώληση «. γίνεται για ν' ανεγερθεί στο οικόπεδο Πρεσβεία της Ελλάδος και άλλες συναφείς εγκαταστάσεις για τις ανάγκες του Ελληνικού Δημοσίου. Αν το οικόπεδο δεν χρησημοποιηθεί για οποιοδήποτε σκοπό, για 10 χρόνια ή αν ο αγοραστής αποφασίσει ν' αποξενωθεί του οικοπέδου τότε θα πρέπει να το επιστρέψει στον πωλητή αν ο τελευταίος επιθυμεί οπότε θα πρέπει να επιστρέψει το ποσό που θα καταβληθεί σαν τίμημα όπως αναφέρεται πιο πάνω πλέον τόκο @ το ανώτατο επιτρεπόμενο ή ισχύων δανειστικό επιτόκιο με βάση δάνεια από τράπεζες κατά τον χρόνο της επιστροφής καθώς κι οποιαδήποτε τυχόν μεταβιβαστικά ή άλλα τέλη που δυνατόν ν' απαιτηθούν». Παρόλο που το ακίνητο μεταβιβάστηκε τελικώς στο όνομα της εναγομένης και καταβλήθηκε από την τελευταία προς την ενάγουσα το συμφωνηθέν τίμημα, η εναγομένη δεν συμμορφώθηκε με τους όρους της συμφωνίας αφού δεν ανήγειρε στο ακίνητο Πρεσβεία και Πρεσβευτική κατοικία εντός του προκαθορισμένου χρόνου. Ως εκ τούτου η ενάγουσα καταχώρισε την παρούσα αγωγή εναντίον της εναγόμενης αξιώνοντας τις ως άνω θεραπείες. Συνθέτει εκδοχή της εναγομένης ότι ουδέποτε συμφώνησε με την ενάγουσα κατά τον τρόπο που διατείνεται η τελευταία πως επράχθη και πως ποτέ δεν αποδέχθηκε όρους ή δεσμεύσεις εν σχέσει με το ακίνητο, εξού και δεν προχώρησε σε υπογραφή συμβολαίου με την ενάγουσα, όπως ζητούσε η τελευταία με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 3.12.98 (βλ. Τεκμήριο 2). Η εναγομένη κατέβαλε το συμφωνηθέν ποσό των £500.000,00, προς την ενάγουσα κατά ή περί την 28.5.99 για τη μεταβίβαση τού ακινήτου στο όνομα της, ελεύθερο οποιουδήποτε βάρους. Ποτέ δεν συμφωνήθηκε η επιστροφή τού επίδικου ακινήτου από την εναγομένη προς την ενάγουσα σε περίπτωση μη ανέγερσης Πρεσβείας ή και Πρεσβευτικής Κατοικίας, με συνεπόμενο η αγωγή να στερείται νομικού και πραγματικού ερείσματος και να χρήζει απόρριψης. Για απόδειξη της αξίωσης, η ενάγουσα παρουσίασε τη μαρτυρία των, Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρου (ΜΕ1), Κυριάκου Ταλαττίνη (ΜΕ2) και Κυριάκου Ροδουσάκη (ΜΕ3), ενώ η εναγομένη παρουσίασε τη μαρτυρία τού Δημήτριου Σελήνη (ΜΥ1). Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων, ως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων, αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, έστω και αν το περιεχόμενο τους δεν διατυπώνεται ρητώς στο σκεπτικό, μη απαιτούμενης (πλην μιας περίληψης για πρακτικούς κυρίως σκοπούς), της καταγραφής και επανάληψης του συνόλου τού μαρτυρικού αυτού υλικού (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων

(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Συνοψίζω αμέσως τη μαρτυρία των μαρτύρων. Παρεμβάλλω, ότι όλες οι περικοπές που παρατίθενται στο παρόν κείμενο έχουν μεταφερθεί σε αυτό αυτούσιες ως είναι καταγεγραμμένες στα πρακτικά και στη δικογραφία. Ο Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρος (ΜΕ1) - με παραπομπή στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α) και στην προειρημένη επιστολή ημερομηνίας 3.12.98 (Τεκμήριο 2) - αναφέρθηκε στις περιστάσεις που οδήγησαν κατά την εκδοχή της ενάγουσας στη συμφωνία, εξηγώντας και τις συναφείς προθέσεις πίσω από αυτή. Ο εκτιμητής ακινήτων Κυριάκος Ταλαττίνης (ΜΕ2), με αναφορά στην Έκθεση Υπολογισμού Αγοραίας Αξίας Ακινήτου την οποία ετοίμασε σε σχέση με το ακίνητο (Έγγραφο Β), επεξήγησε τα συμπεράσματα του περί της αγοραίας αξίας του ακινήτου κατά διάφορες χρονικές περιόδους που άπτονται των επίδικων ζητημάτων. Ο Κυριάκος Ροδουσάκης (ΜΕ3), με σημείο παραπομπής τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Γ), κατέθεσε ως ο Πρέσβης της Ελλάδας στην Κύπρο κατά την περίοδο 1997-2000, δίνοντας τη δική του οπτική στα όσα παρουσιάζονται ως συναποτελούντα την εκδοχή τής ενάγουσας. Ο Δημήτριος Σελήνης (ΜΥ1), με τις θέσεις του να καταγράφονται στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Δ), κατέθεσε ως Γραμματέας Α' της Ελληνικής Πρεσβείας στην Κύπρο από την 17.8.14, προβαίνοντας σε αναφορά επί εγγράφων που είχε στην κατοχή του υπό την επαγγελματική του αυτή ιδιότητα. Στις αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι εξέφρασαν την άποψη ότι η μαρτυρία (και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές), δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων τους, τις οποίες αναδίπλωσαν με επιμέλεια και συντομία. Διεξήλθα την παρουσιασθείσα γραπτή και προφορική μαρτυρία, καθώς και την επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου, αξιολογώντας τη μαρτυρία τους με πλήρη επίγνωση πως η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και το κύρος των γνώσεων των μαρτύρων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, την ειλικρίνεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς τους, αντιλαμβανόμενος ότι κάτι τέτοιο ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), εφόσον δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να εκπηγάζουν από πλειάδα αιτιών, μη κατ' ανάγκην εκπορευομένων από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Αποτιμώντας τη μαρτυρία, δεν περιορίστηκα μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα (βλ. κατ' αναλογίαν, Rana κα Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχέτισα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που αποτελούν γνώμονες προσδίδοντες στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη αναμφιβόλως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Υπογραμμίζω - και τούτο εφαρμόζεται οριζοντίως για όλες τις περιπτώσεις - ότι κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, προσέγγισα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα (η οποία δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου), ως δεικτική ασυνέπειας στην προώθηση θέσεων τού αντεξετάζοντος αλλά και ως αποδυναμωτική τούτων, αξιολογώντας προσεκτικά την κάθε τέτοια περίπτωση, αναλόγως και της σοβαρότητας της συζητούμενης παράλειψης (βλ. κατ' αναλογίαν, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Όλοι οι μάρτυρες μού δημιούργησαν καλή εντύπωση. Παρέθεσαν τη μαρτυρία τους ειλικρινώς δίχως προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου ή απόκρυψης της αλήθειας, περί της οποίας επιχείρησαν να τοποθετηθούν στο βαθμό που τους επέτρεπε η γνώση τους (πρωτογενής ή άλλη). Δέχομαι τη μαρτυρία τους ως αξιόπιστη χωρίς τούτο να σημαίνει ασφαλώς, πως το περιεχόμενο αυτής (ή μέρος του περιεχομένου αυτής), αποκτά ταυτοχρόνως τέτοια αποδεικτική βαρύτητα και αξία ώστε να θεωρείται από μόνη της και άνευ ετέρου επαρκής για στοιχειοθέτηση της αντιστοίχως προβαλλόμενης εκδοχής. Θα ασχοληθώ επιγραμματικώς - χωρίς να απαιτείται εντρύφηση επί της πτυχής αυτής αφού η αξιοπιστία των μαρτύρων δεν αμφισβητήθηκε σχεδόν καθόλου οπό οποιονδήποτε των συνηγόρων - με κάποιες εκφάνσεις της μαρτυρίας των μαρτύρων (ως δείγμα μόνο της δικαστικής αξιολόγησης), για να καταστεί ακόμη πιο κατανοητή η κατάληξη του Δικαστηρίου περί της αξιοπιστίας τους. Εν σχέσει με τη μαρτυρία του Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρου (ΜΕ1), καταγράφω πως το γεγονός ότι η επιστολή ημ. 3.12.98 (Τεκμήριο 2), περιέγραφε την επιθυμία της ενάγουσας περί συνομολόγησης έγγραφης συμφωνίας - για την υλοποίηση της οποίας έγιναν και συγκεκριμένα διαβήματα με την ανταλλαγή αλληλογραφίας στις 14.5.99 (βλ. Τεκμήριο 17) και ακόμη με την ετοιμασία προσχεδίου έγγραφης συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 18), το οποίο μάλιστα αποτέλεσε και αντικείμενο γραπτής επικοινωνίας μεταξύ της Πρεσβείας της Ελλάδας στην Κύπρο (διά του Κυριάκου Ροδουσάκη (ΜΕ3)) και των αρμόδιων υπηρεσιών της εναγομένης στις 19.5.99 (βλ. Τεκμήριο 19), ως και ετέρας αλληλογραφίας/εσωτερικών υπηρεσιακών σημειωμάτων ανάμεσα στις αρμόδιες αυτές υπηρεσίες και την Πρεσβεία της Ελλάδας στην Κύπρο στις 24.5.99 (βλ. Τεκμήριο 20) - δεν εξυπακούει αυτοαναίρεση τού μάρτυρα αναφορικώς με τη δικαιολογία που έδωσε στο να μην εμμένει στην αποτύπωση και γραπτώς, των προφορικώς συμφωνηθέντων δεδομένου πως η μνεία του στο ζήτημα της αβρότητας και του ευγενούς σεβασμού που είχε προς την εναγομένη εκφράστηκε ως αιτιολογική της επιλογής του μάρτυρα (και της ενάγουσας) να μην επιμένει στη συνομολόγηση γραπτής συμφωνίας και όχι στο να μην επιδιώξει, ως πρώτο βήμα, την επικοινωνία με την εναγομένη προκειμένου να θέσει προς αυτήν το ζήτημα της συμφωνίας. Οι δύο αυτές παράμετροι είναι διαφορετικές και καθόλου δεν επηρεάζουν ή θα μπορούσαν να επηρεάσουν αντικειμενικώς την αξιοπιστία του μάρτυρα. Σε ό,τι αφορά στον Κυριάκο Ταλαττίνη (ΜΕ2) - η μαρτυρία του οποίου παρέμεινε και ουσιαστικώς αναντίλεκτη - πρέπει να σημειωθεί πως έχοντας κατά νουν τις γνώσεις, κατάρτιση, ειδίκευση και εμπειρία του, τον δέχομαι ως πραγματογνώμονα για τα εξειδικευμένα θέματα περί των οποίων κατέθεσε, με τούτον να είναι λεπτομερής και συγκεκριμένος, αναπτύσσοντας τις θέσεις και τοποθετήσεις του με τρόπο τεκμηριωμένο, διαυγή, πλήρη και κατανοητό και παρουσιάζοντας με επάρκεια και ειλικρίνεια την επιστημονική βάση επί της οποίας στηρίχθηκε προς εξαγωγή των συμπερασμάτων του, ενεργώντας τοιουτοτρόπως ο μάρτυς σε πλήρη εναρμόνιση με τις συναφείς επιταγές της νομολογίας ως τούτες διατυπώνονται, μεταξύ άλλων, στην Αντωνίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, 785-
  1. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Κυριάκου Ροδουσάκη (ΜΕ3), ηγέρθη κατά την αντεξέταση ζήτημα επί του περιεχομένου του Υπηρεσιακού Σημειώματος που είχε συντάξει ο μάρτυς στις 24.12.07 και κοινοποιήσει προς τα πρόσωπα και κρατικά όργανα που αποτυπώνονται εκεί (ως το Τεκμήριο 16), λίγο πριν ο μάρτυς αφυπηρετήσει από το διπλωματικό σώμα τον Δεκέμβριο
  2. Εξήγησε ο μάρτυς πως μολονότι υπηρετούσε τότε ως Πρέσβης της Ελλάδας στην Ιαπωνία, έχοντας διαπιστώσει πως το ζήτημα της ανέγερσης Πρεσβείας και Πρεσβευτικής κατοικίας στο ακίνητο δεν προχωρούσε, έκρινε πως έπρεπε να το ανακινήσει εκφράζοντας (στο υπό αναφορά Τεκμήριο 16), κάποιες προσωπικές απόψεις επί του θέματος. Υπέδειξε ο κ. Σαβεριάδης κατά την αντεξέταση του μάρτυρα (αφήνοντας κάποια αιωρούμενη αιχμή κατά της συνέπειας της εκδοχής που ο μάρτυς υποστήριζε ενόρκως), ότι ο τελευταίος δεν προέβη σε οποιαδήποτε αναφορά στο Υπηρεσιακό Σημείωμα (Τεκμήριο 16) περί ύπαρξης οιασδήποτε συμφωνίας με την ενάγουσα και στο ότι σε περίπτωση που δεν υλοποιούνταν τα αφορούντα σε ανέγερση Πρεσβείας και Πρεσβευτικής κατοικίας, το ακίνητο θα επιστρεφόταν στην ενάγουσα. Μολαταύτα, ο μάρτυς απάντησε με σαφήνεια και με αντικειμενικώς αποδεκτή λογική, πως όταν συνέτασσε το Υπηρεσιακό Σημείωμα (Τεκμήριο 16), δεν είχε υπόψιν πως έγραφε «. ένα νομικό κείμενο, επικαλούμαι την ουσία της όλης μας προθέσεως και επιθυμίας να χτίσουμε μια πρεσβεία σε έναν κατάλληλο χώρο. Δεν έγραφα νομικό κείμενο εκείνη την ώρα και το θέμα όντως ανέκυψε το 2013». Δεν αντικρούστηκε η θέση του αυτή. Επεκτείνω (έχοντας στο μυαλό και την ορθή συλλογιστική του κ. Βελάρη όπως την ανέπτυξε κατά τη δίκη σε σχετική ένσταση του κ. Σαβεριάδη), ότι δεν είχε εκδηλωθεί κατά τον χρόνο σύνταξης του Υπηρεσιακού Σημειώματος (Τεκμήριο 16) οτιδήποτε που να δικαιολογούσε άλλους συνειρμούς από μέρους του μάρτυρα και σίγουρα τίποτε που να παρέπεμπε σε πρόθεση εκποίησης του ακινήτου αφού δεν πρέπει να λησμονεί κανείς πως η πρόθεση αυτή εξωτερικεύτηκε ή και κοινοποιήθηκε δημοσίως το 2013, δηλαδή έξι περίπου έτη μετά από τη σύνταξη του Υπηρεσιακού Σημειώματος (Τεκμήριο 16). Οπότε δεν προκύπτει από τον συνδυασμό των προφορικών τοποθετήσεων του μάρτυρα επί της θεματικής αυτής και του περιεχομένου του Υπηρεσιακού Σημειώματος (Τεκμήριο 16), οποιαδήποτε αντίφαση, ανακολουθία, ή τέτοια εικόνα που να οδηγεί τη σκέψη σε άλλη κατεύθυνση αναφορικώς με το αξιόπιστο της μαρτυρίας του Κυριάκου Ροδουσάκη (ΜΕ3). Ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, εναργώς υπέμνησε στο Υπηρεσιακό Σημείωμα (Τεκμήριο 16), ότι σκοπός «. της αγοράς ήταν η κάλυψη των στεγαστικών αναγκών τόσο της Πρεσβευτικής κατοικίας όσο και των Γραφείων της Πρεσβείας Λευκωσίας, αλλά και για την εύλογη υπογράμμιση της ενδεικνυόμενης επίσημης ελληνικής παρουσίας στην Μεγαλόνησο». Για τη μαρτυρία του Δημήτριου Σελήνη (ΜΥ1), αρκεί να πω ότι τούτη έχει πολύ περιορισμένη αποδεικτική βαρύτητα λόγω του ότι ο μάρτυς περιορίστηκε κατ' ουσίαν στο να περιγράψει ενέργειες και πράξεις που καταγράφονται σε διάφορα έγγραφα τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του ένεκα πρόσβασης του είχε σε αυτά ως εκ της θέσης του ως Γραμματέα Α΄ στην Ελληνική Πρεσβεία στην Κύπρο και όχι γιατί είχε οποιαδήποτε απευθείας γνώση περί των πραγματικώς επίδικων θεμάτων ώστε τα κατατεθέντα από αυτόν να δύνανται να ειδωθούν υπό διαφορετικό αποδεικτικό φακό. Με βάση τα πιο πάνω, δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή της ενάγουσας ως αληθή και ευσταθή, ενώ απορρίπτω την εκδοχή της εναγομένης ως στερημένη πειστικότητας. Παραθέτω αμέσως τα ευρήματα μου, εντάσσοντας σε αυτά πτυχές της επιχειρηματολογίας των δικηγόρων και συμπλέκοντας συν τω χρόνω τα όσα έχουν καταγραφθεί πιο πάνω ως εκδοχή της ενάγουσας τα οποία και καθιστώ ως αναπόσπαστο μέρος των συμπερασμάτων μου, μαζί βεβαίως και με τα δηλωθέντα στη διαδικασία παραδεκτά γεγονότα και τις παραδοχές που συνάγονται από τα δικόγραφα. Η ενάγουσα είναι εκκλησιαστικός οργανισμός της Εκκλησίας της Κύπρου εκπροσωπούμενη διά του Ηγουμένου Νικηφόρου ο οποίος τυγχάνει και μέλος της Ιεράς Συνόδου ως Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας. Η ενάγουσα από την ίδρυση της κατά τον 11ο αιώνα έχει αναπτύξει και συνεχίζει πολυσχιδή θρησκευτική και κοινωνική δράση και προσφορά πρωτοστατούσα στην ενίσχυση των θρησκευτικών και εθνικών παραδόσεων και στη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας της Κύπρου με ενεργό συμμετοχή σε όλα τα επί τούτοις προσκλητήρια, συχνά δε κατά τις επίσημες επισκέψεις εκπροσώπων της εναγομένης στην Κύπρο, είχε με αυτούς αντίστοιχες επαφές. Καθ' όλους τους ουσιώδεις (για ό,τι εδώ απασχολεί) χρόνους, η ενάγουσα ήταν ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας παρά το Μετόχιο της Ιεράς Μονής Κύκκου στην Έγκωμη η οποία (ακίνητη περιουσία) ως εκ της φύσης, θέσης και πολεοδομικού της χαρακτήρα κατέστη κατά τα τελευταία έτη περιζήτητη για στέγαση διπλωματικών αποστολών ξένων χωρών με παράλληλη σημαντική αύξηση στην αξία της. Μεταξύ των χωρών που στέγασαν διπλωματικές αποστολές στην περιοχή συγκαταλέγονται οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, η Ρωσική Ομοσπονδία, η Αίγυπτος και η Γαλλία. Στην εν λόγω ακίνητη περιουσία περιλαμβανόταν και το ακίνητο. Η εναγομένη αποτελεί ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος το οποίο τυγχάνει ευρείας διεθνούς αναγνώρισης και σεβασμού, διατηρούσα πλήρεις διπλωματικές σχέσεις με την Κυπριακή Δημοκρατία. Η διπλωματική αποστολή και οι υπηρεσίες της εναγομένης στην Κύπρο στεγάζονται έκπαλαι σε τρία συνεχόμενα κτήρια παρά την Λεωφόρο Βύρωνος ανήκοντα στην Εκκλησία της Κύπρου. Όταν ο Κυριάκος Ροδουσάκης (ΜΕ3), ανέλαβε τα πρεσβευτικά του καθήκοντα στην Κύπρο το 1997, διαμόρφωσε την άποψη ότι η Ελληνική Πρεσβεία στην Λευκωσία θα έπρεπε να μεταστεγαστεί σε ιδιόκτητα, σύγχρονα και πιο επαρκή κτήρια κρίνοντας ως κατάλληλη την ως άνω περιγραφείσα περιοχή παρά το Μετόχιο Κύκκου (στην οποία είχαν ανεγερθεί και Πρεσβείες άλλων χωρών). Μετά από σχετικές συζητήσεις με την εναγόμενη - η οποία αντιπροσωπευόταν νομίμως από τον Κυριάκο Ροδουσάκη (ΜΕ3) σε όλους τους κρίσιμους χρόνους και με πλήρη επίγνωση εκ πλευράς της όλων των συναφών πτυχών των πραγμάτων και των όσων ακολούθως εξελίχθηκαν ως επίδικα στην παρούσα αγωγή - η εισήγηση του Κυριάκου Ροδουσάκη (ΜΕ3) έγινε αποδεκτή από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας (και την εναγομένη) και κοινοποιήθηκε στον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Γλαύκο Κληρίδη από τον Υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας Θεόδωρο Πάγκαλο. Περί τον Ιούνιο/Ιούλιο 1998, επισκέφθηκε επισήμως την Κύπρο ο τότε Πρόεδρος της Ελλάδας Κωστής Στεφανόπουλος, συνοδευόμενος και από τον Υπουργό Εξωτερικών Θεόδωρο Πάγκαλο. Κατά την περίοδο αυτή ο Κωστής Στεφανόπουλος, υπό την προεδρική του ιδιότητα, πραγματοποίησε επίσκεψη στην Ιερά Μονή Κύκκου συνοδευόμενος από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Α΄, τον Θεόδωρο Πάγκαλο και τον Κυριάκο Ροδουσάκη (ΜΕ3). Ο Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρος (ΜΕ1), τους υποδέχθηκε στην Ιερά Μονή Κύκκου. Κατά τη συνάντηση, ο Υπουργός Εξωτερικών της εναγομένης Θεόδωρος Πάγκαλος, στην παρουσία του Προέδρου της εναγομένης Κωστή Στεφανόπουλου και του Κυριάκου Ροδουσάκη (ΜΕ3), έθεσε θέμα μεταστέγασης της Ελληνικής Πρεσβείας στην Λευκωσία και συναιρούντος του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Α΄, ο Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρος (ΜΕ1), ρωτήθηκε αν η εναγομένη θα μπορούσε να αποκτήσει από την Ιερά Μονή Κύκκου σχετική κτηματική έκταση για το σκοπό αυτό. Ο Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρος (ΜΕ1), τους απάντησε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν, τωόντι, εφικτό σε γη που κατείχε η ενάγουσα απέναντι από το Μετόχιο Αγίου Προκοπίου στην Λευκωσία και πολύ πλησίον σε κτήμα που είχε πωληθεί προς την Ρωσική Ομοσπονδία (η οποία είχε ανεγείρει εκεί τη δική της Πρεσβεία). Ο Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρος (ΜΕ1), πρότεινε στους επισκέπτες συνάντηση στην Λευκωσία ώστε να υποδείξει προς την Ελληνική αποστολή την κτηματική περιουσία που είχε υπόψιν του. Η συνάντηση αυτή έγινε (περί τα τέλη Ιουνίου 1998), με τον Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρο (ΜΕ1), να υποδεικνύει την κτηματική περιουσία στον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο, στον Υπουργό Εξωτερικών Θεόδωρο Πάγκαλο και στον Πρέσβη της Ελλάδας Κυριάκο Ροδουσάκη (ΜΕ3). Οι τρεις τελευταίοι ζήτησαν αρχικώς από τον Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρο (ΜΕ1) - που αντιπροσώπευε νομίμως την ενάγουσα καθ' όλους τους κρίσιμους χρόνους που αφορούν στην παρούσα αγωγή - την παραχώρηση έκτασης τεσσάρων δεκαρίων, με αυτόν να συναινεί. Ως παραστατικώς ανέφερε επί του σημείου αυτού κατά τη μαρτυρία του ο Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρος (ΜΕ1), η παραχώρηση αυτή προς την εναγομένη θα γινόταν «. λόγω της αγάπης και αφοσίωσης των Κυπρίων προς την Ελλάδα και τα Ελληνικά ιδεώδη με τα οποία η γενιά μου είχε ανατραφεί και την επιθυμία μου να έχω κοντά στο Μοναστήρι μου την Πρεσβεία της μητέρας πατρίδας». Ο Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρος (ΜΕ1), τους ανέφερε πως θα ανέθετε στους δικηγόρους της ενάγουσας να διευθετήσουν τα περαιτέρω για το διαχωρισμό και τη μεταβίβαση του περί ου ο λόγος τεμαχίου, σε συνεργασία με το προσωπικό της ενάγουσας και την Πρεσβεία της εναγομένης στην Λευκωσία. Κατά την ίδια συνάντηση, συζητήθηκε μεταξύ των εμπλεκομένων και το θέμα του ρυθμού ανέγερσης του κτηρίου της Πρεσβείας το οποίο ο Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρος (ΜΕ1), εισηγήθηκε πως θα έπρεπε να αποτελεί αρχιτεκτονική σύνθεση βυζαντινού και αρχαιοκλασσικού ρυθμού. Μερικές βδομάδες αργότερα διαβιβάστηκε προς τον Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρο (ΜΕ1), διά των δικηγόρων της ενάγουσας, ότι η Ελληνική Πρεσβεία (και συνεπώς η εναγομένη), επιθυμούσε την απόκτηση επιπρόσθετης έκτασης τεσσάρων δεκαρίων για να κτίσει στο ακίνητο και Πρεσβευτική κατοικία. Για αυτή την πρόσθετη κτηματική έκταση, η εναγομένη θα κατέβαλλε το χρηματικό τίμημα που θα ζητούσε ο Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρος (ΜΕ1). Πάντοτε εντός του ίδιου πνεύματος που χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρου (ΜΕ1) σε σχέση με την παραχώρηση των πρώτων τεσσάρων δεκαρίων προς την εναγομένη, ο μάρτυς συγκατένευσε στην πώληση και των υπολοίπων τεσσάρων δεκαρίων καθορίζοντας ως τιμή αγοράς το ποσό των £125.000,00 (€213.575,00) ανά δεκάριο, που αντιπροσώπευε (ως δήλωσε ο μάρτυς στη μαρτυρία του) «. το ήμισυ της τρέχουσας τιμής. Αντί δηλαδή να είναι 250.000 λίρες το δεκάριο το στρέμμα, να καταβληθούν 125.000» και την οποία τιμή η εναγομένη αποδέχθηκε αμέσως. Συνακολούθως, η παραχώρηση της ενάγουσας προς την εναγομένη διαμορφώθηκε κατά τρόπο ώστε να συμπεριληφθεί ολόκληρη η έκταση των οκτώ δεκαρίων έναντι τιμήματος £500.000,00, το οποίο αντιπροσώπευε μόνο την αξία των πρόσθετων τεσσάρων δεκαρίων. Η αξία του ακινήτου στις 28.5.99, ήταν €3.000.000,00 και η χρηματική αξία παραχώρησης του προς την εναγομένη €1.500.000,00 (ήτοι η αξία των τεσσάρων δεκαρίων), πλέον €750.000,00 (ως το ήμισυ της αξίας των υπολοίπων τεσσάρων δεκαρίων που πωλήθηκαν στο μισό της αξίας τους), δηλαδή συνολικώς €2.250.000,
  3. Ήταν ρητός, σαφής και ουσιώδης όρος της συμφωνίας (νόμιμης και δεσμευτικής ως ήταν κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149) - και απολύτως αντιληπτό και ξεκάθαρο τόσο από την εναγομένη όσο και από την ενάγουσα καθ' όλη τη διάρκεια των μεταξύ τους διαπραγματεύσεων αλλά και πιο ύστερα - ότι η παραχώρηση του ακινήτου εγένετο υπό την προϋπόθεση πως θα ανεγειρόταν σε αυτό Πρεσβεία και Πρεσβευτική κατοικία της Ελλάδας και ότι σε περίπτωση που ο σκοπός τούτος δεν πραγματοποιείτο εντός δέκα ετών από την ημερομηνία της συμφωνίας (ή για οποιοδήποτε λόγο ο σκοπός αυτός θα εγκαταλειπόταν), η εναγομένη θα όφειλε να επιστρέψει το ακίνητο προς την ενάγουσα η οποία, αν την επιθυμούσε, όφειλε να πληρώσει προς την εναγομένη όλα τα ποσά που θα της είχαν καταβληθεί για το ακίνητο στο πλαίσιο της συμφωνίας, πλέον τόκους. Η ενάγουσα δεν ήθελε ποτέ να παραχωρήσει το ακίνητο για σκοπούς μεταπώλησης του ή για οποιουσδήποτε άλλους σκοπούς κερδοσκοπίας της εναγομένης. Ακολούθως, η ενάγουσα διά του Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρου (ΜΕ1), έδωσε οδηγίες για το διαχωρισμό του ακινήτου ώστε να εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για τα οκτώ δεκάρια. Ο τίτλος ιδιοκτησίας για το ακίνητο εξεδόθη την 1.12.98 (βλ. Τεκμήριο 1). Δεν ήταν ποτέ πραγματική πρόθεση της ενάγουσας (και του Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρου (ΜΕ1)), να συνομολογήσει γραπτή συμφωνία με την εναγομένη σε ό,τι αφορά στην παραχώρηση του ακινήτου. Ο Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρος (ΜΕ1), επρόκειτο να αποταθεί προς την Ιερά Σύνοδο για να επικυρώσει τη συμφωνία και έπρεπε να παρουσιάσει ενώπιον της «. κάτι γραπτώς .» (ως δήλωσε ο μάρτυς κατά την αντεξέταση). Έτσι είναι που τελικώς οδηγήθηκαν τα πράγματα στην (επακριβή) αποτύπωση της (προφορικής) συμφωνίας και των όρων αυτής επί της επιστολής ημερομηνίας 3.12.98 (Τεκμήριο 2) και ασχέτως εάν ο Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας Θεόδωρος Πάγκαλος έλεγε, παρεμπιπτόντως, στον Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρο (ΜΕ1) «ρε αδελφέ, διαπραγματεύεστε με την Ελληνική Δημοκρατία, τα γραπτά κείμενα έχουν την αξία;». Ο Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρος (ΜΕ1), συνόψισε την υπό ανάλυση κατάσταση κατά την αντεξέταση, λέγοντας πως «. Μετά από 2 εβδομάδες εκ του δικηγόρου μου, με πληροφόρησαν ότι θέλουν ακόμη 4 στρέμματα για τα οποία όμως θα πληρώσουν το τίμημα. Εγώ επειδή είμαι ελληνοκεντρικός άνθρωπος, γαλουχήθηκα με τα ελληνοχριστιανικά νάματα, έχω τρομερές ευαισθησίες όσον αφορά τη μητέρα πατρίδα την Ελλάδα, έτσι είπα επειδή θα αποταθώ στην Ιερά Σύνοδο για να εξασφαλίσω άδεια, να δώσω ένα τίμημα, δεν θα είναι η τρέχουσα τιμή θα είναι το ήμισυ της τρέχουσας τιμής. Αντί δηλαδή να είναι 250.000 λίρες το δεκάριο το στρέμμα, να καταβληθούν 125.
  4. Ειρήσθω εν παρόδω ότι, επειδή ήταν ο ίδιος ο Πρόεδρος της ελληνικής κυβερνήσεως ο Κωστής Στεφανόπουλος με τον Υπουργό Εξωτερικών τον Θεόδωρο Πάγκαλο, δεν υπογράψαμε γραπτές συμφωνίες, συμβόλαια, το θεωρήσαμε λόγω και τους ύψους του αξιώματος ότι δεν χρειαζόταν, έτσι όταν έγινε ο διαχωρισμός του τεμαχίου, γιατί είναι μια διαδικασία που κράτησε 6 μήνες, την 01/12 επιτεύχθηκε, τότε κάλεσα τον δικηγόρο και του είπα "καλό είναι να αποτυπώσεις αυτά τα καλώς συμφωνηθέντα και επί χάρτου, να υπάρχει μια συμφωνία" το οποίο και έπραξε, αναφέροντας μέσα και τους όρους, τους σκοπούς μάλλον, για τους οποίους παραχωρήθηκε αυτό το τεμάχιο και έτσι εδώ έχει την έννοια ότι το συνολικό ποσό των 4 σκαλών επί 125.000 ίσον 500.000, αναφέρεται σε όλο το εμβαδόν το τεμαχίου, ουσιαστικά δωρήθηκε το ήμισυ, 4 στρέμματα και τα άλλα 4 η μισή τιμή, αυτή είναι η αλήθεια των πραγμάτων». Παρενθέτω, πως η μνεία στην επιστολή ημερομηνίας 3.12.98 (Τεκμήριο 2), για πληροφόρηση της ενάγουσας από την εναγομένη «. κατά πόσο η προσφορά που περιέχεται στο παρόν γίνεται αποδεκτή από την Ελληνική Κυβέρνηση ώστε να προχωρήσουμε στη σύνταξη σχετικού συμβολαίου», δεν συνιστούσε πρόταση προς την εναγομένη για σύναψη νομικών συμβατικών σχέσεων με την ενάγουσα αλλά διαμήνυση επιθυμίας τής τελευταίας για μεταφορά των όσων είχαν ήδη προφορικώς συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, σε γραπτή μορφή. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό. Η επιστολή ημερομηνίας 3.12.98 (Τεκμήριο 2), στάλθηκε προς την εναγομένη μέσω του Κυριάκου Ροδουσάκη (ΜΕ3). Τούτη, παραλήφθηκε από την εναγομένη και δεν απαντήθηκε από αυτήν. Ωστόσο (και ανεξαρτήτως τούτου), η συμφωνία υφίστατο και καθόλου είχε ακυρωθεί, μεταβληθεί ή εξανδραποδιστεί καθοιονδήποτε τρόπο. Απεναντίας, συνέχισε ισχύουσα και υλοποιήθηκε (σε ό,τι αφορά στο συγκεκριμένο της αντικείμενο), με τη μεταβίβαση του ακινήτου από την ενάγουσα προς την εναγομένη στις 28.5.99 (βλ. Τεκμήριο 23). Όπως και να έχουν τα πράγματα, παρά το γεγονός της μη απάντησης τής εναγομένης στην επιστολή ημερομηνίας 3.12.98 (Τεκμήριο 2), η ενάγουσα θεώρησε άκομψο να επανέλθει επί του θέματος και να ζητήσει καταγραφή των προφορικών συμφωνηθέντων σε έγγραφη συμφωνία, θέτοντας με αυτό τον τρόπο υπό αμφισβήτηση τον λόγο του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας ή έστω δίνοντας την εντύπωση πως δεν τον πίστευε. Ούτως ή άλλως σε μετέπειτα συναντήσεις του Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρου (ΜΕ1), με τον Κυριάκο Ροδουσάκη (ΜΕ3), ο τελευταίος διαβεβαίωνε τον πρώτο πως ό,τι είχε προηγουμένως συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων (για την ανέγερση Πρεσβείας και Πρεσβευτικής κατοικίας στο ακίνητο), εξακολουθούσε να έχει ισχύ. Παραλλήλως, ο Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρος (ΜΕ1), προέβη και στους κατάλληλους χειρισμούς ώστε η επίδικη παραχώρηση να εγκριθεί από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου, κατά τα προβλεπόμενα στο Καταστατικό της Εκκλησίας της Κύπρου, κάτι που έγινε στις 26.5.99 (βλ. Τεκμήριο 3). Στην εξέλιξη των πραγμάτων και καθότι η εναγομένη είχε εκφράσει (μετά την αποστολή της επιστολής-Τεκμήριο 2, στις 3.12.98), κάποιες ανησυχίες για το κατά πόσο θα ήταν εφικτή η ανέγερση στο ακίνητο Πρεσβείας και Πρεσβευτικής κατοικίας με βάση το υφιστάμενο τότε πολεοδομικό καθεστώς, η ενάγουσα προέβη σε διαβήματα για να καθίστατο πολεοδομικώς εκτελεστή η πρόθεση των μερών με αφετηρία τη συμφωνία. Επιστέγασμα των προσπαθειών αυτών της ενάγουσας ήταν και η επίσημη πλέον τοποθέτηση του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως την 1.6.99, πως ήταν πια «. εφικτή η ανέγερση γραφείων Πρεσβείας και της Πρεσβευτικής κατοικίας . συνολικού εμβαδού της τάξεως των 6,500 τ.μ.» (βλ. Τεκμήριο 7). Πριν από την επιβεβαίωση αυτή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, η ενάγουσα (διά του Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρου (ΜΕ1)), είχε δηλώσει προς την εναγομένη (στις 28.5.99), ότι «. σε περίπτωση που η Ελληνική Κυβέρνηση δεν δύναται να ανεγείρει στο κτήμα πρεσβεία και πρεσβευτική κατοικία, θα δύναται να ακυρώσει την πράξη πωλήσεως με γραπτή ειδοποίηση μέχρι 31/7/1999, οπότε με την επαναμεταβίβαση του κτήματος στο όνομα της Ιεράς Μονής Κύκκου θα επιστραφεί το ποσό των ΛΚ 500,000= (πεντακόσιες χιλιάδες Λίρες Κύπρου)» (βλ. Τεκμήριο 5). Το ποσό αυτό (£500.000,00), παραλήφθηκε νομίμως και κανονικώς από την εναγομένη μέσω του Κυριάκου Ροδουσάκη (ΜΕ3) (βλ. Τεκμήριο 6). Μέχρι το 2013 (που καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή), ουδέν συνέβη στο ακίνητο από απόψεως ανέγερσης Πρεσβείας ή και Πρεσβευτικής κατοικίας κατά τα αμοιβαίως συμφωνηθέντα στη συμφωνία. Παρόλο που είχε παρέλθει η προσδιορισθείσα στη συμφωνία δεκαετία, η ενάγουσα δεν έθιξε το θέμα τήρησης των όρων της συμφωνίας, αξιολογώντας και τη δύσκολη οικονομική κατάσταση που διένυε η εναγομένη κατά την περίοδο εκείνη. Στις 27.8.12, δικηγόροι που ενεργούσαν εκ μέρους του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ), απέστειλαν επιστολή μέσω τηλεομοιότυπου στους δικηγόρους της ενάγουσας με την οποία ζητούσαν από την τελευταία πληροφορίες για τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου προς την εναγομένη θέλοντας να μάθουν εάν η συναλλαγή αυτή έλαβε χώραν δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου και για ποια τιμή (βλ. Τεκμήριο 8). Στην επιστολή απάντησαν οι δικηγόροι της ενάγουσας στις 28.8.12, πληροφορώντας τούς δικηγόρους που ενεργούσαν εκ μέρους του ΤΑΙΠΕΔ, περί της κατάστασης πραγμάτων, που δεν ήταν άλλη από την εκδοχή που προωθεί με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα (βλ. Τεκμήριο 9). Περί την 29.12.12, περιήλθε στην αντίληψη της ενάγουσας (από δημοσιεύματα στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος», ως το Τεκμήριο 10), η πρόθεση της εναγομένης να πωλήσει το ακίνητο. Δόθηκαν αμέσως οδηγίες προς τους δικηγόρους της ενάγουσας όπως διαμαρτυρηθούν εκ μέρους της τελευταίας και ζητήσουν σχετικές διευκρινήσεις από την Πρεσβεία της Ελλάδας στην Κύπρο, κάτι που έγινε με επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας ημερομηνίας 15.1.13, ως το Τεκμήριο
  5. Δεδομένου ότι δεν δόθηκε απάντηση στην επιστολή αυτή - η οποία (και τούτο ισχύει στην κάθε άλλη περίπτωση αναπάντητης επιστολής που στάλθηκε από την ενάγουσα προς την εναγομένη στο πλαίσιο που εδώ αφορά), θεωρείται πως παραλήφθηκε από την εναγομένη δεόντως κατά (μη ανατραπέν) μαχητό τεκμήριο (βλ. κατ' αναλογίαν, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων
(2009)1(Α) ΑΑΔ 479, Πιττάκα ν ΓΒ Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1895, Δήμος Αγίου Αθανασίου ν Peter (Pazaraki)
(2004)2 ΑΑΔ 524, Theodorou ν The Abbot of Kykko Monastery and Others
(1965)1 CLR 9) - η ενάγουσα έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της για αποστολή υπενθυμητικής επιστολής, η οποία και εστάλη στις 22.1.13, ως το Τεκμήριο
  1. Μήτε και αυτή η επιστολή απαντήθηκε (εντός του χρονικού περιθωρίου των δέκα ημερών που δόθηκε συναφώς από μέρους της ενάγουσας προς την εναγομένη), μολονότι παραλήφθηκε από την τελευταία. Με την υπό συζήτησιν επιστολή (Τεκμήριο 12), επήλθε (μετά την παρέλευση τού εκεί οριζομένου χρόνου) και ο τερματισμός της συμφωνίας. Κατ' εκείνον τον χρόνο η αξία του ακινήτου ήταν €8.800.000,
  2. Περί την ίδια περίοδο, η ενάγουσα διαπίστωσε πως είχε αναρτηθεί στο ακίνητο πινακίδα που διαφήμιζε την πώληση του ακινήτου, ως το Τεκμήριο
  3. Όταν η ενάγουσα αντιλήφθηκε τις πραγματικές προθέσεις της εναγομένης και το ότι τούτη θα χρησιμοποιούσε το ακίνητο για σκοπούς κερδοσκοπίας, ή εν πάση περιπτώσει για σκοπούς άλλους από εκείνους που αποτέλεσαν το αντικείμενο της συμφωνίας έδωσε αμέσως οδηγίες προς τους δικηγόρους της για τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της εναγομένης, κάτι που έγινε με την καταχώριση της παρούσας αγωγής στις 12.3.13 και των εκεί εξασφαλισθέντων ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων. Το ότι από τη μέρα της προφορικής συμφωνίας μέχρι την εκπνοή του χρόνου συμμόρφωσης με τους όρους της, παρέρευσε διάστημα τεσσάρων περίπου ετών, δεν δημιουργεί - υπό τις εδώ περιστάσεις και εξηγήσεις που δόθηκαν εκ μέρους της ενάγουσας από τον Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρο (ΜΕ1) (ικανοποιητικές και αληθείς ως ήσαν) - οποιασδήποτε μορφής κώλυμα στην προώθηση της αγωγής μηδέ και αναδεικνύει συνθήκες εγκατάλειψης δικαιώματος, συναίνεσης, συγκατάνευσης από μέρους της ενάγουσας, πόσω δε μάλλον όταν οι υπερασπίσεις αυτές δεν διατυπώνονται ρητώς στην Υπεράσπιση (βλ. κατ' αναλογίαν, Πούρικκος ν Σάββα και Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 507, 515). Ούτε και υποδηλώνεται, ως περιπλέον αφέθη να νοηθεί από την εναγομένη, ότι η παρέλευση του συζητούμενου αυτού χρόνου δείχνει και τούτη προς την κατεύθυνση αποδοχής της εκδοχής της εναγομένης ότι ποτέ δεν υπήρξε (πέραν από τη συμφωνία), όρος σε αυτή περί ανέγερσης Πρεσβείας και Πρεσβευτικής κατοικίας στο ακίνητο. Κάθε άλλο. Εξηγήθηκε η στάση τούτη της ενάγουσας με τρόπο αξιόπιστο, πειστικό και ορθολογικό από τον Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρο (ΜΕ1), στη βάση ότι «.είμεθα μακρόθυμοι έναντι της Ελλάδας. Είμεθα, είμαστε και θα είμαστε. Όταν όμως είδαμε ότι βγήκε σε προσφορές προς πώληση έπρεπε να δράσουμε, διότι αλλοιώνετο ο σκοπός για τον οποίο παραχωρήθηκε η γη προς την Ελληνική Δημοκρατία και εμένα διακαής μου πόθος είναι, να χτιστεί η Πρεσβεία της Ελλάδος όπως το διατύπωσε ο ίδιος ο Κωστής Στεφανόπουλος, ότι η Ελλάδα πρέπει να εκπροσωπείται εδώ με ανάλογο μεγαλοπρεπές κτίριο και να είναι αντάξιο της ιστορίας και του πολιτισμού της Ελλάδος και επιλέξαμε όχι τυχαία τον χώρο εκεί πέρα, γιατί εκεί ήταν οι Πρεσβείες των Μεγάλων Δυνάμεων, της Αμερικής και της Ρωσίας και θεωρείται μια από τις καλύτερες περιοχές της Λευκωσίας. . [Άρα ο λόγος για τον οποίο δεν καταχωρήσα[με] την αγωγή νωρίτερο] . Ήτο η ευαισθησία μας έναντι της μητρός πατρίδος. Ουδέποτε ήθελα, συγγνώμη να ολοκληρώσω, να παρουσιαστώ ενώπιον του Δικαστηρίου ως αντίδικος με την Ελληνική Πολιτεία, τούτο αντίκειται στα πιστεύω μου στα ιδεώδη μου και στην ιστορία και την παράδοση της Ιεράς Μονής Κύκκου, που είναι μια ιστορία θα έλεγα συμπαράταξης με την Ελλάδα, σε όλους τους αγώνες της για την πολυπόθητη ελευθερία και άλλοσπως. . Η Ιερά Μονή Κύκκου ούτε σώζεται ούτε χάνεται με τα 8 δεκάρια, 8 στρέμματα γης που υπάρχουν εκεί, ο σκοπός που προσέφυγα στο Δικαστήριο είναι, να κατοχυρωθεί ότι δεν θα αποξενωθεί η Ελληνική Δημοκρατία το τεμάχιο γης, έναντι του τεμαχίου της Ιεράς Μονής Κύκκου, Άγιος Προκόπιος, αλλά να υλοποιήσει την υπόσχεση όπως είχαμε συμφωνήσει και αυτήν τη στιγμή η Ιερά Μονή Κύκκου εισηγείται, αυτό πιστεύει, να δοθεί μια παράταση που θα τη βρείτε μεταξύ σας οι δικηγόροι αφού μας ενημερώνετε, μια παράταση για να μπορέσει να ανανήψει οικονομικά η Ελληνική Πολιτεία, κυβέρνηση και να υλοποιήσει αυτόν τον στόχο. Είμεθα έτοιμοι να δώσουμε αυτήν την παράταση χρόνου, αλλά με μια έτσι θα έλεγα δέσμευση ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αλλάξει ο σκοπός, ούτε θα απαλλοτριωθεί, ούτε θα πωληθεί αυτό το πράγμα αλλά θα χτιστεί Πρεσβεία της Ελλάδος και πρεσβευτική κατοικία. Δεν είμεθα εδώ για να δυσκολέψουμε την ελληνική κυβέρνηση, αντίθετα είμεθα εδώ για να τη βοηθήσουμε, γιατί γνωρίζουμε πολύ καλά ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι δανειστές, επέβαλαν στην ελληνική κυβέρνηση να προβεί σε εκποίηση, πώληση όλων αυτών των τεμαχίων γης σε διάφορες χώρες και εγώ θέλω να προστατεύσω την ελληνική κυβέρνηση, να μην υποχρεωθεί να πράξει τούτο και ο καλύτερος τρόπος είναι να επανέλθει στη Μονή και να υπογράψουμε και ενώπιον του Δικαστηρίου μια δέσμευση για ένα Α ικανό χρονικό διάστημα, να μην εκποιηθεί αλλά να κρατηθεί για ανέγερση Πρεσβείας της Ελλάδος . το 2009 είχε εκπνεύσει [η προθεσμία για ανέγερση Πρεσβείας και Πρεσβευτικής κατοικίας]. Αυτό αποδεικνύει τα αγνά ελατήρια, τις προθέσεις μας έναντι της Ελλάδος και δεν θα προχωρούσαμε εμείς στα Δικαστήρια, ο σκοπός είναι αυτός, να δεσμεύσουμε τις ελληνικές κυβερνήσεις ότι δεν θα το πουλήσουν αυτό το τεμάχιο γης, αλλά θα το κρατήσουν προς ανέγερση Πρεσβείας της Ελλάδος». Τα ίδια αφορούν (αναλόγως προσαρμοζόμενα) και στα περί μεταβίβασης του ακινήτου προς την εναγομένη άνευ οποιασδήποτε επιφυλάξεως, με τον Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρο (ΜΕ1), να τοποθετείται καθέτως σε αντίστοιχη υποβολή του ευπαίδευτου δικηγόρου της εναγομένης (αναφορικώς και με το γεγονός ότι η επίδικη δικαιοπραξία για το ακίνητο ολοκληρώθηκε χωρίς οποιαδήποτε αίρεση ή άλλη προφορική ή γραπτή συμφωνία), λέγοντας «Σε γραπτή συμφωνώ, αλλά προφορικώς διαφωνώ ριζικότατα, ήταν επί παρουσία και του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Χρυσόστομου του Α΄ και του τέως Υπουργού Εξωτερικών Θεοδώρου Πάγκαλου, ο ίδιος ο Πρόεδρος Κωστής Στεφανόπουλος και ο κύριος Ροδουσάκης. Αδύνατον να αρνηθούν αυτά που σας λέω, αν δεν ήταν η Ελλάδα και ήταν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, ξέρετε τι θα σας έλεγα; Διατυπώστε μου τον όρο απάτη, αλλά τώρα δεν σας επιτρέπω να μου το διατυπώσετε, διότι αντίδικος είναι η Ελλάδα». Η εναγόμενη, αδικαιολογήτως και αναιτιολογήτως παραβίασε τους όρους της συμφωνίας. Από τη στιγμή που αποφάσισε να αποστεί από το σκοπό για τον οποίο παραχωρήθηκε το ακίνητο προς αυτήν από την ενάγουσα, δημιουργήθηκε (όπως και ευθύς εξ αρχής με την επίτευξη της συμφωνίας), προς όφελος της ενάγουσας, εξ επαγωγής (ή εξ ερμηνείας) εμπίστευμα (constructive trust) - με την εναγομένη να καθίσταται τουτέστιν εμπιστευματοδόχος της ενάγουσας - ασχέτως αν η συμφωνία ήταν προφορική (βλ. κατ' αναλογίαν, Ely v Robson
(2016)EWCH Civ 774, Herbert v Doyle and Another
(2010)EWCA Civ 1095, Κληρίδης ν Σταυρίδη
(1998)1(Α) ΑΑΔ 521). Η συμπεριφορά, οι υποσχέσεις και οι διαβεβαιώσεις της εναγομένης προς την ενάγουσα (με την τελευταία να ενεργεί επί αυτών διαφοροποιώντας τη θέση της και προς βλάβη της), κωλύει την εναγομένη από το να ενεργήσει με τρόπο ασύμβατο με τις δεσμεύσεις που έδωσε και ανέλαβε, δίχως το κώλυμα αυτό να απαιτεί εξειδικευμένη δικογράφηση στην Έκθεση Απαίτησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωάννου Γιαννάκης ν Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1522, 1528). Η εναγομένη πλούτισε αδικαιολογήτως από την απόκτηση του ακινήτου και την επέκεινα μέχρι σήμερα διατήρηση της κατοχής του σε βάρος της ενάγουσας σε βαθμό και έκταση που θα ήταν πλέον άδικο να επιτραπεί στην εναγομένη να το διατηρήσει (βλ. κατ' αναλογίαν, Θεοχαρίδης και Άλλων ν Ιωάννου και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1311, 1323). Η ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει την ουσία της απαίτησης της εναντίον της εναγομένης, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Εκδίδεται απόφαση διά της οποίας δηλώνεται πως η εναγομένη κατέχει το ακίνητο εμπιστευματικώς για την ενάγουσα. Εκδίδεται επίσης διάταγμα με το οποίο διατάζεται όπως η εναγομένη - άμα τη καταβολή προς αυτήν από την ενάγουσα ποσού €854.300,72 (£500.000,00), πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 28.5.99 (ως αναφέρεται στην αξίωση (Β) της Έκθεσης Απαίτησης), καθώς και των οποιωνδήποτε μεταβιβαστικών και άλλων τελών που δυνατόν να απαιτηθούν επί τούτω - μεταβιβάσει αμέσως το ακίνητο στο όνομα της ενάγουσας. Το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στην παρούσα αγωγή στις 12.3.13 και οριστικοποιήθηκε την 26.6.13 (σε σχέση με το ακίνητο), θα εξακολουθεί να ισχύει στην ολότητα του (και έτσι διατάζεται), μέχρι την πλήρη εκτέλεση της ανά χείρας απόφασης, εκτός στο βαθμό που οι όροι του ενδιάμεσου αυτού διατάγματος θα πρέπει (πάντοτε με τη σύμφωνη γνώμη της ενάγουσας), να τύχουν εύλογης και ανάλογης αναπροσαρμογής από τους διαδίκους και το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ώστε να καταστεί δυνατή η επιστροφή και μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα της ενάγουσας, ως ανωτέρω διατάχθηκε (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωάννου ν Μανώλη και Άλλων
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1423, 1428-1429, Linmare Shipping Co Ltd ν Boustani
(1981)1 CLR 386, 399-400). Δοσμένων των ως άνω αποδοθεισών θεραπειών υπέρ της ενάγουσας - που ήσαν και εκείνες που στην πραγματικότητα επεδίωξε διά της μαρτυρίας που παρουσίασε αλλά και προώθησε μέσω της αγόρευσης των δικηγόρων της - δεν παρίσταται ανάγκη (ως και εκ του διαζευκτικού τρόπου με τον οποίο δικογραφήθηκαν κάποιες εξ αυτών), να εγκριθεί οποιαδήποτε άλλη από τις ζητούμενες θεραπείες, με την επιπρόσθετη επισήμανση πως έτσι κι αλλιώς με υπόψιν και τη φύση της διαφοράς, τους όρους της συμφωνίας και τη δοθείσα μαρτυρία, ποσώς θα δικαιολογείτο η επιδίκαση επαυξημένων, επιβαρυντικών ή τιμωρητικών αποζημιώσεων εναντίον της εναγομένης έχοντας κατά νουν και το γεγονός πως αυτού του είδους οι αποζημιώσεις επιδικάζονται μόνο σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων ή και σε εκείνες όπου υπάρχει ρητή προς τούτο νομοθετική πρόβλεψη που όμως δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση (βλ. κατ' αναλογίαν, Ξενοφώντος ν Rajab, ΠΕ 169/10, ημ. 26.11.14). Τα έξοδα της υπόθεσης επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή (στην κλίμακα που εμπίπτει η απόφαση) και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.