ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΦΥΡΙΛΛΑ ν. ΜΑΡΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4325/2016, 17/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A267 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4325/2016 Μεταξύ: ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΦΥΡΙΛΛΑ Ενάγοντα και
- ΜΑΡΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
- ΒΑΣΙΛΗ ΜΠΙΣΣΑ Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 3.4.2017 για Διαγραφή της Υπεράσπισης Ημερομηνία: 17 Οκτωβρίου, 2017 Για ενάγοντα-αιτητή : ο ίδιος προσωπικά Για εναγομένους-καθ' ων η αίτηση : κ. Α. Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο ενάγων εξαιτείται Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή (strike out) της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγομένων ως σκανδαλώδους και/ή επιπόλαιης και/ή καταχρηστικής και/ή ενοχλητικής και/ή ως γενικής και αόριστης και/ή ως μη συνάδουσας με τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας και/ή ως μη αποκαλύπτουσας βάση υπεράσπισης και/ή ως εμποδιζόμενης να εγερθεί δυνάμει του δόγματος του αποκλεισμού (estoppel). Διαζευκτικά, εξαιτείται Διάταγμα διαγραφής ολόκληρης της παραγράφου 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης συμπεριλαμβανομένων όλων των υποπαραγράφων αυτής, για τους ίδιους λόγους, καθώς και Διάταγμα διαγραφής των παραγράφων 3-7 της Έκθεσης Υπεράσπισης για τους ίδιους λόγους. Σημειώνεται ότι η Υπεράσπιση συνίσταται από 7 συνολικά παραγράφους. Συνεπώς, στην ουσία το αίτημα αφορά ολόκληρο το δικόγραφο των εναγομένων. Σημειώνεται επιπλέον ότι η αγωγή αφορά διάφορες αξιώσεις του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων δικηγόρων συνεπεία επαγγελματικής αμέλειας στον χειρισμό διαφόρων υποθέσεων του ενάγοντα. Η αίτηση στηρίζεται στις Διαταγές 19, 21, 25, 27, 39, 48 και 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, στους Κανόνες της Επιείκειας, στη νομολογία, στη Δικαστική Πρακτική και στη σύμφυτη εξουσία των Δικαστηρίων. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα, ο οποίος προβάλλει τη θέση ότι η Υπεράσπιση θα πρέπει να διαγραφεί ως μη αναγκαία και σκανδαλώδης και επειδή τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει και καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής και είναι επιπόλαιη και ενοχλητική, καθώς και επειδή οι εναγόμενοι κωλύονται να εγείρουν ορισμένους ισχυρισμούς λόγω της προηγούμενής τους συμπεριφοράς ως δικηγόροι του ενάγοντα σε άλλες αγωγές. Προσθέτει ότι η παράγραφος 2 της Υπεράσπισης αποτελεί γενική και αόριστη άρνηση. Παραθέτει δε αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι οι υποπαράγραφοι (i) - (vii) της παραγράφου 2 της Υπεράσπισης δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και διαστρεβλώνουν την αλήθεια, επισυνάπτοντας τεκμήρια προς τεκμηρίωση των δικών του θέσεων. Όσον αφορά τις παραγράφους 3-7 της Υπεράσπισης, προβάλλει τη θέση ότι περιέχουν γενικές και αόριστες αρνήσεις και ισχυρισμούς, και καταγράφει αναλυτικά τι θεωρεί ο ίδιος ότι θα έπρεπε να περιέχει το δικόγραφο των εναγομένων και ποιες ενέργειές τους θεωρεί ότι θα έπρεπε να εξηγήσουν και να δικαιολογήσουν. Ακολούθως παραθέτει τις δικές του θέσεις και ισχυρισμούς όσον αφορά τα επίδικα γεγονότα, προς στήριξη της θέσης ότι η Υπεράσπιση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν Ένσταση όπου προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους: 1)Η αίτηση είναι άκυρη και/ή παράτυπη εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για διαγραφή μέρους ή ολόκληρης της Υπεράσπισης ως καταχρηστικής, σκανδαλώδους, προκαλούσης δυσμενείς ή/και παραπλανητικές εντυπώσεις. 2)Η Υπεράσπιση των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση, δεν είναι σκανδαλώδης, ούτε επιπόλαιη, ούτε καταχρηστική, ούτε ενοχλητική, ούτε γενική, ούτε αόριστη, ούτε μη συνάδουσα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, ούτε μη αποκαλύπτουσα βάση υπεράσπισης, αλλά σαφώς καθορίζει τα επίδικα θέματα και είναι Συνταγματικό δικαίωμα των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση να προβάλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς στην Υπεράσπισή τους και να υπερασπιστούν τον εαυτό τους με βάση το Άρθρο 30 του Συντάγματος και με βάση το Άρθρο 6 της ΕΣΑΔ. 3)Ο λόγος ένστασης του αιτητή βασιζόμενος στο δόγμα αποκλεισμού δεν έχει νομικό έρεισμα. Περαιτέρω ο αιτητής δεν επεξηγεί τι εννοεί με το δόγμα του αποκλεισμού, ούτε υπάρχει τέτοιο δόγμα γνωστό στον Νόμο. 4) Το άρθρο 30
(3)του Συντάγματος παρέχει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο στα πλαίσια των αστικών του δικαιωμάτων να προβάλει τους δικούς του ισχυρισμούς. Η Υπεράσπιση των καθ' ων η αίτηση δεν περιέχει τα στοιχεία ή/και τις αναφορές που καθορίζει η νομολογία ως σκανδαλώδεις ή/και επιπόλαιες ή/και καταχρηστικές ή/και μη συνάδουσες με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. 5) Σε οποιαδήποτε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης του αιτητή - ενάγοντα, η Υπεράσπιση των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση θα διαγραφεί και τότε θα καθορίζει ο αιτητής τι Υπεράσπιση θα προβάλουν οι εναγόμενοι. 6) Με την Υπεράσπιση των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση ως είχαν κάθε δικαίωμα, καθόρισαν τα επίδικα θέματα που προκύπτουν από την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. 7) Όσα εγείρει ο ενάγων στην αίτησή του δεν συνιστούν νομικά σημεία, τα οποία μπορούν να τύχουν εξέτασης στο πλαίσιο αίτησης διαγραφής, αφού καλεί το Δικαστήριο να προβεί σε αξιολόγηση αντικρουόμενων ισχυρισμών ή/και να προβεί σε ευρήματα επί της ουσίας, κάτι που μόνο στο πλαίσιο ακροαματικής διαδικασίας μπορεί να γίνει. 8) Οι λόγοι διαγραφής που εγείρει ο αιτητής ή/και η βάση των ισχυρισμών του ή/και τα γεγονότα στα οποία βασίζεται δεν είναι ξεκάθαρα χωρίς τη λήψη μαρτυρίας και την αξιολόγησή της στο πλαίσιο ακροαματικής διαδικασίας. 9) Τέτοιας φύσεως αιτήσεις δεν προσφέρονται για να ακούσει ή/και να εξετάσει το Δικαστήριο μαρτυρία επί της ουσίας ή/και επί των ουσιαστικών γεγονότων της υπόθεσης. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 2, εκ μέρους και του εναγομένου 1, στην οποία τονίζει ότι ο ενάγων στην αίτηση και στην ένορκη δήλωσή του παραθέτει γεγονότα και στοιχεία που συνιστούν μαρτυρία επί της ουσίας της υπόθεσης και δη την εκδοχή του αιτητή επί των αμφισβητούμενων γεγονότων. Με αυτόν τον τρόπο καλεί ουσιαστικά το Δικαστήριο να αποφασίσει όχι τη διαγραφή της Υπεράσπισης όπως επιτρέπουν οι θεσμοί για σκανδαλώδεις ισχυρισμούς, αλλά να αξιολογήσει το πιστευτό ή όχι των ισχυρισμών που περιέχονται στην Υπεράσπιση, δηλαδή να προβεί σε αξιολογική κρίση μαρτυρίας χωρίς να ακούσει μαρτυρία. Επισημαίνει ότι οι εναγόμενοι διαφωνούν με τον τρόπο που παρουσιάζει ο ενάγων τα γεγονότα και ότι ένα δικόγραφο δεν είναι ενοχλητικό απλώς επειδή οι ισχυρισμοί που περιέχει δυνατόν να αποδειχθούν τελικά αναληθείς ή επειδή τα νομικά σημεία που εγείρονται μπορεί να αποδειχθούν ανεφάρμοστα ή να απορριφθούν στο τέλος της υπόθεσης. Θεωρεί ότι ο αιτητής στην ουσία ζητά τη διαγραφή της Υπεράσπισης καθότι η θέση του είναι ότι δεν ανταποκρίνεται στα κατ' ισχυρισμόν του αιτητή πραγματικά γεγονότα και παραθέτει μαρτυρία με τεκμήρια για να υποστηρίξει ότι η δική του εκδοχή στην αγωγή είναι αληθής. Προσθέτει ότι οι εναγόμενοι έχουν συνταγματικό δικαίωμα να παραθέσουν την Υπεράσπισή τους από τη στιγμή που αυτή δεν είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα ούτε προσπαθεί να προκαταβάλει αρνητικά το Δικαστήριο και η προσπάθεια του αιτητή να διαγράψει μέρος ή/και όλη την Έκθεση Υπεράσπισης απολήγει στη στέρηση του δικαιώματος των εναγομένων να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους ενώπιον Δικαστηρίου και ανάλογα να γίνουν αποδεκτοί ή να απορριφθούν. Σύμφωνα δε με τον εναγόμενο 2, το γεγονός ότι ο αιτητής δεν αποδέχεται τους ισχυρισμούς ή/και θέσεις των εναγομένων επειδή ο ίδιος έχει διαφορετική αντίληψη των γεγονότων δεν συνιστά λόγο διαγραφής δικογράφου ή μέρους αυτού. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Τόσο ο ενάγων-αιτητής όσο και ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Σύμφωνα με τη Διαταγή 19 θ.4, κάθε δικόγραφο θα περιέχει, και θα περιέχει μόνο, μια έκθεση σε συνοπτική μορφή των ουσιαστικών (material) γεγονότων στα οποία ο διάδικος βασίζεται για την υποστήριξη της απαίτησης ή της Υπεράσπισής του, αναλόγως, αλλά όχι τη μαρτυρία με την οποία σκοπεύει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Η έννοια του ουσιαστικού (material) συσχετίζεται εδώ με ό,τι είναι απαραίτητο (βλ. Bruce v. Odhams Press Ltd [1936] 1 Κ.Β. 697, 712). Ο θεσμός 26 της Διαταγής 19 προσθέτει πως το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο τα οποία μπορούν να θεωρηθούν μη αναγκαία ή σκανδαλώδη ή που τείνουν να προκαταβάλουν, περιπλέξουν ή καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της αγωγής. Δηλαδή, η Δ.19 θ. 26 επιτρέπει τη διαγραφή μέρους δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής, και έχει ως κύριο σκοπό τη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά κανόνα δεν πρέπει το Δικαστήριο να υπαγορεύει στους διαδίκους πώς να διατυπώνουν τα δικόγραφά τους. Ο κανόνας αυτός όμως υπόκειται στον περιορισμό ότι οι διάδικοι δεν πρέπει να παραβιάζουν τους κανόνες που διέπουν τη σύνταξη δικογράφων. Όπως αποφασίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Knowles v. Roberts, 38 Ch.D.263, αν κάποιος διάδικος εισαγάγει δικόγραφο το οποίο είναι αχρείαστο και τείνει να παραβλάψει, να δυσχεράνει ή να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής, τότε είναι δικόγραφο πέραν των δικαιωμάτων του. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει τη διαγραφή δικογράφων αναμφίβολα θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και επέμβαση γίνεται μόνο όπου υπάρχει πρόδηλη παράβαση των κανόνων δικογράφησης. Στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685 λέχθηκε ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Η πεμπτουσία, όπως αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση, είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Περαιτέρω, τονίστηκε ότι η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο, και αν παρεισφρήσει πρέπει να διαγραφεί (βλ. επίσης Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. ν. Davies [1938] 1 Κ.Β. 196, 207). Πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη ότι η διαγραφή δικογράφου και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο πρέπει να υιοθετείται μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις, διαφορετικά η διαγραφή θα επηρέαζε την ευχέρεια πρόσβασης στο Δικαστήριο και τα Συνταγματικά δικαιώματα διαδίκου (βλ. In Re Pelmako Development
(1991)1 A.A.Δ. 246). Δεν είναι ο κάθε αχρείαστος ισχυρισμός ο οποίος θα προκαλέσει την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Ένας ισχυρισμός ο οποίος είναι μεν αχρείαστος αλλά κατά τα άλλα είναι αβλαβής, δεν θα διαγραφεί. Αν όμως εντελώς επουσιώδη θέματα καταγράφονται με τέτοιο τρόπο που ο άλλος διάδικος θα πρέπει να απαντήσει σε αυτά, και προκαλούνται έτσι έξοδα, ταλαιπωρία και καθυστέρηση, τότε δικαιολογείται η διαγραφή των ισχυρισμών (βλ. The Annual Practice 1958 σελ. 477 και 478). Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd κ.α. ν. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787 λέχθηκαν τα εξής απολύτως σχετικά: «Σύμφωνα με το Annual Practice 1960, σελ. 478-479 οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής" ("tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action"), έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια. Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιό μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιό αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις». (η υπογράμμιση δική μου). Η δε Διαταγή 27
(3)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία επίσης βασίζεται η αίτηση (εφόσον ζητείται διαζευκτικά η διαγραφή ολόκληρης της Υπεράσπισης) προνοεί τα εξής : «3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just». Συναφώς, επαναλαμβάνω αυτό που αναφέρθηκε στην In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, η οποία αφορούσε αίτηση για διαγραφή της αίτησης για εκκαθάριση ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, επιπόλαιη και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και ως αποτελούσα κατάχρηση της διαδικασίας, με βάση τις Διαταγές 19 θ. 26 και 27 θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ήτοι ότι κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Υποδεικνύεται επίσης ότι το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή/παραμερισμός, αξιολογείται με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. Δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων. Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ. Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, τότε το απλό γεγονός ότι η απαίτηση ή η υπεράσπιση, ανάλογα με την περίπτωση, είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (βλ. Annual Practice 1960, σελ. 575 και Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1Γ Α.Α.Δ 1852). Πέραν της εξουσίας που παρέχουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, όταν ένα δικόγραφο είναι υπερβολικά μακροσκελές χωρίς να δικαιολογείται από τα γεγονότα της υπόθεσης και με τον τρόπο αυτό προκαλεί σύγχυση και δυσχέρεια στην άλλη πλευρά η οποία θα πρέπει να απαντήσει και αναπόφευκτα θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, η καταχώριση του εν λόγω δικoγράφου μπορεί να προσλάβει μορφή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο έχει, σε τέτοιες περιπτώσεις, σύμφυτη εξουσία να παρέμβει (βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 448, 477 και Hill v. Hart-Davis 26 Ch.D. 470). Κατάχρηση της διαδικασίας αποτελεί και η χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς. Παρομοίως, το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να διαγράψει δικόγραφο το οποίο είναι κακόβουλο και καταπιεστικό ή επιπόλαιο (vexatious and oppressive / frivolous - βλ. Charles Oxford Ltd v. Gonshaw Ltd [1948] 2 All E.R. 229, Bullen & Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th ed., p.145). Η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, όμως, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διατυπώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Έχοντας κατά νουν τις πιο πάνω αρχές και όσα υποστηρίχθηκαν από τις δύο πλευρές, εξέτασα προσεκτικά το υπό κρίση δικόγραφο. Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι δεν διαφαίνεται να προσκρούει σε οποιονδήποτε από τους κανόνες που διέπουν τη σύνταξη και διατύπωση δικογράφων. Η Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων περιέχει τις θέσεις αυτών επί των επίδικων και αμφισβητούμενων γεγονότων, σε απάντηση των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης. Οι εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και παραθέτουν τα γεγονότα που ισχυρίζονται οι ίδιοι ότι ισχύουν. Με την επίδικη αίτηση, αυτό που στην ουσία επιζητεί ο ενάγων είναι να εξετάσει το Δικαστήριο την ουσία της υπόθεσης, να αποφανθεί ότι είτε ολόκληρη η Υπεράσπιση είτε η παράγραφος 2 (i)-(vii) και οι παράγραφοι 3-7 «δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα» και να τη διαγράψει είτε ολόκληρη είτε τις εν λόγω παραγράφους (δηλαδή στην ουσία και πάλιν ολόκληρη η Υπεράσπιση, εφόσον αυτή αποτελείται από 7 συνολικά παραγράφους). Παραθέτει δε με την ένορκη δήλωσή του αναλυτικά τις θέσεις του επί της ουσίας της υπόθεσης και τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι ευσταθεί η απαίτησή του και δεν θα πρέπει να γίνουν αποδεκτές οι θέσεις των εναγομένων στην Υπεράσπισή τους, επισυνάπτοντας ως Τεκμήρια σωρεία εγγράφων προς τεκμηρίωση των δικών του θέσεων. Εν τούτοις, είναι παντελώς ανεπίτρεπτο και αντινομικό να εξετάσει και να αξιολογήσει το Δικαστήριο τις αντικρουόμενες θέσεις των δύο πλευρών και σχετική μαρτυρία σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, και να αποφανθεί επί των αμφισβητούμενων γεγονότων. Το Δικαστήριο θα εκδικάσει την ουσία της διαφοράς με τον ενδεδειγμένο τρόπο στο κατάλληλο, τελικό στάδιο. Σε καμία περίπτωση δεν τίθεται θέμα διαγραφής της Υπεράσπισης ή μέρους αυτής, στη βάση του ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται σε αυτή δεν ανταποκρίνονται στα όσα επικαλείται η άλλη πλευρά. Σε καμία περίπτωση δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας και/ή αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, στο παρόν στάδιο και στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, η οποία κρίνεται με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του δικογράφου του οποίου ζητείται διαγραφή, και ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. Ούτε και έχει τεθεί κάποιο παραδεκτό υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο θα ήταν σε θέση να κρίνει κατά πόσο η προβληθείσα Υπεράσπιση είναι αναντίλεκτα ανυπόστατη. Η κάθε πλευρά έχει παραθέσει με τα δικόγραφά της τις δικές τις θέσεις, και το Δικαστήριο θα εκδικάσει την ουσία της διαφοράς κατά την ακρόαση της αγωγής. Έχοντας εξετάσει το συγκεκριμένο δικόγραφο με βάση τις πιο πάνω αναφερόμενες αρχές, θεωρώ ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι αδιαμφισβήτητα στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Τυχόν έγκριση της αίτησης και διαγραφή του επίδικου δικογράφου για τους λόγους που εισηγείται ο ενάγων-αιτητής, ήτοι επειδή τα όσα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι στο δικόγραφό τους αποτελούν διαστρέβλωση της αλήθειας και τα πραγματικά γεγονότα είναι ως οι ισχυρισμοί του ενάγοντα, θα εξυπάκουε και θα ισοδυναμούσε με εις βάθος εξέταση των δικογράφων των δύο πλευρών, την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την αποδοχή των θέσεων της μίας πλευράς, πράγμα παντελώς ανεπίτρεπτο στο παρόν στάδιο. Ειδικότερα όσον αφορά τη θέση ότι μεγάλα μέρη της Υπεράσπισης αποτελούν μια γενική και αόριστη άρνηση και δεν αντικρούονται τα γεγονότα της Έκθεσης Απαίτησης, σημειώνω ότι όπου ένα δικόγραφο δεν παρέχει στον αντίδικό του τις λεπτομέρειες στις οποίες δικαιούται για να μπορεί να απαντήσει σε κάποιον ισχυρισμό, παρέχεται θεραπεία με την υποβολή αίτησης για λεπτομέρειες και όχι με την υποβολή αίτησης για διαγραφή. Άλλωστε, στην προκειμένη περίπτωση δεν διαφαίνεται να τίθεται τέτοιο ζήτημα, εφόσον ο ενάγων έχει ήδη καταχωρίσει Απάντηση στην Υπεράσπιση, όπου τοποθετείται επί των ισχυρισμών της Υπεράσπισης. Αναφορικά με τη θέση ότι οι εναγόμενοι εμποδίζονται να εγείρουν ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης «δυνάμει του δόγματος του αποκλεισμού (estoppel)» λόγω προηγούμενης συμπεριφοράς τους ως δικηγόροι του ενάγοντα σε άλλες αγωγές, σημειώνω ότι εάν ένας ενάγων επιθυμεί να εγείρει κάποιο ζήτημα κωλύματος (estoppel), δύναται να το πράξει με δικό του δικόγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων έχει ήδη καταχωρίσει Απάντηση στην Υπεράσπιση όπου προβάλλει τις θέσεις του σε απάντηση των ισχυρισμών των εναγομένων στην Υπεράσπιση. Ο ενάγων-αιτητής δεν έχει καταδείξει στο πλαίσιο της παρούσας αίτησής του ότι υπάρχει κάποιο «δόγμα αποκλεισμού» που να απαγορεύει σε εναγόμενο να προβάλει στο δικόγραφό του τις θέσεις του επί των επίδικων και αμφισβητούμενων θεμάτων. Όσον αφορά τα όσα προβάλλει ο ενάγων-αιτητής σε σχέση με το τι θεωρεί ο ίδιος ότι θα έπρεπε να περιέχει η Υπεράσπιση των εναγομένων, αλλά και γενικότερα όσον αφορά όλα όσα έχουν προβληθεί για να υποστηρίξουν τη θέση ότι η Έκθεση Υπεράσπισης είναι μη αναγκαία και σκανδαλώδης, επιπόλαιη, ενοχλητική, γενική, αόριστη και τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει και καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής, σημειώνω ότι αποτελεί Συνταγματικό δικαίωμα του κάθε εναγομένου να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχει ήδη αναφερθεί ότι το δικόγραφο των εναγομένων δεν φαίνεται να παραβιάζει τους κανόνες που διέπουν τη σύνταξη δικογράφων. Τα όσα δικογραφούνται στην Υπεράσπιση των εναγομένων είναι οι δικοί τους ισχυρισμοί, οι οποίοι είναι σχετικοί με τα επίδικα θέματα και αναγκαίοι για να δύνανται να προωθήσουν τις θέσεις τους στη δίκη, χωρίς να προκαταβάλλεται, να περιπλέκεται ή να καθυστερείται η όλη εκδίκαση της υπόθεσης. Αυτό που ενδεχομένως θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δυσχεραίνει και καθυστερεί την όλη διαδικασία είναι η καταχώριση, από μέρους του ενάγοντα, παντελώς αβάσιμης αίτησης για το πολύ εξαιρετικό μέτρο της διαγραφής του δικογράφου της άλλης πλευράς. Με βάση όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα - αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο