← Κύπρος

ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΤΟΦΑΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4547/2015, 19/10/2017

ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΤΟΦΑΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4547/2015, 19/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A275 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4547/2015 Μεταξύ: ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ Ενάγοντα και ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΤΟΦΑΡΟΥ Εναγόμενου ----------------------- Αίτηση του Εναγόμενου ημερομηνίας 16.3.2017 για Άδεια Καταχώρησης Συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων και Αντεξέτασης 19 Οκτωβρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο / Αιτητή: κ. Χατζή Χριστοφής δια Μάμας Χατζή Χριστοφής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντα / Καθ' ου η Αίτηση: κ. Παπαθεοδώρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των προς απόφαση ζητημάτων, παραθέτω ένα σύντομο ιστορικό της αγωγής. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, είχε συμφωνήσει προκαταρτικά με τον Εναγόμενο να αγοράσει μετοχές του τελευταίου σε ιδιωτική εταιρία. Είχε καταβάλει ως προκαταβολή ποσό €15.000, με την προϋπόθεση ότι εάν δεν κατέληγαν οι μεταξύ τους διαβουλεύσεις για την ολοκλήρωση της αγοράς των μετοχών, το ποσό αυτό θα ήταν επιστρεπτέο. Αξίωνε με την αγωγή την επιστροφή από τον Εναγόμενο του ποσού των €15.000 ένεκα του ότι η αγοραπωλησία των μετοχών δεν ολοκληρώθηκε. Σύμφωνα με το φάκελο του Δικαστηρίου, στις 22.10.2015 εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το εν λόγω ποσό, ένεκα της παράλειψης του τελευταίου να εμφανιστεί στη διαδικασία. Ακολούθησε η καταχώρηση από τον Ενάγοντα αίτησης έρευνας εναντίον του Εναγόμενου στις 14.4.
  2. Μετά την επίδοση της αίτησης έρευνας στον Εναγόμενο, αυτός καταχώρησε αίτηση παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης, στα πλαίσια της οποίας υποστήριξε ότι κατά το χρόνο επίδοσης προς αυτόν του κλητηρίου εντάλματος αντιμετώπιζε διάφορα ιατρικά προβλήματα και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή που δεν του επέτρεπε να αντιληφθεί τις συνέπειες της επίδοσης και τις ενέργειες στις οποίες έπρεπε να προβεί για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Επί της ουσίας της αγωγής υποστήριξε ότι η μεταβίβαση των μετοχών είχε ουσιαστικά διενεργηθεί, ότι ο Ενάγοντας ενεργούσε ως ο μοναδικός κύριος των εν λόγω μετοχών και συνεπώς δεν δικαιούται να διεκδικεί την επιστροφή του ποσού των €15.
  3. Επιπρόσθετα υποστηρίζει ότι το συμφωνημένο τίμημα αγοράς των μετοχών ήταν μεγαλύτερο και ότι ο Ενάγοντας δεν του έχει καταβάλει το υπόλοιπο για το οποίο προτίθεται να εγείρει ανταπαίτηση. Ο Ενάγοντας ήγειρε ένσταση στον παραμερισμό της απόφασης. Στην ένορκή του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αμφισβητεί, μεταξύ άλλων, το λόγο που προβάλλεται από τον Εναγόμενο για την παράλειψή του να εμφανιστεί στην αγωγή, τα ιατρικά προβλήματα που αυτός επικαλείται, αμφισβητεί ότι διενεργήθηκε η μεταβίβαση των μετοχών, ενώ αρνείται επίσης ότι οφείλει ο ίδιος οποιοδήποτε ποσό στον Εναγόμενο. Ακολούθησε η καταχώρηση από τον Εναγόμενο της υπό κρίση Αίτησης με την οποία ζητά να του επιτραπεί η καταχώρηση δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προς απάντηση ισχυρισμών που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του Ενάγοντα. Ζητά επίσης διάταγμα που να επιτρέπει την αντεξέταση του Ενάγοντα επί του περιεχομένου συγκεκριμένων παραγράφων της ένορκής του δήλωσης. Οι δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που επιδιώκεται να καταχωρηθούν θα ανήκουν στον ίδιο τον Εναγόμενο καθώς και σε κάποιο κ. Χαράλαμπο Φωκά, υπάλληλο της εταιρείας στην οποία ανήκουν οι επίδικες μετοχές. Μέσω των δύο αυτών ενόρκων δηλώσεων ουσιαστικά επιδιώκεται η διόρθωση τυπογραφικών - όπως αναφέρεται - λαθών σε κάποια σημεία της αρχικής ένορκης δήλωσης, η αντίκρουση της αμφισβήτησης της ιατρικής κατάστασης του Εναγόμενου, η αντίκρουση της θέσης του Ενάγοντα ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού και η παρουσίαση μαρτυρίας που να ενισχύει την αρχική θέση ότι ο Ενάγοντας ενεργούσε ως κύριος και ιδιοκτήτης των επίδικων μετοχών. Στα πλαίσια της ακρόασης της Αίτησης οι συνήγοροι της κάθε πλευράς υποστήριξαν τα εκατέρωθεν επιχειρήματά τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Ξεκινώντας με το αίτημα για άδεια καταχώρησης των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, σημειώνω ότι αυτό εδράζεται στη Δ.48 4

(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων «για καλό λόγο». Οι γενικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας έχουν αναλυθεί στη νομολογία από την οποία αντλώ καθοδήγηση[1]. Συνοψίζοντας τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία, σημειώνω ότι το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στις κατάλληλες περιπτώσεις, δηλαδή στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο αιτητής καταδεικνύει ότι συντρέχει «καλός λόγος» για την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το τι συνιστά «καλό λόγο» δεν μπορεί να προσδιοριστεί κατά τρόπο γενικό, αλλά εξαρτάται από τη φύση της κυρίως αίτησης στα πλαίσια της οποία υποβάλλεται το αίτημα, από τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης και την αιτιολόγηση που προβάλλει ο αιτητής. Στην παρούσα περίπτωση, η υπό κρίση Αίτηση υπεβλήθη στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ένεκα της παράλειψης του Εναγόμενου να εμφανιστεί στη διαδικασία. Χωρίς να χρειάζεται να γίνει στο στάδιο αυτό ειδική αναφορά, έχω κατά νου τους παράγοντες που πρέπει να λάβει υπόψη το Δικαστήριο όταν εξετάζει μια αίτηση για παραμερισμό απόφασης στα πλαίσια της Δ.17 θ.10[2]. Συνοπτικά, απόφαση που εκδόθηκε ένεκα της παράλειψης εναγόμενου να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης δύναται να παραμεριστεί εφόσον ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπήρχαν λόγοι που δικαιολογούσαν την παράλειψή του να εμφανιστεί, αλλά και ότι διαθέτει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Καίριο επομένως ερώτημα στην παρούσα περίπτωση είναι εάν εξυπηρετούνται οι άμεσες ανάγκες της αίτησης παραμερισμού με το να επιτραπεί η καταχώρηση των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να εξεταστεί εάν έχει καταδειχθεί «καλός λόγος» για την καταχώρησή τους. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση παραμερισμού και την ένσταση του Ενάγοντα στην αίτηση εκείνη. Έχω επίσης μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την παρούσα Αίτηση και αντίστοιχη ένσταση, καθώς και το περιεχόμενο των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων των οποίων επιδιώκεται η καταχώρηση. Όπως έχω ήδη αναφέρει, με τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις επιχειρείται να αντικρουστούν αναφορές στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα στα πλαίσια της ένστασής του στην αίτηση παραμερισμού. Σταθμίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι η μαρτυρία που ο Εναγόμενος επιχειρεί να προσκομίσει μέσω των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων συνδέεται άμεσα με τους σκοπούς της κυρίως αίτησης, ήτοι της αίτησης παραμερισμού. Ειδικότερα, η επιπρόσθετη αυτή μαρτυρία είναι άμεσα σχετική με την υπεράσπιση που υποστηρίζει ότι διαθέτει στην ουσία της αγωγής και με τη θέση του ότι δεν καθυστέρησε στην προσπάθειά του για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Σε περίπτωση που δεν επεδίωκε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η μαρτυρία του Ενάγοντα, όπως αποτυπώνεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένστασή του στην αίτηση παραμερισμού, θα παρέμενε χωρίς αμφισβήτηση. Με δεδομένα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι ο Εναγόμενος / Αιτητής έχει καταδείξει καλό λόγο ώστε να δικαιολογείται η παροχή άδειας για καταχώρηση των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Επομένως η αντίστοιχη προϋπόθεση της Δ.48 θ. 4
(2)πληρείται. Στρέφομαι στο αίτημα του Εναγόμενου για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης του Ενάγοντα επί συγκεκριμένων παραγράφων της ένορκής του δήλωσης. Η ουσιαστική δικονομική βάση αυτού του αιτήματος είναι η Δ.39 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών η οποία προνοεί ότι: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination.» Προκύπτει από το λεκτικό της συγκεκριμένης διάταξης ότι η απόφαση κατά πόσο ή όχι θα επιτραπεί η αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου[3]. Η Δ.39 δεν καθορίζει τα κριτήρια με βάση τα οποία εξασκείται η διακριτική αυτή ευχέρεια. Βοηθητική είναι η ανάλυση στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418 - 419, παρ. 878 όπου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «.The Court. will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay, or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.» Επιπρόσθετα, η νομολογία καθορίζει ότι το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης υπόθεσης και διαδικασίας[4]. Στην παρούσα περίπτωση, το αίτημα για αντεξέταση υποβλήθηκε στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην. Έχω αναφερθεί πιο πάνω στους παράγοντες που είναι σχετικοί κατά την εξέταση μια αίτησης αυτής της φύσης. Συνυπολογίζω περαιτέρω ότι έχει ήδη επιτραπεί στον Εναγόμενο να καταχωρήσει δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού. Αντεξέταση ενόρκως δηλούντα επιτρέπεται μόνο εάν εξυπηρετεί άμεσα τις ανάγκες της κυρίως αίτησης. Στην παρούσα υπόθεση, στα πλαίσια της εκδίκασης της κυρίως αίτησης το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει, μεταξύ άλλων, εάν ο Εναγόμενος διαθέτει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Όμως δεν θα επεκταθεί στο να αποφασίσει θέματα αξιοπιστίας μαρτύρων, δεν θα προβεί σε διαπιστώσεις και ευρήματα σε σχέση με αμφισβητούμενα γεγονότα και δεν πρέπει να επιτρέψει στην αίτηση παραμερισμού να μετατραπεί σε δίκη επί της ουσίας. Με γνώμονα τα πιο πάνω, και έχοντας μελετήσει το περιεχόμενο των παραγράφων της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα επί των οποίων ζητείται η αντεξέτασή του, κρίνω ότι η αντεξέταση δεν θα ήταν ωφέλιμη και θα υποβοηθούσε το έργο του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης. Διακρίνω ότι τα όσα επιδιώκει ο Εναγόμενος μέσω της αντεξέτασης, καλύπτονται επαρκώς με τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που θα καταχωρήσει. Ως αποτέλεσμα, η Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Β της Αίτησης. Οι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις να καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος, το οποίο να ζητηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα. Σε σχέση με τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, παρά το ότι αυτή έχει επιτύχει μερικώς, κρίνω ορθό όπως ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης παραμερισμού και εκδίδεται αντίστοιχη διαταγή. (Υπ.) .................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά, A. Messios & Sons Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 195, Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 979, Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 510 [2] Ενδεικτικά Merkis General Bonded Warehouse v Yiannoukas Holiday Inns Limited κα
(1994)1 Α.Α.Δ. 736 [3] Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 A.A.Δ. 1660 [4] Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοϊζου
(2008)1 Α.Α.Δ. 280 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.