ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 6022/2016, 5/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A246 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6022/2016 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες και ΜΑΡΙΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ Εναγόμενος 5 Οκτωβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο/Αιτητή: κα Χρ. Πλαστήρα Για Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Ραφαήλ δια Γλαύκος Ν. Ραφαήλ & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση του εναγόμενου ημερομηνίας 13.4.2017 για παραμερισμό απόφασης Με την υπό κρίση αίτηση ο Εναγόμενος/Αιτητής ζητά τον παραμερισμό απόφασης ημερομηνίας 28.2.2017 που εκδόθηκε εναντίον του και υπέρ των Εναγόντων/Καθ΄ων η Αίτηση ένεκα της παράλειψης του να εμφανιστεί στη διαδικασία ή, διαζευκτικά, οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία ήθελε διατάξει το Δικαστήριο. Παρενθετικά αναφέρω ότι, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης και το φάκελο του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες είχαν συνάψει συμφωνία ενοικιαγοράς με τον Εναγόμενο σε σχέση με ένα όχημα μάρκας BMW G30 Convertible με αριθμό εγγραφής KWQ
- Η συμφωνία τερματίστηκε λόγω παράβασης των όρων της από τον Εναγόμενο. Ένεκα της μη εμφάνισης του Εναγόμενου στην αγωγή, εκδόθηκε απόφαση εναντίον του για τα ποσά που οι Ενάγοντες διεκδικούσαν σε ληγμένα και μη ληγμένα ενοίκια καθώς και διάταγμα παράδοσης και εκποίησης του επίδικου οχήματος. Η ουσιαστική δικονομική βάση της αίτησης είναι η Δ.17 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου. Πολύ συνοπτικά, σύμφωνα με την ένορκη του δήλωση, την ίδια μέρα που του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής, του επιδόθηκε και το κλητήριο ένταλμα της αγωγής 6021/2016 η οποία είχε επίσης καταχωρήθηκε εναντίον του από τους Ενάγοντες. Ο ίδιος θεώρησε ότι τα δύο κλητήρια εντάλματα αφορούσαν την ίδια αγωγή. Παρέδωσε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής 6021/2016 στη δικηγόρο του η οποία και καταχώρησε εκ μέρους του σημείωμα εμφάνισης, όμως δεν συνέβη το ίδιο και με το κλητήριο ένταλμα της παρούσας. Συνεχίζει λέγοντας ότι ενημερώθηκε για πρώτη φορά για την έκδοση της απόφασης εναντίον του στην παρούσα αγωγή όταν του παραδόθηκε αντίγραφο από τους Ενάγοντες στις 28.3.
- Αμέσως ενημέρωσε σχετικά την δικηγόρο του η οποία μετά από έρευνα που διενήργησε στο φάκελο της αγωγής, προχώρησε στην ετοιμασία και καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης στις 13.4.
- Σε σχέση με την απαίτηση των Εναγόντων εναντίον του, ο Εναγόμενος υποστηρίζει ότι στο αξιούμενο ποσό, για το οποίο τελικά είχε εκδοθεί απόφαση, συμπεριλαμβάνονται αυθαίρετες χρεώσεις και ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο χρεωνόταν με επιτόκιο πέραν του συμβατικού. Οι Ενάγοντες ήγειραν ένσταση στον αιτούμενο παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν περιλαμβάνουν το ότι ο Εναγόμενος δεν δικαιολογεί επαρκώς την παράληψη του να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή εντός της καθορισμένης προθεσμίας, ότι η προώθηση της αίτησης συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και ότι ο Εναγόμενος δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστήριζαν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα ενώ οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τα εκατέρωθεν επιχειρήματα τους σε γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει. Η Δ.17 Θ.10 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τα εξής: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary any such judgement upon such terms as may be just.» Αιτήσεις παραμερισμού απόφασης χωρίζονται σε δύο «κατηγορίες». Η πρώτη αφορά περιπτώσεις όπου η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο δεν έγινε με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η απόφαση δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί και επομένως ένας εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justitiae) δικαιούται σε παραμερισμό της[1]. Η δεύτερη αφορά περιπτώσεις όπου η επίδοση έγινε κανονικά αλλά συντρέχουν άλλοι λόγοι για τους οποίους κρίνεται κατάλληλο όπως η εκδοθείσα απόφαση παραμεριστεί ή τροποποιηθεί. Στην παρούσα περίπτωση δεν εντοπίζω οποιαδήποτε αντικανονικότητα ή ελάττωμα στην επίδοση. Σημειώνω εξ άλλου ότι και ο ίδιος ο Εναγόμενος παραδέχεται την επίδοση της αγωγής προς αυτόν. Προχωρώ επομένως να εξετάσω κατά πόσο, με γνώμονα τις αρχές της νομολογίας, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Οι παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη αποφασίζοντας πως θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια σε αιτήσεις αυτής της φύσης έχουν αναλυθεί εκτενώς και σε σωρεία αποφάσεων τόσο Κυπριακών όσο και Αγγλικών Δικαστηρίων[2]. Θα αναφερθώ ενδεικτικά στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v Yiannoukas Holiday Inns Limited κα
(1994)1 Α.Α.Δ. 736 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την Αγγλική υπόθεση Evans v Barthlam
(1937)2 All E.R. 646 και συνόψισε τις αρχές που προκύπτουν από την νομολογία ως εξής: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεση.» Σημαντικός επίσης παράγοντας τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να προσμετρήσει στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας είναι η ανάγκη για ταχεία απονομή δικαιοσύνης και για τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων[3]. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται ξεκάθαρα στους ώμους του Αιτητή ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχει καθορίσει η νομολογία ώστε η διακριτική του ευχέρεια να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος. Στην παρούσα υπόθεση, εξετάζω αρχικά κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει καταδείξει ότι υπήρχε σοβαρή και εύλογη αιτία για το ότι δεν εμφανίστηκε στην αγωγή. Όπως έχω ήδη αναφέρει, πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος επιδόθηκε δεόντως στον Εναγόμενο στις 10.1.2017 και αυτός όφειλε εντός της καθορισμένης προθεσμίας να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, πράγμα που δεν έπραξε. Σύμφωνα με την εκδοχή του αυτό οφείλεται σε αβλεψία και αθώο λάθος. Αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι ταυτόχρονα με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής του είχε επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα και δεύτερης αγωγής, της 6021/2016 με τα ίδια μέρη (Τεκμήριο 2 στην ένορκη του δήλωση). Ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για δύο διαφορετικά δικόγραφα. Παρέδωσε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής 6021/2016 στη δικηγόρο του η οποία καταχώρησε εκ μέρους του εμφάνιση (Τεκμήριο 3 στην ένορκη του δήλωση), όμως δεν συνέβη το ίδιο και με την παρούσα αγωγή. Φαίνεται ότι η πρώτη σελίδα του κλητηρίου εντάλματος των δύο αγωγών, με εξαίρεση τον αριθμό της αγωγής και την κλίμακα) είναι πανομοιότυπη. Και οι δύο αγωγές έχουν τα ίδια μέρη και καταχωρήθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την ίδια μέρα. Φαίνεται επίσης ότι στην αγωγή 6021/2016 πράγματι καταχωρήθηκε εμφάνιση εκ μέρους του μετά την επίδοση. Ενόψει αυτών διακρίνω ότι ο Εναγόμενος, έστω και αν η συμπεριφορά του ήταν αφελής ή και απρόσεκτη, δικαιολογεί επαρκώς την παράληψη του να εμφανιστεί στη διαδικασία. Πέραν τούτου, σύμφωνα με τα όσα ο Εναγόμενος αναφέρει, η εκδοθείσα απόφαση ήρθε σε γνώση του στις 28.3.2017 και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε περί τις 2 εβδομάδες μεταγενέστερα. Δεν εντοπίζω επομένως αδικαιολόγητη ολιγωρία ή υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Επιπρόσθετα, δεν εντοπίζω σημεία ή ενδείξεις κακοπιστίας από μέρους του Εναγόμενου στην καταχώρηση και προώθηση της υπό κρίση αίτησης. Προχωρώντας, πρωταρχικής σημασίας σε αιτήσεις αυτής της φύσης είναι το κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει καταδείξει ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής[4]. Όπως προκύπτει τόσο από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου όσο και από την γραπτή αγόρευση της συνηγόρου του, ο Εναγόμενος δεν αμφισβητεί καθόλου τη σύναψη της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει αφορούν χρεώσεις που γίνονταν στον λογαριασμό για τις οποίες υποστηρίζει ότι δεν είχαν έρεισμα στη συμφωνία καθώς και ότι γίνονταν χρεώσεις επιτοκίου σε ποσοστό μεγαλύτερο του συμβατικού. Στην ένσταση τους οι Ενάγοντες απορρίπτουν τις θέσεις αυτές ως γενικές και αόριστες. Από το αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου (Τεκμήριο 6 της ένορκης δήλωσης) προκύπτει ότι από το 2012 γίνονταν σε κάποιες ημερομηνίες χρεώσεις ποσού €20 με τη δικαιολογία «έξοδα καθυστέρησης» ενώ παρουσιάζονται και κάποιες άλλες χρεώσεις. Από τη συμφωνία ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 5 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου) καθώς και τις τροποποιητικές συμφωνίες που ακολούθησαν και οι οποίες είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που είχε εκδώσει την επίδικη απόφαση από τους Ενάγοντες, διαπιστώνω ότι δεν προνοούνταν τέτοιες χρεώσεις. Από την κατάσταση λογαριασμού που ο Εναγόμενος επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση φαίνεται ότι οι χρεώσεις αυτές ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €365,30. Το ποσό αυτό περιλαμβάνεται στο ποσό των ληγμένων ενοικίων της εκδοθείσας απόφασης. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου για το επιτόκιο σημειώνω ότι η εκδοθείσα απόφαση (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου), προνοεί για επιτόκιο προς «4,8751% το χρόνο ήτοι βασικό επιτόκιο 3,8751% και επιτόκιο υπερημερίας 1,00%» επί των ληγμένων ενοικίων και νόμιμο τόκο επί των μη ληγμένων ενοικίων. Η συμφωνία ενοικιαγοράς καθορίζει ότι τυχόν καθυστερήσεις θα επιβαρύνονταν με τόκο υπερημερίας που θα υπολογίζεται «.με ετήσιο ποσοστό ίσο προς το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Τράπεζας Κύπρου προσαυξημένο κατά 1%». Ενόψει τούτου δεν διακρίνω ότι υπάρχει ασυνέπεια μεταξύ του επιτοκίου της εκδοθείσας απόφασης και της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Περαιτέρω δε ο Εναγόμενος δεν έχει θέσει ενώπιον μου άλλα στοιχεία ώστε να καταδεικνύει ή να συγκεκριμενοποιεί, στον βαθμό που απαιτείται σε αιτήσεις αυτής της φύσης[5], τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του. Συνεπώς, αναφορικά με την υπεράσπιση που ο Εναγόμενος προβάλλει σ' ότι αφορά την ουσία της αγωγής, φαίνεται να στοιχειοθετούνται τα όσα αναφέρει για χρέωση αντισυμβατικών εξόδων. Όπως προανέφερα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 της ένορκης του δήλωσης, τα ποσά αυτά ανέρχονται σε €365,30. Η Δ.17 Θ.10, πέραν από τη δυνατότητα παραμερισμού απόφασης, παρέχει στο Δικαστήριο και τη διακριτική εξουσία στις κατάλληλες περιπτώσεις να τροποποιήσει την εκδοθείσα απόφαση με τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιους («in a proper case to... vary any such judgement upon such terms as may be just»). Επιλογή του Δικαστηρίου να επέμβει και να τροποποιήσει εκδοθείσα απόφαση πρέπει να γίνεται με πολλή φειδώ και περίσκεψη και με πλήρη επίγνωση ότι δεν επιτρέπεται να λειτουργήσει ως «εφετείο» του εαυτού του. Συνυπολογίζοντας όμως όλα όσα έχω προαναφέρει, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση είναι ορθό και δίκαιο όπως η εκδοθείσα απόφαση τροποποιηθεί ώστε από το ποσό των ληγμένων ενοικίων αφαιρεθούν οι χρεώσεις €365.30 που δεν προνοούνται από τη συμφωνία, ώστε το εν λόγω ποσό να διαμορφωθεί από €18.023,39 σε €17.658,09 και εκδίδεται αντίστοιχο διάταγμα. Ο παραμερισμός ολόκληρης της απόφασης δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, ενόψει της μερικής επιτυχίας της, κρίνω ορθό όπως κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα και εκδίδεται αντίστοιχη διαταγή. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά Γιωργαλλίδης ν Χρίστου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1(A) A.A.Δ. 43, Lion Insurance v Νικηφόρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1610 [2] Ενδεικτικά οι Ioannis Kotsapas & Sons v Titan Constructions & Engineering Company [1961] C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26 [3] Phylactou and others v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 [4] Σχετικές οι Siberia Ait ν Πουλλίκα
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 893, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ ν Χάπη Στριτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28 [5] Σχετικές οι Καλλής ν Alpha Bank Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 793, Orams κ.α. ν Αποστολίδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1402, Δωρίτη ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 314 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο