← Κύπρος

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αγωγή αρ. 2170/15, 16/10/2017

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αγωγή αρ. 2170/15, 16/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A264 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε. Δ. Αγωγή αρ. 2170/15 ΜΕΤΑΞΥ: ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένης ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 16 Οκτωβρίου 2017 Για τους ενάγοντες-αιτητές: κα Δ. Τταουξιή, για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγομένη-καθ' ης η αίτηση: κα Κ. Πολυβίου, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 27.7.16 για έκδοση συνοπτικής απόφασης) Εισαγωγή Στις 8.5.15 οι ενάγοντες καταχώρησαν επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αγωγή εναντίον της εναγομένης, με την οποία αξιώνουν το ποσό των €4.803,39 ως οφειλόμενες επιβαρύνσεις ή/και ετήσιες εισφορές ή/και τέλη ή/και πρόστιμα ή/και ως αναγνωρισμένη οφειλή ή/και οφειλή δυνάμει εκδοθέντων τιμολογίων ή/και δυνάμει υπηρεσιών που προσφέρθηκαν ή/και άλλως πως, πλέον νόμιμο τόκο επί του ως άνω ποσού από 30.12.13 ή, διαζευκτικά, από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής. Αξιώνουν επίσης το ποσό των €16.204,67 ως οφειλόμενα τέλη ή/και ετήσιες εισφορές ή/και ετήσιες επιβαρύνσεις ή/και δυνάμει επιβολής προστίμων ή/και ως αναγνωρισμένη οφειλή ή/και οφειλή δυνάμει εκδοθέντος τιμολογίου ή/και ως οφειλή δυνάμει προσφερθεισών υπηρεσιών ή/και άλλως πως, με νόμιμο τόκο επί του ποσού των €4.270 από 13.2.14, επί του ποσού των €3.934,51 από 31.3.14, επί του ποσού των €3.978,22 από 30.6.14 και επί του ποσού των €4.021,94 από 30.9.14, ή διαζευκτικά, νόμιμο τόκο επί του ποσού των €16.204,67 από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Ζητούν επίσης τα έξοδα της αγωγής. Στις 10.6.15 η εναγομένη καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή. Στις 27.7.16 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, με την οποία οι ενάγοντες-αιτητές αιτούνται: «Α. Συνοπτική Απόφαση εναντίον των Εναγομένων ως η Έκθεση Απαίτησης στο Ειδικά Οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ημερ. 8.5.15 με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, καθ' ότι η Εναγόμενη στερείται υπεράσπισης. Β. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. 19%, πλέον έξοδα επίδοσης.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.1(α) και 2, Δ.48 Θ. 1, 2, 3 και 9, στη νομολογία, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση στηρίζεται φαίνονται στις ένορκες δηλώσεις των Γιώργου Φιλιππίδη και Θεανώς Γιασεμή. Αμφότεροι οι ομνύοντες βρίσκονται στην υπηρεσία των αιτητών∙ ο μεν κ. Φιλιππίδης ασκεί καθήκοντα Λειτουργού του Λογιστηρίου του ΧΑΚ η δε κα Γιασεμή είναι Λειτουργός Α' του Λογιστηρίου του ΧΑΚ. Και οι δύο γνωρίζουν πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης από προσωπική γνώση και χειρισμό της και από έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους λόγω της θέσης τους στους αιτητές, είναι δε πλήρως εξουσιοδοτημένοι από τους αιτητές για να προβούν στις ένορκες δηλώσεις εκ μέρους τους. Όσον αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης, διατυπώνουν τη γνώμη και συμβουλή των δικηγόρων των αιτητών. Αμφότεροι λέγουν πως η απαίτηση των αιτητών εναντίον της εναγομένης είναι ορθή, δίκαιη και αληθής, τα δε γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως οι λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης το περιεχόμενο της οποίας υιοθετούν. Περαιτέρω, αμφότεροι οι ομνύοντες υποστηρίζουν πως η εναγομένη στερείται οιασδήποτε υπεράσπισης στην αγωγή και ότι η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης ως μοναδικό σκοπό έχει την πρόκληση καθυστέρησης στη δικαστική διαδικασία, γι' αυτό αιτούνται την έκδοση απόφασης ως οι παρ. (Α) - (Ε) της έκθεσης απαίτησης. Ο κ. Φιλιππίδης αναφέρεται στον νόμο που διέπει την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία των αιτητών και σε ορισμένες εκ των εξουσιών και αρμοδιοτήτων τους. Αναφέρει περαιτέρω ότι η εναγομένη, η οποία έχει την έδρα της στη Λευκωσία, είναι δημόσια εταιρεία με μετοχές η οποία διεξάγει τραπεζικές και άλλες συναφείς εργασίες στη βάση σχετικής άδειας, και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την αγωγή αποτελούσε εισηγμένο εκδότη στους αιτητές, οι δε αιτητές προσέφεραν στην εναγομένη υπηρεσίες εισηγμένου εκδότη. Οι οφειλόμενες εισφορές της εναγομένης ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €21.008,06, το οποίο προκύπτει ως ακολούθως: (α) τιμολόγιο SI 13001377 (Τεκμήριο 1) με ημερ. έκδοσης 30.12.13 για το ποσό των €4.803,39 το οποίο αφορούσε τη χρέωση για την ετήσια εισφορά εκδοτών του τέταρτου τριμήνου του 2013 για μετοχές και χρεόγραφα/αξιόγραφα. Ως ημερομηνία αποπληρωμής του τιμολογίου ορίστηκε η 7.2.14. (β) τιμολόγιο SI 14000374 (Τεκμήριο 2) με ημερ. έκδοσης 13.2.14 για το ποσό των €48.639 το οποίο αφορούσε τη χρέωση για την τήρηση μητρώου εκδότη μετοχών και χρεογράφων/αξιογράφων για το έτος 2014. Ως ημερομηνία αποπληρωμής του τιμολογίου ορίστηκε η 6.3.14. Η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των €44.423 και παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €4.270. (γ) τιμολόγιο SI 14000537 (Τεκμήριο 3) με ημερ. έκδοσης 31.3.14 για το ποσό των €4.355,67 το οποίο αφορούσε τη χρέωση για την ετήσια εισφορά εκδοτών για το πρώτο τρίμηνο του 2014 για μετοχές και χρεόγραφα/αξιόγραφα. Ως ημερομηνία αποπληρωμής του τιμολογίου ορίστηκε η 9.5.14. Η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των €421,16 και παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €3.934,51. (δ) τιμολόγιο SI 14000857 (Τεκμήριο 4) με ημερ. έκδοσης 30.6.14 για το ποσό των €4.404,06 το οποίο αφορούσε τη χρέωση για την ετήσια εισφορά εκδοτών για το δεύτερο τρίμηνο του 2014 για μετοχές και χρεόγραφα/αξιόγραφα. Ως ημερομηνία αποπληρωμής του τιμολογίου ορίστηκε η 4.8.14. Η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των €425,84 και παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €3.978,22. (ε) τιμολόγιο SI 14001122 (Τεκμήριο 5) με ημερ. έκδοσης 30.9.14 για το ποσό των €4.452,44 το οποίο αφορούσε τη χρέωση για την ετήσια εισφορά εκδοτών για το τρίτο τρίμηνο του 2014 για μετοχές και χρεόγραφα/αξιόγραφα. Ως ημερομηνία αποπληρωμής του τιμολογίου ορίστηκε η 5.11.14. Η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των €430,50 και παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €4.021,94. Ως Τεκμήριο 6 ο κ. Φιλιππίδης παρουσίασε δέσμη επιστολών ημερ. 21.3.14, 2.5.14, 30.5.14, 8.7.14, 29.8.14, 17.9.14, 25.11.14 και 15.12.14 με τις οποίες η εναγομένη κλήθηκε να καταβάλει τα οφειλόμενα υπ' αυτής ποσά, πλην όμως μέχρι σήμερα παραλείπει και αρνείται να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Λόγω της μη έγκαιρης πληρωμής των ποσών που απαιτήθηκαν με τα ως άνω τιμολόγια, οι αιτητές υφίστανται ζημιά και απολύουν τόκο ίσο προς τον νόμιμο τόκο από την ημέρα που τα επίδικα τιμολόγια κατέστησαν πληρωτέα. Ο κ. Φιλιππίδης λαμβάνει νομική συμβουλή ότι η επιβολή των πιο πάνω τελών, χρεώσεων, επιβαρύνσεων και η έκδοση των επίδικων τιμολογίων συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις ο έλεγχος της νομιμότητας των οποίων υπόκειται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο οποίο η εναγομένη δεν προσέφυγε με Προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Αντίθετα, λέγει, η εναγομένη αναγνώρισε την οφειλή της καταβάλλοντας στους αιτητές διάφορα ποσά έναντι των επίδικων τιμολογίων. Η κα Γιασεμή αναφέρει ότι η εφαρμογή των Διαταγμάτων Κ.Δ.Π. 103/13 και Κ.Δ.Π. 278/13 τα οποία εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει των προνοιών του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, Ν.17(Ι)/13(στο εξής «ο Νόμος 17(Ι)/13») δεν επηρέασαν καθ' οιονδήποτε τρόπο τα επίδικα τέλη και χρεώσεις. Με την έκδοση του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 103/13 ημερ. 29.3.13 όλοι οι εισηγμένοι τίτλοι της εναγομένης σε μορφή αξιογράφων και χρεογράφων μετατράπηκαν αυτόματα σε συνήθεις μετοχές. Τον Μάρτιο του 2013 οι αιτητές ανέστειλαν τη διαπραγμάτευση όλων των αξιών λόγω τραπεζικών αργιών. Από τον Απρίλιο του 2013 και μετά συνέχισαν την αναστολή διαπραγμάτευσης όλων των τίτλων (μετοχών, αξιογράφων και χρεογράφων) της εναγομένης για σκοπούς διασφάλισης της καλής προστασίας της αγοράς και για προστασία των επενδυτών, αναστολή που συνεχίστηκε μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2014. Περαιτέρω στις 29.10.13 η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με επιστολή της (Τεκμήριο Α) ζήτησε από τους αιτητές την αναστολή διαπραγμάτευσης μέχρι 31.1.14 συγκεκριμένων τίτλων της εναγομένης οι οποίοι, με βάση τα Διατάγματα της Αρχής Εξυγίανσης, μετατράπηκαν σε συνήθεις μετοχές, ενώ στη βάση μετέπειτα αποφάσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς η αναστολή παρατάθηκε μέχρι τον Δεκέμβριο του 2014. Στις 8.10.13 η εναγομένη υπέβαλε προς το Συμβούλιο των αιτητών αίτημα για εισαγωγή των νέων μετοχών που είχαν προκύψει από τη μετατροπή των χρεογράφων και αξιογράφων ένεκα της εφαρμογής των πιο πάνω Διαταγμάτων. Η κα Γιασεμή εξήγησε ότι με βάση τον περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Κεντρικό Αποθετήριο και Κεντρικό Μητρώο Αξιών) Νόμο του 1996, Ν.27(Ι)/96(στο εξής «ο Νόμος 27(Ι)/96»), όταν εισηγμένοι τίτλοι διαγράφονται, τότε οι αιτητές δύνανται να τους διαγράψουν και από το Κεντρικό Αποθετήριο και Κεντρικό Μητρώο Αξιών (στο εξής «το Κεντρικό Αποθετήριο»), εκτός αν ο εκδότης επιλέξει να παραμείνουν καταχωρημένοι σε αυτό. Οι αιτητές με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 8.11.13 (Τεκμήριο Β) ενημέρωσαν την εναγομένη για το πιο πάνω ζήτημα ζητώντας τη θέση της, πλην όμως η εναγομένη δεν ανταποκρίθηκε. Η εναγομένη είχε πρόσβαση στους τίτλους της που είναι καταχωρημένοι στο Κεντρικό Αποθετήριο μέσω του συστήματος Shares Management System για το οποίο καταβάλλει ετήσια συνδρομή, οι δε τίτλοι, μέχρι και τη διαγραφή τους από το Κεντρικό Αποθετήριο, υπόκειντο στην επιβολή τελών με βάση τη χρηματιστηριακή νομοθεσία. Το γεγονός ότι οι αλλαγές που έγιναν στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης δεν απεικονίστηκαν στο Κεντρικό Αποθετήριο προκύπτει και από την επιστολή του Προέδρου της εναγομένης ημερ. 27.1.14 προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (Τεκμήριο Γ), η οποία κοινοποιήθηκε στους αιτητές. Συνεπώς, λέγει η κα Γιασεμή, η έκδοση του τιμολογίου που επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 2 στην ένορκο δήλωση του κ. Φιλιππίδη, είναι νόμιμη, αφού οι αξίες παρέμειναν καταχωρημένες στο Κεντρικό Αποθετήριο το 2014. Αναφέρει επίσης ότι το Συμβούλιο των αιτητών είχε αποφασίσει να διαγράψει τα χρεόγραφα/αξιόγραφα που μετατράπηκαν σε μετοχές από το Κεντρικό Αποθετήριο, όμως η εναγομένη, με επιστολή της ημερ. 8.7.14 (Τεκμήριο ΣΤ) ζήτησε τη μη διαγραφή των τίτλων. Περαιτέρω, το γεγονός ότι από τον Μάρτιο του 2013 όλες οι εισηγμένες αξίες της εναγομένης βρίσκονταν υπό καθεστώς αναστολής διαπραγμάτευσης, δεν απάλλασσε την εναγομένη από την υποχρέωση που είχε να καταβάλλει στους αιτητές τα τέλη και δικαιώματα που δικαιούνταν με βάση τη χρηματιστηριακή νομοθεσία για την ετήσια συνδρομή εκδότη για μετοχές και χρεόγραφα/αξιόγραφα. Επομένως η έκδοση των τιμολογίων που επισυνάφθηκαν ως Τεκμήρια 1, 3, 4 και 5 στην ένορκο δήλωση του κ. Φιλιππίδη είναι νόμιμη. Τα τέλη υπολογίστηκαν με βάση την τελευταία καταχωρημένη χρηματιστηριακή αξία, πρακτική που ακολουθείται από τους αιτητές για όλες τις υπό αναστολή εισηγμένες εταιρείες. Το θέμα αυτό τέθηκε υπόψη της καθ΄ ης η αίτηση με επιστολή των αιτητών ημερ. 28.1.14 (Τεκμήριο Δ). Οι χρεώσεις που επιβλήθηκαν επί των μετοχών και των χρεογράφων της εναγομένης έγιναν αναλογικά μέχρι την ημερομηνία διαγραφής τους από τους αιτητές, κάτι που επιβεβαιώνεται από την επιστολή των αιτητών προς την εναγομένη ημερ. 18.7.14 (Τεκμήριο Ε). Η κα Γιασεμή καταλήγει ότι λαμβάνει νομική συμβουλή πως η εναγομένη είναι εκ του νόμου υπόχρεη να καταβάλει τα τέλη που επιβλήθηκαν με τα επίδικα τιμολόγια με βάση τις αποφάσεις του Συμβουλίου των αιτητών, εναντίον των οποίων παρέλειψε να ασκήσει Προσφυγή εντός της προβλεπόμενης από το Σύνταγμα προθεσμίας, γεγονός που την εμποδίζει από του να εγείρει, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, οποιαδήποτε ένσταση ή υπεράσπιση σε σχέση με αυτά. Η εναγομένη-καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «1. Η αίτηση των εναγόντων/αιτητών είναι αβάσιμη και/ή ατεκμηρίωτη και/ή λανθασμένη και τα γεγονότα ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου δεν συνηγορούν στην έκδοση συνοπτικής απόφασης. 2. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων/αιτητών δεν πληροί τις προϋποθέσεις των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα της Διαταγής 18. 3. Οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι έχουν καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ως προς την ουσία της υπόθεσης. 4. Η παρούσα αίτηση είναι αντίθετη και/ή σε άμεση σύγκρουση με τα όσα προνοούνται στον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν.17(Ι)/13), με τα Διατάγματα που έχουν εκδοθεί βάσει αυτού - και τα οποία είναι άμεσα εκτελεστά και δεσμευτικά - καθώς και με τα όσα έχουν διατυπωθεί στην πρόσφατη Απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ.7.6.2013. 5. Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, έκδηλα αβάσιμη και ανυπόστατη. 6. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη και δεν εκτίθενται σε αυτήν επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή συνοπτικής απόφασης. 7. Είναι εύλογο και δίκαιο και προς το δημόσιο συμφέρον όπως απορριφθεί η παρούσα αίτηση.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.1-6 και 9, Δ.39. Θ.1-21 και Δ.48, Θ.1-9, στα άρθρα 3-13, 22, 25, 26, 29 και 33 του Νόμου 17(Ι)/13, στο περί Διάσωσης με Ίδια μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 103/13), ως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα, στο περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank ΡυbΙic Cο Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π.104/13), ως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα, στα Διατάγματα που ακολούθησαν αυτό (ΚΔΠ 133/13 ημερ. 21.4.13, ΚΔΠ 156/13 ημερ. 14.5.13 και ΚΔΠ 276/13 ημερ. 30.7.13), στους περί της Παραχώρησης Κυβερνητικών Εγγυήσεων για τη σύναψη Δανείων ή/και την Έκδοση Ομολόγων από Πιστωτικά Ιδρύματα Νόμους του 2012, στη νομολογία, στη διακριτική ευχέρεια και/ή εγγενή εξουσία και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η ένσταση εκτίθενται στην ένορκο δήλωση του κ. Μάριου Κουντούρη, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία της καθ' ης η αίτηση, γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, έχει στην κατοχή και φύλαξη του τα σχετικά έγγραφα, είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένος από την καθ' ης η αίτηση για να προβεί στην ένορκο δήλωση. Περαιτέρω, ο κ. Κουντούρης έλαβε νομική συμβουλή από τους δικηγόρους της καθ' ης η αίτηση. Ο κ. Κουντούρης απορρίπτει και αρνείται το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του κ. Φιλιππίδη, ισχυριζόμενος ότι τα όσα αναφέρονται σε αυτή είναι αόριστα, ασαφή και ατεκμηρίωτα, ενώ δεν εκτίθενται στην ένορκο δήλωση επαρκή γεγονότα που θα μπορούσαν να στηρίξουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ο κ. Κουντούρης υιοθετεί τους λόγους ένστασης και αναφέρεται στα Διατάγματα που εκδόθηκαν με βάση τον Νόμο 17(Ι)/13, τα οποία είναι άμεσα δεσμευτικά και εκτελεστά για τα υπό εξυγίανση ιδρύματα στα οποία τα Διατάγματα αφορούσαν. Θέση της καθ' ης η αίτηση είναι ότι η αιτούμενη έκδοση της συνοπτικής απόφασης είναι ιδιαίτερα δραστική καθώς και αντίθετη με τα όσα αποφασίστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 7.6.13 στα πλαίσια των συνεκδικασθείσων Προσφυγών 551/13 κ.α. και τα Διατάγματα που εκδόθηκαν με τον Νόμο 17(Ι)/13. Όσον αφορά στα τιμολόγια που παρουσιάζουν τις ισχυριζόμενες από μέρους της καθ' ης η αίτησης οφειλές, ο κ. Κουντούρης αναφέρει ότι οι ισχυριζόμενες οφειλές σε σχέση με την ετήσια εισφορά δεν υφίστανται, καθότι κατά τις αναφερόμενες χρονικές περιόδους, η μετοχή της καθ' ης η αίτηση δεν διαπραγματευόταν στα Χρηματιστήρια και συνεπώς δεν υπήρχε τιμή κλεισίματος. Εφόσον τα σχετικά τέλη υπολογίζονται βάσει της χρηματιστηριακής αξίας των τίτλων, το γεγονός ότι η μετοχή της καθ' ης η αίτηση δεν διαπραγματευόταν κατά τον εν λόγω χρόνο, συνεπάγεται πως οι ισχυριζόμενες οφειλές δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν και/ή να τεκμηριωθούν. Άλλωστε, αναφέρει ο κ. Κουντούρης, στον σχετικό Πίνακα Τελών των αιτητών (τον οποίο επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1), δεν αναφέρεται ότι θα καταβάλλεται οποιοδήποτε τέλος σε περίπτωση που οι αξίες του εκδότη δεν διαπραγματεύονται στους αιτητές και συνεπώς δεν υπάρχει χρηματιστηριακή αξία. Περαιτέρω, ο κ. Κουντούρης λαμβάνει νομικής συμβουλής ότι οι επιβολές των επίδικων τελών δεν αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, αφού εμπίπτουν στον τομέα του ιδιωτικού και όχι του δημοσίου δικαίου. Αναφέρει επιπλέον ότι ουδέποτε εκδόθηκε και/ή επιδόθηκε στην καθ' ης η αίτηση η οποιαδήποτε απόφαση του Συμβουλίου των αιτητών σε σχέση με την επιβολή των τελών δυνάμει των τριών (sic) επίδικων τιμολογίων, συνεπώς τέτοια απόφαση δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί με την καταχώρηση Προσφυγής. Ο κ. Κουντούρης καταλήγει πως η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και ότι θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Η καθ' ης η αίτηση έχει, λέγει, ουσιαστική και πραγματική υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι των διαδίκων καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις θέσεις τους. Αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω των γραπτών αγορεύσεων θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στον βαθμό που χρειάζεται. Σημειώνω επίσης ότι κατά τη δικάσιμο της 1.6.17 η κα Πολυβίου δήλωσε ότι δεν αμφισβητείται από την καθ' ης η αίτηση η λήψη των επίδικων τιμολογίων. Δήλωσε επίσης ότι δεν τίθεται θέμα για τη γνώση των ομνυσάντων τις ένορκες δηλώσεις εκ μέρους των αιτητών, η οποία (γνώση) δέχεται η καθ' ης η αίτηση πως είναι θετική. Νομική πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης πηγάζει από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, η Δ.18 Θ.1(α), προνοεί τα ακόλουθα: «1. (
  2. a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Στην υπόθεση Sensus Gymnasium Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 27/10, ημερ. 4.9.13, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε με αναφορά σε προγενέστερη νομολογία[1] ότι σκοπός της διαδικασίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης με βάση τη Δ.18 Θ.1 είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση.[2] Οι αρχές με βάση τις οποίες προσεγγίζεται το αίτημα για συνοπτική απόφαση συνοψίστηκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)

(2001)1 Α.Α.Δ. 418, ως ακολούθως: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18. Υπάρχει δε πλούσια νομολογία. Είναι εδώ αρκετό απλώς να παραπέμψουμε στις Αγγλικές αποφάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στη CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897 στις σελ. 902-905.» Οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται προκειμένου να έχει το Δικαστήριο εξουσία να εκδώσει απόφαση συνοπτικά, είναι οι ακόλουθες:
  1. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο,
  2. Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή, και
  3. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή.[3] Εκεί όπου ο ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκιστεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό. Το ζήτημα του κατά πόσον ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 Θ.1 κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης.[4] Μη ικανοποίηση των πιο πάνω τριών προϋποθέσεων κατά τρόπο σωρευτικό, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση.[5] Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου, ο οποίος οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα να καταχωρήσει υπεράσπιση.[6] Ο εναγόμενος μπορεί να πράξει τούτο είτε με ένορκη δήλωση είτε, με άδεια του Δικαστηρίου, με προφορική μαρτυρία (Δ.18 Θ.3(α)). Ως έχει νομολογηθεί όπου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ο εναγόμενος έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, ή εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης το οποίο θα πρέπει να εκδικάζεται, τότε πρέπει να του δίδει το δικαίωμα της υπεράσπισης.[7] Στο Supreme Court Practice του 1999, Τόμος 1, στη σελ. 174, παράγραφο 14/4/9, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Leave to defend must be given unless it is clear that there is no real substantial question to be tried (Codd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, HL); that there is no dispute as to facts or law which raises a reasonable doubt that the plaintiff is entitled to judgment (Jones v. Stone [1894] A.C 122; Thompson v. Marshall [1880] 41 L.T. 720, CA; Jacobs v. Booth's Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262, HL; Lindsay v. Martin [1889] 5 T.L.R. 322).»[8] Στην υπόθεση Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, 821-822 και αναφορικά με το πότε πρέπει να δίδεται η ευκαιρία στον εναγόμενο να υπερασπιστεί, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε σε σχετικές αγγλικές αποφάσεις[9] κατέληξε ως ακολούθως: «Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p. 174, para. 14/4/9).» Στις υποθέσεις CY.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897 και Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.LR. 333, 338 το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην απόφαση του Λόρδου Blackburn στην υπόθεση John Wallingford v. The Directors etc. of the Mutual Society [1879-80] 5 App. Cas. (H.L.) 685, σελ. 704, ξεκαθάρισε ότι προκειμένου ο εναγόμενος να δείξει ότι υπάρχει θέμα για να δικαστεί, δεν αρκεί να προβεί σε γενική άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα ή να περιοριστεί σε αόριστους ισχυρισμούς. Θα πρέπει να παράσχει λεπτομέρειες για τους ισχυρισμούς του («condescend upon particulars»), σε λογική έκταση, προκειμένου να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει βάση γι' αυτό που ισχυρίζεται. Στην ίδια γραμμή είναι και οι πιο πρόσφατες αποφάσεις Κυριάκου ν. Αναστασίου, Πολ. Εφ. 230/09, ημερ. 22.1.13, και Α. Καμένος κ.α. ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. 102/11, ημερ. 22.7.
  1. Επισημαίνεται επίσης ότι η έγερση ενός δύσκολου νομικού ζητήματος αποτελεί λόγο για να δοθεί άδεια για υπεράσπιση,[10] σε αντίθεση με τις περιπτώσεις όπου ο νόμος είναι καθαρός.[11] Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση, και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση.[12] Νομικά θέματα, λοιπόν, μπορεί να επιλύονται στο στάδιο της αίτησης για συνοπτική απόφαση, όταν αυτά είναι απλά και όχι δυσεπίλυτα.[13] Όπου καταδεικνύεται από τον εναγόμενο ότι υπάρχει κάποια εύλογη υπεράσπιση, το Δικαστήριο δεν έχει καμία εξουσία να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης κάτω από τη Δ.18.[14] Τέλος, η άδεια για υπεράσπιση μπορεί να δοθεί σε σχέση με το σύνολο της αξίωσης ή μόνο σε σχέση με μέρος αυτής[15] και μπορεί να είναι με ή χωρίς όρους.[16] Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Η πλήρωση των δύο πρώτων προϋποθέσεων της Δ.18 δεν αμφισβητείται από την καθ' ης η αίτηση, αφού η αγωγή έχει αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η καθ' ης η αίτηση έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, αν και η καθ' ης η αίτηση ήγειρε ως δεύτερο λόγο ένστασης τον ισχυρισμό ότι η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.18, η κα Πολυβίου κατά την ακροαματική διαδικασία δήλωσε πως η καθ' ης η αίτηση δεν αμφισβητεί ότι τα πρόσωπα που προέβηκαν στις ένορκες δηλώσεις εκ μέρους των αιτητών (στο εξής «το ΧΑΚ») είχαν θετική γνώση των γεγονότων. Αυτή είναι, σημειώνω, και η δική μου κρίση για τους λόγους που θα εξηγήσω. Οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση γίνονται από τον κ. Γιώργο Φιλιππίδη και την κα Θεανώ Γιασεμή, οι οποίοι ρητώς αναφέρουν ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένοι να προβούν στις ένορκες δηλώσεις. Αμφότεροι οι ομνύοντες βρίσκονται στην υπηρεσία του ΧΑΚ (ο μεν κ. Φιλιππίδης είναι Λειτουργός του Λογιστηρίου του ΧΑΚ, η δε κα Γιασεμή Λειτουργός Α' του Λογιστηρίου του ΧΑΚ) και διατυπώνουν την πολύ καλή και προσωπική γνώση τους για τα γεγονότα της αγωγής.[17] Τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση του κ. Φιλιππίδη, αποδεικνύουν, κατά την κρίση μου, και τη θετικότητα της γνώσης του για τα γεγονότα της υπόθεσης, αφού τόσο τα πέντε τιμολόγια που αποτελούν τη βάση της αξίωσης του ΧΑΚ, όσο και οι επιστολές με τις οποίες η καθ' ης η αίτηση ειδοποιήθηκε για τις επίδικες οφειλές, υπογράφονται από τον ίδιο τον ομνύοντα. Περαιτέρω, ο κ. Φιλιππίδης ανέφερε ότι οι υπολογισμοί που έγιναν ως προς το οφειλόμενο από την καθ' ης η αίτηση υπόλοιπο (το οποίο διεκδικείται με την παρούσα αγωγή) έγιναν επίσης από τον ίδιο. Όσον αφορά την κα Γιασεμή, παρατηρείται ότι πλείστα όσα αναφέρει στην ένορκο της δήλωση έχουν να κάνουν με τη νομιμότητα και την ορθότητα επιβολής των επίδικων τελών και χρεώσεων. Συγκεκριμένα, η κα Γιασεμή αναφέρεται στα Διατάγματα που εκδόθηκαν από την Αρχή Εξυγίανσης με βάση το Νόμο 17(Ι)/13 και στα αποτελέσματα που αυτά είχαν στους εισηγμένους τίτλους της καθ' ης η αίτηση. Εξηγεί επίσης τους λόγους για τους οποίους η αναστολή της διαπραγμάτευσης των τίτλων της καθ' ης η αίτηση δεν δικαιολογούσε τη μη επιβολή των τελών και χρεώσεων που επιβλήθηκαν με τα τιμολόγια Τεκμήρια 1, 3, 4 και 5, καθώς και τους λόγους για τους οποίους οι διαγραφέντες τίτλοι παρέμειναν καταχωρημένοι στο Κεντρικό Αποθετήριο, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η έκδοση του τιμολογίου Τεκμήριο
  2. Δεδομένου ότι η κα Γιασεμή αναφέρει πως η γνώση της για τα γεγονότα της υπόθεσης είναι προσωπική και προέρχεται από χειρισμό της υπόθεσης από την ίδια, κρίνω ότι και αυτή έχει θετική γνώση των γεγονότων. Επιπλέον, αμφότεροι οι ομνύοντες, επιβεβαιώνουν την απαίτηση του ΧΑΚ με αναφορά στα γεγονότα που εκτίθενται στο κλητήριο ένταλμα και δηλώνουν ότι η καθ' ης η αίτηση στερείται υπεράσπισης.[18] Ο κ. Φιλιππίδης δηλώνει επίσης ότι η καθ' ης η αίτηση εξακολουθεί να οφείλει τα απαιτούμενα με την αγωγή ποσά. Η αξίωση, λοιπόν, του ΧΑΚ επιβεβαιώνεται από τους ενόρκως δηλούντες για τους αιτητές. Υπό το φως των ανωτέρω, έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις και το βάρος έχει μετατοπιστεί στην καθ' ης η αίτηση η οποία θα πρέπει να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να δείξει άλλους λόγους που είναι ικανοί να της δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Όπως αναφέρθηκε στα πλαίσια της «νομικής πτυχής», πιο πάνω, δεν αρκεί η γενικόλογη δήλωση από μέρους του εναγόμενου ότι έχει καλή υπεράσπιση. Θα πρέπει να παράσχει λεπτομέρειες για τους ισχυρισμούς του, σε λογική έκταση, προκειμένου να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει βάση γι' αυτό που ισχυρίζεται. Θέση της καθ' ης η αίτηση, όπως αυτή προκύπτει τόσο από την ένορκο δήλωση του κ. Κουντούρη, όσο και από την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της, είναι ότι οι οφειλές που παρουσιάζονται στα επίδικα τιμολόγια δεν υφίστανται, καθότι κατά τις περιόδους στις οποίες τα τιμολόγια αφορούν, η μετοχή της καθ' ης η αίτηση δεν διαπραγματευόταν στα Χρηματιστήρια και συνεπώς δεν υπήρχε τιμή κλεισίματος. Είναι επιπλέον η θέση της κας Πολυβίου ότι η υπό κρίση αίτηση συγκρούεται με τον Νόμο 17(Ι)/2013, με τα Διατάγματα που έχουν εκδοθεί δυνάμει αυτού, καθώς και με τα αποφασισθέντα στην απόφαση ημερ. 7.6.13 της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Προσφυγές αρ. 551/13 κ.α. Ως προς τη νομική φύση της απόφασης για έκδοση των επίδικων τιμολογίων, η θέση της κας Πολυβίου είναι ότι πρόκειται για πράξη που εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημοσίου δικαίου. Με παραπομπή στις αποφάσεις Γεωργίου ν. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου
(1995)3 Α.Α.Δ. 424, και Hellenic Bank Limited ν. The Republic
(1986)C.L.R. 481, θέση της είναι ότι η επιβολή των επίδικων τελών, ως αυτά προκύπτουν από τα επίδικα τιμολόγια, βασίζονται σε συμφωνίες μεταξύ των μερών που συνδέονται με την επιβολή εισφορών και τελών σαν αποτέλεσμα της παροχής υπηρεσιών από τους εφεσίβλητους (πρέπει να εννοεί τους αιτητές) προς τους εναγόμενους και/ή ότι εν πάση περίπτωση η επιβολή των επίδικων τελών δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε δημόσιο σκοπό. Η κα Πολυβίου υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι η πράξη εμπίπτει στο ιδιωτικό δίκαιο προκύπτει «και από τα αναφερόμενα στην απόφαση άρθρα του σχετικού Νόμου και/ή Κανονισμών που αναφέρουν ότι τα τέλη για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών αποτελούν έσοδα των εναγόντων, χωρίς όμως να προσδιορίζονται συγκεκριμένες τιμές και/ή οποιοσδήποτε τιμοκατάλογος σε σχέση με αυτά.» Στον αντίποδα, οι ομνύοντες για το ΧΑΚ αλλά και η ευπαίδευτη συνήγορος τους αναφέρουν ότι η επιβολή των διεκδικούμενων με την αγωγή τελών και χρεώσεων και η έκδοση των επίδικων τιμολογίων έγινε με βάση τη Χρηματιστηριακή Νομοθεσία και τη δευτερογενή νομοθεσία του ΧΑΚ, κατόπιν αποφάσεων του Συμβουλίου του ΧΑΚ οι οποίες συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, ο έλεγχος της νομιμότητας των οποίων υπόκειται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου,[19] στο οποίο η καθ' ης η αίτηση δεν προσέφυγε με Προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Αντίθετα, κατέβαλε μέρος της οφειλής της ως αναφέρεται στην παρ. 14 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Φιλιππίδη. Ως εκ τούτου, η καθ' ης η αίτηση στερείται οποιασδήποτε υπεράσπισης. Στα πλαίσια της αγόρευσης της κας Τταουξιή γίνεται αναφορά στις πρόνοιες της πρωτογενούς και δευτερογενούς νομοθεσίας επί των οποίων η επιβολή των επίδικων τελών και χρεώσεων βασίζεται, καθώς και στο άρθρο 191Α[20] του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου του 1993, Ν.14(Ι)/93(στο εξής «ο Νόμος 14(Ι)/93») που προνοεί ότι οι αποφάσεις του Συμβουλίου υπόκεινται στο ένδικο μέσο της Προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Δεδομένου ότι δεν τίθεται θέμα μη κοινοποίησης των επίδικων τιμολογίων στην καθ' ης η αίτηση πριν την καταχώρηση της αγωγής (αφού η καθ' ης η αίτηση αποδέχεται την παραλαβή τους), αυτό που πρωτίστως πρέπει να αποφασιστεί είναι το κατά πόσον η έκδοση τους αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, ως η θέση του ΧΑΚ, ή κατά πόσον αποτελεί πράξη ιδιωτικού δικαίου, ως η θέση της καθ' ης η αίτηση. Τούτο διότι η αποκλειστική αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος «αποκλείει την εξέταση, άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως, από οποιοδήποτε δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο, της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης ή ενέργειας συναφούς προς την έκδοσή της» (Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1424, 1432). Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου, με τις δύο δικαιοδοσίες να μην εφάπτονται σε κανένα σημείο (Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, 458). Συνεπώς, μόνο αν η έκδοση των τιμολογίων αποτελεί πράξη αναγόμενη στο ιδιωτικό δίκαιο θα είχε νόημα να εξεταζόταν αν τα όσα ο κ. Κουντούρης αναφέρει στην ένορκο του δήλωση δείχνουν πως η καθ' ης η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, εφόσον όλα όσα αναφέρει άπτονται στην ουσία της νομιμότητας της έκδοσης των τιμολογίων και της επιβολής των επίδικων τελών και χρεώσεων. Επειδή πράξεις που λαμβάνονται από το ίδιο διοικητικό όργανο μπορεί να εμπίπτουν είτε στον τομέα του δημοσίου δικαίου είτε στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου, πλούσια είναι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς τον διαχωρισμό αυτό. Θα περιοριστώ στην παράθεση εκτενών αποσπασμάτων από δύο αποφάσεις, στις οποίες το θέμα που εξετάζεται στην παρούσα υπόθεση, αναλύεται διεξοδικώς. Στην υπόθεση Niazi v. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(2009)3 Α.Α.Δ. 218, 221 - 223, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποφάσισε ως ακολούθως: «Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας εκτελεστών διοικητικών πράξεων. Πράξη για να είναι εκτελεστή θα πρέπει να είναι (α) προϊόν άσκησης εκτελεστικής ή διοικητικής λειτουργίας, (β) από όργανο, αρχή ή πρόσωπο, (γ) το όργανο να ενεργεί στη σφαίρα του δημοσίου και όχι του ιδιωτικού δικαίου και (δ) να παράγει νομικά αποτελέσματα με άμεση νομική ισχύ. Το πεδίο του δημοσίου δικαίου διακρίνεται από το ιδιωτικό δίκαιο ανάλογα με το σκοπό τον οποίο η νομοθεσία αποβλέπει να προάξει και το ενδιαφέρον του κοινού στη συγκεκριμένη λειτουργία (Tamasos Tobaco Supplies & Co v. Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 407). Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Antoniou and Others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623, κατά μία έννοια το κοινό ενδιαφέρεται για κάθε απόφαση της διοίκησης, αλλά εκείνο που έχει σημασία είναι η συνειδητοποίηση από το δικαστήριο ότι ο βαθμός ενδιαφέροντος από την πλευρά του κοινού για πράξεις της διοίκησης διαφέρει κατ' αναλογία προς την έκταση στην οποία η απόφαση είναι πιθανόν να επηρεάσει το κοινό ή μέρη του. Ένα πρακτικό κριτήριο που εφαρμόστηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο για να τραβηχτεί η γραμμή καθορισμού μεταξύ αποφάσεων που βρίσκονται στον τομέα του δημοσίου και του ιδιωτικού δικαίου περιστρέφεται γύρω από τον πρωταρχικό σκοπό της απόφασης. Αν η απόφαση κατά κύριο λόγο σκοπεί στην προώθηση δημόσιου σκοπού εμπίπτει στον τομέα του δημοσίου δικαίου, άλλως, σ' αυτόν του ιδιωτικού (Antoniou and others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623, 626 και Δημοκρατία ν. Χανιάν
(1988)3 Α.Α.Δ. 690). Φυσικά το κοινό έχει εντονότερο ενδιαφέρον στους δημόσιους σκοπούς. Το κύριο κριτήριο για τη διάκριση μεταξύ πράξεων δημοσίου δικαίου και πράξεων ιδιωτικού δικαίου είναι η φύση της ίδιας της πράξης και ο επιδιωκόμενος με την πράξη αυτή σκοπός. Πράξη ή απόφαση μπορεί να εκδοθεί από διοικητικό όργανο κατά την άσκηση της εκτελεστικής ή διοικητικής λειτουργίας του και εν τούτοις να εκφεύγει του ελέγχου του δικαστηρίου κάτω από το Άρθρο 146 του Συντάγματος, γιατί ο κύριος σκοπός που επιδιώκεται με την πράξη ή την απόφαση αυτή δεν είναι δημοσίου συμφέροντος, αλλά ο καθορισμός αστικών δικαιωμάτων των πολιτών (Γεωργίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(1995)3 Α.Α.Δ. 424, Ερωτοκρίτου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1992)4 Α.Α.Δ. 2984. Βλέπε επίσης The Greek Registrar of the Co - Operative Societies v. Nicolaides
(1965)3 C.L.R. 164, Poyadjis v. The Republic
(1975)3 C.L.R. 378 και Charalambides v. The Republic
(1982)3 C.L.R. 403). Για να αποφασιστεί κατά πόσο πράξη ενός δημόσιου οργάνου είναι πράξη από όργανο που ασκεί εκτελεστική ή διοικητική εξουσία εντός της εννοίας της παραγράφου 1 του Άρθρου 146 του Συντάγματος θα πρέπει να εξετάζεται όχι μόνο η φύση και ο χαρακτήρας της πράξης, αλλά επίσης, και κυρίως, οι εξουσίες που έχουν δοθεί στο όργανο, τα καθήκοντά του και γενικά οι λειτουργίες του, ιδιαίτερα ως προς τη συγκεκριμένη φύση της πράξης (Sevastides v. The Electricity Authority of Cyprus
(1963)2 C.L.R. 497, 500, 501). Η έγερση ζητημάτων που προσελκύουν το ενδιαφέρον του κοινού δεν θεωρήθηκε αρκετή για να θεωρηθεί ότι η πράξη κείται εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου (Machlouzarides v. The Republic
(1985)3 C.L.R. 2342). Ο χαρακτήρας της πράξης παραμένει αναλλοίωτος, έστω κι' αν η απόφαση επηρεάζει παρεμπιπτόντως δικαιώματα του ευρύτερου κοινού, εφ΄όσον ο πρωταρχικός σκοπός της απόφασης είναι η ρύθμιση δικαιωμάτων ιδιωτικού δικαίου. Αποφάσεις του ίδιου οργάνου ή αρχής σε διαφορετικές περιοχές διοικητικής δράσης μπορούν να ανήκουν είτε στον τομέα του δημοσίου ή του ιδιωτικού δικαίου, ανάλογα με την ειδική φύση της απόφασης και του δημόσιου ενδιαφέροντος στο θέμα. Το κριτήριο δεν είναι κατά πόσο η νομοθεσία σύμφωνα με την οποία ελήφθη η επίδικη απόφαση εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό, αλλά κατά πόσο η συγκεκριμένη απόφαση εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό (Hellenic Bank Limited v. The Republic
(1986)3 C.L.R. 481, 486). Και στην υπόθεση Shoham (Cyprus) Ltd v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 404, στην οποία η Αρχή Λιμένων επέβαλε δικαιώματα στους εκεί αιτητές εκδίδοντας σχετικά τιμολόγια για την προσφορά λιμενικών διευκολύνσεων και υπηρεσιών σε σχέση με εμπορευματοκιβώτιο που ανήκε στους αιτητές, αποφασίστηκαν τα εξής: «Κατά την εξέταση του κατά πόσο μια πράξη της διοίκησης εμπίπτει εντός της δυνάμει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος δικαιοδοσίας πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη η φύση και ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης πράξης ή απόφασης. Αυτό το θέμα πρέπει να εξετάζεται επί της ουσίας και υπό τις περιστάσεις της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η υπόσταση του Οργάνου το οποίο έλαβε την απόφαση καθώς και οι περιστάσεις λήψης της. Είναι δυνατό για το ίδιο ΄Οργανο να ενεργεί είτε εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου ή εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου, ανάλογα με τη φύση της πράξης του. Αυτό που αποτελεί τον σημαντικό και αποφασιστικό παράγοντα είναι η φύση και ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης λειτουργίας, αντικείμενο της προσφυγής. ΄Οπου η λειτουργία του διοικητικού οργάνου έχει σαν πρωταρχικό σκοπό την προαγωγή δημοσίου σκοπού αυτός ο σκοπός έχει θεωρηθεί σαν χαρακτηριστικό πράξης ή απόφασης εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου (Βλ. Greek Registrar of the Co-Operative Societies etc. v. Nicolaides
(1965)3 C.L.R. 164, 170, 171 και Vakana v. Republic, 3 R.S.C.C. 91). Το ότι μια πράξη η οποία πρωτίστως επηρεάζει ιδιωτικά δικαιώματα μπορεί να ενταχθεί στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου λόγω κάποιου ιδιαίτερου συμφέροντος του κοινού στη σωστή εφαρμογή της συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης έχει τονιστεί στην Republic v. M.D.M. Estate Development Ltd
(1982)3 C.L.R. 642, 655 (απόφαση Ολομέλειας). Αυτό που είναι σχετικό για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης είναι κατά πόσο σε σχέση με τη συγκεκριμένη λειτουργία οι εφεσίβλητοι ενεργούσαν με την ιδιότητα "οργάνου, αρχής ή προσώπου ασκούντων εκτελεστικήν ή διοικητικήν λειτουργίαν", εντός της έννοιας του άρ. 146.1 του Συντάγματος (Bλ. Stamatiou v. The Electricity Authority of Cyprus, 3 R.S.C.C. 44, 45-46).». Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, σημειώνω ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου 14(Ι)/93, το ΧΑΚ αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου στo oπoίo καταρτίζovται κατ' απoκλειστικότητα oι χρηματιστηριακές συvαλλαγές επί κιvητώv αξιώv στη Δημoκρατία. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του ίδιου Νόμου, η γεvική επoπτεία τoυ ΧΑΚ αvατίθεται στo Υπoυργείo Οικovoμικώv και ασκείται από τov Υπoυργό διά Επιτρoπής η oπoία oρίζεται για τoν σκoπό αυτό. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου 14(Ι)/93, το ΧΑΚ διoικείται από τo Συμβoύλιo το οποίο έχει και την ευθύνη για εφαρμογή της πολιτικής του ΧΑΚ και το οποίο (Συμβούλιο), σύμφωνα με το άρθρο 11 του ίδιου Νόμου, απαρτίζεται από μέλη πoυ διoρίζovται από τo Υπoυργικό Συμβoύλιo έπειτα από πρόταση τoυ Υπoυργoύ Οικονομικών. Οι πρωταρχικοί σκοποί και αρμοδιότητες του ΧΑΚ απαριθμούνται στο άρθρο 5
(1)του Νόμου 14(Ι)/93 και περιλαμβάνουν τη λήψη τωv απαραίτητωv και τωv κατά περίπτωση εvδεδειγμέvωv μέτρωv για τηv αvάπτυξη της αγoράς αξιώv, καθώς επίσης τoν έλεγχo και τη ρύθμιση τωv συvαλλαγώv για κιvητές αξίες, την πρoώθηση της χρηματιστηριακής δραστηριότητας, την εvθάρρυvση της αvάπτυξης oμαλής και μεθoδικής αγoράς αξιώv, την καταστoλή τωv δόλιωv και αvάρμoστωv μεθόδωv χρηματιστηριακής συvαλλαγής και την παρoχή της δέoυσας πρoστασίας σε επεvδυτές και γεvικά στo κoιvό. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Νόμου 14(Ι)/93, το Συμβούλιο του ΧΑΚ έχει, μεταξύ άλλων, την εξουσία να oρίζει δικαιώματα επί συvαλλαγώv πoυ καταρτίζovται στo ΧΑΚ ή αvακoιvώvovται σε αυτό, όπως επίσης και άλλα δικαιώματα, τέλη και συvδρoμές (βλ. εδάφιο
(2)(ε)) και να επιβάλλει διοικητικά πρόστιμα στις περιπτώσεις που καθορίζονται στο εδάφιο
(3)του ίδιου άρθρου. Τα εισπραττόμενα ποσά αποτελούν έσοδα του ΧΑΚ σύμφωνα με το άρθρο 48 του Νόμου. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμoυ 27(I)/1996, στο ΧΑΚ ανατίθεται και η αρμοδιότητα προς σύσταση, διοίκηση και διαχείριση Κεντρικού Αποθετηρίου και Κεντρικού Μητρώου Αξιών. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Νόμου 27(Ι)/96, σκοπός της σύστασης του Κεντρικού Αποθετηρίου (στο οποίο καταχωρίζονται όλες οι κινητές αξίες που καθορίζονται στο άρθρο 6 του Νόμου), είναι, μεταξύ άλλων, η παρoχή τωv αvαγκαίωv υπηρεσιώv και η διασφάλιση σύγχρovωv τεχvικώv μέσωv με τη χρήση ηλεκτρovικώv υπoλoγιστώv και η καθίδρυση εvός κεvτρικoύ συστήματoς εκκαθάρισης χρηματιστηριακώv συvαλλαγώv, διεvέργεια πληρωμώv και είσπραξη χρημάτωv, συvαφώς πρoς τηv εκκαθάριση χρηματιστηριακώv συvαλλαγών. Για την καταχώρηση κινητών αξιών στο Κεντρικό Αποθετήριο καταβάλλονται από τους εκδότες δικαιώματα και συνδρομή (άρθρα 8 και 11 του Νόμου 27(Ι)/96). Συνεπώς το ΧΑΚ έχει εκ του νόμου αρμοδιότητα να επιβάλλει και απαιτεί από τους εκδότες διάφορα τέλη, όπως την ετήσια εισφορά εκδότη, την ετήσια χρέωση εκδοτών, τέλος για την τήρηση μητρώου, ετήσιο τέλος ηλεκτρονικής σύνδεσης εκδότη και τέλη συναλλαγών εκδότη (βλ. και Κανονισμό 88 των περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Κανονισμών του 1995, Κ.Δ.Π. 214/95). Τα επίδικα τέλη (ετήσιες συνδρομές εκδότη για μετοχές και χρεόγραφα/αξιόγραφα - Τεκμήρια 1, 3, 4 και 5 στην ένορκο δήλωση του κ. Φιλιππίδη, και ετήσια χρέωση για τήρηση μητρώου μετοχών και χρεογράφων/αξιογράφων - Τεκμήριο 2 στην ένορκο δήλωση του κ. Φιλιππίδη) επιβλήθηκαν, με βάση τα άρθρα 10
(2)(ε), 33 και 48 του Νόμου 14(Ι)/93, τα άρθρα 11
(1)και 8 του Νόμου 27(Ι)/96, καθώς και τον Κανονισμό 88 της Κ.Δ.Π. 214/95. Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι στο ΧΑΚ, το οποίο εποπτεύεται από το Κράτος, ανατέθηκαν λειτουργίες που έχουν ζωτική σημασία για την οικονομία του τόπου και την επενδυτική δραστηριότητα στην Κύπρο, με αποτέλεσμα αυτό να έχει ως πρωταρχικό στόχο την ευόδωση δημοσίων σκοπών, με το κοινό να διατηρεί ενδιαφέρον στην πραγμάτωση και ορθή εφαρμογή τους. Το ΧΑΚ κέκτηται επιπλέον αποφασιστικής αρμοδιότητας στον τομέα επιβολής τελών και χρεώσεων σε εκδότες εισηγμένων μετοχών και χρεογράφων/αξιογράφων, τα οποία αποτελούν μέρος των εσόδων του και τα οποία κάθε εισηγμένος εκδότης έχει εκ του νόμου υποχρέωση να καταβάλλει. Η πράξη επιβολής των τελών και χρεώσεων σχετίζεται, κατά την κρίση μου, με την προώθηση και εκπλήρωση των δημοσίων σκοπών που έχουν εναποτεθεί στο ΧΑΚ. Επιβάλλοντας τα εν λόγω τέλη και χρεώσεις το ΧΑΚ δεν έχει ως σκοπό τη ρύθμιση των ιδιωτικών δικαιωμάτων των εκδοτών αλλά ασκεί, κατά τη γνώμη μου, δημόσια εξουσία, μονομερώς, παράγουσα έννομα αποτελέσματα έναντι των εισηγμένων εκδοτών, δηλαδή υποχρεώσεις που δεν υφίσταντο πριν την έκδοση της πράξης, με άμεση ισχύ. Συνεπώς είναι η κατάληξή μου ότι οι αποφάσεις επιβολής των επίδικων τελών και χρεώσεων συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις. Σημειώνω εξάλλου, ότι στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου εντοπίζονται υποθέσεις που ως αντικείμενο είχαν την αναθεώρηση αποφάσεων του ΧΑΚ για επιβολή τελών παρόμοιας φύσης με τα επίδικα, χωρίς να είχε εγερθεί ένσταση ως προς τη φύση των πράξεων επιβολής τους (Τσιμεντοποιΐα Βασιλικού Λτδ ν. Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου
(2001)3(Β) Α.Α.Δ. 972, Υπόθ. Αρ. 884/04, Τρίαινα Επενδύσεις Λτδ ν. Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, ημερ. 25.1.07). Στην πρώτη μάλιστα υπόθεση (Τσιμεντοποιΐα Βασιλικού), τα τέλη που επιβλήθηκαν δυνάμει του Πίνακα στον οποίο ο Κανονισμός 88
(2)της Κ.Δ.Π. 214/15 παραπέμπει χαρακτηρίστηκαν ως «φορολογία». Τέλος, σημειώνω ότι σύμφωνα με το άρθρο 191Α του Νόμου 14(Ι)/93, οι αποφάσεις του Συμβουλίου υπόκεινται στο ένδικο μέσο της Προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, αναγνωρίζοντας βεβαίως ότι τούτο δεν θα είχε από μόνο του αποφασιστική σημασία σε σχέση με τη φύση της πράξης επιβολής των επίδικων τελών (βλ., κατ' αναλογία, Westpark Ltd v. Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ. 897). Της πιο πάνω κατάληξης δοθείσας, και λαμβάνοντας υπόψη ότι εναντίον των επίδικων πράξεων επιβολής των τελών και χρεώσεων δεν ασκήθηκε Προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, τα τέλη κατέστησαν απαιτητά με αγωγή, στα πλαίσια της οποίας η νομιμότητα της απόφασης για την επιβολή τους δεν μπορεί να αμφισβητηθεί (Marketrends Financial Services v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 223, Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408, Amazing Trading Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1136). Το γεγονός, βέβαια, ότι τα τέλη που επιβλήθηκαν επιχειρείται να εισπραχθούν με αγωγή, ουδόλως διαφοροποιεί τα πράγματα, αφού η διεκδίκηση της καταβολής των τελών με αγωγή δεν εξουδετερώνει την προέλευση του δικαιώματος, ούτε αλλοιώνει το γεγονός ότι η πράξη που στοιχειοθετεί το δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας συνυφασμένης με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημόσιου δικαίου (Χρίστου ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1847). Με δεδομένο ότι όλα όσα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση του κ. Κουντούρη προς τον σκοπό κατάδειξης ύπαρξης υπεράσπισης στην αγωγή αφορούν σε ισχυρισμούς που άπτονται της νομιμότητας των πράξεων επιβολής των επίδικων τελών και χρεώσεων και έκδοσης των τιμολογίων, ισχυρισμοί που για τους λόγους που πιο πάνω εξήγησα δεν μπορεί να τύχουν εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, κρίση μου είναι ότι η καθ' ης η αίτηση έχει αποτύχει να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να δείξει άλλους λόγους που είναι ικανοί να της δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω κρίνω ότι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις προς έκδοση συνοπτικής απόφασης. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €4.803, 39 (ως η παρ. Α της έκθεσης απαίτησης), με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής (ως η διαζευκτική αξίωση στην παρ. Β της έκθεσης απαίτησης[21]), πλέον το ποσό των €16.204,67 (ως η παρ. Γ της έκθεσης απαίτησης), με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής (ως η διαζευκτική αξίωση στην παρ. Δ της έκθεσης απαίτησης[22]), πλέον δικηγορικά έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Παραπέμποντας στις Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818. [2] Atlaspantou Co Ltd v. Angelos Nicolaides Holdings Ltd, Πολ. Εφ. 21/12, ημερ. 17.12.13, στην οποία υιοθετήθηκε σχετικό απόσπασμα από τη απόφαση του Έντιμου Ναθαναήλ Δ. στην υπόθεση S.M. Loizides Agencies Ltd v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 1280. [3] Sensus Gymnasium Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 27/10, ημερ. 4.9.13, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, 413, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818, 824-825. [4] Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, 793. [5] Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, 789, Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135. [6] CY.E.M.S. CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897 και Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333. [7] Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, 413. [8] Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, καθώς και στην υπόθεση Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. [9] Banque de Paris et des Pays-Bas (Suisse) SA v. de Naray [1984] 1 Lloyd's Rep. 21, 23, Bhogal v. Punjab National Bank v. Punjab National Bank [1988] 2 All E.R. 296, 303 και Standard Chartered Bank v. Yaacoub [1990] CA Transcript
  2. [10] Ως αναφέρεται στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 264, «Leave to defend should be given where a difficult question of law is raised.» [11] Ως αναφέρεται στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 265, «Where, however, the law was clear, e.g., where the words of the statute under which the action was brought clearly made the defendants liable, leave to defend was refused.» [12] Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074. [13] Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β Α.Α.Δ.
  1. [14] Στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 265 αναφέρεται ότι «Once a reasonable ground of defence is shown there is no power under O. 14 " to go into the merits of the case at all "». [15] Δ.18 Θ.4 και Α. Καμένος κ.α. ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ.102/2011, ημερ. 22.7.
  2. [16] Δ.18 Θ.
  3. [17] Στην υπόθεση Pathè Fréres Cinema Ltd. v. United Electric Theatres Limited [1914] 3 K.B. 1253 (η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 138, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, 792, Παύλου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1051, 1055-1056 και Σπηταλιώτης κ.α. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1113, 1118), ο Δικαστής Buckley L.J. είπε τα εξής: «In the present case the plaintiffs are a company; they cannot swear; somebody must therefore do it for them. The affidavit is made by a clerk in their employ; he describes himself as a clerk of the plaintiffs and in their employ and says that the facts are within his own knowledge; that, in my opinion, brings this affidavit reasonably within the rule. I think the affidavit complies with the requirements of the rule.» [18] Κυριάκου ν. Αναστασίου, Πολ. Εφ. 230/09, ημερ. 22.1.13. [19] Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι πριν την τροποποίηση του Συντάγματος με τον περί της Όγδοης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 2015, Ν.130(Ι)/2015. [20] Βλ. άρθρο 9 του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2002, Ν. 87(Ι)/2002. [21] Βλ. άρθρο 33
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. [22] Βλ. άρθρο 33
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.