ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΔΑΜΙΔΗ ν. ΕΥΗΣ ΜΟΥΞΟΥΡΗ, Αρ. Αγωγής: 10648/2010, 31/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A301 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10648/2010 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΔΑΜΙΔΗ Ενάγοντα και ΕΥΗΣ ΜΟΥΞΟΥΡΗ Εναγόμενης ------------------ Αίτηση Ενάγοντα ημερομηνίας 19.9.2017 για Παράταση του Χρόνου Ένορκης Αποκάλυψης Εγγράφων 31 Οκτωβρίου,
- Εμφανίσεις: Ενάγοντας/Αιτητής παρών αυτοπροσώπως Για Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση: κ. Παπαθεοδώρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, στις 21.2.2014, στην παρουσία του Ενάγοντα και κατόπιν αιτήματος και των δύο πλευρών, εκδόθηκε διάταγμα ένορκης αποκάλυψης εγγράφων. Είχαν δοθεί ταυτόχρονα οδηγίες όπως οι σχετικές ένορκες δηλώσεις καταχωρηθούν μέχρι 11.4.2014, οπόταν και η υπόθεση ορίστηκε ξανά για προγραμματισμό. Καμία πλευρά συμμορφώθηκε με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Στις 11.4.2014, σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου, εμφανίστηκε εκ μέρους του Ενάγοντα κάποια δικηγόρος με το όνομα κα Κώστα η οποία, από κοινού με το δικηγόρο της Εναγόμενης, αιτήθηκε παράταση χρόνου για καταχώρηση των ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων. Το Δικαστήριο έδωσε παράταση χρόνου 60 ημερών και όρισε την υπόθεση για ακρόαση σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Η πλευρά της Εναγόμενης καταχώρησε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου στις 11.6.
- Ο Ενάγοντας δεν καταχώρησε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων και αυτό διαπιστώθηκε στις 13.9.3017, οπόταν και το Δικαστήριο είχε προγραμματίσει την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίσης Αίτησης, με την οποία ο Ενάγοντας ζητά παράταση χρόνου για να προβεί στην ένορκη αποκάλυψη. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτησή του αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η δικηγόρος η οποία φαίνεται να είχε εμφανιστεί στο Δικαστήριο εκ μέρους του στις 11.4.2014, το είχε κάνει χωρίς τη γνώση του και χωρίς να την είχε εξουσιοδοτήσει να τον εκπροσωπήσει. Προσθέτει ότι έχει στην κατοχή του έγγραφα τα οποία προτίθεται να παρουσιάσει κατά την μαρτυρία του και καταλήγει ότι είναι «προς το συμφέρον της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα». Η Αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Εναγόμενης. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλει περιλαμβάνουν το ότι η Αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας, ότι η νομική της βάση είναι ελλιπής, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος και ότι είναι ασυμβίβαστο ο Ενάγοντας, ο οποίος τυγχάνει να είναι δικηγόρος, να εκπροσωπεί τον εαυτό του στη διαδικασία. Έχω μελετήσει την Αίτηση και ένσταση, τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων της κάθε πλευράς και τις αυθεντίες στις οποίες οι διάδικοι έχουν παραπέμψει. Όπως είναι καλά γνωστό, η Δ.28 θ.1 παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια[1] να διατάξει τους διάδικους σε μια αγωγή να προβούν σε ένορκη αποκάλυψη των εγγράφων που έχουν στην κατοχή ή τον έλεγχό τους και που είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Ο σκοπός διαταγής για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων είναι να τεθούν ενώπιον της αντίδικης πλευράς τα έγγραφα επί των οποίων ένας διάδικος θα βασιστεί και που θα επικαλεστεί κατά την ακρόαση. Μέσω της αποκάλυψης αποτρέπεται ο αιφνιδιασμός κατά την ακροαματική διαδικασία της άλλης πλευράς, αλλά παρέχεται και η δυνατότητα στην άλλη πλευρά να εκτιμήσει σωστά τη δύναμη της υπόθεσής της ενόψει των εγγράφων που αποκαλύπτονται[2]. Όπως δε καθορίζει η Δ.28 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, παράλειψη συμμόρφωσης με διάταγμα αποκάλυψης συνεπάγεται την παρεμπόδιση διαδίκου να παρουσιάσει ως μαρτυρία έγγραφο το οποίο δεν αποκάλυψε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ενάγοντας δεν συμμορφώθηκε με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.2.2014 για να προβεί σε ένορκη αποκάλυψη εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Σημειώνω ότι ο ίδιος ήταν προσωπικά παρών την ημέρα που είχε εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα και συνεπώς γνώριζε τόσο για την έκδοσή του (που έγινε μετά και από δικό του αίτημα) όσο και για την προθεσμία που είχε ταχθεί για σκοπούς συμμόρφωσης. Για λόγους που το Δικαστήριο δεν γνωρίζει, δεν συμμορφώθηκε με το εκδοθέν διάταγμα εντός της ταχθείσας προθεσμίας και δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο στις 11.4.2014 οπόταν η αγωγή είχε επαναοριστεί για προγραμματισμό. Κατά την ημερομηνία εκείνη, σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου, είχε εμφανιστεί εκ μέρους του δικηγόρος η οποία είχε ζητήσει παράταση χρόνου για να προβεί ο Ενάγοντας σε ένορκη αποκάλυψη. Το αίτημά της ικανοποιήθηκε από το Δικαστήριο το οποίο παρέτεινε το χρόνο που είχε αρχικά καθορίσει κατά 60 περαιτέρω ημέρες. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η δικηγόρος η οποία εμφανίστηκε εκ μέρους του στο Δικαστήριο εκείνη τη δικάσιμο, το έπραξε χωρίς τη γνώση και χωρίς τη συγκατάθεσή του. Η θέση αυτή του Ενάγοντα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.4.2014 συνιστά τον αδιαμφισβήτητο οδηγό για τα όσα έχουν διαδραματιστεί κατά τη συγκεκριμένη δικάσιμο[3]. Επομένως, θεωρώ δεδομένο ότι στις 11.4.2014 εμφανίστηκε στο Δικαστήριο εκ μέρους και για λογαριασμό του Ενάγοντα, συγκεκριμένη δικηγόρος η οποία αιτήθηκε παράταση χρόνου για ένορκη αποκάλυψη από μέρους του, αίτημα το οποίο ικανοποιήθηκε. Ένας από τους λόγους ένστασης που προβάλλει η πλευρά της Εναγόμενης αφορά το ότι ο Ενάγοντας δεν έχει συμπεριλάβει στη νομική βάση της Αίτησής του τις σχετικές διατάξεις των Δ.57 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στη νομική βάση της Αίτησής του, ο Ενάγοντας αναφέρει μόνο τις Δ.28 Θ.1 και Δ.48 Θ8
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Επί αυτού σημειώνω ότι η Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχει καταργήσει τη διάκριση μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, που καθιστά τη διαδικασία άκυρη, και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά τη διαδικασία παράτυπη. Η Δ.64 παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια διάσωσης, στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία υπό άλλες συνθήκες θα θεωρούνταν άκυρα[4], με τον περιορισμό όμως ότι δεν μπορούν να θεραπευτούν θεμελιώδεις παραλείψεις. Στην υπό κρίση Αίτηση, η παράλειψη του Ενάγοντα να συμπεριλάβει στη νομική βάση της Αίτησής του τις σχετικές διατάξεις των Δ.57 και Δ.64 δεν συνιστά, κατά την κρίση μου, θεμελιώδη παράλειψη, αλλά απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη[5]. Σταθμίζω, μεταξύ άλλων, τη φύση της παράλειψης και τον τρόπο με τον οποίο θα επηρεαστεί η κάθε πλευρά σε περίπτωση απόρριψης της Αίτησης ένεκα αυτής της παρατυπίας. Λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη την απουσία οποιουδήποτε δυσμενούς επηρεασμού της πλευράς της Εναγόμενης, κρίνω ότι η απόρριψη της Αίτησης εξαιτίας αυτής της παράλειψης θα ήταν εσφαλμένη. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα απαλλαγής από την συγκεκριμένη παρατυπία[6]. Σε σχέση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης, σημειώνω ότι δεν διακρίνω κώλυμα στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης από τον Ενάγοντα, ένεκα του γεγονότος ότι εκπροσωπεί τον εαυτό του στη διαδικασία. Ο Ενάγοντας επέλεξε να χειριστεί την υπόθεσή του μόνος του, χωρίς να διορίσει δικηγόρο για να τον εκπροσωπήσει. Αυτό συνιστά δικαίωμα του κάθε διαδίκου. Το γεγονός ότι ο Ενάγοντας τυγχάνει να είναι δικηγόρος δεν του αποστερεί το δικαίωμα αυτό. Η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από την περίπτωση όπου δικηγόρος, ο οποίος εκπροσωπεί και εμφανίζεται εκ μέρους διάδικου σε μια υπόθεση, καθίσταται στην πορεία μάρτυρας γεγονότων στην ίδια υπόθεση. Προχωρώντας, παρά τις περί του αντιθέτου αναφορές τόσο στην ένσταση της Εναγόμενης όσο και στην αγόρευση του συνηγόρου της ότι η ακρόαση της υπόθεσης έχει ξεκινήσει, αυτό δεν ισχύει. Ο Ενάγοντας δεν έχει ξεκινήσει να καταθέτει ούτε έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία στο Δικαστήριο προς απόδειξη της απαίτησης του. Ενόψει κυρίως αυτού του δεδομένου, κρίνω ότι καμία βλάβη θα υποστεί η Εναγόμενη εάν επιτραπεί στον Ενάγοντα παράταση χρόνου για να προβεί σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. Αντίθετα, κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως δοθεί η αιτούμενη παράταση, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη ότι ο Ενάγοντας θα εμποδίζεται να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο κατά την ακρόαση το οποίο δεν έχει αποκαλύψει ενόρκως. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ορθό όπως παραχωρηθεί στον Ενάγοντα η αιτούμενη παράταση και η Αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παρατείνεται ο χρόνος εντός του οποίου ο Ενάγοντας να προβεί σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων που έχει στην κατοχή του και που είναι σχετικά με την υπόθεση, για 5 (πέντε) ημέρες από σήμερα. Παραμένει το θέμα των εξόδων. Η Αίτηση καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα, αφού το αρχικό διάταγμα αποκάλυψης εκδόθηκε στις 21.2.2014. Η ευθύνη για το χρόνο που έχει μεσολαβήσει από τότε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης βαραίνει αποκλειστικά και μόνο τον Ενάγοντα. Ο κάθε διάδικος έχει την υποχρέωση να συμμορφώνεται με συνέπεια και έγκαιρα στις δικονομικές του υποχρεώσεις και δεν είναι ορθό ούτε και δίκαιο να αποκομίζει οποιοδήποτε όφελος από την πλημμέλεια, αδιαφορία ή ασυνέπειά του. Επομένως, παρά την επιτυχία της Αίτησης, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ..................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τυλληρή ν Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 2271 [2] National Bank of Greece S.A. v. Mitsides and Another
(1962)1 C.L.R. 40, G. A. P. Navigation Ltd v. Merzario Marritimes SRL
(1998)1 ΑΑΔ 1624 και Τυλληρής ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 2271 [3] Σχετική η Παναγιώτης Παναγιώτου Μαυρουδή ν Global Consolidated Resources Ltd, Πολιτική Έφεση 188/2010 ημερομηνίας 4.6.2015 [4] Γιάννη ν Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334, Δημοκρατία ν Lion Ins. Agency Ltd
(1995)3 A.A.Δ. 338 και Panayiotis Georghiou (Catering Ltd) κ.ά. ν Δημοκρατίας
(1996)3 A.A.Δ. 323 [5] Σχετική η Metroinvest Ansalt and Others v Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513 [6] Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν Παναγιώτου
(1999)1Α ΑΑΔ 366 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο