← Κύπρος

Αναφορικά με την SCM FINANCIAL OVERSEAS LIMITED, Αρ. Αίτησης:1045/16, 18/10/2017

Αναφορικά με την SCM FINANCIAL OVERSEAS LIMITED, Αρ. Αίτησης:1045/16, 18/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A273 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης:1045/16 Αναφορικά με την SCM FINANCIAL OVERSEAS LIMITED - και - Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 Αίτηση εκ μέρους της Εταιρείας SCM Financial Overseas Ltd ημερομηνίας 20.12.16 για παραμερισμό Αίτησης Εκκαθάρισης που καταχώρισε εναντίον της η Εταιρεία Raga Establishment Ltd Ημερομηνία: 18 Οκτωβρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια Εταιρεία: κ. Μ. Δράκος για Κώστα Τσιρίδη & Σία ΔΕΠΕ (κ. Α. Ερωτοκρίτου για να ακούσει απόφαση). Για Καθ΄ ης η Αίτηση Εταιρεία: κ. Μ. Κυριακίδης για Χάρη Κυριακίδη ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Εταιρεία Raga Establishment Ltd (που στο εξής θα αναφέρεται ως "Raga"), καταχώρισε στις 25.11.16 Αίτηση με την οποία αξιώνει διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τίθεται υπό εκκαθάριση, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, η Εταιρεία SCM Financial Overseas Ltd (που στο εξής θα αναφέρεται ως "SCM"). Η Νομική βάση της Αίτησης εκκαθάρισης παρατίθεται αυτολεξεί: «Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στον Περί Εταιρειών Νόμο (Κεφ. 113), άρθρα 209, 210, 211(ε), 212 (α), 212(γ), 212(δ), 213, 214 και 216, στους περί Εταιρειών Θεσμούς Κανονισμοί, κ. 3, 4, 6 και 8, στους Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Θεσμούς 1933 -1938, Κανονισμός 92 και επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1-9 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.» Σύμφωνα με το περιεχόμενο της Αίτησης, η Raga έχει απαίτηση εναντίον της SCM για το ποσό των ΔΗΠ 760,566,951, το οποίο αντιστοιχεί σε δύο απλήρωτες δόσεις από το συνολικό τίμημα που συμφωνήθηκε να καταβληθεί δυνάμει Συμφωνίας Αγοράς Μετοχών ημερ. 3.6.
  2. Στην Αίτηση γίνεται αναφορά στις λεπτομέρειες της Συμφωνίας και στην κατ΄ ισχυρισμόν παράβαση αυτής από την SCM. Αναφέρεται ακόμη ότι η Raga έχει εκπληρώσει πλήρως τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ενώ αναφορά γίνεται και σε ειδική πρόνοια που υπάρχει στη Συμφωνία, η οποία απαγορεύει τον συμψηφισμό και η οποία προβλέπει ότι: ««...Κανένα μέρος δεν θα έχει δικαίωμα να συμψηφίζει οποιαδήποτε απαίτηση που εγείρεται από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος υπό ή σε σχέση με την παρούσα Συμφωνία έναντι απαίτησης που έχει το ίδιο εναντίον του α)1ου συμβαλλόμενου Μέρους, ανεξάρτητα από το αν τέτοια ανταπαίτηση έχει προκύψει υπό ή σε σχέση με τη Συμφωνία.»» Υπάρχει επίσης ισχυρισμός, ότι η SCM αναγνώρισε την ευθύνη της σε σχέση με το υπόλοιπο του τιμήματος, κάτι που φαίνεται, ως αναφέρεται, και στις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της για το έτος που έληξε στις 31.12.
  3. Στην παράγραφο 20 της Αίτησης γίνεται αναφορά ότι η Αιτήτρια έχει μια ξεκάθαρη απαίτηση εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση για το ποσό που ανέρχεται σε ΔΗΠ 760,566,
  4. Σε σχέση με την αδυναμία της SCM να καταβάλει τα χρέη της, καταγράφονται τα ακόλουθα στην Αίτηση: «
  5. Από τις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις λογαριασμών της Εταιρείας που αφορούσε τα οικονομικά έτη που έληξαν την 31η Δεκεμβρίου 2014 (οι «ΕΟΚ 2014») και 31η Δεκεμβρίου 2013 (οι «ΕΟΚ 2013») προκύπτει ότι: 21.
  6. Περί τις 13 Νοεμβρίου 2014, η Εταιρεία διέθεσε προς όφελος συνδεδεμένου νομικού προσώπου που επίσης ανήκει στον Όμιλο SCM, ποσοστό 44,3134% της SCM Ltd, δηλαδή του κύριου της περιουσιακού στοιχείου, έναντι ανταλλάγματος μόλις ΔΗΠ 21,323, που αντιπροσωπεύει μια ζημιά (loss) που ανέρχεται σε ΔΗΠ 937 εκατομμύρια. Σημειωτέο ότι μόλις το προηγούμενο έτος, η Εταιρεία πώλησε ποσοστό 3,4% στην ίδια θυγατρική εταιρεία, την SCM Ltd, για πάνω από ΔΗΠ 666 εκατομμύρια, καταγράφοντας στις ΕΟΚ 2013 σημαντικό κέρδος πάνω από ΔΗΠ 525 εκατομμύρια. 21.
  7. Η συνολική οικονομική κατάσταση της Εταιρείας επιδεινώθηκε δραματικά κατά τη διάρκεια του 2014, με την αξία των συνολικών περιουσιακών της στοιχείων να μειώνεται κατά περισσότερο από ΔΗΠ 2,4 δισεκατομμύρια και τα μετρητά και τα τραπεζικά υπόλοιπα της να μειώνονται κατά ΔΗΠ 32 εκατομμύρια (που αντιπροσωπεύουν σχεδόν το σύνολο των τότε υφιστάμενων ταμειακών αποθεμάτων της Εταιρείας). 21.
  8. Οι τρέχουσες υποχρεώσεις της Εταιρείας υπερβαίνουν το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων κατά ΔΗΠ 335 εκατομμύρια. 21.
  9. Η Εταιρεία υπέστη επίσης μια συνολική ζημιά κατά τη διάρκεια του 2014 πάνω από ΔΗΠ 2,4 δισεκατομμύρια. 21.
  10. Οι ΕΟΚ 2014 εκφράζουν ανησυχία ως προς το κατά πόσον η Εταιρεία μπορεί να συνεχίσει ως δρώσα οικονομική μονάδα (σελίδα 19). Δηλώνουν ότι η Εταιρεία είχε ζημιές άνω των ΔΗΠ 1.5 δισεκατομμυρίων και ότι οι τρέχουσες υποχρεώσεις της, στις 31 Δεκεμβρίου 2014, υπερέβησαν το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων κατά ΔΗΠ 335,616,
  11. Αναφέρονται σε μια ρύθμιση σύμφωνα με την οποία «όπου απαιτείται, τα κεφάλαια θα προέρχονται από μια οντότητα υπό κοινό έλεγχο ... Η εταιρεία υπό κοινό έλεγχο έχει αναλάβει την υποχρέωση να παρέχει στην Εταιρεία εάν είναι απαραίτητο με οικονομική και άλλη υποστήριξη έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η Εταιρεία να διεξάγει τις δραστηριότητες της και εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της όταν αυτές γίνουν απαιτητές. Ως εκ τούτου, οι Διοικητικοί Σύμβουλοι θεωρούν ότι η Εταιρεία θα συνεχίσει ως δρώσα οικονομική μονάδα και ότι οι οικονομικές καταστάσεις είναι κατάλληλα προετοιμασμένες» [η υπογράμμιση δική μας]. 21.
  12. Επειδή στη βάση των πιο πάνω δεδομένων η Εταιρεία ήταν αναξιόχρεη (insolvent) και συνεπώς δεν μπορούσε να συνεχίσει ως δρώσα οικονομική μονάδα (going concern), οι διοικητικοί της σύμβουλοι έκριναν ότι θα μπορούσε να συνεχίσει στη βάση μιας δέσμευσης που βασιζόταν σε απόρρητους όρους από μια συνδεδεμένη εταιρεία της SCM που δεν αποκαλύπτεται στις ΕΟΚ
  13. Στις ΕΟΚ 2104 καταγράφεται ότι η εταιρεία υπό κοινό έλεγχο «δεσμεύτηκε να δώσει στην [Εταιρεία], αν είναι αναγκαίο, με οικονομική και ό)1η υποστήριξη για να καταστήσει δυνατή την εκτέλεση εργασιών από την [Εταιρεία] και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της όταν καταστούν ληξιπρόθεσμες» 21.
  14. Προκύπτει από τις ΕΟΚ 2014 ότι τουλάχιστον χωρίς τη δέσμευση για οικονομική στήριξη από συνδεδεμένο πρόσωπο, είναι αφερέγγυα και δεν μπορεί να συνεχίσει ως δρώσα οικονομική μονάδα. 21.
  15. Εντούτοις σήμερα η Εταιρεία δια διευθυντή της διατείνεται ότι η εν λόγω δέσμευση δεν είχε σκοπό να ήταν νομικά δεσμευτική και ήταν μη νομικά δεσμευτική και ότι, περαιτέρω, ήταν για περιορισμένη περίοδο με ελάχιστη περίοδο 12 μηνών από την ημερομηνία που οι οικονομικές καταστάσεις είχαν εγκριθεί από τους διευθυντές. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι 12 μήνες έληξαν στις 25 Ιουνίου 2016 και ότι δεν είναι βέβαιο ποιες δηλώσεις υποστήριξης θα συμπεριληφθούν, και αν θα συμπεριληφθούν, στις οικονομικές καταστάσεις του
  16. 21.
  17. Συνεπώς, η PwC Cyprus, ελεγκτές της Εταιρείας, βασίστηκαν σε δέσμευση της SCM Limited να καλύψει την Εταιρεία σε σχέση με τα χρέη της, η οποία δέσμευση, κατ' επιγενόμενο ισχυρισμό της Εταιρείας, δεν είναι νομικά δεσμευτική και δεν είναι περιουσιακό στοιχείο της Εταιρείας.
  18. Ως προκύπτει από προσχέδιο οικονομικών καταστάσεων της Εταιρείας για την περίοδο που έληξε 31 Δεκεμβρίου 2015, αντίγραφο των οποίων έχει δοθεί στην Αιτήτρια, η οικονομική κατάσταση της Εταιρείας έχει επιδεινωθεί.
  19. Περαιτέρω, από τις πιο πρόσφατες οικονομικές καταστάσεις της Ukrtelecom για την περίοδο που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2015 προκύπτει ότι οι υφιστάμενες υποχρεώσεις της (UAH 2,295,526 (σελ. 2) υπερβαίνουν τα περιουσιακά της στοιχεία, τα οποία είναι UAH 1,632,136 (σελ. 1). Υπάρχει δε και σχετική αναφορά στην έκθεση των ελεγκτών, με την οποία διατυπώνονται οι ανησυχίες τους (βλ. τελευταία παράγραφος σελ. 2).
  20. Από ένορκη δήλωση που έχει καταχωριστεί από τον κ. Λεωνίδα Κυπριανού, διευθυντή της Εταιρείας, η οποία καταχωρίστηκε στο πλαίσιο διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον της Εταιρείας σε Δικαστήριο του Λονδίνου, προκύπτει ότι ο ίδιος ο διευθυντής της Εταιρείας δεν τοποθετείται για την πραγματική αξία της Ukrtelecom.
  21. Από αλληλογραφία που έχει ανταλλαγεί μεταξύ δικηγόρων της Αιτήτριας και της Εταιρείας, προέκυψε ότι το μόνο άλλο περιουσιακό στοιχείο της Εταιρείας, μια εταιρεία που άνηκε στην Εταιρεία και ονομάζεται Pluscom Holdings Limited και η οποία φαίνεται να είχε αξία 150 εκατομμυρίων ΔΗΠ στις 31 Δεκεμβρίου 2014, έχει πωληθεί σε συνδεδεμένο μέρος έναντι 200.000 ΔΗΠ, γεγονός που μάλιστα δεν αποκαλύφθηκε από τον Λεωνίδα Κυπριανού, κατά παράβαση του διατάγματος αποκάλυψης περιουσίας.
  22. Η Εταιρεία, με δική της παραδοχή παρουσιάζεται αναξιόχρεη και ως αδυνατούσα να πληρώσει το χρέος της προς την Raga, το οποίο εν τω μεταξύ αναγνωρίζει στο σύνολο του στις ΕΟΚ 2013 και ΕΟΚ
  23. Επανειλημμένα παρουσίασε τον εαυτό της (και τον όμιλο SCM) ως δραστικά επηρεασμένο από την ουκρανική διαμάχη με τη Ρωσία και την κρίση που προέκυψε.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Εν κατακλείδι, είναι η θέση της ότι: «28.1 Η Εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά τον χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα. 28.2 Η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της Εταιρείας είναι μικρότερη από το ποσό των υποχρεώσεών της.» Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Ελένης Κυρίσαββα, η οποία δηλώνει ότι είναι η μόνη Διοικητικός Σύμβουλος της Αιτήτριας και δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Ουσιαστικά υιοθετεί το περιεχόμενο της κυρίως Αίτησης και παραπέμπει σε έγγραφα τα οποία επισυνάπτει ως Τεκμήρια στην ένορκη της δήλωση. Η SCM καταχώρισε στις 20.12.16 την υπό εκδίκαση Αίτηση με την οποία αξιώνει: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διαγράφεται και/ή απορρίπτεται και/ή παραμερίζεται η αίτηση εκκαθάρισης, με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, που κατέθεσε η Raga Establishment Limited την 25/11/2016.» Η Νομική βάση της Αίτησής της παρατίθεται αυτολεξεί: «Η αίτηση βασίζεται στις συμφυείς/σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου, στην Δ.19, Θ.26, Δ.27, Θ.3, Δ.48, ΘΘ. 1-13, και Δ.64, ΘΘ. 1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 209, 210, 211(ε), 212(α), 212(γ), 212(δ), 213, 214, 216, 324

(1), 333 και 372 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς κ. 3, 4, 5, 6 και 8, και στους Περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμούς του 1993, Κανονισμός 92.» Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Λεωνίδα Κυπριανού, ο οποίος δηλώνει ότι είναι ένα από τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας SCM Financial Overseas Ltd και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Η Raga καταχώρισε στις 20.2.17 Ένσταση, η οποία βασίζεται στους ακόλουθους λόγους: «
(1)Η Αίτηση είναι παράτυπη ή και αβάσιμη ή και αποζητά θεραπεία που δεν μπορεί να αποδοθεί με το συγκεκριμένο δικονομικό μέσο.
(2)Η Αίτηση δεν δύναται να αποφασιστεί στο παρόν στάδιο εφόσον, εδράζεται επί αμφισβητούμενων γεγονότων και όχι καθαρών νομικών ή πραγματικών γεγονότων και κατά συνέπεια, μόνο στα πλαίσια της κυρίως αίτησης και εκδίκασης αυτής μπορεί να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα ως παρατίθενται στην παρούσα αίτηση.
(3)Η αίτηση είναι καταχρηστική και προωθείται δια αλλότριους και δόλιους σκοπούς.
(4)Δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση ή και καλόπιστη αμφισβήτηση χρέους από την SCM.
(5)Περαιτέρω ή και διαζευκτικά, οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοιες που επιτρέπουν στο Σεβαστό Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αποφασίσει την αίτηση παράλληλα με την υπόσταση ή όχι του χρέους. Όλα τα σχετικά στοιχεία έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς τούτο.
(6)Ουδέν στοιχείο παρατίθεται που να δικαιολογεί τη θέση ότι η SCM είναι φερέγγυα». Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Ελένης Κυρίσσαβα, η οποία είναι το ίδιο πρόσωπο που υπογράφει την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση Εκκαθάρισης. Η ένορκη της δήλωση καταλαμβάνει 16 δαχτυλογραφημένες σελίδες. Έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο αυτής, το οποίο δεν χρειάζεται να παραθέσω στην παρούσα Απόφαση. Ενδεικτικά και μόνο παραθέτω τις παραγράφους 35-37 από την εν λόγω ένορκη δήλωσή της: «35. Επιθυμώ να θέσω σε γνώση του Δικαστηρίου την πιο ουσιώδη πτυχή της καταχρηστικής συμπεριφοράς της SCM, η οποία έγκειται στο εξής: 35.1 Ως έχω αναφέρει ανωτέρω, από αλληλογραφία που έχει ανταλλαγεί μεταξύ δικηγόρων της Αιτήτριας και της Εταιρείας, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω στην Ένορκη Δήλωση Αίτησης Εκκαθάρισης ως Τεκμήριο 16, προέκυψε ότι το μόνο άλλο περιουσιακό στοιχείο της Εταιρείας, μια εταιρεία που άνηκε στην Εταιρεία και ονομάζεται Pluscom Holdings Limited και η οποία φαίνεται να είχε αξία 150 εκατομμυρίων ΔΗΠ στις 31 Δεκεμβρίου 2014, έχει πωληθεί σε συνδεδεμένο μέρος έναντι 200.000 ΔΗΠ. 35.2 Αυτό το γεγονός αποσιωπήθηκε και δεν είχε αποκαλυφθεί από τον Λεωνίδα Κυπριανού, παρά το γεγονός ότι είχε εκδοθεί δικαστικό διάταγμα αποκάλυψης περιουσίας, στο οποίο «συμμορφώθηκε», χωρίς όμως να αποκαλύψει αυτή την αποξένωση. Το ζήτημα αυτό αποκαλύφθηκε από τη Raga, αφού εντοπίστηκε αντίφαση σε έγγραφα που είχε παρουσιάσει, με αποτέλεσμα να εξαναγκαστεί να αποκαλύψει την δόλια αποξένωση εκ των υστέρων. Σε σχέση με αυτή του την παράλειψη, η Raga επιφυλάσσει κάθε νόμιμο δικαίωμα. 35.3 Η αποξένωση της Pluscom έγινε στις 27/5/2016 σε συνδεδεμένη εταιρεία και, εξ όσων συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους της Raga, έγινε υπό συνθήκες που συνιστούν δόλια προτίμηση με βάση τις διατάξεις του Περί Εταιρειών Νόμου. 35.4 Εξ όσων συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους της Raga, το άρθρο 301
(1)του Κεφ. 113 προνοεί ότι οποιαδήποτε μεταβίβαση, επιβάρυνση, υποθήκη, παράδοση αγαθών, πληρωμή, εκτέλεση ή άλλη πράξη που σχετίζεται με ιδιοκτησία που έγινε από ή εναντίον εταιρείας μέσα σε έξι μήνες πριν από την έναρξη της εκκαθάρισης της, που, αν εγίνετο από ή εναντίον φυσικού προσώπου μέσα σε έξι μήνες πριν από την αίτηση πτώχευσης κατά την οποία κηρύχτηκε σε πτώχευση, θα λογιζόταν στην πτώχευση του ως δόλια προτίμηση, στην περίπτωση εκκαθάρισης της εταιρείας λογίζεται δόλια προτίμηση των πιστωτών της και ακολούθως ακυρώνεται: 35.5 Η αίτηση εκκαθάρισης υποβλήθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός του διαστήματος των έξι μηνών. 35.6 Απώτερος στόχος της SCM με την αίτηση είναι να απορριφθεί η κυρίως αίτηση, με αποτέλεσμα, αν και εφόσον εγερθεί εκ νέου στο μέλλον, να μην είναι δυνατή η επίκληση της πιο πάνω πρόνοιας που επιτρέπει στον εκκαθαριστή να ακυρώσει αποξενώσεις που έγιναν κατά τρόπο καταδολιευτικό με βάση το πιο πάνω άρθρο.
  1. Αυτά είναι τα αλλότρια και καταχρηστικά κίνητρα που υπάρχουν πίσω από την καταχώριση και προώθηση της Αίτησης από την SCM.
  2. Ευσεβάστως εισηγούμαι ότι η διαγραφή και απόρριψη της αίτησης εκκαθάρισης θα έχει το αποτέλεσμα η Raga να αποστερηθεί θεραπείας και να υπάρξει αδικία, λόγω της αδυναμίας πλέον να τύχει επίκλησης το άρθρο 301 του Κεφ. 113.» Στις 14.7.17 με άδεια του Δικαστηρίου, και αφού η υπόθεση επανανοίχθηκε με τη συγκατάθεση και των δύο πλευρών, η Raga καταχώρισε, με άδεια του Δικαστηρίου, Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, στην οποία επισυνάπτεται η Απόφαση του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου (LCIA), η οποία εξεδόθη στις 26.6.
  3. Σύμφωνα με την Απόφαση, η SCM διατάσσεται να καταβάλει προς όφελος της Raga το ποσό των ΔΗΠ 760,566,951.86 (πρόκειται για το ποσό για το οποίο γίνεται αναφορά στην Αίτηση Εκκαθάρισης). Ουδείς ενόρκως δηλών αντεξετάστηκε. Αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο της κυρίως Αίτησης, της υπό εκδίκαση Αίτησης και της Ένστασης. Το ίδιο ισχύει για το μαρτυρικό υλικό (συμπεριλαμβανομένων των πολλών Τεκμηρίων) που έχει προσαχθεί, τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, και για τη Νομολογία στην οποία με παρέπεμψαν. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Παρόμοια θέματα είχαν εξεταστεί στην In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246. Από τη σελίδα 253 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ορθά επισημαίνεται ότι η διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Υποδεικνύεται επίσης στην πρωτόδικη απόφαση ότι το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. (Βλ. Buttes Gas & Oil Co. v. Hammer [1975] 2 W.L.R., 425). Σημειώνεται επίσης ότι η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσο διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου· δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς. Αναλύεται επίσης η έννοια του όρου "frivolous and vexatious" (Βλ. Bullen & Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th ed., p. 145). (κακόβουλου και ενοχλητικού δικονομικού μέτρου), για να διαπιστωθεί αν το Υπόμνημα για διάλυση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, όπως υπάρχει ισχυρισμός.» Και από τη σελίδα 255 τα ακόλουθα: «Όπως έχουμε αναφέρει, η εγκυρότητα αίτησης για διάλυση, εξετάζεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό της και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτή. Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» Στην Χατζηγιάννης ν. C. & J. Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 991, το Πρωτόδικο Δικαστήριο αφού αξιολόγησε την προσαχθείσα μαρτυρία στα πλαίσια Αίτησης Εκκαθάρισης, βρήκε ότι το κατ΄ ισχυρισμόν χρέος ήταν αμφισβητούμενο και ότι το ίδιο χρέος αξιωνόταν με εκκρεμούσα Αγωγή η οποία στρεφόταν εναντίον του Διευθυντή της Εφεσίβλητης Εταιρείας. Κατ΄ επέκταση κατέληξε ότι ο Εφεσείων δεν μπορούσε να θεωρηθεί «πιστωτής» για σκοπούς του άρθρου 212(α) του Κεφ.
  1. Εδώ βεβαίως δεν εκδικάζεται η Αίτηση Εκκαθάρισης και δεν αξιολογείται μαρτυρία. Με άλλα λόγια, δεν αποφασίζεται στο στάδιο αυτό, αν οι προβαλλόμενοι στην Αίτηση Εκκαθάρισης ισχυρισμοί, τεκμηριώνονται. Ο κ. Δράκος με τη συμπληρωματική του αγόρευση έκανε αναφορά στην υπόθεση Αναφορικά με την Εταιρεία Besuno Limited (ECLI:CY:AD:2014:A123, Πολ. Έφεση 269/2009, Αποφ. Ημερ. 20/2/2014), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η αναγνώριση απόφασης τρίτης χώρας επιβεβαιώνει την καθόλα έγκυρη ύπαρξη της, εντάσσοντας την, για σκοπούς εκτέλεσης, στα διαλαμβανόμενα στο δικαστικό σύστημα της αναγνωρίζουσας χώρας όρια, με όλες τις συνακόλουθες δραστικές συνέπειες. Μέσα από τη διαδικασία αναγνώρισης και εγγραφής διασφαλίζονται τα εχέγγυα βεβαίωσης έγκυρης και υπαρκτής αλλοδαπής απόφασης. Η ύπαρξη χρέους αποτελεί την αναγκαία και φυσική συνέπεια της επιβεβαίωσης της ύπαρξης απόφασης, επιβεβαίωση που επιτυγχάνεται μέσω της αναγνώρισης και εγγραφής της. Δε νοείται ύπαρξη οφειλής χωρίς την αναγνώριση αλλοδαπής δικαστικής ή διαιτητικής απόφασης, δεδομένου ότι η οφειλή απορρέει από την ίδια την απόφαση. Συνεπώς, και ως συνακόλουθο της απόρριψης του αιτήματος για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, δεν τεκμηριώνεται και παραμένει μετέωρη η ύπαρξη και οποιουδήποτε χρέους. Με αποτέλεσμα να μην συντρέχουν και να μην ικανοποιούνται, βεβαίως, οι προϋποθέσεις επιτυχίας καταχώρησης αίτησης για εκκαθάριση στη βάση των εξεταζόμενων άρθρων του Κεφ.
  2. Είναι αδιανόητη η έναρξη διαδικασίας, η οποία στηρίζεται, αποκλειστικά και μόνο, σε αλλοδαπή απόφαση, η οποία δεν υφίσταται, ουσιαστικά, στη χώρα μας.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «
  3. Η θέση της SCM Financial Overseas Limited, αιτήτριας στην υπό κρίση Αίτηση, καθ' ης η αίτηση στην Κυρίως Αίτηση (εφεξής η «Αιτήτρια») είναι ότι η Διαιτητική Απόφαση ουδόλως επηρεάζει τα νομικά και διαδικαστικά δικαιώματα των διαδίκων ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου καθώς:
(1)η Διαιτητική Απόφαση δεν έχει εγγραφεί στην Κύπρο, και συνεπώς δεν μπορεί να δώσει έρεισμα για την καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης, όπως επιβεβαιώθηκε στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αναφορικά με την Εταιρεία Besuno Limited (ECLI:CY:AD:2014:A123, Πολ. Έφεση 269/2009, Αποφ. Ημερ. 20/2/2014).
(2)σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν η Διαιτητική Απόφαση παρείχε έρεισμα για καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης όταν εκδόθηκε, το θέμα δεν εξετάζεται τώρα, αλλά την στιγμή της καταχώρησης, και κατά την στιγμή της καταχώρησης δεν υπήρχε η Διαιτητική Απόφαση. ............................................. 12. Το Δικαστήριο ενδεχομένως να θυμάται ότι στην Αρχική Αγόρευση μου είχα επισημάνει ότι βάσει της Κυπριακής νομολογίας, πρόσωπο υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί διαιτητική απόφαση δεν μπορεί να προχωρήσει σε αίτηση εκκαθάρισης πριν εγγράψει την διαιτητική απόφαση στην Κύπρο, προβάλλοντας ταυτόχρονα το ρητορικό ερώτημα πως ήταν δυνατό να μπορεί να προχωρήσει σε τέτοια αίτηση πρόσωπο που ακόμα δεν έχει καν εξασφαλίσει τέτοια διαιτητική απόφαση. 13. Το ρητορικό ερώτημα πλέον δεν χρειάζεται αφού η Διαιτητική Απόφαση έχει εκδοθεί, και πλέον εφαρμόζεται πλήρως το σκεπτικό της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αναφορικά με την Εταιρεία Besuno Limited (ECLI:CY:AD:2014:A123, Πολ. Έφεση 269/2009, Αποφ. Ημερ. 20/2/2014), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: ............................................ 15. Η Besuno είναι καταλυτική για το αποτέλεσμα της παρούσας Αίτησης.» Τα γεγονότα στην υπόθεση Besuno Ltd (πιο πάνω) είχαν ως εξής. Στις 28.11.06 το Δικαστήριο απέρριψε Αίτηση της Εφεσείουσας Εταιρείας για εγγραφή διαιτητικής αλλοδαπής Απόφασης. Στη συνέχεια η Εφεσείουσα παρουσιαζόμενη ως πιστωτής καταχώρισε αίτηση εκκαθάρισης της Εταιρείας Besuno Ltd. Η Αίτηση είχε ως νομικό υπόβαθρο τα άρθρα 211(e), (
  1. f)και 212 (a), (b), (
  2. c)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Το πραγματικό υπόβαθρο που υποστήριζε την Αίτηση, ήταν η αλλοδαπή διαιτητική απόφαση. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αφού βρήκε ότι η ιδιότητα της Εφεσείουσας ως πιστωτή της Εφεσίβλητης στηριζόταν στη διαιτητική απόφαση, η οποία ουδέποτε αναγνωρίστηκε και ενεγράφη στην Κύπρο, απέρριψε την Αίτηση. Στην απόφαση διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας εκ μέρους της Εφεσείουσας ως προς την ανικανότητα της Εφεσίβλητης να πληρώσει τα χρέη της, δεν θα ήταν επιτρεπτή η εξέταση της αίτησης από το πρωτόδικο Δικαστήριο στα πλαίσια των άρθρων 211(
  3. e)και 212(c). Ορθά, λοιπόν, υπό τις συνθήκες, η αίτηση εξετάστηκε αποκλειστικά και μόνο με αναφορά στα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 212(
  4. a)του Κεφ. 113. Υπό το πρίσμα αυτό, προβάλλει ως μόνο θέμα για εξέταση, κατά πόσο η διαιτητική απόφαση θα μπορούσε να αποτελέσει επαρκές υπόβαθρο προς πλήρωση των προϋποθέσεων επιτυχίας αίτησης εκκαθάρισης, κατ' ακολουθία των προϋποθέσεων του άρθρου 212.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Με άλλα λόγια, το Εφετείο σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, βρήκε πως είναι αδιανόητη η έναρξη διαδικασίας η οποία στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε αλλοδαπή απόφαση η οποία ουσιαστικά δεν υφίσταται στη χώρα μας. Εν κατακλείδι, αποφάσισε πως η Εφεσείουσα δεν θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί πιστωτής εν τη εννοία του άρθρου 212 του Κεφ. 113 κατ΄ επίκληση Διαιτητικής Απόφασης η οποία δεν είχε εγγραφεί και αναγνωριστεί στην Κύπρο. Εδώ η Raga δεν επικαλείται την έκδοση Διαιτητικής Απόφασης στην Αίτηση Εκκαθάρισης, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, εξεδόθη μετά την καταχώριση της Αίτησης Εκκαθάρισης. Η θέση της στην Αίτηση Εκκαθάρισης είναι ότι η SCM έχει παραδεχθεί το χρέος της, είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά τον χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα, και ότι η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της Εταιρείας είναι μικρότερη από το ποσό των υποχρεώσεων της. Είναι η Εταιρεία SCM που επικαλείται την Διαιτητική διαδικασία (δες παραγράφους 8 και 9 της ένορκης δήλωσης του κ. Λεωνίδα Κυπριανού) για να υποστηρίξει ότι «δεν υπάρχει απαίτηση κατάδειξης των ουσιαστικών λόγων για την αμφισβήτηση του ισχυριζόμενου χρέους και αρκεί να δειχθεί απλά ότι το ισχυριζόμενο χρέος δεν είναι αποδεκτό για τη διαγραφή της Αίτησης Εκκαθάρισης». Ως εκ τούτου, τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Besuno (πιο πάνω), δεν έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Το Δικαστήριο ουδόλως λαμβάνει υπόψη του το γεγονός της έκδοσης της Διαιτητικής Απόφασης. Εκείνο που λαμβάνει υπόψη του είναι πως σήμερα δεν εκκρεμεί διαιτητική διαδικασία για το ποσό των ΔΗΠ 760,566,951.86. Κατάχρηση Διαδικασίας Ο κ. Δράκος εισηγήθηκε πως η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και για κατάχρηση διαδικασίας. Όπως ανέφερε, η Εταιρεία Raga Establishments Ltd «δεν αρκέστηκε στο να επιλέξει την μία ή την άλλη διαδικασία, δηλαδή διαδικασία για ανάκτηση του κατ' ισχυρισμό χρέους (μέσω της Διαιτησίας) ή διαδικασία εκκαθάρισης (μέσω της Κυρίως Αίτησης). Προχωρά παράλληλα και με τις δύο διαδικασίες, παρόλο που φανερά εγείρουν τα ίδια σημεία. Αυτό αποτελεί κατάχρηση.». Στην Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 250: «Παρόλο που τα επίδικα θέματα της έφεσης δεν είναι επάλληλα με εκείνα της παρούσας διαδικασίας, είναι γεγονός ότι και τα δύο ένδικα μέσα αποβλέπουν στην επίτευξη του ίδιου αντικειμενικού στόχου, δηλαδή στον παραμερισμό και ακύρωση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου.... Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων, ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου.» Στην Beogradska
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 911 διαπιστώθηκε ότι οι δύο εφέσεις που είχαν καταχωριστεί είχαν τον ίδιο σκοπό. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 923: «Έχουμε διαπιστώσει ότι οι δύο εφέσεις έχουν τον ίδιο σκοπό. Τον παραμερισμό της απόφασης ημερ. 22.4.94 στη μονομερή αίτηση καθώς και τον παραμερισμό της απόφασης ημερ. 10.3.95. Οι λόγοι έφεσης και στις δύο εφέσεις, παρόλον ότι δεν έχουν διατυπωθεί με το ίδιο λεκτικό, δεν διαφέρουν καθόλου στην ουσία τους. Αντιμετωπίζουν, επομένως, οι εφεσίβλητοι, δύο παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενο τους.» Το Εφετείο στη συνέχεια απέρριψε την μεταγενέστερη Έφεση. Στην Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1165, δεν αποκαλύφθηκε σε ενδιάμεση Αίτηση της Ενάγουσας Τράπεζας το γεγονός ότι η τελευταία προωθούσε εκποίηση υποθηκών μέσω Κτηματολογίου που αφορούσαν στο αιτούμενο με την Αγωγή ποσό. Οι Εναγόμενοι υποστήριξαν ότι η καταχώριση Αγωγής συνιστούσε κατάχρηση διαδικασίας. Το Εφετείο σε διαφωνία με αυτή τη θέση, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 1171: «Ούτε μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική η προώθηση πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων, ως ισχυρίζεται η εφεσείουσα βασιζόμενη σε σχετική, κατ΄ αυτή, νομολογία. Η νομολογία αναφέρεται σε παράλληλη προώθηση πέραν της μιας διαδικασιών ή πέραν του ενός ενδίκου μέσου (Βλέπε: Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Στην υπόθεση αυτή δεν προωθούντο δύο παράλληλα ένδικα μέσα. Η προώθηση πώλησης των ενυποθήκων κτημάτων από την εφεσίβλητη, μέσω του Κτηματολογίου, ήταν συμβατικό δικαίωμα της.» Εδώ δεν έχουμε δύο διαδικασίες που έχουν τον ίδιο σκοπό. Με την Αίτηση Εκκαθάρισης επιδιώκεται η εκκαθάριση της SCM επειδή η Raga θεωρεί, ανάμεσα σε άλλα, ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Για την ανικανότητα πληρωμής των χρεών, σχετικό είναι και το άρθρο 212 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «212. Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της- (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας απαίτηση η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή (β) αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας, επιστρέφεται ολικά ή μερικά ανικανοποίητη· ή (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας ·ή (δ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ότι η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας είναι μικρότερη από το ποσό των υποχρεώσεών της, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της.» Στην GIP Constructions Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14, λέχθηκε πως η εξειδίκευση των περιστάσεων στο άρθρο 212 του Κεφ. 113 δεν περιορίζει τη γενικότητα του άρθρου 211 του Κεφ. 113 αναφορικά με την αδυναμία πληρωμής χρεών μιας εταιρείας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Απόφαση: «Δηλαδή, οι εξειδικευμένοι λόγοι συνιστούν ορισμένες περιστάσεις που εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας πληρωμής χρεών αλλά δεν εξαντλούν το πεδίο για προσκόμιση οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που θα μπορούσε να κατατείνει στο ίδιο αποτέλεσμα. Στην αγγλική νομολογία βρίσκει κανείς και τα εξής παραδείγματα. Απόδειξη από τον πιστωτή ότι το χρέος που του οφείλεται δεν έχει πληρωθεί από την εταιρεία εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι η εταιρεία είναι αφερέγγυος: Re Globe New Patent Iron and Steel Co. [1875] L.R. 20 Eq.
  1. To ίδιο είναι το αποτέλεσμα και όταν υπάρχει παραδοχή από την εταιρεία ότι δεν έχει περιουσία επί της οποίας θα μπορούσε να γίνει εκτέλεση: Re Flagstaff Silver Mining Co. of Utah [1875] L.R. 20 Eq.
  2. Σε αυτές τις περιπτώσεις όμως, η εταιρεία μπορεί να αποκρούσει την εκ πρώτης όψεως μαρτυρία με απόδειξη ότι δύναται στην πραγματικότητα να πληρώσει τα χρέη της: Re Bradford Tramways Co. [1876] 4 Ch.D. 18,
  3. Στην υπόθεση Re Capital Annuities Ltd. [1978] 3 All E.R. 704, στην σελ. 718, την εκφρασθείσα από το Δικαστήριο άποψη, ότι μαρτυρία που δείχνει ότι μια εταιρεία δεν έχει για την ώρα αρκετή ρευστότητα να πληρώσει όλα τα πως θα αξιολογηθούν τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου περιλαμβανομένων και εκείνων στην άλλη πλευρά της πλάστιγγας που θα ήθελε προβάλει η εταιρεία.» Σημειώνεται πως στην εν λόγω Απόφαση το Πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε μαρτυρία σε σχέση με το γενικότερο θέμα της προβαλλόμενης αδυναμίας της Εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της (άρθρο 211 του Κεφ. 113), η οποία αφορούσε και σε εντάλματα για κατάσχεση κινητής περιουσίας τα οποία είχαν επιστραφεί ανεκτέλεστα με την ένδειξη ότι η Εταιρεία στερείτο κινητής περιουσίας. Ως ελέχθη, η Εταιρεία Raga επικαλείται τα άρθρα 211(ε) και 212(α)(γ)(δ) του Κεφ.
  4. Η Αίτηση Εκκαθάρισης μιας Εταιρείας διαφέρει από τη διαδικασία διαιτησίας, με την οποία επιδιώκεται η έκδοση διαιτητικής απόφασης εναντίον μιας εταιρείας. Εδώ, η Εταιρεία Raga με την Αίτηση 1045/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας επιδιώκει την εκκαθάριση της Εταιρείας SCM, ενώ με τη διαδικασία Διαιτησίας επιδιώκει την έκδοση διαιτητικής απόφασης εναντίον της SCM και όχι διάταγμα εκκαθάρισής της, κάτι που ο Διαιτητής δεν μπορεί να εκδώσει. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα κατάχρησης της διαδικασίας. Διαιτητική Διαδικασία Η SCM δίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι το κατ΄ ισχυρισμόν χρέος είναι αντικείμενο σε διαδικασία Διαιτησίας στο εξωτερικό και συνεπώς θεωρεί πως η Αίτηση Εκκαθάρισης είναι προβληματική. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην παράγραφο 33 της ένορκης δήλωσης του κ. Λεωνίδα Κυπριανού «Η Αίτηση Εκκαθάρισης είναι κατ' ουσίαν προβληματική, επειδή βασίζεται στο Ισχυριζόμενο Χρέος, το οποίο αμφισβητείται στη Διαδικασία Διαιτησίας και είναι αυτό το Ισχυριζόμενο Χρέος που αποτελεί την υποχρέωση για την οποία η Raga βεβαιώνει ότι η SCM Financial αδυνατεί να εκπληρώσει.». Το ότι η Εταιρεία SCM δίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στη διαδικασία Διαιτησίας, φαίνεται και από το περιεχόμενο των παραγράφων 49-50 από την ένορκη δήλωση του κ. Λεωνίδα Κυπριανού, οι οποίες προνοούν τα ακόλουθα: «
  5. Η Αίτηση Εκκαθάρισης βασίζεται εξ ολοκλήρου στην υπόθεση ότι η SCM Financial όντως δεν οφείλει το Ισχυριζόμενο Χρέος στη Raga. Στο πλαίσιο της Διαδικασίας Διαιτησίας που έχει αρχίσει, δεν υπάρχει καμία βάση για τον ισχυρισμό της Raga που αναφέρεται στην παράγραφο 20 της Αίτησης Εκκαθάρισης ότι έχει «αδιαμφισβήτητη αξίωση» ως προς το Ισχυριζόμενο Χρέος και συνεπώς δεν υπάρχει κατάλληλη βάση για την Αίτηση Εκκαθάρισης.
  6. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το Ισχυριζόμενο Χρέος αμφισβητείται. Περαιτέρω, αν και δεν χρειάζεται να αμφισβητηθεί για ουσιαστικούς λόγους ώστε να διαγραφεί η Αίτηση Εκκαθάρισης (επειδή το Ισχυριζόμενο Χρέος αποτελεί το αντικείμενο της Διαδικασίας Διαιτησίας), η Raga παραδέχεται ότι όντως αμφισβητείται για ουσιαστικούς λόγους.» Ο κ. Δράκος παρέπεμψε στην υπόθεση Salford Estates (No 2) Ltd v. Altomart Ltd (No 2)
(2014)EWCA Civ
  1. Εκεί βεβαίως καταχωρίστηκε αίτηση για παραμερισμό ή αναστολή της Αίτησης Εκκαθάρισης στη βάση συγκεκριμένου άρθρου συγκεκριμένου Νόμου (Section 9 of the Arbitration Act 1996). Το άρθρο 9 κάτω από τον τίτλο «Stay of Legal Proceedings», προβλέπει τα ακόλουθα: «
  2. Stay of legal proceedings
(1)A party to an arbitration agreement against whom legal proceedings are brought (whether by way of claim or counterclaim) in respect of a matter which under the agreement is to be referred to arbitration may (upon notice to the other parties to the proceedings) apply to the court in which the proceedings have been brought to stay the proceedings so far as they concern that matter.
(4)On an application under this section the court shall grant a stay unless satisfied that the arbitration agreement is null and void, inoperative, or incapable of being performed.» Στην υπόθεση Salford (πιο πάνω), το Δικαστήριο, προφανώς λόγω ρητής πρόνοιας στο Νόμο για αναστολή, ανέστειλε την Αίτηση Εκκαθάρισης (δεν την απέρριψε), παρόλο που το Εφετείο εξέφρασε την άποψη για τους λόγους που αναφέρει πως θα ήταν καλύτερα να την είχε απορρίψει. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Ι consider that it would have been better to have dismissed the Petition rather than to stay it in the absence of any evidence that there was another creditor of Altomart who was willing to be substituted as the petitioner. That is not, however, a point taken by Salford Estates on this appeal.» Πάνω στην ίδια βάση κινήθηκε και η Απόφαση Eco Measure Market Exchange Ltd v. Quantum Climate Services Ltd
(2015)EWHC 1797 (Ch), στην οποία επίσης παρέπεμψε ο κ. Δράκος. Από την αντίπερα όχθη ο κ. Κυριακίδης ανέφερε πως: «34.1 Κατά πρώτον και ως θέμα αρχής, η εφαρμογή καινούριων αγγλικών αποφάσεων δεν γίνεται αυτόματα στην κυπριακή έννομη τάξη και ούτε αυτές μπορούν να παρουσιάζονται ως νομολογιακά προηγούμενα, ιδιαίτερα ενόψει των αλλεπάλληλων αλλαγών που έχουν γίνει στο Companies Act της Αγγλίας (που δεν υιοθετήθηκαν στην Κύπρο) αλλά και ενόψει του ότι για το θέμα της προσέγγισης του Δικαστηρίου σε αιτήσεις διαγραφής αίτησης εκκαθάρισης υπάρχει κυπριακή νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, βλ. In Re Pelmaco, ανωτέρω. 34.2 Κατά δεύτερο, στην Salford Estates το Δικαστήριο δεν απέρριψε την Αίτηση Εκκαθάρισης αλλά την ανέστειλε, μέχρι την περάτωση της διαιτησίας. 34.3 Κατά τρίτο, απλή ανάγνωση της απόφασης στη Salford Estates αποκαλύπτει ότι το αίτημα βασιζόταν στη διάταξη για υποχρεωτική αναστολή διαδικασιών με νομική βάση το άρθρο 9
(1)
(4)του Arbitraton Act
  1. Εδώ, απουσιάζει οποιαδήποτε τέτοια νομική βάση και το αίτημα δεν γίνεται σε τέτοια βάση. Πώς, λοιπόν, μπορεί να εφαρμοστεί η Salford Estates που βασίστηκε σε διαφορετική νομική βάση (σε σχέση με την παρούσα αίτηση) στα γεγονότα της παρούσας; 34.
  2. Το ίδιο το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Salford Estates ρητά έκρινε ότι στο πλαίσιο μιας αίτησης εκκαθάρισης που βασίζεται στην αδυναμία μιας εταιρείας να καταβάλει τα χρέη της και στην οποία το συγκεκριμένο χρέος αμφισβητείται, το άρθρο 9
(1)
(4)του Arbitration Act 1996 δεν αφαιρεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και την διακριτική του ευχέρεια να εκκαθαρίσει μια εταιρεία που θεωρείται σε αδυναμία να καταβάλει τα χρέη της. Ταυτόχρονα, έκρινε ότι είναι δικαίωμα του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο άσκησης της ευχέρειας του, να αναστείλει ή/και να απορρίψει αίτηση εκκαθάρισης μέχρι να επιλυθεί το ζήτημα στο διαιτητικό δικαστήριο. 35. Σχετικό είναι επίσης το απόσπασμα από το σύγγραμμα Mustill & Boyd on Commercial Arbitration (σ.149) στο οποίο αναφέρονται τα εξής: "Second, the types of remedies which the arbitrator can award are limited by considerations ofpublic policy and by the fact that he is appointed by the parties and not by the state. For example, he cannot impose a fine or a term of imprisonment, commit a person for contempt or issue a writ of subpoena; nor can he make an award which is bindins on third parties or affects the public at large, such as a judgment in rem against a ship, an assessment of the rateable value of land, a divorce decree, a windingup order or a decision that an agreement is exempt from the competition rules of the EEC under Article 85
(3)of the Treaty of Rome. » Στην Κύπρο δεν υπάρχει αντίστοιχη πρόνοια στη βάση της οποίας το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αναστείλει εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία για θέμα το οποίο θα πρέπει να παραπεμφθεί, δυνάμει Συμφωνίας, σε Διαιτησία. Αυτό που δεσμεύει τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Pelmako (πιο πάνω), η οποία έχει ακολουθηθεί τόσο σε πρωτόδικες Αποφάσεις όσο και σε δευτεροβάθμιες. Εν πάση περιπτώσει, ως ελέχθη, σήμερα δεν εκκρεμεί οποιαδήποτε διαιτητική διαδικασία για το ποσό για το οποίο έγινε αναφορά πιο πάνω. Ως εκ τούτου, τα όσα ενδιαφέροντα ανέφερε ο κ. Δράκος σε σχέση με το πιο πάνω θέμα, δεν έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Η Αίτηση βασίζεται και στη Διαταγή 27, Θ.3 και στη Διαταγή 19, Θ.26 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η Διαταγή 27, Θ.3 προβλέπει τα ακόλουθα: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Δεν θα παραθέσω την πλούσια Νομολογία που υπάρχει σε σχέση με τις πιο πάνω Διαταγές. Ενδεικτικά και μόνο παραπέμπω στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 704, όπου εκεί η ενάγουσα καταχώρισε Αγωγή εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας με την οποία αξίωνε αποζημιώσεις για ζημιογόνες άδικες πράξεις και/ή παραλείψεις λειτουργών της Δημοκρατίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ήταν η θέση της πως υπάλληλοι που υπηρετούσαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας «ειδοποιούσαν το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος εμφανιζόταν μέσω εκπροσώπου του σε μονομερείς (ex parte) αιτήσεις που καταχωρούνταν εκ μέρους της εφεσίβλητης μέσα στα πλαίσια της αγωγής 3182/95, με αποτέλεσμα να δίνεται η άδεια από το Δικαστήριο στον εκπρόσωπο του Γενικού Εισαγγελέα να εμφανίζεται στη διαδικασία της μονομερούς αίτησης και έτσι η μονομερής αίτηση να μετατρέπεται σε αίτηση με κλήση». Θεωρούσε πως η πιο πάνω συμπεριφορά των δημόσιων υπαλλήλων συνιστούσε παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων της (Άρθρα 28, 30 και 35 του Συντάγματος). Η Δημοκρατία, προφανώς, λόγω της ιδιάζουσας φύσης των προβαλλόμενων δικαιωμάτων, κινήθηκε με καταχώριση Αίτησης διαγραφής της Οπισθογράφησης και της Έκθεσης Απαίτησης, γιατί θεωρούσε πως ήταν «ενοχλητική, άχρηστη και χωρίς ουσία». Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αφού σημείωσε ότι η διαγραφή Αίτησης ή Αγωγής είναι ένα πολύ εξαιρετικό μέτρο που πρέπει να εφαρμόζεται εκεί όπου η Αίτηση ή η Αγωγή στερείται αναμφίβολα νομικού ή πραγματικού ερείσματος, απέρριψε την Αίτηση. Το Εφετείο σε συμφωνία με το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 710-711: «Η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της εφεσείουσας ότι τα Άρθρα 28, 30 και 35 του Συντάγματος είναι γενικής εφαρμογής και κατ' επέκταση δεν ενισχύουν την άποψη της ύπαρξης "εύλογου αγώγιμου δικαιώματος" και ότι λανθασμένα έγινε επίκληση της απόφασης Γιάλλουρος ν. Νικολάου (πιο πάνω), δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η κατ' ισχυρισμό παραβίαση των πιο πάνω Άρθρων προβάλλει ένα σοβαρό θέμα προς εξέταση που δεν θα μπορούσε να απορριφθεί σε αυτό το αρχικό στάδιο χωρίς την παράθεση μαρτυρίας. Το βασικό ερώτημα που εγείρεται είναι όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Lord Pearson στην υπόθεση Drummond-Jackson v. British Medical Association το ακόλουθο: "Does this statement of claim disclose an alleged cause of action which has some chance of success?" Σε ελεύθερη μετάφραση, "Η έκθεση απαίτησης αποκαλύπτει μια κατ' ισχυρισμό βάση αγωγής που έχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας;" Η διαγραφή μιας απαίτησης ή μιας υπεράσπισης δεν συνιστάται εκτός αν η εισήγηση δεν μπορεί να υποστηριχθεί. Όπως έχει τονισθεί από το Δικαστή Salmon L.J. στην υπόθεση Nagle v. Feilden [1966] 1 All E.R. 697, "It is well settled that a statement of claim should not be struck out and the plaintiff driven from the judgment seat unless the case is unarguable." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Έχει καλά καθιερωθεί ότι μια έκθεση απαίτησης δεν πρέπει να διαγράφεται και ο ενάγων να εκτοπίζεται από τη θέση της δικαστικής απόφασης εκτός αν η υπόθεση δεν έχει βάση συζήτησης." Στην παρούσα περίπτωση η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι "τόσο το Κλητήριο Ένταλμα όσο και η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτουν αιτία αγωγής" είναι ορθή, αφού η κατ' ισχυρισμό παραβίαση των αναφερόμενων συνταγματικών δικαιωμάτων προβάλλει σαν εύλογη βάση αγωγής. Η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Εδώ, η Εταιρεία Raga με την Αίτηση Εκκαθάρισης, η οποία βασίζεται σε συγκεκριμένες πρόνοιες Νόμου, οι οποίες επιτρέπουν την εκκαθάριση μιας Εταιρείας, ισχυρίζεται, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: α) ότι η ίδια έχει πλήρως συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις και ότι η Εταιρεία SCM παραλείπει να τιμήσει τις δικές της υποχρεώσεις που αφορούν στην καταβολή της δεύτερης και τρίτης δόσης αφού την πρώτη δόση την έχει καταβάλει δεόντως. β) ότι η Εταιρεία SCM έχει αναγνωρίσει την πιο πάνω οφειλή της και προς τούτο παραπέμπει σε αλληλογραφία και σε εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της SCM. γ) ότι η Εταιρεία SCM ουδέποτε είχε προβάλει οποιαδήποτε υπεράσπιση ή αμφισβήτηση μέχρι που η ίδια (Raga) αποφάσισε να κινηθεί εναντίον της για να εισπράξει το λαβείν της. δ) ότι η Εταιρεία SCM στην προσπάθειά της να μην καταβάλει το χρέος της, έχει εκπονήσει ένα σχέδιο για να καταδολιεύσει τη Raga αφού έχει προβεί σε αποξενώσεις των περιουσιακών της στοιχείων σε συγγενικές εταιρείες με υποτυπώδες αντάλλαγμα. ε) ότι οι τρέχουσες υποχρεώσεις της SCM υπερβαίνουν το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων κατά ΔΗΠ 335 εκατομμύρια και ότι αυτή έχει απογυμνωθεί από τα περιουσιακά της στοιχεία υπό συνθήκες που δεικνύουν ότι αυτό έγινε δόλια και με πρόθεση να παρεμποδιστεί ή να καθυστερήσει η Raga να ανακτήσει το οφειλόμενο ποσό στο οποίο δικαιούται με βάση τη Συμφωνία. στ) ότι η Εταιρεία SCM είναι αφερέγγυα και δεν μπορεί να συνεχίσει ως δρώσα οικονομική μονάδα. Έχοντας ενώπιον μου όλα τα πιο πάνω, βρίσκω: α) ότι η Αίτηση Εκκαθάρισης δεν είναι επιπόλαια-ενοχλητική και ούτε συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ή μέτρο εκβιαστικό-καταπιεστικό και β) ότι αυτή αποκαλύπτει λόγους, η τεκμηρίωση των οποίων μπορεί να οδηγήσει στην παροχή θεραπείας βάσει συγκεκριμένων προνοιών Νόμου, οι οποίες επιτρέπουν την εκκαθάριση μιας Εταιρείας. Η τεκμηρίωση των όσων εκτίθενται στην Αίτηση θα είναι το επίδικο θέμα της δίκης και δεν τίθεται στο στάδιο αυτό θέμα απόδειξης τους. Η Αίτηση ημερ. 20.12.16 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εταιρείας Raga και εναντίον της Εταιρείας SCM, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.