← Κύπρος

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. EFREMICO HOLDINGS PUBLIC LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2158/2015, 18/10/2017

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. EFREMICO HOLDINGS PUBLIC LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2158/2015, 18/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A274 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2158/2015 Μεταξύ: ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων και EFREMICO HOLDINGS PUBLIC LIMITED Εναγόμενη ----------------------- 18 Οκτωβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Λουκαρή δια Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κ. Παναγιώτου δια Παναγιώτου & Πελεκάνου ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, εγκαθιδρύθηκαν, λειτουργούν και έχουν εξουσίες και αρμοδιότητες σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί των Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Νόμου 1993 (ως τροποποιήθηκε). Η δε Εναγόμενη είναι δημόσια εταιρεία και, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν εισηγμένος εκδότης στο ΧΑΚ. Με την παρούσα αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας ποσό €7.075,79 πλέον τόκο και έξοδα. Ισχυρίζονται ότι το εν λόγω ποσό αφορά απλήρωτες ετήσιες εισφορές εκδότη και απλήρωτα τέλη για τα έτη 2012 και

  1. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι για τα ποσά αυτά είχαν εκδοθεί σχετικά τιμολόγια, ότι η Εναγόμενη έχει αναγνωρίσει την οφειλή και ότι δεν την έχει εξοφλήσει. Στην Υπεράσπισή της, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι από τους ελεγμένους ισολογισμούς της εταιρείας για το 2011 βεβαιώθηκε ότι αυτή «δεν ήταν σε θέση να συνεχίσει τις δραστηριότητες της και ως εκ τούτου και λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων ετέθη θέμα διαγραφής της από το Μητρώο» καθώς και ότι υπήρξε συμφωνία αναφορικά με αυτό το θέμα μεταξύ των διαδίκων σε σχετική αλληλογραφία και σε συνάντηση που έγινε στις 28.6.
  2. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να λάβουν έγκαιρα απόφαση για διαγραφή της Εναγόμενης από το ΧΑΚ και ότι, συνακόλουθα, φέρουν την ευθύνη για τη δημιουργία της επίδικης οφειλής. Με τη σύμφωνη γνώμη των συνηγόρων της κάθε πλευράς, η ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθη στη βάση των διατάξεων της Δ.30 Θ5

(1)και
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η κάθε πλευρά παρουσίασε στο Δικαστήριο, υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων, τη μαρτυρία της, δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα και οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς, των εγγράφων που επισυνάπτονται σε αυτές ως τεκμήρια, καθώς και τα όσα αναφέρθηκαν στις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων. Δεν θα αναπαράγω με λεπτομέρεια το περιεχόμενο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μου. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των κυριότερων σημείων των ενόρκων δηλώσεων. Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων τέθηκαν ενώπιον μου δύο ένορκες δηλώσεις, η πρώτη του κ. Γιώργου Φιλιππίδη, λειτουργού στο λογιστήριο των Εναγόντων (ΜΕ1) και του κ. Δημήτρη Κωνσταντίνου, νομικού λειτουργού των Εναγόντων (ΜΕ2). Σύμφωνα με το ΜΕ1, η Εναγόμενη εταιρεία ήταν εισηγμένος εκδότης και απολάμβανε υπηρεσιών που προσέφεραν οι Ενάγοντες. Οι υπηρεσίες αυτές καθορίστηκαν από το Συμβούλιο του ΧΑΚ και χρεώνονταν με βάση την κείμενη χρηματιστηριακή νομοθεσία. Σε σχέση με τις υπηρεσίες αυτές, οι Ενάγοντες είχαν εκδώσει πέντε τιμολόγια: (α) Τιμολόγιο SI 12000952 με ημερομηνία έκδοσης 28.9.2012 για €429,48 που αφορούσε ετήσια εισφορά εκδότη για το τρίτο τρίμηνο 2012 και το οποίο ήταν πληρωτέο μέχρι τις 7.11.2012, (β) Τιμολόγιο SI 12001284 με ημερομηνία έκδοσης 28.11.2012 για €429,48 που αφορούσε ετήσια εισφορά εκδότη για το τέταρτο τρίμηνο 2012 και το οποίο ήταν πληρωτέο μέχρι 6.2.2013, (γ) Τιμολόγιο SI 13000118 με ημερομηνία έκδοσης 30.1.2013 για €2.562 που αφορούσε τη χρέωση για την τήρηση του μητρώου του ΧΑΚ για το 2013 και το τέλος ηλεκτρονικής σύνδεσης
  1. Ήταν πληρωτέο μέχρι 26.2.2013 και αναφορικά με αυτό είχε εκδοθεί μεταγενέστερα πιστωτική σημείωση για ποσό €1.832,01, λόγω της διαγραφής της Εναγόμενης εταιρείας από το μητρώο του ΧΑΚ. Μετά την αφαίρεση του ποσού της πιστωτικής σημείωσης, το οφειλόμενο υπόλοιπο σε σχέση με το συγκεκριμένο τιμολόγιο διαμορφώνεται σε €729,
  2. (δ) Τιμολόγιο SI 13000564 με ημερομηνία έκδοσης 25.4.2013 για ποσό €5.065,54 που αφορούσε χρέωση για την ετήσια εισφορά εκδότη για το δεύτερο τρίμηνο 2013 μέχρι την ημερομηνία διαγραφής της Εναγόμενης εταιρείας από το μητρώο του ΧΑΚ και το οποίο ήταν πληρωτέο μέχρι 17.5.
  3. Στο εν λόγω τιμολόγιο περιλαμβάνεται τέλος διαγραφής από το μητρώο του ΧΑΚ €5.000, το ύψος του οποίου είχε καθοριστεί με απόφαση του Συμβουλίου του ΧΑΚ και (ε) Τιμολόγιο SI 13000420 με ημερομηνία έκδοσης 29.3.2013 για ποσό €421,30 που αφορούσε χρέωση για την ετήσια εισφορά εκδότη για το πρώτο τρίμηνο του 2013 και το οποίο ήταν πληρωτέο μέχρι 10.5.
  4. Αντίγραφα των πιο πάνω τιμολογίων επισυνάπτονται ως δέσμη, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΜΕ1, και σύμφωνα με αυτόν αποστέλλονταν προς την Εναγόμενη εταιρεία. Στάλθηκαν επίσης από τον ίδιο προς την Εναγόμενη εταιρεία επτά επιστολές υπενθύμισης για την πληρωμή των εν λόγω τιμολογίων, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 στην ένορκή του δήλωση. Επισυνάπτει επίσης και κατάσταση περιγραφής χρεώσεων προς την Εναγόμενη εταιρεία ως Τεκμήριο 3 της ένορκής του δήλωσης. Σύμφωνα με το ΜΕ1, οι χρεώσεις που αποτυπώνονται στα προαναφερόμενα τιμολόγια δεν αμφισβητήθηκαν με προσφυγή στη βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος από την Εναγόμενη εταιρεία και, για το λόγο αυτό, εμποδίζεται από το να τις αμφισβητεί. Αναφέρει επίσης ότι οι Ενάγοντες διεκδικούν νόμιμο τόκο επί των πιο πάνω ποσών από την ημερομηνία που καθορίζεται ως η τελευταία ημερομηνία πληρωμής έκαστου τιμολογίου. Σημειώνω επί αυτού ότι στο κάθε ένα από τα εν λόγω τιμολόγια αναγράφεται ότι «εάν η οφειλή σας δεν εξολφηθεί εντός τριών μηνών, θα σας επιβληθεί τόκος υπερημερίας με βάσει το εκάστοτε δημόσιο επιτόκιο». Οι Ενάγοντες παρουσίασαν επίσης τη μαρτυρία του κ. Δημήτρη Κωνσταντίνου, νομικού λειτουργού στο ΧΑΚ (ΜΕ2). Στην ένορκή του δήλωση ο ΜΕ2 επαναλαμβάνει τα όσα ανέφερε και ο ΜΕ1, υποστηρίζοντας επίσης ότι οποιαδήποτε αμφισβήτηση των επίδικων χρεώσεων έπρεπε να είχε γίνει με προσφυγή στη βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος, κάτι που δεν έπραξε η Εναγόμενη. Προσθέτει ότι για την αναστολή διαπραγμάτευσης και διαγραφή αξιών στις αγορές του ΧΑΚ ακολουθείται η διαδικασία η οποία καθορίστηκε με την ΚΔΠ 326/
  5. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Ενάγοντες προχώρησαν σε αναστολή διαπραγμάτευσης και διαγραφή των αξιών της Εναγόμενης εταιρείας από τις αγορές του ΧΑΚ αφού παρήλθαν οι προβλεπόμενες προθεσμίες για συμμόρφωση της εταιρείας με τις υποχρεώσεις της και αφού έγιναν οι προβλεπόμενες ανακοινώσεις προς το επενδυτικό κοινό (Τεκμήριο 1 της ένορκής του δήλωσης). Η προβλεπόμενη διαδικασία δεν επέτρεπε να γίνει ενωρίτερα η αναστολή διαπραγμάτευσης και διαγραφή των αξιών της Εναγόμενης εταιρείας και δεν υπήρξε καμία καθυστέρηση από μέρους των Εναγόντων. Για σκοπούς υπεράσπισης η Εναγόμενη εταιρεία παρουσίασε την ένορκη δήλωση του κ. Μιχαήλ Εφραίμ, διευθυντή της εταιρείας (ΜΥ1). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, στους εξελεγμένους λογαριασμούς της Εναγόμενης εταιρείας για το έτος 2011 που υποβλήθηκαν στο ΧΑΚ, βεβαιωνόταν ότι η εταιρεία δεν ήταν πλέον σε θέση να συνεχίσει τις δραστηριότητές της (σχετικό το Τεκμήριο 1 στην ένορκή του δήλωση). Ακολούθησε, σύμφωνα με τον κ. Εφραίμ, συνάντηση με τους Ενάγοντες στις 28.6.2012 κατά την οποία συμφωνήθηκε η διαγραφή των αξιών της εταιρείας από το ΧΑΚ. Υποστηρίζει ότι οι Ενάγοντες καθυστέρησαν να ενεργήσουν με αποτέλεσμα η διαγραφή να γίνει τον Απρίλιο 2013 και ότι ένεκα της καθυστέρησης αυτής προέκυψαν οι επίδικες χρεώσεις. Συνεχίζει λέγοντας ότι έχει ενημερωθεί από τους νομικούς συμβούλους της Εναγόμενης εταιρείας ότι η παράλειψη της Εναγόμενης να προσβάλει με προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος την επιβολή των επίδικων χρεώσεων, την εμποδίζει να τις αμφισβητήσει. Ενόψει τούτου, προσθέτει ότι η Εναγόμενη εταιρεία παραδέχεται όλες τις επίδικες χρεώσεις και αντίστοιχες οφειλές για τις οποίες είναι έτοιμη να δεχτεί απόφαση, με εξαίρεση τη χρέωση ποσού €5.000 που περιλαμβάνεται στο τιμολόγιο SI
  6. Υποστηρίζει ότι οι Ενάγοντες εμποδίζονται να διεκδικούν το εν λόγω ποσό των €5.000 γιατί δεν δικογραφούν ότι αυτό αφορά τέλη διαγραφής της Εναγόμενης εταιρείας από το ΧΑΚ όπως αναφέρουν οι ΜΕ1 και ΜΕ
  7. Όπως προανέφερα, έχω μελετήσει το περιεχόμενο όλων των ενόρκων δηλώσεων που τέθηκαν ενώπιόν μου, καθώς και το περιεχόμενο των εγγράφων που επισυνάπτονται σε αυτές ως Τεκμήρια. Ο σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση και που θα είναι, ακολούθως, καθοριστικά για το αποτέλεσμα της δίκης[1]. Στην παρούσα υπόθεση, όπως διαφαίνεται, τόσο από τη δικογραφία όσο και από τις ένορκες δηλώσεις υπάρχει κοινό έδαφος σε σχέση με τα ουσιαστικά γεγονότα και επομένως δεν τίθεται θέμα αξιοπιστίας των ενόρκως δηλούντων[2]. Ειδικότερα, είναι παραδεκτή η εγκαθίδρυση, λειτουργία, εξουσίες και αρμοδιότητες των Εναγόντων ως απορρέουν από τους περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμους και ότι η Εναγόμενη εταιρεία ήταν κατά τον επίδικο χρόνο εισηγμένος εκδότης. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η Εναγόμενη εταιρεία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, ως αποτέλεσμα των οποίων υπήρχαν αμφιβολίες κατά πόσο ήταν ικανή να συνεχίσει ως δρώσα οικονομική μονάδα. Συνιστά περαιτέρω κοινό τόπο ότι οι Ενάγοντες είχαν επιβάλει τις επίδικες χρεώσεις στην Εναγόμενη και είχαν εκδώσει τα επίδικα τιμολόγια, καθώς και ότι η επιβολή των χρεώσεων αυτών δεν αμφισβητήθηκε με προσφυγή στη βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Τέλος, είναι κοινώς αποδεκτό και το ότι ένεκα της μη συμμόρφωσης της Εναγόμενης εταιρείας με τις υποχρεώσεις της, αναστάληκε η διαπραγμάτευση των αξιών της στο ΧΑΚ και αυτή διαγράφηκε από το μητρώο τον Απρίλιο
  8. Τα πιο πάνω συνιστούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Όπως έχω επισημάνει πιο πάνω, στην ένορκή του δήλωση ο ΜΥ1 παραδέχεται, εκ μέρους της Εναγόμενης εταιρείας, και αποδέχεται την έκδοση απόφασης για μέρος της αξίωσης, ήτοι για ποσό €2.075,79 πλέον νόμιμο τόκο. Όπως εξηγεί, η νομική συμβουλή που είχε λάβει η εταιρεία ήταν ότι οι επιβληθείσες χρεώσεις μπορούσαν να αμφισβητηθούν μόνο με προσφυγή στα πλαίσια του Άρθρου 146 του Συντάγματος, κάτι που η Εναγόμενη εταιρεία δεν έπραξε. Ενόψει αυτής της παραδοχής, εγκαταλείπει ουσιαστικά τη δικογραφημένη υπεράσπιση ότι η Εναγόμενη εταιρεία δεν ευθύνεται για τη δημιουργία της οφειλής γιατί αυτή προκλήθηκε από την καθυστέρηση των Εναγόντων να τη διαγράψουν από το ΧΑΚ. Σύμφωνα με το ΜΥ1, η Εναγόμενη εταιρεία αμφισβητεί μόνο το μέρος της οφειλής εκ ποσού €5.000 που περιλαμβάνεται στο τιμολόγιο με αριθμό SI
  9. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τους ΜΕ1 και ΜΕ2 και το σχετικό τιμολόγιο, το ποσό αυτό αφορούσε τέλη διαγραφής της Εναγόμενης εταιρείας από το ΧΑΚ. Σε σχέση με το ποσό αυτό, ο ΜΥ1 υποστηρίζει ότι δεν δικογραφείται επαρκώς από τους Ενάγοντες και, κατά συνέπεια, δεν δικαιούνται να τους αποδοθεί. Το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου εγκαθιδρύθηκε ως πρόσωπο δημοσίου δικαίου με τον περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Νόμο 1993 (ως τροποποιήθηκε), εξασκεί τις εξουσίες και αρμοδιότητές που του παρέχει η νομοθεσία και συμμορφώνεται με τα καθήκοντα που επίσης καθορίζονται από τη νομοθεσία. Είναι ο οργανισμός επιφορτισμένος με την αποκλειστική κατάρτιση χρηματιστηριακών συναλλαγών επί κινητών αξιών στη Δημοκρατία. Σε σχέση με τις εργασίες του και τις υπηρεσίες που παρέχει σε εκδότες αξιών που διαπραγματεύονται στο ΧΑΚ καθορίζει, απαιτεί και εισπράττει διάφορα τέλη και δικαιώματα τα οποία οι εισηγμένοι εκδότες έχουν αντίστοιχη υποχρέωση να καταβάλλουν[3]. Στην παρούσα υπόθεση, η μαρτυρία καταδεικνύει ότι οι Ενάγοντες, κατά την επιβολή των επίδικων τελών και χρεώσεων λειτουργούσαν στο πεδίο του δημοσίου δικαίου και η φύση των ενεργειών τους τις κατάτασσε στην κατηγορία των διοικητικών πράξεων[4]. Επομένως η επιβολή των συγκεκριμένων τελών και χρεώσεων μπορούσε να αμφισβητηθεί μόνο με προσφυγή στα πλαίσια του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Τέτοια αμφισβήτηση δεν υπήρξε. Τα ποσά επομένως που αξιώνουν οι Ενάγοντες είναι οφειλόμενα και πληρωτέα. Ο ΜΥ1 εισηγήθηκε ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να τους αποδοθεί, μέσω της παρούσας αγωγής, το ποσό των €5.000 που περιλαμβάνεται στο τιμολόγιο με αριθμό SI 13000564, διότι δεν δικογραφούν ότι αυτό αφορά τέλος διαγραφής της εταιρείας. Υποστηρίζει ότι στην έκθεση απαίτησης οι Ενάγοντες αναφέρουν μόνο ότι το εν λόγω τιμολόγιο αφορά ετήσιες εισφορές εκδότη. Σημειώνω παρενθετικά ότι στο εν λόγω τιμολόγιο η συγκεκριμένη χρέωση περιγράφεται ως «Τέλος διαγραφής εκδότη. Μη συμμόρφωση εκδότη σε συνεχή υποχρέωση του.» Είναι καλά γνωστή η αρχή ότι τα δικόγραφα αποτελούν το θεμέλιο επί του οποίου εδράζεται η απαίτηση του ενάγοντα και αναδεικνύεται ο καθορισμός των επίδικων θεμάτων[5]. Στο αιτητικό της έκθεσης απαίτησης, οι Ενάγοντες διεκδικούν το συνολικό ποσό των €7.075,79 ως «οφειλόμενα τέλη ή/και οφειλόμενες ετήσιες εισφορές.». Επιπρόσθετα, μεταξύ άλλων, στις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησής τους, αναφέρουν ότι το ΧΑΚ «.έχει αρμοδιότητα και εξουσία όπως επιβάλλει, απαιτεί και εισπράττει από τους εκδότες διάφορα τέλη.» και την «.υποχρέωση επιβολής και είσπραξης διοικητικών ή άλλων προστίμων ή/και επιβαρύνσεων αναφορικά με παραβάσεις της νομοθεσίας.» Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι το συγκεκριμένο επιχείρημα του ΜΥ1 δεν μπορεί να επιτύχει. Μέσω της έκθεσης απαίτησής τους, οι Ενάγοντες δικογραφούν επαρκώς τη βάση αγωγής τους, η οποία αφορά οφειλόμενα προς αυτούς τέλη και εισφορές. Το καθήκον ενός διάδικου για ορθή δικογράφηση περιλαμβάνει την υποχρέωση για παράθεση, σε συνοπτική μορφή, των ουσιωδών γεγονότων στα οποία στηρίζει την απαίτησή του, αλλά όχι παράθεση της μαρτυρίας με την οποία προτίθεται να αποδείξει τα γεγονότα αυτά. Καθηκόντως, στην έκθεση απαίτησης γίνεται συνοπτική αναφορά στα πέντε εκδοθέντα τιμολόγια στα οποία αποτυπώνεται η οφειλή προς τους Ενάγοντες. Η Εναγόμενη εταιρεία γνώριζε, από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, την υπόθεση με την οποία ήταν αντιμέτωπη και τη φύση της αξίωσης των Εναγόντων. Δεν ήταν υποχρεωμένοι οι Ενάγοντες να παραθέσουν και να επεξηγήσουν στην έκθεση απαίτησής τους, με λεπτομέρεια το περιεχόμενο των πέντε τιμολογίων. Τα τιμολόγια αυτά αποτέλεσαν μέρος της μαρτυρίας την οποία παρουσίασαν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προς στοιχειοθέτηση των αξιώσεων τους. Σταθμίζοντας όσα έχω προαναφέρει, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες, με ικανή μαρτυρία, έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις αξιώσεις τους. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας για ποσό €7.075,79, πλέον νόμιμο τόκο ως εξής: επί ποσού €429,48 από 28.9.2012, επί ποσού €429,48 από 28.12.2012, επί ποσού €729,99 από 30.1.2013, επί ποσού €421,30 από 29.3.2013 και επί ποσού €5.065,54 από 25.4.
  10. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετική η Barry Wynne v David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1138 [2] Σχετική η Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason v Αντώνης Αντωνίου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A247, Πολιτική Έφεση 273/2010, ημερομηνίας 8.4.2014 [3] Σχετικά τα άρθρα 10, 33 και 48 του Ν.14(Ι)/1993 και άρθρο 88 των περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Κανονισμών 1995. [4] Σχετικές οι SHOHAM (Cyprus) Ltd v Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2000), 1 (Α) Α.Α.Δ. 404, Tamasos Trading Supplies and Co Ltd v Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 407, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 892, Antoniou and others v Republic
(1984)3(Α) C.L.R. 623 [5] Σχετική η Παναγιώτης Παναγιώτη Μαυρουδή ν Global Consolidated Resources Ltd, Πολιτική Έφεση 188/2010, ημερομηνίας 4.6.2015 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.