ΜΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ν. ΝΙΚΟΥ ΑΚΑΜΑ, Αρ. Αγωγής: 3851/2015, 31/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A297 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3851/2015 Μεταξύ: ΜΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Εναγόντων και ΝΙΚΟΥ ΑΚΑΜΑ Εναγόμενου -------------------------- 31 Οκτωβρίου,
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η κάθε πλευρά παρουσίασε στο Δικαστήριο, υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων, τη μαρτυρία της, δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα και οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς, των εγγράφων που επισυνάπτονται σε αυτές ως τεκμήρια, καθώς και τα όσα αναφέρθηκαν στις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων. Δεν θα αναπαράγω με λεπτομέρεια το περιεχόμενο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, αλλά, για σκοπούς πληρότητας της απόφασής μου, παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των κυριότερων σημείων των ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων που παρουσιάστηκαν και που κρίθηκαν σημαντικά για το αποτέλεσμα. Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων τέθηκε ενώπιόν μου η ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Μιχαηλίδη, συνεταίρου της ομόρρυθμου εταιρείας των Εναγόντων (ΜΕ1). Αναφέρει ότι οι Ενάγοντες ασχολούνται με την εκπόνηση αρχιτεκτονικών μελετών και την ετοιμασία σχεδίων για ανέγερση νέων κτιρίων καθώς και ανακαινίσεις, επιδιορθώσεις και επεκτάσεις υφιστάμενων οικοδομών. Επαναλαμβάνει τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι είχαν συμφωνήσει με τον Εναγόμενο και ανέλαβαν την ετοιμασία μελέτης αναφορικά με την εσωτερική διαμόρφωση και διακόσμηση του καταστήματός του στη βάση προσφοράς ημερομηνίας 8.10.2017 που είχαν ετοιμάσει (Τεκμήριο 1 στην ένορκη του δήλωση). Σε σχέση με τα γεγονότα, επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση των Εναγόντων. Για σκοπούς αποφυγής επανάληψης παραπέμπω στη σύνοψη των δικογραφημένων θέσεων των Εναγόντων που έχω παραθέσει πιο πάνω. Στην ένορκή του δήλωση επισυνάπτει αντίγραφο επιστολής των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 19.11.2007 (Τεκμήριο 2 στην ένορκή του δήλωση) στην οποία οι Ενάγοντες αναφέρουν, μεταξύ άλλων, ότι η εργασία που είχαν διεκπεραιώσει μέχρι τον τερματισμό των υπηρεσιών τους στις 2.11.2007 ανέρχεται στο ποσό των £2.040,10 / €3.485,72, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Επισυνάπτει στην επιστολή αυτή αναλυτική κατάσταση με την εργασία που οι Ενάγοντες εκτέλεσαν, την αποτίμηση του κάθε επιμέρους τμήματος της εργασίας αυτής και επεξήγηση για τον τρόπο υπολογισμού του ποσού με βάση τις πρόνοιες της συμφωνίας. Επισυνάπτει επίσης στην ένορκή του δήλωση επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 8.5.2015 (Τεκμήριο 3 στην ένορκή του δήλωση) με την οποία ζητούν την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Επιπρόσθετα, ο ενόρκως δηλών παρουσιάζει αντίγραφα των φωτογραφιών που είχαν ληφθεί σε επί τόπου επιθεωρήσεις που ο ίδιος είχε διενεργήσει στο κατάστημα στις 5.10.2007 (Τεκμήριο 4 της ένορκής του δήλωσης), στις 12.10.2007 (Τεκμήριο 5 της ένορκής του δήλωσης) και στις 22.10.2007 (Τεκμήριο 8 στην ένορκή του δήλωση). Παρουσιάζει περαιτέρω τα σχέδια αποτύπωσης της υφιστάμενης κατάστασης του καταστήματος, τόσο κάτοψης ισογείου και μεσοπατώματος, όσο και όψεων και τομών (Τεκμήριο 6 στην ένορκή του δήλωση) καθώς και κατάλογο κατεδαφίσεων και αφαιρέσεων (Τεκμήριο 7 στην ένορκή του δήλωση). Επισυνάπτει δύο προσφορές που είχαν ληφθεί από δύο εργολάβους για τη διενέργεια των κατεδαφίσεων και αφαιρέσεων από το κατάστημα (Τεκμήρια 9 και 10 στην ένορκη του δήλωση). Συνεχίζει λέγοντας ότι είχαν ετοιμαστεί προσχέδια της προτεινόμενης εσωτερικής διαμόρφωσης του καταστήματος, τα οποία δεν ολοκληρώθηκαν λόγω του τερματισμού των υπηρεσιών τους από τον Εναγόμενο. Αντίγραφα των προσχεδίων παρουσιάζει ως Τεκμήριο 11 στην ένορκη του δήλωση. Μαζί επισυνάπτει ως Τεκμήριο 12 χειρόγραφες σημειώσεις που λήφθηκαν στα πλαίσια επιτόπιων μετρήσεών του στο κατάστημα. Τονίζει ότι ουδέποτε είχε συμφωνηθεί μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου ότι οι εργασίες στο κατάστημα θα διεκπεραιώνονταν μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου, εξ ου και τέτοιος όρος δεν περιλαμβάνεται στη συμφωνία ημερομηνίας 8.10.2007 (Τεκμήριο 1 της ένορκής του δήλωσης). Υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε αμφισβήτησε τις υπηρεσίες που παρείχαν οι Ενάγοντες, αλλά είχε προσπαθήσει εκ των υστέρων να διαπραγματευτεί χαμηλότερο ποσό. Προς ενίσχυση της θέσης του αυτής επισυνάπτει ως Τεκμήριο 13 της ένορκής του δήλωσης αντίγραφο ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 12.12.2007 που είχε αποσταλεί από τον Εναγόμενο. Στο εν λόγω μήνυμα ο Εναγόμενος αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «.το μεγαλύτερο ποσό που μπορώ να προσφέρω κάτω από τις συγκεκριμένες καταστάσεις και συνθήκες είναι 700 λίρες. Πιστεύω κατά τη γνώμη μου ότι είναι ένα ικανοποιητικό ποσό που αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό τη δουλειά που έγινε από το γραφείο σου νοουμένου πάντα ότι η δουλειά δεν είχε ακόμη αρχίσει.» Για σκοπούς υπεράσπισης η πλευρά του Εναγόμενου παρουσίασε ένορκη δήλωση του ιδίου (ΜΥ1). Αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτης επιχείρησης πώλησης ειδών ένδυσης και υπόδησης και ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, ενοικίαζε το κατάστημα στο οποίο λειτουργεί την επιχείρησή του για ποσό ΛΚ150 μηνιαίως (παρουσιάζει ως Τεκμήριο 1 της ένορκής του δήλωσης, αντίγραφο ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 30.10.2007). Συνεχίζει λέγοντας ότι στις 8.10.2007 υπέγραψε και αποδέχτηκε προσφορά των Εναγόντων για παροχή υπηρεσιών ετοιμασίας μελέτης για την εσωτερική διαμόρφωση και διακόσμηση του καταστήματος (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΜΕ1). Υποστηρίζει ότι προς εκτέλεση των όρων της συμφωνίας, οι Ενάγοντες όφειλαν σε πρώτο στάδιο να «ξεκινήσουν τις απαραίτητες εργασίες κατεδάφισης» (παράγραφος 8 της ένορκής του δήλωσης) ώστε να είναι σε θέση μετά να διενεργήσουν μετρήσεις του εσωτερικού χώρου και να ετοιμάσουν τα σχέδια εσωτερικής διαμόρφωσης και διακόσμησης. Υποστηρίζει ότι «ήταν επιπλέον προφορικός ή και ουσιώδης ή και εξυπακουόμενος όρος της Συμφωνίας ότι η υλοποίηση του έργου ή και οι απαραίτητες εργασίες για την εσωτερική διαμόρφωση και διακόσμηση του καταστήματος θα ολοκληρώνονταν μέχρι και τις αρχές ή και μέσα Δεκεμβρίου 2007, προκειμένου το κατάστημα να λειτουργήσει την περίοδο των Χριστουγέννων όταν ο τζίρος ή και η καταναλωτική κίνηση στα μαγαζιά είναι αυξημένη». Προς απόδειξη της ανταπαίτησής του, αναφέρεται στα κέρδη τα οποία πραγματοποίησε κατά την περίοδο των Χριστουγέννων για τα έτη 2008-2016 και για κάθε έτος παρουσιάζει σχετική «κατάσταση κερδών» (Τεκμήρια 2-11 στην ένορκη του δήλωση). Συνεχίζει λέγοντας ότι, παρά τις παραινέσεις του, οι Ενάγοντες «ουδέποτε ξεκίνησαν τις απαραίτητες εργασίες κατεδάφισης ή και τις εργασίες του πρώτου σταδίου της Συμφωνίας». Εξαιτίας της απαράδεκτης, όπως την περιγράφει, συμπεριφοράς των Εναγόντων, τερμάτισε τη μεταξύ τους συμφωνία στις 2.11.2007 και διόρισε νέο αρχιτέκτονα στις 3.11.2007 ενώ, την ίδια ημερομηνία, ανέθεσε σε εργολάβο τις κατεδαφίσεις που έπρεπε να γίνουν στο κατάστημα. Οι εργασίες κατεδάφισης ολοκληρώθηκαν στις 4.11.2007 και ο νέος αρχιτέκτονας που διόρισε ετοίμασε σχέδια στις 7.11.
- Επιμένει ότι υπήρχε επιτακτική ανάγκη το κατάστημα να λειτουργήσει την περίοδο των Χριστουγέννων και ότι, σύμφωνα με την ένορκή του δήλωση, ήταν «προφορικός ή και εξυπακουόμενος ή και ουσιώδης όρος της Συμφωνίας» ότι οι εργασίες στο κατάστημα θα ολοκληρώνονταν «περί τις αρχές Δεκεμβρίου 2007». Παραδέχεται τη λήψη της επιστολής των δικηγόρων των Εναγόντων (Τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης του ΜΕ1) και, αναφέρει ότι, σαν ένδειξη καλής θέλησης απέστειλε το ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 13 της ένορκης δήλωσης του ΜΕ1) με το οποίο προσέφερε το συμβολικό ποσό των ΛΚ
- Υποστηρίζει ότι δεν είχαν γίνει ορθές μετρήσεις στο κατάστημα από τους Εναγόμενους και, ένεκα αυτού, ήταν αδύνατη η εκπόνηση των απαραίτητων αρχιτεκτονικών σχεδίων και μελετών για την εσωτερική διαμόρφωση του καταστήματος. Επισυνάπτει στην ένορκή του δήλωση ως Τεκμήριο 14 έγγραφο που τιτλοφορείται «Επιστημονική προσέγγιση για τη διαδικασία αποτύπωσης χώρου και κατασκευαστικά σχέδια» με ημερομηνία 27.7.
- Αναφέρει ότι αυτή ετοιμάστηκε από κάποιο κ. Παύλο Σιακαλλή ο οποίος είναι αρχιτέκτονας / μηχανικός στον οποίο, σε μεταγενέστερο χρόνο, ο Εναγόμενος είχε αναθέσει εργασίες που αφορούσαν την επέκταση του καταστήματός του. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, μεταξύ άλλων «Σε ένα οποιοδήποτε χώρο όπου πρόκειται να γίνει ανακαίνιση, θα πρέπει να έχει γίνει αποτύπωση και κατασκευαστικά σχέδια έτσι ώστε οποιαδήποτε κατασκευαστική εργασία διενεργηθεί θα εκτελεστεί με απόλυτη ακρίβεια. Εάν υπάρχουν υφιστάμενα έπιπλα, υλικά στο χώρο και παρεμποδίζουν τη διαδικασία αποτύπωσης πρέπει να απομακρυνθούν αλλιώς το αποτέλεσμα σχεδιασμού θα είναι κατά προσέγγιση και το κατασκευαστικό αποτέλεσμα δεν θα είναι με ακρίβεια. Οπότε επιβάλλεται ο χώρος να είναι καθαρός κατά τη διάρκεια της αποτύπωσης έτσι ώστε η όλη διαδικασία μέχρι και την κατασκευή να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα». Σε σχέση με τα όσα αναφέρει ο ΜΕ1 στην ένορκή του δήλωση, ο Εναγόμενος υποστηρίζει ότι ουδέποτε του παραδόθηκαν σχέδια αποτύπωσης του χώρου και κατάλογοι κατεδαφίσεων. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι οι φωτογραφίες που λήφθηκαν από τους Ενάγοντες δεν ήταν δυνατό να υποκαταστήσουν την ανάγκη για λήψη ορθών μετρήσεων. Αναφέρει ότι η διενέργεια των κατεδαφίσεων ήταν ευθύνη των Εναγόντων και ότι αυτές θα γίνονταν στο αρχικό στάδιο και αρνείται ότι έλαβε οποιεσδήποτε προσφορές για κατεδαφίσεις. Επαναλαμβάνει ότι δεν ενέκρινε ποτέ οποιαδήποτε αρχιτεκτονικά σχέδια και αιτείται την απόρριψη της αγωγής και έκδοση απόφασης ως η Ανταπαίτηση του. Όπως προανέφερα, έχω μελετήσει το περιεχόμενο όλων των ενόρκων δηλώσεων που τέθηκαν ενώπιόν μου, καθώς και το περιεχόμενο των εγγράφων που επισυνάπτονται σε αυτές ως Τεκμήρια. Ο σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση και που θα είναι, ακολούθως, καθοριστικά για το αποτέλεσμα της δίκης[1]. Προσεγγίζοντας το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς, έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Στην παρούσα υπόθεση, όπως διαφαίνεται τόσο από τη δικογραφία όσο και από τις ένορκες δηλώσεις, υπάρχει κοινό έδαφος σε σχέση με κάποια από τα γεγονότα[2]. Ειδικότερα, υπάρχει σύγκλιση μεταξύ των διαδίκων και είναι κοινώς αποδεκτό ότι: (α) Στις 8.10.2007 τα μέρη συνήψαν συμφωνία δυνάμει της οποίας ο Εναγόμενος ανάθεσε στους Ενάγοντες την παροχή υπηρεσιών σε σχέση με την εκπόνηση αρχιτεκτονικής μελέτης για την εσωτερική διαμόρφωση και διακόσμηση του καταστήματός του και την επίβλεψη των εργασιών υλοποίησης της μελέτης (στο εξής η «Συμφωνία»). Η Συμφωνία αυτή αποτυπώνεται στη γραπτή προσφορά ίδιας ημερομηνίας των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο, την οποία ο Εναγόμενος προσυπογράφει δηλώνοντας ότι «Συμφωνώ και αποδέχομαι το περιεχόμενο της πιο πάνω πρότασης» (Η Συμφωνία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΜΕ1). (β) Η εν λόγω συμφωνία προνοούσε ρητά ότι οι υπηρεσίες που οι Ενάγοντες θα παρείχαν περιελάμβαναν την ετοιμασία αρχιτεκτονικών, κατασκευαστικών λεπτομερειών και εγγράφων για την απρόσκοπτη και έγκαιρη υλοποίηση του έργου (μέρος «Βασικές Υπηρεσίες» της Συμφωνίας). Το κείμενο της Συμφωνίας δεν καθόριζε συγκεκριμένη ημερομηνία μέχρι την οποία θα ολοκληρώνονταν οι εργασίες ή τα επιμέρους στάδια αυτής. Προνοούσε επίσης ότι η αμοιβή των Εναγόντων θα ήταν συγκεκριμένο ποσοστό επί του προϋπολογισμού του έργου, που καθορίστηκε προκαταρτικά σε ΛΚ20.000 πλέον Φ.Π.Α. (γ) Η Συμφωνία τερματίστηκε με πρωτοβουλία του Εναγόμενου στις 2.11.
- (δ) Μέχρι τον τερματισμό της Συμφωνίας δεν είχαν διενεργηθεί οποιεσδήποτε κατεδαφίσεις στον εσωτερικό χώρο του καταστήματος. (δ) Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 19.11.2007 προς τον Εναγόμενο απαίτησαν την πληρωμή του ποσού που αξιώνουν, επισυνάπτοντας κατάσταση με τις εργασίες που είχαν εκτελεστεί μέχρι τον τερματισμό των υπηρεσιών τους και αποτίμηση του κάθε μέρους της εργασίας αυτής σε συνάρτηση με τις πρόνοιες της Συμφωνίας. (ε) Στις 12.12.2007 ο Εναγόμενος απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς τους Ενάγοντες με το οποίο, μεταξύ άλλων, τους προσέφερε ποσό ΛΚ 700 σε σχέση με τις υπηρεσίες που είχαν παρασχεθεί από τους Ενάγοντες μέχρι τον τερματισμό της Συμφωνίας που, κατά τον ίδιο τον Εναγόμενο, «αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό» τις εργασίες που είχαν γίνει από τους Ενάγοντες (παραπέμπω ανωτέρω στην αναφορά μου στο περιεχόμενο του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, Τεκμήριο 13 στην ένορκη δήλωση του ΜΕ1). Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει και από τη σύνοψη της μαρτυρίας που έχω παραθέσει πιο πάνω ότι υπάρχει ασυμφωνία σε σχέση με τα υπόλοιπα γεγονότα. Όπως προανέφερα, έδωσα ιδιαίτερη σημασία στην εσωτερική συνοχή, λογική και πειστικότητα των θέσεων του κάθε μάρτυρά όπως αυτά αναδύονται από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Η εντύπωση που δημιουργεί η μαρτυρία του ΜΕ1 είναι θετική. Το περιεχόμενο της ένορκής του δήλωσης είναι πειστικό, έχει συνοχή και λογική και συμπληρώνεται από το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που επισυνάπτει. Δημιουργεί δε τη ξεκάθαρη εντύπωση ότι η εκδοχή του αναφορικά με τα αμφισβητούμενα γεγονότα είναι πιο πιθανή παρά όχι. Αντίθετη είναι η εικόνα που έχω διαμορφώσει από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου. Ξεκινώντας σημειώνω ότι μεγάλο μέρος της ένορκης δήλωσής του αναλώνεται στην έκφραση απόψεων, σχολιασμό της μαρτυρίας των Εναγόντων, διατύπωση επιχειρημάτων αναφορικά με τον ορθό τρόπο με τον οποίο οι Ενάγοντες όφειλαν να εκτελέσουν την εργασία που είχαν αναλάβει και ερμηνεία προνοιών της μεταξύ των μερών Συμφωνίας. Αυτά τα σημεία της ένορκής του δήλωσης δεν λαμβάνονται υπόψη. Δεν έχει τεθεί το απαραίτητο υπόβαθρο ώστε να δικαιολογείται ή να επιτρέπεται η έκφραση μαρτυρίας γνώμης από τον Εναγόμενο η οποία να μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει καμία εισήγηση ότι ο Εναγόμενος διαθέτει ειδικές γνώσεις για το αντικείμενο επί του οποίου εκφράζει απόψεις, ενώ τα σχόλια και επιχειρηματολογία επί της μαρτυρίας που παρουσίασε η άλλη πλευρά είναι αχρείαστα και περιττά. Περαιτέρω, η πλευρά του Εναγόμενου προσπαθεί, τόσο μέσω του δικογράφου της όσο και με τη μαρτυρία του ιδίου, να εισηγηθεί ότι στη Συμφωνία περιλαμβανόταν όρος («προφορικός ή και εξυπακουόμενος ή και ουσιώδης», σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ΜΥ1) ότι οι εργασίες στο κατάστημα έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί «μέχρι και τις αρχές ή και μέσα Δεκεμβρίου 2007» (παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης του ΜΥ1). Αυτή η εκδοχή όμως προσκρούει στο ίδιο το κείμενο της συμφωνίας η οποία δεν περιλαμβάνει πρόνοια ότι οι εργασίες ανακαίνισης στο κατάστημα έπρεπε να περατωθούν εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Στην υπόθεση Πίγκος Εστέιτς Λτδ ν Μιχάλη Θεοδούλου Καλογήρου, διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Θεόδουλου Νικόλα Καλογήρου κ.ά., ECLI:CY:AD:2015:A628, Πολιτική Έφεση 304/2009, ημερομηνίας 28.9.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει τα εξής: «Συνιστά βασικό κανόνα σε ό,τι αφορά τις γραπτές συμβάσεις ότι οι πρόνοιες που τις συναποτελούν και ρυθμίζουν τις σχέσεις των μερών, καθορίζοντας τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους, δεν επιδέχονται εξωγενή μαρτυρία προκειμένου να προσθέσει, να αφαιρέσει, να τις τροποποιήσει ή να τις αντικρούσει. Είναι ο κανόνας αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας όσον αφορά σε γραπτές συμβάσεις. Εδράζεται στη φιλοσοφία ότι όπου τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν αποφασίσει να συνομολογήσουν γραπτή σύμβαση, τότε είναι το ίδιο το περιεχόμενό της και μόνο που περιέχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Στον κανόνα αυτό έχουν αναγνωρισθεί εξαιρέσεις, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα υπέρβασης των όρων ή των λέξεων που τα μέρη χρησιμοποίησαν στη σύμβαση, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να επιτρέπεται προσκόμιση εξωγενούς μαρτυρίας σε περίπτωση διευκρίνισης αμφιβολίας ή ασάφειας σε κάποιο έγγραφο προς το σκοπό της αποσαφήνισης της πρόθεσης των συμβαλλομένων.» Στην προκειμένη περίπτωση, το κείμενο της μεταξύ των μερών Συμφωνίας δεν περιλαμβάνει κανένα όρο ότι οι εργασίες ανακαίνισης στο κατάστημα έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Το κείμενο στης Συμφωνίας που και τα δύο μέρη έχουν υπογράψει δεν καθορίζει καμία τέτοια υποχρέωση ή χρονοδιάγραμμα στους Ενάγοντες. Ο Εναγόμενος με την υπεράσπισή του, προσπαθεί να εισηγηθεί ότι η Συμφωνία πρέπει να προσεγγιστεί ωσάν να περιλαμβάνει πρόνοια ότι οι Ενάγοντες είχαν αποδεχτεί και αναλάβει την υποχρέωση όπως οι εργασίες στο κατάστημα (όχι μόνο οι δικές τους αλλά όλες οι εργασίες) να είχαν ολοκληρωθεί περί τις «αρχές ή μέσα Δεκεμβρίου 2007» ώστε να μπορούσε τότε να λειτουργήσει η επιχείρησή του τη Χριστουγεννιάτικη περίοδο. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, κρίνω ότι δεν τίθεται θέμα διευκρίνισης οποιασδήποτε ασάφειας ή αμφιβολίας στο κείμενο της Συμφωνίας αφού καμία τέτοια πρόνοια υπάρχει. Επομένως, δεν μπορεί να επιτραπεί στον Εναγόμενο να εισαγάγει στη Συμφωνία την πρόνοια που ισχυρίζεται και την αντίστοιχη υποχρέωση στους Ενάγοντες. Επιπρόσθετα, πρέπει να σημειώσω ότι η συγκεκριμένη θέση του Εναγόμενου δεν πείθει. Ο τερματισμός της Συμφωνίας συντελέστηκε στις 2.11.2007, ένα περίπου μήνα μετά τη σύναψή της και ένα περίπου μήνα πριν το χρονοδιάγραμμα των «αρχών ή μέσης Δεκεμβρίου» στον οποίο ο Εναγόμενος αναφέρεται. Ο Εναγόμενος, πέρα από τη γενική δυσαρέσκεια που εκφράζει για τις μέχρι τότε ενέργειες των Εναγόντων, δεν έχει παρουσιάσει μαρτυρία που να εισηγείται ότι ένεκα του τρόπου και χρόνου με τον οποίο οι Ενάγοντες προχωρούσαν, θα ήταν αδύνατη η διεκπεραίωση των εργασιών εντός Δεκεμβρίου
- Ως αποτέλεσμα, ο λόγος που προβάλλει για να δικαιολογήσει τον τερματισμό της Συμφωνίας παραμένει μετέωρος. Ξενίζει περαιτέρω με ποιο τρόπο οι Ενάγοντες θα είχαν προχωρήσει σε κατεδαφίσεις στο κατάστημα από τη στιγμή που η φύση των υπηρεσιών που παρέχουν είναι τελείως διαφορετική. Ούτε από τη Συμφωνία αλλά ούτε και από την εκατέρωθεν μαρτυρία μπορεί να εξαχθεί ότι η διενέργεια κατεδαφίσεων ήταν εντός των πλαισίων των υπηρεσιών που παρείχαν οι Ενάγοντες. Άλλωστε, όπως ο ίδιος ο Εναγόμενος αναφέρει, μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας ανέθεσε εκείνος σε εργολάβο την διενέργεια κατεδαφίσεων στο κατάστημα. Δεν διευκρινίζει τι ήταν αυτό που τον εμπόδιζε να πράξει τούτο και ενωρίτερα. Σημειώνω ότι πέραν από την αμφισβήτηση της παροχής υπηρεσιών από τους Ενάγοντες, ο Εναγόμενος δεν έχει προσφέρει πειστική εξήγηση για την ύπαρξη των σχεδίων αποτύπωσης της υφιστάμενης κατάστασης, κατόψεις, όψεις, τομές, καταλόγου κατεδαφίσεων και αφαιρέσεων, προσφορές από εργολάβους, προτεινόμενη μελέτη εσωτερικής διαμόρφωσης και διακόσμησης και χειρόγραφες σημειώσεις που έχει παρουσιάσει η άλλη πλευρά (Τεκμήρια 4, 5, 6, 9, 10, 11 και 12 της ένορκης δήλωσης του ΜΕ1). Επαναλαμβάνω ότι, για τους λόγους που έχω εξηγήσει δεν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στις αναφορές του Εναγόμενου περί του λανθασμένου και μη ικανοποιητικού τρόπου εκτέλεσης των εργασιών από τους Ενάγοντες. Επιπρόσθετα, το έγγραφο το οποίο έχει επισυνάψει ως Τεκμήριο 14 στην ένορκή του δήλωση και τιτλοφορείται «Επιστημονική Προσέγγιση για τη Διαδικασία Αποτύπωσης Χώρου και Κατασκευαστικά Έργα» (το περιεχόμενο του οποίου έχω παραθέσει πιο πάνω), δεν οδηγεί στο συμπέρασμα που ο ίδιος υποστηρίζει. Θα το χαρακτήριζα ως ασαφές και γενικό, αφού αόριστα αναφέρεται σε «οποιοδήποτε χώρο όπου πρόκειται να γίνει ανακαίνιση» ότι «εάν υπάρχουν υφιστάμενα έπιπλα, υλικά στο χώρο και παρεμποδίζουν τη διαδικασία αποτύπωσης πρέπει να απομακρυνθούν. επιβάλλεται ο χώρος να είναι καθαρός κατά τη διάρκεια της αποτύπωσης». Θα ανέμενα, μια εμπεριστατωμένη και θετική καταγραφή επιστημονικής άποψης ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση και στο συγκεκριμένο υποστατικό δεν έγιναν ή δεν ήταν δυνατό να γίνουν σωστές μετρήσεις στο χώρο και κατ' επέκταση, σωστά σχέδια εκτός εάν διενεργούνταν προηγουμένως συγκεκριμένες κατεδαφίσεις. Τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν μπορώ να αποδεχτώ την εκδοχή του Εναγόμενου για τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα και δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή για εξαγωγή συμπερασμάτων. Γίνεται όμως αποδεκτή, για τους λόγους που εξήγησα, η θέση του ΜΕ1 και τα όσα αναφέρει στην ένορκή του δήλωση, και έχω παρενθετικά αναφέρει πιο πάνω, καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Με αυτό το δεδομένο, συνάγεται ότι ο Εναγόμενος επέλεξε και προχώρησε σε τερματισμό της Συμφωνίας χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε παράβαση αυτής από τους Ενάγοντες. Στρέφομαι στο ποσό που αξιώνουν οι Ενάγοντες. Διεκδικούν συμφωνημένη αμοιβή για τις εργασίες που ισχυρίζονται ότι εκτέλεσαν στα πλαίσια της Συμφωνίας και πριν τον τερματισμό αυτής (παράγραφοι (α)-(ζ) του παραρτήματος του Τεκμηρίου 2 της ένορκης δήλωσης του ΜΕ1). Το ποσό που αξιώνουν για τις εργασίες αυτές βασίζεται σε προκαταρτική εκτίμηση του τελικού κόστους που τοποθετούν σε ΛΚ. 19.600,00 και είναι χαμηλότερο από τον συμφωνημένο προκαταρτικό προϋπολογισμό του έργου ύψους ΛΚ20.000, όπως καθορίστηκε στη Συμφωνία και τον οποίο ο Εναγόμενος είχε αποδεχτεί με την υπογραφή της. Οι Ενάγοντες υποστηρίζουν ότι οι εργασίες που εκτέλεσαν αντιστοιχούν στο 65% του συνόλου και στη βάση του ποσοστού αυτού καταλήγουν αποτιμώντας τις εργασίες αυτές στο συνολικό ποσό των ΛΚ1.274,00, πλέον Φ.Π.Α. Ο Εναγόμενος δεν έχει αμφισβητήσει τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε από τους Ενάγοντες για την αποτίμηση των επιμέρους εργασιών, ενώ επίσης δεν έχει αμφισβητήσει ότι οι εργασίες αυτές, όπως καταγράφονται στο παράρτημα του Τεκμηρίου 2 της ένορκης δήλωσης του ΜΕ1, αντιστοιχούν στο 65% του συνόλου. Δεν διαφεύγει ότι σύμφωνα με το ηλεκτρονικό μήνυμα του Εναγόμενου προς τον ΜΕ1, ημερομηνίας 12.12.2007, ο ίδιος ο Εναγόμενος ουσιαστικά αποδέχεται ότι η εργασία που έχουν εκτελέσει οι Ενάγοντες υπερβαίνει το ποσό των ΛΚ700, αφού προσφέρει το ποσό αυτό υποστηρίζοντας ότι «αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό τη δουλεία που έγινε από το γραφείο σου» (Τεκμήριο 13 της ένορκης δήλωσης ΜΕ1). Σημειώνω όμως ότι στο ποσό που οι Ενάγοντες αξιώνουν περιλαμβάνεται και ποσό ΛΚ500, που υποστηρίζουν ότι αφορά «αμοιβή για την εκπόνηση της ηλεκτρολογικής μελέτης και μελέτης φωτισμού του καταστήματος.» Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ΜΕ1, δεν διακρίνω ότι η συγκεκριμένη αξίωση υποστηρίζεται από τη μαρτυρία. Κρίνω επομένως ότι το ποσό αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι με αποδεκτή και επαρκή μαρτυρία η πλευρά των Εναγόντων έχει αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, τη βάση αγωγής αλλά και, μερικώς, το ποσό το οποίο αξιώνει. Αναφορικά με την ανταπαίτηση, η κατάληξή μου πιο πάνω ότι ο τερματισμός της Συμφωνίας από τον Εναγόμενο έγινε χωρίς να έχει προηγηθεί παράβασή της από τους Ενάγοντες, του στερεί κάθε δικαίωμα να διεκδικεί από αυτούς αποζημιώσεις για ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία του τερματισμού. Ως εκ των ανωτέρω, και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €2.176,76 (ΛΚ1.274,00), πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού αυτού, πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Η ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα, τόσο της αγωγής όσο και της ανταπαίτησης, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα πληρωθεί. ..................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετική η Barry Wynne v David Costakis Mavronicola κ.α.