Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λευκωσίας ν. Σωτήρη Ιωάννου, Αρ. Αιτήσεως: 151/2017, 25/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A284 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον : Μ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Ε.Δ Αρ. Αιτήσεως: 151/2017 Αναφορικά με το Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2β) , τους Τροποποιητικούς αυτού Νόμους και το Κεφ 4 άρθρο 21 -και- Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λευκωσίας Αιτήτριας -και- Σωτήρη Ιωάννου Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία : 25/10/2017 Εμφανίσεις : Για αιτητές : κα Παπαθωμά Μαρία για ΚΑΚΚΟΥΡΑΣ & ΠΑΝΑΓΙΔΗΣ ΔΕΠΕ Για Καθ' ου η αίτηση : Πολυκάρπου Πάνος για ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΡΑΚΟΣ ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση ημερομηνίας 2/3/2017 με την οποία οι αιτητές εξαιτούνται ως ακολούθως : « Διαταγή όπως η διαιτητική απόφαση ημερ 11/02/2013 η οποία εκδόθηκε από Διαιτητή , ο οποίος διορίστηκε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, υπερ της Αιτήτριας και εναντίον των καθ' ων η αίτηση για το τρεχούμενο λογαριασμό με αρ 4001788-5 , καταχωρηθεί και εγγραφεί στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.» Ως νομική βάση της αίτησης καταγράφονται οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.47, Δ.48 Θ1 , στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2β και 4) και στο Κεφ 4 άρθρο 21. Η ένσταση του καθ' ου η αίτηση Ο καθ' ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση . Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω: «Η σύσταση και/ή διαδικασία διαιτησίας από την αρχή μέχρι το τέλος, με την έκδοση της λεγόμενης «διαιτητικής απόφασης» που προβλέπεται στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο (22/85) και η διαδικασία διαιτησίας που προβλέπεται τόσο στο άρθρο 52 του ν.22/85, όσον και στο ΚΕΦ 4 που γίνεται έξω από τα πλαίσια του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 21 του ΚΕΦ 4 για εγγραφή των διαιτητικών αποφάσεων στο Δικαστήριο για σκοπούς εκτέλεσης, είναι αντισυνταγματικές πρόνοιες, καθότι παραβιάζεται το άρθρο 30
(1)του Συντάγματος με βάση το οποίο η «σύστασις δικαστικών επιτροπών ή εκτάκτων δικαστηρίων υπό οιονδήποτε όνομα απαγορεύεται». Κατ' επέκταση αντισυνταγματικό είναι και το άρθρο 53 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο (22/85). Ο φερόμενος ως «διαιτητής» δεν είχε καμία δικαιοδοσία να εκδικάσει καμία υπόθεση εναντίον του καθ' ου η αίτηση, αφού η σύσταση του και η διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι αντισυνταγματική και ως εκ τούτου παράνομη, και κατ' επέκταση παράνομη είναι και η διαιτητική απόφαση. Ο Καθ' ου η Αίτησης δεν έτυχε δίκαιης δίκης, αφού η δικαστική επιτροπή δεν συστάθηκε με βάση τον εν ισχύ νόμο. Ο Καθ' ου η Αίτησης έτυχες άνισης μεταχείρισης. Η απόφαση είναι άδικη και παραβιάζει τα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση με βάση το άρθρο 30 του Συντάγματος και άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.» Η σχετική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση περιέχει κυρίως νομικούς ισχυρισμούς, τους οποίους προβάλλει ο καθ' ου η αίτηση κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου του. Διαδικασία - Γεγονότα Σημειώνεται ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ένορκων δηλώσεων αφού κανένας εκ των διαδίκων δεν ζήτησε αντεξέταση και οι δύο πλευρές ανέπτυξαν μέσω γραπτών αγορεύσεων την επιχειρηματολογία τους. Συνεπώς τα γεγονότα στα οποία θα βασισθεί το Δικαστήριο για τη συναγωγή ευρημάτων θα εντοπιστούν στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης έκαστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. (Βλέπε τις υποθέσεις Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377 και Α Messios & Sons Ltd κ.α v Ανδρέας Λεωνίδα Π.Ε 277/2007 ΗΜΕΡ 18/2/2010 ) Οι αιτητές στην αίτησή τους ισχυρίζονται ότι την 11/2/2013 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση . Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι στη διαδικασία διαιτησίας ήταν παρών ο καθ' ου η αίτηση, στον οποίο εν πάση περιπτώσει, γνωστοποιήθηκε γραπτώς η εν λόγω διαιτητική απόφαση. Τέλος δε ισχυρίζονται ότι ο καθ' ου η αίτηση παρέλειψε να καταχωρίσει έφεση στο επαρχιακό δικαστήριο εναντίον της ειρημένης διαιτητικής απόφασης εντός 21 ημερών από τη γνωστοποίηση αυτής. Προς απόδειξη των ισχυρισμών τους επισυνάπτουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ως τεκμήρια 2 και 3 την διαιτητική απόφαση, της οποίας σκοπείται η εγγραφή, και την έγγραφη γνωστοποίηση της απόφασης στον καθ΄ου η αίτηση αντίστοιχα. Ο καθ' ου η αίτηση στη δική του ένορκη δήλωση δεν αμφισβητεί τα πιο πάνω ούτε δηλώνει ότι δεν ήταν μέλος της αιτήτριας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας. Περαιτέρω ο καθ' ου η αίτηση δεν ισχυρίζεται σε οποιοδήποτε σημείο ότι εξανγκάσθηκε να υπαχθεί στη διαδικασία διαιτησίας και ότι δεν ήταν μέλος της αιτήτριας εταιρείας, ώστε να μην υπάγεται στις διατάξεις του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Κύριος άξονας της ένστασης και της επιχειρηματολογίας του καθ' ου η αίτηση είναι η ισχυριζόμενη αντισυνταγματικότητα του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου 22/85 . Αντισυνταγματικότητα των άρθρων 52 του περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου και του άρθρου 21 του Κεφ 4. Η κεντρική και μοναδική θέση που αναπτύχθηκε από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση στην αγόρευσή του, είναι ότι το άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (22/85) καθώς και το άρθρο 21 του Κεφ 4 προσκρούουν στο άρθρο 30
(1)του Συντάγματος . Η πλευρά των αιτητών αγορεύοντας, προέβαλε τη θέση ότι ο ισχυρισμός περί Αντισυνταγματικότητας δεν μπορεί να εγερθεί και να προωθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας ενόψει του τυπικού της χαρακτήρα αλλά και διότι ο καθ' ου η αίτηση ουδέποτε μέχρι το παρόν στάδιο προέβαλε αυτούς του ισχυρισμούς. Σχετικά με τη δυνατότητα εξέτασης ισχυρισμών περί αντισυνταγματικότητας παραπέμπω στο σύγγραμμα του Δρος Κώστα Παρασκευά Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο Θεμελιώδη Δικαιώματα & Ελευθερίες σελ 44 παράγραφοι 182 και 183, όπου επεξηγείται ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και κατ' έφεση, να εγείρει ζητήματα αντισυνταγματικότητας νόμου ή αποφάσεως ουσιώδους για τη διάγνωση της εκκρεμούσας ενώπιον του δικαστηρίου διαφοράς. Αναφορικά με τον τρόπο που πρέπει να εγερθεί το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας, ώστε να μπορεί να εξεταστεί, είναι η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Δημητρίου
(2003)2 ΑΑΔ 45 όπου τονίστηκε ότι είναι πάγια πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται του θέματος μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα και η απόφαση είναι απαραίτητη για την επίλυση της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Στην παρούσα παρατηρώ ότι το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας έχει τεθεί εξειδικευμένα στην ένσταση του καθ' ου η αίτηση. Περαιτέρω διαφαίνεται ότι η απόφαση επί του εγειρόμενου σημείου είναι απαραίτητη για την επίλυση της διαφοράς αφού τυχόν κρίση επί της αντισυνταγματικότητας των άρθρων που αποτέλεσαν το βάθρο της έκδοσης της επίδικης διαιτητικής απόφασης θα συμπαρασύρει και τη νομιμότητα και εγκυρότητα της ίδιας της απόφασης, της οποίας σκοπείται η εγγραφή. Το άρθρο 30
(1)του Συντάγματος σε σχέση με το άρθρο 52 , 53 του περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου και άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ 4. Το άρθρο 30
(1)διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Εις ουδένα δύναται ν' απαγορευθή η προσφυγή ενώπιον του δικαστηρίου, εις ο δικαιούται να προσφύγη δυνάμει του Συντάγματος. Η σύστασις δικαστικών επιτροπών ή εκτάκτων δικαστηρίων υπό οιονδήποτε όνομα απαγορεύεται.» Το τι αποτελεί δικαστική επιτροπή ή έκτακτο δικαστήριο έχει ερμηνευθεί νομολογιακά στην απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων κ.α ν Demand Shiping co Ltd
(1994)3 Α.Α.Δ. 460 Ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου η αίτηση επιχειρηματολόγησε, στη σελίδα 5 της γραπτής αγόρευσης του, υποστηρίζοντας ότι η διαδικασία διαιτησίας είναι διαγνωστική των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων και η διαδικασία εγγραφής της είναι τυπική. Έτσι, σύμφωνα με τον συνήγορο, ο διαιτητής περιβάλλεται με τέτοια εξουσία, ώστε η διαδικασία να προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 30
(1)του Συντάγματος. Βασίζει λοιπόν ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση την εισήγησή του στο ότι ο έλεγχος που ασκεί το δικαστήριο κατά την διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης είναι τυπικής μορφής με τρόπο ώστε ο διαιτητής να περιβάλλεται με αποφασιστική εξουσία στη διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων, ώστε να καθίσταται δικαστική επιτροπή ή έκτακτο δικαστήριο. Συνάγεται από την επιχειρηματολογία του καθ' ου η αίτηση ότι αυτός θεωρεί καταλυτικής σημασίας το γεγονός ότι η εξουσία του δικαστηρίου κατά την διαδικασία έγγραφής της διαιτητικής απόφασης είναι τυπικής μορφής. Σύμφωνα με τον συνήγορο του καθ' ου η αίτηση , το γεγονός ότι στη διαδικασία εγγραφής της απόφασης το Δικαστήριο ασκεί τυπικό έλεγχο, καθιστά την εξουσία του διαιτητή διαγνωστική των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών. Το πιο πάνω επιχείρημα, θα είχε κάποια βάση, εάν η μοναδική εμπλοκή του δικαστηρίου ήταν κατά το στάδιο εγγραφής της διαιτητικής απόφασης και δεν παρεχόταν η δυνατότητα στον καθ' ου η αίτηση να προσβάλει την απόφαση του διαιτητή ενώπιον του δικαστηρίου. Αντίθετα το άρθρο 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 προνοεί για δυνατότητα οποιουδήποτε προσώπου που θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή να υποβάλει Έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ήμερων από τη γνωστοποίηση της απόφασης. Σημειώνεται ότι η Νομολογία που καθιστά τυπικό τον έλεγχο της διαιτητικής απόφασης ισχύει μόνο για το στάδιο της αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Το Δικαστήριο όταν ασκεί την αρμοδιότητα του υπό το άρθρο 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νομού 22/85 δεν ελέγχει μόνο την τυπική πτυχή της απόφασης του Διαιτητή και ως εκ τούτου η απόφαση του διαιτητή δεν ενέχει τη δραστικότητα και δεν είναι ανέλεγκτη, ώστε να είναι από μόνη της διαγνωστική της διαφοράς. Συνεπώς η διαδικασία διαιτησίας ως προνοείται στο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 και ακολουθήθηκε στη παρούσα δεν περιβάλλει τον διαιτητή με την ανέλεγκτη εξουσία που ισχυρίζεται ο καθ΄ ου η αίτηση Τονίζεται περαιτέρω, ότι η διαδικασία διαιτησίας έχει νομολογηθεί ότι αποτελεί εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα χαρακτηριστικό συμπλήρωμα κάθε σύγχρονου νομικού συστήματος. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft A.G
(1991)1ΑΑΔ. 585 Παράλληλα στην απόφαση Παναγιώτης Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΛΜΕΚ) Λτδ ECLI:CY:AD:2015:A507, Πολιτική Έφεση Αρ. 304/2010 ημερομηνίας 10/7/2015 κρίθηκε ότι η παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία και η όλη φιλοσοφία του μηχανισμού επίλυσης διαφορών στα πλαίσια διαδικασίας διαιτητικής μορφής, συνίσταται ακριβώς στην ανάγκη για ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς. Θα ήταν σχήμα οξύμωρο, μια διαδικασία επίλυσης διαφορών η οποία χαρακτηρίστηκε ως εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών και χαρακτηριστικό συμπλήρωμα κάθε σύγχρονου νομικού συστήματος, να θεωρηθεί ταυτόχρονα και ως απαγορευμένο έκτακτο δικαστήριο ή απαγορευμένη δικαστική επιτροπή ,ιδίως δε όταν προβλέπεται διαδικασία έφεσης της διαιτητικής απόφασης στο επαρχιακό Δικαστήριο . Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι η διαδικασία διαιτησίας που διαγράφεται από τα άρθρο 52, του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου2 2/85 και το Κεφ 4 ως αναγνωρισμένη νομολογιακά, εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών δεν μπορεί να υπαχθεί στην έννοια των απαγορευμένων υπό το άρθρο 30
(1)του Συντάγματος Δικαστικών επιτροπών ή Έκτακτων Δικαστηρίων. Σε κάθε περίπτωση το επιχείρημα του καθ' ου η αίτηση ότι το άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 προσκρούει στο άρθρο 30
(1)του Συντάγματος είναι απορριπτέο υπό τα νομολογηθέντα στην απόφαση The Co - Operative Grocery of Vasillia v. Haralambos N. Primou and other
(1962)4 R.S.C.C.
- Στην πιο πάνω υπόθεση εξετάστηκε η αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του προϊσχύοντος άρθρου 53 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 114) (The Co-operative Societies Law, Cap. 114), του οποίου οι πρόνοιες ήταν πανομοιότυπες με αυτές του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/
- Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 53 του Κεφ. 114 δεν παραβιάζει το άρθρο 30.1 του Συντάγματος, τονίζοντας ότι τα μέλη των Συνεργατικών Εταιρειών υπάγονται εκουσίως σε διαιτητικές διαδικασίες δυνάμει του Νόμου. Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η ακόλουθη περικοπή από την πιο πάνω απόφαση «Coming now to the issue concerning Article 30, such Article safeguards, inter alia, the right of access to the court assigned to any person by or under the Constitution and also lays down that every person shall be entitled in the determination of his civil rights and obligations to a hearing before a court established by law. Article 30 also prohibits the establishment of judicial committees or exceptional courts. Voluntary arbitration does not violate against the above provisions of Article 30, simply because the rights safeguarded therein are such that they may be waived by any person entitled to them in respect of any particular subject or class of subjects and, moreover, such arbitration is, by its very nature, clearly distinguishable from judicial committees or exceptional courts. In the opinion of the Court the form of arbitration provided in section 53, though statutory, is in the nature of voluntary arbitration, for the purpose of Article 30, for the following reasons: Everybody is presumed to know the law and also, everybody is free to form or not to form a co-operative society, to join or not to join, to accept or not to accept office in, or employment with, such a society. Further, section 53 appears to be limited only to disputes concerning the internal administration of co-operative societies, as held in Hussein Shefik v The First Limassol Co-operative Savings Bank Limited, 19 C.L.R. p. 244 and Eleni Zenonos & others v Michael Mylonas & others, 19 C.L.R. p.259, with which decisions this Court sees no reason to disagree. It follows, therefore, that everybody who forms or becomes a member of, or accepts office in, or employment with, a cooperative society, as well as a co-operative society, as such, registered under CAP 114, must be presumed to have entered voluntarily into a legal relationship which includes as one of its terms and characteristics the form of arbitration provided under section 53 in respect of certain disputes. Thus, an agreement that disputes within the ambit of section 53 shall be determined in the manner prescribed therein comes into being and, it follows that the rights safeguarded as above, under Article 30, are deemed to have been waived, to that extent, as in any other case of voluntary arbitration.» Οι πιο πάνω αρχές επιδοκιμαστήκαν και υιοθετήθηκαν στην πολιτική Αίτηση In re Pericleous
(1985)1 Α.Α.Δ. 178, όπου κρίθηκε ότι η διαιτησία θεωρείται οιονεί δικαστική διαδικασία και ότι τα άρθρα 28, 30 και 152 του Συντάγματος δεν αποκλείουν την εθελοντική προσφυγή των διαδίκων σε διαιτητικές διαδικασίες. Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη Νομολογία και μετά τη θέση σε ισχύ του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/1985 . Σχετική είναι η απόφαση στη Ζαχαρίας Σίκκης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)4 ΑΑΔ 605 Υπενθυμίζεται ότι ο καθ΄ ου η αίτηση σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωσης δεν ανέφερε ότι δεν ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο μέλος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας που διεξήγαγε τη διαιτησία αλλά αντίθετα προκύπτει ως αναντίλεκτο γεγονός ότι παραβρέθηκε στη διαδικασία διαιτησίας και αναγνώρισε το χρέος. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης 1,2, και 3 δεν μπορούν επιτύχουν και απορρίπτονται. Ο ισχυρισμός περί Άνισης Μεταχείρισης Παρόλο που ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν αναπτύσσεται στη γραπτή αγόρευση του καθ΄ ου η αίτηση, εντούτοις απαντάται από την απόφαση The Co - Operative Grocery of Vasillia v. Haralambos N. Primou and other
(1962)4 R.S.C.C.12 όπου κρίθηκε ότι οι διατάξεις του προϊσχύοντος άρθρου 53 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 114) (The Co-operative Societies Law, Cap. 114), του οποίου οι πρόνοιες ήταν πανομοιότυπες με αυτές του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 δεν παραβίαζαν το άρθρο 28 του Συντάγματος. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι και ο τέταρτος λόγος ένστασης δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ο Ισχυρισμός περί παραβίασης ου άρθρου 30 και άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων δικαιωμάτων Αναφορικά με τον πιο πάνω λόγο τίποτα δεν τέθηκε ενώπιόν μου που να τον υποστηρίζει. Ο καθ' ου η αίτηση δεν ειδικεύει ούτε στην ένσταση ούτε στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει το με ποίο τρόπο παραβιάστηκε το δικαίωμα του στη δίκαιη δίκη . Συνακόλουθα ο πιο πάνω λόγος ένστασης είναι απορριπτέος και απορρίπτεται. Εξέταση της δυνατότητας εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Παρόλο που απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι ένστασης που προέβαλλε ο καθ' ου η αίτηση το δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Στην καλά γνωστή αυθεντία Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 707 κρίθηκαν τα ακόλουθα ως προς το εύρος του εξουσιών του δικαστηρίου σε παρόμοιας φύσης αιτήσεις. : «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι΄ αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Στην υπόθεση Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας v. Κυριακίδη κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 716, κρίθηκε ότι η εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφασης Δικαστηρίου είναι ζήτημα τύπου. Οι πιο πάνω άρχες επανεπιβεβαιώθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Μανώλης Χριστοφή ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Π.Ε 87/11 ημερομηνίας 20/6/, όπου κρίθηκαν τα ακόλουθα : «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης ημερ. 3/12/2007, γι' εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα.» Από τα ενώπιον μου γεγονότα προκύπτει ότι η απόφαση του διαιτητή τεκμήριο 2 επί της αιτήσεως φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης ενώ από το τεκμήριο 3, επί της αιτήσεως, προκύπτει ότι αυτή γνωστοποιήθηκε στο καθ' ου η αίτηση. Υπενθυμίζεται ότι τα πιο πάνω γεγονότα δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον καθ' ου η αίτηση . Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό Α της Αίτησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των αιτητών ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. ΕΔ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ / cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο