← Κύπρος

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΤΖΟΥΛΗΣ κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, Αγωγή αρ. 2169/2013, 27/10/2017

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΤΖΟΥΛΗΣ κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, Αγωγή αρ. 2169/2013, 27/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A291 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2169/2013 Μεταξύ:

  1. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΤΖΟΥΛΗΣ
  2. ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΖΟΥΛΗ Εναγόντων και CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED Εναγομένων 27 Οκτωβρίου, 2017 Για τους εναγομένους-αιτητές, εμφανίζεται η κα Λ.Σίγαρ για τους κ.κ.Τορναρίτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους ενάγοντες αρ.1 και 2 - καθ΄ων η αίτηση, εμφανίζεται η κα Στ.Γεωργίου για τους κ.κ.Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 14.3.2017 (αίτημα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων) ----------------------------- Προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας τα εξής (Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου (Αρ.2)

(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938, 1943): Στις 03.04.2013 οι ενάγοντες αρ.1 και 2 - καθ΄ων η αίτηση («οι καθ΄ων η αίτηση», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) κατεχώρισαν κλητήριο ένταλμα δια του οποίου επιδιώκουν σωρεία θεραπειών. Επιδιώκουν (α) την έκδοση αποφάσεων ακυρωτικών των συμφωνιών που αυτοί συνήψαν με τους εναγομένους-αιτητές («οι αιτητές») κατά ή περί τον Απρίλιο του έτους 2008, κατά ή περί τον Μάιο του έτους 2009 και καθ΄οιανδηποτε άλλη ημερομηνία καθώς επίσης και μεταγενέστερων συμφωνιών, για την αγορά αξιογράφων, ένεκα παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς, δόλου απάτης κ.λ.π., (β) την έκδοση απόφασης ακυρωτικής σύμβασης δανείου που αυτοί συνήψαν με τους αιτητές για το ποσόν των €360.000-, (γ) την επιδίκαση σχετικών αποζημιώσεων, γενικών και ειδικών, (δ) την επιδίκαση του ποσού των €20.000 ως η αμοιβή την οποίαν αυτοί κατέβαλαν σε εμπειρογνώμονες εν σχέσει με την επίδικη δόλια και παράνομη συμπεριφορά των αιτητών, (ε) την έκδοση διατάγματος με το οποίο να εξαναγκάζονται οι αιτητές να εγγράψουν επ΄ονόματί τους τα προαναφερθέντα αξιόγραφα και ταυτοχρόνως να επιστρέψουν στους ιδίους το ποσόν των €950.000 που κατέβαλαν για την αγορά των αξιογράφων και (στ) την έκδοση διατάγματος με το οποίο να εξαναγκάζονται οι αιτητές να παραδώσουν στους ιδίους πλήρη και αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού που αφορά στις επίδικες συμφωνίες, οιεσδήποτε άλλες σχετικές και τροποποιητικές συμφωνίες καθώς και όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν στις συμφωνίες αυτές. Στις 31.03.2015 οι καθ΄ων η αίτηση κατεχώρισαν την έκθεση απαίτησης τους. Πρόκειται για πολυσέλιδο και λεπτομερές δικόγραφο στο οποίο, μεταξύ άλλων, καταγράφονται ισχυρισμοί περί δόλιας, απατηλής, αμελούς, αντισυμβατικής και παράνομης συμπεριφοράς των αιτητών. Στις 19.02.2016 οι αιτητές κατεχώρισαν υπεράσπιση δια της οποίας αρνούνται όσα μεμπτά τους αποδίδονται από τους καθ΄ων η αίτηση και αρνούνται ότι υπέχουν οιανδήποτε ευθύνη έναντί τους. Μεταξύ άλλων, οι αιτητές δικογραφούν και τους ακόλουθους ισχυρισμούς: «..8...Φ. Οι ενάγοντες είχαν πλήρη γνώση των όρων που διέπουν τα αξιόγραφα και ή οιαδήποτε αγορά αξιογράφων της Εναγομένης, ήταν το αποτέλεσμα της δικής τους ελεύθερης βούλησης και/ή της δικής τους επενδυτικής απόφασης και/ή πρωτοβουλίας και/ή με δική τους ευθύνη. Περαιτέρω, οι ενάγοντες από την αγορά αξιογράφων κατ΄επανάληψη και/ή κατά σειρά ετών απόκτησαν δια προσωπικής εμπειρίας πείρα σε επενδύσεις αυτής της φύσης...12..Β. Οι ενάγοντες προέβηκαν στην επίδικη επένδυση με την αγορά αξιογράφων της εναγομένης με δική τους ανάληψη ευθύνης και κινδύνου. Οι ενάγοντες με την επένδυση τους αυτή υπέγραψαν σειρά σχετικών εντύπων για κάθε σχετική ενέργεια και αναγνώρισαν τους σχετικούς κινδύνους. Επίσης εισέπραξαν κέρδη υπό τη μορφή δεδουλευμένων τόκων...» Στις 16.3.2016 κατεχωρίστηκε απάντηση στην υπεράσπιση όπου, μεταξύ άλλων δικογραφούνται και τα εξής: «.................................
  1. (α) .............................. (β) Οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι η Εναγόμενη ουδέποτε τους ενημέρωσε για την ύπαρξη Οποιουδήποτε Ενημερωτικού Δελτίου και/ή εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου και/ή ουδέποτε τους παράδωσε οποιοδήποτε Ειδικό Πληροφοριακό Σημείωμα με αναφορά στους όρους έκδοσης των Αξιογράφων και/ή έγγραφα σε έντυπη μορφή και/ή πληροφορίες για πρόσβαση σε ηλεκτρονική μορφή και/ή ουδέποτε τους ενημέρωσε σχετικά με οιοσδήποτε λεπτομέρειες σχετικά με τη διάθεση του ενημερωτικού δελτίου στο κοινό πριν και/ή κατά τη διάρκεια της υπογραφής των αιτήσεων για την παραχώρηση αξιογράφων. (γ) Στις επιστολές / ειδικά έντυπα αίτησης για την εγγραφή και την απόκτηση των Αξιογράφων δεν αναφέρεται κανένα χαρακτηριστικό των αξιόγραφων, άλλα γίνεται παραπομπή στα εκδοθέντα ενημερωτικά δελτία τα οποία η Εναγόμενη ουδέποτε παράδωσε στους Ενάγοντες και ουδέποτε τους υπόδειξε οποιουσδήποτε τυχόν κινδύνους. (δ) Ο Ενάγοντες εξίσου αναφέρουν ότι η Εναγόμενη τους προέτρεψε να υπογράψουν κατά τους ουσιώδεις χρόνους επιστολές/ειδικά έντυπα αίτησης στις οποίες περιλαμβάνεται τυπική αποδοχή ότι έχουν κατανοήσει και συμφωνήσει με το περιεχόμενο εγγράφων της Εναγόμενης διαβεβαιώνοντας τους ότι αποτελούν μέρος της τυπικής διαδικασίας. Είναι η θέση των Ενάγοντων ότι οι ως άνω αιτήσεις με αθέμιτη πρακτική της Εναγομένης και/ή των εκπροσώπων της, εισάγουν όρους αποποίησης και/ή εξαίρεσης ευθύνης μέσω μιας τυποποιημένης, αυτόματης και όχι ουσιαστικής βεβαίωσης την οποία υπέγραψαν οι Ενάγοντες καλή τη πίστη στηριζόμενοι στις παράνομες και/ή ανεπαρκείς και/ή παραπλανητικές επενδυτικές συμβουλές της Εναγομένης και/ή αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων αυτής. Αναφορικά με την έκδοση Αξιογράφων του 2010 η αίτηση δεν περιέχει καν την τυπική αυτή δήλωση. (ε) Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται άνευ βλάβης ότι οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στα ενημερωτικά δελτία και/ή πληροφοριακά μνημόνια και/ή σημειώματα, και/ή στα ειδικά έντυπα έκδοσης αναφορικά με τα επίδικα επενδυτικά προϊόντα δεν ήταν ακριβείς και/ή σαφείς και/ή ήταν παραπλανητικές. Περαιτέρω και άνευ βλάβης οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ακόμα και στην περίπτωση που τα ως άνω ενημερωτικά έγγραφα θεωρηθούν νόμιμα και/ή έγκυρα η Εναγόμενη συστηματικά σκοπίμως και/ή δολίως παραβίαζε τις πρόνοιες τους. ..............................
  2. (στ) Περαιτέρω οι Ενάγοντες εμμένουν και επαναλαμβάνουν ότι στις επιστολές/ειδικά έντυπα αίτησης περιλαμβάνεται τυπική και όχι ουσιαστική και/ή πραγματική αποδοχή ότι είχαν κατανοήσει και συμφωνήσει με το περιεχόμενο εγγράφων της Εναγόμενης η οποία εισάγει αθέμιτα όρους αποποίησης και/ή εξαίρεσης ευθύνης, την οποία υπέγραψαν οι Ενάγοντες καλή τη πίστη, στηριζόμενοι στις εισηγήσεις, προτροπές και διαβεβαιώσεις της Εναγομένης και/ή αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων αυτής με εξαίρεση την αίτηση για τα Αξιόγραφα του 2010 που δεν περιέχεται καν αυτή η τυπική δήλωση.» Κατά τη δικάσιμο ημερ. 31.05.2016 εξεδόθηκε διάταγμα για την εκατέρωθεν ένορκη αποκάλυψη εγγράφων έως και τις 26.09.
  3. Οι αιτητές συνεμορφώθηκαν αμέσως. Δια της ένορκης δήλωσης του πρώην υπαλλήλου τους Χαράλαμπου Καφά ημερ. 01.08.2016 απεκάλυψαν ενόρκως σειρά εγγράφων. Ας σημειωθεί πως σε αυτήν την ένορκη δήλωσή του ο Χαράλαμπος Καφάς αναφέρει και τα εξής: «................................
  4. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω, αληθώς πιστεύω η Εναγόμενη έχει στην κατοχή της ή στον έλεγχο της τα πρωτότυπα και/ή αντίγραφα εγγράφων που σχετίζονται με τα εγειρόμενα ζητήματα σ΄αυτήν την Αγωγή και τα οποία αναφέρω στον επισυνημμένο «Κατάλογο Εγγράφων» στην παρούσα ένορκη δήλωση μου.
  5. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω, αληθώς πιστεύω και εξ όσων με πληροφορούν οι Δικηγόροι που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, πλην των εγγράφων που αναφέρω στον επισυνημμένο Κατάλογο Εγγράφων από
(1)έως
(15), η Εναγομένη δεν έχει στην κατοχή της ή στον έλεγχο της άλλα έγγραφα που σχετίζονται με τα εγειρόμενα ζητήματα σ΄αυτή την Αγωγή. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μετά τα γεγονότα του Μαρτίου 2013 και την υπαγωγή της Εναγόμενης σε καθεστώς εξυγίανσης σύμφωνα με τον νόμο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων, υπεγράφη συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών ημερομηνίας 03/02/2014 μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και της Εναγόμενης δια της οποίας η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ανάλαβε μεταξύ άλλων τη διατήρηση και/ή διαχείριση των αρχείων και πληροφοριών που είχε στην κατοχή της η Εναγόμενη κατά την ημερομηνία και ώρα της μεταβίβασης των εργασιών της προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως το σχετικό διάταγμα ημερομηνίας 29.03.
  1. Λόγω αυτής της συμφωνίας και των πιο πάνω αναφερόμενων δεδομένων η διαδικασία και η προσπάθεια εξεύρεσης των εγγράφων και πληροφοριών που αφορούν την κάθε υπόθεση έχει καταστεί χρονοβόρα και επίπονη.
  2. Δια αυτό το λόγο επιφυλάσσουμε το δικαίωμα σε μεταγενέστερο χρόνο και σε κάθε περίπτωση πριν την έναρξη της Ακρόασης της υπόθεσης να επανέλθουμε με την καταχώρηση περαιτέρω αποκαλύψεις εγγράφων τα οποία πιθανόν να εντοπιστούν και να είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα.» Κατά τη δικάσιμο ημερ. 26.09.2016 οι καθ΄ων η αίτηση ζήτησαν και έλαβαν παράταση της προθεσμίας καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους τους. Εν τέλει, αυτή η ένορκη δήλωση έγινε από τον ενάγοντα αρ.1 - καθ΄ου η αίτηση και κατεχωρίστηκε στις 30.09.
  3. Με αυτήν την ένορκη δήλωση αποκαλύπτονται σωρεία εγγράφων. Ακολούθησε ο διαδοχικός ορισμός της αγωγής για οδηγίες με σκοπό την ανταλλαγή των εγγράφων. Στις 14.03.2017 κατεχωρίστηκε η προκείμενη αίτηση δια της οποίας οι αιτητές επιδιώκουν την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων. Η αίτηση καταγράφει, ως νομική της βάση, μεταξύ άλλων, τη Δ.28, τη Δ.48 και τη Δ.57 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Βαρβάρας Αντωνίου, δικηγόρου συνεργαζομένης με τους συνηγόρους των αιτητών. Κατ΄αρχάς, η Βαρβάρα Αντωνίου δηλώνει γνώστης των γεγονότων και εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Επί της ουσίας αυτή δηλώνει τα εξής: «...............................
  4. Για τις εν λόγω υποθέσεις, αποτεινόμαστε σε συγκεκριμένους υπαλλή­λους της Εναγόμενης/Αιτήτριας, οι οποίοι χειρίζονται τις υποθέσεις/αγω- γές της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LT, με σκοπό να μας αποστείλουν τα σχετικά με την κάθε υπόθεση έγγραφα για σκοπούς σύντα­ξης και καταχώρησης δικογράφων στο Δικαστήριο.
  5. Η ένορκη δήλωση μας για αποκάλυψη εγγράφων καταχωρήθηκε στις 1/08/
  6. Μέχρι και την εν λόγω ημερομηνία, αποκαλύψαμε τα έγ­γραφα που είχαμε στην κατοχή μας κατά την επίδικη στιγμή.
  7. Κατά ή περί την 12/12/2016, ο κ. Χαράλαμπος Καφάς υπάλληλος της Εναγομένης/Αιτήτριας, με ηλεκτρονικό του μήνυμα, μας απέστειλε α­κόμη κάποια έγγραφα που αφορούν την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
  8. Λόγω του όγκου των υποθέσεων που χειρίζεται το γραφείο μας βρισκό­μαστε σε διαδικασία καταχώρησης σειράς αιτήσεων για καταχώρηση συ­μπληρωματικής ένορκης δήλωσης αναφορικά με έγγραφα που μας έχουν σταλεί αργότερα.
  9. Ευσεβάστως εισηγούμαστε όπως μας επιτραπεί η άμεση καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για αποκάλυψη εγγράφων, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην παρούσα ένορκη δήλωση μου. ...........................» Στην ένορκη δήλωση της Βαρβάρας Αντωνίου επισυνάπτεται το κείμενο της επιδιωκόμενης, να καταχωριστεί, συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Χαράλαμπου Καφά καθώς και κατάλογος των επιδιωκόμενων να αποκαλυφθούν συμπληρωματικώς πέντε
(5)εγγράφων. Πρόκειται για τα εξής έγγραφα:
  1. Αντίγραφο εγγράφου - Agreement for the Provision of Investment and Non-Core Services to a non-Professinal Investor, που αφορά την Εναγόμενη 2, Μαρία Αντζουλή, ημερ. 27.11.
  2. Έγγραφο με ονομασία Client Categorisation, που αφορά την Εναγόμενη 2, Μαρία Αντζουλή, ημερ. 27.11.
  3. Έγγραφο με ονομασία Consent Form που αφορά την Εναγόμενη 2, Μαρία Αντζουλή, ημερ. 27.11.
  4. Έγγραφο με ονομασία Custody Agreement που αφορά την Εναγόμενη 2, Μαρία Αντζουλή, ημερ. 28.03.
  5. Έγγραφα Συναίνεσης και MiFID της Εναγόμενης 2, Μαρία Αντζουλή. Η αίτηση αντιμετωπίζει τη γραπτή ένσταση των καθ΄ων η αίτηση, η οποία κατεχωρίστηκε την 28.
  6. 2017 και οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής:
(1)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη και άκυρη. Γίνεται δε από δικηγόρο χωρίς να δίδεται εξήγηση για το γεγονός αυτό.
(2)Τα έγγραφα των οποίων ζητείται η αποκάλυψη είναι εντελώς άσχετα προς τα επίδικα ζητήματα, δεν αφορούν σε δικογραφημένες θέσεις και είναι μεταγενέστερα των επίδικων συμφωνιών Απριλίου του έτους 2008 και Μαΐου του έτους 2009.
(3)Η αίτηση υπεβλήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
(4)Η αίτηση είναι αναιτιολόγητη και συγκρούεται και παραβιάζει το διάταγμα ημερ. 31.05.2016 περί αποκάλυψης εγγράφων. Εν πάση περιπτώσει όσα τώρα επιδιώκεται να αποκαλυφθούν ήσαν ανέκαθεν στην κατοχή των αιτητών.
(5)Το έγγραφο αρ.5 του οποίου η αποκάλυψη ζητείται, είναι εντελώς απροσδιόριστο με αποτέλεσμα η προσαγωγή του να είναι αδύνατη. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της ενάγουσας αρ.2 - καθ΄ης η αίτηση η οποία, εν πρώτοις, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Προσθέτει πως η επιδιωκόμενη συμπληρωματική αποκάλυψη εγγράφων «...δεν θα εξυπηρετήσει οτιδήποτε για την ορθή και δίκαιη διεκπεραίωση της υπόθεσης..» (δείτε στη παρα.7 της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας αρ.2 - καθ΄ης η αίτηση) και πως «..τα μόνα έγγραφα τα οποία αναφέρονται συγκεκριμένα στην υπεράσπιση της Εναγομένης αποτελούν το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο του 2008, το Ενημερωτικό Δελτίο και Συμπληρωματικό Ενημερωτικό Δελτίο του 2008, εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο του 2009 και το Ενημερωτικό Δελτίο του 2009» (δείτε στην παρα.4 της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας αρ.2 - καθ΄ης η αίτηση). Τέλος, η ενάγουσα αρ.2 - καθ΄ης η αίτηση αναφέρει πως «..η αναφορά στην ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Καφά η οποία επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 στην επίδικη Αίτηση, ότι τα έγγραφα του καταλόγου περιήλθαν στην κατοχή του αργότερα από την αρχική Ένορκο Δήλωση Αποκάλυψης δηλαδή στην κατοχή του συγκεκριμένου υπαλλήλου, δεν αναιρεί το γεγονός ότι τα έγγραφα βρίσκονταν στην κατοχή της Αιτήτριας Εναγομένης Τράπεζας εξαρχής» (δείτε στην παρα.11 της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας αρ.2 - καθ΄ης η αίτηση). Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των προσώπων τα οποία, με τις γραπτές ένορκες δηλώσεις τους, υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση και ούτε ζητήθηκε άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Έτσι, κρίσιμο πραγματικό υπόβαθρο, για την εξέταση της αίτησης, αποτελούν τα γεγονότα ως αυτά προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας και ως αυτά εκτίθενται από την Βαρβάρα Αντωνίου και την ενάγουσα αρ.2 - καθ΄ης η αίτηση στις γραπτές ένορκες δηλώσεις τους. Μελετήθηκαν τα κρίσιμα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία. Επίσης, λήφθηκαν όψιν τα όσα οι ευπαίδευτες συνήγοροι των διαδίκων υπεστήριξαν διά των αγορεύσεών τους. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής:
(1). Ο κατ΄ουσίαν ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου των καθ΄ων η αίτηση περί μοιραίας παρατυπίας και μοιραίας αντικανότητας της αίτησής γιατί αυτή υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου Βαρβάρας Αντωνίου χωρίς να δίδεται σχετική εξήγηση είναι αβάσιμος. Είναι αρκετό ότι η μάρτυς δεν χειρίζεται την υπόθεση και δηλώνει γνώστης των γεγονότων και εξουσιοδοτημένη να προβεί στην επίδικη ενέργεια. Η μάρτυς δεν φέρει αυστηρή υποχρέωση να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους η αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση αξιωματούχου ή υπαλλήλου των αιτητών (Rybolovlev κ.α. v. Rybolovlenva
(2010)1 A.A.Δ. 82). Κατά τα λοιπά, η αίτηση ανταποκρίνεται στις διαδικαστικές απαιτήσεις της Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και αυτό είναι το ουσιώδες.
(2). Σύνοψη των βασικών αρχών που ρυθμίζουν το ζήτημα της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων δίδεται στην απόφαση G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SLR
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624 όπου αναφέρονται και τα εξής: «Η Δ.28
(1)είναι πανομοιότυπη με τη Δ.31 Κ.12 των Αγγλικών Θεσμών, πριν από την τροποποίηση του 1962 και έχει τύχει ερμηνείας από τα Δικαστήρια. Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οιονδήποτε από τους διαδίκους. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, αλλά δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας. (Βλ. Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1882)11 Q.B.D. 55, Βoard v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431). O χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28, αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των έγγραφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Η αποκάλυψη υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το διάταγμα δεν εκδίδεται αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων (Βλ. μεταξύ άλλων, Halsburys Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 13, σελ.2 κ επεκτ.)» Περαιτέρω στην απόφαση Τηλλυρή v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2271 υπεδείχθηκαν τα εξής: «Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει, όπως αναφέρθηκε στην G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Μarrittima SRL,
(1998)1 A.A.Δ, 1624, στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεσή του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης.» Η σχέση του εγγράφου προς επίδικο δικογραφημένο ζήτημα, ως προϋπόθεση για έκδοση διαταγής για την ένορκη αποκάλυψή του, προϋποθέτει ότι το έγγραφο αυτό είναι υπαρκτό (Kipagrotiki Ltd v. Σάββα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1610). Περαιτέρω, και όσον αφορά στην κατηγορία των εγγράφων που καλύπτει η υποχρέωση αποκάλυψης, στην απόφαση OSCAR SHIPPING PTE LTD v. Tου φορτίου επί του πλοίου Asphodel
(2012)1 A.Α.Δ. 2771 υπεδείχθηκαν τα εξής: «Από τη στιγμή που εκδόθηκε διαταγή αποκάλυψης εγγράφων, η υποχρέωση της αποκάλυψης είναι γενική και δεν περιορίζεται μόνο στα έγγραφα που έχουν αρχικά αποκαλυφθεί αλλά επεκτείνεται και σ΄εκείνα που μετέπειτα περιέρχονται στην κατοχή του διάδικου που υπέχει την υποχρέωση. Η συγκεκριμένη υποχρέωση είναι στενά συνδεδεμένη με τη γενική αρχή ότι ο διάδικος δεν πρέπει να επιδιώκει να καταλαμβάνει τον αντίδικο του εξ απροόπτου και συνακόλουθα δεν πρέπει με το να κατακρατεί έγγραφα που είναι σχετικά με την υπόθεση να παραπλανεί το δικαστήριο ή τον αντίδικό του αφήνοντας τους να πιστεύουν ότι η αρχική του δήλωση εξακολουθεί να αποτελεί τη μόνη αληθινή δήλωση πλήρους αποκάλυψης των εγγράφων που έχει στην κατοχή του (βλ. περισσότερα στο Supreme Court Practice 1988, vol. 1, para.24, σελ.408).» Η δικονομική αρχή σύμφωνα με την οπoίαν το καθήκον αποκάλυψης εγγράφων συνεχίζει έως και την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας αυτή η αποκάλυψη διετάχθηκε αναφέρεται και στο σύγγραμμα O'Hare & Browne, Civil Litigation, 11th edition, Sweet and Maxwell, para. 30.017. Συγκεκριμένα, στο σύγγραμμα αυτό καταγράφονται τα εξής: «The duty of disclosure continues until the proceedings in which the order was made are concluded. Ιf after serving his list a party becomes aware of further documents that should have been disclosed, he must immediately notify all the other parties by preparing and serving a supplemental list of those documents» (σελ. 533). Για τον διαρκή χαρακτήρα του καθήκοντος αποκάλυψης εγγράφων δείτε και την πρόσφατη απόφαση του Εντίμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ.Τ.Θ.Οικονόμου σε ενδιάμεση απόφαση ημερ. 31.05.2016 στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ.31/2013.
(3). Στην προκείμενη περίπτωση, το πρώτο ουσιαστικό ζήτημα προς εξέταση αφορά στην ύπαρξη σχέσης μεταξύ των εγγράφων των οποίων επιδιώκεται η συμπληρωματική αποκάλυψη και των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων. Αποτελεί ρητή και σαφή δικογραφημένη θέση των αιτητών πως οι καθ΄ων η αίτηση είχαν πλήρη γνώση των όρων που διέπουν την αγορά αξιογράφων, για δε την αγορά των επίδικων αξιογράφων ευθύνονται οι ίδιοι εφ΄όσον ενήργησαν με δική τους ελεύθερη βούληση, με δική τους επενδυτική απόφαση και με δική τους πρωτοβουλία (δείτε την παρα. 8.Φ. της υπεράσπισης). Περαιτέρω, αποτελεί ρητή και σαφή δικογραφημένη θέση των αιτητών πως οι καθ΄ων η αίτηση επένδυσαν στην αγορά των επίδικων αξιογράφων αναλαμβάνοντας οι ίδιοι την ευθύνη και τον κίνδυνο εφ΄όσον «υπέγραψαν σειρά σχετικών εντύπων για κάθε σχετική ενέργεια και αναγνώρισαν τους σχετικούς κινδύνους» (δείτε στην παρα. 12.Β. της υπεράσπισης). Αυτές οι ρητές και σαφείς δικογραφημένες θέσεις των αιτητών αναδεικνύουν τη σχέση των εγγράφων των οποίων επιδιώκεται η συμπληρωματική ένορκη αποκάλυψη. Συναφώς σημειώνεται πως το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά δεν κατονομάζονται στην υπεράσπιση των αιτητών δεν είναι μοιραίο εφ΄όσον, δυνάμει της Δ.19 θ.θ. 18 και 19, είναι αρκετό στο δικόγραφο να καταγράφεται «το αποτέλεσμα» («effect») του εγγράφου ή της σύμβασης, χωρίς να χρειάζεται να παραταθούν ολόκληρα ή μέρος αυτών (Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2011)1 (Β) Α.Α.Δ. 1422, 1451). Επιπροσθέτως των πιο πάνω, ο ισχυρισμός των καθ΄ων η αίτηση σύμφωνα με τον οποίο τα επιδιωκόμενα να αποκαλυφθούν συμπληρωματικώς έγγραφα είναι άσχετα γιατί αυτά «είναι μεταγενέστερα των επίδικων συμφωνιών Απριλίου 2008 και Απριλίου - Μαΐου 2009» απορρίπτεται ως αντίθετος με τις δικογραφημένες θέσεις τους. Επισημαίνεται πως δια των εγγράφων προτάσεών τους οι καθ΄ων η αίτηση επικαλούνται «συμφωνίες που συνήφθησαν κατά/ή περί τον Απρίλιο 2008, τον Μάιο 2009 και/ή σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία και/ή των μεταγενέστερων συμφωνιών αγοράς αξιογράφων» (δείτε υπό Γ. στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα)
(4)Είναι γεγονός πως, καθ΄ομολογίαν των αιτητών, τα επιδιωκόμενα να αποκαλυφθούν τώρα έγγραφα ευρίσκοντο στην κατοχή τους την 01.08.2016 όταν κατεχωρίστηκε η πρώτη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Όμως, η μαρτυρία του Χαράλαμπου Καφά, πρώην υπαλλήλου των αιτητών, στην οποία παραπέμπει η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών με την αγόρευσή της και η οποία αναφορά στις δυσχέρειες που προεκάλεσε, στην προσπάθεια εξεύρεσης εγγράφων και πληροφοριών που αφορούν σε δικαστικές υποθέσεις, το γεγονός πώς, άμα τη μεταβιβάσει των εργασιών των αιτητών στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η τελευταία ανέλαβε και τη διατήρηση και διαχείριση του αρχείου και των πληροφοριών που κατείχαν οι πρώτοι, δικαιολογεί το προκείμενο διάβημα. Επιπροσθέτως, και εξ αιτίας αυτών των δυσχερειών, δια της ένορκης δήλωσής του ημερ. 01.08.2016 ο Χαράλαμπος Καφάς επεφύλαξε το δικαίωμα των αιτητών «σε μεταγενέστερο χρόνο και σε κάθε περίπτωση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης να επανέλθου(ν) με την καταχώρηση περαιτέρω αποκάλυψης εγγράφων τα οποία πιθανόν να εντοπιστούν και να είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα» (δείτε στην παρα.5 της ένορκης δήλωσης του Χαράλαμπου Καφά, ημερ. 01.08.2016). Περαιτέρω, τα όσα η μάρτυς Βαρβάρα Αντωνίου δηλώνει στις παρα.5 και 6 της ένορκης δήλωσής της (δείτε το κείμενο πιο πάνω) δίδουν επαρκή αιτιολογία για την παρέλευση τριών περίπου μηνών από την ενημέρωση της για τον εντοπισμό των πέντε
(5)επίδικων εγγράφων (στις 12.12.2016) έως και την καταχώριση της αίτησης (στις 14.03.2017). Καταληκτικά, στην προκείμενη περίπτωση διαπιστώνεται, κατ΄αρχάς, πως τα έγγραφα των οποίων επιδιώκεται η συμπληρωματική αποκάλυψη σχετίζονται με δικογραφημένες θέσεις των αιτητών, με αποτέλεσμα η αποκάλυψη τους να συντείνει στην παρουσίαση, ενώπιον του Δικαστηρίου, της πλήρους εικόνας της υπόθεσης. Αυτό θα βοηθήσει στην δίκαιη επίλυση της επίδικης διαφοράς. Διαπιστώνεται, κατά δεύτερον, πως η παράλειψη αποκάλυψής των εγγράφων αυτών δια της σχετικής ένορκης δήλωσης του Χαράλαμπου Καφά ημερ. 01.08.2016 είναι δικαιολογημένη. Τέλος, διαπιστώνεται πως η συμπληρωματική αποκάλυψη εγγράφων, ως επιδιώκεται, σε χρόνο πριν από τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση, ουδόλως θα θίξει τα έννομα συμφέροντα των καθ΄ων η αίτηση. Η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου επιτρέπεται η εκ μέρους των εναγομένων - αιτητών καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης αποκάλυψης εγγράφων, ως το συνημμένο στην αίτηση ημερ. 14.03.2017, εντός 21 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-αιτητών και εναντίον των εναγόντων αρ.1 και 2 - καθ΄ων η αίτηση. Να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ) ............... Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.