← Κύπρος

ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. Chrysostomos Marangos Bakeries Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2482/2016, 6/10/2017

ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. Chrysostomos Marangos Bakeries Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2482/2016, 6/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A250 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2482/2016 Μεταξύ: ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων και

  1. Chrysostomos Marangos Bakeries Limited
  2. Χρυσόστομου Μαραγκού Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση για Έκδοση Συνοπτικής Απόφασης ημερομηνίας 21 Οκτωβρίου 2016 6 Οκτωβρίου,
  3. Για τους ενάγοντες-Αιτητές: κ. Κρονίδης Για τους εναγόμενους 1 και 2-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Χατζησέργης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτησή τους, οι ενάγοντες αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και
  4. Τη νομική βάση της αίτησης αποτελούν, μεταξύ άλλων, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θθ.1 και 2, καθώς επίσης οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την πραγματική βάση της Αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση του Γιάγκου Φραγκουλίδη, ημερομηνίας 21.10.
  5. Με την ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης, ημερομηνίας 2.5.2017, οι εναγόμενοι 1 και 2 ενίστανται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης βασιζόμενοι στους δώδεκα λόγους ένστασης που συγκεκριμενοποιούνται στο σώμα της ένστασης υπό (α) έως (μ). Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης αποτελεί η ένορκη δήλωση του εναγομένου 2, ημερομηνίας 2.5.2017, στην οποία παραθέτει τους ισχυρισμούς του προς αμφισβήτηση της έκδοσης συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και 2 και προς υποστήριξη της δικής του θέσης ότι θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στους εναγόμενους να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης περιορίστηκε στις αγορεύσεις των δύο συνηγόρων οι οποίοι ανέλυσαν την επιχειρηματολογία τους στο Δικαστήριο με αναφορά και σε σχετική νομολογία. Έχω μελετήσει με προσοχή και έχω λάβει υπόψη τις εισηγήσεις των συνηγόρων κατά τη μελέτη μου και έκδοση της παρούσας απόφασης και δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω το περιεχόμενο των αγορεύσεων για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1, όπου ο εναγόμενος καταχωρεί εμφάνιση σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, ο ενάγων δύναται, κατόπιν ένορκης δήλωσης που γίνεται από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα στην οποία επιβεβαιώνεται η βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό (εάν υπάρχει) και δηλώνεται ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να ζητήσει την έκδοση απόφασης και απόφαση δύναται να εκδοθεί εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Άφθονη είναι η νομολογία επί του υπό κρίση θέματος και ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις R.C.K. Sports ν. Persona Advertising Ltd

(1996)I(B) Α.Α.Δ. 1074, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782 και J&Μ Loizides Agencies Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 322/2008, ημερ.14.7.2011. Η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και επομένως η εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου κατά τρόπο εμφανή τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση. Όπου ο εναγόμενος δίνει αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του παρέχουν το δικαίωμα να ακουστεί μέσω της υπεράσπισης του, τότε θα πρέπει να δίδεται το δικαίωμα αυτό στον εναγόμενο. Εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις δικονομικές προϋποθέσεις της Δ.18, το βάρος μετατίθεται στην πλευρά του εναγόμενου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση ή τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα και η απλή δήλωση του εναγομένου ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν επαρκεί. Όπως αναφέρεται στην ως άνω υπόθεση J&Μ. Loizides Agencies Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (ανωτέρω): «Όμως δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. v. General Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R.897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.
(2005)1 Α.Α.Δ.818). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 στη σελίδα 822 με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para. 14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (αρ.1)
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματα του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος)». Με αναφορά στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία, η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων είναι για συνολικό ποσό €237.822,22, πλέον νόμιμο τόκο, ως οφειλόμενο ποσό το οποίο αντιστοιχεί στην αξία κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, συμπεριλαμβανομένου και ΦΠΑ και το οποίο παραμένει απλήρωτο και οφειλόμενο, δυνάμει των αναφερομένων συμβάσεων, τιμολογίων και Συμφωνιών Αποπληρωμής και δυνάμει εγγυητηρίων εγγράφων. Προκύπτει περαιτέρω ότι το αξιούμενο ποσό και θεραπείες απαιτούνται με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο το οποίο καταχωρήθηκε στις 11.5.2016 και στο οποίο οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση στις 23.6.2016. Όσον αφορά την Αίτηση για συνοπτική απόφαση, δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει. Αρκεί να λεχθεί ότι ο ενόρκως δηλών παραθέτει λεπτομερώς τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αξίωση της ενάγουσας, επισυνάπτοντας παράλληλα και τεκμήρια προς απόδειξη των ισχυρισμών. Αναφέρει δε, ότι είναι ο Διευθυντής Προμήθειας των εναγόντων και ως εκ της θέσης του έχει πλήρη και προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας αγωγής, τόσο από προσωπικό χειρισμό της παρούσας υπόθεσης, όσο και από πληροφορίες που έχει ο ίδιος συγκεντρώσει, καθώς επίσης από στοιχεία και πληροφορίες που έχει λάβει από το δικηγόρο των εναγόντων. Είναι, ως αναφέρει, πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκή του δήλωση και προβαίνει σε αυτή στη βάση ορθών και αληθινών πληροφοριών. Παρά τη σχετική αμφισβήτηση από μέρους του εναγομένου 2, η οποία, άλλωστε, έχει χαρακτήρα συμπερασματικό από την περιορισμένη γνωριμία του με τον ενόρκως δηλούντα, με βάση τα πιο πάνω, αλλά και τις νομολογιακές αρχές που αφορούν το θέμα, ικανοποιούμαι ότι ο ενόρκως δηλών είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης. Ικανοποιούμαι, επίσης, ότι με τους ισχυρισμούς που προβάλλει και τα όσα αναφέρει, επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και τέλος, δηλώνει την πίστη του ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση. Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις τις οποίες η ενάγουσα υποχρεούται να ικανοποιήσει έχουν ικανοποιηθεί. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν δείξει την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ή γεγονότων τέτοιων που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Ξεκινώντας από τους εναγομένους 1, ο εναγόμενος 2 αναφέρει ότι είναι διευθυντής αυτών και πλήρως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός τους στην παρούσα υπόθεση. Παράλληλα, σε άλλο σημείο της ένορκής του δήλωσης, δηλώνει άγνοια για έγγραφα, στα οποία δεν έχει πρόσβαση λόγω διορισμού Διαχειριστή Παραλήπτη. Κάποιες συμφωνίες δεν μπορεί να θυμηθεί, ενώ αναγνωρίζει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Αναφέρεται σε αμφισβήτηση ποσών λόγω επιβολής τόκων, χωρίς όμως οποιαδήποτε λεπτομέρεια και παραμένοντας σε αοριστία και γενικότητα. Το ίδιο ισχύει και για ισχυρισμό του για υπερχρέωση λόγω βλάβης. Συμπεραίνει ότι κάποιες πληρωμές θα πρέπει να έγιναν από το Διαχειριστή Παραλήπτη, και πάλι όμως χωρίς οποιαδήποτε παράθεση λεπτομερειών ή άλλων στοιχείων. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του εναγομένου 2 προκύπτει εμφανώς ότι, καθ΄ όσον αφορά τους εναγόμενους 1, οι ισχυρισμοί που υποστηρίζουν ύπαρξη καλής υπεράσπισης, αμφισβητώντας την αξίωση των εναγόντων, ουδόλως ξεφεύγουν από τη γενικότητα και αοριστία, ενώ κάποιοι από αυτούς τείνουν να συγκρούονται μεταξύ τους. Αποτέλεσμα αυτών είναι ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να θεωρήσει ότι δίδονται επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι οι εναγόμενοι 1 έχουν καλόπιστη υπεράσπιση. Αντιθέτως, όσον αφορά τον εναγόμενο 2, μεταξύ αυτών που προβάλλονται, είναι και ισχυρισμοί απαλλαγής του από συμφωνίες εγγύησης λόγω συμφωνιών παραχώρησης παράτασης χρόνου αποπληρωμής ή μεταβολής των όρων της συμφωνίας μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη, χωρίς τη συγκατάθεσή του ως εγγυητή. Για κάποιες δε, προβάλλει ισχυρισμούς πίεσης, εξαναγκασμού και αθέμιτης επιρροής, ως παραθέτει λεπτομερώς στην ένορκή του δήλωση. Καθίσταται προφανές ότι από τα ως άνω προκύπτει ουσιαστική αμφισβήτηση της αξίωσης των εναγόντων εναντίον του εναγομένου 2, ως εγγυητή. Το ζητούμενο, επαναλαμβάνω, δεν είναι να κριθούν τα γεγονότα και η ισχύς της προβαλλόμενης υπεράσπισης στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης. Επομένως, δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση ότι από τα λεγόμενα του εναγομένου 2 δεν προκύπτει υπεράσπιση όσον αφορά τον ίδιο, ως εγγυητή. Αυτό που εισηγείται ο κ. Κρονίδης αναφορικά με τον εναγόμενο 2, ουσιαστικά ζητά ή/και περιλαμβάνει την από το Δικαστήριο αξιολόγηση και αποδοχή ή απόρριψη μαρτυρίας και ερμηνεία εγγράφων. Πράξη ανεπίτρεπτη στην παρούσα Αίτηση. Συνεπώς, χωρίς να υπεισέρχομαι περαιτέρω στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνω, θεωρώ ότι οι προβαλλόμενοι από τον εναγόμενο 2 ισχυρισμοί και θέματα μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να ακουστεί μέσω της υπεράσπισής του. Αποφασίζω, συναφώς, ότι με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία θα πρέπει να επιτραπεί στον εναγόμενο 2 να ακουστεί και κατά συνέπεια του παρέχεται άδεια όπως καταχωρήσει την υπεράσπισή του εντός δεκαπέντε ημερών από σήμερα. Στη βάση των λόγων που εξηγούνται ανωτέρω, η παρούσα Αίτηση, καθ΄ όσον αφορά τον εναγόμενο 2, απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του και εναντίον των εναγόντων, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. Καθ΄ όσον αφορά τους εναγόμενους 1, για τους οποίους έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν έχουν δείξει την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ή γεγονότων τέτοιων που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν, η Αίτηση θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη, δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους ένστασης που προβάλλονται δεν έχει έρεισμα, ούτε η έγερση αγωγής εναντίον τους πάσχει λόγω διορισμού Διαχειριστή-Παραλήπτη. Κατά συνέπεια, στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 ως οι παράγραφοι 26 Α και Β της Έκθεσης Απαίτησης, ήτοι για το ποσό των €237,822.22 πλέον νόμιμο τόκο επ΄ αυτού μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 τα έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] .............. Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.