Στυλιανός Χαρούτσιος κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 1072/2014, 13/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A258 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1072/2014 Μεταξύ:
- Στυλιανός Χαρούτσιος
- Έλενα Χαρούτσιου Ενάγοντες και Τράπεζας Κύπρου Εναγομένης ----------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13 Οκτωβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Λ. Λουκαΐδης. Για Εναγόμενη: κα Κλ. Πολυβίου. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν τις ακόλουθες θεραπείες: «Οι Ενάγοντες αξιούν:
- Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το δάνειο τους με αρ. 006-12-531864 με χρεωστικό υπόλοιπο 441.587,84 πλέον τόκοι από την Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου της οποίας τις υποχρεώσεις ανέλαβε η Εναγόμενη είναι εξασφαλισμένο με την αρχική αξία των αξιογράφων τα οποία η Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου και κατ' επέκταση η εναγόμενη (η οποία διαδέχθηκε την εν λόγω Τράπεζα) ως ασφάλεια του εν λόγω δανείου.
- Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Λαϊκή Τράπεζα της οποίας τις υποχρεώσεις ανέλαβε η εναγόμενη χρησιμοποίησε αθέμιτα και παράνομα μέσα (παράβαση καθηκόντων επιβεβλημένων διά Νόμου, μη παροχή επενδυτικής συμβουλής, κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, χρήση παραπλανητικών ή και δόλιων παραστάσεων, απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων και/ή πληροφοριών, άσκησης πίεσης και ανεπίτρεπτης επιρροής, παράβασης προνοιών του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007 (144(Ι)/2007), ανεπίτρεπτης παρότρυνσης, συνομωσίας προς χρήση παράνομων μέσων και άλλων αθέμιτων και παράνομων ενεργειών) για την απόσπαση του ποσού των €485,000 από τους εναγόμενους και την μετατροπή τους σε αξιόγραφα των οποίων την αξία δεν αναγνωρίζει η εναγόμενη.
- Το ποσό των €485,000 αξία των εν λόγω αξιογράφων τα οποία η εναγόμενη αδικαιολόγητα και παράνομα αρνείται να παραδεχτεί και να τα αξιοποιήσει έναντι του εν λόγω δανείου σύμφωνα με την μεταξύ των εναγόντων και της Λαϊκής Τράπεζας συμβολαίου.
- Γενικές αποζημιώσεις για την αποστέρηση των εν λόγω χρημάτων ως ανωτέρω και την συνεπαγόμενη βλάβη στην υγεία των εναγόντων και για ψυχική οδύνη που προκάλεσαν οι πιο πάνω ενέργειες της Λαϊκής Τράπεζας και της εναγομένης.
- Οποιαδήποτε άλλη παρεμπίπτουσα ή/και δίκαιη θεραπεία ήθελε κρίνει πρέπουσα το Δικαστήριο.
- Νόμιμο τόκο προς 8%.
- Έξοδα πλέον ΦΠΑ». Επειδή διατυπώνονται γεγονότα εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας για δόλο, απάτη, παραπλάνηση και εξαναγκασμό, κάθε γεγονός που δικογραφείται στην Έκθεση Απαιτήσεως είναι σημαντικό. Τα ουσιώδη γεγονότα που απαρτίζουν τις δικογραφημένες θέσεις είναι ως ακολούθως: Οι ενάγοντες διατηρούσαν δύο εμπρόθεσμες καταθέσεις στη Λαϊκή Τράπεζα, ύψους ΛΚ120,000.00 και ΛΚ155,000 αντίστοιχα. Το Μάρτιο του 2008, ο πρώτος ενάγοντας δέχθηκε τηλεφώνημα από Λειτουργό της Λαϊκής Τράπεζας, Κατάστημα Αγίου Δομετίου. Του προσφέρθηκε να κάνει μία συναλλαγή σε σχέση με προϊόν της τράπεζας. Υπήρξαν αόριστες εξηγήσεις ότι θα είχε αυξημένο επιτόκιο ασφαλισμένο, και ότι οι καταθέσεις θα μετατρεπόταν σε αξιόγραφα κεφαλαίου. Δεν επεξηγήθηκε στους ενάγοντες ότι τα προτεινόμενα αξιόγραφα θα εισάγονταν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Συμμετείχαν και άλλοι λειτουργοί στην συζήτηση με σκοπό να τους πιέσουν, και τελικά απέσπασαν από τους ενάγοντες καταφατική απάντηση στην πρόταση που τους έγινε, και μετατράπηκαν οι δύο καταθέσεις προθεσμίας που κατείχαν σε αξιόγραφα. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι πραγματοποιήθηκε η εν λόγω συναλλαγή εξαιτίας παραπλάνησης και εξαιτίας της σχέσης εμπιστοσύνης που είχαν ενάγοντες με λειτουργούς της τράπεζας. Δεν υποδείχθηκε στους ενάγοντες ότι η Λαϊκή Τράπεζα αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες. Σε σχέση με τη συναλλαγή δεν δόθηκε κανένα έγγραφο στους ενάγοντες από την τράπεζα. Στις 21.05.2008 τους στάληκε επιστολή «ψευδώς», ότι είχαν υποβάλει αίτημα για αξιόγραφα κεφαλαίου. Προς έκπληξη των εναγόντων πληροφορήθηκαν ότι τα αξιόγραφα θα εισάγονταν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Ως αποτέλεσμα της επιστολής ήταν να διαμαρτυρηθούν έντονα στην τράπεζα. Αφού λήφθηκε η διαμαρτυρία Λειτουργός της τράπεζας τους καθησύχασε. Τον τρίτο χρόνο μετά από τις συνεχείς διαμαρτυρίες των εναγόντων, Λειτουργός της τράπεζας, ο Σωτήρης Νεοφύτου, τους έκανε πρόταση για να μειώσουν τις επιπτώσεις των παραπλανήσεων της τράπεζας. Δηλαδή, τους έκανε πρόταση η τράπεζα να τους δανείσει ποσοστό 90% της αξίας των αξιογράφων με ειδικό χαμηλό επιτόκιο. Το δάνειο αυτό, θα εξασφαλιζόταν με δέσμευση των 485 αξιογράφων κεφαλαίου. Στη συμφωνία δανείου υπήρχε ρητή πρόνοια ότι ο σκοπός του δανείου ήταν «η αντιστάθμιση του μειωμένου εισοδήματος από την επένδυση αξιογράφων του 2008». Ως μέρος της συμφωνίας οι ενάγοντες υποχρεώθηκαν να καταθέσουν τα χρήματα του δανείου στην Λαϊκή Τράπεζα, με επιτόκιο 3.75% για ένα έτος. Για τη δανειοδότηση οι ενάγοντες χρεώθηκαν έξοδα το ποσό των €4.097,
- Όταν έληξε η υποχρεωτική κατάθεση με τα χρήματα του δανείου οι ενάγοντες μετέφεραν τα χρήματα του δανείου σε άλλη τράπεζα. Λειτουργοί της Κεντρικής Υπηρεσίας και της Λαϊκής Τράπεζας τους προέτρεπαν να επιστρέψουν τα χρήματα του δανείου στη Λαϊκή Τράπεζα. . Οι ενάγοντες στη συνέχεια διαπίστωσαν τον μηδενισμό της αξίας των μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας. Με επιστολή ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2013, οι ενάγοντες ενημερώθηκαν ότι οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, η οποία και απαίτησε την πληρωμή δόσεων του δανείου. Οι εναγόμενοι αναγνώρισαν ότι για το δάνειο θα διατηρούνταν οι ίδιες εξασφαλίσεις (εννοώντας τα αξιόγραφα), παρόλο που αυτά είχαν χάσει την αρχική τους αξία. Δια να αποδειχτούν τα πιο πάνω λεπτομερή γεγονότα, κλήθηκε για μαρτυρία ο ενάγοντας
- Δεν κατέθεσε κανένα έγγραφο για να αποδείξει όλους τους πιο πάνω λεπτομερείς ισχυρισμούς του. Το μόνο έγγραφο που κατέθεσε ως τεκμήριο ήταν η συμφωνία δανείου. Επιβεβαίωσε ότι διατηρούσε δύο καταθέσεις για το ποσό των ΛΚ120,000.00 και ΛΚ155.000 αντίστοιχα στη Λαϊκή Τράπεζα κατά το έτος
- Η μία κατάθεση θα έληγε στις 21.05.2008 και η δεύτερη στις 03.12.
- Ο ενάγοντας 1, δέχτηκε τηλεφώνημα από τον τμηματάρχη της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου ο οποίος πρότεινε ένα νέο προϊόν της τράπεζας στους ενάγοντες. Αυτό έγινε τον Μάρτιο
- Σε σχέση με τις συνθήκες σύναψης συμφωνίας αγοράς αξιογράφων ο ενάγοντας 1 ανέφερε τα ακόλουθα που καταγράφονται στην παράγραφο 3 της δήλωσης του τεκμήριο 1: «
- Μετά από αόριστες επεξηγήσεις και διαβεβαιώσεις για ψηλότερο επιτόκιο ασφαλισμένο - όπως είπε ο κ. Νεοφύτου - και συνδεδεμένο με το Euribor το οποίο δεν επεξηγήθηκε σε εμάς πλην του ότι αναφέρθηκε σε εμάς ότι ήταν θετικό στοιχείο ια τα επιτόκια των επομένων ετών σε σχέση με τις πιο πάνω καταθέσεις μας οι οποίες θα μετατρέπονταν σε Αξιόγραφα Κεφαλαίου, τα οποία πάλι δεν εξήγησε ο κ. Νεοφύτου περιοριζόμενος να τονίσει ότι ήταν ενισχυτικά των καταθέσεων προσπάθησε να μας πείσει να δεχθούμε την εν λόγω μετατροπή. Σημειώνεται ότι ουδέποτε λέχθηκε σε εμάς ότι τα προτεινόμενα αξιόγραφα θα εισάγονταν στο χρηματιστήριο». Πρόσθεσε ότι και δεύτερος λειτουργός της Λαϊκής Τράπεζας έκανε παραστάσεις σ' αυτόν, προκειμένου αυτός να πεισθεί να μετατρέψει τα κατατεθειμένα χρήματα σε εμπρόθεσμη κατάθεση σε αξιόγραφα. Σημειώνω ότι οι λεπτομέρειες των παραστάσεων των δύο λειτουργών δηλαδή, τα συγκεκριμένα λόγια που χρησιμοποίησαν οι Λειτουργοί για να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των μερών για αγορά αξιογράφων δεν αναφέρθηκαν από τον ενάγοντα ως μέρος της μαρτυρίας του. Στη συνέχεια, ο ενάγοντας 1 ανέφερε ότι ως αποτέλεσμα αυτών των παραστάσεων ήταν να μετατραπούν οι εμπρόθεσμες καταθέσεις σε αξιόγραφα. Ο ενάγοντας 1 δεν εξήγησε πως, και ούτε παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο για να καταδείξει πώς μετατράπηκαν οι καταθέσεις σε αξιόγραφα. Αυτά τα αξιόγραφα δεν κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήριο, αλλά και ούτε κατατέθηκαν οποιαδήποτε έγγραφα που να δείχνουν πως οι καταθέσεις μετατράπηκαν σε αξιόγραφα. Ανέφερε ότι δεν τους λέχθηκε ότι η τράπεζα περνούσε οικονομική κρίση λόγω έλλειψης ρευστότητας. Όμως, δεν παρουσίασε μαρτυρία για να αποδείξει ότι πράγματι κατά τη σύναψη της συμφωνίας η Λαϊκή Τράπεζα περνούσε οικονομική κρίση κατά το χρόνο μετατροπής των καταθέσεων σε αξιόγραφα. Ανέφερε ότι με μεγάλη του έκπληξη πήρε επιστολή στις 14.04.2008 με την οποία πληροφορήθηκε ότι του παραχωρήθηκαν 485 αξιόγραφα των €1.000,00 έκαστο. Ανέφερε ότι δεν συγκατατέθηκε σε κάτι τέτοιο αλλά και ούτε υπέγραψε αίτηση για την αγορά των αξιογράφων. Τα πιο πάνω γεγονότα είναι αόριστα και γενικά. Δύσκολα μπορεί να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο η ειλικρίνεια της πιο πάνω θέσης. Δεν κατατέθηκε η επιστολή, αλλά και ούτε εξήγησε στο Δικαστήριο πως έγινε η μετατροπή των καταθέσεων σε αξιόγραφα κατόπιν παραστάσεων των δύο λειτουργών της Λαϊκής Τράπεζας. Η αξίωση του ενάγοντα, ως αυτή δικογραφείται στην Έκθεση Απαιτήσεως είναι ότι συμφώνησε στη μετατροπή των καταθέσεων σε αξιόγραφα κατόπιν παραστάσεων των λειτουργών της τράπεζας. Όμως, παράλληλα προκύπτει και ως δεύτερος ισχυρισμός με τη δήλωση του μάρτυρα ότι ουδέποτε υπέγραψαν αίτηση για αγορά αξιογράφων. Δεν επεξήγησε πως επιτεύχθηκε η μετατροπή των καταθέσεων σε αξιόγραφα. Όμως, η εκδοχή του ήταν ότι συμφώνησε στη μετατροπή των καταθέσεων σε αξιόγραφα κατόπιν παραστάσεων των λειτουργών της τράπεζας. Κατά την αντεξέταση, διευκρίνισε ότι κατά την μετατροπή των καταθέσεων σε αξιόγραφα, οι λειτουργοί της τράπεζας του αποσπούσαν την προσοχή, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει τι υπέγραφε. Οπότε δημιουργείται αμφιβολία κατά πόσο εκείνο που προσπάθησε να αποδείξει ήταν κατάφαση στη μετατροπή αξιογράφων εξαιτίας παραστάσεων των Λειτουργών ή αν θέση του εν τέλει ήταν ότι δεν συμφώνησε στη μετατροπή διότι δεν αντιλήφθηκε ότι έγινε μετατροπή όταν υπέγραψε σε έγγραφο. Σε συνέχεια της εκδοχής του, ανέφερε ότι με τη λήψη της επιστολής ημερομηνίας 14.04.2008, αντιλήφθηκε ότι τα αξιόγραφα επρόκειτο να εισαχθούν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ). Διαμαρτυρήθηκε στον λειτουργό Σωτήρη Νεοφύτου. Συνέχιζε να διαμαρτυρείται όταν μειώθηκε το επιτόκιο των αξιόγραφων εξαιτίας μείωσης του Euribor. Δημιουργείται σύγχυση ως προς την εκδοχή του ενάγοντα διότι αναφέρθηκε σε επιστολή που έλαβε μεταγενέστερα της μετατροπής με την οποία έλαβε γνώση με έκπληξη ότι οι καταθέσεις μετατράπηκαν σε αξιόγραφα. Αυτή η επιστολή δεν κατατέθηκε ώστε να γίνει αντιληπτό κατά πόσο η εκδοχή του ενάγοντα ήταν κατάφαση στη μετατροπή ή εάν η εκδοχή του ήταν ότι δεν αντιλήφθηκε ότι έγινε η μετατροπή. Δύο χρόνια αργότερα, δηλαδή, στις 30 Ιουνίου 2010, σύναψε δάνειο με τη Λαϊκή Τράπεζα, με το οποίο του παραχωρήθηκε δάνειο ύψους €436.000,00, με χαμηλό επιτόκιο συνδεδεμένο με το Euribor. To δάνειο θα χρεωνόταν με τον τρόπο που καθορίζεται στον όρο 4 της συμφωνίας δανείου, τεκμήριο 2, ως ακολούθως: «4.Το πιο πάνω Δάνειο θα χρεώνεται με: α. Κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα συνίσταται από το Euribor 3 μηνών το οποίο θα υπολογίζεται τριμηνιαίως αρχίζοντας από την ημερομηνία της πρώτης εκταμίευσης του δανείου, προσαυξημένο κατά περιθώριο, όπως αναφέρεται στον πίνακα πιο κάτω: Αρ. Δόσεων Ποσό Δόσης € Συχνότητα Είδος Πληρωμής Από Περιθώριο (%) Σύνολο Επιτοκίου (%) Είδος Επιτοκίου 12 1/852,28 Τριμηνιαία Τόκο 02/09/2010 1,00000 1,70100 Euribor 3 μηνών 1 438.351,54 Τριμηνιαία Τόκος και κεφάλαιο 02/09/2013 1,00000 1,70100 Euribor 3 μηνών «Euribor» σημαίνει το διατραπεζικό επιτόκιο του Ευρώ, το οποίο παρουσιάζεται από το Reuters στη σελίδα με τν ονομασία EURIBOR01 (ή σε οποιαδήποτε άλλη σελίδα ή υπηρεσία επιλέξει η τράπεζα σε περίπτωση όπου η συγκεκριμένη δεν είναι διαθέσιμη) η ώρα 11:00 π.μ. περίπου (ώρα Βρυξελλών), δύο εργάσιμες μέρες πριν την έναρξη του δανείου σε Ευρώ για την αντίστοιχη χρονική περίοδο του δανείου (στρογγυλοποιημένο προς τα πάνω στο ένα δέκατο έκτο ενός τοις εκατό) ή, αν για οποιονδήποτε λόγο οι συγκεκριμένες τιμές δεν είναι διαθέσιμες στην Τράπεζα, τότε η Τράπεζα δικαιούται να χρησιμοποιήσει το μέσο αριθμητικό όρο των επιτοκίων (στρογγυλεμένο προς τα πάνω στο ένα δέκατο έκτο του ενός τοις εκατό) στον οποίο οι κύριες τράπεζες προσφέρουν τις καταθέσεις τους στην Ευρωπαϊκή Διατραπεζική αγορά για τις αντίστοιχες χρονικές περιόδους, σε ημερομηνία και ώρα που θα καθοριστεί από την Τράπεζα. Αναμενόμενη Ημερομηνία Εξόφλησης: 02/09/2013 (β) Έξοδα μελέτης και αξιολόγησης της παρούσας Συμφωνίας που ανέρχονται σε EUR3.273,
- (γ) Οποιεσδήποτε χρεώσεις, έξοδα, επιβαρύνσεις και/ή δικαιώματα που η Τράπεζα κατά την απόλυτη κρίση της τυχόν αποφασίσει κατά καιρούς και για τα οποία θα ειδοποιήσει γραπτώς τον Πελάτη. Ο τόκος υπολογίζεται και είναι πληρωτέος κάθε τριμηνία. Σε περίπτωση μη πληρωμής, αυτός θα χρεώνεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού και θα υπολογίζονται επί αυτού τόκοι και προμήθεια. Νοείται ότι, η Τράπεζα δεν θα ανατοκίζει περισσότερο από δύο φορές το χρόνο. Σε περίπτωση μεταβολής του επιτοκίου, η Τράπεζα έχει το δικαίωμα (αλλά όχι την υποχρέωση) μονομερώς να αυξάνει/μειώνει το ποσό της κάθε δόσης ώστε να μην μεταβληθούν η διάρκεια του δανείου και ο αριθμός των δόσεων. Νοείται ότι σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν εξασκήσει το δικαίωμα αυτό, η τελευταία δόση του δανείου θα είναι για το υπόλοιπο του δανείου». Ο ενάγοντας ανέφερε ότι υπήρχε ρητή πρόνοια στην συμφωνία όπως το δάνειο εξασφαλίζεται με τη δέσμευση των 485 αξιογράφων κεφαλαίου. Στο προοίμιο της συμφωνίας υπάρχουν ρητές πρόνοιες για τον σκοπό της συμφωνίας αλλά και τις εξασφαλίσεις της συμφωνίας ως ακολούθως: «Σκοπός: Αντιστάθμιση του μειωμένου εισοδήματος από την επένδυση των αξιογράφων του
- Εξασφαλίσεις: Δέσμευση 485 αξιογράφων κεφαλαίου 2008 της Marfin Laiki, ονομαστικής αξίας €1.000 το καθένα, στο όνομα των κ.κ. Χαρτούτσιος Στυλιανός και Χαρτούτσιου Ελένη». Κατά την αντεξέταση ο ενάγοντας ανέφερε ότι αναγκάσθηκε να κάνει το εν λόγω δάνειο και ότι δεν το υπέγραφε για 20 ημέρες προτού το υπογράψει. Εξήγησε ότι είναι με βαρετή την καρδιά που υπέγραψε τη συμφωνία, τεκμήριο 2 για να του χορηγηθεί το εν λόγω δάνειο. Τα χρήματα του δανείου κατατέθηκαν υποχρεωτικά στη Λαϊκή Τράπεζα για ένα έτος όπου τα χρήματα θα κέρδιζαν επιτόκιο 3.75%. Ως προκύπτει από την συμφωνία δανείου οι ενάγοντες χρεώθηκαν €3.273,00 έξοδα αξιολόγησης και μελέτης συμφωνίας πλέον έξοδα χαρτόσημων. . Με την λήξη του χρόνου, δηλαδή στις 08.07.2011 οι ενάγοντες μετέφεραν τα χρήματα του δανείου σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Οι λειτουργοί της Λαϊκής Τράπεζας προέτρεψαν τους ενάγοντες να επιστρέψουν τα χρήματα να κατατεθούν στην Λαϊκή Τράπεζα. Στη συνέχεια στις 07.10.2013, οι εναγόντες πληροφορήθηκαν για τον μηδενισμό της αξίας των μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας. Ήταν εκδοχή του ενάγοντας 1 ότι οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας μεταφέρθηκαν στην εναγόμενη τράπεζα. Η εναγόμενη τράπεζα απαίτησε την πληρωμή δόσεων του δανείου εντός 21 ημερών και απείλησε τους ενάγοντες ότι θα λαμβάναν μέτρα εναντίον τους στην περίπτωση μη συμμόρφωσης. Η εκδοχή του ενάγοντα, ως εξήγησα αναλυτικά, πιο πάνω, δεν ήταν καλά τεκμηριωμένη αλλά ήταν συγχυσμένη επειδή σε κάποια σημεία της μαρτυρίας προέκυψε ότι οι θέσεις του διέφεραν ως προς τα ουσιώδη γεγονότα που προβλήθηκαν στην Έκθεση Απαιτήσεως. Δεν θα προβώ σε εκτενή αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα διότι αυτό δεν είναι αναγκαίο προς επίλυση της αγωγής καθότι οι δικογραφημένες παραστάσεις των μερών και η μαρτυρία του ενάγοντα που δόθηκε προς υποστήριξη της μαρτυρίας , ως θα εξηγήσω στην συνέχεια, δεν με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δικαιούται τις θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή. Γενικά κρίνω ότι ο ενάγοντας δεν έχει λόγο να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με την συμπεριφορά των λειτουργών της Λαϊκής Τράπεζας απέναντι του. Όμως ανέμενα ότι σε υπόθεση όπου υπάρχει ισχυρισμός για εξαπάτηση του επενδυτή ότι ο ενάγοντας θα παρουσίαζε τα πειστήρια αναγκαία για να καταδειχθεί τι έγινε με τις καταθέσεις και να τεκμηριωθεί ο ισχυρισμός του ότι εξαπατήθηκε από συγκεκριμένες παραστάσεις των λειτουργών. Γενικοί ισχυρισμοί δεν έχουν την ίδια βαρύτητα με μαρτυρία που υποστηρίζεται με το αναγκαίο έγγραφο υλικό και λεπτομέρειες ώστε να επεξηγηθεί πλήρως η συναλλαγή δηλαδή να επεξηγηθεί πως μετατράπηκαν οι καταθέσεις σε αξιόγραφα ώστε στην συνέχεια το Δικαστήριο να προβεί σε συμπεράσματα για τα γεγονότα της υπόθεσης. Είναι αλήθεια ότι οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν καμία αντίθετη μαρτυρία να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Παρόλο τούτο ο ενάγοντας έχει θετική υποχρέωση να προσκομίσει θετική και συγκεκριμένη μαρτυρία να αποδείξει τα ουσιώδη γεγονότα που δικογραφούνται αλλά και να πείσει ότι δικαιούται τις αιτούμενες θεραπείες. Η μαρτυρία του είναι γενική και αόριστη αλλά δεν θα προβώ σε εις βάθος αξιολόγηση αυτής της μαρτυρίας διότι το ουσιαστικό πρόβλημα της απαίτησης του είναι ότι οι δικογραφημένες του θέσεις δεν με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να του χορηγήσω τις αιτούμενες θεραπείες εις βάρος της εναγομένης. Η εναγόμενη δε προσκόμισε αντίθετη μαρτυρία για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Όμως, έστω και αναντίλεκτη να ήταν αυτή η μαρτυρία ενόψει της διαζευκτικής φύσης της εκδοχής του ενάγοντα σε σχέση με τη μετατροπή των καταθέσεών του, η αδυναμία του να παρουσιάσει συγκεκριμένη μαρτυρία για να καταδείξει πως πραγματοποιήθηκε η συναλλαγή και η αόριστη αναφορά σε παραστάσεις χωρίς να γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα λόγια και/ή συμπεριφορά των Λειτουργών της Τράπεζας για να παραπλανήσουν τους ενάγοντες με αποτέλεσμα να επιτευχθεί η μετατροπή, δεν οδηγά κατ' ανάγκη σε συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες δικαιούνται τις θεραπείες που αξιώνουν με την αγωγή τους.
- Προβληματισμός σε σχέση με την επάρκεια της δικογραφημένης απαίτησης των εναγόντων. Όπως προκύπτει από την παράγραφο 2 του γενικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ζητείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Λαϊκή Τράπεζα χρησιμοποίησε αθέμιτα μέσα, παράνομα μέσα, παράβαση καθηκόντων που επιβάλλεται από τον νόμο, κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, χρήση παραπλανητικών δηλώσεων, δόλιων παραστάσεων, απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων, άσκηση πίεσης και ανεπίτρεπτη επιρροή στο πρόσωπο των εναγόντων, προκειμένου να μετατραπούν οι εμπρόθεσμες καταθέσεις τους σε αξιόγραφα. Παρά το γεγονός ότι δύσκολα γίνεται αντιληπτό ποια είναι η βάση της αγωγής, επειδή δεν δικογραφήθηκε καμία βάση αγωγής με απαιτούμενη λεπτομέρεια και σαφήνεια, γίνεται αντιληπτό ότι οι αξιώσεις των εναγόντων προκύπτουν από συμβατική σχέση που υπήρχε μεταξύ αυτών και της Λαϊκής Τράπεζας, ως αποτέλεσμα της οποίας προκλήθηκε ζημιά στους ενάγοντες, ήτοι απώλεια των χρημάτων τους από εμπρόθεσμες καταθέσεις. Στο σώμα της Έκθεσης Απαιτήσεως δεν παρατίθενται ουσιώδη γεγονότα σε σχέση με το κάθε αγώγιμο δικαίωμα που προβάλλεται ώστε να είναι γνωστό στο Δικαστήριο ποια ακριβώς είναι η αιτία αγωγής που εκφράζεται με την έκθεση απαιτήσεως εναντίον της συγκεκριμένης εναγομένης που είναι η Τράπεζα Κύπρου. Η παράλειψη αυτή δεν είναι τυπική αλλά ουσιαστική. Τα συστατικά στοιχεία του δόλου, της καταπίεσης, της παραπλάνησης και της απόκρυψης ουσιώδης γεγονότος που διενεργείται από ένα μέρος της σύμβασης σε βάρος του αθώου μέρους διαφέρουν μεταξύ τους. Έχω κατορθώσει να απομονώσω τρία γεγονότα που διατυπώνονται στην Έκθεση Απαιτήσεως, τα οποία διατυπώνονται γενικά από τους ενάγοντες, και που φαίνεται να συνιστούν ισχυρισμούς για ψευδείς παραστάσεις και/ή παραλείψεις λειτουργών της Λαϊκής Τράπεζας, ως αποτέλεσμα των οποίων ξεγελάσθηκαν, παραπλανήθηκαν και/ή καταπιέστηκαν οι ενάγοντες προκειμένου να δηλώσουν κατάφαση και συναίνεση στην μετατροπή των εμπρόθεσμων καταθέσεων σε αξιόγραφα:
- Δηλώσεις και/ή διαβεβαιώσεις λειτουργών της Λαϊκής Τράπεζας για ψηλότερο επιτόκιο και ασφαλισμένο.
- Παράλειψη των λειτουργών της Λαϊκής τράπεζας να αναφέρουν ότι τα αξιόγραφα θα εισαχθούν στο χρηματιστήριο.
- Οικονομική κρίση, έλλειψη ρευστότητας της Τράπεζας κατά το έτος
- Κάθε έγκυρη σύμβαση είναι νόμιμη εάν επιτευχθεί με την ελεύθερη συναίνεση των μερών ως ορίζει το άρθρο 14 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- Σύμφωνα με το άρθρο 14 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 δια τη δημιουργία μιας έγκυρης σύμβασης, χρειάζεται να υπάρχει η ελεύθερη βούληση των μερών για την σύναψη της συγκεκριμένης συμφωνίας. Το άρθρο 14 προνοεί τα ακόλουθα: «Ορισμός «ελεύθερης συναίνεσης»
- Η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη, όταν δεν προκαλείται με- (α) εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 15~ ή (β) ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 16~ ή (γ) απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 17~ ή (δ) ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο 18~ ή (ε) πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και
- Συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει του εν λόγω εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης ή πλάνης. Στην περίπτωση που οι ενάγοντες αποδείξουν οποιαδήποτε από τα ποιο πάνω τότε η σύμβαση θεωρείται άκυρη εξ' αρχής διότι δεν είναι σύμβαση που επιτεύχθηκε με την ελεύθερη θέληση των μερών. Όμως όπως προκύπτει από τα πιο κάτω άρθρα τα συστατικά στοιχεία για κάθε ένα από τις περιπτώσεις που προνοούνται στο άρθρο 14 του Κεφ. 149 διαφέρουν: Δια να στοιχειοθετηθεί ο εξαναγκασμός πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα ως ορίζει το άρθρο 15: «ΚΕΦ.149 Ορισμός "εξαναγκασμού" 15.-
(1)"Εξαναγκασμός" είναι η διάπραξη ή η απειλή διάπραξης πράξης απαγορευμένης από τον Ποινικό Κώδικα ή από τροποποίηση του, ή η παράνομη κατακράτηση, ή η απειλή κατακράτησης, περιουσιακού στοιχείου, προς βλάβη οποιουδήποτε προσώπου, η οποία γίνεται με πρόθεση να αναγκαστεί άλλος να συνάψει συμφωνία.
(2)Είναι αδιάφορο κατά πόσο ο Ποινικός Κώδικας ή οποιαδήποτε τροποποίηση του, είναι σε ισχύ ή όχι στον τόπο όπου ασκείται ο εξαναγκασμός. Δια να στοιχειοθετηθεί η ψυχική πίεση πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα ως προκύπτει από το άρθρο 16: «ΚΕΦ.149 Ορισμός "ψυχικής πίεσης" 16.-
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου~ ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου». Τα συστατικά στοιχεία της απάτης είναι ως ακολούθως: «ΚΕΦ.149 Ορισμός "απάτης" 17.-
(1)"Απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης- (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές~ (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό~ (γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της~ (δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση~ (ε) κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη.
(2)Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση. Τέλος η ψευδούς παράσταση διαφέρει από την απάτη και εμπεριέχει τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία: «ΚΕΦ.149 Ορισμός "ψευδούς παράστασης" 18. "Ψευδής παράσταση" περιλαμβάνει- (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές~ (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού~ (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής». Εάν αποδειχθεί ένα από τα πιο πάνω, το αποτέλεσμα είναι η ακύρωση της συμφωνίας. Ο τρόπος που εκφράζεται η αιτία αγωγής στην Έκθεση Απαιτήσεως είναι τόσο γενικός και αόριστος που δεν είναι γνωστό ποια γεγονότα ταιριάζουν με μία από τις πιο πάνω περιπτώσεις. Το μόνο που γίνεται αντιληπτό είναι ότι η βάση της αγωγής αφορά συμβατική σχέση των εναγόντων με την Λαϊκή Τράπεζα, και ότι αυτή η συμφωνία θα πρέπει να ακυρωθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 του Κεφ. 149 επειδή αυτή δεν ήταν το προϊόν της ελεύθερης βούλησης των εναγόντων ή και κάτω από συνθήκες που δεν συνιστούν ελεύθερη θέληση. Όμως, οι ενάγοντες δεν έχουν προσδιορίσει με τον τρόπο που έχουν δικογραφήσει την απαίτησή τους, ποια από τις περιπτώσεις που προνοούνται από το νόμο και προδιαγράφονται στα άρθρα 15 μέχρι 18 του Κεφ. 149 επικαλούνται για να ακυρώσουν τη συμφωνία. Ακόμη πιο σημαντικό, δεν έχουν καθορίσει με τα γεγονότα που δικογραφούνται ποια είναι η αξίωσή τους έναντι της Τράπεζας Κύπρου σε σχέση με την συναλλαγή, καθότι η Τράπεζα Κύπρου ουδέποτε υπήρξε μέρος της συμφωνίας και δεν υπήρχε η αμεσότητα συμβατικής σχέσης μεταξύ των μερών (privity of contract), ως αυτή που προδιαγράφεται στα άρθρα 15 μέχρι 18 του Κεφ. 149: «Ακυρώσιμο συμφωνιών που συνάπτονται χωρίς ελεύθερη συναίνεση 19.-
(1)Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Ο συμβαλλόμενος, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία απάτης ή ψευδούς παράστασης, δύναται αν θεωρεί αυτό σκόπιμο, να εμμείνει στην εκπλήρωση της σύμβασης και να αποκατασταθεί στη θέση που θα βρισκόταν αν οι παραστάσεις που έγιναν ήταν αληθείς.
(3)Αν η συναίνεση αυτή παρασχέθηκε συνεπεία ψευδούς παράστασης ή τήρησης σιωπής, που συνιστά απάτη εντός της έννοιας του άρθρου 17, η σύμβαση, παρόλα αυτά, δεν είναι ακυρώσιμη, αν το μέρος του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό, ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια.
(4)Απάτη ή ψευδής παράσταση η οποία δεν προκάλεσε τη συναίνεση προς σύναψη σύμβασης του μέρους επί του οποίου ασκήθηκε η απάτη, ή στο οποίο έγινε η ψευδής παράσταση, δεν καθιστά τη σύμβαση ακυρώσιμη». Με βάση την Δ.19 κ.5 των θεσμών της πολιτικής δικονομίας, ο ενάγοντας οφείλει στην περίπτωση που το αγώγιμο του δικαίωμα στηρίζεται σε δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, ανεπίτρεπτη επιρροή, καταπίεση κτλ, να θέσει στην απαίτηση τις λεπτομέρειες της συγκεκριμένης συμπεριφοράς, λόγια και/ή παραστάσεις που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα και να προβάλει ρητώς ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά, λόγια, παραστάσεις κτλ. είναι δόλος, ψευδής παραστάσεις κτλ. Τέτοιες λεπτομέρειες δεν εκτίθενται στην απαίτηση των εναγόντων σε σχέση με τις συνθήκες που οδήγησαν στην μετατροπή των εμπρόθεσμών καταθέσεων σε αξιόγραφα. Υπάρχει μόνο μία γενική αναφορά στο ότι λειτουργός της Λαϊκής Τράπεζας έκανε παραστάσεις σε σχέση με το προϊόν ότι είχε επιτόκιο ψηλότερο ή ασφαλισμένο, αλλά δεν παρατίθενται εκείνες οι αναγκαίες λεπτομέρειες, ώστε να εκφραστεί ολοκληρωμένα μία βάση αγωγής που να βασίζεται σε ένα από τα πιο πάνω άρθρα του περί Συμβάσεων Νόμου. Το ίδιο ισχύει και με τον ισχυρισμό ότι οι εν λόγω λειτουργοί απέκρυψαν ότι τα αξιόγραφα θα γίνονταν εισαγωγή στο ΧΑΚ. Αυτό το γεγονός δεν παρατίθεται με λεπτομέρειες αναγκαίες ώστε να αντιληφθεί το Δικαστήριο επί ποια βάση στηρίζονται οι ενάγοντες για να ζητήσουν τις επιδιωκόμενες θεραπείες στην αγωγή. Το ίδιο ισχύει με τον γενικό ισχυρισμό που προβάλλεται ότι οι λειτουργοί δεν απεκάλυψαν στους ενάγοντες την κακή οικονομική κατάσταση της τράπεζας, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας. Οπότε, θα πρέπει να γίνονται εικασίες κατά πόσο αυτό που διατυπώνεται στην Έκθεση Απαίτησης ως βάση για να θεμελιωθεί αιτία αγωγής είναι απάτη, ψευδείς παραστάσεις ή παράβαση καθήκοντος που επιβάλλεται από το νόμο. Ούτε και προκύπτει ως γεγονός πως η πλάνη, ψευδείς παραστάσεις, ανεπίτρεπτη επιρροή κλπ, συνδέεται με την Τράπεζα Κύπρου ώστε να εκφράζονται εναντίον της αναγνωρισμένη από το νόμο αιτία αγωγής. Τέτοια παράλειψη μπορεί να οδηγήσει από μόνη της αποτυχία της αγωγής. Εάν δεν είναι αντιληπτό στο Δικαστήριο ποια είναι η βάση της αγωγής που στηρίζονται οι ενάγοντες, τότε δεν μπορεί να αποφανθεί κατά πόσο αυτοί δικαιούνται τις θεραπείες που επιδιώκονται με την αγωγή. Επί παραδείγματι στην υπόθεση Hotel and Catering Ltd. Takis Pilava[1] το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες δεν μπορούσαν να στηριχθούν σε γεγονότα που απαρτίζουν την κατ' ισχυρισμό απάτη κατά την σύναψη της συμφωνίας επειδή τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε δικογραφηθεί επαρκώς στην Έκθεση Απαιτήσεως. Παρατίθεται πιο κάτω το σκεπτικό του Δικαστηρίου: «Another material fact which the Court rightly took into consideration, is that though in the pleadings the defendant denied any transaction between the defendant Company and the plaintiff, D. W. l in giving evidence for the defendant admitted such transaction and that a balance of £100 was due to the plaintiff in 1971 which, as he alleged, was paid during
- Furthermore, there is no allegation in the pleadings for any lack of authority on the part of Joseph Pavlou to bind the Company or any allegation of fraud or conspiracy between plaintiff and Joseph Pavlou to defraud the defendant Company (which is one of the allegations in ground 5 of this appeal). Under the Civil Procedure Rules, Order 19, rule 5, when fraud is alleged, it has to be pleaded and full particulars thereof shall be stated in the pleadings. Rule 5 reads as follows: "In all cases in which the party pleading relies on any misrepresentation, fraud, breach of trust, willful default or undue influence, full particulars thereof shall be stated in the pleadings. In the case of fraud the alleged fraudulent acts must be specially set out and it must be averred that such acts were done fraudulently". A party, therefore, who has not made such allegation in his pleadings, cannot rely on such ground on an appeal without having ever applied during the trial to have his pleadings amended accordingly. The trial of a case has to proceed on the pleadings and the main object of the pleadings is to narrow the issues between the parties and clarify what is in issue. As it was held by Vassiliades, P. in Courtis and Others v. Iasonides[2] at pages 182 and 183:- "The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the trial of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or. 19 r. 4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party's pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails». Στην περίπτωση της απάτης, σύμφωνα με το Annual Practice Book[3] επιτάσσεται η λεπτομερή καταγραφή των συγκεκριμένων γεγονότων που συνθέτουν αγώγιμο δικαίωμα που στηρίζεται σε απάτη. Το περιεχόμενο του δικογράφου πρέπει να περιέχει τουλάχιστον τα ακόλουθα: «Fraudulent conduct must be distinctly alleged and as distinctly proved and it is not allowable to have fraud inferred from the facts . General allegations however strong may be the words in which they are stated are insufficient to an averment of fraud of which any Court ought to take notice». Στη δική μας την περίπτωση υπάρχουν τα γεγονότα που εκτίθενται στην απαίτηση από τα οποία θα μπορούσα να συμπεραίνω ότι εκφράζεται αιτία αγωγής για δόλο, όμως, αυτό δεν είναι αρκετό για να διατυπωθεί αγώγιμο δικαίωμα και να αποδειχθεί επί της βάση του δόλου. Οφείλει ο ενάγοντας να είναι συγκεκριμένος, να δώσει λεπτομέρειες και να αναφέρει ρητώς γιατί η συγκεκριμένη συμπεριφορά, λόγια κτλ είναι δόλος. Το ίδιο ισχύει για παραπλανητικές και/ή ψευδείς παραστάσεις, πρέπει να παρατίθενται εκείνες οι λεπτομέρειες που να καταδεικνύουν τη φύση των παραπλανητικών παραστάσεων και την έκτασή τους. Να δικογραφείται από ποιον έγιναν οι παραστάσεις και σε ποιον έγιναν οι παραστάσεις και κατά πόσο αυτές οι παραστάσεις έγιναν γραπτώς ή προφορικώς (βλ. Annual Practice Book 1958). Οι ενάγοντες, δεν έχουν απομονώσει στην απαίτηση εκείνα τα γεγονότα αναγκαία, ώστε να διαφανεί ότι προβλήθηκαν παραστάσεις για συγκεκριμένα γεγονότα που κατά το χρόνο που έγιναν οι παραστάσεις γνώριζαν οι αντιπρόσωποι της Λαϊκής Τράπεζας ότι αυτά τα γεγονότα ήταν ψευδής. Οι λεπτομέρειες που παρέθεσε ο ενάγοντας στην απαίτηση του δεν απαρτίζουν ολοκληρωμένη βάση της αγωγής ούτε επί της βάσης των ψευδών παραστάσεων. Περαιτέρω, σε σχέση με την σύναψη του δανείου το 2010 δεν παρατίθεται κανένα γεγονός ή λεπτομέρεια που να συσχετίζει τη θεραπεία που επιδιώκει ήτοι να δηλωθεί ότι το δάνειο είναι εξασφαλισμένο με τα χρεόγραφα με αναγνωρισμένο από τον νόμο ή το κοινοδίκαιο αγώγιμο δικαίωμα. Απουσιάζουν εκείνα τα γεγονότα που συνθέτουν απαίτηση για ψευδείς παραστάσεις, ήτοι να καθοριστεί η ψευδής παράσταση, και να καταδειχθεί από τα γεγονότα ότι η παράσταση ήταν ψευδής κατά το χρόνο που δηλώθηκε. Ούτε οι ενάγοντες έχουν καθορίσει και/ή απομονώσει εκείνα τα αναγκαία γεγονότα για να στοιχειοθετήσουν την αποσιώπηση συγκεκριμένου γεγονότος, ουσιώδης σε σχέση με την σύναψη συμφωνίας και που η Λαϊκή Τράπεζα μέσω των αντιπροσώπων της είχε το καθήκον να αναφέρει στους ενάγοντες Αποσιώπηση γεγονότος συνιστά ψευδή παράσταση όταν γίνεται συγκεκριμένη θετική παράσταση γεγονότος και εκείνος που προβαίνει στην παράσταση παραλείπει να αναφέρει κάτι σημαντικό που αφορά την ουσία της συναλλαγής με αποτέλεσμα η παράσταση να θεωρείται ότι είναι ψευδής. Αποσιώπηση γεγονότος συνιστά ψευδή παράσταση όταν υπάρχει θετική υποχρέωση του προσώπου να αποκαλύψει γεγονότα που το άλλο μέρος της συμφωνίας προϋποθέτει ότι υφίστανται και/ή ισχύουν σε σχέση με τη φύση της συναλλαγής εξαιτίας της αποσιώπησης του συγκεκριμένου γεγονότος. Κατά το κοινοδίκαιο υπάρχουν περιπτώσεις όπου αναγνωρίζεται η ύπαρξη ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών που εναποθέτει στο ισχυρό μέρος της συμφωνίας το καθήκον να αποκαλύψει συγκεκριμένα γεγονότα στο αδύνατο μέρος σε σχέση με τη συναλλαγή. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου αναγνωρίζεται το καθήκον αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων καλή τι πίστη (uberrimae fidei) όταν το δυνατό μέρος της συμφωνίας έχει καθήκον καλή τι πίστη να πληροφορήσει το αδύνατο μέρος για τα ουσιώδη γεγονότα ώστε να μην εξαπατηθεί εξαιτίας της άγνοιάς του σε σχέση με την πραγματική φύση της συναλλαγής (βλ. Chitty on Contracts παρ. 6 -017 Non -disclosure). Σε κάθε περίπτωση κατά πόσο η αποσιώπηση συνιστά στην ουσία ψευδή παράσταση είναι ζήτημα πραγματικό. Η ψευδής παράσταση περιλαμβάνει και παράσταση σε σχέση με την ύπαρξη ή την απουσία συγκεκριμένου γεγονότος που γίνεται προς το μέρος που προτρέπεται να ενεργήσει εναντίον του συμφέροντας του εξαιτίας της παράστασης (βλ. Chitty on Contracts[4], General Principles Sweet & Maxwell[5]). Πρέπει να αποδειχθεί ότι η ψευδής παράσταση συγκεκριμένου γεγονότος ή αποσιώπηση γεγονότος του συγκεκριμένου γεγονότος ήταν ουσιώδης για την συναλλαγή κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας. Νοείται ότι εκείνος που πρέπει να αποδείξει τα πιο πάνω είναι το μέρος της συμφωνίας που επικαλείται την ύπαρξη ψευδούς παράστασης κατά τη συνομολόγηση της συμφωνίας ώστε να ακυρωθεί η συμφωνία. Παράδειγμα περίπτωσης όπου η τράπεζα είχε καθήκον να προβεί σε αποκάλυψη συγκεκριμένου ουσιώδης γεγονότος και δεν το έκανε, με αποτέλεσμα να ακυρωθεί συμφωνία εγγύησης προς εξασφάλιση δανείου είναι αυτό στην υπόθεση Nıcolaıdes v The Chartered Bank Of Famagusta[6]. Σε εκείνη την υπόθεση η τράπεζα δεν απεκάλυψε κατά το χρόνο σύναψης σύμβασης εγγύησης ότι ο πρωτοφειλέτης, που ήταν σύζυγος της εγγυήτριας, ότι το ποσό του δανείου είχε ήδη υπερβεί το ποσό της εγγύησης που η εγγυήτρια επρόκειτο να χορηγήσει προς όφελος του πρωτοφειλέτη συζύγου της. Κρίθηκε ότι η πιστώτρια τράπεζα είχε καθήκον να αποκαλύψει το συγκεκριμένο γεγονός και ότι η απόκρυψη αυτού του γεγονότος θεωρήθηκε παραπλάνηση διά της αποσιώπησης ικανή να επιφέρει την ακύρωση της συμφωνίας εγγύησης. "We do not agree with this submission. Our section is identical with section 143 of the Indian Contract Law and the comments of the authors of the books 'Indian Contract and Specific Relief Acts, etc.,' by Pollock and Mulla, 6th Edition, pp. 502-505, do not support the submission of Mr. Pavlides. In their view keeping silence means intentional concealment as distinguished from mere nondisclosure. In this case there is nothing in the evidence that there was a wilful concealment. It is true that there is no evidence that the bank disclosed to defendant 2 the fact that the account of defendant 1 was already overdrawn, but on the other hand, there is nothing in the evidence to show that the non-disclosure was made on purpose so as to mislead defendant 2 and no evidence whatsoever that the guarantee was obtained because of such non-disclosure. And we might also cite from p. 503 second paragraph, where it is stated: 'But it is not every disclosure that a surety can require. Where a customer's credit with his hankers is guaranteed the lad that a new credit is to be applied to paying off an existing debt of the customer to the Bank, is not such as need he disclosed. For this is nothing out of ordinary course of business hut rather to be expected'. We find that there was no wilful concealment and, therefore, in our view, this argument fails". It is obvious from what we have quoted that the learned Judges, in considering whether there was a concealment within tile meaning of section 101 of the Contract Law they took only into account the fact that the Overdraft Account No. 118 of the principal debtor was already overdrawn when the supplementary agreements of guarantee were signed by the appellant-guarantor and nothing else. Had the case of the appellant, rested on this point alone the trial court might have been justified in dismissing the action on this ground because in doing so it might very well rely on J. Hamilton, v. J Watson (English Reports) volume 8,
- Certain vital points were apparently however left out of consideration. One is that the accounts under the original contract of guarantee a. well as under the supplementary letters of guarantee were kept in one and the same overdraft account No.
- Drawings beyond the guarantee limit were also debited to this account. All these documents of guarantee were prepared by in respondent-bank and signed by the debtor and the guarantor. ... Having read carefully these supplementary letters of guarantee we are of the opinion that the ordinary import to be attributed to them is that the debtor having made use of his original credit limit of £5,000 or this amount not being sufficient for him to transact some future business of temporary character he contemplated, he applied for father future advances specified therein. This amounts to misrepresentation in view of the fact that at the date of the signing of the first supplementary agreement the debtor was already indebted in the sum of £17,000 and at the date of the signing of the second supplementary letter for credit he was indebted in the sum of 38,
- Unless the guarantor who subscribed these letters of request as guarantor can he said hat she knew of the indebtedness of the principal debtor to the extent indicated, at the time she signed the letters as guarantor, she was bound to be misled as to the actual state of affairs and as to the financial position of her husband. The amount involved being almost twice as big compared with the credit limit granted on the last occasion it was no doubt a very material circumstance for the guarantor to he informed of it. ... The fact that the guarantor is the wife of the principal debtor does not detract anything from the duty of a creditor not to mislead the guarantor on any material circumstance touching the solvency or financial standing of her husband, the debtor. On the contrary owing to the fiduciary relations existing between a husband and wife it behoves a creditor or hanker to he more strict and careful when accepting as guarantor a wife for a. husband's debt. In practice independent advice to a wife who intends to become a guarantor to her husband, as a matter to precaution, is usually given. Many wives might readily sign any document presented to them by their husbands without much enquiring into its nature and scope and also likewise they might act under the undue influence on their husbands. Let us now turn to the legal aspect of the case in the light of the facts and inferences as indicated above. In the case of Pidcock v. Bishop (27 E.R.) at p. 433 it was emphasized that the guarantor "should know" o much as will tell hint, what is the transaction for which he is making himself answerable and he will he discharged if there is either active misrepresentation of the matter by the creditor or silences fence amounting in the circumstances to misrepresentation. Lord Campbell in his judgment in the above case indicated the criterion to he applied when a banker is to disclose material circumstance to a prospective guarantor in the following words: "The criterion whether the disclosure, ought to he made voluntarily, namely, whether there is anything that might not naturally be expected to take place between the parties who are concerned in the transaction that is, whether there he a contract between the debtor and the creditor, to the effect that his position shall be different from that which the surety might naturally expect; and, if so, the surety is to see whether that is disclosed to him. But if there be nothing which might not naturally take place between these parties, then, if the surety would guard against particular perils, he must put the question, and he must gain the information which he requires". In the case of Edward Railton Thomas Gadd and Robert Leonard and, Another, English Reports, Volume 8, p. 993, the House of Lords made the following statement of law: "Mere non-communication of circumstances affecting the situation of the parties, material for the surety to be acquainted with, and within the knowledge of the person obtaining a surety bond, is undue concealment, though not wilful or intentional, or with a view to any advantage to himself". In the case of London General Omnibus Company Ltd. v. Holloway [1912] 2 K B., 72 although the subject matter of the appeal, was a fidelity guarantee yet distinction between suretyship for the fidelity of a servant and a guarantee in respect of banking account was widely discussed. Vaughan Williams, L.J., with reference to the facts to be disclosed to a guarantor states: "I do not think that the importance of the non-disclosed fact in regard to the duties the subject of the surety-ship is necessarily a mere question of law ; it may be a question of fact to be decided by a jury or Judge sitting alone. The question for Judge or jury to put to himself or themselves seems to be: Would tile surety have entered into this contract of suretyship if tile non-disclosed fact had been disclosed to him?". The same Judge, after quoting Lord Campbell and the criterion he suggested in. Hamilton's case, continues: "But L take it this is only an example of the general proposition that a creditor must reveal to the surety every fact which under the circumstances the surety would expect not to exist, for the omission to mention that such a fact does exist is an implied representation that it does not. Such a concealment is frequently described as 'undue concealment'". Further down in his judgment he quoted Lord Cottenham in Railton v. Mathews (supra) stating: "In my opinion there may be a case of improper concealment or non-communication of facts which ought to be communicated, which would affect the situation of the parties, even if it was not wilful and intentional, and with a view to the advantage the parties were to receive". It was held, by Crompton, J., Channel, B., Blackburn, J., and Shee, J., in the Exchequer Chamber, affirming the judgment of the Court below. "that the non-communication by the plaintiffs to the defendant of the fact that P. was at the time indebted to them, was evidence for the jury in support of the plea.-Pollock, C.B., and Bramwell, B., dissenting" At page 204, Blackburn, J. in his judgment states: "I think that it must in every case depend upon the nature of the transaction, whether the fact not disclosed is such that it is impliedly represented not to exist and that must generally be a question of fact proper for a jury. ... There is no evidence whatsoever that the wile knew of the hid that her husband was heavily indebted at the time of the execution of the aforesaid guarantees and the Court cannot act by guessing on the matter. Having answered the question-as suggested by Vaughan Williams, L.J., in Holloway's case already referred to, namely, Would the surety have entered into this contract of suretyship if the non-disclosed fact had been disclosed to him"-in the negative, we find that the appellant is entitled to a relief either under section 100 or section 101 of the Contract Law. We have found that the way the guarantees under consideration were framed amounted to misrepresentation and, without it, on the balance of probabilities, the appellant would not have entered into such a guarantee and themisrepresentation concerns undoubtedly material part of the transaction; the guarantees in question are invalid under section 100 of the Contract Law. On the other hand, the creditor, by the form of guarantee as drafted, having misled the guarantor in a material circumstance, it was his duty to disclose the excessive debit balance standing in the credit account No. 118 of the husband. Having failed to do so, the guarantee is equally invalid under section 101 of the Contract law». Στη δική μας περίπτωση δεν καταγράφονται ουσιώδη γεγονότα στην Έκθεση Απαιτήσεως σε σχέση με το καθήκον της Λαϊκής Τράπεζας να αποκαλύψει στους ενάγοντες συγκεκριμένο γεγονός κατά το χρόνο που εξασφάλισαν κατάφαση για τη μετατροπή των εμπρόθεσμων καταθέσεων σε αξιόγραφα. Ούτε απομονώνεται και αναδεικνύεται τέτοιο γεγονός με αναφορά το καθήκον της τράπεζας να το αποκαλύψει, ώστε να είναι γνωστό ποια θα ήταν η βάση της αγωγής των εναγόντων βασιζόμενο στο άρθρο 18 του Κεφ. 149 για απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος που η τράπεζα είχε καθήκον να το αποκαλύψει και που θα πρέπει να οδηγήσει σε ακύρωση της συμφωνίας. Αναγνωρίζω ότι στην αγωγή διατυπώνεται γενικώς μία θέση των εναγόντων ότι η εν λόγω συναλλαγή ήταν το αποτέλεσμα απάτης, ψευδών παραστάσεων, και αποσιώπηση ουσιώδους γεγονότος κτλ. Όμως, οι δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων είναι συγχυσμένες, γενικές και ασαφής. Δεν είναι αρκετό η θέση των εναγόντων να δικογραφείται σε αδρές γραμμές. Πρέπει να υπάρχει συμμόρφωση προς τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, ώστε η βάση της αγωγής των εναγόντων να είναι γνωστή. Αυτή δεν είναι τυπική υποχρέωση αλλά ουσιαστική υποχρέωση. Σε διαφορετική περίπτωση πως θα γνωρίζει ο αντίδικος ποια είναι η υπόθεση που θα πρέπει να αντιμετωπίσει και πως θα γνωρίζει το Δικαστήριο ποια είναι η βάση αγωγής των εναγόντων, ώστε να αποφασίσει κατά πόσο οι ενάγοντες την έχουν αποδείξει και ακόμη πιο σημαντικό κατά πόσο δικαιούνται τις αξιωμένες θεραπείες με βάση την συγκεκριμένη βάση της αγωγής . Παρόλο που υπάρχει τέτοια αβεβαιότητα και σύγχυση στη διατύπωση των θέσεων των εναγόντων θα επιχειρούσα να απαντήσω τα ποιο πάνω ερωτήματα, έστω και με μεγάλη δυσκολία, εάν δεν υπήρχε άλλο πιο σοβαρό δικονομικό προβλημα στην αγωγή των εναγόντων που δικαιολογεί από μόνο του την απόρριψη της αγωγής.
- Δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής εναντίον της Τράπεζας Κύπρου Δεν υπάρχει κανένα γεγονός το οποίο να δικογραφείται που να συνδέει την εναγόμενη εταιρεία με τη συμφωνία αγοράς των αξιογράφων. Μόνη αναφορά στην εναγόμενη σε όλα το σώμα της απαίτησης είναι τα γεγονότα της παραγράφου 14 ως ακολούθως: «
- Τελικά διαπιστώθηκε ο μηδενισμός της αξίας των μετοχών της Λαϊκής. Με επιστολή της εναγομένης προς τους ενάγοντες ημερομηνίας 7/10/2013 αναφέρθηκαν στον λογαριασμό των εναγόντων στην Λαϊκή Τράπεζα και αναγνώρισαν ότι οι όποιες υποχρεώσεις της Λαϊκής μεταφέρθηκαν στην εναγόμενη και απαιτούσαν δε την πληρωμή των δόσεων που όφειλαν οι ενάγοντες για το πιο πάνω δάνειο σε 21 ημέρες. Απειλούσαν δε ότι αν δεν υπάρξει συμμόρφωση θα λάμβαναν μέτρα εναντίον των εναγόντων. Αναγνώρισε όμως ότι θα διατηρούνταν οι εξασφαλίσεις (εννοώντας τα αξιόγραφα) που είχαν παραχωρηθεί για το εν λόγω δάνειο όμως οι οποίες όμως εν γνώσει τους είχαν απωλέσει την αρχική τους αξία σε βαθμό σοβαρό αγνώστου έκτασης και τους είχαν απωλέσει την αρχική τους αξία σε βαθμό σοβαρό αγνώστου έκτασης και απομακρυσμένο από την αρχική αξία των καταθέσεων που είχε ενσωματωθεί και αντιπροσωπευθεί από αυτές». Υπάρχει μονάχα δικογραφημένος ισχυρισμός ότι οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Δεν αποδίδεται σε λειτουργό ή σε αντιπρόσωπο της Τράπεζας Κύπρου ότι προέβη σε παραστάσεις, αποσιώπησης στοιχείων, ως αποτέλεσμα των οποίων να προκάλεσαν τους ενάγοντες να δώσουν κατάφαση για την μετατροπή των εμπρόθεσμων καταθέσεων σε αξιόγραφα. Η Τράπεζα Κύπρου, ουδέποτε υπήρξε μέρος αυτής της συμφωνίας. Η μόνη της σχέση σύμφωνα με την απαίτηση είναι ότι ανέλαβε τις υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας από μεταφορά. Συνεπώς, δεν εκφράζεται αιτία αγωγής κατά της Τράπεζας Κύπρου για απάτη, δόλο, παραπλανητικές παραστάσεις, ανεπίτρεπτη επιρροή κτλ. Ούτε και διατυπώνονται γεγονότα στην Έκθεση Απαιτήσεως από τα οποία να συνάγεται ως συμπέρασμα ότι υπήρξε κατά τη σύναψη της συμφωνίας συμβατική σχέση μεταξύ των εναγόντων και της Τράπεζας Κύπρου (privity of contract). Τόσο η μετατροπή των εμπρόθεσμων καταθέσεων σε αξιόγραφα όσο και η σύναψη δανείου το 2011 πρόκειται για συμφωνίες που έγιναν μεταξύ της Λαϊκής Τράπεζας και των εναγόντων. Πολύ αργότερα και αφού έχασαν την αξία τους τα αξιόγραφα οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Όμως, δεν παρατίθενται γεγονότα που να εξηγούν ποιες είναι αυτές οι υποχρεώσεις και με ποιο τρόπο έγινε η μεταφορά των υποχρεώσεων. Η εναγόμενη εταιρεία, έχει προβάλει προδικαστική ένσταση ότι μόνο συγκεκριμένες υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας έχουν μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου. Επικαλούνται το διάταγμα ΚΔΠ 104/2013, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο Π (Ι) του
- Επίσης, επικαλούνται άλλα διατάγματα που εκδόθηκαν συμφώνως του πιο πάνω νόμου, δηλαδή την ΚΔΠ 133/13 ημερομηνίας 21.04.2013, την ΚΔΠ 156/13 ημερομηνίας 14.05.2013 και την ΚΔΠ 276/13 ημερομηνίας 30.07.
- Σύμφωνα με τα εν λόγω διατάγματα οι μόνες υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας που μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου είναι ως ακολούθως σύμφωνα με την ΚΔΠ104/2013: «Αντικείμενο Μεταβίβασης - Παράρτημα Ι 5.
(1)Η Λαϊκή Τράπεζα μεταβιβάζει στο Αποκτών πρόσωπο όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας και δικαιώματα εκτός από τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα , υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος Διατάγματος. 3. Σκοπός του παρόντος Διατάγματος είναι η δυνάμει του άρθρου 9 του Νόμου απαίτηση πληρωμής ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας, σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου 5 του παρόντος Διατάγματος, στο Αποκτώ πρόσωπο». α) Τις υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας σε σχέση με την παροχή στη Λαϊκή Τράπεζα έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου μέσω του μηχανισμού έκτακτής ρευστότητας. β) Τις υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας έναντι οποιουδήποτε προσώπου το όποιο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 8 των περί της Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών 2013 εκτός στο βαθμό που η εν λόγω υποχρέωση υπερβαίνει το ποσό των €100.000,00 για καταθέσεις στο όνομα εμπιστευματοδόχου ή εντολοδόχου το πρόσωπο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της πιο πάνω αναφερόμενης παραγράφου 8 είναι το πρόσωπο για το οποίο κατέχονται οι εν λόγω καταθέσεις. γ) Άλλες υποχρεώσεις που μεταφέρθηκαν από την Λαϊκή Τράπεζα είναι όπως περιγράφονται στο Παράρτημα ΙΙ: «ΚΔΠ 104/2013 Παράρτημα ΙΙ (β) τις υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας έναντι οποιουδήποτε προσώπου, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 8 των περί της Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών 2013 (εξαιρουμένης οποιασδήποτε κατάθεσης σε υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στο Ηνωμένο Βασίλειο) εκτός στο βαθμό που η εν λόγω υποχρέωση υπερβαίνει το ποσό των εκατόν χιλιάδων (100.000) ευρώ για καταθέσεις στο όνομα εμπιστευματοδόχου ή εντολοδόχου (trustee ή nominee) το πρόσωπο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της πιο πάνω αναφερόμενης παραγράφου 8, είναι το πρόσωπο για το οποίο κατέχονται οι εν λόγω καταθέσεις. (γ) άλλες υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας όπως περιγράφονται στο Παράρτημα ΙΙ.
(3)Η μεταβίβαση δυνάμει του παρόντος Διατάγματος τηρουμένων των προνοιών των υποπαραγράφων
(1)και
(2)τίθεται σε ισχύ, παράγει έννομα αποτελέσματα και ισχύει έναντι τρίτων από την Ημερομηνία Μεταβίβασης ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ Υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται δυνάμει της παραγράφου 5
(2)(γ) του παρόντος Διατάγματος Α. Κατηγορίες καταθέσεων ανά θεσμικό τομέα σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Οικονομικών Λογαριασμών (ΕΣΟΛ 95)
- Πιστωτικά Ιδρύματα.
- Ασφαλιστικές Εταιρείες.
- Γενική Κυβέρνηση.
- Εγχώριοι Επικουρικοί Χρηματοοικονομικοί Οργανισμοί και Φορείς (S124) που δεν είναι εγγεγραμμένοι στον Έφορο Εταιρειών. Β. Υποχρεώσεις που προκύπτουν από Συμφωνίες Ενοικιαγοράς Χρηματοοικονομικών Μέσων (repo transactions). Γ. Καταθέσεις τις οποίες κατέχει η JCC Payment System Ltd. Δ. Φιλανθρωπικά Ιδρύματα. Ε. Σχολεία και Εκπαιδευτικά Ιδρύματα». Όπως προκύπτει από τον κατάλογο υποχρεώσεων ως Παράρτημα ΙΙ οι υποχρεώσεις που μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου ήταν ορισμένες κατηγορίες καταθετών και όχι υποχρεώσεις προς μετόχους και/ή κατόχους αξιογράφων. Η αποζημίωση, δηλαδή η αντιπαροχή της Λαϊκής Τράπεζας, σε σχέση με την εν λόγω μεταφορά θα καθοριζόταν ως ορίζει το άρθρο 6 του διατάγματος ως ακολούθως: «ΚΔΠ 104/2013 Αποζημίωση 6.
(1)Εφόσον ολοκληρωθεί η διαδικασία αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του Νόμου, η Αρχή Εξυγίανσης θα προσδιορίσει εάν η τελική αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων υπερβαίνει την τελική αξία των μεταβιβαζόμενων υποχρεώσεων και το ποσό της διαφοράς.
(2)Στην περίπτωση που η τελική αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων υπερβαίνει της τελικής αξίας των μεταβιβαζόμενων υποχρεώσεων, η Αρχή Εξυγίανσης δύναται με νέο διάταγμα να απαιτήσει από το Αποκτών πρόσωπο να εκδώσει προς τη Λαϊκή Τράπεζα τέτοιο αριθμό μετοχών Τάξης Α, όπως αυτές ορίζονται στο περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013, προς δίκαιη αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας χωρίς δικαίωμα άλλης αποζημίωσης». Ως προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι το όφελος της Τράπεζας Κύπρου από τη μεταφορά περιουσιακών στοιχείων υπερβαίνουν τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις από την υποχρεωτική διά διατάγματος μεταφορά τότε το όφελος για τις τους ιδιοκτήτες της Λαϊκής Τράπεζας είναι αριθμός μετοχών τάξης Α. Εφόσον τα αξιόγραφα δεν είναι μέρος των υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας που έχουν μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου τότε δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής κατά της Τράπεζας Κύπρου που να σχετίζεται με τα αξιόγραφα. Εφόσον, τα αξιόγραφα δεν είναι μέρος των υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας που έχουν μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου, και η Τράπεζα Κύπρου πρόκειται για έτερο νομικό πρόσωπο που δεν ήταν μέρος της συμφωνίας για την μετατροπή των εμπρόθεσμων καταθέσεων σε αξιόγραφα, θεωρώ ότι δεν αποκαλύπτεται καμία βάση αγωγής κατά της Τράπεζας Κύπρου σε σχέση με τις συναλλαγές που έγιναν μεταξύ των εναγόντων και της Λαϊκής Τράπεζας. Η σχέση των εναγόντων με την Λαϊκή Τράπεζα υπήρξε συμβατική. Εφόσον, η Τράπεζα Κύπρου ως άλλο και ξεχωριστό νομικό πρόσωπο δεν ήταν μέρος της συμφωνίας της οποία αντικείμενο ήταν η αγορά των αξιογράφων και τα αξιόγραφα δεν είναι από τις υποχρεώσεις που μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, δεν υπάρχει καμία σχέση της Τράπεζας Κύπρου και των εναγόντων. Οι ενάγοντες ζητούν αποζημιώσεις και δηλωτικού χαρακτήρα αξιώσεις που έχουν να κάνουν με σύμβαση που θεωρούν ότι είναι άκυρη χωρίς όμως να έχουν προσθέσει στην αγωγή το νομικό πρόσωπο με το οποίο έγινε η σύναψη της συμφωνίας. Στην υπόθεση Εταιρεία Pelmako Development Ltd[7] το Εφετείο επεξήγησε ότι δικαιολογείται ως θέμα του δικαίου η απόρριψη της αγωγής εάν από τα γεγονότα της δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα. Οι ενάγοντες δεν έχουν παραθέσει γεγονότα στην αγωγή τους με τα οποία να αποκαλύπτουν ότι υπάρχει βάσιμο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγομένης για την μετατροπή των εμπρόθεσμων καταθέσεων σε αξιόγραφα εφόσον αυτή η συγκεκριμένη υποχρέωση δεν έχει μεταφερθεί στην εναγόμενη εταιρεία. Ούτε έχουν παραθέσει άλλα γεγονότα στην απαίτησή τους που να συνθέτουν αγώγιμο δικαίωμα γνωστό στο νόμο ή του κοινοδικαίου κατά της εναγομένης . Ως εκ τούτου η αγωγή κατά της εναγομένης όπως έχει διατυπωθεί κατά της εναγομένης είναι νομικά μεμπτή και δεν μπορεί να προχωρήσει. Η Διαταγή 27 κ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ως ακολούθως: «27.3 The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgement to be entered accordingly as may be just». Αυτή η διαταγή είναι αντίστοιχη της Αγγλικής Διαταγής 25 r
- Σύμφωνα με το Annual Practıce Book[8] επεξηγείται ότι γίνεται χρήση αυτής της διαταγής προς απόρριψη της αγωγής όταν είναι έκδηλο από τις δικογραφημένες παραστάσεις των εναγόντων ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα κατά του εναγόμενου. Όταν επί παραδείγματι, η βάση της αγωγής αφορά μία σύμβαση και δεν υπάρχει συμβατική σχέση μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου είναι από τις περιπτώσεις όπου έκδηλα δικαιολογείται απόρριψη της αγωγής ελλείψει συμβατικής σχέσης μεταξύ των μερών σε σχέση με αγωγή όπου η βάση της είναι η σύμβαση. Στην Αγγλική Υπόθεση South Hetton Coal Co. v Haswell[9] Αγγλικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ορθώς ο πρωτόδικος Δικαστής απέρριψε αγωγή διότι η θέση των εναγόντων ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των μερών δεν υποστηριζόταν από τα γεγονότα που είχαν δικογραφηθεί. Διαχειριστής εταιρείας ζήτησε όπως υποβληθούν προσφορές δια να τις αξιολογήσει. Οι ενάγοντες υπέβαλαν την προσφορά τους και ήταν θέση τους ότι ο Διαχειριστής με την αρχική του επιστολή είχε αποδεχθεί την προσφορά τους νοουμένου ότι ήταν η ψηλότερη προσφορά. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι επί των δικογραφημένων γεγονότων η επιστολή δεν ήταν αποδοχή της προσφοράς ώστε να είχε δημιουργηθεί σύμβαση μεταξύ των μερών. Συνεπώς, στην απουσία συμβατικής σχέσης μεταξύ των μερών εκθεμελιώθηκε η βάση της αγωγής που ήταν συμβατική. Το ίδιο ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Οι ενάγοντες επιδιώκουν ακύρωση της σύμβασης και ζητούν αποζημιώσεις καθώς και δηλωτικού χαρακτήρα αξιώσεις που πηγάζουν από την ακύρωση της συμφωνίας. Όμως, με βάση των δικογραφημένων παραστάσεων των μερών προκύπτει ότι ουδέποτε υπήρξε συμβατική σχέση μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και των εναγόντων. Συνεπώς, πως μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε ακύρωση αυτής της συμφωνίας όταν η Τράπεζα Κύπρου δεν ήταν μέρος της συμφωνίας; Ως προκύπτει από το λεκτικό της κανονιστικής διαταγής 104/2013 τα αξιόγραφα δεν ήταν μία από τις υποχρεώσεις που μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Ούτε κατά την άποψη μου μπορεί με τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον μου να θεωρηθεί ότι υπήρχε εκχώρηση των υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας με βάση τα αξιόγραφα ως προβλέπεται από τις αρχές της επιείκειας. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Thanos Hotels Suppliers[10] το Εφετείο επεξήγησε ότι σε κάποιες περιπτώσεις κατά των οποίων δεν έχει γίνει κατορθωτό η νομική εκχώρηση δικαιωμάτων και/ή υποχρεώσεων διά της σύμβασης αναγνωρίζεται ότι αυτό έχει γίνει στην πράξη διά των αρχών της επιείκειας. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου σε εκείνη την υπόθεση ήταν ως ακολούθως: «Παρόλο που το αγγλικό κοινό δίκαιο δεν αναγνώριζε την εκχώρηση δικαιώματος προς αποφυγή επιπλοκών στις σχέσεις των συμβαλλομένων, το δίκαιο της επιείκειας θεώρησε παραδεκτή την εκχώρηση τόσο νομικών δικαιωμάτων όσο και δικαιωμάτων κτώμενων κατά το δίκαιο της επιείκειας. Το ιστορικό αυτής της πτυχής του δικαίου και οι αρχές που διέπουν τα της εφαρμογής του εξηγούνται στα συγγράμματα Snell's Equity, Twenty-Ninth Edition, p. 72 et seq. - Keeton & Sheridan - Equity - Second Ed.
- Στη Markidou v. Kiliaris and Another[11] , εξηγείται ότι οι αρχές που διέπουν την εκχώρηση τόσο νομικού δικαιώματος όσο και δικαιώματος απορρέοντος από το δίκαιο της επιείκειας ισχύουν στην Κύπρο στον ίδιο βαθμό και έκταση όπως και στην Αγγλία. Η κλασσική περίπτωση εκχώρησης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων με βάση των αρχών της επιείκειας είναι η εκχώρηση δανείου σε άλλο πιστωτή ως συνέπειας της συμπεριφοράς του πιστωτή και με ταυτόχρονη ενημέρωση του οφειλέτη. Επί παραδείγματι, στην Αγγλική υπόθεση WILLIAM BRANDT'S SONS AND CO V DUNLOP RUBBER[12] πωλητής εμπορευμάτων έδωσε οδηγίες στον αγοραστή των εμπορευμάτων να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό μέσω του τραπεζικού λογαριασμού των πωλητών απευθείας. Δεν υπήρχε νομική εκχώρηση της οφειλής που αναγνωρίζεται από το κοινοδίκαιου αλλά στην πράξη υπήρχε εκχώρηση της οφειλής με αποτέλεσμα με βάση των αρχών της επιεικείας να επιτραπεί στην τράπεζα να διεκδικήσει την οφειλή και παρόλο που δεν ήταν μέρος της αρχικής συμφωνίας (privity of contract) Ο λόρδος MKacnaghten επεξήγησε ότι εκχώρηση δικαιωμάτων και/ή υποχρεώσεων δεν είναι ανάγκη να έχει συγκεκριμένη μορφή όμως θα πρέπει να έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: «It may be addressed to the debtor. It may be couched in the language of command. It may be a courteous request. It may assume the form of mere permission. The language is immaterial if the meaning is plain. All that is necessary is that the debtor should be given to understand that the debt has been made over by the creditor to some third person. If the debtor ignores such a notice, he does so at his peril. If the assignment be for valuable consideration and communicated to the third person, it cannot be revoked by the creditor or safely disregarded by the debtor»». Τα γεγονότα της δικής μας υπόθεσης διαφέρουν ουσιωδώς επειδή ορισμένες υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας μεταφέρθηκαν με κανονιστική διοικητική πράξη στην Τράπεζα Κύπρου, που είναι ξεχωριστό νομικό πρόσωπο. Η Τράπεζα Κύπρου δεν συναίνεσε σ' αυτή τη μεταφορά αλλά της επιβλήθηκε όπως αποδεχτεί τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις διά της υποχρεωτικής μεταφοράς. Υποχρεώθηκε επί παραδείγματι, όπως αναλάβει υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας σε σχέση με έκτακτη ρευστότητα που χορηγήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα. Παράλληλα, με τη μεταφορά συγκεκριμένων υποχρεώσεων η Τράπεζα Κύπρου δέχθηκε υποχρεωτικά διά της κανονιστικής διοικητικής πράξης και κάποια περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας, ήτοι, μεταξύ άλλων, και δάνεια που χορήγησε η Λαϊκή Τράπεζα σε πελάτες της. Εφόσον, δεν έγινε μεταφορά των αξιογράφων διά της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης, δεν υπάρχουν άλλα δεδομένα ή γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου που να δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι μεταφορά των συγκεκριμένων υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας, ήτοι Αξιόγραφα έγινε στην Τράπεζα Κύπρου. Θα ήταν πράγματι άδικο και κατά των αρχών της επιείκειας να υποχρεωθεί η Τράπεζα Κύπρου να αναλάβει και αυτές τις υποχρεώσεις, εφόσον, ουδέποτε συναίνεσε σε κάτι τέτοιο και αντιθέτως της επιβλήθηκε, διά νόμου, να αναλάβει μέρος των υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας που δεν περιλαμβάνει υποχρεώσεις που πηγάζουν από την πώληση αξιογράφων σε πελάτες της Λαϊκής Τράπεζας. Συνεπώς, η Τράπεζα Κύπρου δεν ήταν μέρος της συναλλαγής μεταξύ των εναγόντων και της Λαϊκής Τράπεζας, και ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο που είναι δεν δύναται οι ενάγοντες να ζητούν αποζημιώσεις ή να ζητούν να διαπιστωθούν δηλωτικού χαρακτήρα αξιώσεις κατά της Τράπεζας Κύπρου που δεν είναι, και ουδέποτε υπήρξε μέρος της συναλλαγής για την οποία καταγγέλλουν οι ενάγοντες. Σκοπός δηλωτικού χαρακτήρα αξιώσεων είναι μόνο η διαπίστωση δικαιωμάτων του ενάγοντα. Στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατίας ν Γρηγόρη Θαλασσινου[13] το Εφετείο επεξήγησε ότι το κύριο μειονέκτημα αποφάσεων δηλωτικού χαρακτήρα είναι ότι δεν υπόκεινται σε άμεση εκτέλεση του δικαιώματος που έχει αναγνωρισθεί από το Δικαστήριο. Εφόσον δηλωτικού χαρακτήρα αποφάσεις δεν οδηγούν αυτόματα σε μέτρα εκτέλεσης της Δικαστικής απόφασης το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει να χορηγήσει τέτοιες θεραπείες με φειδώ ειδικά εάν σκοπός της δηλωτικού χαρακτήρα αξίωσης είναι να χρησιμοποιηθεί ως θεμέλιο σε άλλη αγωγή. Με βάση την Δ.27 κ. 4 των θεσμών της Πολιτικής δικονομίας επιτρέπεται η έγερση αγωγής δηλωτικού χαρακτήρα. Δύναται το Δικαστήριο στα πλαίσια αγωγής δηλωτικού χαρακτήρα να προβεί σε επισημάνσεις δεσμευτικές για τους διαδίκους. «
- 4 No action or proceeding shall be open the objection on the ground that a merely declaratory judgment or order is sought thereby, and the Court may make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed, or not». Η αντίστοιχη Αγγλική Διάταξη της Διαταγής 27 κ.4 είναι το Ο. 25 r.
- Στο Annual Practice Book[14] επισημαίνονται τα ακόλουθα σε σχέση με τα όρια της Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κατά την διάγνωση δικαιωμάτων των διαδίκων δηλωτικού χαρακτήρα: «Where a declaration can be made it is a matter of discretion. The plaintiff must be entitled to relief in the fullest meaning of the word, but the relief claimed claimed must be something which it would not be unlawful, or unconstitutional, or inequitable for the Court to grant, or contrary to the accepted principles upon which the Court exercises its jurisdiction». Έχω ήδη εξηγήσει γιατί δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής κατά της Τράπεζας Κύπρου σε σχέση με τις ουσιαστικές θεραπείες της αγωγής, ήτοι την επιδίκαση αποζημιώσεων. Θέση του κ. Λουκαΐδη ήταν ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να χορηγήσει την αξίωση που περιγράφεται στο σημείο 1 ως ακολούθως: «Οι Ενάγοντες αξιούν:
- Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το δάνειο τους με αρ. 006-12-531864 με χρεωστικό υπόλοιπο 441.587,84 πλέον τόκοι από την Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου της οποίας τις υποχρεώσεις ανέλαβε η Εναγόμενη είναι εξασφαλισμένο με την αρχική αξία των αξιογράφων τα οποία η Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου και κατ' επέκταση η εναγόμενη (η οποία διαδέχθηκε την εν λόγω Τράπεζα) ως ασφάλεια του εν λόγω δανείου». Είναι θέση του ότι εφόσον το δάνειο έχει μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου τότε και θα πρέπει η Τράπεζα Κύπρου να αποδεχθεί τα αξιόγραφα ως εξασφάλιση του δανείου στην αξία των αξιογράφων κατά την ημερομηνία απόκτησης του και όχι με την σημερινή τους αξία. Αυτή η αξίωση των εναγόντων βασίζεται στην ακύρωση συμβατικής συναλλαγής για την οποία η εναγόμενη τράπεζα δεν υπήρξε μέρος. Στην ουσία καλείται το Δικαστήριο να κρίνει την εγκυρότητα μίας συναλλαγής χωρίς οι ενάγοντες να προσθέσουν τον αναγκαίο διάδικο με τον οποίο έγινε η συμφωνία για να κριθεί η εγκυρότητα ή μη της συναλλαγής. Εφόσον η Τράπεζα Κύπρου δεν είναι ο ορθός διάδικος στην αγωγή σε σχέση με το ουσιαστικό μέρος των διεκδικήσεων των εναγόντων, δεν μπορεί να γίνει διάγνωση της αξίας των αξιογράφων ως εξασφάλιση ως ζήτημα που πηγάζει από την εγκυρότητα εκείνης της συναλλαγής στα πλαίσια αυτής της αγωγής. Στο Αnnual Pracitce Book[15] επεξηγείται ότι στην περίπτωση που ο ενάγοντας έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση του σε σχέση με τις ουσιαστικές του απαιτήσεις δεν δύναται να πετύχει το μέρος της αξίωσης του που έχει δηλωτικό χαρακτήρα αλλά που εστιάζεται στην προϋπόθεση ο ενάγοντας να έχει αποδείξει ουσιαστικά την απαίτηση του. Εάν οι ενάγοντες δεν έχουν πετύχει να αποδείξουν ότι η συμφωνία για τη μετατροπή των εμπρόθεσμων καταθέσεων σε αξιόγραφα είναι άκυρη διότι δεν ήταν το προϊόν της ελεύθερης θέλησης των μερών τότε, δεν μπορεί να πετύχει η αξίωση των εναγόντων να δηλωθεί ότι τα αξιόγραφα είναι εξασφάλιση του δανείου στην αξία κατά την οποία αποκτήθηκαν. Πρέπει πρώτα να αποδειχθεί ότι η συναλλαγή ήταν άκυρη, ώστε από αυτή τη διαπίστωση να πηγάζει δηλωτικού χαρακτήρα αξίωση σε σχέση με την ιδιότητα και αξία των αξιογράφων ως εξασφάλιση του δανείου. Η Τράπεζα Κύπρου, δεν έχει καμία σχέση με την εγκυρότητα της συναλλαγής, εφόσον, δεν ήταν μέρος της συμφωνίας. Δεν μπορεί αυτά τα ζητήματα να κριθούν στα πλαίσια αυτής της αγωγής. Δεν αποκαλύπτεται καμία αιτία αγωγής κατά της Τράπεζας Κύπρου με τον τρόπο που έχει δικογραφηθεί η απαίτηση των εναγόντων. Ως εκ τούτου, είναι παράνομο και άδικο να αποφασιστούν αυτά τα ζητήματα κατά της Τράπεζας Κύπρου ως μη ορθός διάδικος στην αγωγή. Εφόσον δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής κατά της Τράπεζας Κύπρου η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον των εναγόντων όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναγνωρίζω ότι η αποτυχία των εναγόντων να πετύχουν στην αξίωση τους οφείλεται στην επιλογή μη ορθού δικονομικού μέτρου. Υπήρξε απροθυμία εκ μέρους των εναγόμενων να προωθήσουν αίτημα με κατάλληλο δικονομικό μέτρο έγκαιρα για την απόρριψη της αγωγής, παρόλο, που υποστήριξαν τη θέση ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής κατά της Τράπεζας Κύπρου εξ' αρχής με την Έκθεση Υπεράσπισης τους. Παρόλο, που αναγνωρίζω ότι αγωγές που το αντικείμενο τους αφορά την απόκτηση τραπεζικών αξιογράφων εμπεριέχουν πρωτότυπα νομικά σημεία και επιχειρήματα, θεωρώ, ότι θα μπορούσε να αποφευχθεί σπατάλη χρόνου και εξόδων εάν είχε διαγνωστεί το δικονομικό πρόβλημα της αγωγής νωρίτερα. Δεν θα στερήσω τα έξοδα από τον επιτυχόντα διάδικο. Ούτε και επιτρέπεται τέτοια απόφαση. Το ζήτημα των εξόδων διέπεται από την Δ.59 κ.
- Η αντιστοιχη Αγγλική Διαταγή αυτής της διαταγής είναι το Ο.65 r.
- Σύμφωνα με το Annual Practice Book[16] το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία να καθορίσει το ζήτημα των εξόδων. Όμως, η διακριτική εξουσία για το ζήτημα των εξόδων πρέπει πάντοτε να ασκείται δικαστικά. To ζήτημα της ερμηνείας της ΚΔΠ 104/13 σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι νέο και πρωτότυπο, ώστε να θεωρηθεί άδικο ο διάδικος που έχει αποτύχει στην αγωγή να έχει επωμισθεί όλα τα έξοδα του επιτυχόντα διαδίκου. Σε σπάνιες περιπτώσεις και εκεί όπου το ζήτημα είναι πρωτότυπο και γενικού ενδιαφέροντος, δύναται το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του εξουσία κατά της αρχής ότι ο επιτυχόντας διάδικος θα πρέπει να πληρωθεί τα έξοδα από τον διάδικο που έχει χάσει την αγωγή (In re Mersey Ry. Co.[17]). Περαιτέρω, άλλη περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να στερήσει έξοδα από τον επιτυχόντα διάδικο είναι εκεί που έχει συμπεριφερθεί άδικα και καταχρηστικά στο χειρισμό της υπόθεσης. Επί παραδείγματι, στην Αγγλική υπόθεση In re Speight[18] εναγόμενος δεν προώθησε έγκαιρα γραμμή υπεράσπισης της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος αυξάνοντας τα έξοδα του αντιδίκου του και έτσι ήταν περίπτωση όπου ορθά ο εναγόμενος στερήθηκε των Δικαστικών εξόδων. Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ρώτησα την κα Πολυβίου κατά πόσο είχε υπόψη της και μελέτησε το ενδεχόμενο να είχε προβεί σε ένδικο μέσο για απόρριψη της αγωγής προδικαστικά. Απάντησε με ειλικρίνεια και ικανοποιητικά, ώστε να έχω πεισθεί ότι δεν προωθήθηκε τέτοιο μέτρο ενόψει των πρωτότυπων θεμάτων που εγείρονται με τις αγωγές αξιογράφων. Θεωρώ ότι, έκδηλα προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις των μερών ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής κατά της Τράπεζας Κύπρου και με αναφορά της ΚΔΠ 104/13, η οποία περιέχει σαφής λεκτικό ως προς το περιεχόμενό της. Παρόλο τούτο, γνωρίζω ότι το ζήτημα της ευθύνης της Τράπεζας Κύπρου ενόψει της μεταφοράς κάποιων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας, είναι γενικού ενδιαφέροντος και πρωτότυπο, ενόψει αυτής και άλλων αγωγών που έχουν καταχωρηθεί κατά της Τράπεζας Κύπρου σε σχέση με αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας που έχουν αποκτηθεί από πελάτες της Λαϊκής Τράπεζας. Επομένως, δεν θα στερήσω τον επιτυχόντα διάδικο από τα δικαστικά έξοδα στα οποία δικαιούται, αλλά λαμβάνοντας υπόψη το πρωτότυπο του ζητήματος καθώς και το γεγονός η Τράπεζα Κύπρου έχει καταχωρήσει αγωγή κατά των εναγόντων για ανάκτηση του δανείου, όπου κατά πάσα πιθανότητα θα εγερθούν τα ίδια ζητήματα επί της ουσίας εκδίδεται διαταγή όπως η διαταγή των εξόδων, δυνάμει της Δ.31 κ.11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, περιοριστεί στα 2/3 του ποσού των εξόδων που θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1]
(1982)1 CLR 81 [2]
(1970)1 C. L. R. 180 [3] 1958 (σελ. 452-453) [4] Volume I [5] 21st edition par 6 - 606 statements of fact [6] 1 CLR 56
(1965)[7]
(1999)1 ΑΑΔ 1369 [8] 1958 σελ. 574 [9] 1898 1 Chç 465 [10] 1 ΑΑΔ
(2003)[11]
(1983)1 C.L.R. 392 [12] [1905] AC 454 [13] 3 ΑΑΔ 203
(1991)[14] 1958 σελ. 578 [15] 1958 σελ. 578-579, Declaratory Judgement [16] 1958 pg. 1822 [17] 37 Ch. D. 610
(1888)[18] 13 QBD 42 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο