ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ν. KMC MOTORS LTD κ.α., Αγωγή αρ.: 8164/2010, 13/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A259 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 8164/2010 Μεταξύ: ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ Ενάγων και
- KMC MOTORS LTD
- C.G. POLEMIDIOTIS CO LTD
- PROGRESSIVE INSURANCE CO LTD Εναγομένων 13 Οκτωβρίου, 2017 Για τους εναγομένους αρ.1-αιτητές, εμφανίζεται η κα Xρ.Επιφανείου για τους κ.κ. Στέλιος Αμερικάνος και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον ενάγοντα-καθ΄ου η αίτηση, εμφανίζεται η κα Τ.Α.Άνιφτου Απόφαση για την αίτηση ημερ. 25.05.2017 (αίτημα για τροποποίηση της υπεράσπισης) Δια της αγωγής του, την οποίαν κατεχώρισε στις 27.09.2010 επί κλητηρίου ειδικώς οπισθογραφημένου, και επικαλούμενος διατάξεις του περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμου του 1967 (Ν.22/1967), ο ενάγων-καθ΄ου η αίτηση («ο καθ΄ου η αίτηση») διεκδικεί από τους εναγομένους αρ.1 - αιτητές («οι αιτητές») το ποσόν των €182.801,56 ως οφειλόμενους εισαγωγικούς δασμούς, φόρο προστιθέμενης αξίας και λιμενικά δικαιώματα εν σχέσει με εμπορεύματα που υπήρξαν αποταμιευμένα σε κρατική γενική αποθήκη. Επί τη βάσει των δικογράφων του, ο καθ΄ου η αίτηση ισχυρίζεται τα εξής: Κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι αιτητές υπήρξαν κάτοχοι της Γενικής Αποθήκης Αποταμίευσης αρ.5.206 και αποθήκευσαν εκεί εμπορεύματα, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να τα φυλάττουν και να τα παραδίδουν μόνον αφού κατατεθούν οι σχετικές διασαφήσεις και καταβληθούν οι σχετικοί δασμοί, φόροι και δικαιώματα. Πλην όμως, μετά από φυσικό έλεγχο των αποθεμάτων στην αποθήκη αυτή, ο οποίος διενεργήθηκε αρμοδίως στις 30.04.2001, διεπιστώθηκε μετακίνηση εμπορευμάτων χωρίς να καταβληθούν οι οφειλόμενοι δασμοί, φόροι και δικαιώματα. Δια της επιστολής του ημερ. 11.06.2001 απαίτησε από τους αιτητές το ποσόν το οποίο ο ίδιος θεωρεί ως οφειλόμενους δασμούς, φόρους και δικαιώματα εν σχέσει με αυτά τα μετακινηθέντα εμπορεύματα. Οι αιτητές απήντησαν με την επιστολή τους ημερ. 25.06..
- Με την επιστολή ημερ. 10.07.2001 ο ίδιος επεβεβαίωσε την αρχική αξίωση του. Επανήλθε, όμως, δια της επιστολής του ημερ. 26.11.2002 και πληροφόρησε τους αιτητές ότι, συνεπεία της καταβολής κάποιων δασμών, φόρων και δικαιωμάτων, η αρχική αξίωσή του είχε μειωθεί. Δια της υπεράσπισής τους, την οποίαν κατεχώρισαν στις 29.04.2011, οι αιτητές εγείρουν, κατ΄αρχάς, προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι πως ο αιτητής κωλύεται να προωθήσει την υπόθεσή του δεδομένου του μεγάλου χρονικού διαστήματος το οποίο διέρρευσε από την κατ΄ισχυρισμόν γέννηση του αγώγιμου δικαιώματος έως και την καταχώριση της αγωγής (περί τα 10 έτη). Επί της ουσίας, οι αιτητές ισχυρίζονται πως, κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι ίδιοι ενοικίασαν την αποθήκη στους εναγομένους αρ.2 οι οποίοι ήσαν οι αποκλειστικοί κάτοχοι και διαχειριστές αυτής καθώς και οι ιδιοκτήτες των εκεί φυλασσομένων εμπορευμάτων. Εξ ου και οι ίδιοι αγνοούν τα περί μετακίνησης εμπορευμάτων από την αποθήκη χωρίς να καταβληθούν οι οφειλόμενοι δασμοί, φόροι και δικαιώματα. Τέλος, οι αιτητές αρνούνται όσα ο καθ΄ου η αίτηση ισχυρίζεται περί της κοινοποίησης της αξίωσής του με επιστολή ημερ. 11.06.2001 καθώς και περί της αλληλογραφίας που αντηλλάγηκε. Η ακροαματική διαδικασία ανεβλήθηκε κατ΄επανάληψιν. Το ίδιο συνέβηκε και κατά τη δικάσιμο ημερ. 30.05.2017, εν όψει της, εν τω μεταξύ (στις 25.05.2017), καταχώρισης της προκείμενης αίτησης δια της οποίας οι αιτητές επιδιώκουν την εκτενή τροποποίηση της υπεράσπισής τους. Συγκεκριμένα, οι αιτητές επιδιώκουν τροποποίηση ως εξής: «............................. Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του Αιτητή/Εναγομένου 1, ημερομηνίας 29.4.2011, ως ακολούθως: (α) Με την προσθήκη, μετά την παράγραφο
(1)της Έκθεσης Υπεράσπισης του Αιτητή, των ακόλουθων παραγράφων, ως παραγράφων
(2)και
(3)και την συνεπαγόμενη αναρίθμηση των υπόλοιπων παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης: «2. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη εγείρει δεύτερη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι οποιοδήποτε ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα το οποίο ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έχει εναντίον της Εναγόμενης, έχει παραγραφεί τόσο με βάση τον περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμο του 2004 (94
(1)/2004) και άλλως πως. 3. Επιπρόσθετα και με πλήρη επιφύλαξη των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων και θέσεων της, η Εναγόμενη θέτει τρίτη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει αλλά ούτε και καταδείχθηκε από την Εκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα ότι υπάρχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της είτε με βάση τον περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμο του 1967 (Ν. 82/1967)είτε με τον περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμο του 2004 (94(Ι)/2004) είτε άλλως πως.» (β) Δια της προσθήκης του ακόλουθου κειμένου στο τέλος της παραγράφου 5 (με βάση την αρίθμηση πριν από την προτεινόμενη τροποποίηση): «Περαιτέρω, είναι η θέση της Εναγόμενης ότι ουδέποτε ήταν «κάτοχος» της αποθήκης ούτε και «κάτοχος» των εμπορευμάτων με βάση τους Νόμους 82/1967 και 94(Ι)/2004 και ότι ουδέποτε ήταν «Διαχειριστής» της αποθήκης με βάση τον τελευταίο από τους πιο πάνω Νόμους.» (γ) Δια της προσθήκης του ακόλουθου κειμένου στο τέλος της παραγράφου 6 (με βάση την αρίθμηση πριν από την προτεινόμενη τροποποίηση): «Περαιτέρω είναι η θέση της Εναγόμενης ότι η Εναγόμενη υπ' αρ. 2 ήταν και κάτοχος των εμπορευμάτων εν τη έννοια του Ν. 94(Ι)/2004.» (δ) Δια της προσθήκης, μετά την παράγραφο
(12)της Έκθεσης Απαίτησης του Αιτητή (με βάση την αρίθμηση πριν από την προτεινόμενη τροποποίηση, των ακόλουθων παραγράφων, ως παραγράφων 15,16,17 και 18): «
- Η Εναγόμενη περαιτέρω ισχυρίζεται ότι τα εμπορεύματα που αναγράφονται στην αναλυτική κατάσταση ελλειμμάτων της παραγράφου 8 της Εκθεσης Απαίτησης ή/και στις διασαφήσεις αποταμίευσης ή/και στα εντάλματα μετακίνησης εμπορευμάτων από αποθήκη αποταμίευσης για επαναποταμίευση στην αποθήκη αποταμίευσης 5.206, όπως περιγράφονται στην παράγραφο 8 της Εκθεσης Απαίτησης, δεν μεταφέρθηκαν ή/και δεν αποθηκεύτηκαν ποτέ στην αποθήκη αποταμίευσης με αρ.5.
- Η Εναγόμενη περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδέποτε παρέλαβε και ουδέποτε υπέγραψε για την παραλαβή ή/και αποθήκευση των εν λόγω εμπορευμάτων στην αποθήκη αποταμίευσης 5.206 και/ή ουδέποτε έδωσε την έγκριση και/ή συγκατάθεση της για μεταφορά από και/ή προς την αποθήκη και/ή την αποθήκευση των εν λόγω εμπορευμάτων και/ή οποιαδήποτε μετακίνηση και/ή αποθήκευση έγινε εν αγνοία της Εναγόμενης 1 και εν πάση περιπτώσει ουδέποτε ζητήθηκε από την Εναγόμενη να υπογράψει και/ή να βεβαιώσει την οποιαδήποτε αποθήκευση ή/και μεταφορά προϊόντων .
- Διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης του ανωτέρου ισχυρισμού η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε ή/και δεν θα μπορούσε να γνωρίζει για την μεταφορά και/ή αποθήκευση των εν λόγω εμπορευμάτων ή/και ελλειμμάτων στην αποθήκη αποταμίευσης ή/και σε κάθε περίπτωση δεν υπέγραψε η ίδια για την μεταφορά και/ή την αποθήκευση τους.
- Η Εναγόμενη περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδεμία ευθύνη έχει να καταβάλει τα ποσά τα οποία ζητούν οι Ενάγοντες με την αγωγή τους εφόσον οι δασμοί και/ή φόροι αναλογούν σε προϊόντα τα οποία δεν μεταφέρθηκαν και/ή αποθηκεύτηκαν στην αποθήκη και/ή που με τη γνώση και/ή συγκατάθεση των Εναγόντων είχαν πωληθεί και/ή αποξενωθεί από την Εναγόμενη 2, χωρίς τη γνώση και/ή έγκριση της Εναγόμενης 1.» (ε) Με την προσθήκη, μετά την παράγραφο
(21)της Έκθεσης Υπεράσπισης του Αιτητή (με βάση την αρίθμηση πριν από την προτεινόμενη τροποποίηση), της ακόλουθης παραγράφου, ως παράγραφος
(24): «Περαιτέρω και με πλήρη επιφύλαξη των πιο πάνω θέσεων της, είναι η θέση της Εναγόμενης ότι δεν υπάρχει αλλά ούτε και καταδείχθηκε από την Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα ότι υπάρχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της και ότι ο Νόμος 82/1967 στον οποίο ερείδεται το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση και ότι ο Νόμος που ισχύει είναι ο Νόμος 94(Ι)/2004, αφ' ης στιγμής η αγωγή καταχωρίστηκε στις 27/09/2010 ενώ τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώρα από το 1999 μέχρι το 2001.» Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Χριστόφορου Τσεκκούρα, δικηγόρου συνεργαζομένου με τους δικηγόρους των αιτητών. Ο κ.Τσεκκούρας ισχυρίζεται πως η ανάγκη για την τροποποίηση της υπεράσπισης ανεδείχθηκε όταν «κατά την μελέτη της υπόθεσης για σκοπούς ακρόασης» περιήλθε στην αντίληψη των συνηγόρων των αιτητών η κατάργηση του Ν.22/1967 και η αντικατάστασή του από τον περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (Ν.94(Ι)/2004, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια) (δείτε στη παρα.3 της ένορκης δήλωσης του Χριστόφορου Τσεκκούρα ημερ. 25.05.2017) και, όταν «μετά από συνάντηση ...με τον κ.Ανδρέα Καϊσή διαπιστώθηκε ότι ουσιαστικοί ισχυρισμοί που βοηθούν την Υπεράσπιση... και προασπίζουν καλύτερα τα δικαιώματα (των αιτητών) ελλείπουν από το δικόγραφο και θα πρέπει να προστεθούν» (δείτε στην παρα.8 της ένορκης δήλωσης του Χριστόφορου Τσεκκούρα ημερ. 25.05.2017). Η αίτηση αντιμετωπίζει την ένσταση του καθ΄ου η αίτηση η οποία κατεχωρίστηκε στις 30.06.2017 και οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής: (α) Η αίτηση υπεβλήθηκε με πολύ μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. (β) Η αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και προσβάλει το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα του καθ΄ου η αίτηση για γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης. (γ) Οι αιτητές υπήρξαν αμελείς. (δ) Η ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και αναληθής και «στερείται λογικής συνοχής». (ε) Τα όσα οι αιτητές επιδιώκουν να προσθέσουν στην υπεράσπισή τους είναι αβάσιμα και παραπλανητικά και σκοπόν έχουν να εκτροχιάσουν την υπόθεση. (στ) Η προτεινόμενη τροποποίηση επιδιώκει να εισάξει «εκ των υστέρων σκέψεις και ουσιαστικά να αλλάξει εκ βάθρων τη βάση της Υπεράσπισης» των αιτητών. Αυτή η αλλαγή θα οδηγήσει τον καθ΄ου η αίτηση σε δυσμενή θέση, τα δε συμφέροντα αυτού «θα επηρεασθούν ριζικά και καταλυτικά». Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Κώστα Κοκκαλή, Τελωνειακού Λειτουργού Α. Ο Κώστα Κοκκαλής επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και επιχειρηματολογεί υπέρ της βασιμότητας της αγωγής. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των προσώπων τα οποία, με τις γραπτές ένορκες δηλώσεις τους, υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση και ούτε ζητήθηκε άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Έτσι, κρίσιμο πραγματικό υπόβαθρο, για την εξέταση της αίτησης, αποτελούν τα γεγονότα ως αυτά προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας και ως αυτά εκτίθενται από τους Χριστόφορο Τσεκκούρα και Κώστα Κοκκαλή στις γραπτές ένορκες δηλώσεις τους. Μελετήθηκαν με προσοχή τα κρίσιμα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία. Επίσης, λήφθηκαν όψιν τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υπεστήριξαν διά των αγορεύσεών τους. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής:
(1). Ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου του καθ΄ου η αίτηση περί μοιραίας παρατυπίας και μοιραίας αντικανότητας της αίτησής γιατί στο σώμα της κατονομάζεται, ως ενόρκως δηλών, κάποιος Ανδρέας Πάρπας ενώ, εν τέλει την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Χριστόφορου Τσεκκούρα απορρίπτεται. Πρόκειται για ένα τυπογραφικό λάθος μηδαμινής σημασίας το οποίο, αφ΄εαυτού, δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Κατά τα λοιπά, η αίτηση ανταποκρίνεται στις διαδικαστικές απαιτήσεις της Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και αυτό είναι το ουσιώδες.
(2). Κατ' αρχάς, η έγκριση αίτησης για τροποποίηση δικογράφου εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται εντός του πλαισίου που καθορίζει η σχετική νομολογία (Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, 36-7 και Famiro Shipping Company Ltd v. Ami Knitting and Clothing Industries Ltd
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 741). Οι νομολογημένες παράμετροι έχουν ποικίλουσα βαρύτητα, αναλόγως των περιστατικών της κάθε υπόθεσης (Βασιλειάδης ν. Πετρολίνα
(1994)1 Α.Α.Δ. 16). Η σύγχρονη τάση υποστηρίζει την ελαστικότερη αντιμετώπιση του ζητήματος. Έτσι, τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποίηση δικογράφου στην κατάλληλη περίπτωση ακόμη και εάν η ανάγκη για τροποποίηση είναι το αποτέλεσμα αμέλειας ή ακόμη και εάν η αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται με καθυστέρηση (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Στα αρχικά στάδια της εκδίκασης μιας υπόθεσης είναι επιτρεπτό και επιθυμητό να επιδιώκεται η τροποποίηση των δικογράφων ώστε να οριστικοποιείται η απαίτηση ή η υπεράσπιση, αναλόγως, και να προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα.
(3). Εν προκειμένω, η επιδιωκόμενη δια των παρα. Α.(α) και (ε) της αίτησης (δείτε το κείμενο ανωτέρω) τροποποίηση, πράγματι, οριστικοποιεί την υπεράσπιση των αιτητών και, πράγματι, προσδιορίζει τα επίδικα θέματα. Περαιτέρω, η αίτηση κατεχωρίστηκε πριν από την έναρξη της ακρόασης. Παρατηρείται πως δεν τέθηκε ενώπιόν του Δικαστηρίου οιονδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει πως η επιδιωκόμενη δια των παρα. Α.(α) και (ε) της αίτησης τροποποίηση θα προκαλέσει στον καθ'ου η αίτηση ανεπανόρθωτη ζημιά και θα επηρεάσει «ριζικά και καταλυτικά» τα δικαιώματά του. Πέραν από τους ισχυρισμούς του Κώστα Κοκκαλή πως τυχόν έγκριση της αίτησης θα επηρεάσει τον καθ΄ου η αίτηση δυσμενώς γιατί δόθηκε ήδη στους αιτητές η γραπτή μαρτυρία και τα τεκμήρια τα οποία η πλευρά του προτίθεται να καταθέσει κατά την ακρόαση της αγωγής (δείτε στις παρα. 8 και 10 της ένορκης δήλωσης του Κώστα Κοκκαλή, ημερ. 30.06.2017), δεν υποδεικνύεται ο,τιδήποτε άλλο συγκεκριμένο και ειδικό. Ούτε το γεγονός πως τα ζητήματα, τα οποία επιδιώκονται δια της παρα. Α.(α) και (ε) της αίτησης, να προστεθούν θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά από τον αιτητή ενωρίτερα δύναται να επηρεάσει την αίτηση όσον αφορά σε αυτό το μέρος της. Υπενθυμίζεται η σύγχρονη τάση για ελαστικότερη αντιμετώπιση του ζητήματος της τροποποίησης των δικογράφων καθώς και η σύγχρονη τάση για αποφυγή απόρριψης αίτησης για τροποποίηση για μόνον τον λόγο ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της οφείλεται σε αμέλεια του δικηγόρου του αιτητή [Χριστόδουλου v. Χριστοδούλου (ανωτέρω)]. Περαιτέρω, από την εξέταση των ενώπιόν του Δικαστηρίου γεγονότων δεν εντοπίζονται στοιχεία καταχρηστικής ή παρελκυστικής ή κακόπιστης συμπεριφοράς εκ μέρους των αιτητών. Ούτε κρίνεται πως η αίτηση, όσον αφορά στην παρα. Α.(α) και (ε) αυτής, εκτροχιάζει την πορεία ομαλής εκδίκασης της αγωγής ή περιπλέκει τα κρίσιμα γεγονότα. Οι αιτητές προέβηκαν, πριν από την έναρξη της ακρόασης, σε ένα διάβημα το οποίο η δικονομία τους επιτρέπει. Η δε όλη συμπεριφοράς τους, ως αυτή προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας, ουδόλως δηλώνει καταχρηστική, παρελκυστική ή κακόπιστη τακτική εκ μέρους τους. Συνεπώς, κρίνεται πως, υπό τις περιστάσεις, οι ελλείψεις στο υπεράσπιση των αιτητών, ως αυτές προδιορίζονται στις παρα. Α.(α) και (ε) της αίτησης, δύνανται να θεραπευθούν δια της ανάλογης τροποποίησης του δικογράφου. Τέτοια θεραπεία εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εφ΄όσον οριστικοποιεί την υπεράσπιση των αιτητών. Περαιτέρω, τέτοια θεραπεία δεν θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα τα νόμιμα συμφέροντα του καθ΄ου η αίτηση.
(4). Όμως, η προϋπόθεση να είναι η περίπτωση κατάλληλη για τροποποίηση καθώς και η προϋπόθεση η τροποποίηση αυτή να μην εκτροχιάζει τη δίκη δεν συντρέχουν για όσα επιδιώκονται να προστεθούν στην υπεράσπιση δια των παρα. Α.(β), (γ) και (δ) της αίτησης. Τα όσα επιδιώκονται να προστεθούν δια των παρα. Α.(β), (γ) και (δ) της αίτησης (δείτε το κείμενο ανωτέρω) στρέφονται εναντίον του κύρους και της νομιμότητας της εκτελεστής διοικητικής απόφασης ημερ. 11.06.2001, δια της οποίας ο καθ΄ου η αίτηση επέβαλε τους επίδικους δασμούς, φόρους και δικαιώματα. Το παρόν Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει το κύρος και τη νομιμότητα αυτής της διοικητικής απόφασης και η προκείμενη διαδικασία δεν μπορεί να έχει ως αντικείμενο σχετικούς ισχυρισμούς. Ο εκτελεστός χαρακτήρας της απόφασης του καθ΄ου η αίτηση για την επιβολή δασμών, φόρων και δικαιωμάτων εν σχέσει με εμπορεύματα τα οποία υπήρξαν αποταμιευμένα σε κρατική γενική αποθήκη καθιστά αδύνατη τη συζήτηση, κατά την ακρόαση της προκείμενης αγωγής, των θεμάτων που επιδιώκεται να προστεθούν δια των παρα. Α.(β),(γ) και (δ) της αίτησης. Δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποκλειστικώς αρμόδιο για να ελέγξει τη συνταγματικότητα, τη νομιμότητα και το κύρος μιας εκτελεστής διοικητικής απόφασης είναι μόνον το διοικητικό δικαστήριο, στα πλαίσια άσκησης της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας, και εφ΄ όσον καταχωριστεί το ένδικο μέσο της προσφυγής. Το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι καθ΄ ύλην αναρμόδιο να ελέγξει κατά πόσον ορισμένη εκτελεστή διοικητική απόφαση είναι σύμφωνη με όσα το Σύνταγμα και οι νόμοι ορίζουν, συμπεριλαμβανομένων των νομολογημένων αρχών του διοικητικού δικαίου. Περαιτέρω, εφ΄ όσον ορισμένη εκτελεστή διοικητική απόφαση δεν ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, αυτή διατηρεί την ισχύ της και παράγει αμέσως όλα τα έννομα αποτελέσματά της. Γίνεται παραπομπή, για ανάλογη εφαρμογή, στις αποφάσεις Sigma Radio T.V. Ltd κ.α. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 134, Sigma Radio T.V. Ltd κ.α. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, Sigma Radio T.V. Ltd κ.α. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ.1)
(2006)1 Α.Α.Δ. 155, Sigma Radio T.V. Ltd κ.α. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ.2)
(2006)1 Α.Α.Δ. 572, Sigma Radio T.V. Ltd κ.α. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2007)1 Α.Α.Δ. 909 και απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 187/2007 Sigma Radio T.V. Ltd κ.α. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, ημερ. 17.12.09, οι οποίες αφορούν στο συναφές ζήτημα της επιβολής διοικητικών προστίμων. Παραπέμπω, επίσης, στις αποφάσεις D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd κ.α ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας,
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1946 και Amazing Trading Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2002)1 Α.Α.Δ. 1136, 1138 -
- Συνεπώς, κρίνεται πως, υπό τις περιστάσεις, τα όσα οι αιτητές επιδιώκουν δια των παρα. Α.(β),(γ) και (δ) της αίτησης, να προσθέσουν στην υπεράσπισή τους δεν μπορούν να αποτελέσουν επίδικα ζητήματα στα πλαίσια της ακρόασης της προκείμενης αγωγής. Η αντιδικία των διαδίκων δεν δύναται να επεκταθεί στα ζητήματα στα οποία οι παρα. Α.(β),(γ) και (δ) της αίτησης αφορούν. Τυχόν έγκριση της αίτησης, όσον αφορά σε αυτό το μέρος της, θα προκαλούσε εκτροχιασμό της ακροαματικής διαδικασίας. Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση ημερ. 25.05.2017 επιτυγχάνει μερικώς. Η αίτηση ημερ. 25.05.2017 εγκρίνεται σε όση έκταση αφορά στις παρα. Α.(α) και (ε). Η αίτηση ημερ. 25.05.2017 απορρίπτεται σε όση έκταση αφορά στις παρα. Α.(β),(γ) και (δ). Εκδίδεται διάταγμα για την τροποποίηση της υπεράσπισης των εναγομένων αρ.1 ως οι παρα. Α. (α) και (ε) της αίτησης ημερ.25.05.
- Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα για την ανάλογη αναρίθμηση των παραγράφων στην τροποποιημένη υπεράσπιση. Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός δύο
(2)ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Το παρόν διάταγμα να συνταχθεί εντός πέντε
(5)ημερών από σήμερα. Τυχόν τροποποιημένη απάντηση να καταχωριστεί εντός δεκα-πέντε
(15)ημερών από την καταχώριση και παράδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης των εναγομένων αρ.1. Τα έξοδα της αίτησης ημερ. 25.05.2017 και όσα θα δημιουργηθούν συνεπεία της τροποποίησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος - καθ' ου η αίτηση και εναντίον των εναγομένων αρ.1 - αιτητών. Τα έξοδα αυτά ορίζονται καταβλητέα μετά το τέλος της διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής. (Υπ) ............ Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο