Νικόλα Κωνσταντίνος ν. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 7502/10, 25/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A287 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7502/10 Μεταξύ: Νικόλα Κωνσταντίνος Ενάγοντας - και - Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ Εναγομένη ----------------------- Ημερομηνία: 25 Οκτωβρίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Στ. Ερωτοκρίτου. Για Εναγόμενη: κ. Α. Κορομίας. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 12.7.2010, στην οδό Βυζαντίου στην Έγκωμη της Επαρχίας Λευκωσίας, παρά την πάροδο της, και δη την οδό Καλλιμάχου, ο εν τω πιο πάνω τίτλω ενάγοντας υπέστη σωματικές βλάβες, συνεπεία πτώσης του (από το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΚΑΤ787) επί της ασφάλτου και τριβής του σ' αυτή για κάποια απόσταση. Κατά τον ενάγοντα, ως τούτο προκύπτει αβίαστα, τόσο από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, όσο και από την ένορκη μαρτυρία του, η πιο πάνω αναφερόμενη πτώση του και κατά συνέπεια ο τραυματισμός του, οφείλετο στην παράνομη αποκοπή της πορείας του από το όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΖΜ43(στο εξής «το όχημα»), το οποίο οδηγούσε ο Μάριος Φένεκ (οδηγός που είχε ασφαλισμένο το όχημά του στην εναγόμενη εταιρεία, στο εξής «ο Φένεκ» και ακολούθως «ο ΜΥ1»), το οποίο εξήλθε από την οδό Καλλιμάχου εντός της οδού Βυζαντίου, χωρίς προηγουμένως να σταματήσει στο αλτ της πορείας του και να ελέγξει την τροχαία κίνηση εντός της κυρίας οδού που κινείτο ο ενάγοντας. Τούτη, και δη η έξοδος του οχήματος, πάντα κατά τον ενάγοντα, συνέβη καθόν χρόνο ο ίδιος (ο ενάγοντας) βρισκόταν σε μια απόσταση περίπου 15μ. από τη ρηθείσα πάροδο. Όπως δε ισχυρίστηκε στο στάδιο της αντεξέτασής του, μέρος του οχήματος («τα μούτρα»), εισήλθε εντός της οδού Βυζαντίου και ακολούθως κινήθηκε αριστερόστροφα προς το μέρος του. Λόγω της εντελώς απρόσμενης ενέργειας του Φένεκ να εισέλθει στην οδό Βυζαντίου χωρίς να σταματήσει στο αλτ της πορείας του, αλλά και της μικρής απόστασης που χώριζε, τη δεδομένη στιγμή, τα δύο οχήματα, ο ενάγοντας, για να αποφύγει τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, έθεσε τα φρένα του σε εφαρμογή, με αποτέλεσμα το μοτοποδήλατό του να ανατραπεί, και ο ίδιος μαζί με το μοτοποδήλατο, να συρθούν στην άσφαλτο, χωρίς ωστόσο να συγκρουστούν με το όχημα. Ο τραυματισμός του ενάγοντα, αφορούσε σε κάταγμα στην έβδομη αριστερή πλευρά του, καθώς επίσης και εκδορές στο αριστερό του γόνατο και αριστερό αγκώνα. Το κάταγμα ταλαιπώρησε τον ενάγοντα για δύο μήνες, κατά τους οποίους αδυνατούσε να σηκώσει οποιοδήποτε βάρος, να σκύψει, αλλά και να κοιμηθεί έχοντας την αριστερή του πλευρά προς τα κάτω. Αν κατά τη διάρκεια του ύπνου του γύριζε προς τα αριστερά, τότε ξυπνούσε από τον πόνο που ένοιωθε. Πόνο ένοιωθε και κατά την αναπνοή και εντονότερα, κατά το βήξιμο και το φτάρνισμα. Μετά πάροδο δύο μηνών, αισθάνθηκε καλύτερα, πλην όμως μέχρι και σήμερα, όταν αλλάζουν οι καιρικές συνθήκες και είναι κρύο, αισθάνεται πόνο. Συνεπεία του τραυματισμού του, ο ενάγοντας έλαβε αναρρωτική άδεια μέχρι και το τέλος Σεπτεμβρίου του
- Στα πλαίσια της εξέτασής του από συγκεκριμένο γιατρό, κατέβαλε προς αυτόν, για δύο σχετικές επισκέψεις, το συνολικό ποσό των €95-. Κατά το χρόνο που επεσυνέβη το ατύχημα, ο ενάγοντας εργαζόταν ως κλητήρας σε δικηγορικό γραφείο (Christodoulos G. Vassiliades and Co. LLC), θέση, στην οποία προσλήφθηκε μόλις τον προηγούμενο μήνα και δη τον Ιούνιο του
- Εργαζόταν, παράλληλα, και ως ιδιωτικός επιδότης στην εταιρεία ANDECO MARINE LTD (στο εξής «η ANDECO»). Κατά τον μήνα Ιούνιο που εργάστηκε στο δικηγορικό γραφείο, έλαβε ως καθαρή αντιμισθία για το μήνα Ιούνιο, το ποσό των €1.207-. Λόγω δε της απουσίας του από την εργασία του για 2½ και πλέον μήνες (συνεπεία του επίδικου τραυματισμού του) το δικηγορικό γραφείο τον ενημέρωσε ότι προσέλαβε άλλο υπάλληλο εις αντικατάσταση του και ότι δεν χρειαζόταν πλέον τις υπηρεσίες του. Από δε την εργασία του ως ιδιωτικός επιδότης στην ANDECO, κατά το μήνα Μάρτιο 2010, η καθαρή αμοιβή του ανήλθε σε €421,60-, τον Απρίλιο €323,20-, το Μάιο €390,50-, και τον Ιούνιο €169,60-. Όλα τα πιο πάνω, αποτελούν, από τη μια, τη σύνoψή του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά και από την άλλη, αποτελούν και την ουσιαστική σύνοψη της μαρτυρίας του ενάγοντα, ο οποίος και κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Αξίζει στο σημείο αυτό να σημειωθεί, ότι με εξαίρεση τις επικαλούμενες από τον ενάγοντα συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε η πτώση του από το μοτοποδήλατο του (οι οποίες αμφισβητήθηκαν έντονα από το συνήγορο της εναγόμενης), οι λοιποί ισχυρισμοί και θέσεις του (περί πόνου, οδύνης, ταλαιπωρίας, μηνιαίων απολαβών, ιατρικών εξόδων και απώλειας εργασίας), δεν αμφισβητήθηκαν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, από την άλλη πλευρά. Σημειώνεται επίσης ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω του ενάγοντα, κατατέθηκαν διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια (πρόκειται για τα τεκμήρια 1 έως 6), τα οποία αφορούν σε ιατρικά πιστοποιητικά, άδειες ασθενείας και ιατρικές βεβαιώσεις, (τεκμήρια 1 έως 4), αποδείξεις πληρωμών προς συγκεκριμένο ιατρό (τεκμήριο 5), και καταστάσεις μισθοδοσίας, δελτίο ταυτότητας επιδότη, και δελτίο ταυτότητας Κυπριακής Δημοκρατίας [τεκμήρια 6(α) έως 6(δ)]. Ο ενάγοντας, κάλεσε, επίσης ως μάρτυρα, τον αστυφύλακα 2640 Ιωάννη Ιωάννου (ΜΕ2), ο οποίος είναι και ο συντάκτης του πρόχειρου σχεδίου της σκηνής του δυστυχήματος, του οποίου αντίγραφο, κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο
- Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι δεν ήταν δυνατή η προσκόμιση του πρωτοτύπου πρόχειρου σχεδίου της σκηνής, και τούτο γιατί, παρά την αποστολή από πλευράς της συνηγόρου του ενάγοντα επιστολής προς την αστυνομία, για να διατηρηθεί ο φάκελος της υπόθεσης, τούτος κατεστράφη. Ωστόσο, αντίγραφο του σχεδίου κατείχε η πλευρά της εναγόμενης, το οποίο παραδόθηκε και στην πλευρά του ενάγοντα, και ως σημειώθηκε ανωτέρω κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο
- Επανερχόμενος στη μαρτυρία του ΜΕ2, τούτος αναγνώρισε το τεκμήριο 7, ως αντίγραφο του σχεδίου, που ο ίδιος ετοίμασε. Αναγνώρισε επίσης και τις δύο υπογραφές στην κάτω δεξιά πλευρά του σχεδίου, ως τις υπογραφές των του ενάγοντα και του Φένεκ. Ανέφερε ότι η οδός Βυζαντίου σε σχέση με την οδό Καλλιμάχου αποτελεί δρόμο προτεραιότητας και ότι η οδός Καλλιμάχου είναι μονόδρομος με δικαίωμα κατεύθυνσης μόνο προς την οδό Βυζαντίου. Η οδός Βυζαντίου, είναι δρόμος δύο λωρίδων, μία για κάθε κατεύθυνση. Υπέδειξε ακόμα ότι, επί της ασφάλτου, στο στόμιο της παρόδου, υπάρχει συνεχής άσπρη γραμμή, καθότι αποτελεί υποχρέωση κάθε οδηγού που επιθυμεί από την οδό Καλλιμάχου να εισέλθει στην οδό Βυζαντίου, να σταματήσει στο αλτ και μετά να επιχειρήσει την είσοδό του. Αναφορικά με το σημείο πτώσης του μοτοποδηλάτου, το οποίο και σημείωσε επί του σχεδίου με τη σήμανση «Χ», ανέφερε ότι τούτο υποδείχθηκε και από τους δύο οδηγούς. Δεν ανηύρε οτιδήποτε άλλο επί της ασφάλτου που να επιβεβαιώνει ή να θέτει εν αμφιβόλω την ορθότητα της ρηθείσας υπόδειξης των οδηγών. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, το σημείο πτώσης απέχει από το δεξιό πεζοδρόμιο της οδού Βυζαντίου, σύμφωνα πάντα με την πορεία του ενάγοντα, 2.50μ. Απέχει επίσης, 13.50μ. από το ύψος της παρόδου. Η πτώση επεσυνέβη πριν ο ενάγοντας φθάσει στο ύψος της οδού Καλλιμάχου. Επί του σχεδίου, με διακεκομμένες γραμμές και ειδική σήμανση υπέδειξε έξι οχήματα τα οποία ευρίσκοντο, κατά το χρόνο της πτώσης, στην αριστερή λωρίδα, σύμφωνα πάντα με την πορεία του ενάγοντα, της οδού Βυζαντίου. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό, για να σημειώσω ότι αποτελεί κοινό τόπο των δύο πλευρών, ότι τα εν λόγω έξι οχήματα ήταν ακινητοποιημένα λόγω τροχαίας κίνησης, και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ενάγοντας, με το μοτοποδήλατό του, επιχειρούσε το προσπέρασμα τους κάνοντας χρήση της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. Κοινό τόπο επίσης αποτελεί και το γεγονός ότι, κανένα άλλο όχημα δεν κινείτο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που χρησιμοποιούσε ο ενάγοντας για να προσπεράσει τα εν αναμονή οχήματα. Επανερχόμενος στη μαρτυρία του ΜΕ2, αυτός ανέφερε ότι την παρουσία των έξι ακινητοποιημένων, λόγω τροχαίας κίνησης, οχημάτων, που σημείωσε στο σχέδιο του, την υπέδειξαν οι ενεχόμενοι οδηγοί και ότι κατά την άφιξή του στη σκηνή, τα ρηθέντα οχήματα δεν ήταν στο σημείο. Όσον τώρα αφορά στην πορεία «Β» (πρόκειται για την υποδειχθείσα επί του σχεδίου πορεία του μοτοποδηλάτου του ενάγοντα), ήταν η θέση του ότι αυτή τέθηκε απλά για να υποδειχθεί ότι πριν να εισέλθει ο ενάγοντας στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και να επιχειρήσει το προσπέρασμα, οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, και όχι για να υποδειχθεί η ακριβής χρονική στιγμή και/ή το σημείο που ο ενάγοντας κατηύθυνε το μοτοποδήλατό του εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. Ο ΜΕ2, ισχυρίστηκε ακόμα ότι, οι δύο λωρίδες της οδού Βυζαντίου δεν διαχωρίζονται από οποιαδήποτε σήμανση επί της ασφάλτου. Επιπροσθέτως ανέφερε ότι το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής δεν είναι σχέδιο επί κλίμακας. Τέλος, κατόπιν σχετικού ερωτήματος, ισχυρίσθηκε ότι το πλάτος της οδού Βυζαντίου ανέρχεται μεταξύ 6.00μ. - 6.40μ., ενώ αναφορικά με το πλάτος ενός σαλούν οχήματος, ισχυρίσθηκε ότι τούτο είναι γύρω στο 1.60μ. Αναφορικά τώρα με τον Φένεκ, που στο εξής θα αναφέρεται ως ΜΥ1, σημειώνεται ότι ήταν ο μόνος μάρτυρας που κατέθεσε προς υποστήριξη της εναγόμενης. Σε σχέση με το μοναδικό στην ουσία υπό αμφισβήτηση επίδικο θέμα και δη αυτό της ευθύνης, ισχυρίστηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το όχημα εντός της οδού Καλλιμάχου, κατευθυνόμενος προς την οδό Βυζαντίου. Μόλις επιχείρησε να εισέλθει στην οδό Βυζαντίου (έχοντας προηγουμένως σταματήσει στο αλτ της πορείας του) και να κατευθυνθεί αριστερά, είδε τον ενάγοντα να προσπερνά με μεγάλη ταχύτητα τα εν αναμονή, λόγω τροχαίας κίνησης, οχήματα, χρησιμοποιώντας τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Βυζαντίου (σύμφωνα με την πορεία του ενάγοντα), και χωρίς κανένα λόγο και σίγουρα χωρίς ο ίδιος (ο ΜΥ1) να ευθύνεται, ο ενάγοντας να αρχίζει να κινείται «ζικ ζακ» και ακολούθως να ανατρέπεται, και τόσο ο ενάγοντας, όσο και το μοτοποδήλατό του, να σέρνονται στην άσφαλτο. Ήταν επίμονος στη θέση του ότι καμιά πράξη και/ή παράλειψη του δεν δικαιολογούσε και δεν μπορούσε καθ' οιονδήποτε τρόπο να αποτελεί τον λόγο της πτώσης και εν τελεί του τραυματισμού του ενάγοντα. Όσον δε αφορά στον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος προσέγγισε την οδό Βυζαντίου, ισχυρίστηκε ότι όταν έφτασε στο σημείο αλτ της οδού Καλλιμάχου, πρόσεξε απέναντι του τα ακινητοποιημένα οχήματα στην οδό Βυζαντίου και αντιλήφθηκε ότι υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση. Ακολούθως, έλεγξε πρώτα αριστερά, μετά δεξιά και εν τέλει εκ νέου αριστερά και αφού βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός, ξεκίνησε να εισέρχεται στην οδό Βυζαντίου. Εκείνη τη στιγμή, αντιλήφθηκε τον ενάγοντα στον δρόμο να προσπερνά τα ακινητοποιημένα οχήματα και αμέσως ακινητοποίησε και o ίδιος το όχημά του. Τούτων των παρατηρήσεών του, ακολούθησε η ζικ ζακ πορεία του ενάγοντα και η εν τέλει ανατροπή του. Τέλος, κατά τον ΜΥ1, το μοτοποδήλατο του ενάγοντα σταμάτησε περί τα 4μ. πριν το όχημα του. Αξιολόγηση μαρτυρίας Για σκοπούς δομής της παρούσας υπόθεσης θα ασχοληθώ αρχικά με τον ΜΕ2, μιας και καμιά πλευρά δεν αμφισβήτησε την αξιοπιστία του. Πρόκειται για τον εξεταστή της υπόθεσης, ο οποίος, αφού προφανώς ενημερώθηκε για το δυστύχημα, επισκέφθηκε τη σκηνή και εκεί ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο, αντίγραφο του οποίου αποτελεί το Τεκμήριο 7 ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην ουσία, ο μάρτυρας αυτός επιβεβαίωσε τα γραφόμενα επί του Τεκμηρίου 7 και εξήγησε τον τρόπο που πρέπει να αναγνωστεί τούτο, ειδικότερα σε σχέση με τις καταγραμμένες επ' αυτού αποστάσεις, το σημείο πτώσης του ενάγοντα, τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων, αλλά και των λοιπών οχημάτων που χρησιμοποιούσαν την οδό Βυζαντίου κατά τον επίδικο χρόνο. Οι πιο πάνω σχετικές θέσεις του, αλλά και ο ισχυρισμός του, τόσο αναφορικά με το πλάτος ενός μέσου οχήματος, όσο και το πλάτος της οδού Βυζαντίου, δεν αμφισβητήθηκαν από οποιανδήποτε πλευρά. Δεν έχω κανένα απολύτως λόγο να θεωρήσω ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Τουναντίον, η εικόνα που αποκόμισα από την όλη στάση, παρουσία και γενικά συμπεριφορά του καθ' όλη τη διάρκεια που κατέθετε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ότι επρόκειτο για πρόσωπο που πραγματικά ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει ότι γνώριζε σε σχέση με την υπό εξέταση υπόθεση. Εκεί που λόγω της παρόδου του χρόνου αδυνατούσε να εκφράσει θέση, το ανέφερε, σε αντιδιαστολή με τις περιπτώσεις που ενθυμείτο συγκεκριμένα γεγονότα, όπου και αναφέρετο σ' αυτά, εξηγώντας δε και το λόγο για τον οποίο ήταν σε θέση να προωθήσει σχετικό ισχυρισμό. Τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολο της. Πολύ καλή εντύπωση μου έκανε και o ενάγοντας, του οποίου η μαρτυρία, πάντα σε σχέση με τους υπό αμφισβήτηση ισχυρισμούς του, ενισχύεται και/ή συμβαδίζει και με την πραγματική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, αλλά και με την κοινή λογική. Παρά της αντεξέτασης της οποίας έτυχε, σε κανένα σημείο δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του. Ήταν ξεκάθαρος ότι, μοναδική αιτία για να χάσει τον έλεγχο του μοτοποδηλάτου του και να ανατραπεί, ήταν η είσοδος του οχήματος του ΜΥ1 εντός της οδού Βυζαντίου χωρίς προηγουμένως να σταματήσει στο αλτ της πορείας του, με τρόπο που του ανέκοψε την ελεύθερη πορεία, με αποτέλεσμα, να επιχειρήσει να θέσει τα φρένα του σε λειτουργία και να ανατραπεί. Εξήγησε με κάθε σαφήνεια ότι, τη δεδομένη στιγμή χρησιμοποιούσε ναι μεν την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, πλην όμως με σκοπό να προσπεράσει ακινητοποιημένα οχήματα και έχοντας προηγουμένως ελέγξει ότι κανένα άλλο όχημα δεν κινείτο από την αντίθετη κατεύθυνση. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό, για να υπενθυμίσω ότι η μη διακίνηση οποιωνδήποτε οχημάτων στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας (σύμφωνα με την πορεία του ενάγοντα), αποτελεί κοινή θέση και των δύο πλευρών. Επανερχόμενος στη μαρτυρία του ενάγοντα, η θέση του ότι η έξοδος του οχήματος από την οδό Καλλιμάχου λαμβάνει χώρα όταν αυτός βρίσκεται 15.00μ. από την πάροδο, και αμέσως μετά ανατρέπεται, συνάδει και με το υποδειχθέν από τους δύο οδηγούς σημείο πτώσης, το οποίο βρίσκεται σε απόσταση 13.50μ. από την πάροδο. Εν πάση περιπτώσει, η εκδοχή του ενάγοντα συνάδει και με την κοινή λογική, μιας και με τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν φαίνεται να υπήρχε οποιοσδήποτε άλλος λόγος και/ή εμπόδιο και/ή εν πάση περιπτώσει αιτία που θα ανάγκαζε τον ενάγοντα να κάνει χρήση των φρένων του και να ανατραπεί. Τη μαρτυρία του ενάγοντα την αποδέχομαι στο σύνολο της και κατά συνέπεια προβαίνω και σε ανάλογα με αυτήν ευρήματα. Ο ΜΥ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Θεωρώ ότι στο Δικαστήριο δεν είπε την αλήθεια αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα. Αρκεί απλά να σημειώσω ότι για τη σημαντικότερη πτυχή της εκδοχής του και δη την οδική του συμπεριφορά καθ' ον χρόνο προσεγγίζει το αλτ της πορείας του, προώθησε συγκρουόμενους μεταξύ τους ισχυρισμούς. Και εξηγώ. Στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β) με απόλυτο τρόπο και με εκφράσεις που υποδηλώνουν ξεκάθαρη γνώση, ισχυρίζεται ότι προχώρησε 20 εκατοστά μετά τη γραμμή του αλτ της πορείας του και ακολούθως, αφού αντιλήφθηκε την παρουσία του ενάγοντα, ακινητοποίησε το όχημα του. Κατά την αντεξέταση του, ερωτηθείς για τον ισχυρισμό του αυτό, προώθησε ισχυρισμό πλήρους άγνοιας ως προς το κατά πόσο εισήλθε ή όχι στην οδό Βυζαντίου λέγοντας μεταξύ άλλων «Μπορεί να κάλυψα 20, μπορεί να ήμουν πίσω από τη γραμμή, μπορεί να κάλυψα και 50, δεν θυμούμαι ακριβώς, μπορεί να ήμουν και πίσω από τη γραμμή όμως.» Η εκδοχή του ΜΥ1 για το πώς ενήργησε πριν επιχειρήσει την όποια είσοδό του στην οδό Βυζαντίου, συγκρούεται και με την κοινή λογική. Ήταν η θέση του, ότι προτού εκκινήσει από το αλτ της πορείας του, έλεγξε πρώτα αριστερά, μετά δεξιά και τέλος ξανά αριστερά. Για ποιο λόγο; Με ποια λογική ελέγχει δύο φορές εξ αριστερών του, τη στιγμή που το αναμενόμενο είναι, τα όποια οχήματα που τυχόν θα επηρεαστούν άμεσα από τη δική του ενέργεια να εισέλθει στην οδό Βυζαντίου, είναι τα οχήματα που ενδεχομένως κινούντο εντός της ρηθείσας οδού με κατεύθυνση από Στρόβολο προς Έγκωμη και δη τα εκ δεξιών του διερχόμενα οχήματα; Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η αναφορά του περί ελέγχου αρχικά αριστερά, ακολούθως δεξιά και εκ νέου αριστερά, προωθήθηκε με μοναδικό σκοπό να ισχυριστεί ότι ο ενάγοντας, πριν ο ίδιος (ο ΜΥ1) επιχειρήσει να εισέλθει στην οδό Βυζαντίου, δεν ήταν ορατός και επομένως δεν αποτελούσε οποιοδήποτε εμπόδιο στην επιχειρούμενη ενέργεια του. Σημειώνεται φυσικά στο σημείο αυτό ότι, κατά τον ίδιο τον ΜΥ1 η ορατότητά του προς τη μεριά που κινείτο ο ενάγοντας, ήταν απεριόριστη (ήταν ορατά τα φώτα τροχαίας που ελέγχουν την τροχαία κίνηση εντός της οδού Βυζαντίου, τα οποία βρίσκονται σε μακρινή απόσταση από την οδό Καλλιμάχου), και ότι, ως προκύπτει από το σχεδιαγράφημα της σκηνής, αλλά και την κοινώς αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, το μόνο εμπόδιο γι' αυτόν να αντιληφθεί την παρουσία του ενάγοντα, όπου και αν αυτός κινείτο, ήταν τα εν αναμονή οχήματα, το τελευταίο εκ των οποίων βρισκόταν σε σχετικά κοντινή από αυτόν (το ΜΥ1) απόσταση. Κάτι άλλο που κρίνεται σημαντικό να σημειωθεί, είναι και το ότι, κατά τον ΜΥ1, ανεξάρτητα από το αν εισήλθε έστω και 20 εκατοστά στην οδό Βυζαντίου ή δεν εισήλθε καθόλου, η πτώση του ενάγοντα οφείλεται στην πλήρη αμέλεια του τελευταίου και/ή, εν πάση περιπτώσει, σε λόγους άσχετους με την παρουσία του οχήματός του στο σημείο. Ήταν ακριβώς η θέση του ότι, σε καμιά περίπτωση το όχημα του δεν θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο για την πτώση του ενάγοντα. Εντούτοις, στο δικόγραφο της Υπεράσπισης, και ειδικότερα στην παράγραφο 7, όπου και καταγράφονται οι ισχυριζόμενες αμελείς πράξεις και/ή παραλήψεις του ενάγοντα, εκείνο που στην ουσία αποδίδεται στον τελευταίο, είναι ότι δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα το όχημα, και/ή δεν προέβη σε αναγκαίο ελιγμό για να διορθώσει την πορεία του, ή ότι οδηγούσε το μοτοποδήλατο του στη δεξιά πλευρά του δρόμου, ή ότι δεν προέβη σε έγκαιρη χρήση των φρένων του, ή ότι προσπερνούσε παρανόμως τηρώντας την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Όλες οι πιο πάνω αποδιδόμενες στον ενάγοντα πράξεις και/ή παραλήψεις, συμβαδίζουν πλήρως με την εκδοχή του ενάγοντα, και δη ότι το όχημα εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας που χρησιμοποιούσε για να προσπεράσει, παρά με τη θέση του ΜΥ1 ότι καμία ενέργειά του δεν δικαιολογούσε τη πτώση του πρώτου. Αν πραγματικά το όχημα ουδέποτε εισήλθε στην οδό Βυζαντίου ή εν πάση περιπτώσει εισήλθε μόνο 20 εκατοστά και ακινητοποιήθηκε, τότε καμιά από τις αποδιδόμενες στον ενάγοντα (στην Υπεράσπιση) πράξεις ή παραλείψεις δεν θα επείχαν σημασίας, μιας και η παρουσία του οχήματος θα ήταν άσχετη με τη πτώση, ο οποιοσδήποτε ελιγμός δεν θα ήταν αναγκαίος, ούτε φυσικά και η όποια χρήση των φρένων του μοτοποδηλάτου. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο ισχυρισμός του ΜΥ1 περί του ότι το όχημα του δεν εισήλθε στην οδό Βυζαντίου και/ή εν πάση περιπτώσει δεν κινήθηκε με τρόπο που να αποτελούσε εμπόδιο στη διέλευση του ενάγοντα, είναι το αποτέλεσμα δεύτερων σκέψεων του, ώστε να αποφύγει την οποιανδήποτε ευθύνη του για το δυστύχημα. Ένα άλλο σημείο για το οποίο ελέγχεται η μαρτυρία του ΜΥ1, αφορά και στον χρόνο που αντιλήφθηκε την παρουσία του ενάγοντα στο δρόμο. Με βάση το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης, στην κυρίως εξέταση, ενώ βρισκόταν στο αλτ της πορείας του έλεγξε αρχικά αριστερά, ακολούθως δεξιά και εν τελεί εκ νέου αριστερά και αφού βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος είναι καθαρός και δη χωρίς την παρουσία του ενάγοντα, ξεκίνησε για να εισέλθει στην οδό Βυζαντίου. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή και αφού διένυσε 20 εκατοστά εντός της οδού Βυζαντίου, είδε το μοτοποδήλατο του ενάγοντα να προσπερνά τα ακινητοποιημένα οχήματα και άμεσα να προβαίνει σε ζικ ζακ κινήσεις και να ανατρέπεται. Κατά την αντεξέταση του, εντελώς μετωπικά συγκρουόμενα με τα όσα ισχυρίστηκε στην κυρίως εξέταση, ισχυρίστηκε ότι ενώ ήταν ακινητοποιημένος, χωρίς να έχει καν εισέλθει στην οδό Βυζαντίου, έστρεψε την προσοχή του προς τα αριστερά και είδε τον ενάγοντα με το μοτοποδήλατο του να κατευθύνονται προς τα πάνω του και να κάνουν «τούμπες». Και τούτα προτού καν εκκινήσει. Θεωρώ ορθότερο να παραθέσω αυτουσίως τόσο τη σχετική εκδοχή της κυρίως εξέτασής του, όσο και τη σχετική εκδοχή της αντεξέτασής του. Εκδοχή κυρίως εξέτασης «1.................................................................................................
- Φτάνοντας στο σημείο αλτ της εν λόγω οδού με πρόθεση να εισέλθω αριστερά στην οδό Βυζαντίου είδα τα αυτοκίνητα στην αντίθετη κατεύθυνση της οδού Βυζαντίου να είναι ακινητοποιημένα λόγω πυκνής τροχαίας κίνησης.
- Έλεγξα αριστερά, δεξιά και ξανά αριστερά του δρόμου και αφού βεβαιώθηκα ότι ο δρόμος ήταν καθαρός, ξεκίνησα για να εισέλθω στην οδό Βυζαντίου. Εκείνη τη στιγμή όμως είδα τον ενάγοντα, με μεγάλη ταχύτητα, να προσπερνά με τη μοτοσικλέτα του τα άλλα οχήματα, κρατώντας τη δική μου λωρίδα.
- Ακινητοποίησα αμέσως το όχημα μου, προτού εισέλθω στην οδό Βυζαντίου, κατ' ακρίβεια διένυσα μόλις 20 εκατοστά από το σημείο αλτ της οδού Βυζαντίου και είδα τον ενάγοντα να χάνει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του και ακολούθως να πέφτει στο έδαφος. Μετά την πτώση, η μοτοσικλέτα σύρθηκε στο έδαφος και σταμάτησε περίπου 4 μέτρα πριν το όχημα μου. Όλα αυτά τα είδα με το Όχημα μου ακινητοποιημένο. » Εκδοχή αντεξέτασης «E. Εσύ δηλαδή, για να καταλάβω κύριε, αντιλήφθηκες τον ενάγοντα όταν επήε 20 εκατοστά, όπως λέεις εδώ στη δήλωση σου, και αμέσως ακινητοποιήθηκες; A. Όχι, αφού όπως δίκλησα αριστερά, είδα έναν μοτοσικλετιστή και μια μοτόρα να έρχονται κατά πάνω μου στον αέρα, έκαναν τούμπες. E. Άλλο σε ρωτώ. Παρακαλώ να επαναληφθεί η ερώτηση. (Η στενοτυπίστρια διαβάζει την τελευταία ερώτηση) A. Είδα τον την ώρα, μόλις δίκλησα αριστερά, ούτε καν ξεκίνησα.» Σε σχέση με τα μόλις πιο πάνω, κρίνω επίσης σημαντικό να σημειώσω ότι και οι δύο πιο πάνω εκδοχές του ΜΥ1, συγκρούονται και με την πραγματική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και δη το περιεχόμενο του σχεδίου της σκηνής. Ως αβίαστα προκύπτει από το ρηθέν σχέδιο, με το περιεχόμενο του οποίου ο ΜΥ1 συμφώνησε θέτοντας επ' αυτού την υπογραφή του, το όχημά του, διανύει αριστερόστροφη πορεία εντός της οδού Βυζαντίου (πρόκειται για την πορεία Α). Και οι δύο, όμως, πιο πάνω εκδοχές του ΜΥ1, θέλουν το όχημά του να ακινητοποιείται προτού επιχειρηθεί η αριστερόστροφη πορεία του. Τέλος θεωρώ υπερβολική την αναφορά του ΜΥ1 περί του ότι ο ενάγοντας, ακριβώς πριν την πτώση του, κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Χωρίς φυσικά να είναι δυνατή η ασφαλής κρίση περί της ακριβούς ταχύτητας του ενάγοντα (ελέω έλλειψης σχετικής πραγματικής μαρτυρίας ή μαρτυρίας εμπειρογνώμονα), και χωρίς, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να μετατρέπω το Δικαστήριο σε τέτοιο (εμπειρογνώμονα), θεωρώ, με βάση μόνο την κοινή λογική, ότι η τριβή του μοτοποδηλάτου επί της ασφάλτου για λιγότερη των δέκα μέτρων απόστασης (πτώση στα 13.50μ. από την πάροδο και ακινητοποίηση 4.00μ. πριν το όχημα του εναγομένου), δεν δικαιολογεί τη ρηθείσα αναφορά του. Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να παραθέσω άλλες αντιφάσεις και/ή αδυναμίες που παρουσιάζει η μαρτυρία του ΜΥ1 για να δικαιολογήσω την ήδη εκφρασθείσα κρίση μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του, πόσο μάλλον όταν οι αντιφάσεις και γενικά αδυναμίες της μαρτυρίας του, παρατηρούνται, ως επί το πλείστον, σε σχέση με το μοναδικό αμφισβητούμενο στην ουσία επίδικο γεγονός και δη την οδική συμπεριφορά των δύο ενεχόμενων οδηγών. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του ΜΥ1, στον βαθμό που τούτη συγκρούεται με τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, απορρίπτεται. Τελικά ευρήματα Με γνώμονα την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, προβαίνω στα ακόλουθα τελικά ευρήματα. Κατά τις 12.07.10, γύρω στο μεσημέρι, ο ενάγοντας οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΚAΤ787 εντός της οδού Βυζαντίου με κατεύθυνση προς Στρόβολο. Σε κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ότι τα προπορευόμενα αυτού οχήματα ήταν ακινητοποιημένα λόγω πυκνής τροχαίας κίνησης. Όταν βρισκόταν σε απόσταση περίπου 100μ. από τα εν λόγω ακινητοποιημένα οχήματα, άρχισε να κατευθύνεται προς τα δεξιά και αφού βεβαιώθηκε ότι στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας δεν υπήρχε οποιαδήποτε τροχαία κίνηση συνέχισε τη δεξιόστροφη πορεία του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και άρχισε να προσπερνά τούτα. Όταν σε κάποια στιγμή βρισκόταν περίπου 15μ. μακριά από την πάροδο προς τα δεξιά του και δη την οδό Καλλιμάχου, πρόσεξε το όχημα που οδηγούσε ο ΜΥ1, το οποίο κινείτο εντός της εν λόγω οδού, χωρίς να σταματά στο αλτ της πορείας του, να εισέρχεται (μέρος του και δη «τα μούτρα του») εντός της οδού Βυζαντίου και να κατευθύνεται αριστερόστροφα και δη προς την μεριά που οδηγούσε ο ίδιος και να του ανακόπτει την ελεύθερη του πορεία. Τότε στην προσπάθεια του να αποφύγει την ενδεχόμενη σύγκρουση των δύο οχημάτων, έθεσε σε λειτουργία τα φρένα του, με αποτέλεσμα να ανατραπεί το μοτοποδήλατο και τόσο αυτό, όσο και ο ίδιος, να συρθούν επί της ασφάλτου της οδού Βυζαντίου. Δεν επήλθε οποιαδήποτε σύγκρουση με το εξερχόμενο όχημα. Συνεπεία της πτώσης του, αλλά και της τριβής του σώματος του στην άσφαλτο, υπέστη εκδορές, τόσο στο αριστερό γόνατο, όσο και στον αριστερό αγκώνα, καθώς επίσης και κάταγμα της έβδομης πλευράς αριστερά. Από τα τραύματα του και ειδικότερα το κάταγμα, υπέφερε για δύο περίπου μήνες, εξού και έλαβε άδεια ασθενείας μέχρι και το τέλος Σεπτεμβρίου του
- Καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα υπέφερε από πόνους, οι οποίοι γίνονταν εντονότεροι κατά το βήξιμο και το φτάρνισμα. Ήταν δε ανίκανος να εργαστεί. Κατά τον Ιούνιο του 2010 και δη τον μήνα προ του ατυχήματος, εργοδοτήθηκε στη δικηγορική εταιρεία Christodoulos G. Vassiliades and Co. LLC και ως απολαβές, για τον μήνα Ιούνιο, έλαβε το καθαρό ποσό των €1.207,
- Πριν τον δυστύχημα, εργοδοτείτο επίσης και στην ANDECO, ως επιδότης εγγράφων. Κατά τον μήνα Μάρτιο του 2010 οι μηνιαίες του απολαβές ανήλθαν στα €421,60, κατά τον Απρίλιο στα €323,20, κατά τον Μάιο στα €390,50 και κατά τον Ιούνιο και δη τον τελευταίο μήνα πριν το ατύχημα στα €169,
- Για τους δυόμιση μήνες που βρισκόταν υπό άδεια ασθενείας, κανένας εκ των εργοδοτών του δεν του κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Όσο δε αφορά στα ιατρικά έξοδα του ενάγοντα, τούτος κατέβαλε προς τον Δρ. Σάββα Σάββα, το συνολικό ποσό των €95-. Αν και δύο περίπου μήνες μετά το ατύχημα ο ενάγοντας αισθάνθηκε καλύτερα, εντούτοις, όταν αλλάζουν οι καιρικές συνθήκες και επέρχεται κρύο, στο σημείο του κατάγματος νιώθει πόνο. Νομική πτυχή Γενικές αρχές Αμέλειας Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια ομολογουμένως νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι, κατά την οδήγηση, κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο οδηγούσε αμελώς, είναι το κατά πόσο εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό, είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με την συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με την συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (Duty of Care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και/ή ενέργειες του οδηγού. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου, θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού, συναρτάτε με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα, και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης, αποτελούν αμέλεια, (για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλέπε Νικολαίδη ν Οικονομίδη
(1963)2 C.L.R. 78, Κωσταντίνου ν Κατσούρη
(1976)1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokalides v Police
(1987)2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους v Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Παπαδέτη ν. Αστυνομίας
(1991)2Α.Α.Δ. 279, Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Αναστάσης Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383 και Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Ευθύνη του οδηγού που κινείται στο κύριο δρόμο όταν ανακόπτεται η πορεία του από όχημα που εξέρχεται από πάροδο Ειδικότερα σε σχέση με οχήματα που εξέρχονται από πάροδο εντός του κύριου δρόμου και την ευθύνη επιμέλειας που πρέπει να επιδεικνύει ο οδηγός που χρησιμοποιεί τον κύριο δρόμο, αναφέρθηκε ότι, τούτος, δεν έχει καθήκον να λάβει οποιεσδήποτε εξαιρετικές προφυλάξεις εκτός εάν έτυχε οποιασδήποτε προειδοποίησης ή ένδειξης ότι άλλος οδηγός θα εισέρχετο από πάροδο απροειδοποίητα και χωρίς να βεβαιωθεί για το ασφαλές της ενέργειας του. Σημειώθηκε επί τούτου ότι, το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας έκδηλης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Εξού, και το γεγονός ότι η ενδεχόμενη ταχύτητα ενός τέτοιου οδηγού, αφ' εαυτής, δεν αποτελεί ένδειξη αμέλειας, στην περίπτωση που ο οδηγός που εξέρχεται από την πάροδο πράττει τούτο απροειδοποίητα και χωρίς να ελέγξει αναφορικά με το ασφαλές της ενέργειάς του. Όταν δε εξετάζεται το ενδεχόμενο συντρέχουσας αμέλειας από πλευράς του οδηγού που κινείται στον κύριο δρόμο, σημαντικό είναι να αποφασιστεί κατά πόσο ο κίνδυνος που προκαλείται από το όχημα που εξέρχεται από την πάροδο είναι προβλεπτός, ώστε ακριβώς να μπορεί να αποδοθεί συντρέχουσα αμέλεια στον έτερο οδηγό επί το ότι δεν έλαβε μέτρα αποτροπής της σύγκρουσης και/ή γενικά του ατυχήματος. Αποφασίστηκε επίσης ότι, αν η πιθανότητα του εν λόγω κινδύνου είναι τέτοια που ο μέσος συνετός οδηγός δεν θα έστρεφε ποτέ τη σκέψη του προς αυτή, τότε δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια στον οδηγό που χρησιμοποιεί τον κύριο δρόμο. Είναι επομένως θέμα πρόβλεψης, υπό την έννοια ότι για να μπορεί να αποδοθεί συντρέχουσα αμέλεια στον οδηγό που κινείται στον κύριο δρόμο, θα πρέπει τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση να δικαιολογούν κρίση ότι ο κίνδυνος που προκαλείται από το όχημα που εξέρχεται από την πάροδο ήταν προβλεπτός, με αποτέλεσμα προβλεπτός να είναι και ο κίνδυνος να προκληθεί στον ίδιο (τον οδηγό που κινείται στον κύριο δρόμο) ζημιά αν δεν λάβει αποτρεπτικά μέτρα. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Fardon v. Harcourt - Rivington [1932] All E.R. Rep. 81 και Jones v. Livox Quarries Ltd [1952] 2 Q.B. 608, τα οποία παραθέτω, διαδοχικά, ευθύς αμέσως. «The root of this liability is negligence, and what is negligence depends on the facts with which you have to deal. If the possibility of the danger emerging is reasonably apparent, then to take no precautions is negligence; but if the possibility of danger emerging is only a mere possibility which would never occur to the mind of a reasonable man, then there is no negligence in not having taken extraordinary precautions.». "Although contributory negligence does not depend on a duty of care, it does depend on foreseeability. Just as actionable negligence requires the foreseeability of harm to others, so contributory negligence requires the foreseeability of harm to oneself. A person is guilty of contributory negligence if he ought reasonably to have foreseen that, if he did not act as a reasonable, prudent man, he might be hurt himself; and in his reckonings he must take into account the possibility of others being careless.". Για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος της ευθύνης ενός οδηγού που κινείται σε κύριο δρόμο, η πορεία του οποίου ανακόπτεται από όχημα που εξέρχεται από πάροδο, βλ. Alexandrou v. Gamble
(1974)1 C.L.R.5, Demou v. Constantinou and Another
(1979)1C.L.R. 21, Vacanas v. Thomas and Another
(1982)1 C.L.R. 530, Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1172 και Μάριος Σ. Ουλουπή ν. Γεωργίου Χρίστου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ., σελ. 1508. Γενικές αποζημιώσεις Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν σε διάφορες υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι αποζημιώσεις είναι το μέσο με το οποίο εκτιμάται ο πόνος και η ταλαιπωρία του θύματος και δεν αποσκοπούν στην τιμωρία του προσώπου που φέρεται ως νομικά υπεύθυνο για τα τραύματα του πρώτου. Το ύψος τους δε, πρέπει να αντανακλά στη φύση και έκταση των τραυμάτων, αλλά και του πόνου του θύματος. Αναγνωρίζεται και παρατηρείται μία ανοδική πορεία αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται για σωματικά τραύματα. Η τάση, όμως, αυτή, δεν είναι ανεξέλεγκτη και πρέπει να περιορίζεται μέσα σε λογικά πλαίσια. Αυτό που κρίνεται ουσιαστικό είναι, η εν λόγω τάση, να αντανακλά στην μεγαλύτερη ευαισθησία που επιδεικνύεται πλέον για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας, αλλά και την ψυχική οδύνη που υπόκειται κάποιος συνεπεία της περιθωριοποίησης του από τις συνήθεις δραστηριότητες του. Πρέπει να τονιστεί ότι δεν υπάρχει σταθερό μέτρο αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου. Αναφορές και/ή κρίσεις δικαστηρίων σε άλλες αποφάσεις, απλά παρέχουν μια γενική καθοδήγηση γιατί δεν είναι δυνατό δύο πρόσωπα, τα οποία τραυματίστηκαν κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες και δεδομένα, να υποστούν όμοιες και/ή πανομοιότυπες σωματικές βλάβες και/ή πόνο και οδύνη. Εντούτοις, όταν αναφορικά με άλλες εκδικασθείσες υποθέσεις, υπάρχει, είτε κάποια συνάφεια ως προς τα τραύματα, είτε αναλογία ως προς την έκταση, είδος και/ή επακόλουθα τούτων, είναι σωστό και πρέπον τα δικαστήρια να αντλήσουν καθοδήγηση και να λάβουν υπόψη τους το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν στις εν λόγω υποθέσεις και με γνώμονα τούτες, αλλά πρωτίστως έχοντας κατά νου τα δεδομένα και περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, να καταλήξουν στο ύψος των αποζημιώσεων που θα επιδικάσουν. Ένας ουσιαστικός παράγοντας που συνυπολογίζεται κατά τον υπολογισμό του ύψους των αποζημιώσεων αναφορικά με γενικές αποζημιώσεις, είναι οι αλλαγές στην αγοραστική αξία του χρήματος και οι σχετικές με το θέμα αποζημιώσεων, εξελίξεις της νομολογίας. Ως έχει ειπωθεί, «στον καθορισμό του ποσού των αποζημιώσεων λαμβάνεται ασφαλώς υπόψη η αξία του χρήματος. Ένα ποσό, ως αριθμός, μπορεί να ακούεται και να διαβάζεται μεγάλο. Πρέπει όμως να υπολογίζεται ουσιαστικά ώστε να έχει αντιστοιχία με την αγοραστική του αξία». (βλ.Γεννάδιος Τζιβανίδης ν. Λούη Μιχαηλίδη
(2008)1 ΑΑΔ 218, και για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των πιο πάνω θεμάτων βλ. Ανδρέας Καΐλας ν. Ανδρέα Παπαχαραλάμπους ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κώστα Σαϊττη
(2009)1 Α' ΑΑΔ 596, Γεώργιος Ταμπουράς v. Κυριακής Κολάνη
(2008)1 ΑΑΔ 384, Χρίστος Φωτίου ν. Στέλιου Νεοφύτου κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 1511, Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 ΑΑΔ 1460, Μιχαήλ κ.α. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 1049, Μαυροπετρή ν Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66, Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου
(1993)1 ΑΑΔ 669, Παναγή ν. Θεοδώρου κ.α.
(1992)1 Β ΑΑΔ 1303, Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 475, Fysco Contructing Co Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 1014, Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298), Polycarpou v. Adamou
(1988)1 CLR 727, Paraskevaides (Overseas) Ltd and Another v. Christofi
(1982)1 CLR 789). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, παραθέτω ευθύς αμέσως, αριθμό αποφάσεων που κατά την γνώμη μου αφορούν σε σωματικές βλάβες, πόνο, οδύνη και ταλαιπωρία, ανάλογα με αυτά που υπέστη ο ενάγοντας στην υπό εξέταση υπόθεση. Κρίνω ότι, οι πιο κάτω υποθέσεις, πληρούν, στο βαθμό που είναι αναγκαίο, την απαιτούμενη αναλογία αναφορικά με τα τραύματα του ενάγοντα και τα επακόλουθά τους και για αυτό παρατίθενται κατωτέρω, και στο βαθμό που είναι επιτρεπτό, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο. Στην υπόθεση Γιαννάκης Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Μιχάλη Καραολή
(1998)1 Α.Α.Δ. 445, ο 55-χρονος τότε ενάγοντας/εφεσείων υπέστη, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, για το οποίο ευθύνη είχε ο εναγόμενος/εφεσίβλητος, κάταγμα τριών πλευρών, κάταγμα του άνω άκρου της δεξιάς περόνης, θλάση γόνατος, θλάση θωρακικής και οσφυϊκής σπονδυλικής στήλης, εκδορές και θλάση του δεξιού ώμου, καθώς επίσης και θλαστικό τραύμα στο δεξιό γόνατο. Τα πιο πάνω τραύματα, του προκάλεσαν φοβερό πόνο, τόσο κατά την αναπνοή (σε σχέση με τα κατάγματα των πλευρών του), όσο και κατά τις διάφορες κάμψεις σε σχέση με τους ώμους και άνω και κάτω άκρα. Παραπονείτο για πονοκεφάλους και ζαλάδες, καθώς επίσης και συμπτώματα εγκεφαλικής διάσεισης ενώ έφερε και εκδορές στο μέτωπο και στη δεξιά ζυγωματική χώρα. Παρέμεινε με άδεια ασθενείας για 6½ και πλέον μήνες. Αναφορικά με το κάταγμα του άνω άκρου τοποθετήθηκε γύψινος επίδεσμος ο οποίος αφαιρέθηκε στις τέσσερις βδομάδες. Ήταν δε η θέση του ιατρού που τον εξέτασε, θέση που έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, ότι ο ενάγων θα συνεχίσει να νοιώθει πόνο στον ώμο και στο γόνατο, η οποία θα είναι μόνιμη λόγω επιδεινώσεως, προϋπαρχόντων του ατυχήματος, οστεοαρθριτικών βλαβών στα συγκεκριμένα σημεία. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αν και επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση περί του ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη, κατά τον υπολογισμό των γενικών αποζημιώσεων, η επιδείνωση των οστεοαρθριτικών βλαβών, αντικατέστησε την πρωτόδικη κρίση ως προς το ύψος των γενικών αποζημιώσεων από ΛΚ10.000- σε ΛΚ7.500-, αφού κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι οι αρχικώς δοθείσες αποζημιώσεις ήταν υπερβολικά ψηλές. Στην υπόθεση June Harmsworth κ.α. v. Salamis Glory κ.α.
(2003)1A.A.Δ. 1617, (αγωγή ναυτοδικείου), σε ένα εκ των εναγόντων ηλικίας 75 ετών, ο οποίος τραυματίστηκε καθ' ον χρόνο βρισκόταν σε κρουαζιέρα και υπέστη θλαστικό τραύμα στο δεξιό αντιβραχιόνιο μήκους 4.5 εκ., κάταγμα της 7ης και 8ης πλευράς αριστερά και διάστρεμμα του αριστερού ώμου, του οποίου ο χρόνος αποθεραπείας υπολογίστηκε από το θεράποντα ιατρό του σε δύο περίπου μήνες και ο οποίος, λόγω των τραυματισμών του συνέχισε να παραπονείται για αδυναμία του να ασχολείται με τις κοινωνικές και άλλες δραστηριότητές του, κατεβλήθη, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, το ποσό των ΛΚ4.000-. Τέλος στην υπόθεση Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης ν. Μιλίτσας Παπαμιλτιάδους κ.α.
(2007)1Α.Α.Δ. 733, μια εκ των εφεσίβλητων, ηλικίας 55 ετών, συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος υπέστη κάταγμα της πέμπτης πλευράς δεξιά, διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας και εγκεφαλική διάσειση. Κρατήθηκε στο νοσοκομείο για νοσηλεία για δύο ημέρες και ακολούθως παρέμεινε κλινήρης και με συνεχή ιατρική παρακολούθηση και φροντίδα και έφερε αυχενικό κολάρο για τρεις μήνες. Απουσίασε με άδεια ασθενείας από την εργασία της για δύο περίπου μήνες και μέχρι και τον χρόνο που εκδόθηκε η απόφαση, κατά τις αλλαγές των καιρικών συνθηκών (όταν είναι κρύο) και/ή κατόπιν ακινησίας, παρουσίαζε πονοκεφάλους. Η πρωτόδικη κρίση για καταβολή ΛΚ5.000- ως γενικές αποζημιώσεις, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ειδικές Αποζημιώσεις Σε σχέση με την απώλεια εισοδήματος για μελλοντικές απολαβές, κατά το χρόνο που ο Ενάγοντας αδυνατεί να εργαστεί λόγω των τραυμάτων του, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Fysco Constructing Co Ltd v. Χριστάκη Γεωργίου
(1991)1Α.Α.Δ. 1014, ανέφερε ότι «η βάση για τον υπολογισμό είναι το εισόδημα του αποζημιούμενου κατά το χρόνο του ατυχήματος, ή, όπως διευκρινίστηκε, εκείνο που θα κέρδιζε, όπως μπορεί να προσδιοριστεί με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν κατά το χρόνο της δίκης, (βλ. Cookson v. Nowles [1978] 2 All E.R. 604)». Κατάληξη Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω αναφερόμενα τελικά ευρήματα μου, καθώς επίσης και τη σχετική με τα επίδικα θέματα νομική πτυχή, είμαι της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω ότι, αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο ατύχημα φέρει ο ΜΥ
- Και τούτο γιατί εισήλθε από πάροδο εντός κυρίου δρόμου χωρίς προηγουμένως να σταματήσει στο αλτ της πορείας του και χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση, με τρόπο που το όχημα του αποτέλεσε εμπόδιο για την ελεύθερη πορεία του ενάγοντα. Τη δεδομένη στιγμή, ο ενάγοντας, οδηγώντας σε μια απόσταση δυόμιση περίπου μέτρων από το δεξιό, σύμφωνα με την πορεία του, πεζοδρόμιο (και δη κοντά στο κέντρο του δρόμου, του οποίου το πλάτος ήταν 6.00μ. - 6.40μ.), προσπερνούσε νομότυπα ακινητοποιημένα οχήματα. Το νομότυπο της ενέργειάς του προκύπτει από το γεγονός ότι καμία σήμανση επί του οδοστρώματος δεν απαγόρευε μια τέτοια ενέργεια και κανένα άλλο όχημα ή πεζός κινείτο εντός της λωρίδας που χρησιμοποίησε για να προσπεράσει. Η δε είσοδος του οχήματος του ΜΥ1 στην οδό Βυζαντίου έγινε τη στιγμή που το μοτοποδήλατο του ενάγοντα βρισκόταν σε μια απόσταση περίπου 15 μέτρα. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η ενέργεια του ενάγοντα να θέσει σε λειτουργία τα φρένα του, έστω και αν, ως συνέπεια, είχε την ανατροπή του, κρίνεται λογική υπό τις περιστάσεις αφού σκόπευε και εν τέλει πέτυχε να αποφευχθεί η σύγκρουση των 2 οχημάτων. Με τα δεδομένα που ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι δυνατόν να προσδοθεί ή να επιμεριστεί στον ενάγοντα οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια, ειδικότερα συνεπεία της αγωνίας της στιγμής κάτω από την οποία βρέθηκε σε πολύ μικρή απόσταση από το εξερχόμενο όχημα. Κρίνω επομένως ότι μοναδική γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η πιο πάνω περιγραφόμενη οδική συμπεριφορά που επέδειξε ο ΜΥ
- Έχοντας ήδη αποφασίσει ως προς το ζήτημα της ευθύνης, στρέφομαι τώρα να αποφανθώ, τόσον αναφορικά με τις γενικές, όσο και τις ειδικές αποζημιώσεις που πρέπει να επιδικαστούν υπέρ του ενάγοντα. Ως σημειώθηκε στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης, η σχετική με τις αποζημιώσεις, μαρτυρία του ενάγοντα δεν αμφισβητήθηκε. Έμεινε στην ουσία αναντίλεκτη. Όσον αφορά στις ειδικές αποζημιώσεις, με γνώμονα τις σχετικές νομικές αρχές (βλ. νομική πτυχή ανωτέρω), τούτες θα πρέπει να υπολογιστούν με βάση τα στοιχεία που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της δίκης. Στο βαθμό που αφορά στις απολαβές του ενάγοντα από την εργασία του ως επιδότης στην ANDECO, θεωρώ ορθό όπως προσδιορίσω τη ζημιά του, στο μέσο όρο των τεσσάρων τελευταίων (προ του δυστυχήματος) μηνιαίων απολαβών του, μιας και αυτή ήταν και η μόνη σχετική πληροφόρηση που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Από μια απλή μαθηματική πράξη η οποία συνίσταται στην πρόσθεση των απολαβών του κατά τους μήνες μεταξύ Μαρτίου και Ιουνίου 2010 (αμφοτέρων περιλαμβανομένων) και τη διαίρεση του προκύψαντος ποσού δια των τεσσάρων αυτών μηνών, προκύπτει ότι ο μέσος όρος των μηνιαίων απολαβών του γι' αυτό το χρονικό διάστημα ανέρχεται στα €326,22σ.. Θεωρώ ότι το ποσό αυτό, αντικατοπτρίζει, με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν κατά τη δίκη, το λογικό ποσό που πρέπει να επιδικαστεί για κάθε μήνα που ο ενάγοντας απουσίαζε από την εργασία του στην ANDECO συνεπεία του τραυματισμού υπέστη από το ατύχημα. Με δεδομένο δε ότι απουσίαζε για δυόμιση μήνες, οι ειδικές αποζημιώσεις σε σχέση με την απώλεια εισοδημάτων από τη ρηθείσα εργασία του ανέρχεται στο ποσό των €815,55σ. (€326,22σ. Χ 2.5). Αναφορικά τώρα με τις ειδικές αποζημιώσεις για απώλεια εσόδων για τους δυόμιση μήνες που δεν εργάστηκε στο δικηγορικό γραφείο Christodoulos G. Vassiliades & Co. L.L.C., μοναδικό προσδιοριστικό για τις απολαβές του ενάγοντα στοιχείο, αποτελεί η πρώτη (και τελευταία) μισθοδοσία του και δη του Ιουνίου
- Με δεδομένη δε την απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας και/ή ισχυρισμού και/ή επιχειρήματος περί του ότι τούτη, (η μισθοδοσία), θα ήταν δυνατό να διαφοροποιηθεί κατά τους επόμενους μήνες (είτε προς τα πάνω, είτε προς τα κάτω), κρίνω ορθό όπως αποδοθούν στον ενάγοντα, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων για απώλεια εισοδημάτων σε σχέση με την εργασία του στη ρηθείσα δικηγορική εταιρεία, το ποσό των €3.017,85σ. που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του μισθού Ιουνίου επί δυόμιση μήνες που ο ενάγοντας αδυνατούσε να εργαστεί. Σημειώνω στο σημείο αυτό, ότι ο ενάγοντας δεν προώθησε οποιαδήποτε απαίτηση για απώλεια εργασίας και δη αναφορικά με το γεγονός ότι συνεπεία του δυστυχήματος απώλεσε την εργασία του και αντικαταστάθηκε από άλλο πρόσωπο. Τέλος, ως ειδικές αποζημιώσεις, ο ενάγοντας δικαιούται και στο ποσό των €95,00, που κατέβαλε προς το Δρ. Σάββα Σάββα, εν σχέση με τις δύο επισκέψεις του. Σε σχέση τώρα με τις γενικές αποζημιώσεις, με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το θέμα, τη φύση, εύρος και τύπο των τραυμάτων που υπέστη ο ενάγοντας, αλλά και τον πόνο, οδύνη και γενικά ταλαιπωρία που υπέστη και υπόκειται συνεπεία των εν λόγω σωματικών βλαβών, και έχοντας κατά νου τα όσα σχετικά αποφασίστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σχέση με προσομοιάζουσες σωματικές βλάβες, κρίνω ότι στον ενάγοντα δικαιολογείται να αποδοθούν, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, το ποσό των €5.000,
- Με βάση τα ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €5.000- ως γενικές αποζημιώσεις και το ποσό των €3.928,40σ., ως ειδικές αποζημιώσεις (€815,55 + €3.017,85 + €95). Ερχόμενος, τώρα, στο θέμα του τόκου, λαμβάνοντας υπόψη ότι το ατύχημα επεσυνέβη στις 12.07.2010 και η αγωγή καταχωρήθηκε στις 02.09.2010, ήτοι ενάμιση μήνες μετά με γενικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, και ότι η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε δυόμιση μήνες μεταγενέστερα, καθώς επίσης και ότι ο Ενάγοντας παρουσίαζε (σε σχέση με τα τραύματα του) συμπτωματολογία μέχρι και τα τέλη Σεπτεμβρίου, γεγονός που δικαιολογούσε την επιδειχθείσα καθυστέρηση στην καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης (βλ. Παύλος Ευαγγέλου ν. Άθως Δημητρίου
(2008)1 ΑΑΔ 248), κρίνω ορθό, όπως επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων εξ €5.000, επιδικαστεί νόμιμος τόκος από την γένεση του αγώγιμου δικαιώματος, ήτοι την 12.07.2010 μέχρι τελείας εξόφλησης. Σε σχέση με τις ειδικές αποζημιώσεις, με γνώμονα ότι οι σχετικές ζημιές και/ή έξοδα προέκυψαν πριν τις 17.11.2010, που καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης, πλην όμως σταδιακά, και με κάποιες δε εξ αυτών, να προκύπτουν μετά την καταχώρηση του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, επιδικάζεται νόμιμος τόκος ετησίως από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος και δη από τις 12.07.2010, μέχρι και τη καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης, μειωμένος όμως κατά το ήμισυ, και ακολούθως, από τις 17.11.2010 (ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης), νόμιμος τόκος ετησίως, μέχρι εξοφλήσεως. Αναφορικά τώρα με τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα, που θέλει τούτα να επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου, και ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο