← Κύπρος

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΕΝΤΕΡ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΩΣΤΑΣ, Αρ. Αγωγής: 1918/2005, 24/10/2017

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΕΝΤΕΡ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΩΣΤΑΣ, Αρ. Αγωγής: 1918/2005, 24/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A282 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1918/2005 Μεταξύ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΕΝΤΕΡ Ενάγοντας και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΩΣΤΑΣ Εναγόμενος ----------- Ημερομηνία: 24/10/2017 Αίτηση για παραμερισμό απόφασης Για τον εναγόμενο/αιτητή: κος Μάμαντος Για τον ενάγοντα/καθ' ου η αίτηση: κος Ορφανίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 27/3/2017 καταχωρήθηκε από τον Αιτητή, αίτηση για ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 7/10/2005, που είχε εκδοθεί ερήμην σε βάρος του λόγω παράλειψης του να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης. Από τη νομική βάση που καταγράφεται στην Αίτηση, η άμεσα σχετική με το υπό εξέταση αίτημά, είναι η Διαταγή 17 θ10 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Σύμφωνα με τη Διαταγή 17 θεσμός 10, υπάρχει ευχέρεια παραμερισμού απόφασης η οποία έχει εκδοθεί λόγω παράλειψης σημειώματος εμφάνισης: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει ασχοληθεί πλειστάκις με την πιο πάνω διάταξη και δια μέσου της νομολογίας έχουν διαμορφωθεί οι αρχές που ρυθμίζουν τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δύναται απόφαση να παραμεριστεί (βλ. σχετικά Pechtchachanskaia κα ν. Esipovich, ΠΕ 310/2010, ημερ. 20.6.2014, BIKA ΠIKA ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ κ.α. v. ΧΑΠΥ ΣΤΡΗΤΣ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ,

(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Γιάγκου κ.α. και Λουκίας Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση 233/2009, ημερ. 24/1/2014). Σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, το Δικαστήριο παραμερίζει απόφαση η οποία έχει εκδοθεί λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης εφόσον:
  1. Ο Εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση.
  2. Δεν έχει καθυστερήσει αδικαιολόγητα στην προώθηση του αιτήματός του. Το Δικαστήριο δε, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, οφείλει να σταθμίσει την ανάγκη για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης σε συνάρτηση με το δικαίωμα του Αιτητή να ακουστεί και αυτό γίνεται αναπόφευκτα σε συνάρτηση με την αναγκαιότητα παραμερισμού της απόφασης με γνώμονα τις πιο πάνω προϋποθέσεις (βλ. Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204). Επισημαίνω δε το αυτονόητο ότι, ο Αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει τόσο την ύπαρξη καλής υπεράσπισης, όσο και το ότι δεν υπήρξε ολιγωρία στην προώθηση της Αίτησής του ή ότι η στάση του δεν υπήρξε περιφρονητική προς το δικαστήριο (τη δικαστική διαδικασία) (βλ. σχετικά ERIC JOHN WAHEHAM v. AUDAR MAJID BHATTI κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A255, Πολιτική έφεση Αρ.49/2011, 25/5/2016). Έχοντας καταγράψει τις αρχές, το δικονομικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει το υπό εξέταση ζήτημα, προχωρώ να κάνω υπαγωγή αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν το αίτημα παραμερισμού της απόφασης μπορεί να επιτύχει. Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση για παραμερισμό της απόφασης γίνεται από τον ίδιο τον Εναγόμενο. Η απόφαση της οποίας ζητείται ο παραμερισμός έχει εκδοθεί στις 7/10/2005 και η αίτηση για παραμερισμό της έχει καταχωρηθεί στις 27/3/
  1. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι πρώτη φορά έμαθε για την ύπαρξη της αγωγής και της απόφασης εναντίον του στις 22/2/2017, όταν επιδότης του επέδωσε ειδοποίηση (Τύπο 38), με την οποία του γνωστοποιείτο η απόφαση εναντίον του και το γεγονός ότι δυνάμει της απόφασης έχει εγγραφεί ΜΕΜΟ σε ακίνητή του περιουσία και ενημερώνετο ότι σε περίπτωση που δεν καταβάλει το εξ΄ αποφάσεως χρέος εντός 30 ημερών, τότε δύναται η επιβαρυμένη περιουσία να πωληθεί. Την εν λόγω ειδοποίηση την επισυνάπτει ως Τεκμήριο
  2. Είναι η θέση του ότι ο ίδιος έχει ξοφλήσει το ποσό της απόφασης, αλλά αδυνατεί να εντοπίσει την απόδειξη λόγω παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος. Η θέση του είναι ότι ο ίδιος από το 2002 έχει εγκαταλείψει τη διεύθυνση Ψαρών 19 η οποία αναγράφεται στο Κλητήριο Ένταλμα και δεν έχει ούτε είχε καμία σχέση με την οδό Εδέσσης, η οποία αναγράφεται χειρόγραφα στο Κλητήριο Ένταλμα. Είναι η θέση του ότι από το 2002 κατοικεί στον Πύργο Τυλληρίας. Προς επίρρωση μάλιστα του ισχυρισμού του αυτού, κατέθεσε ως Τεκμήρια βεβαίωση του Κοινοτάρχη Κάτω Πύργου και αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας της κατοικίας του στον Κάτω Πύργο. Αρνείται ότι του έχει επιδοθεί η αγωγή και ισχυρίζεται ότι η υπογραφή στο Κλητήριο Ένταλμα δεν είναι δική του. Η αίτηση συνάντησε την ένσταση του Καθ΄ ου η Αίτηση. Με την ένστασή τους, οι δικηγόροι του προβάλλουν 10 λόγους ένστασης. Δεν θα τους αναφέρω όλους εφόσον, με την αγόρευσή τους περιορίζονται αφενός μεν στο ότι υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της Αίτησης (εφόσον ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής γνώριζε για τη ύπαρξη της αγωγής εναντίον του από το έτος 2005 ως η ένορκη δήλωση του επιδότη), αφετέρου δε στο ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε καλή υπεράσπιση. Με την ένορκή του δήλωση, η οποία συνοδεύει την ένσταση, ο Καθ΄ ου η Αίτηση αναδεικνύει την καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης παραμερισμού. Αμφισβητεί ότι ο Εναγόμενος δεν έλαβε γνώση της αγωγής και της απόφασης που ακολούθησε. Σημειώνει δε ότι, από το έτος 2005 που εκδόθηκε η απόφαση, ο ίδιος είχε προχωρήσει με διάφορα μέτρα εκτέλεσής της. Καταχώρησε 3 Εντάλματα Κινητών (Writ), αντίγραφα των οποίων επισυνάπτει. Τα δύο πρώτα αποσύρθηκαν λόγω το ότι ο Εναγόμενος είχε καταβάλει κάποιο ποσό έναντι του εξ΄ αποφάσεως χρέους, ενώ το τρίτο επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Ισχυρίζεται δε, ότι είχε τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον Εναγόμενο ζητώντας του την εξόφληση του χρέους. Αμφότεροι δικηγόροι έχουν παραδώσει γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεών τους, στο περιεχόμενο των οποίων εάν και εφόσον κριθεί απαραίτητο θα αναφερθώ πιο κάτω. Αν και η απόφαση μου στην παρούσα αίτηση δεν είναι αβασάνιστη, δεν έχω δισταγμό να καταλήξω στην απόρριψη της αίτησης. Εξηγώ αμέσως τους λόγους. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του επιδότη, το Κλητήριο Ένταλμα έχει επιδοθεί προσωπικά στο ίδιο τον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος δεν έχει αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο την δήλωση αυτή του επιδότη. Από μόνη της η αναφορά στην ένορκη δήλωση του Αιτητή ότι δεν έλαβε ποτέ γνώση της επίδοσης δεν είναι ικανοποιητική. Υπενθυμίζω ότι ο Αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της αγωγής (βλ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΑΝΙΗΛ ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2017:A7, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 340/2010, 17/1/2017). Ο Αιτητής επέλεξε να μην αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο την ένορκη δήλωση επίδοσης σύμφωνα με την οποία η αγωγή επιδόθηκε στον ίδιο προσωπικά. Περιττό βέβαια να αναδείξω περαιτέρω το ότι, ως η ένορκη δήλωση του επιδότη, το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε σε αυτόν προσωπικά στις 19/8/2005 έναντι της υπογραφής του. Ο ίδιος περιορίζεται λακωνικά στην παράγραφο 8 της ένορκής του δήλωσης στην αναφορά «Η υπογραφή που φαίνεται στο Κλητήριο ένταλμα δεν είναι δική μου». Πέραν της γενικής αυτής αναφοράς σε καμία άλλη ενέργεια έχει προβεί προκειμένου να αποδείξει το αληθές του ισχυρισμού αυτού, του οποίου ο ίδιος φέρει το βάρος απόδειξης. Ο Καθ΄ου η Αίτηση αναφέρθηκε σε προσπάθειές του να εκτελέσει την απόφαση από το έτος 2005 και στο ότι ο Αιτητής σε δύο περιπτώσεις στο παρελθόν είχε καταβάλει έναντι του εξ΄ αποφάσεως χρέους κάποια ποσά, γεγονός το οποίο συνηγορεί υπέρ του συμπεράσματος ότι ο Αιτητής γνώριζε για την ύπαρξη της απόφασης εναντίον του, πολύ πριν από τότε που ισχυρίζεται. Ο Αιτητής δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό αυτό με κάποιο από τα δικονομικά μέσα τα οποία είχε στη διάθεσή του (είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είτε αντεξετάζοντας τον Καθ΄ ου η Αίτηση), αφήνοντας έτσι αναντίλεκτους τους ισχυρισμούς του Καθ΄ ου η Αίτηση. Καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν έπεισε ότι πρόσφατα έλαβε γνώση της αγωγής και της απόφασης εναντίον του. Αντίθετα, επέλεξε να προωθήσει την αίτηση αυτή 12 έτη μετά την έκδοση της απόφασης. Η καθυστέρηση των 12 ετών που παρατηρείται στην καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού είναι σαφέστατα υπέρμετρη και δεν υπάρχει το οτιδήποτε ενώπιον μου που να τη δικαιολογεί. Τέλος, σημειώνω πως ούτε ο γενικός ισχυρισμός του Αιτητή ότι έχει ξοφλήσει το δάνειο αλλά αδυνατεί να βρει την απόδειξη μπορεί να πείσει. Επαναλαμβάνω, ότι σύμφωνα με τη νομολογία ο Αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων για την ύπαρξη υπεράσπισης. Λυπούμαι να παρατηρήσω, ότι καμία προσπάθεια κάνει ο Αιτητής να πείσει για την υπεράσπισή του. Δεν συνοδεύει τον ισχυρισμό του περί εξόφλησης με κάποια έστω περιβάλλοντα γεγονότα, τα οποία θα μπορούσαν να πείσουν το Δικαστήριο για το ειλικρινές των ισχυρισμών του. Ούτε αναφέρει πότε κατ΄ ισχυρισμό εξόφλησε το οφειλόμενο ποσό, ούτε πως το εξόφλησε, ούτε τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες το εξόφλησε. Ενόψει των όσων αναφέρω, η Αίτηση ημερομηνίας 27/3/2017, δεν θα μπορούσε να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του Εναγομένου/Αιτητή και υπέρ του Ενάγοντα/Καθ΄ ου η Αίτηση, όπως αυτά τα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, σύμφωνα με το σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) .............................. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.