← Κύπρος

Commercial Alliance Inc ν. ΒΑΝΚ ΟF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1800/17, 20/10/2017

Commercial Alliance Inc ν. ΒΑΝΚ ΟF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1800/17, 20/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A280 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1800/17 Μεταξύ: Commercial Alliance Inc Ενάγοντες και ΒΑΝΚ ΟF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED (HE165) Εναγόμενοι ---------------- Moνομερής αίτηση από την Commercial Alliance Inc ----------------- 20 Οκτωβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Χ. Παπαχριστοδούλου Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Π. Μακρίδης ------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ -------------------------------- Οι Αιτητές με την παρούσα ζητούν: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου αποκάλυψης και/ή ιχνηλάτησης και/ή τύπου Norwich Pharmacal και/ή Bankers Trust με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι όπως εντός επτά

(7)εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος αποκαλύψουν ενόρκως, με κατάρτιση σχετικής Ένορκης Δήλωσης την οποία θα παραδώσουν άμα τη καταρτίσει της στους δικηγόρους των Εναγόντων, στην οποία θα αναφέρονται τα ακόλουθα: 1) Απαρίθμηση με αριθμούς IBAN όλων των τραπεζικών λογαριασμών που διατηρεί η εταιρεία Upquiet Investments Limited από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (η «Εταιρεία») με τους Εναγόμενους (οι «Λογαριασμοί της Εταιρείας»), πέραν του λογαριασμού με IBAN CY 48 0020 0155 0000 0040 8543 6706 τον οποίο η Εταιρεία διατηρεί στο τραπεζικό ίδρυμα των Εναγόμενων (ο «Λογαριασμός»). 2) Τα στοιχεία, και ειδικότερα (αλλά χωρίς περιορισμό) την πραγματική ταυτότητα και/ή τις πλήρεις διευθύνσεις, των προσώπων (τα «Φυσικά Πρόσωπα») που:
  1. i)Με την υπογραφή τους δεσμεύουν και/ή διαχειρίζονται τους Λογαριασμούς της Εταιρείας και/ή τον Λογαριασμό.
  2. ii)Άνοιξαν και/ή λειτουργούσαν τον Λογαριασμό και/ή τους Λογαριασμούς της Εταιρείας και/ή τους υπογράφοντες αυτών (signatories). iii) Δηλώθηκαν ως τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficiaries) των μετοχών της Εταιρείας και/ή της Εταιρείας. 3) Το υπόλοιπο του Λογαριασμού και/ή των Λογαριασμών της Εταιρείας. 4) Λεπτομέρειες αναφορικά με την μεταφορά του ποσού των USD 387,000.00 ημερομηνίας 25/2/2013 από τους Αιτητές στον Λογαριασμό (η «Δόλια Μεταφορά») συμπεριλαμβανομένων, μη εξαντλητικώς, των οδηγιών που δόθηκαν και/ή των εγγράφων που δόθηκαν και/ή κατατέθηκαν στην Τράπεζα για την Δόλια Μεταφορά. 5) Λεπτομέρειες αναφορικά με την πορεία και/ή την τελική κατάληξη των χρημάτων της Δόλιας Μεταφοράς και/ή αναφορικά με το που μεταφέρθηκε και/ή μεταβιβάστηκε το εν λόγω ποσό και/ή προς το όφελος ποιου προσώπου. 6) Όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούνται με τους Εναγόμενους στους οποίους και/ή για τους οποίους τα Φυσικά Πρόσωπα έχουν καταγραφεί και/ή δηλωθεί ως τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficiaries). Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τους Εναγόμενους όπως εντός 10 (δέκα) εργάσιμων ημερών από την επίδοσή του εφοδιάσουν και/ή παρέχουν και/ή δώσουν στους Ενάγοντες αντίγραφα όλων των εγγράφων που έχουν στην κατοχή τους τα οποία αφορούν την Εταιρεία και/ή τον Λογαριασμό και/ή τους Λογαριασμούς της Εταιρείας περιλαμβανομένων, αλλά χωρίς περιορισμό: 1) Διαβατηρίων και/ή λογαριασμών οργανισμών κοινής ωφελείας (utility bills) των υπογράφοντων (signatories) και/ή των δικαιούχων της Εταιρείας. 2) Εταιρικών εγγράφων της Εταιρείας περιλαμβανομένων ψηφισμάτων και/ή πρακτικών. 3) Αναλυτικές καταστάσεις του Λογαριασμού και/ή των Λογαριασμών της Εταιρείας από την ημερομηνία ανοίγματος του Λογαριασμού και/ή των Λογαριασμών της Εταιρείας μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. 4) Έγγραφα με οδηγίες μεταφοράς και/ή εμβάσματος και/ή μηνύματα τύπου SWIFT. Γ. Διάταγμα και/ή Δήλωση και/ή Οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου με τα οποία να εξουσιοδοτείται και/ή να επιτρέπεται στους Αιτητές να χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε πληροφορία και/ή έγγραφο, που θα αποκαλυφθεί από τους Ενάγοντες και/ή θα παραδοθεί στους Ενάγοντες και/ή στους Δικηγόρους αυτών, δυνάμει των αιτούμενων διαταγμάτων, προς υποστήριξη αγωγής και/ή λήψης νομικών μέτρων εναντίον της Εταιρείας και/ή των Φυσικών Προσώπων και/ή οιωνδήποτε άλλων αδικοπραγούντων των οποίων η ταυτότητα θα αποκαλυφθεί με τα αιτούμενα διατάγματα. Δ. Διάταγμα φίμωσης (gagging order) το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή στους αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτών να ειδοποιήσουν και/ή ενημερώσουν και/ή πληροφορήσουν με οποιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε πρόσωπο πέραν των νομικών τους συμβούλων (ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό, την Εταιρεία και/ή τους διοικητικούς συμβούλους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή δικηγόρους αυτής), σχετικά με την ύπαρξη και/ή το περιεχόμενο της υπό κρίση αίτησης και/ή αγωγής έως ότου δοθεί έγγραφη εξουσιοδότηση προς τούτο από τους Ενάγοντες και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Οι Αιτητές εξαφάλισαν μονομερώς το διάταγμα φίμωσης, όπως αυτό εμφαίνεται στην παράγραφο Δ του αιτητικού, το οποίο ορίστηκε επιστρεπτέο και δόθηκαν οδηγίες όπως η υπό κρίση Αίτηση επιδοθεί στους Καθ΄ ων η Αίτηση για τα υπόλοιπα Αιτητικά.. Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης διεξήχθη με βάση τα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις που επισυνάπτονται τόσο στην Αίτηση όσο και στην ένσταση χωρίς την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Συνεπώς το Δικαστήριο θα βασιστεί στα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών που έχει ο κάθε διάδικος. Η αίτηση των Αιτητών υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Vladimir Chekalkin ο οποίος είναι αντιπρόσωπος της Αιτήτριας δυνάμει πληρεξούσιου εγγράφου ημερομηνίας 12.9.2016, το οποίο επεσύναψε ως Τεκμήριο Α στην ένορκή του δήλωση. Επίσης είναι και πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην πιο πάνω ένορκη δήλωση. Η Αιτήτρια είναι δεόντως εγγεγραμμένη στον Παναμά και είναι 100% θυγατρική της Closed Joint Stock Company "IT-Engineering", εταιρείας δεόντως εγγεγραμμένης στη Ρωσική Ομοσπονδία. Η "IT-Engineering" είναι 100% θυγατρική της Ρωσικής Εταιρείας Λογισμικού Public Joint Stock Company "Armada", επομένως η Αιτήτρια είναι 100% έμμεση θυγατρική της Armada. H Armada είναι δημόσια εταιρεία εγγεγραμμένη στη Ρωσική Ομοσπονδία της οποίας οι μετοχές συναλλάσσονται στο Χρηματιστήριο της Μόσχας. Η Αιτήτρια η ίδια δεν ασκούσε καμία άλλη οικονομική δραστηριότητα πέραν της κατοχής μετοχών, την διαχείριση και χρηματοδότηση εταιρειών που απαρτίζουν το Armada Group. Όπως αναφέρεται στην τριμηνιαία έκθεση της Armada για το δεύτερο τρίμηνο του 2014: «Η OJSC Armada συντονίζει τις δραστηριότητες των εταιρειών που ανήκουν στο Armada Group, ήτοι καθορίζει τους στόχους τους, αναπτύσσει την επιχειρηματική τους στρατηγική, διαχειρίζεται μεγάλες επενδύσεις κεφαλαίου, προβλέπει την εκτέλεση των γενικών προγραμμάτων του Group, προσελκύει και διανέμει χρηματοδότηση». Το 2012, το Armada Group κατατάχθηκε ως ένας από τους πέντε κορυφαίους προγραμματιστές λογισμικού στη Ρωσία με τις συνολικές πωλήσεις του να ανέρχονται σε περίπου USD184 εκατομμύρια. Από το 2012 η Armada ξεκίνησε να βιώνει μείωση στα καθαρά κέρδη της. Όπως έχει τώρα αποκαλυφθεί η εν λόγω μείωση οφείλεται στο γεγονός ότι η τότε ανώτατη διοίκηση της, προχώρησε στη μαζική αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας μαζικώς μέσα από μια περίπλοκη σειρά συναλλαγών με τους ίδιους, στο οποίο συμμετείχαν περισσότερο από σαράντα εταιρείες, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν εικονικές εταιρείες «κέλυφος» οι οποίες χρησιμοποιούνταν ως οχήματα απάτης. Μέσω της μαζικής υπεξαίρεσης και των εικονικών συναλλαγών, η Προηγούμενη Διοίκηση κυριολεκτικά απογύμνωσε την Armada από την αξία της. Μέχρι τα τέλη του 2014 η Armada, που ήταν κάποτε μια ακμάζουσα εταιρεία λογισμικού, η οποία μέσω του ομίλου της κατά την 31.12.2012 εργοδοτούσε 969 άτομα, μειώθηκε σε ένα κενό κέλυφος. Μέχρι τις αρχές του 2014, οι κύριοι μέτοχοι της Armada συνειδητοποίησαν ότι η εν λόγω τεράστια απάτη διάβρωνε με γοργούς ρυθμούς ό,τι απέμεινε από την αξία τους ως μέτοχοι και μια σκληρή εταιρική μάχη ακολούθησε στη Ρωσία για την απομάκρυνση της Προηγούμενης Διοίκησης με εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου. Eπιθεώρηση των τραπεζικών καταστάσεων λογαριασμών αποκάλυψε ότι στις 25.2.2013 η Αιτήτρια προέβη σε πληρωμή (η «Δόλια Πληρωμή») στην εταιρεία UPQUIET INVESTMENTS LIMITED ("Upquiet") ποσού ύψους USD 387,000.00 (τα «Περιουσιακά Στοιχεία»). Όπως προκύπτει από το τεκμήριο Μ η πληρωμή έγινε σε λογαριασμό που διατηρεί η Εναγόμενη με τις ακόλουθες λεπτομέρειες: ΙΒΑΝ : CY48002001550000004085436706 SWIFT: BCYPCY2NXXX Η περιγραφή που δόθηκε στο μήνυμα SWIFT για την πληρωμή αυτή είναι "FINAL PAYMENT UNDER THE CONTRACT 76 1103 01 DATE 09032011 OF SOFTWARE PRODUCT" ("η Πρώτη Εικονική Σύμβαση"). H Αιτήτρια δεν έχει καμία επιβεβαίωση ότι η Upquiet έχει παραδώσει οποιοδήποτε λογισμικό ή έχει παράσχει οποιεσδήποτε υπηρεσίες στην Αιτήτρια. Η Αιτήτρια και η νέα διεύθυνση της Armada δεν βρήκαν κανένα αρχείο της Πρώτης Εικονικής Σύμβασης στα αρχεία της Αιτήτριας. Μια ηλεκτρονική αναζήτηση στο google δείχνει ότι η Upquiet δεν έχει οποιαδήποτε ηλεκτρονική παρουσία, κάτι το οποίο περαιτέρω επιβεβαιώνει την πεποίθηση ότι η Upquiet είναι όχημα απάτης χωρίς ουσία, δραστηριότητες ή εμπορική παρουσία. Η επιθεώρηση των αρχείων της Αιτήτριας αποκάλυψε ένα άλλο συμβόλαιο μεταξύ της Αιτήτριας και της Upquiet, No 71-1306/01/4 ημερομηνίας 1.6.2013, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ν (το "Δεύτερο Εικονικό Συμβόλαιο"). Σύμφωνα με το Δεύτερο Εικονικό Συμβόλαιο η Αιτήτρια υποτιθέμενα χορήγησε άδεια στην Upquiet για συγκεκριμένο λογισμικό έναντι του κατ΄ αποκοπή ποσού ύψους USD 100,000.00 και δικαιωμάτων (royalties) όχι μικρότερου των USD 70,000.00 μηνιαίως. Το Δεύτερο Εικονικό Συμβόλαιο περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες για την UPQUIET INVESTMENTS LIMITED: εγγεγραμμένο γραφείο: 90 Μain Street, Road Town, Tortola, P.O. Box 3099, British Virgin Islands, διευθυντής Παναγιώτης Σάββα. Η Αιτήτρια θεωρεί οι εν λόγω δύο συναλλαγές αφορούν την ίδια εταιρεία. Τα διαθέσιμα τραπεζικά αρχεία της Αιτήτριας δείχνουν ότι η Upquiet δεν κατέβαλε ποτέ οποιοδήποτε ποσό στην Αιτήτρια. Η Αιτήτρια πιστεύει ότι: a. H πρώτη Εικονική Σύμβαση ήταν εικονική (sham). b. H Upquiet ελεγχόταν κατά τον χρόνο εκείνο από την Προηγούμενη Διοίκηση ή άτομα που συνδέονται με αυτούς. c. Η Δόλια Πληρωμή στην Upquiet σύμφωνα με την Πρώτη Εικονική Σύμβαση ήταν μια από τις πολλές δόλιες συναλλαγές οι οποίες αποτελούν μέρος του Παράνομου Τεχνάσματος. d. Τα χρήματα που πληρώθηκαν με την Δόλια Πληρωμή καταβλήθηκαν με σκοπό την υπεξαίρεση του ποσού και δεν παραδόθηκαν προϊόντα ή υπηρεσίες στην Αιτήτρια. e. Η Δεύτερη Εικονική Σύμβαση πρέπει να έχει «κατασκευαστεί» με την δόλια πρόθεση να δημιουργηθεί ένα πειστικό εκ πρώτης όψεως ιστορικό συναλλαγών μεταξύ της Αιτήτριας και της Upquiet για την Τράπεζα. Η Αιτήτρια και η Armada είναι στο μέσο της διαδικασίας ιχνηλάτησης και ανάκτησης όλων των κεφαλαίων που υπεξαιρέθηκαν με το Παράνομο Τέχνασμα. Δεδομένου του χρόνου που έχει παρέλθει από την στιγμή που τα χρήματα υπεξαιρέθηκαν, την δόλια συμπεριφορά της Προηγούμενης Διοίκησης και τον ευρύτερο τρόπο με τον οποίο το Παράνομο Τέχνασμα εφαρμόστηκε, οι πιθανότητες τα χρήματα που υπεξαιρέθηκαν να βρίσκονται στους λογαριασμούς στους οποίους τα χρήματα αρχικά μεταβιβάσθηκαν είναι ελάχιστες εώς μηδαμινές. Για το λόγο αυτό, προκειμένου να λάβει μέτρα εναντίον των αδικοπραγούντων προς ιχνηλάτηση και ανάκτηση των χρημάτων που υπεξαιρέθηκαν, είναι αδήριτο για την Αιτήτρια, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, να λάβει πληροφορίες σχετικά με: α. Οποιουσδήποτε μεταγενέστερους προορισμούς των χρημάτων που υπεξαιρέθηκαν, από τους λογαριασμούς στους οποίους αποξενώθηκαν αρχικά, δηλαδή τον τελικό προορισμό των Περιουσιακών Στοιχείων. β. Τα άτομα που κρύβονται πίσω από τα οχήματα απάτης που χρησιμοποιήθηκαν για την υλοποίηση του Παράνομου Τεχνάσματος. Είναι σαφές, λέγει ο ενόρκως δηλών, ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση έχει αθώα εμπλακεί στα παραπτώματα των παραβατών με την αποδοχή της μεταφοράς των υπεξαιρεμένων Περιουσιακών Στοιχείων σε λογαριασμό που τηρείται στην Καθ΄ ης η Αίτηση και με την υλοποίηση οποιωνδήποτε μεταγενέστερων μεταφορών των υπεξαιρεμένων Περιουσιακών Στοιχείων. Είναι, περαιτέρω, ισχυρισμός των Αιτητών ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι το μόνο άτομο που μπορεί να αποκαλύψει την ταυτότητα των ατόμων που κρύβονται πίσω από την Upquiet και να βοηθήσει με την ιχνηλάτηση των Περιουσιακών Στοιχείων. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση και εγείρουν τους ακόλουθους λόγους για τους οποίους δεν θα πρέπει να συνεχίσει το διάταγμα να ισχύει αλλά και ούτε να εκδοθούν τα υπόλοιπα διατάγματα που ζητούνται με την Αίτηση: Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων καθότι αυτά αφορούν λογαριασμούς πληροφορίες και έγγραφα τρίτων προσώπων. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεσμεύονται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και/ή τραπεζικό απόρρητο και τα αιτούμενα διατάγματα δεν εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του άρθρου 29
(2)του Νόμου 66
(1)/1997. Το αιτούμενο διάταγμα αποτελεί προσπάθεια ψαρέματος μαρτυρίας από τους Αιτητές ιδιαίτερα επεκτείνεται σε όλους τους λογαριασμούς που πιθανότατα διατηρούσε η εταιρεία UPQUIET INVESTMENTS LIMITED για ακαθόριστο χρόνο. Οι λογαριασμοί, πράξεις, συναλλαγές και έγγραφα δεν είναι δυνατό να ανευρεθούν εντός 10 ημερών. Δεν υπάρχουν και δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και τα αιτούμενα διατάγματα είναι όμοια και/ή πανομοιότυπα με τις αξιώσεις των Εναγόντων στο γενικά οπισθογραφημένο ένταλμα και τυχόν έκδοσή τους θα σημαίνει κατ΄ ουσία και την αποπεράτωση ολόκληρης της αγωγής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 557, η ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, προβλέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα όταν κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. Προκειμένου δε για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει σύμφωνα με την επιφύλαξη στο ίδιο άρθρο να ικανοποιηθεί επιπρόσθετα ότι συντρέχουν και οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη. β) Ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία και γ) Ότι εκτός εάν εκδοθεί το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μίας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα και θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ένα ακόμη βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρησή του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκην την έκδοση διατάγματος όπως έχει υποδείξει η υπόθεση ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255. Η διαδικασία ακρόασης ενός προσωρινού διατάγματος γίνεται μέσα στην περιορισμένη σφαίρα της εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο νομότυπα από πλευράς διαδικασίας προωθήθηκε το αίτημα, καθώς και σε σχέση με το υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση, με γνώμονα τη συσχέτιση τους με τα τρία κριτήρια και το ισοζύγιο της ευχέρειας, αλλά το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό εμπίπτει στην σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ιδίας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269 -
  1. Επιστρέφοντας στην πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως διαφαίνονται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, υπενθυμίζοντας ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της Αιτήτριας, βρίσκω ότι η διαφορά εδράζεται επί της αδικοπραξίας, υπεξαίρεσης χρημάτων, συνομωσίας, απάτης, δόλου και αδικαιολόγητου πλουτισμού. Από το 2012 η Armada ξεκίνησε να βιώνει μείωση στα καθαρά κέρδη της. Όπως έχει αποκαλυφθεί η εν λόγω μείωση οφείλεται στο γεγονός ότι η τότε ανώτατη διοίκηση της, προχώρησε στη μαζική αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας μαζικώς μέσα από μία περίπλοκη σειρά συναλλαγών με τους ίδιους στο οποίο συμμετείχαν περισσότερο από σαράντα εταιρείες, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν εικονικές εταιρείες «κέλυφος» οι οποίες χρησιμοποιούνταν ως οχήματα απάτης. Μέσω της μαζικής υπεξαίρεσης και των εικονικών συναλλαγών, η Προηγούμενη Διοίκηση απογύμνωσε την Armada από την αξία της. Μέχρι τα τέλη του 2014 η Armada μειώθηκε σε ένα κενό κέλυφος. Η σχέση της Armada με την Αιτήτρια φαίνεται μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία. Η Αιτήτρια είναι 100% έμμεση θυγατρική της Armada. Επιθεώρηση των τραπεζικών καταστάσεων λογαριασμών αποκάλυψε ότι στις 25.2.2013 η Αιτήτρια προέβη σε πληρωμή στην εταιρεία UPQUIET INVESTMENTS LIMITED ποσού ύψους USD 387.000,
  2. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο Μ η πληρωμή έγινε σε λογαριασμό που διατηρεί η Εναγομένη με στοιχεία όπως περιγράφονται πιο πάνω. Η Αιτήτρια δεν έχει καμιά επιβεβαίωση ότι η Upquiet έχει παραδώσει οποιοδήποτε λογισμικό ή έχει παράσχει οποιεσδήποτε υπηρεσίες στην Αιτήτρια. Εκτός από την πρώτη εικονική σύμβαση, υπήρξε και δεύτερο εικονικό συμβόλαιο. Τα διαθέσιμα τραπεζικά αρχεία της Αιτήτριας δείχνουν ότι η Upquiet δεν κατέβαλε ποτέ οποιοδήποτε ποσό στην Αιτήτρια. Η επόμενη προϋπόθεση αφορά στο κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία. Είναι φανερό ότι για την προϋπόθεση αυτή απαιτείται κάτι διαφορετικό αλλά και κάτι περισσότερο υπό μορφή απόδειξης από προηγουμένως. Θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι η υπόθεση των Αιτητών έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557). Ανατρέχει για το σκοπό αυτό στη μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί με τη μορφή εγγράφων ενόρκων δηλώσεων, όχι βέβαια για να προβεί σε ευρήματα γεγονότων αλλά για να διαπιστώσει τη δυναμική της ήτοι κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα η μαρτυρία στο σύνολό της να μπορεί να αποδώσει στο τέλος της ημέρας τη θεραπεία την οποία επιδιώκει η Αιτήτρια με την αγωγή της. Το Δικαστήριο δεν καλείται να καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα, αλλά πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι οι Αιτητές έχουν συζητήσιμο θέμα και ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην παρούσα αγωγή η οποία να προκύπτει από την ακικοπραξία που φαίνεται να έχει διαπραχθεί. Εδώ έγινε, όπως φαίνεται από τη μαρτυρία, μια μαζική αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της Armada μέσα από μια πολύπλοκη σειρά συναλλαγών με την Προηγούμενη Διοίκηση, στο οποίο συμμετείχαν περισσότερο από 30 εταιρείες, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν εικονικές εταιρείες «κέλυφος» και οι οποίες χρησιμοποιούνταν ως οχήματα απάτης. Το συμπέρασμα που προκύπτει από την μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση το οποίο αφορά μεταξύ άλλων συνομωσία, δόλο και απάτη, αδικαιολόγητο πλουτισμό, σφετερισμό και υπεξαίρεση χρημάτων από άτομα που ανήκαν στην Armada Group και τα ονόματα των οποίων δεν είναι γνωστά στους Αιτητές. Καταδεικνύεται ορατή η πιθανότητα επιτυχίας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ακρόαση της αίτησης έγινε με βάση τα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που επισυνάπτονται στην αίτηση και την ένσταση. Σε σχέση με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και επίσης ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία. Στην απόφαση, στην υπόθεση C. PHASARIAS (AUTOMOTIVE CENTRE) LIMITED v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ σελ. 785, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα «να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του» αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύθηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης. Δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη για το κριτήριο αυτό είναι η συνεχής διακίνηση των χρημάτων των Αιτητών που έχει ως σκοπό να καταστήσει αδύνατη την ιχνηλάτηση αυτών. Λαμβάνεται επίσης υπόψη η εκδηλωθείσα παρανομία. Οι αδικοπραγούντες φέρονται να έχουν ενεργήσει εις βάρος των Αιτητών μεθοδευμένα και βάσει σχεδίου. Τα περιουσιακά στοιχεία φαίνεται να έχουν ακολουθήσει μια πολυδαίδαλη διαδρομή μέσω πολλών εταιρειών «κέλυφος» με αποτέλεσμα να είναι απόλυτα δυσχερής η παρακολούθηση και ο εντοπισμός τους από τους Αιτητές, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Χωρίς την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα είναι αδύνατον να προχωρήσουν οι Αιτητές σε διαδικασίες εναντίον των αδικοπραγούντων. Σχετικό επί του θέματος είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Αvila Μanagement Services Ltd κ.ά. ν. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1Β ΑΑΔ 1403: «Όσον αφορά ιδιαιτέρως το ζήτημα της μη ικανοποίησης του τρίτου κριτηρίου για την ύπαρξη πιθανότητας πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος, εύλογη ήταν η κρίση του ότι χωρίς τα διατάγματα θα είναι δύσκολη, αν όχι αδύνατη, η προώθηση των διαδικασιών στην Τσεχία. Κατά συνέπεια, θα είναι δύσκολο και να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Προς τούτο ευστόχως παρέπεμψε στην Κυρίσαββα ν. Κίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, ως νομολογία που λαμβάνει υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου και παράγοντες άλλους από χρηματικούς, όπως τυχόν εκδηλωθείσα παρανομία. Σχετική επίσης είναι και η πιο πρόσφατη απόφαση στη Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848). Με την ικανοποίηση των τριών κριτηρίων και το ισοζύγιο της ευχέρειας ή καλύτερα των αναγκών της δικαιοσύνης, σαφέστατα η πλάστιγγα έκλινε υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων.» Οι Αιτητές έχουν ικανοποιήσει και τις τρείς προϋποθέσεις που απαριθμεί το άρθρο 32 του Ν.14/
  1. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ήγειραν ως λόγο ένστασης και το γεγονός ότι δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και τα αιτούμενα διατάγματα είναι όμοια και/ή πανομοιότυπα με τις αξιώσεις των Εναγόντων στο γενικά οπισθογραφημένο ένταλμα και τυχόν έκδοση τους θα σημαίνει κατ΄ ουσία και την αποπεράτωση ολόκληρης της αγωγής. Το ακόλουθο απόσπασμα και πάλιν από την απόφαση
  2. ΑVILA v.
  3. FRANTISEK (ανωτέρω) είναι σχετικό και απαντά στο λόγο ένστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση: «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015).» Ο λόγος αυτός της ένστασης απορρίπτεται. Άλλος λόγος ένστασης είναι ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεσμεύονται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και/ή τραπεζικό απόρρητο και τα αιτούμενα διατάγματα δεν εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του άρθρου 29
(2)του Νόμου 66
(1)/
  1. Ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί. Στην απόφαση Μelouska Commercial LTD κ.ά ν. CHUMACHENKO ALISA κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε71/13, 30.9.2014 αποφασίστηκαν τα εξής: «Τώρα, σ΄ ότι αφορά την άρση του τραπεζικού απορρήτου, εκ πρώτης όψεως φαίνεται να είναι ορθή η επισήμανση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των εφεσειουσών ότι εφόσον στην Κύπρο το θέμα ρυθμίζεται νομοθετικά δεν ισχύουν οι σχετικές αρχές του Κοινοδικαίου. Δεν πρέπει όμως να αγνοούμε ότι ουσιαστικά η άρση του τραπεζικού απορρήτου για λόγους δημοσίου συμφέροντος αποτελεί αρχή του Κοινοδικαίου που ο κύπριος νομοθέτης την εισήγαγε στον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο και κατά συνέπεια η αγγλική νομολογία επί του θέματος είναι άκρως βοηθητική. Εξ ου και η υιοθέτηση της από το Εφετείο στην υπόθεση Penderhill (ανωτέρω), όπως προηγουμένως έπραξε και το πρωτόδικο Δικαστήριο. Επομένως το σχετικό παράπονο των εφεσειουσών δεν ευσταθεί, όπως δεν ευσταθεί και το παράπονο τους ότι η άρση του τραπεζικού απορρήτου δεν ισχύει σε αστικές διαδικασίες. Τέτοια ερμηνεία, η οποία θα στερούσε τα πιθανά θύματα αδικοπραξιών από του να πληροφορούνται από τις τράπεζες πώς αποσπάστηκαν από λογαριασμό τους και πού κατέληξαν τα περιουσιακά τους στοιχεία, δεν μπορεί να δοθεί στη σχετική πρόνοια του άρθρου 29 και ούτε η Τράπεζα - σαν ενδιαφερόμενο μέρος στη διαδικασία - δεν υποστήριξε κάτι τέτοιο.» ΄Ενας άλλος ισχυρισμός είναι ότι το αιτούμενο διάταγμα αποτελεί προσπάθεια ψαρέματος μαρτυρίας από τους Αιτητές ιδιαίτερα επεκτείνεται σε όλους τους λογαριασμούς που πιθανότητα διατηρούσε η εταιρεία για ακαθόριστο χρόνο. Στην ίδια πιο πάνω απόφαση AVILA v.
  2. FRANTISEK αποφασίστηκε ότι: «Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR
  3. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366).» Το άρθρο 32 αναφέρει ρητά ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (βλ. Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 396, 402). Όσον αφορά την ικανοποίηση του ισοζυγίου της ευχέρειας, ενόψει των όσων έχουν λεχθεί, είναι σαφές ότι το ισοζύγιο κλίνει υπέρ της Αιτήτριας στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Η αξίωση της Αιτήτριας παρουσιάζεται ως ικανοποιούσα τα σχετικά κριτήρια της νομολογίας, και του Νόμου. Ενόψει της ικανοποίησης των προϋποθέσεων για έκδοση διατάγματος ως oι παράγραφοι Α, Β, Γ και Δ της Αίτησης, είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό την έννοια της απονομής της δικαιοσύνης, όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ της Αίτησης. Το διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς, κάτω από την παράγραφο Δ της Αίτησης, γίνεται απόλυτο. Ο χρόνος που αναφέρεται στις παραγράφους Α και Β της Αίτησης, 17 μέρες και 10 μέρες αντίστοιχα, στα εκδοθέντα διατάγματα είναι 15 μέρες. Επίσης επειδή το φάσμα στοιχείων που απαιτείται είναι ευρύ, κρίνω ότι θα πρέπει να περιοριστεί το διάταγμα χρονικά και να ξεκινά από το 2012 για να εμφαίνονται και τυχόν ενέργειες πριν τις 25.2.2013 (ήτοι την ημερομηνία της ισχυριζόμενης Δόλιας Μεταφοράς). Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης θα πρέπει να επιδικασθούν και επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καθότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση είναι τρίτα πρόσωπα στη διαφορά που υπάρχει και τα έξοδα που θα καταβληθούν από τους Αιτητές είναι ανακτήσιμα από τον αδικοπραγούντα. Επίσης οι Αιτητές να καταθέσουν εντός 5 ημερών, στον Πρωτοκολλητή ασφάλεια εξόδων ύψους €10.000 για τυχόν διοικητικά έξοδα που θα υποστούν οι Εναγόμενοι συμμορφούμενοι με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση
  1. AVILA v.
  2. FRANTISEK (ανωτέρω) είναι σχετικό: «Τέλος, οι εφεσείοντες παραπονούνται για τη διαταγή εξόδων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα έξοδα της αίτησης θα ήταν έξοδα δίκης. Οι εφεσείοντες παραπονούνται ότι η ορθή πρακτική που ακολουθείται από τη νομολογία, αρχής γενομένης από την ίδια την υπόθεση Norwich Pharmacal, είναι ότι οι αιτητές υποχρεώνονται να καταβάλουν τα έξοδα στους καθ' ων, ως τρίτα πρόσωπα, στη διαφορά που ήδη υπάρχει ή που ενδέχεται να υπάρξει, τα δε έξοδα των ιδίων των αιτητών - εδώ εφεσιβλήτων - είναι ανακτήσιμα από τον αδικοπραγούντα. Στο Civil Litigation 2006-2007 των Inns of Court School of Law, αναφέρονται τα εξής, στη σελ. 212, παρ. 21.2.8: «A claimant will normally be required to pay the legal costs and any other expenses incurred by a blameless defendant in complying with a Norwich Pharmacal order. It may be possible to recover such costs and expenses from the wrongdoer if liability is eventually established, provided it was foreseeable that the claimant would need to make a Norwich Pharmacal application before bringing the substantive proceedings (Totalise plc v. Motley Fool Ltd (No. 2) The Times, 10 January 2002).» Σε μετάφραση: «Θα ζητηθεί κατά κανόνα από τον ενάγοντα να καταβάλει τα δικαστικά και άλλα έξοδα τα οποία θα υποστεί ο αναίτιος εναγόμενος συμμορφούμενος με τη διαταγή Norwich Pharmacal. Πιθανόν να είναι δυνατή η ανάκτηση των δικαστικών και άλλων εξόδων από τον αδικοπραγούντα υπό την προϋπόθεση ότι ήταν προβλεπτό ότι ο ενάγων θα αναγκαζόταν να προωθήσει αίτηση για Norwich Pharmacal προτού εγείρει την ουσιαστική διαδικασία (Totalise plc v. Motley Fool Ltd (No. 2) The Times, 10 Ιανουαρίου 2012).» Η αρχή της επιδίκασης εξόδων υπέρ του εναγομένου στις υποθέσεις τύπου Norwich Pharmacal, ακόμη και της παροχής ασφάλειας για τυχόν έξοδα και απώλειες που θα υποστούν οι εναγόμενοι για την εξασφάλιση των στοιχείων και των πληροφοριών, δεν είναι ασυνήθης. Εφαρμόζεται επίσης, τουλάχιστον σ' ό,τι αφορά την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, διοικητικά, δικαστικά και άλλα, που θα υποστούν τρίτα πρόσωπα τα οποία θα πρέπει να συμμορφωθούν με το διάταγμα του Δικαστηρίου και σε υποθέσεις Mareva, όπου συνήθως τράπεζες, ως τρίτα πρόσωπα, πρέπει να ελέγξουν διάφορους λογαριασμούς για να διαπιστώσουν κατά πόσο ο εναγόμενος έχει τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα του ή σε συνδεδεμένες μ' αυτόν εταιρείες, στοιχεία τα οποία οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριό επί ποινή περιφρόνησης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Τέτοιοι όροι είναι συνήθεις και επιβάλλονται από το Δικαστήριο κατά την έκδοση Mareva Injunctions (δέστε Z. Ltd v. A-Z [1982] 1 Q.B. 558). Η διαταγή εξόδων ως ανωτέρω ενδείκνυται όμως όταν ο εναγόμενος θεωρείται αμέτοχος στις όλες αδικοπραξίες («blameless defendant») και είναι αθώο μέρος. Εδώ, όμως, οι εφεσείοντες θεωρούνται για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί ενδεχόμενοι συμμέτοχοι στις ενέργειες του Krouzecky και των υπόλοιπων εμπλεκομένων. Η πρωτόδικη διαταγή εξόδων λοιπόν ήταν κατ' ελάχιστον εύλογη υπό τις περιστάσεις, έστω και αν το Δικαστήριο δεν έδωσε γι' αυτό κάποια ιδιαίτερη αιτιολογία.» (Υπ.) ........... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.