Χαριτίνης Σάββα κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Έφεση/Αίτηση Αρ. 490/2017, 12/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A255 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Έφεση/Αίτηση Αρ. 490/2017 Αναφορικά με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965, Ν.9/1965και Αναφορικά με τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κεφ.224 Μεταξύ: 1.Χαριτίνης Σάββα 2.Κώστα Κωνσταντίνου, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του Νικόλα Κωνσταντίνου Εφεσειόντων/Αιτητών και Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Εφεσίβλητη/Καθ΄ης η Αίτηση 12 Οκτωβρίου, 2017 Για τους εφεσείοντες αρ.1 και 2, εμφανίζεται ο κ.Π.Βορκάς για τους κ.κ.Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εφεσιβλήτους, εμφανίζεται η κα Χρ.Ππεκρή για τους κ.κ.Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Δια της υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο έφεσης επιδιώκεται ο παραμερισμός δύο ειδοποιήσεων ημερ. 14.7.2017 τις οποίες εξέδωσαν οι εφεσίβλητοι επί του Τύπου «ΙΑ» των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων (Ν.9/1965, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια, εφεξής «ο Νόμος») και απευθύνονται στους εφεσείοντες αρ.1 και 2 (εφεξής «οι εφεσείοντες», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου). Πρόκειται για ειδοποιήσεις οι οποίες εξεδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 44Γ
(2)του Νόμου και οι οποίες πληροφορούν τους εφεσείοντες πως επίκειται (στις 16.10.2017) η πώληση, δια πλειστηριασμού, δύο ενυπόθηκων ακινήτων τους τα οποία εξασφαλίζουν εξ αποφάσεως χρέους τους. Σχετική με αυτό το εξ αποφάσεως χρέος είναι η απόφαση επί της αγωγής αρ. 4867/1999 (Ε.Δ. Πάφου) Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Νικόλα Κωνσταντίνου Νικόλα κ.α., ημερ. 17.01.
- Τα ενυπόθηκα ακίνητα ευρίσκονται στον Κάτω Πύργο, επαρχίας Λευκωσίας, και περιγράφονται ως χωράφια υπ΄αριθμόν εγγραφής 0/1221, Φ/Σχ.Τμήμα 18-36,0,τεμάχιο 343 και υπ΄αριθμόν εγγραφής 0/2445, Φ/Σχ.Τμήμα 18-36,0, τεμάχιο
- Οι σχετικές υποθήκες φέρουν αριθμό Υ1832/95 και Υ10981/97 και είναι εγγεγραμμένες στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας. Ας σημειωθεί πως το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να προσφεύγει, ενώπιον του αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου, με σκοπό τον παραμερισμό ειδοποίησης εκδοθείσας επί του Τύπου «ΙΑ» του Νόμου κατοχυρώνει το άρθρο 44Γ
(3)αυτού. Οι λόγοι παραμερισμού των δύο επίδικων ειδοποιήσεων, ως αυτοί καταγράφονται στο δικόγραφο των εφεσειόντων, συνοψίζονται ως εξής:
(1)Το «ΜΕΡΟΣ VIA: ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ», το οποίο τέθηκε σε ισχύ δια του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014 (Ν.142(Ι)/2014)και στο οποίο περιλαμβάνονται τα κρίσιμα άρθρα 44Α επ. δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση τους εφ΄όσον, μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης ημερ.17.01.2000, δεν υπάρχει «οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με δήλωση σύμβασης υποθήκης» ούτε υπάρχει «ποσό που έγινε απαιτητό». Μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης ημερ. 17.01.2000 υπάρχει μόνον εξ αποφάσεως χρέος. Περαιτέρω και συναφώς, οι εφεσίβλητοι προώθησαν ήδη το δικαίωμά τους για πώληση των δύο επίδικων ακινήτων δια της καταχώρισης της προαναφερθείσας αγωγής αρ. 4867/199 (Ε.Δ. Πάφου).
(2)Εν πάση περιπτώσει, εκκρεμεί η αγωγή αρ. 1792/2017 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Χαριτίνη Σάββα κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η αγωγή αυτή κατεχωρίστηκε στις 19.04.2017 και σχετίζεται με την ειδοποίηση την οποία εξέδωσαν οι εφεσίβλητοι επί του Τύπου «Ι» του Νόμου. Την έφεση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του εφεσείοντος αρ.2 ημερ. 01.08.
- Το κρίσιμο περιεχόμενο αυτής, όσον αφορά στα γεγονότα, έχει ως ακολούθως: «...............................
- Είμαι ο Εφεσείων 2 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Έφεση, στην οποία ενεργώ ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα μου, Νικόλα Κωσταντίνου, τα γεγονότα της οποία γνωρίζω πολύ καλά και προσωπικά, τα όσα δε αναφέρω στην παρούσα μου είναι ορθά και αληθινά. Είμαι εξουσιοδοτημένος και από την Εφεσείουσα 1 που είναι η μητέρα μου να προβώ στην παρούσα δια λογαριασμό της.
- ..... τυγχάνω διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα μου Νικόλα Κωσταντίνου ο οποίος απεβίωσε στις 26/05/2004, δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, στην Αίτηση Διαχείρισης 265/
- .................................
- Στις 17/01/2000 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εξέδωσε απόφαση στην αγωγή 4867/99 υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον της Εφεσείουσας 1 και του αποβιώσαντα πατέρα μου. ...............................
- Δυνάμει της πιο πάνω απόφασης.., η Εφεσείουσα 1 και ο αποβιώσας διατάχθηκαν να πληρώσουν στην Εφεσίβλητη, ο μεν αποβιώσας ποσό ΛΚ147,812.38(Ευρώ 252,552.44) πλέον τόκο 9% το χρόνο επί ποσού ΑΚ138,725.84 (Ευρώ 237,027.17) από 30/08/1999 μέχρι εξοφλήσεως, η δε Εφεσείουσα 1 ποσό ΛΚ48,000(Ευρώ 82,012.86) πλέον τόκο 9% ετησίως από 21/02/1995 μέχρι εξοφλήσεως. Επίσης και οι δύο διατάχθηκαν να καταβάλουν έξοδα ΛΚ593(Ευρώ 1.013,20) με τόκο 8% ετησίως από 7/12/1999 πλέον 8% ΦΠΑ.
- Επιπρόσθετα, διατάχθηκε με την ίδια ως άνω απόφαση η εκποίηση των υποθηκών Υ1832/95 και Υ10981/97 που αφορούσε δυο αντίστοιχα ενυπόθηκα ακίνητα του αποβιώσαντα πατέρα μου υπ' αριθμό εγγραφής 1221, Φ/Σχ XVI11/36, τεμ.343 και αριθμό εγγραφής 2445, Φ.Σχ. XVIII/36, τεμ.249, που ευρίσκονται στον Κάτω Πύργο.
- Από της εκδόσεως της πιο πάνω δικαστικής απόφασης ημερ. 17/01/2000 η Εφεσίβλητη δεν έπραξε οτιδήποτε με σκοπό την εκποίηση των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων και τούτο παρά την επιλογή της να κινηθεί δικαστικά γι' αυτό τον σκοπό με την ως άνω αγωγή 4867/99 ... στην οποία και έλαβε σχετικά διατάγματα.
- Κατά τον χρόνο εκδόσεως της ανωτέρω απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου αρ.4867/99 το εξ' αποφάσεως ποσό ανήρχετο στα Ευρώ 370000 περίπου μαζί με τους τόκους. Αντί λοιπόν η Εφεσίβλητη να ενεργήσει έγκαιρα και παρά το ότι είχε ήδη λάβει διατάγματα εκποίησης του ενυπόθηκου χρέους, αυτή ουδέν έπραξε μέχρι τώρα αφήνοντας σύμφωνα με τους δικούς της υπολογισμούς το εξ'αποφάσεως χρέος να ανέλθει μέχρι τις 26/07/2016 στα Ευρώ 1,080,309.61 .Επισυνάπτω σε απόδειξη τούτου... τρία έγγραφα που εξέδωσαν και μου παρέδωσαν οι υπάλληλοι της Εφεσίβλητης τον Σεπτέμβριο του 2016 μετά από σχετικό γραπτό αίτημα των δικηγόρων μου ...
- Από τα ανωτέρω φαίνεται ακόμα πως η Εφεσίβλητη μέσα από τους ως άνω υπολογισμούς της .., χρεώνει παράνομα τόκους στο εξ'αποφάσεως χρέος που σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαν να υπερβούν το διπλάσιο του κεφαλαίου, μιας και ως συμβουλεύομαι από τους ως άνω δικηγόρους μου η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου εκδόθηκε πριν την θέσπιση την 01/01/2001 της νέας νομοθεσίας που ελευθεροποίησε την επιβολή τόκων, η οποία όμως δεν έχει αναδρομική ισχύ.
- Επιπρόσθετα, η αδράνεια της Εφεσίβλητης να προχωρήσει με την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων προκαλεί ζημιές, αφού ενώ η αξία αυτών τα προηγούμενα χρόνια υπερέβαινε τα εξ' αποφάσεως ποσά, τώρα αυτή δεν αρκεί για τη κάλυψη τους. Επισυνάπτω ..σχετική εκτίμηση που αφορά το ενυπόθηκο ακίνητο υπ'αριθμό εγγραφής 1221, Φ.Σχ. 18-36, τεμ.343 ημερ. 19/02/2008 που έγινε από τον ειδικό εκτιμητή ακινήτων Γιώργο Μαυρέα με εντολή μου, όπου η αξία του ανήρχετο μέχρι και τα Ευρώ 2,055.000 ενώ αυτή σύμφωνα με την γενική εκτίμηση του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ανήρχετο στα Ευρώ 405,100.00 μόνο ..αξία η οποία παραμένει η αμετάβλητη μέχρι σήμερα λόγω της οικονομικής κρίσης ως με ενημερώνει ο ειδικός εκτιμητής ακινήτων κ.Κωσταντίνος Παυλίδης.
- Παρά τα ανωτέρω, η Εφεσίβλητη ενεργώντας πολύ καθυστερημένα το 2016 αποτάθηκε στην πλευρά μας για το ως άνω εξ'αποφάσεως χρέος, με αποκορύφωμα την επίδοση σε μας στις 17/03/2017 των ειδοποιήσεων «Τύπος Θ» και «Τύπος I» ημερ. 08/03/2017 δια των οποίων μεταξύ άλλων μας ειδοποιούσε πως έγινε απαιτητό το ποσό των Ευρώ 410,064.34 σύμφωνα με τις δηλώσεις σύμβασης υποθήκης Υ1832/95 και Υ10981/
- Μας καλούσε δε όπως εντός 30 ημερών προβούμε στην καταβολή του πιο πάνω ποσού, τόκων και εξόδων διαφορετικά αυτή θα προχωρούσε στην διαδικασία πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων. .......
- Κατόπιν των πιο πάνω δώσαμε οδηγίες στους δικηγόρους μας οι οποίοι καταχώρισαν στις 19/04/2017 την πολιτική αγωγή αρ. 1792/17 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε σχέση με την πιο πάνω ειδοποίηση της Εφεσίβλητης προς εμάς «Τύπος I » ημερ. 08/03/2017 και τις αξιώσεις της όσον αφορά τις δυο υποθήκες αρ.Υ1832/95 και Υ10981/
- Αντίγραφο της εν λόγω αγωγής επισυνάπτω ...Η εν λόγω αγωγή επιδόθηκε στην Εφεσίβλητη στις 21/04/2017, αυτή δε διόρισε δικηγόρους οι οποίοι καταχώρισαν για λογαριασμό της εμφάνιση στο Δικαστήριο στις 17/05/
- ....
- Στις 24/07/2017 η Εφεσίβλητη γνωρίζοντας τα ανωτέρω και εμμένοντας στις παράνομες αξιώσεις της προχώρησε στην επίδοση σε εμένα και την Εφεσείουσα 1 νέων ειδοποιήσεων με τίτλο «ΤΥΠΟΣ ΙΑ» με τις οποίες μας γνωστοποιεί την απόφαση της να προχωρήσει στην πώληση των δυο ανωτέρω ενυπόθηκων ακινήτων στις 16/10/2017 μεταξύ των ωρών 9:00πμ και 5:00μμ στην Λεωφόρο Μακαρίου Γ' αρ.28 στην Κάτω Λακατάμια Λευκωσίας, με την διαδικασία του δημόσιου πλειστηριασμού.» Στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντος αρ.2 επισυνάπτονται, ως τεκμήρια, κρίσιμα έγγραφα στα οποία αυτός παραπέμπει. Μεταξύ άλλων, επισυνάπτονται αντίγραφα του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή αρ. 1792/2017 (Ε.Δ. Λευκωσίας) (τεκμήριο 8) καθώς και του σημειώματος εμφάνισης που κατεχωρίστηκε από τους εναγομένους στην αγωγή αυτή (και εδώ εφεσιβλήτους) στις 17.05.2017 (τεκμήριο 9). Η έφεση αντιμετωπίζει τη γραπτή ένσταση των εφεσιβλήτων η οποία κατεχωρίστηκε στις 28.08.
- Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως εξής:
(1)Εν προκειμένω, δεν συντρέχουν οι περιοριστικά αναφερόμενοι στο Νόμο λόγοι παραμερισμού ειδοποίησης εκδοθείσας επί του Τύπου «ΙΑ». Ιδίως, η αγωγή αρ. 1792/2017 (Ε.Δ.Λευκωσίας) δεν συνιστά την προβλεπόμενη, από το άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Νόμου, αγωγή, η εκκρεμοδικία της οποίας δύναται να αποτελέσει λόγο παραμερισμού ειδοποίησης εκδοθείσας επί του Τύπου «ΙΑ». Εν πάση περιπτώσει, η αγωγή αυτή είναι καταχρηστική και κακόπιστη.
(2)Οι διατάξεις του «ΜΕΡΟΥΣ VIA» του Νόμου αφορούν και στην περίπτωση εξ αποφάσεως χρέους το οποίο εξασφαλίζεται με υποθήκευση ακινήτου. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εφεσειόντων συνιστούν εσφαλμένη ερμηνεία του Νόμου και/ή ερμηνεία μη συναρτωμένη με το σκοπό του νομοθέτη. Ερμηνεία του Νόμου ως οι εφεσείοντες εισηγούνται οδηγεί στην καταστρατήγησή του.
(3)Επιδιώκοντας τον ιδιωτικό πλειστηριασμό των δύο επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων προς το σκοπό αποπληρωμής του ποσού το οποίο δικαιούνται να λάβουν από τους εφεσείοντες δυνάμει της δικαστικής απόφασης ημερ. 17.01.2000, οι εφεσίβλητοι ενεργούν νόμιμα. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Παύλου Δημητρίου, υπαλλήλου των εφεσιβλήτων. Tο κρίσιμο περιεχόμενο αυτής, όσον αφορά στα γεγονότα, έχει ως ακολούθως: «.............................
- Εργάζομαι ως Λειτουργός της Υπηρεσίας Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Καθ΄ης η Αίτηση στη παρούσα Αίτηση (εφ΄εξής η «Τράπεζα»). .............................. Τα γεγονότα
- Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και ως πληροφορούμαι η Τράπεζα παραχώρησε στον Νικόλα Κωνσταντίνου πιστωτικές διευκολύνσεις προς εξασφάλιση των οποίων εγγράφηκε από τον αποβιώσαντα Νικόλα Κωνσταντίνου επί των ακινήτων με αρ. εγγραφής 0/1221 και 0/2445 στον Κάτω Πύργο στην Λευκωσία (ί) Α' Υποθήκη με αριθμό Υ1832/95 για το ποσό των ΛΚ72.000.00 πλέον τόκους και (ii) Β' Υποθήκη με αριθμό Υ10981/97 για το ποσό των ΛΚ48.000.00 πλέον τόκους. ...........................
- Η Αιτήτρια 1 εγγυήθηκε προσωπικά όλες τις υποχρεώσεις του Νικόλα Κωνσταντίνου προς την Τράπεζα.
- Ένεκα των καθυστερήσεων αποπληρωμής των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων, η Τράπεζα ασκώντας τα δικαιώματα της τερμάτισε τις σχετικές συμφωνίες και ολόκληρα τα οφειλόμενα ποσά δυνάμει των συμφωνιών αυτών καθώς και το ενυπόθηκο χρέος κατέστηκαν πληρωτέα και απαιτητά.
- Η Τράπεζα καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εναντίον του Νικόλα Κωνσταντίνου και της Αιτήτριας 1 την αγωγή υπ' αρ. 4867/1999 στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση εναντίον των εναγόντων στις 17.1.2000 και διατάχθηκε από το Δικαστήριο η εκποίηση των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων .........
- Λόγω της μη συμμόρφωσης με την σχετική δικαστική απόφαση για 16 και πλέον χρόνια και λόγω μη καταβολής του ενυπόθηκου χρέους επιδόθηκε την 17.3.2017 εκ μέρους της Τράπεζας στους Αιτητές η ειδοποίηση «Τύπος Θ» και η ειδοποίηση «Τύπος I» μαζί με κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων............
- Στις 19.4.2017 οι Αιτητές καταχώρησαν στο Επαρχιακό. Λευκωσίας την αγωγή με αρ. 1972 ..... την οποία όμως δεν προωθούν.
- Στις 24.7.2017 επιδόθηκε στους Αιτητές η Ειδοποίηση «Τύπος ΙΑ». Η Ειδοποίηση Τύπος «ΙΒ» επιδόθηκε στις 24.7.2017 μόνο στον Αιτητή
- .. ..............................
- Η διαδικασία του Μέρους VIA έχει κινηθεί από την Τράπεζα με σκοπό να εισπραχθεί το ενυπόθηκο χρέος το οποίο αποτελεί μέρος του εξ' αποφάσεως χρέους. Το εξ' αποφάσεως χρέος, μέρος του οποίου είναι και το ενυπόθηκο χρέος, δεν έχει μέχρι σήμερα καταβληθεί, περιφρονώντας την εν λόγω δικαστική απόφαση. Από τη στιγμή που το εξ' αποφάσεως χρέος, μέρος του οποίου είναι το ενυπόθηκο χρέος, παραμένει οφειλόμενο οι ισχυρισμοί του ομνύοντα ότι δεν υπάρχει οφειλόμενο ποσό δεν ευσταθούν. Αποτελεί γεγονός ότι το ενυπόθηκο χρέος παραμένει ανεξόφλητο.
- Αναφέρω περαιτέρω ότι από το 2000 που εκδόθηκε απόφαση εναντίον της Αιτήτριας 1 και του Νικόλα Κωνσταντίνου το εξ' αποφάσεως χρέος δεν εξοφλήθηκε. Ο Αιτητής 2, ο οποίος διορίστηκε το 2005 ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Νικόλα Κωνσταντίνου, είχε σύμφωνα με τη νομική συμβουλή την οποία λαμβάνω, καθήκον στα πλαίσια της διαχείρισης της κληρονομιάς να καταβάλει τα νόμιμα χρέη του αποθανόντα στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η εξ' αποφάσεως οφειλή προς την Τράπεζα, το οποίο ο Αιτητής 2 δεν έχει ακόμα πράξει παρόλο που έχουν παρέλθει 12 χρόνια από το διορισμό του ως διαχειριστής. Δεν μπορεί επομένως ο Αιτητής 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση να προβάλλει ισχυρισμούς περί αδράνειας της Τράπεζας να εισπράξει το εξ' αποφάσεως χρέος.
- Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του ομνύοντα στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση περί παράνομων χρεώσεων τόκων, αυτοί απορρίπτονται. Σύμφωνα με νομική συμβουλή την οποία λαμβάνω, τα όσα αναφέρει ο ομνύοντας δεν ευσταθούν και δεν εφαρμόζονται σε περιπτώσεις που εκδόθηκε απόφαση διότι το οφειλόμενο ποσό και το επιτόκιο με το οποίο χρεώνεται καθορίζεται πλέον από την δικαστική απόφαση. Σε σχέση με το θέμα αυτό, μεταξύ άλλων, υπήρξε ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων των Αιτητών και της Τράπεζας. ...............................» Παρομοίως, και στην ένορκη δήλωση του Παύλου Δημητρίου επισυνάπτονται, ως τεκμήρια, έγγραφα στα οποία αυτός παραπέμπει. Η ακρόαση της έφεσης διεξήχθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Συνεπώς, κρίσιμο πραγματικό υπόβαθρο, για την εξέτασή της, αποτελούν τα όσα αναφέρουν, στις γραπτές ένορκες δηλώσεις τους, ο εφεσείων αρ.2 και ο Παύλος Δημητρίου, καθώς και τα όσα μαρτυρούν τα συνημμένα, στις δηλώσεις αυτές, έγγραφα. Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα, υπό τον πρίσμα και των επιμελημένων αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, και εξετάσθηκε η μαρτυρία. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Οι δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων αναδεικνύουν, ως κεντρικό ζήτημα προς επίλυση, το εύρος του πεδίου εφαρμογής του «ΜΕΡΟΥΣ VIA» του Νόμου. Συγκεκριμένα, προέχει να διαπιστωθεί, πρώτον, κατά πόσον το «ΜΕΡΟΣ VIA», το οποίο μεταξύ άλλων, καθιερώνει μια «ιδιωτική» διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου, δηλαδή μια διαδικασία που διεξάγεται από τον ενυπόθηκο δανειστή χωρίς την παρέμβαση κυβερνητικών υπηρεσιών είναι παράλληλη με τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου ως αυτή προβλέπεται στο «ΜΕΡΟΣ VI» του Νόμου, όπου παρεμβαίνει ο Διευθυντής του αρμόδιου Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος. Δεύτερον, προέχει να διαπιστωθεί κατά πόσον το «ΜΕΡΟΣ VIA» καλύπτει και περιπτώσεις ως αυτή των εφεσειόντων, δηλαδή περιπτώσεις όπου, μετά από την εκδίκαση σχετικής αγωγής, η συμβατική οφειλή έχει καταστεί εξ αποφάσεως χρέος, όπου η σχετική δικαστική απόφαση δίδει το δικαίωμα στον εξ αποφάσεως δανειστή να εκποιήσει ακίνητα, τα οποία έχουν υποθηκευθεί προς το σκοπό εξασφάλισης της συμβατικής οφειλής, όπου ο εξ αποφάσεως δανειστής δεν ζήτησε από τις αρμόδιες κυβερνητικές υπηρεσίες να θέσουν σε κίνηση τη διαδικασία εκποίησης αυτών των ακινήτων, προς το σκοπό είσπραξης του εξ αποφάσεως χρέους (ή μέρους αυτού), και όπου το εξ αποφάσεως χρέος (ή μέρος αυτού), εξακολουθεί να οφείλεται για τουλάχιστον 120 ημέρες από την ημερομηνία κατά την οποίαν, δυνάμει της δικαστικής απόφασης, αυτό καθορίζεται ως καταβλητέο. Ας σημειωθεί πως αυτή η «ιδιωτική» διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων εισήχθηκε στην Κυπριακή έννομη τάξη δια του τροποποιητικού Ν.142(Ι)/2014, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, δηλαδή στις 09.09.2014. Όσον αφορά στην ενυπόθηκη κύρια κατοικία, η δυνατότητα ιδιωτικής εκποίησης, ως το «ΜΕΡΟΣ VIA» προβλέπει, ισχύει από την 01.01.2015 (δείτε το άρθρο 5 του Ν.142(Ι)/2014). Ως προς το πρώτο σκέλος αυτού του κεντρικού ζητήματος η απάντηση είναι θετική. Η ιδιωτική διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του «ΜΕΡΟΥΣ VIA» του Νόμου είναι παράλληλη με την διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου ως αυτή προβλέπεται στο «ΜΕΡΟΣ VI». Παρατίθεται σχετικά το ακόλουθο απόσπασμα από την Γνωμάτευση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της Αναφοράς αρ. 3/2014 Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερ. 31.10.2014: «Στις 06.09.2014 ψηφίστηκε και στις 09.09.2014 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ο Ν.142(Ι)/2014δια του οποίου τροποποιήθηκαν οι περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμοι του 1965 εως 2011 (Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2014). Με τον τροποποιητικό αυτό Νόμο προβλέφθηκε διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή (Μέρος VIA του Νόμου) η οποία υφίσταται πλέον παράλληλα με τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου όπως αυτή ρυθμιζόταν και συνεχίζει να ρυθμίζεται δια του βασικού νόμου(Μέρος VI του Νόμου). Ειδικότερα, με τον τροποποιητικό Νόμο παραχωρήθηκε δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει, σε περίπτωση υπερημερίας, σε διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου δια πλειστηριασμού χωρίς αίτηση προς και εμπλοκή του Κτηματολογίου και γενικώς χωρίς την ανάγκη να τηρηθούν οι διαδικασίες που προβλέπονται προκειμένου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VI». Θετική είναι η απάντηση και ως προς το δεύτερο σκέλος αυτού του κεντρικού ζητήματος. Το «ΜΕΡΟΣ VIA» του Νόμου εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις ως αυτή των εφεσειόντων. Εφαρμόζεται, δηλαδή, σε περιπτώσεις όπου προηγήθηκε δικαστική επίλυση της διαφοράς, όπου η εξασφαλισμένη, με ενυπόθηκο ακίνητο, οφειλή κατέστη εξ αποφάσεως χρέος, όπου η δικαστική απόφαση περιλαμβάνει και διαταγή για την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου όπου δεν πραγματοποιήθηκε η προβλεπόμενη, από το «ΜΕΡΟΣ VI», διαδικασία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου, και όπου το εξ αποφάσεως χρέος εξακολουθεί να οφείλεται. Η διαπίστωση αυτή βασίζεται στα εξής: Το άρθρο 2 του Νόμου ορίζει τον «ενυπόθηκο δανειστή» ως το πρόσωπο υπέρ του οποίου εγγράφεται η υποθήκη, τον δε «ενυπόθηκο οφειλέτη» ως τον κύριο ακινήτου ο οποίος εγγράφει υποθήκη επί του ακινήτου αυτού. Περαιτέρω, το άρθρο 441Ε ορίζει τον «ενυπόθηκο οφειλέτη» ως «τον κύριο ακινήτου που συνιστά υποθήκη επί του ακινήτου αυτού, περιλαμβανομένου και του οφειλέτη χρέους που εξασφαλίζεται με την υποθήκη...». Πρόκειται για ρητούς και σαφείς ορισμούς με εύρος, οι οποίοι δεν αποδίδουν στα συγκεκριμένα πρόσωπα (τον ενυπόθηκο δανειστή και τον ενυπόθηκο οφειλέτη) πρόσθετε περιοριστικές ιδιότητες. Πρόκειται για ορισμούς οι οποίοι δεν προβλέπουν ούτε επιτρέπουν παρεκκλίσεις ή εξαιρέσεις ή προϋποθέσεις κατά τρόπον ώστε οι κατηγορίες των «ενυπόθηκων δανειστών» και των «ενυπόθηκων οφειλετών» να περιορίζονται στα πρόσωπα τα οποία δεν υπήρξαν διάδικοι. Αντίθετη, περιοριστική ερμηνεία των όρων αυτών θα συνιστούσε απόκλιση από την ρητή και σαφή λεκτική διατύπωση που επέλεξε ο νομοθέτης για να εκφράσει την βούλησή του. Τέτοια απόκλιση δεν επιτρέπεται. Συναφώς αναφέρονται οι παγίως νομολογημένοι ερμηνευτικοί κανόνες των νομοθετικών διατάξεων σύμφωνα με τους οποίους, πρώτον, στις λέξεις τις οποίες επιλέγει ο νομοθέτης για να διατυπώσει τη βούλησή του πρέπει να δίδεται η φιλολογική και συνήθης ερμηνεία, δεύτερον, δεν επιτρέπεται απόκλιση από ρητές και σαφείς νομοθετικές πρόνοιες και, τρίτον, το καθήκον του Δικαστηρίου να ερμηνεύει νομοθετικές διατάξεις δεν πρέπει να οδηγεί σε υποκατάσταση του νομοθέτη (Κόκκινου v. Αντωνιάδη
(1998)1 ΑΑΔ 120, 124-6, Διοικητικό Συμβούλιο Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων v. Αντωνιάδη
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1915, 1920-1). Περαιτέρω, η βούληση του νομοθέτη να καλύψει, δια των ρυθμίσεων του «ΜΕΡΟΥΣ VIA», και τις περιπτώσεις όπου η ενυπόθηκη οφειλή υπήρξε αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας και εξελίχθηκε σε εξ αποφάσεως χρέος διαφαίνεται και από την Αιτιολογική Έκθεση η οποία συνόδευε το σχετικό νομοσχέδιο. Η Έκθεση αυτή δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας Αρ.4150, ημερ. 05.11.2014, Έκτο Παράρτημα, Νομοσχέδια (αριθμός δημοσίευσης 225, σελ. 1236 έως και 1250) και το κείμενό της έχει ως ακολούθως: «ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου, με την εισαγωγή Μέρους VIA, το οποίο να προβλέπει για την πώληση ενυπόθηκων ακινήτων από τους ενυπόθηκους δανειστές, χωρίς την παρέμβαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Η ανάγκη εισαγωγής του νέου Μέρους VIA στο βασικό νόμο αποτελεί μνημονιακή προϋπόθεση και σκοπό έχει την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Συγκεκριμένα, με το προτεινόμενο νομοσχέδιο προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) Η διαδικασία διεξαγωγής της εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου γίνεται εξ ολοκλήρου από τον ενυπόθηκο δανειστή, χωρίς την οποιαδήποτε παρέμβαση κυβερνητικών υπηρεσιών είτε με πλειστηριασμό είτε με πώληση (β) διορίζονται δύο
(2)εκτιμητές, ένας από τον ενυπόθηκο δανειστή και ένας από τον ενυπόθηκο οφειλέτη για τη διενέργεια, ταυτόχρονα, ανεξάρτητων εκτιμήσεων του ενυπόθηκου ακινήτου, για σκοπούς υπολογισμού της αγοραίας αξίας του (γ) σε περίπτωση που η διαφορά μεταξύ των δύο
(2)εκτιμήσεων είναι μικρότερη από την χαμηλότερη εκτίμηση συν 25% αυτής, τότε ως αγοραία αξία θεωρείται ο μέσος όρος των δύο εκτιμήσεων ενώ σε περίπτωση που η διαφορά μεταξύ των δύο
(2)εκτιμήσεων είναι ίση ή μεγαλύτερη από τη χαμηλότερη εκτίμηση συν 25% αυτής, διορίζεται τρίτος ανεξάρτητος εκτιμητής και ως αγοραία αξία θεωρείται ο μέσος όρος των δύο πλησιέστερων εκτιμήσεων (δ) σε περίπτωση που δεν πραγματοποιείται πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου κατά τον πρώτο πλειστηριασμό, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου είτε με πλειστηριασμό είτε με πώληση του ακινήτου στη βάση προσφορών (ε) η επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης για τον πρώτο πλειστηριασμό και για τους μετά από αυτόν, πρώτους τρεις μήνες υπολογίζεται εως 80% της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου, ενώ για τους επόμενους εννέα μήνες όχι μικρότερη του 50%. Σε περίπτωση που δεν πωληθεί το ακίνητο σε χρονική περίοδο ενός
(1)έτους, αυτό επανεκτιμάται και μπορεί να πωληθεί με βάση τις προβλεπόμενες διαδικασίες, στις οποίες δύναται να μετέχει και ο ενυπόθηκος δανειστής, σε επιφυλασσόμενη τιμή όχι μικρότερη του 50% της αγοραίας αξίας του (στ) η διάθεση του εκπλειστηριασμού γίνεται από τον ενυπόθηκο δανειστή, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα εμπράγματα βάρη ή και απαγορεύσεις που προηγούνται ή έπονται και βαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο (ζ) αναφορικά με την κύρια κατοικία, το νέο Μέρος VIA εφαρμόζεται από 1ην Ιανουαρίου 2015. ΚΩΣΤΑΣ ΚΛΗΡΙΔΗΣ Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας» Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειόντων καλεί το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τους όρους «ενυπόθηκος δανειστής» και «ενυπόθηκος οφειλέτης» περιοριστικά και να αποκλείσει από τις ρυθμίσεις του «ΜΕΡΟΥΣ VIA» τους «εξ αποφάσεως ενυπόθηκους δανειστές» και τους «εξ αποφάσεως ενυπόθηκους οφειλέτες». Επικαλείται προς τούτο πρόνοιες του «ΜΕΡΟΥΣ VIA» του Νόμου για την υπερημερία των οφειλετών και τη δυνατότητά τους να αναδιαρθρώσουν το χρέος τους καθώς και πρόνοιες για τις οφειλές που εξασφαλίζονται με σύμβαση υποθήκης. Ο κ.Βορκάς υποστηρίζει πως οι πρόνοιες αυτές δεν συνάδουν, μάλλον αντιφάσκουν, με την ύπαρξη τελεσίδικης δικαστικής απόφασης και, άρα, συνεχίζει, η ύπαρξη των προνοιών αυτών καθιστά σαφές πως το «ΜΕΡΟΣ VIA» του Νόμου δεν τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις των εξ αποφάσεως χρεών και των εξ αποφάσεως ενυπόθηκων οφειλετών (ως είναι οι πελάτες του). Όμως, οι εισηγήσεις του κ.Βορκά παραγνωρίζουν την καθαρότητα και την σαφήνεια με την οποίαν οι επίδικοι όροι «ενυπόθηκος δανειστής» και «ενυπόθηκος οφειλέτης» ερμηνεύονται στα άρθρα 2 και 441Ε του Νόμου. Αυτή η καθαρότητα και η σαφήνεια δεν επιτρέπει παρερμηνείες ούτε επιτρέπει επέμβαση του Δικαστηρίου και απόδοση ενός νοήματος στενότερου και, εν πάση περιπτώσει, διαφορετικού [Κωνσταντίνου v. Αντωνιάδη (ανωτέρω)]. Ακόμη και εκεί ήθελε θεωρηθεί πως πρόνοιες του Νόμου για την υπερημερία των οφειλετών και την δυνατότητά τους να αναδιαρθρώσουν το χρέος τους καθώς και αυτές για τις οφειλές που εξασφαλίζονται με σύμβαση υποθήκης δημιουργούν ερωτήματα ως προς το εύρος του πεδίου εφαρμογής του «ΜΕΡΟΥΣ VIA» δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου η επέμβαση και η περιοριστική ερμηνεία όρων διατυπωμένων, από το νομοθέτη, με καθαρότητα και σαφήνεια. Παρατίθεται σχετικά το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Κωνσταντίνου v. Αντωνιάδη (ανωτέρω), σελ. 124-5: «Ένας .. από τους πλέον βασικούς κανόνες ερμηνείας είναι και εκείνος ο οποίος προνοεί ότι στις λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να αποδίδεται η φιλολογική και συνηθισμένη ερμηνεία τους (words are to be taken in their literal meaning). Τούτο εξυπακούει ότι δεν επιτρέπεται απόκλιση από τις ρητές πρόνοιες μιας νομοθετικής διάταξης όταν οι πρόνοιες είναι σαφείς. Όπως έχει λεχθεί από τον Lord Mersey, στην υπόθεση Thompson v. Goold & Co [1910] A.C. 409, "It is a strong thing to read into an Act of Parliament words which are not there and in the absence of clear necessity it is a wrong thing to do". Μερικές φορές παρατηρείται το φαινόμενο ότι οι διατάξεις μιας νομοθετικής πρόνοιας περιέχουν κενά και έτσι καθίστανται ασαφείς. Σε μια τέτοια περίπτωση υποβλήθηκε η εισήγηση από τον Lord Denning (απόφαση μειοψηφίας) ότι τα Δικαστήρια θα πρέπει να εξετάζουν την πρόθεση του νομοθετικού σώματος και να δίδουν τις κατάλληλες ερμηνείες. Όπως έθεσε το θέμα στην υπόθεση Magor & St. Mellons R.D.C. v. Newport Corp. [1950] 2 All E.R. 1226 στη σελίδα 1236, "We do not sit here to pull the language of Parliament and of Ministers to pieces and make nonsense of it. That is an easy thing to do, and it is a thing to which lawyers are too often prone. We sit here to find out the intention of Parliament and of Ministers and carry it out and we do so the better by filling up the gaps and making sense of the enactment than by opening it up to destructive analysis" Οι πιο πάνω παρατηρήσεις του Lord Denning δεν έγιναν αποδεκτές από τη Βουλή των Λόρδων. Στην έφεση που ασκήθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ο Lord Simonds καθορίζοντας τα ερμηνευτικά καθήκοντα του Δικαστηρίου που δεν πρέπει να παίρνουν έμμεσα νομοθετικό μανδύα τόνισε ότι, "The duty of the court is to interpret the words the legislature has used; those words may be ambiguous, but even if they are, the powers and duty of the court to travel outside them on a voyage of discovery are strictly limited." Aναφορικά με την εισήγηση του Lord Denning για το επεμβατικό δικαίωμα του Δικαστηρίου να συμπληρώνει τα κενά που διαπιστώνονται, ο Lord Simonds είπε, "Ιt appears to me to be a naked usurpation of the legislative function under the thin disguise of interpretation. And it is the less justifiable when it is guesswork with what material the legislature would, it had covered the gap, have filled it. If a gap is discovered, the remedy lies in an amending Act". Την ίδια άποψη είχε και ο Lord Merton που στην ίδια υπόθεση τόνισε ότι, "In so far as the intention of Parliament or of Ministers is revealed in Acts of Parliament or Orders, either by the language used or by necessary implication, the courts should, of course, carry these intentions out but it is not the function of any judge to fill in what he conceives to be the gaps in an Act of Parliament. If he does so, he is usurping the function of the legislature". Τα προβλήματα που εγείρονται από την ερμηνεία νομοθετικών διατάξεων που μπορεί να οδηγήσουν σε παράλογα συμπεράσματα και τα επεμβατικά δικαιώματα του Δικαστηρίου εξετάστηκαν πρόσφατα στην υπόθεση Stock v. Frank Jones (Tipton) Ltd [1978] 1 All E.R. 948, όπου ο Δικαστής Dilhorne τόνισε ότι, "It is now fashionable to talk of a purposive construction of a stature, but it has been recognized since the 17th century that it is the task of the judiciary in interpreting an Act to seek to interpret it 'according to the intent of them that made it'. If it were the case that it appeared that an Act might have been better drafted, or that amendment to it might be less productive of anomalies, it is not open to the Court to remedy the defect. That must be left to the legislature." H θέση που έχει προβληθεί από τον εφεσίβλητο ότι το άρθρο 8
(2)πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 8
(3)θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αν η φρασεολογία του άρθρου 8
(2)ήταν ανακριβής ή ασαφής. Όμως οι πρόνοιες του άρθρου 8
(2)είναι αυτοτελείς και δεν επιδέχονται παρερμηνείες.......»
(2)Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσον η αγωγή αρ. 1792/2017 (Ε.Δ.Λευκωσίας) (τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντος αρ.2), η οποία κατεχωρίστηκε στις 19.04.2017, δηλαδή μετά από την επίδοση των ειδοποιήσεων επί των Τύπων «Θ» και «Ι» (στις 17.03.2017) και πριν από την επίδοση των ειδοποιήσεων επί του Τύπου «ΙΑ» (στις 24.07.2017, τεκμήρια 7, 10 και 11 στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντος αρ.2) και η οποία εκκρεμεί, ανταποκρίνεται στο ένδικο μέσο στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Νόμου. Σημειώνεται πως το άρθρο αυτό προβλέπει, ως λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης που εκδίδεται επί του Τύπου «ΙΑ», την εκκρεμοδικία «αγωγή(ς)..για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)», δηλαδή για ειδοποίηση που εκδίδεται επί του Τύπου «Ι». Καθοριστική για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό είναι η γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής αρ. 1792/2017 (Ε.Δ. Λευκωσίας) (τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντα αρ.2). Στην οπισθογράφηση αυτή διαλαμβάνονται και τα εξής «Οπισθογράφησις Απαιτήσεως. Η αξίωση των Εναγόντων εναντίον της Εναγομένης είναι δια: Α. Αναγνωριστική απόφαση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου πως η αποσταλείσα και/ή επιδοθείσα στους Ενάγοντες 1 και 2 Ειδοποίηση στον Τύπο «Ι» δυνάμει του άρθρου 444Γ
(1)των Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμων του 1965 μέχρι 2014 (στο εξής «η Ειδοποίηση») είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή αποτέλεσμα λανθασμένης εφαρμογής των προνοιών του εν λόγω Νόμου και/ή των άρθρων 27, 44Α, 44Β και 44(Γ) και/ή πως η εν λόγω ειδοποίηση παραγνωρίζει το γεγονός πως οι Υποθήκες υπ΄αρ. Υ1832/95 και Υ10981/97 αποτέλεσαν αντικείμενο και/ή μέρος της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου αρ. 4867/
- Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται η ακύρωση της ως άνω Ειδοποίησης. ΚΑΙ/Η Γ. Αναγνωριστική απόφαση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι αξιώσεις των Εναγομένων ως αυτές περιέχονται στην Ειδοποίηση είναι παράνομες και/ή ανυπόστατες και/ή το αποτέλεσμα παράνομων χρεώσεων και/ή τόκων και/ή ανατοκισμού .............» Είναι σαφές πως, ως είναι διατυπωμένο, αυτό το κλητήριο ένταλμα στρέφεται ευθέως και μόνον εναντίον των ειδοποιήσεων που εξεδόθηκαν επί του Τύπου «Ι» και επεδόθηκαν στους εφεσείοντες στις 17.03.
- Επιδιώκει δε τη δικαστική αναγνώριση της παρανομίας και της ακυρότητάς τους για σωρεία διαζευκτικών λόγων. Ως είναι διατυπωμένο, αυτό το κλητήριο ένταλμα δεν αμφισβητεί το κύρος και τη δεσμευτικότητα της απόφασης επί της αγωγής αρ. 4867/1999 (Ε.Δ.Πάφου), ημερ. 17.01.
- Περαιτέρω και συναφώς αναφέρεται πως στα πλαίσια της προκείμενης διαδικασίας δεν μπορεί να εξεταστεί το βάσιμο της αγωγής αρ. 1792/2017 (Ε.Δ. Λευκωσίας), η οποία, εν πάση περιπτώσει, ευρίσκεται σε πρώιμο στάδιο εκδίκασης. Επί του παρόντος, και, χωρίς ο,τιδήποτε άλλο η αγωγή αρ. 1792/2017 (Ε.Δ.Λευκωσίας) δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική και κακόπιστη. Υπενθυμίζεται πως τη δυνατότητα καταχώρισης αγωγής εναντίον ειδοποίησης εκδοθείσας επί του Τύπου «Ι» προβλέπει ο ίδιος ο Νόμος [άρθρο 44Γ
(3)(δ)]. Καταληκτικά διαπιστώνεται πως συντρέχει, εν προκειμένω, ο λόγος παραμερισμού που προβλέπεται στο άρθρο 44 Γ
(3)(δ) του Νόμου. Εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου οι δύο ειδοποιήσεις ημερ. 14.07.2017 τις οποίες εξέδωσαν οι εφεσίβλητοι επί του Τύπου «ΙΑ» των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια), οι οποίες απευθύνονται στους εφεσείοντες αρ.1 και 2 και οι οποίες επεδόθηκαν σε αυτούς στις 24.07.2017 παραμερίζονται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων αρ.1 και 2 και εναντίον των εφεσιβλήτων. (Υπ) ............. Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο