Έλενα Θεοδοσίου Χαμάλη ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Έφεση/Αίτηση Αρ. 506/2017, 12/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A256 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Έφεση/Αίτηση Αρ. 506/2017 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 και επί τοις αφορώσι τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Διακατοχή, Νόμο Κεφ.224 και τις τροποποιήσεις τους Μεταξύ: Έλενα Θεοδοσίου Χαμάλη Αιτήτρια-Εφεσείουσα και Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Καθ΄ων η αίτηση - Εφεσίβλητοι 12 Οκτωβρίου, 2017 Για την εφεσείουσα, εμφανίζεται ο Α.Θ.Μαθηκολώνης Για τους εφεσιβλήτους, εμφανίζεται η κα Χρ.Ππεκρή για τους κ.κ.Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Δια της υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο έφεσης επιδιώκεται, εν πρώτοις, ο παραμερισμός δύο ειδοποιήσεων ημερ. 14.7.2017 τις οποίες εξέδωσαν οι εφεσίβλητοι επί των Τύπων «ΙΑ» και «ΙΒ» των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων (Ν.9/1965, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια, εφεξής «ο Νόμος») και oι οποίες απευθύνονται στην εφεσείουσα. Επιπλέον, επιδιώκεται η ακύρωση του επικείμενου πλειστηριασμού καθώς και της όλης ιδιωτικής διαδικασίας εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων ως αυτή ξεκίνησε και εξελίσσεται δυνάμει του «ΜΕΡΟΥΣ VIA» του Νόμου. Η ειδοποίηση επί του Τύπου «ΙΑ» πληροφορεί την εφεσείουσα πως επίκειται (στις 16.10.2017) η πώληση, δια πλειστηριασμού, τριών ενυπόθηκων ακινήτων της τα οποία εξασφαλίζουν εξ αποφάσεως χρέος της. Σχετική με αυτό το εξ αποφάσεως χρέος είναι η απόφαση επί της αγωγής αρ. 9555/2010 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Δημόσια Εταιρεία Λτδ v.
(1)Τrunsun Travel κ.α.Νικόλα Κωνσταντίνου Νικόλα κ.α., ημερ. 16.02.
- Τα ενυπόθηκα ακίνητα ευρίσκονται στο Παλαιομέτοχο, επαρχίας Λευκωσίας, και περιγράφονται ως χωράφια υπ΄αριθμόν εγγραφής 0/19923, Φ/Σχ.Τμήμα 0/2-224-390/24, τεμάχιο 391, υπ΄αριθμόν εγγραφής 0/20371, Φ./ΣχΤμήμα 0/2-22-389/17, τεμάχιο 476 και υπ΄αριθμόν εγγραφής 0/21622, Φ/Σχ.Τμήμα 0/2-220-389/20, τεμάχιο
- Η σχετική υποθήκη φέρει αριθμό Υ5899/2009 και είναι εγγεγραμμένη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας. Η ειδοποίηση επί του Τύπου «ΙΒ» καλεί την εφεσείουσα όπως, εντός 10 ημερών από την παραλαβή της, διορίσει εκτιμητή με σκοπό τον καθορισμό της αγοραίας αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων. Ας σημειωθεί πως το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να προσφεύγει, ενώπιον του αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου, με σκοπό τον παραμερισμό ειδοποίησης εκδοθείσας επί του Τύπου «ΙΑ» του Νόμου κατοχυρώνει το άρθρο 44Γ
(3). Το αντίστοιχο δικαίωμα εν σχέσει με ειδοποίηση εκδοθείσα επί του Τύπου «ΙΒ» του Νόμου κατοχυρώνει το άρθρο 44ΙΓ. Στο σώμα της έφεσης καταγράφονται πολυάριθμοι λόγοι προς υποστήριξή της. Δεδομένων των όσων ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας αναφέρει στην τελική γραπτή αγόρευσή του προκύπτει πως έχουν εγκαταληφθεί οι λόγοι που αφορούν στην κανονική επίδοση και στο κατά τύπον περιεχόμενο της ειδοποίησης επί του Τύπου «ΙΑ» καθώς και στην ορθότητα και ακρίβεια του ποσού που η ειδοποίηση αυτή παρουσιάζει ως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Οι εναπομείναντες λόγοι της έφεσης, ως αυτοί προωθήθηκαν και αναπτύχθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εφεσείουσας με την τελική γραπτή αγόρευσή του, συνοψίζονται ως εξής:
(1)Το «ΜΕΡΟΣ VIA: ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ», το οποίο τέθηκε σε ισχύ δια του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014 (Ν.142(Ι)/2014)και στο οποίο περιλαμβάνονται τα κρίσιμα άρθρα 44Α επ. δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση της εφεσείουσας εφ΄όσον, μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης ημερ.16.02.2011, δεν υπάρχει οφειλόμενο ποσόν σύμφωνα με δήλωση σύμβασης υποθήκης ούτε υπάρχει ποσόν που έγινε απαιτητό. Μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης ημερ. 16.02.2011 υπάρχει μόνον εξ αποφάσεως χρέος. Περαιτέρω και συναφώς, οι εφεσίβλητοι προώθησαν ήδη το δικαίωμά τους για πώληση των τριών επίδικων ακινήτων δια της καταχώρισης της προαναφερθείσας αγωγής αρ. 9555/2010 (Ε.Δ. Λευκωσίας).
(2)Η εκκρεμοδικία της Έφεσης/Αίτησης αρ. 401/2017 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Έλενα Θεοδοσίου Χαμάλη v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η οποία κατεχωρίστηκε στις 16.06.2017 και σχετίζεται με την ειδοποίηση την οποία εξέδωσαν οι εφεσίβλητοι επί του Τύπου «Ι» του Νόμου καθιστά την προκείμενη διαδικασία καταχρηστική. Εν πάση περιπτώσει, η έφεση αρ. 401/2017 (Ε.Δ. Λευκωσίας) αποτελεί την προβλεπόμενη, από το άρθρο 44 Γ
(3)(δ) του Νόμου, «αγωγή», η εκκρεμότητα της οποίας αποτελεί λόγο για τον παραμερισμό της προκείμενης έφεσης.
(3)Η ειδοποίηση επί του Τύπου «ΙΒ» είναι πρόωρη και καταχρηστική. Την έφεση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της εφεσείουσας στην οποία επισυνάπτονται, ως τεκμήρια, διάφορα έγγραφα. Η έφεση αντιμετωπίζει τη γραπτή ένσταση των εφεσιβλήτων η οποία κατεχωρίστηκε στις 22.09.2017 και δια της οποίας προβάλλονται πολυάριθμοι λόγοι. Οι λόγοι που παρέμειναν επίδικοι δεδομένου του περιεχομένου της τελικής γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της εφεσείουσας συνοψίζονται ως εξής:
(1)Εν προκειμένω, δεν συντρέχουν οι περιοριστικά αναφερόμενοι στο Νόμο λόγοι παραμερισμού ειδοποίησης εκδοθείσας επί του Τύπου «ΙΑ». Ιδίως, η έφεση αρ. 401/2017 (Ε.Δ. Λευκωσίας) δεν συνιστά την προβλεπόμενη, από το άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Νόμου, «αγωγή», η εκκρεμοδικία της οποίας δύναται να αποτελέσει λόγο παραμερισμού ειδοποίησης εκδοθείσας επί του Τύπου «ΙΑ». Εν πάση περιπτώσει, η έφεση αρ. 401/2017 (Ε.Δ. Λευκωσίας) είναι καταχρηστική.
(2)Οι διατάξεις του «ΜΕΡΟΥΣ VIA» του Νόμου αφορούν και στην περίπτωση εξ αποφάσεως χρέους το οποίο εξασφαλίζεται με υποθήκευση ακινήτου. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εφεσείουσας συνιστούν εσφαλμένη ερμηνεία του Νόμου και/ή ερμηνεία μη συναρτωμένη με το σκοπό του νομοθέτη.
(3)Επιδιώκοντας τον ιδιωτικό πλειστηριασμό των τριών επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων, προς το σκοπό αποπληρωμής του ποσού το οποίο δικαιούνται να λάβουν από την εφεσείουσα δυνάμει της δικαστικής απόφασης ημερ. 16.02.2011, οι εφεσίβλητοι ενεργούν νόμιμα.
(4)Η προκείμενη έφεση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας εφ΄όσον προηγήθηκε η καταχώριση της έφεσης αρ. 401/2017 (Ε.Δ. Λευκωσίας) η οποία εκκρεμεί.
(5)Η εκδοθείσα επί του Τύπου «ΙΒ» ειδοποίηση δεν δύναται να προσβληθεί με έφεση αφ΄ενός γιατί κάτι τέτοιο δεν το προβλέπει ο Νόμος και αφ΄ετέρου γιατί η ειδοποίηση αυτή δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα της εφεσείουσας.
(6)Η ταυτόχρονη επίδοση των ειδοποιήσεων επί των Τύπων «ΙΑ» και «ΙΒ» δεν απαγορεύεται από το Νόμο. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Ανδρέα Βανέζη, υπαλλήλου των εφεσιβλήτων. Παρομοίως, και στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Βανέζη επισυνάπτονται, ως τεκμήρια, διάφορα έγγραφα. Η ακρόαση της έφεσης διεξήχθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Συνεπώς, κρίσιμο πραγματικό υπόβαθρο, για την εξέτασή της, αποτελούν τα όσα αναφέρουν, στις γραπτές ένορκες δηλώσεις τους, η εφεσείουσα και ο Ανδρέας Βανέζης, καθώς και τα όσα μαρτυρούν τα συνημμένα, στις δηλώσεις αυτές, έγγραφα. Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα, υπό τον πρίσμα και των επιμελημένων αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, και εξετάσθηκε η μαρτυρία. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Για την επίλυση των ζητημάτων που εδώ ενδιαφέρουν κρίσιμα είναι τα ακόλουθα αδιαμφισβήτητα γεγονότα:(α) Δια της επίδικης ιδιωτικής διαδικασίας εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων της εφεσείουσας, επιδιώκεται η ικανοποίηση εξ' αποφάσεως χρέους αυτής.(β) Αυτό το εξ΄αποφάσεως χρέος απετέλεσε το αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας η εφεσείουσα υπήρξε εναγομένη. Η δικαστική διαδικασία κατέληξε με την έκδοση τελικής και τελεσίδικης απόφασης στην αγωγή αρ. 9555/2010 (Ε.Δ.Λευκωσίας) Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Ι. Τrunsun Travel κ.α., ημερ. 16.03.2011 (τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της εφεσείουσας). (γ) Η εκτέλεση της απόφασης στην αγωγή αρ. 9555/2010 (Ε.Δ.Λευκωσίας), ημερ. 16.03.2011 δεν έχει ανασταλεί. (δ) Η απόφαση αυτή περιλαμβάνει και διαταγή για την εκποίηση των τριών επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων. (ε) Η εφεσείουσα ουδέν ποσόν κατέβαλε έναντι της αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους της. (στ) Στα πλαίσια της επίδικης ιδιωτικής διαδικασίας εκποίηση ενυπόθηκων ακινήτων, οι εφεσείοντες εξέδωσαν, δυνάμει του άρθρου 44Γ
(1)του Νόμου, ειδοποίηση επί του Τύπου «Ι» απευθυνομένη στην εφεσείουσα. Η ειδοποίηση επί του Τύπου «Ι» επιδόθηκε στην εφεσείουσα στις 19.05.2017. (ζ) Στις 16.06.2017 η εφεσείουσα κατεχώρισε την έφεση αρ.401/2017 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Έλενα Θεοδοσίου Χαμάλη v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ δια της οποίας, μεταξύ άλλων, επιδιώκεται η ακύρωση και/η ο παραμερισμός της ειδοποίησης επί του Τύπου «Ι» (τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της εφεσείουσας). (η) Η έφεση αρ. 401/2017 (Ε.Δ. Λευκωσίας) εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια εκδίκασής της, και συγκεκριμένα κατά τη δικάσιμο ημερ. 07.07.2017, οι δικηγόροι των εφεσιβλήτων παρουσιάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ζήτησαν χρόνο για να καταχωρίσουν γραπτή ένσταση. Παρατηρείται, επιπλέον, πως δεν τέθηκε, ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η οποία να δηλώνει πως οι εφεσίβλητοι άσκησαν το δικαίωμα τους να εκποιήσουν τα τρία επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα ως το «ΜΕΡΟΣ VI» του Νόμου προβλέπει.
(2)Οι δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων αναδεικνύουν, ως κεντρικό ζήτημα προς επίλυση, το εύρος του πεδίου εφαρμογής του «ΜΕΡΟΥΣ VIA» του Νόμου. Συγκεκριμένα, προέχει να διαπιστωθεί, πρώτον, κατά πόσον το «ΜΕΡΟΣ VIA», το οποίο μεταξύ άλλων, καθιερώνει μια ιδιωτική διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου, δηλαδή μια διαδικασία που διεξάγεται από τον ενυπόθηκο δανειστή χωρίς την παρέμβαση κυβερνητικών υπηρεσιών είναι παράλληλη με τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου ως αυτή προβλέπεται στο «ΜΕΡΟΣ VI» του Νόμου, όπου παρεμβαίνει ο Διευθυντής του αρμόδιου Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος. Δεύτερον, προέχει να διαπιστωθεί κατά πόσον το «ΜΕΡΟΣ VIA» καλύπτει και περιπτώσεις ως αυτή της εφεσείουσας, δηλαδή περιπτώσεις όπου, μετά από την εκδίκαση σχετικής αγωγής, η συμβατική οφειλή έχει καταστεί εξ αποφάσεως χρέος, όπου η σχετική δικαστική απόφαση δίδει το δικαίωμα στον εξ αποφάσεως δανειστή να εκποιήσει ακίνητα, τα οποία έχουν υποθηκευθεί προς το σκοπό εξασφάλισης της συμβατικής οφειλής, όπου ο εξ αποφάσεως δανειστής δεν ζήτησε από τις αρμόδιες κυβερνητικές υπηρεσίες να θέσουν σε κίνηση τη διαδικασία εκποίησης αυτών των ακινήτων, προς το σκοπό είσπραξης του εξ αποφάσεως χρέους (ή μέρους αυτού), και όπου το εξ αποφάσεως χρέος (ή μέρος αυτού), εξακολουθεί να οφείλεται για τουλάχιστον 120 ημέρες από την ημερομηνία κατά την οποίαν, δυνάμει της δικαστικής απόφασης, αυτό καθορίζεται ως καταβλητέο. Ας σημειωθεί πως αυτή η ιδιωτική διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων εισήχθηκε στην Κυπριακή έννομη τάξη δια του τροποποιητικού Ν.142(Ι)/2014, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, δηλαδή στις 09.09.2014. Όσον αφορά στην ενυπόθηκη κύρια κατοικία, η δυνατότητα ιδιωτικής εκποίησης, ως το «ΜΕΡΟΣ VIA» προβλέπει, ισχύει από την 01.01.2015 (δείτε το άρθρο 5 του Ν.142(Ι)/2014). Ως προς το πρώτο σκέλος αυτού του κεντρικού ζητήματος η απάντηση είναι θετική. Η ιδιωτική διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του «ΜΕΡΟΥΣ VIA» του Νόμου είναι παράλληλη με την διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου ως αυτή προβλέπεται στο «ΜΕΡΟΣ VI». Παρατίθεται σχετικά το ακόλουθο απόσπασμα από την Γνωμάτευση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της Αναφοράς αρ. 3/2014 Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερ. 31.10.2014: «Στις 06.09.2014 ψηφίστηκε και στις 09.09.2014 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ο Ν.142(Ι)/2014δια του οποίου τροποποιήθηκαν οι περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμοι του 1965 εως 2011 (Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2014). Με τον τροποποιητικό αυτό Νόμο προβλέφθηκε διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή (Μέρος VIA του Νόμου) η οποία υφίσταται πλέον παράλληλα με τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου όπως αυτή ρυθμιζόταν και συνεχίζει να ρυθμίζεται δια του βασικού νόμου(Μέρος VI του Νόμου). Ειδικότερα, με τον τροποποιητικό Νόμο παραχωρήθηκε δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει, σε περίπτωση υπερημερίας, σε διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου δια πλειστηριασμού χωρίς αίτηση προς και εμπλοκή του Κτηματολογίου και γενικώς χωρίς την ανάγκη να τηρηθούν οι διαδικασίες που προβλέπονται προκειμένου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VI». Θετική είναι η απάντηση και ως προς το δεύτερο σκέλος αυτού του κεντρικού ζητήματος. Το «ΜΕΡΟΣ VIA» του Νόμου εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις ως αυτή της εφεσείουσας. Εφαρμόζεται, δηλαδή, σε περιπτώσεις όπου προηγήθηκε δικαστική επίλυση της διαφοράς, όπου η εξασφαλισμένη, με ενυπόθηκα ακίνητα, οφειλή κατέστη εξ αποφάσεως χρέος, όπου η δικαστική απόφαση περιλαμβάνει και διαταγή για την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, όπου δεν πραγματοποιήθηκε η προβλεπόμενη, από το «ΜΕΡΟΣ VI», διαδικασία πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων, και όπου το εξ αποφάσεως χρέος εξακολουθεί να οφείλεται. Η διαπίστωση αυτή βασίζεται στα εξής: Το άρθρο 2 του Νόμου ορίζει τον «ενυπόθηκο δανειστή» ως το πρόσωπο υπέρ του οποίου εγγράφεται η υποθήκη, τον δε «ενυπόθηκο οφειλέτη» ως τον κύριο ακινήτου ο οποίος εγγράφει υποθήκη επί του ακινήτου αυτού. Περαιτέρω, το άρθρο 44ΙΕ ορίζει τον «ενυπόθηκο οφειλέτη» ως «τον κύριο ακινήτου που συνιστά υποθήκη επί του ακινήτου αυτού, περιλαμβανομένου και του οφειλέτη χρέους που εξασφαλίζεται με την υποθήκη...». Πρόκειται για ρητούς και σαφείς ορισμούς με εύρος, οι οποίοι δεν αποδίδουν στα συγκεκριμένα πρόσωπα (τον ενυπόθηκο δανειστή και τον ενυπόθηκο οφειλέτη) πρόσθετε περιοριστικές ιδιότητες. Πρόκειται για ορισμούς οι οποίοι δεν προβλέπουν ούτε επιτρέπουν παρεκκλίσεις ή εξαιρέσεις ή προϋποθέσεις κατά τρόπον ώστε οι κατηγορίες των «ενυπόθηκων δανειστών» και των «ενυπόθηκων οφειλετών» να περιορίζονται στα πρόσωπα τα οποία δεν υπήρξαν διάδικοι. Αντίθετη, περιοριστική ερμηνεία των όρων αυτών θα συνιστούσε απόκλιση από την ρητή και σαφή λεκτική διατύπωση που επέλεξε ο νομοθέτης για να εκφράσει την βούλησή του. Τέτοια απόκλιση δεν επιτρέπεται. Συναφώς αναφέρονται οι παγίως νομολογημένοι ερμηνευτικοί κανόνες των νομοθετικών διατάξεων σύμφωνα με τους οποίους, πρώτον, στις λέξεις τις οποίες επιλέγει ο νομοθέτης για να διατυπώσει τη βούλησή του πρέπει να δίδεται η φιλολογική και συνήθης ερμηνεία, δεύτερον, δεν επιτρέπεται απόκλιση από ρητές και σαφείς νομοθετικές πρόνοιες και, τρίτον, το καθήκον του Δικαστηρίου να ερμηνεύει νομοθετικές διατάξεις δεν πρέπει να οδηγεί σε υποκατάσταση του νομοθέτη (Κόκκινου v. Αντωνιάδη
(1998)1 ΑΑΔ 120, 124-6, Διοικητικό Συμβούλιο Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων v. Αντωνιάδη
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1915, 1920-1). Περαιτέρω, η βούληση του νομοθέτη να καλύψει, δια των ρυθμίσεων του «ΜΕΡΟΥΣ VIA», και τις περιπτώσεις όπου η ενυπόθηκη οφειλή υπήρξε αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας και εξελίχθηκε σε εξ αποφάσεως χρέος διαφαίνεται και από την Αιτιολογική Έκθεση η οποία συνόδευε το σχετικό νομοσχέδιο. Η Έκθεση αυτή δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας Αρ.4150, ημερ. 05.11.2014, Έκτο Παράρτημα, Νομοσχέδια (αριθμός δημοσίευσης 225, σελ. 1236 έως και 1250) και το κείμενό της έχει ως ακολούθως: «ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου, με την εισαγωγή Μέρους VIA, το οποίο να προβλέπει για την πώληση ενυπόθηκων ακινήτων από τους ενυπόθηκους δανειστές, χωρίς την παρέμβαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Η ανάγκη εισαγωγής του νέου Μέρους VIA στο βασικό νόμο αποτελεί μνημονιακή προϋπόθεση και σκοπό έχει την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Συγκεκριμένα, με το προτεινόμενο νομοσχέδιο προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) Η διαδικασία διεξαγωγής της εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου γίνεται εξ ολοκλήρου από τον ενυπόθηκο δανειστή, χωρίς την οποιαδήποτε παρέμβαση κυβερνητικών υπηρεσιών είτε με πλειστηριασμό είτε με πώληση (β) διορίζονται δύο
(2)εκτιμητές, ένας από τον ενυπόθηκο δανειστή και ένας από τον ενυπόθηκο οφειλέτη για τη διενέργεια, ταυτόχρονα, ανεξάρτητων εκτιμήσεων του ενυπόθηκου ακινήτου, για σκοπούς υπολογισμού της αγοραίας αξίας του (γ) σε περίπτωση που η διαφορά μεταξύ των δύο
(2)εκτιμήσεων είναι μικρότερη από την χαμηλότερη εκτίμηση συν 25% αυτής, τότε ως αγοραία αξία θεωρείται ο μέσος όρος των δύο εκτιμήσεων ενώ σε περίπτωση που η διαφορά μεταξύ των δύο
(2)εκτιμήσεων είναι ίση ή μεγαλύτερη από τη χαμηλότερη εκτίμηση συν 25% αυτής, διορίζεται τρίτος ανεξάρτητος εκτιμητής και ως αγοραία αξία θεωρείται ο μέσος όρος των δύο πλησιέστερων εκτιμήσεων (δ) σε περίπτωση που δεν πραγματοποιείται πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου κατά τον πρώτο πλειστηριασμό, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου είτε με πλειστηριασμό είτε με πώληση του ακινήτου στη βάση προσφορών (ε) η επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης για τον πρώτο πλειστηριασμό και για τους μετά από αυτόν, πρώτους τρεις μήνες υπολογίζεται εως 80% της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου, ενώ για τους επόμενους εννέα μήνες όχι μικρότερη του 50%. Σε περίπτωση που δεν πωληθεί το ακίνητο σε χρονική περίοδο ενός
(1)έτους, αυτό επανεκτιμάται και μπορεί να πωληθεί με βάση τις προβλεπόμενες διαδικασίες, στις οποίες δύναται να μετέχει και ο ενυπόθηκος δανειστής, σε επιφυλασσόμενη τιμή όχι μικρότερη του 50% της αγοραίας αξίας του (στ) η διάθεση του εκπλειστηριασμού γίνεται από τον ενυπόθηκο δανειστή, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα εμπράγματα βάρη ή και απαγορεύσεις που προηγούνται ή έπονται και βαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο (ζ) αναφορικά με την κύρια κατοικία, το νέο Μέρος VIA εφαρμόζεται από 1ην Ιανουαρίου 2015. ΚΩΣΤΑΣ ΚΛΗΡΙΔΗΣ Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας» Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας καλεί το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τους όρους «ενυπόθηκος δανειστής» και «ενυπόθηκος οφειλέτης» περιοριστικά και να αποκλείσει από τις ρυθμίσεις του «ΜΕΡΟΥΣ VIA» τους «εξ αποφάσεως ενυπόθηκους δανειστές» και τους «εξ αποφάσεως ενυπόθηκους οφειλέτες». Επικαλείται προς τούτο πρόνοιες του «ΜΕΡΟΥΣ VIA» του Νόμου για την υπερημερία των οφειλετών και τη δυνατότητά τους να αναδιαρθρώσουν το χρέος τους καθώς και πρόνοιες για τις οφειλές που εξασφαλίζονται με σύμβαση υποθήκης. Ο κ.Μαθηκολώνης υποστηρίζει πως οι πρόνοιες αυτές δεν συνάδουν, μάλλον αντιφάσκουν, με την ύπαρξη τελεσίδικης δικαστικής απόφασης και, άρα, συνεχίζει, η ύπαρξη των προνοιών αυτών καθιστά σαφές πως το «ΜΕΡΟΣ VIA» του Νόμου δεν τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις των εξ αποφάσεως χρεών και των εξ αποφάσεως ενυπόθηκων οφειλετών (ως είναι η πελάτιδα του). Όμως, οι εισηγήσεις του κ.Μαθηκολώνη παραγνωρίζουν την καθαρότητα και την σαφήνεια με την οποίαν οι επίδικοι όροι «ενυπόθηκος δανειστής» και «ενυπόθηκος οφειλέτης» ερμηνεύονται στα άρθρα 2 και 44ΙΕ του Νόμου. Αυτή η καθαρότητα και η σαφήνεια δεν επιτρέπει παρερμηνείες ούτε επιτρέπει επέμβαση του Δικαστηρίου και απόδοση ενός νοήματος στενότερου και, εν πάση περιπτώσει, διαφορετικού [Κωνσταντίνου v. Αντωνιάδη (ανωτέρω)]. Ακόμη και εκεί ήθελε θεωρηθεί πως πρόνοιες του Νόμου για την υπερημερία των οφειλετών και την δυνατότητά τους να αναδιαρθρώσουν το χρέος τους καθώς και αυτές για τις οφειλές που εξασφαλίζονται με σύμβαση υποθήκης δημιουργούν ερωτήματα ως προς το εύρος του πεδίου εφαρμογής του «ΜΕΡΟΥΣ VIA» δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου η επέμβαση και η περιοριστική ερμηνεία όρων διατυπωμένων, από το νομοθέτη, με καθαρότητα και σαφήνεια. Παρατίθεται σχετικά το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Κωνσταντίνου v. Αντωνιάδη (ανωτέρω), σελ. 124-5: «Ένας .. από τους πλέον βασικούς κανόνες ερμηνείας είναι και εκείνος ο οποίος προνοεί ότι στις λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να αποδίδεται η φιλολογική και συνηθισμένη ερμηνεία τους (words are to be taken in their literal meaning). Τούτο εξυπακούει ότι δεν επιτρέπεται απόκλιση από τις ρητές πρόνοιες μιας νομοθετικής διάταξης όταν οι πρόνοιες είναι σαφείς. Όπως έχει λεχθεί από τον Lord Mersey, στην υπόθεση Thompson v. Goold & Co [1910] A.C. 409, "It is a strong thing to read into an Act of Parliament words which are not there and in the absence of clear necessity it is a wrong thing to do". Μερικές φορές παρατηρείται το φαινόμενο ότι οι διατάξεις μιας νομοθετικής πρόνοιας περιέχουν κενά και έτσι καθίστανται ασαφείς. Σε μια τέτοια περίπτωση υποβλήθηκε η εισήγηση από τον Lord Denning (απόφαση μειοψηφίας) ότι τα Δικαστήρια θα πρέπει να εξετάζουν την πρόθεση του νομοθετικού σώματος και να δίδουν τις κατάλληλες ερμηνείες. Όπως έθεσε το θέμα στην υπόθεση Magor & St. Mellons R.D.C. v. Newport Corp. [1950] 2 All E.R. 1226 στη σελίδα 1236, "We do not sit here to pull the language of Parliament and of Ministers to pieces and make nonsense of it. That is an easy thing to do, and it is a thing to which lawyers are too often prone. We sit here to find out the intention of Parliament and of Ministers and carry it out and we do so the better by filling up the gaps and making sense of the enactment than by opening it up to destructive analysis" Οι πιο πάνω παρατηρήσεις του Lord Denning δεν έγιναν αποδεκτές από τη Βουλή των Λόρδων. Στην έφεση που ασκήθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ο Lord Simonds καθορίζοντας τα ερμηνευτικά καθήκοντα του Δικαστηρίου που δεν πρέπει να παίρνουν έμμεσα νομοθετικό μανδύα τόνισε ότι, "The duty of the court is to interpret the words the legislature has used; those words may be ambiguous, but even if they are, the powers and duty of the court to travel outside them on a voyage of discovery are strictly limited." Aναφορικά με την εισήγηση του Lord Denning για το επεμβατικό δικαίωμα του Δικαστηρίου να συμπληρώνει τα κενά που διαπιστώνονται, ο Lord Simonds είπε, "Ιt appears to me to be a naked usurpation of the legislative function under the thin disguise of interpretation. And it is the less justifiable when it is guesswork with what material the legislature would, it had covered the gap, have filled it. If a gap is discovered, the remedy lies in an amending Act". Την ίδια άποψη είχε και ο Lord Merton που στην ίδια υπόθεση τόνισε ότι, "In so far as the intention of Parliament or of Ministers is revealed in Acts of Parliament or Orders, either by the language used or by necessary implication, the courts should, of course, carry these intentions out but it is not the function of any judge to fill in what he conceives to be the gaps in an Act of Parliament. If he does so, he is usurping the function of the legislature". Τα προβλήματα που εγείρονται από την ερμηνεία νομοθετικών διατάξεων που μπορεί να οδηγήσουν σε παράλογα συμπεράσματα και τα επεμβατικά δικαιώματα του Δικαστηρίου εξετάστηκαν πρόσφατα στην υπόθεση Stock v. Frank Jones (Tipton) Ltd [1978] 1 All E.R. 948, όπου ο Δικαστής Dilhorne τόνισε ότι, "It is now fashionable to talk of a purposive construction of a stature, but it has been recognized since the 17th century that it is the task of the judiciary in interpreting an Act to seek to interpret it 'according to the intent of them that made it'. If it were the case that it appeared that an Act might have been better drafted, or that amendment to it might be less productive of anomalies, it is not open to the Court to remedy the defect. That must be left to the legislature." H θέση που έχει προβληθεί από τον εφεσίβλητο ότι το άρθρο 8
(2)πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 8
(3)θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αν η φρασεολογία του άρθρου 8
(2)ήταν ανακριβής ή ασαφής. Όμως οι πρόνοιες του άρθρου 8
(2)είναι αυτοτελείς και δεν επιδέχονται παρερμηνείες.......»
(3)Το επόμενο ζήτημα προς εξέταση αφορά στο κατά πόσον η έφεση αρ. 401/2017 (Ε.Δ.Λευκωσίας) (τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της εφεσείουσας), η οποία κατεχωρίστηκε στις 16.06.2017, δηλαδή μετά από την επίδοση των ειδοποιήσεων επί των Τύπων «Θ» και «Ι» (στις 19.05.2017) και πριν από την επίδοση των ειδοποιήσεων επί των Τύπων «ΙΑ» και «ΙΒ» (στις 17.07.2017, τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Βανέζη) και η οποία εκκρεμεί, ανταποκρίνεται στο ένδικο μέσο στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Νόμου. Σημειώνεται πως το άρθρο αυτό προβλέπει, ως λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης που εκδίδεται επί του Τύπου «ΙΑ», την εκκρεμοδικία «αγωγή(ς)..για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)», δηλαδή για ειδοποίηση που εκδίδεται επί του Τύπου «Ι». Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί η έννοια του όρου «αγωγή» (action): Σύμφωνά με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια) «αγωγή» σημαίνει «πολιτικήν διαδικασίαν αρχομένη δια κλητηρίου εντάλματος ή κατά τοιούτον άλλον τρόπον ως καθορίζεται από διαδικαστικού κανονισμού». Παρομοίως, σύμφωνα με την ερμηνευτική Δ.1 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών «action means any civil proceeding commenced by writ or in such any other manner as may be prescribed by any law or Rules of court». Συνεπώς, στην κατηγορία των «αγωγών» υπάγονται τόσον οι πολιτικές διαδικασίες που ξεκινούν με κλητήριο ένταλμα (writ of summons) όσον και οι πολιτικές διαδικασίες που ξεκινούν με πρωτογενή εναρκτήρια κλήση (originating summons). Παρενθετικώς σημειώνεται πως, παρά την ταχύτητα και την απλότητα που χαρακτηρίζει την χρήση της πρωτογενούς εναρκτήριας κλήσης και παρά το γεγονός ότι, στα πλαίσια εκδίκασής της, δεν καταχωρούνται δικόγραφα και, κατά κανόναν, δεν προσφέρεται προφορική μαρτυρία (απόφαση την Πολιτική Αίτηση αρ. 115/2015) Junportinternational Limited κ.α., ημερ. 15.09.2017), εντούτοις, αυτή δεν αποτελεί ενδιάμεση αίτηση. Οι εναρκτήριες πρωτογενείς κλήσεις, ως οι εφέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 44Γ
(3)και 44ΙΓ του Νόμου, αποτελούν «αγωγές» (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Mαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά
(1992)1 Α.Α.Δ. 379 και Worthham κ.α. v. Tσιμόν κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1442). Περαιτέρω, είναι σαφές πως, ως είναι διατυπωμένη, η έφεση αρ. 401/2017 (Ε.Δ.Λευκωσίας) (τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της εφεσείουσας) στρέφεται ευθέως εναντίον της ειδοποίησης που εξεδόθηκε επί του Τύπου «Ι» και επεδόθηκε στην εφεσείουσα στις 19.05.2017. Επιδιώκει δε τη δικαστική ακύρωση και ή τον παραμερισμό της. Ας σημειωθεί πως στα πλαίσια της προκείμενης διαδικασίας δεν μπορεί να εξεταστεί το βάσιμο της έφεσης αρ.401/2017 (Ε.Δ. Λευκωσίας), η οποία, εν πάση περιπτώσει, ευρίσκεται σε πρώιμο στάδιο εκδίκασης. Επί του παρόντος, και, χωρίς ο,τιδήποτε άλλο η έφεση αρ. 401/2017 (Ε.Δ.Λευκωσίας) δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική και κακόπιστη. Η επιλογή της εφεσείουσας να κατεχωρίσει έφεση εναντίον της ειδοποίησης επί του Τύπου «Ι» βασίζεται σε νομοθετικές διατάξεις (άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Νόμου) και άπτεται των εσωτερικών της ελατηρίων. Αυτά τα εσωτερικά ελατήρια εκφεύγουν του δικαστικού ελέγχου (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Μερκής v. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1(B) A.A.Δ. 788, 792 και Πετράκης v. Κίμωνας
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1311, 1317). Καταληκτικά διαπιστώνεται πως συντρέχει, εν προκειμένω, ο λόγος παραμερισμού ειδοποίησης εκδοθείσας επί του Τύπων «ΙΑ» που προβλέπεται στο άρθρο 44 Γ
(3)(δ) του Νόμου.
(4)Ανάλογα διαπιστώνονται και όσον αφορά στις μομφές για καταχρηστικό χαρακτήρα της προκείμενης έφεσης σε όση έκταση αυτή επιδιώκει τον παραμερισμό της ειδοποίησης που εξεδόθηκε επί του Τύπου «ΙΑ». Η επιλογή της εφεσείουσας να καταχωρίσει και να προωθήσει την προκείμενη έφεση, σε όση έκταση, με αυτήν επιδιώκει τον παραμερισμό της ειδοποίησης επί του Τύπου «ΙΑ» δεν κρίνεται ως καταχρηστική. Επαναλαμβάνεται πως το δικαίωμα καταχώρισης έφεσης στρεφόμενης εναντίον ειδοποίησης επί του Τύπου «ΙΑ» προβλέπει το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου το οποίο, μάλιστα, καθορίζει ως λόγο επιτυχίας της έφεσης αυτής την εκκρεμότητα «αγωγής», εναντίον ειδοποίησης επί του Τύπου «Ι».
(5)Η διαπίστωση περί της συνδρομής του λόγου παραμερισμού της επίδικης ειδοποίησης επί του Τύπου «ΙΑ», ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Νόμου, και, συνκολούθως, η διαπίστωση περί του νόμω και ουσία βάσιμου της προκείμενης έφεσης σε όση έκταση αυτή αφορά στην επιδιωκόμενη υπό την παρα.Α. θεραπεία, καθιστά αχρείαστη τη συζήτηση των θεμάτων που αφορούν στις υπόλοιπες επιδιωκόμενες θεραπείες. Και αυτό γιατί ο παραμερισμός της ειδοποίησης επί του Τύπου «ΙΑ» επιφέρει την διακοπή της εν εξελίξει ιδιωτικής διαδικασίας εκποίησης ενυπόθηκο ακινήτου. Πέραν του παραμερισμού της ειδοποίησης επί του Τύπου «ΙΑ», η χορήγηση, εν προκειμένω, οιασδήποτε περαιτέρω θεραπείας κρίνεται ως αχρείαστη και άσκοπη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου η ειδοποίηση ημερ. 14.07.2017 την οποίαν εξέδωσαν οι εφεσίβλητοι επί του Τύπου «ΙΑ» των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων (Ν.9/1965, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια), η οποία απευθύνεται στην εφεσείουσα και η οποία επεδόθηκε σε αυτήν στις 17.07.2017, παραμερίζεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εφεσείουσας και εναντίον των εφεσιβλήτων. (Υπ) ............. Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο