← Κύπρος

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Κυριάκος Αλέξανδρου Κυριάκου, Αρ. Αγωγής: 4049/2015, 13/10/2017

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Κυριάκος Αλέξανδρου Κυριάκου, Αρ. Αγωγής: 4049/2015, 13/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A262 Αρ. Αγωγής: 4049/2015 Μεταξύ: Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ εκ Λεμεσού Ενάγουσας και Κυριάκος Αλέξανδρου Κυριάκου, εκ Λεμεσού Εναγομένου Αίτηση ημερ. 27.10.2016 υπό εναγομένου - αιτητή για παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης Ημερομηνία: 13 Οκτωβρίου 2017 Για εναγόμενο - αιτητή: κα Ασσιώτου Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Αντωνίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση του, ο εναγόμενος αιτητής επιζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να παραμερίζει (set aside) την ερήμην εκδοθείσα εναντίον του απόφαση ημερ. 15.9.

  1. Στην εν λόγω απόφαση, επιδικάστηκε εναντίον του εναγομένου και υπέρ της ενάγουσας, το ποσόν €717.019,
  2. Διατάχθηκε επίσης η εκποίηση δύο ακινήτων που είχαν υποθηκευτεί προς όφελος της ενάγουσας για εξασφάλιση του εξ' αποφάσεως χρέους. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.17 Θ.10 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του εναγομένου. Στην πιο πάνω ένορκη δήλωση, ο εναγόμενος αναφέρει ότι στις 4.2.2016 του επιδόθηκε η υπό κρίση αγωγή, αναφορικά με το οφειλόμενο προς την ενάγουσα ποσό, δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 16.3.
  3. Αμέσως μόλις παρέλαβε την αγωγή, επικοινώνησε με τους καθ' ων η αίτηση με τους οποίους καθ' όλο το διάστημα και πριν την καταχώριση της αγωγής, βρισκόταν σε επαφές με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση. Οι υπάλληλοι της ενάγουσας του ανέφεραν ότι δεν πρέπει να ανησυχεί για την αγωγή και ότι δεν υπήρχε λόγος να διορίσει δικηγόρο, αφού το ζήτημα θα επιλυθεί εξώδικα. Ο ίδιος έδειξε εμπιστοσύνη στα όσα του λέχθηκαν και σε σύντομο χρονικό διάστημα στις 3.3.2016, πραγματοποίησε συνάντηση με εκπρόσωπο της ενάγουσας που εργάζεται στο τμήμα ανάκτησης χρεών. Ενημέρωσε ότι πρόθεση του ήταν η πώληση περιουσίας στα κατεχόμενα, αφού αυτό ήταν η μόνη του επιλογή για να εξέλθει από την άσχημη οικονομική κατάσταση στην οποία οδηγήθηκε μετά από πιέσεις και ενέργειες της ενάγουσας. Ο υπάλληλος της ενάγουσας τον ενημέρωσε ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας και ότι έχει περιθώριο μέχρι το τέλος του έτους για να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες. Ακολούθησαν και άλλες συναντήσεις με σκοπό την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης. Κατά την τελευταία συνάντηση την 1.9.2016 στην οποία συνοδευόταν από συγγενικό του πρόσωπο που είναι δικηγόρος, και πάλιν πήρε διαβεβαιώσεις ότι δεν προωθήθηκε η αγωγή. Όμως μετά την τελευταία συνάντηση και κατόπιν συμβουλής που πήρε από πιο πάνω το συγγενικό του πρόσωπο, πήγε στο Δικαστήριο προκειμένου να επιβεβαιώσει ότι δεν προωθήθηκε η αγωγή. Εκεί διαπίστωσε ότι λίγες μέρες προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 15.9.2016, εκδόθηκε ερήμην απόφαση εναντίον του. Αμέσως αποτάθηκε στον δικηγόρο του, δίδοντας οδηγίες να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση για παραμερισμό της απόφασης. Ο εναγόμενος αναφέρει ότι δεν υπήρχε πρόθεση να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο, αλλά παραπλανήθηκε από τις διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της ενάγουσας ότι δεν θα προωθούσαν την αγωγή. Εάν γνώριζε ότι η αγωγή θα προωθείτο για έκδοση απόφασης, σίγουρα θα διόριζε άμεσα δικηγόρο για να τον υπερασπιστεί. Σε σχέση με την ουσία της απαίτησης, αναφέρει ότι ενώ ο ίδιος εργαζόταν στη ΣΠΕ Πολεμιδιών μέχρι το 1999, δέχθηκε πιέσεις από τους εργοδότες του όπως παραχωρήσει τις δύο υπό κρίση υποθήκες ως εξασφάλιση για λογαριασμούς παρατραβήγματος πελατών για τους οποίους οι εργοδότες του τον θεωρούσαν υπεύθυνο. Τον απείλησαν μάλιστα με καταγγελία στην αστυνομία παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν ιδιοποιήθηκε κανένα ποσό και οι υπερβάσεις των λογαριασμών γίνονταν αποκλειστικά από τους πελάτες. Απλά, ο αιτητής είχε την κακή τύχη να ανοίξει λογαριασμούς σε πρόσωπα που τελικά φάνηκαν αναξιόπιστα. Μετά τον εξαναγκασμό του να παραχωρήσει τις υποθήκες, στη συνέχεια οι εργοδότες του, κατήγγειλαν την υπόθεση στην αστυνομία παρά τις προηγούμενες διαβεβαιώσεις τους ότι δεν θα πράξουν κάτι τέτοιο. Ισχυρίστηκαν συγκεκριμένα ότι ο ίδιος πήρε χρήματα από τους λογαριασμούς των πελατών που παρουσίαζαν υπέρβαση. Καταχωρήθηκε εναντίον του η ποινική υπόθεση 20659/2001 που εκδικάστηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού. Αφορούσε 122 κατηγορίες για κλοπή, πλαστογραφία, ψευδείς καταχωρίσεις σε λογαριασμούς καθώς και άλλες κατηγορίες με οικονομικής φύσεως αδικήματα. Η απόφαση του Κακουργιοδικείου εκδόθηκε την 1.3.2005 με την οποία αθωώθηκε σε όλες τις κατηγορίες. Αθωώθηκε επίσης και σε ακόμα μία ποινική υπόθεση που είχε καταχωρηθεί εναντίον του. Παρά την αθώωση του, οι καθ' ων η αίτηση συνέχισαν να διατηρούν τις υποθήκες που είχε εγγράψει προς όφελος τους για εξασφάλιση λογαριασμών συγκεκριμένων πελατών για την υπέρβαση των οποίων, ο ίδιος δεν ευθυνόταν. Από τότε, γίνονταν διάφορες προσπάθειες για εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Όταν στις αρχές του 2012 οι καθ' ων η αίτηση τον απείλησαν ότι θα προχωρήσουν σε εκποίηση των ακινήτων του και κάτω από το καθεστώς πιέσεων και απειλών που δεχόταν, προχώρησε τελικά στις 16.3.2012 στην υπογραφή συμφωνίας δανείου, στη βάση της οποίας εκδόθηκε η επίδικη απόφαση εναντίον του. Το προϊόν του εν λόγω δανείου χρησιμοποιήθηκε από τους ενάγοντες για κάλυψη των υπερβάσεων των πελατών της ΣΠΕ Πολεμιδιών. Παρ' όλα αυτά, οι ενάγοντες κατέγραψαν στην συμφωνία δανείου ότι το δάνειο παραχωρήθηκε για οικογενειακούς λόγους. Το γεγονός αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εξ' ου και οι ενάγοντες δεν ζήτησαν καμία απόδειξη για το πώς χρησιμοποιήθηκε το ποσό του δανείου. Ήταν η θέση του εναγομένου ότι κατά τη χορήγηση του δανείου, εξέλειπε η ελεύθερη του συναίνεση αφού υπέγραψε κάτω από καθεστώς απειλών ότι θα χάσει το σπίτι του. Ταυτόχρονα, εκπρόσωποι της ενάγουσας γνωρίζοντας ότι αδυνατούσε να εξοφλήσει το εν λόγω ποσόν, υπόσχονταν ότι θα επιδείκνυαν ευελιξία ως προς τον τρόπο αποπληρωμής του. Αναφέρεται επιπλέον στην ένορκη δήλωση ότι από τον χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας μέχρι και σήμερα, η ενάγουσα χρεώνει το επίδικο δάνειο με επιτόκιο πέραν του συμφωνηθέντος. Περαιτέρω όπως συμβουλεύεται από τον δικηγόρο του, ο όρος καθορισμού του τόκου είναι καταχρηστικός αφού η ενάγουσα δεν τον ενημέρωνε για το πώς υπολογίζει το βασικό της επιτόκιο και πώς αυτό διακυμαίνεται. Είναι ως εκ τούτου η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι το ποσόν που έχει επιδικαστεί εναντίον του δεν είναι το πραγματικά οφειλόμενο, ακόμα και στην περίπτωση που θα ήταν έγκυρη η συμφωνία δανείου. Την αίτηση συνοδεύει και δεύτερη ένορκη δήλωση του Δήμου Χριστοδούλου, που ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου στη Λευκωσία. Με αυτή, επιβεβαιώνει την συνάντηση που είχε μαζί με τον εναγόμενο και με δύο υπαλλήλους της ενάγουσας, τον Στάθη Χριστοδούλου και την Κίκα Αυγουστή, σε κατάστημα της ενάγουσας στην Λεμεσό. Στην συνάντηση που έγινε σε φιλικό κλίμα, οι εν λόγω υπάλληλοι της ενάγουσας επιβεβαίωσαν ότι δεν προωθήθηκε η παρούσα αγωγή και ανέφεραν ότι ο εναγόμενος είχε περιθώριο μέχρι το τέλος του χρόνου να διευθετήσει το χρέος του. Μετά τη συνάντηση, συμβούλευσε τον εναγόμενο ότι παρά τις διαβεβαιώσεις θα έπρεπε να διερευνήσει κατά πόσον όντως δεν προωθήθηκε η αγωγή. Δυστυχώς φάνηκε ότι παρά τις υποσχέσεις, η αγωγή προχώρησε σε απόδειξη, δεκαπέντε μέρες μετά τη συνάντηση. Οι ως άνω διαβεβαιώσεις είχαν ως αποτέλεσμα κατά τον ομνύοντα, να πεισθεί ο εναγόμενος να μην εμφανισθεί στην αγωγή ώστε η ενάγουσα να εξασφαλίσει απόφαση εναντίον του. Τότε συμβούλευσε τον εναγόμενο να αποτεθεί στον Δικηγόρο Κώστα Μελά για προώθηση της παρούσας αίτησης, αφού ο ίδιος δεν χειρίζεται τέτοιες υποθέσεις. Η ενάγουσα καταχώρισε ειδοποίηση ένστασης με την οποία αρνείται την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ακύρωσης της απόφασης, η οποία εκδόθηκε νομότυπα με βάση την προβλεπόμενη διαδικασία. Αναφέρεται επίσης ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση και επιπλέον δεν έδωσε επαρκείς δικαιολογίες για την μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Φίλιππου Βακανά, υπαλλήλου της ενάγουσας. Στην πιο πάνω ένορκη δήλωση, επαναλαμβάνονται όλοι οι λόγοι της ειδοποίησης ένστασης. Αναφέρεται στη συνέχεια ότι όντως πριν την καταχώριση της αγωγής, έγιναν προσπάθειες με σκοπό την εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης ως μέρος της συνήθους πρακτικής της ενάγουσας. Όμως επειδή ο εναγόμενος ουδέποτε ανταποκρίθηκε σε οποιεσδήποτε υποσχέσεις του, η ενάγουσα αναγκάστηκε να πάρει μέτρα εναντίον του. Ο ομνύοντας ενώ δέχεται ότι έγινε συνάντηση του εναγομένου με εκπροσώπους της ενάγουσας μετά την καταχώριση της αγωγής, εντούτοις αρνείται κατηγορηματικά ότι αναφέρθηκε στον εναγόμενο ότι δεν θα προωθείτο η αγωγή. Η συνάντηση έγινε κατά τον ομνύοντα με σκοπό την πιθανότητα εξεύρεσης συμβιβασμού ως η προαναφερθείσα τακτική της ενάγουσας. Ταυτόχρονα όμως, η ενάγουσα προωθούσε κανονικά την αγωγή εναντίον του εναγομένου, στον οποίο ουδέποτε λέχθηκε κάτι διαφορετικό. Οι σχετικοί ισχυρισμοί του εναγομένου, είναι κατά τον ομνύοντα αναληθείς και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει την αμέλεια του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Επισυνάφθηκαν επί του προκειμένου δύο επιστολές ημερ. 14.10.2015 και 6.9.2016 (τεκμ. 1 & 2) με τις οποίες ο συνήγορος της ενάγουσας, την πληροφορεί ότι θα προχωρήσει σε έκδοση απόφασης στην αγωγή. Περαιτέρω, ο αιτητής απέστειλε μέσω του τότε δικηγόρου του, επιστολή (τεκμ.3) προς τον δικηγόρο της τράπεζας, με την οποία τον πληροφορούσε ότι θα καταχωρήσει σύντομα σημείωμα εμφάνισης. Στην εν λόγω επιστολή, ο συνήγορος της ενάγουσας απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 7.3.2016 (τεκμ.4), στην οποία αναφερόταν ότι δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης και ότι η ενάγουσα θα προχωρούσε με την απόδειξη της υπόθεσης. Στην συνέχεια, ο εναγόμενος παρέλειψε αδικαιολόγητα να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης και ως εκ τούτου η υπόθεση προχώρησε σε απόδειξη. Ήταν η θέση του ομνύοντα ότι η ενάγουσα σε καμιά περίπτωση δεν προσπάθησε να ξεγελάσει τον εναγόμενο, αντιθέτως επέδειξε πολλή υπομονή και κατανόηση, προσπαθώντας πάντα με καλή διάθεση να συνεργαστεί για την εξεύρεση εξώδικης λύσης. Στη συνέχεια, ο ενόρκως δηλών αρνείται τους ισχυρισμούς ότι οι υποθήκες και το επίδικο δάνειο ήταν αποτέλεσμα πιέσεων και απειλών της ενάγουσας, προκειμένου να μην καταγγελθεί στην αστυνομία. Είναι φανερό κατά τον ομνύοντα ότι ο αιτητής προβάλλει ανυπόστατους ισχυρισμούς αφού από τη στιγμή που ο ίδιος θεωρούσε ξεκάθαρα ότι δεν ευθυνόταν για τους λογαριασμούς των πελατών του, καμία πίεση και απειλή δεν θα έπρεπε να τον επηρεάσει. Η επίδικη συμφωνία δανείου απετέλεσε κατά τον ενόρκως δηλούντα, προϊόν της ελεύθερης βούλησης και συναίνεσης του αιτητή. Ουδέποτε εξαναγκάστηκε να υπογράψει τη σύμβαση δανείου, αλλά προέβηκε στον εν λόγω δανεισμό με πλήρη επίγνωση για το περιεχόμενο και τους όρους του. Το ποσό του επίδικου δανεισμού σε καμία περίπτωση δεν χρησιμοποιήθηκε για την κάλυψη λογαριασμών πελατών αλλά αντιθέτως χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο τον αιτητή για δικούς του σκοπούς. Η δυνατότητα αποπληρωμής του δανείου, στηρίχθηκε στα δεδηλωμένα εισοδήματα του αιτητή επί της αιτήσεως του δανείου. Η υποθήκη παραχωρήθηκε ως αντάλλαγμα τραπεζικής διευκόλυνσης, ήτοι για το επίδικο δάνειο. Οι εν λόγω ισχυρισμοί, αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και προσπάθεια του αιτητή να αποφύγει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Αναφέρεται τέλος στην ένορκη δήλωση της ένστασης ότι η ενάγουσα δεν προέβη σε παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις και ουδέποτε αλλοίωσε ή διόγκωσε το οφειλόμενο ποσό. Προκύπτει από τα πιο πάνω κατά τον ενόρκως δηλούντα ότι ο αιτητής δεν έχει καμία υπεράσπιση, αλλά οι ισχυρισμοί του αποτελούν αναλήθειες και κατασκευάσματα εκ των υστέρων. Επιπλέον, είναι φανερό ότι ο αιτητής αγνόησε και περιφρόνησε αδικαιολόγητα την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και ως εκ τούτου επιχειρεί καταχρηστικά να παρεμποδίσει την εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Στη συνέχεια μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος-αιτητής καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Με αυτήν, αρνείται ότι έδωσε οδηγίες στο δικηγορικό γραφείο Βραχίμη & Συνεργάτες να τον υπερασπιστούν στην υπόθεση. Ενημέρωσε το εν λόγω γραφείο για την αγωγή, επειδή όμως αμέσως μετά συναντήθηκε με εκπροσώπους της ενάγουσας που τον διαβεβαίωσαν ότι δεν θα προωθείτο η αγωγή, αποφάσισε να μην δώσει οδηγίες για καταχώριση εμφάνισης. Επιπλέον, ποτέ δεν ενημερώθηκε από τα πιο πάνω δικηγορικό γραφείο για τις επιστολές που ανταλλάχθηκαν με τους δικηγόρους της ενάγουσας (τεκμ.3 & 4). Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία κατά τον εναγόμενο ότι εάν πληροφορείτο για τις επιστολές των δικηγόρων της ενάγουσας και την πρόθεση τους να προχωρήσουν σε απόδειξη της αγωγής, αμέσως θα διόριζε δικηγόρο για να τον υπερασπιστεί. Κάτι τέτοιο δεν ήταν σε γνώση του και καλόπιστα θεωρούσε ότι οι ενάγοντες δεν θα προχωρούσαν την υπόθεση όπως τον είχαν διαβεβαιώσει. Αγορεύσεις: Ο συνήγορος του εναγομένου-αιτητή, αναφέρθηκε αρχικά στα γεγονότα της υπόθεσης. Επανέλαβε την θέση του ότι δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης παρότι η αγωγή του επιδόθηκε δεόντως, μετά από διαβεβαιώσεις λειτουργών της ενάγουσας ότι η αγωγή δεν θα προωθείτο και ότι έχει περιθώριο μέχρι το τέλος του χρόνου να διευθετήσει την υπόθεση. Το γεγονός αυτό, επιβεβαιώνεται και από την ένορκη δήλωση του δικηγόρου Δήμου Χριστοδούλου, ο οποίος ήταν παρών σε μία από τις πιο πάνω συναντήσεις. Όσον αφορά τις επιστολές του δικηγορικού γραφείου Βραχίμης, ο αιτητής διευκρίνισε με την συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ότι δεν δόθηκαν οδηγίες στο εν λόγω γραφείο για εμφάνιση, ακριβώς λόγω των διαβεβαιώσεων των λειτουργών της ενάγουσας. Ούτε ενημερώθηκε ποτέ από το εν λόγω γραφείο για τις επιστολές που απέστειλαν οι συνήγοροι της ενάγουσας, προκειμένου αυτός να λάβει τα δέοντα μέτρα ήτοι να διορίσει δικηγόρους για να τον υπερασπιστούν. Κατά το συνήγορο, οι πιο πάνω θέσεις του εναγομένου-αιτητή δεν αντικρούστηκαν σε καμία περίπτωση από την ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση ναι μεν δεν υπήρξε κακή επίδοση, όμως ο αιτητής έχει αποδείξει με τις ενόρκους του δηλώσεις ότι δεν είχε πρόθεση να παραβιάσει τα δικαιώματα του αντιδίκου, ούτε να περιφρονήσει τη δικαστική διαδικασία. Στη συνέχεια, ο συνήγορος έκαμε αναφορά στην προβληθείσα με τις ενόρκους δηλώσεις υπεράσπιση του στην ουσία της αγωγής. Κατ' αρχήν, αμφισβητεί την εγκυρότητα της συμφωνίας δανείου, αλλά και των υποθηκών και επεξηγεί με σαφήνεια τα γεγονότα που προηγήθηκαν και τον ανάγκασαν να υπογράψει τα πιο πάνω έγγραφα. Υπάρχουν κατά τον συνήγορο, σοβαρά ζητήματα που χρήζουν εξέτασης, η οποία μπορεί να γίνει μόνο με το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Μεταξύ άλλων, είναι αναγκαίο να εξεταστεί ο σκοπός παραχώρησης του δανείου και οι συνθήκες υπογραφής της δανειακής σύμβασης καθώς επίσης ο τρόπος εγγραφής των υποθηκών, αλλά και το πώς χρησιμοποιήθηκε το ποσό του δανείου. Όλα τα πιο πάνω, μπορούν να διερευνηθούν μόνο μετά από πλήρη ακρόαση της υπόθεσης και όχι στο παρόν στάδιο. Εν πάση περιπτώσει, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση, ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Επιπλέον, από τη στιγμή που προκύπτουν τόσο σοβαρά θέματα αναφορικά με τον τρόπο κατάρτισης της συμφωνίας, μόνο με τον παραμερισμό της απόφασης και την πλήρη ακρόαση το Δικαστήριο θα μπορεί να καταλήξει στην απόφαση του. Τέλος ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα της ενάγουσας που θα συνεχίσει να επιβάλλει τόκους στο επίδικο δάνειο και είναι πλήρως εξασφαλισμένη από τα υποθηκευμένα ακίνητα. Ο συνήγορος της ενάγουσας καθ' ης η αίτηση στη δική του αγόρευση αφού αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης, επανέλαβε όλους τους λόγους που παρατίθενται στην ειδοποίηση ένστασης. Στη συνέχεια και με παραπομπή σε νομολογία, ισχυρίστηκε ότι η αδιαφορία του εναγομένου για τις δικαστικές διαδικασίες ήταν τέτοια ώστε να μην δικαιούται σε διάταγμα παραμερισμού της απόφασης. Ο συνήγορος επανέλαβε τη θέση της ενάγουσας ότι ουδέποτε λέχθηκε στον αιτητή ότι δεν θα προωθηθεί η διαδικασία της αγωγής και ότι δεν χρειαζόταν να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Είναι ξεκάθαρο κατά τον συνήγορο ότι ο αιτητής επιχειρεί εκ των υστέρων να δικαιολογήσει την αδιαφορία του για την δικαστική διαδικασία, εκμεταλλευόμενος το γεγονός των συναντήσεων που είχε με την ενάγουσα προς τον σκοπό εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης. Όμως στις εν λόγω συναντήσεις, ουδέποτε λέχθηκε στον αιτητή το ενδεχόμενο να μην προωθηθεί η αγωγή. Αυτό ενισχύεται και από την αλληλογραφία που είχαν με τον τότε δικηγόρο του, με την οποία τον καλούσαν να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι παρά το γεγονός ότι ο αιτητής είχε έγκαιρα και νομότυπα πληροφορηθεί για την ύπαρξη της αγωγής, δεν έλαβε κανένα μέτρο για την προστασία των συμφερόντων του, αλλά επέδειξε περιφρονητική στάση στις δικαστικές διαδικασίες. Ως εκ τούτου με τη συμπεριφορά του, κωλύεται να ζητά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Αναφορικά με το καθήκον του αιτητή να αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση, ο συνήγορος ανέφερε ότι δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία που να στηρίζει τους ισχυρισμούς για την ύπαρξη οποιασδήποτε υπεράσπισης. Αντιθέτως, ο αιτητής παραδέχεται τη σύμβαση δανείου την οποία επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση. Και ενώ ο ισχυρισμός του είναι ότι παρεχώρησε τις επίδικες υποθήκες κατόπιν απειλών της ενάγουσας ότι θα του προσάψουν κατηγορίες, εντούτοις δεν δικαιολόγησε το γεγονός ότι τελικά οι κατηγορίες του προσάφθηκαν και δικάστηκε ενώπιον του κακουργιοδικείου παρά την παραχώρηση των υποθηκών. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή παράμεναν μετέωροι και δεν έχει αποδειχθεί σε καμία περίπτωση συζητήσιμη υπεράσπιση. Αντιθέτως ο αιτητής προβάλλει παράλογες και απαράδεκτες θέσεις προσπαθώντας με δόλιο τρόπο να παραπλανήσει το Δικαστήριο για τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, με σκοπό να πετύχει τον παραμερισμό της εκδοθείσας εναντίον του απόφασης. Νομική πτυχή Οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inns

(1994)1 A.A.Δ. 736, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού επιβεβαίωσε την υιοθέτηση της Αγγλικής υπόθεσης Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, συνόψισε τις πιο πάνω αρχές ως ακολούθως: α) Η αίτηση για παραμερισμό απόφασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. β) Πρωταρχικής σημασίας στοιχείο είναι να καταδειχθεί εκ μέρους του αιτητή καλή υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά για να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. γ) Ο αιτητής πρέπει να δείξει ουσιαστική και σοβαρή δικαιολογία γιατί δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. δ) Το Δικαστήριο θα πρέπει να περιοριστεί στο αν υπάρχει ή όχι καλή υπεράσπιση και δεν θα πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την αγωγή και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή όχι υπεράσπιση. ε) Η μαρτυρία που προσκομίζεται είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οιονδήποτε ενόρκως δηλούντα αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Αρκεί η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και η ύπαρξη καλή τη πίστη, συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου Μαύρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26). Από την άλλη όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της διαφορετικής εκδοχής του εναγομένου. Θα πρέπει να προσκομιστούν ταυτόχρονα και κάποια αποδεικτικά στοιχεία που να εμπεριέχουν ένα βαθμό πειστικότητας ως προς την εκδοχή του εναγομένου. Σχετική με το θέμα είναι η υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 όπου στην σελίδα 799, υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή.» Πέραν των πιο πάνω, η αίτηση παραμερισμού δύναται να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204 και Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ 941). Αναφέρθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις ότι κατά την εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια, της ανάγκης για αποτελεσματική κατοχύρωση του δικαιώματος ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας και η τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Στα πλαίσια αυτά, πέραν της υποχρέωσης αποκάλυψης καλής υπεράσπισης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του αιτητή και δύναται, αν αυτή είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Αυτό συμβαίνει όπου διαπιστώνεται συμπεριφορά του αιτητή που είναι περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του. Συμπεράσματα Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και ιδιαίτερα τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα αλλά και τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Το πρώτο στοιχείο που θα εξετάσω είναι κατά πόσον ο αιτητής έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση, που είναι και ο πιο σημαντικός παράγοντας για να παραμεριστεί η ερήμην εκδοθείσα απόφαση. Κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι ο αιτητής έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Αμφισβητεί στην ουσία την δανειακή σύμβαση αλλά και τις συμβάσεις υποθήκης, προβάλλοντας ισχυρισμούς για απειλές και πιέσεις από την ενάγουσα που κατά τον αιτητή, επηρέασαν την κρίση του και τον εξανάγκασαν να υπογράψει την δανειακή σύμβαση και να υποθηκεύσει τα επίδικα ακίνητα προς όφελος της χωρίς την ελεύθερη συναίνεση του. Επιπλέον ο ίδιος δεν πήρε κανένα χρηματικό ποσόν από την δανειακή σύμβαση αλλά τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την εξόφληση υπερβάσεων για λογαριασμούς πελάτων, για τους οποίους ο ίδιος δεν είχε ευθύνη. Ο αιτητής υποστηρίζει την πιο πάνω θέση του και με αποδεικτικό υλικό. Συγκεκριμένα, προκύπτει από το τεκμήριο 2 που συνοδεύει την ένορκη του δήλωση ότι τα επίδικα ακίνητα βαρύνονταν με υποθήκη από το 1999 προς όφελος της ενάγουσας, ήτοι πολύ πριν την επίδικη δανειακή σύμβαση που υπεγράφη το 2012. Στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της θέσης που προβάλει ο αιτητής για τους σκοπούς παραχώρησης των αρχικών υποθηκών. Ανεξαρτήτως τούτου, ο αιτητής προβάλει και δεύτερη συζητήσιμη υπεράσπιση σε περίπτωση που δεν γίνουν αποδεκτές οι θέσεις του για τις συνθήκες υπογραφής των επίδικων συμβάσεων. Αφορούν την επιδίκαση τόκου την οποία θεωρεί παράνομη και συνεπακόλουθα, αμφισβητεί και το ύψος του οφειλομένου ποσού. Κρίνω ως εκ τούτου ότι ο αιτητής έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση που συνιστά την πιο σημαντική προϋπόθεση για έγκριση του αιτήματος .Έχουν τεθεί με τις ένορκες δηλώσει της αίτησης, ζητήματα πραγματικά και νομικά που πρέπει να διευκρινιστούν μόνο μετά από πλήρη εκδίκαση της αγωγής. Να σημειώσω στο στάδιο αυτό ότι η πιο πάνω κατάληξη μου για απόδειξη συζητήσιμης υπεράσπισης από τον αιτητή σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί την τελική ετυμηγορία του Δικαστηρίου επί της ουσίας της αγωγής. Το κατά πόσον ευσταθούν οι εν λόγω υπερασπίσεις θα αποφασιστεί στο τέλος της ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει σχετική μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Όμως για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό, συζητήσιμη υπεράσπιση του αιτητή επί της ουσίας της αγωγής. Αυτό γιατί σε περίπτωση που κατά την ακρόαση της αγωγής ο αιτητής αποδείξει τους πιο πάνω ισχυρισμούς, η υπεράσπιση του θα επιτύχει. Απομένει να εξεταστεί το ζήτημα, του κατά πόσον έχουν δοθεί οι αναγκαίες εξηγήσεις για την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης από τον αιτητή. Από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι ο αιτητής έδωσε επαρκείς διευκρινίσεις για την μη εμφάνιση του στην αγωγή. Η θέση του για τις διαβεβαιώσεις που δέχθηκε από την ενάγουσα, επιβεβαιώνεται και από πρόσωπο που τον συνόδευσε σε μια συνάντηση με εκπροσώπους της ενάγουσας. Επιπλέον, οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν αμφισβητήθηκαν με σχετικό αίτημα αντεξέτασης από πλευράς ενάγουσας. Το ίδιο ισχύει και για την θέση του ότι έμαθε για την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του, μόνο μετά την έρευνα που διεξήγαγε ο ίδιος στο Πρωτοκολητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού αλλά και για το ότι δεν ειδοποιήθηκε από τον τότε δικηγόρο του ότι η ενάγουσα εξέφρασε πρόθεση να προχωρήσει σε απόδειξη της υπόθεσης αν δεν καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης. Εν πάση περιπτώσει, από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτει ότι δεν έχει αποδειχθεί πλήρης αδιαφορία για την αγωγή από πλευράς εναγομένου ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη του αιτήματος. Αντιθέτως, ο εναγόμενος ήταν σε συνεχή επαφή με την ενάγουσα για διευθέτηση της υπόθεσης και μόλις αντελήφθη ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του στις 15.9.16, προχώρησε σε σύντομο χρόνο στις 27.10.2016, στην καταχώρηση της παρούσας. Υπό τας περιστάσεις, η μη εμφάνιση του εναγομένου στο Δικαστήριο δεν συνιστά πλήρη αδιαφορία στην αγωγή και καταφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών που θα δικαιολογούσε σύμφωνα με την νομολογία την απόρριψη της αίτησης, παρά την απόδειξη συζητήσιμης υπεράσπισης. Ανακεφαλαιώνοντας όλα τα πιο πάνω, αποφασίζω όπως η αίτηση γίνει αποδεκτή για τους πιο κάτω λόγους.
(1)Δεν έχει αποδειχθεί από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι ο αιτητής επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την αγωγή που να ισοδυναμεί με καταφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών.
(2)Ο αιτητής έδωσε επαρκή αιτιολογία γιατί δεν καταχώρησε εμφάνιση εμπρόθεσμα.
(3)Ο αιτητής έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή και έδωσε επαρκείς λεπτομέρειες και στοιχεία ούτως ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να ακουστεί επί της ουσίας της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη Διαταγή 17 Θεσμός 10, το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου λόγω παράλειψης σημειώματος εμφάνισης, με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι. Αποτελεί συνήθη πρακτική με τον παραμερισμό της απόφασης, το Δικαστήριο να επιβάλει όρους προπληρωμής των εξόδων της αίτησης και της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους (βλ.Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204). Στις περιπτώσεις παραμερισμού απόφασης, είναι σύνηθες η παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης να αποδίδεται σε υπαιτιότητα των εναγομένων και όχι των εναγόντων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις παραμερισμού απόφασης αυτοδικαίως (ex debitio justitiae) λόγω παράβασης της δίκαιης δίκης όπου π.χ. λόγω κακής επίδοσης, ο εναγόμενος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τις δικαστικές διαδικασίες που κινήθηκαν εναντίον του (βλ. μεταξύ άλλων Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1Α Α.Α.Δ. 247). Στην παρούσα περίπτωση, βρίσκω ότι η επίδικη απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί αλλά υπό όρους αναφορικά με τα έξοδα. Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση δεν φέρει καμία ευθύνη για την δημιουργία των εξόδων. Αντιθέτως τα μέχρι σήμερα έξοδα δημιουργήθηκαν από την παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί δεόντως στην αγωγή και ως εκ τούτου θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί στο σύνολο τους. Ενόψει όλων των πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε στις 15.9.16 εναντίον του εναγομένου - αιτητή, υπό τον όρο ότι θα πληρωθούν εκ μέρους του προς την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση, τα έξοδα της παρούσας αίτησης καθώς και τα μέχρι σήμερα έξοδα της αγωγής που χάνονται από τον παραμερισμό της απόφασης. Τα εν λόγω έξοδα να πληρωθούν εντός 14 ημερών από την κοινοποίηση τους στον αιτητή ή τον Δικηγόρο του ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, εκτός εάν συμφωνηθούν μεταξύ των διαδίκων. Σημείωμα εμφάνισης να καταχωρηθεί σε περίοδο 14 ημερών από την πληρωμή των εξόδων. Στην συνέχεια να ακολουθηθούν οι Κανονισμοί πολιτικής Δικονομίας. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.