← Κύπρος

ΔΟΜΟΚΟΣ ΛΤΔ ν. Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 7300/2010, 13/10/2017

ΔΟΜΟΚΟΣ ΛΤΔ ν. Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 7300/2010, 13/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A263 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7300/2010 Μεταξύ: ΔΟΜΟΚΟΣ ΛΤΔ Ενάγοντος Και

  1. Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  2. Νίκος Χρ. Παττίχης
  3. Σπύρος Ελενοδώρου Εναγομένων ------------- Ημερομηνία:13.10.17 Για τους Ενάγοντες: κος Κουρουπίδης Για τον Εναγόμενο3: κος Καππελάκης ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση αγωγή εδράζεται στο αστικό αδίκημα του λιβέλλου, εφόσον είναι η θέση των εναγόντων ότι ο εναγόμενος με δηλώσεις του προκάλεσε τη δημοσίευση άρθρου στην εφημερίδα που εκδίδουν οι εναγόμενοι 1 και 2, το οποίο είχε δυσφημιστικό γι΄ αυτούς περιεχόμενο. Τώρα, σύμφωνα με καλά εδραιωμένη πρακτική στον τρόπο δόμησης μιας απόφασης, η σύνοψη των δικογραφημένων θέσεων των μερών είθισται να διενεργείται πριν οτιδήποτε άλλο. Εν τούτοις στη δοσμένη περίπτωση παρέχεται ευχέρεια απόκλισης, με στόχο πάντα την καλύτερη κατανόηση της υπόθεσης και την ανάδειξη των επίδικων θεμάτων. Εν προκειμένω επιτυγχάνεται τούτο με σύνοψη των παραδεκτών ή αναμφισβήτητων γεγονότων, εφόσον η ακροαματική διαδικασία ανέδειξε ότι περιορισμένα ήταν τα επίδικα θέματα. Επιβάλλεται εν τούτοις να λεχθεί ότι αρχικά η αγωγή στρεφόταν εναντίον τριών προσώπων∙ συγκεκριμένα της εφημερίδας, του εκδότη τούτης και του εναγομένου
  4. Εν τούτοις στην πορεία της διαδικασίας οι εναγόμενοι 1 και 2 - εφημερίδα και εκδότης - προέβησαν σε απολογία και ακολούθως η αγωγή αποσύρθηκε. Ως εκ τούτου ό,τι παρέμεινε να αποφασιστεί είναι η αξίωση των εναγόντων εναντίον του εναγομένου
  5. Σημειώνεται περαιτέρω ότι η πλευρά των εναγόντων κάλεσε δύο μάρτυρες και η υπεράσπιση τρεις. Οι μάρτυρες που κλήθηκαν είναι∙ ο Ανδρέας Αντωνίου (ΜΕ1), διευθυντής των εναγόντων και ο Στυλιανός Ονουφρίου (ΜΕ2), διευθυντής κυκλοφορίας του Φιλελευθέρου. Στον αντίποδα από την υπεράσπιση κλήθηκαν∙ ο εναγόμενος 3, η Ευδοκία Σπύρου (ΜΥ2), βοηθός Επαρχιακού Επόπτη και ο Αντρέας Θεοδοσίου (ΜΥ3), γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου Βορόκληνης. Αρκετά όμως με τα παρεμφερή ζητήματα της υπόθεσης. Σημασία έχει η ουσία και γι΄ αυτό σπεύδω πάραυτα να παραθέσω όσα συνιστούν αναμφισβήτητα, ως αντιλαμβάνομαι, γεγονότα. Την 29.7.2010 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» (στη συνέχεια η εφημερίδα), άρθρο με τίτλο «Βράζει η Ορόκληνη για παράνομο Λατομείο». Το δε περιεχόμενο τούτου του άρθρου έχει ως ακολούθως: «Στην Δικαιοσύνη στρέφεται το Κοινοτικό Συμβούλιο Ορόκληνης για τη λατόμευση στο βουνό του Προφήτη Ηλία, στη βόρεια πλευρά της κοινότητας. Ο πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Σπύρος Ελενοδώρου, δήλωσε ότι η περιβαλλοντική καταστροφή που έχει γίνει από το λατομείο πάνω στο βουνό της Ορόκληνης είναι τεράστια. Σημείωσε ότι έχουν κάνει «πάρα πολλές φορές διαβήματα για να κλείσει το εργοστάσιο», προσθέτοντας ότι υπάρχουν δικαστικές αποφάσεις που δεν έχουν εκπληρωθεί. Τόνισε επίσης ότι υπάρχει και απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για κλείσιμο του λατομείου, αλλά «δυστυχώς, όλοι κλείνουν τα μάτια τους και τ΄ αφτιά τους και συνεχίζεται η καταστροφή πάνω στο βουνό». Ανάφερε ακόμα ότι μετά το αίτημα της εταιρείας για επέκταση των ορίων του λατομείου αποφασίστηκε να ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον οποιουδήποτε υπεύθυνου και έχουν δοθεί οδηγίες στους νομικούς συμβούλους της κοινότητας να προωθήσουν την υπόθεση στο δικαστήριο». Αυτό ακριβώς το άρθρο είναι εκείνο που πυροδότησε τη φιλονικία των διαδίκων που εν τέλει οδήγησε στην καταχώρηση της επίδικης αγωγής. Προσθέτω δε ότι το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η δήλωση που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα είναι ο εναγόμενος
  6. Ως εκ τούτου σήμερα αυτό είναι το σκέλος της αγωγής που το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, δηλαδή σε σχέση με τον εναγόμενο
  7. Αντίγραφο της εφημερίδας ημερομηνίας 29.7.2010 προσκομίστηκε στο δικαστήριο και είναι το τεκμήριο
  8. Το δε επίμαχο δημοσίευμα εντοπίζεται στη σελίδα 20 της εφημερίδας. Περιπλέον, αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι το εν λόγω δημοσίευμα ακολούθησε, χρονικά εννοώ, διαμαρτυρία που διεξήγαγε το Κοινοτικό Συμβούλιο Βορόκληνης. Μάλιστα γεγονός είναι ότι κατά τον ίδιο χρόνο, δηλαδή στο πλαίσιο της αναφερόμενης διαμαρτυρίας, ο εναγόμενος 3 προέβη σε δηλώσεις. Άλλωστε κατά τον επίδικο χρόνο ο εναγόμενος 3 ήταν ο πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Βορόκληνης που διοργάνωσε τη σχετική διαμαρτυρία. Κρίνω σκόπιμο να διευκρινίσω εδώ, ώστε να αποτραπεί τυχόν παρανόηση, ότι η αναφορά μου σε δημοσίευμα, τόσο η προηγηθείσα αλλά και εκείνες που έπονται, ας μην εκληφθούν ως διαπίστωση πως το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1, δηλαδή της εφημερίδας, αποδίδεται στον εναγόμενο 3 (στη συνέχεια ο εναγόμενος). Ακριβώς το αντίθετο ισχύει, δηλαδή ο εναγόμενος αμφισβητεί ότι τα εκεί αναφερόμενα αποδίδουν όσα ο ίδιος δήλωσε κατά τη διάρκεια της προαναφερθείσας διαμαρτυρίας. Συνεπώς αυτό το ζήτημα, δηλαδή κατά πόσο ο εναγόμενος ξεστόμισε όσα καταγράφηκαν στο επίμαχο απόσπασμα της εφημερίδας, αναγάγεται σε επίδικο και το δικαστήριο καλείται να τοποθετηθεί. Επανέρχομαι όμως σε εκείνο που δεν αμφισβητείται για να υποδείξω ότι τα μέρη, εν προκειμένω ενάγοντες και εναγόμενος, εκλαμβάνουν ως δεδομένο πως οι ενάγοντες είναι εταιρεία και περαιτέρω, ιδιοκτήτρια λατομείου στο βουνό Προφήτης Ηλίας στην Βορόκληνη. Μάλιστα καταφατική ήταν η απάντηση του εναγομένου σε σχετική ερώτηση του συνηγόρου των εναγόντων πως∙ οι ενάγοντες είναι το μοναδικό λατομείο στην περιοχή που Κελλιά και Βορόκληνη συνορεύουν. Σήμερα όμως οι ενάγοντες δεν διατηρούν πλέον το λατομείο εφόσον έχουν τερματίσει τις εργασίες τους. Παρ΄ όλα αυτά, κατά τον επίδικο χρόνο αυτοί [οι ενάγοντες] ήταν εκείνοι που διατηρούσαν το εν λόγω λατομείο και περιπλέον, αυτούς είναι που αφορούσε η διαμαρτυρία του Κοινοτικού Συμβουλίου Βορόκληνης και κατ΄ επέκταση το δημοσίευμα που ενσωματώθηκε στην εφημερίδα, τεκμήριο
  9. Περιπλέον, αναμφισβήτητο είναι και το γεγονός ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο - επαναλαμβάνω ουσιώδης είναι ο χρόνος του δημοσιεύματος ημερομηνίας 29.7.2010 - οι ενάγοντες κατείχαν πολεοδομική άδεια που επέτρεπε λατόμευση και εξόρυξη ασβεστολιθικού ψαμμίτη. Σχετική προς τούτο είναι η πολεοδομική άδεια τεκμήριο
  10. Η εν λόγω άδεια [τεκμήριο 2] εκδόθηκε την 24.06.2009 - παρ΄ ότι η αίτηση υποβλήθηκε την 2.11.2006 - και είχε ισχύ μέχρι την 23.6.
  11. Πέραν της πολεοδομικής άδειας οι ενάγοντες ήταν δικαιούχοι και προνομίου λατομείου. Το έντυπο που αποκαλύπτει τούτο είναι το τεκμήριο 10, το οποίο τιτλοφορείται προνόμιο λατομείου. Από το τεκμήριο αυτό διαπιστώνεται ότι την 24.9.2009, δηλαδή σε χρόνο πριν τον επίδικο, οι ενάγοντες έλαβαν τούτο το προνόμιο σε σχέση με την έκταση γης που δεικνύεται με κίτρινο περίγραμμα στο εκεί επισυνημμένο σχέδιο. Αναφέρεται ακόμη ότι το προνόμιο λατομείου ήταν για περίοδο δυο ετών, δηλαδή από 24.6.2009 μέχρι και 23.6.
  12. Όλα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σε σχέση με την πολεοδομική άδεια (τεκμήριο 2) και το προνόμιο λατομείου (τεκμήριο 10), δεν αναφέρονται απλώς στα δυο αυτά τεκμήρια, επιβεβαιώθηκαν και από μάρτυρα που κάλεσε η υπεράσπιση. Τούτη η μάρτυρας είναι η ΜΥ2, ονόματι Ευδοκία Σπύρου, η οποία είναι βοηθός Επαρχιακού Επόπτη, ως έχει ήδη αναφερθεί και συνεπώς καθηκόντως γνωρίζει όλα όσα προαναφέρθηκαν. Εν πάση περιπτώσει η ΜΥ2 δεν αμφισβητήθηκε επί του προκειμένου. Τέλος, από τη μαρτυρία του έτερου μάρτυρα υπεράσπισης, ΜΥ3, ονόματι Αντρέας Θεοδοσίου, αναμφισβήτητο κατέστη και το γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο οι ενάγοντες είχαν και άδεια σκυροθραυστικής μονάδος. Τούτο δεν επιβεβαιώθηκε μόνο από το μάρτυρα υπεράσπισης [ΜΥ3], ο οποίος είναι γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου, αλλά και από το τεκμήριο
  13. Αυτό το τελευταίο τεκμήριο συνιστά νέα πολεοδομική άδεια που οι ενάγοντες έλαβαν την 16.2.2009, για περιορισμένη, όπως εκεί αναφέρεται, χρονική διάρκεια και ισχύει μέχρι την 12.11.
  14. Περιπλέον, ρητά αναφέρεται στο τεκμήριο 20 ότι η ανάπτυξη που αφορά είναι εκείνη της εγκατάστασης σκυροθραυστικής μονάδος. Πέραν των ανωτέρω, οι ενάγοντες ποσώς αμφισβήτησαν αριθμό τεκμηρίων που η υπεράσπιση έθεσε υπόψιν του ΜΕ1, που ας λεχθεί εν παρόδω ότι τα αποδέχθηκε. Τα εν λόγω τεκμήρια δεικνύουν την πορεία αιτήσεων των εναγόντων μέχρι την έκδοση των πολεοδομικών αδειών τεκμήρια 2 και 20 και του προνομίου λατομείου, τεκμήριο
  15. Είναι λοιπόν αναμφισβήτητο ότι πριν την έκδοση των τεκμηρίων 2 και 20 οι ενάγοντες υπέβαλαν άλλες δυο αιτήσεις. Τούτες είναι∙ η ΛΑΡ/0219/2003 και η ΛΑΡ1271/
  16. Εν τούτοις κάθε μια εξ΄ αυτών απορρίφθηκε, γεγονός που φαίνεται στα αντίστοιχα τεκμήρια 3 και
  17. Η πρώτη απορρίφθηκε την 6.3.2003 και η άλλη την 3.10.
  18. Περαιτέρω, σχετικές είναι και δυο επιστολές του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος (τεκμήρια 5 και 6). Σε αυτές τις δυο επιστολές αναφέρεται ότι η λατόμευση θα προκαλέσει σοβαρή αλλοίωση του φυσικού ανάγλυφου του υψώματος και γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο η Περιβαλλοντική Αρχή εκφράζει τη θέση ότι «δεν θα πρέπει να αδειοδοτηθεί το προτεινόμενο έργο» (τεκμήριο 5). Το τεκμήριο 6 αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης επιστολής και δηλώνει ότι η ιεραρχική προσφυγή που οι ενάγοντες υπέβαλαν δια την απόρριψη της αίτησής τους - τεκμήριο 3 - έχει απορριφθεί. Το δε τεκμήριο 7, επιστολή του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, ημερομηνίας 7.11.2005, καλεί τους ενάγοντες να τερματίσουν πάραυτα τις παράνομες λατομικές εργασίες. Ανάλογο είναι και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8, επιστολή του ίδιου υπουργείου, αυτή όμως τη φορά με παραλήπτη τον Έπαρχο Λάρνακας, όπου αναφέρεται ότι οι ενάγοντες δεν έχουν πλέον δικαίωμα να λειτουργούν και γι΄ αυτό καλεί την υπηρεσία του Επάρχου να συνδράμει τις ενέργειες για εφαρμογή των διατάξεων του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου. Μετά από αυτό ακολούθησαν οι ενέργειες του Επάρχου και συγκεκριμένα επιστολή που έστειλε στους ενάγοντες και τους καλούσε να τερματίσουν τις παράνομες λατομεύσεις και να προβούν σε άμεση κατεδάφιση των υποστατικών (βλ. τεκμήριο 9). Σε διαφορετική περίπτωση, αναφέρεται στην επιστολή ημερομηνίας 13.6.2008, θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Όλα τα πιο πάνω είναι όσα συνιστούν παραδεχτά και αναμφισβήτητα γεγονότα. Ως εκ τούτου υιοθετούνται από το δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα στη διαδικασία. Ας δούμε τώρα την ιδιαίτερη μαρτυρία ενός εκάστου των μαρτύρων. Νοείται βεβαίως ότι δεν θα απασχολήσει όλη η έκταση της μαρτυρίας που ακούστηκε, αλλά μόνο εκείνη που προσθέτει κάτι καινούργιο στις προμνησθείσες διαπιστώσεις. Ο διευθυντής των εναγόντων [ΜΕ1] υποστήριξε ότι ο εναγόμενος «προκάλεσε τη δημοσίευση στη σελίδα 20 της εφημερίδας» και πρόσθεσε ότι το περιεχόμενο τούτης δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Επεξήγησε δε εκείνο που κατά τη γνώμη του συνάγεται από το δημοσίευμα, δηλαδή ότι αφήνεται να νοηθεί πως οι ενάγοντες καταστρέφουν το περιβάλλον για να αποκομίσουν οικονομικό όφελος και περιπλέον, ότι εκτελούν εργασίες και λειτουργούν παράνομα και κατά παράβαση αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου. Τέλος, υποστήριξε ότι το δημοσίευμα γράφτηκε με σκοπό να πληγεί η καλή φήμη των εναγόντων και ότι πέτυχε το στόχο του, δηλαδή πλήγηκε η επαγγελματική δραστηριότητα της εταιρείας και κατέστη αντικείμενο χλευασμού, εξευτελισμού και αποτροπής. Ένα άλλο ζήτημα που απασχόλησε κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, είναι εκείνο που αναφέρεται στο τεκμήριο 9 και παραπέμπει σε ποινική υπόθεση, εν προκειμένω την 7827/06 και συγκεκριμένα ότι στο πλαίσιο τούτης εκδόθηκε διάταγμα κατεδάφισης εγκαταστάσεων των εναγόντων. Επί του προκειμένου ο μάρτυρας εξέφρασε άγνοια και δικαιολόγησε τούτο λέγοντας ότι άλλοι ήταν οι ιδιοκτήτες της εταιρείας προηγουμένως και γι΄ αυτό δεν ήταν σε γνώση του η έκδοση του σχετικού διατάγματος. Παρ΄ όλα ταύτα, υποστήριξε ότι κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή την 29.7.2010 που δημοσιεύτηκε η δήλωση που απασχολεί, οι ενάγοντες ήταν καθ΄ όλα νόμιμοι και όλες οι εγκαταστάσεις τους είχαν άδεια. Ακόμη και όταν του υποβλήθηκε ότι ουδέποτε συμμορφώθηκαν με το διάταγμα της ποινικής υπόθεσης 7827/06, εξέφρασε τη θέση ότι για να έχουν προνόμιο λατομείου σημαίνει ότι επήλθε συμμόρφωση. Τέλος, σε σχέση με την έκδοση πολεοδομικής άδειας υπέδειξε ότι την 29.1.2009 απορρίφθηκε η αίτηση των εναγόντων. Ακολούθως την 10.2.2009 υπέβαλαν ιεραρχική προσφυγή η οποία εγκρίθηκε, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η πολεοδομική άδεια ΛΑΡ/01317/2006, δηλαδή το τεκμήριο
  19. Κατά τα λοιπά ο ΜΕ1 δέχθηκε το σύνολο των αιτήσεων που απορρίφθηκαν και τη διαδικασία που προηγήθηκε της έκδοσης του τεκμηρίου 2, εξ΄ ου και έχουν ήδη ενσωματωθεί στα αναμφισβήτητα γεγονότα. Εν τούτοις σταθερή ήταν η θέση του μάρτυρα ότι την 29.7.2010, δηλαδή την ημερομηνία δημοσίευσης του επίδικου άρθρου στην εφημερίδα, οι ενάγοντες ήταν καθ΄ όλα νόμιμοι. Ο ΜΕ2, δηλαδή ο διευθυντής κυκλοφορίας της εφημερίδας, προσκόμισε στο δικαστήριο το τεκμήριο 11, εν προκειμένω επιστολή που ο ίδιος έστειλε στους συνηγόρους των εναγόντων. Σ΄ αυτή την επιστολή, που ας λεχθεί ότι είναι ημερομηνίας 13.1.2017, αναφέρεται ότι την 29.7.2010 οι πωλήσεις της εφημερίδας ανήλθαν σε 14.141 φύλλα εφημερίδων. Η υπεράσπιση διερεύνησε τούτο το στοιχείο και ακολούθως το αμφισβήτησε. Αυτό όμως έδωσε στο μάρτυρα την ευκαιρία να εξηγήσει τίνι τρόπω προκύπτει ο αριθμός αυτός. Εν προκειμένω ανέφερε ότι η εφημερίδα λαμβάνει το εν λόγω στοιχείο από την εταιρεία Κρόνος, δηλαδή το διανομέα τούτης. Σε αυτό ακριβώς είναι που αμφισβητήθηκε και ερωτήθηκε κατά πόσο έχει στην κατοχή του οιονδήποτε τιμολόγιο ή απόδειξη που να φανερώνει ότι την επίδικη ημερομηνία οι πωλήσεις της εφημερίδας ανήλθαν σε τούτο τον αριθμό. Ο ΜΕ2 υποστήριξε ότι τα εν λόγω στοιχεία καταστρέφονται κάθε πέντε χρόνια, ενώ προχώρησε να εξηγήσει τη συνεργασία που έχουν εφημερίδα και Κρόνος. Όπως ανέφερε, η εφημερίδα τυπώνει αριθμό φύλλων βάσει των πωλήσεων των προηγούμενων εβδομάδων. Με το τέλος της ημέρας γίνεται επιστροφή των φύλλων που δεν πωλήθηκαν και καταμέτρηση από τους δύο, εφημερίδα και Κρόνο. Ακολούθως εκδίδεται πιστοποιητικό πωλήσεων από τον Κρόνο, ο οποίος καταβάλει στην εφημερίδα το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία των φύλλων που πωλήθηκαν, μείον την προσυμφωνημένη προμήθειά του. Συνεπώς, κατέληξε ο μάρτυρας, παράλογο είναι για τον Κρόνο να δείξει πωλήσεις περισσότερες απ΄ ότι στην πραγματικότητα, εφόσον αυτό σημαίνει ότι θα καταβάλει στην εφημερίδα περισσότερα χρήματα. Στον αντίποδα ο εναγόμενος αναφέρθηκε στις ιεραρχικές προσφυγές που υπέβαλαν οι ενάγοντες για να υποδείξει όμως ότι και αυτές απορρίφθηκαν. Το σχετικό έντυπο απόρριψης είναι το τεκμήριο
  20. Αυτός ήταν και ο λόγος, ανέφερε, που στη συνέχεια στάληκε στους ενάγοντες το τεκμήριο 6 και τους πληροφορούσε ότι θα υπόκειντο σε κυρώσεις. Περιπλέον και το τεκμήριο 13, δηλαδή επιστολή του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, αποκαλύπτει, σύμφωνα με τον εναγόμενο, ότι οι ενάγοντες δεν διαμόρφωσαν το χώρο του λατομείου, ως όφειλαν και συνέχισαν να λειτουργούν κατά παράβαση του νόμου περί Μεταλλείων και Λατομείων. Λόγω των πιο πάνω, ανέφερε ο εναγόμενος, το Κοινοτικό Συμβούλιο Βορόκληνης διαμαρτυρήθηκε στον Υπουργό Εσωτερικών και σχετικό είναι το τεκμήριο
  21. Εν τούτοις όταν οι ενάγοντες ζήτησαν επανεξέταση, ανέφερε ο εναγόμενος, το υπουργείο αποφάσισε να εγκρίνει το αίτημα υπό τον όρο ότι θα αναλάμβαναν γραπτή δέσμευση ότι δεν θα ξαναζητούσαν ανανέωση. Τα σχετικά έντυπα είναι τα τεκμήρια 15 και
  22. Ήταν όμως η θέση του εναγομένου ότι επειδή οι ενάγοντες ουδέποτε ανέλαβαν την εκεί προνοούμενη δέσμευση, η πολεοδομική άδεια δεν τέθηκε σε ισχύ και οι αποφάσεις για κλείσιμο του λατομείου δεν ακυρώθηκαν. Ο εναγόμενος προσκόμισε στο δικαστήριο και το τεκμήριο 17, δηλαδή διάταγμα κατεδάφισης που εκδόθηκε την 20.12.2006 στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 7827/06, το οποίο ποτέ δεν ικανοποιήθηκε, υποστήριξε ο εναγόμενος. Πέραν των πιο πάνω τη μαρτυρία του εναγομένου απασχόλησε και αυτή καθ΄ εαυτή η δήλωση, σε συνάφεια με το δημοσίευμα ημερομηνίας 29.7.
  23. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε ανέφερε όσα αναγράφονται στην εφημερίδα (τεκμήριο 1). Υποστήριξε ότι εκείνο που ο ίδιος ανέφερε είναι πως οι ενάγοντες δεν είχαν άδεια για τις εγκαταστάσεις, δηλαδή άδεια οικοδομής∙ ότι λατόμευαν έξω από τα όρια του λατομείου και συνεπώς παράνομα∙ ότι υπήρχε απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για κλείσιμο του λατομείου μέχρι το τέλος του 2006∙ και ότι υπήρχε διάταγμα κατεδάφισης των εγκαταστάσεων. Αυτά, υποστήριξε, είναι όσα ανέφερε στη διαμαρτυρία που προηγήθηκε της δημοσίευσης του επίδικου άρθρου στην εφημερίδα και γι΄ αυτό αρνήθηκε ότι απέκρυψε τα τεκμήρια 2 και 10, δηλαδή την πολεοδομική άδεια και το προνόμιο λατομείου, τα οποία ήταν στο φάκελο του Κοινοτικού Συμβουλίου και δέχθηκε ότι ήταν σε γνώση του. Τέλος, υπόψιν του εναγομένου ηταν και το γεγονός πως η έκδοση πολεοδομικής άδειας προϋποθέτει μελέτη εκτίμησης επιπτώσεων στο περιβάλλον. Η ΜΥ2, που όπως έχει ήδη αναφερθεί είναι βοηθός Επαρχιακού Επόπτη, υποστήριξε ότι οι ενάγοντες δεν έχουν εξασφαλίσει οποιαδήποτε άδεια οικοδομής. Πρόσθεσε μάλιστα ότι παλαιότερα λήφθηκαν δικαστικά μέτρα εναντίον των εναγόντων και πως σε αυτό το πλαίσιο εκδόθηκε το τεκμήριο 17, δηλαδή το διάταγμα κατεδάφισης. Σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου οικοδομής, ανέφερε η μάρτυρας, οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με το διάταγμα. Κατά τα λοιπά η ΜΥ2 συμφώνησε ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι ενάγοντες είχαν πολεοδομική άδεια, δηλαδή το τεκμήριο 2 και περιπλέον, ότι πριν την έκδοση τούτης της άδειας [πολεοδομικής] διενεργείται διαβούλευση των διαφόρων τμημάτων, μεταξύ αυτών και του τμήματος περιβάλλοντος στο οποίο υποβάλλεται μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Ο τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης, δηλαδή ο Αντρέας Θεοδοσίου, είναι ο γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου Βορόκληνης. Ο ΜΥ3 ανέφερε ότι είχε υπόψιν του τις δηλώσεις που έκανε ο εναγόμενος και υποστήριξε ότι απηχούσαν τις θέσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου. Τέλος, ήταν η θέση του ότι οι ενάγοντες προκάλεσαν καταστροφή στο περιβάλλον εφόσον προεκτάθηκαν πέραν του προβλεπόμενου χώρου και εισήλθαν στη γη της Βορόκληνης. Προς υποστήριξη τούτου παρουσίασε στο δικαστήριο σχετικό χάρτη που τύπωσε από το διαδίκτυο, δηλαδή το τεκμήριο
  24. Παρακολούθησα το σύνολο των μαρτύρων κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Ευθύς αναφέρω ότι όλοι οι μάρτυρες, εναγόντων και εναγομένου, άφησαν θετικές εντυπώσεις. Με αυτό δεν εννοώ βεβαίως ότι αποδέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας ενός έκαστου των μαρτύρων, αλλά μόνο ότι η μαρτυρία τούτων ήταν αγνή εις αντιδιαστολή επιτήδειας και στοχευμένης να εξυπηρετήσει αλλότριο σκοπό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι καθετί που ένας μάρτυρας ανέφερε είναι ορθό, εφόσον δυνατό να πλανάται λόγω άγνοιας ή εσφαλμένης αντίληψης. Ας δούμε όμως τη μαρτυρία πιο προσεχτικά ώστε να διαφανεί αυτό που το δικαστήριο αποδέχεται από τη μαρτυρία ενός εκάστου, αλλά και οι λόγοι που υποστηρίζουν την προηγηθείσα αξιολογική κρίση. Η ΜΥ2, βοηθός Επαρχιακού Επόπτη, δεν έτυχε ιδιαίτερης αμφισβήτησης. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της ενσωματώθηκε στις διαπιστώσεις του δικαστηρίου ως αναμφισβήτητη μαρτυρία. Αναμφισβήτητη εν πολλοίς παρέμεινε και η θέση της ότι οι ενάγοντες ουδέποτε συμμορφώθηκαν με το διάταγμα κατεδάφισης των εγκαταστάσεων που δεν ήταν αδειοδοτημένα. Παρά την αντίθετη άποψη που εξέφρασε ο ΜΕ1 δεν μπορεί να μην επισημανθεί ότι ο τελευταίος δεν ήταν σίγουρος και απλώς πιθανολογούσε. Από την άλλη η ΜΥ2 ομιλούσε καθηκόντως και διατηρώντας πάντα ίση απόσταση από τους διάδικους. Έκδηλο ήταν καθ΄ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της ότι δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα οιουδήποτε μέρους και απλώς μαρτυρούσε όσα γνώριζε λόγω της θέσεως που κατέχει. Τα δε τεκμήρια που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο δικαιολογούν όσα ενόρκως ανέφερε. Ως εκ των ανωτέρω δέχομαι τη θέση της ΜΥ2 ότι οι ενάγοντες ουδέποτε συμμορφώθηκαν με το διάταγμα κατεδάφισης του τεκμηρίου
  1. Ανεξάρτητη και απαλλαγμένη συμφερόντων ήταν και η μαρτυρία του ΜΕ
  2. Περιπλέον, οι εξηγήσεις που έδωσε για τη μεθοδολογία που ακολουθείται από την εφημερίδα ώστε να διαπιστωθεί ο αριθμός των πωληθέντων φύλλων, δικαίως χαρακτηρίστηκαν «λογικές». Δεν νοείται η εταιρεία διανομής της εφημερίδας, δηλαδή ο Κρόνος, να έδωσε στο Φιλελεύθερο αριθμό πωλήσεων μεγαλύτερο απ΄ εκείνο που πώλησε, εφόσον έτσι θα καλείτο να καταβάλει μεγαλύτερο ποσό. Από την άλλη ο ΜΕ2 δεν αμφισβητήθηκε ότι ο αριθμός φύλλων, ήτοι 14141, είναι αυτός που τους δόθηκε από τον Κρόνο. Η αντεξέταση περιορίστηκε μόνο στο ότι δεν πωλήθηκαν τόσα φύλλα εφημερίδων και δεν επεκτάθηκε σε πιθανότητα παραποίησης, εν προκειμένω αύξησης, τούτου του αριθμού από την ίδια την εφημερίδα. Συνεπώς δεν απασχολεί οτιδήποτε άλλο πλην της πιο πάνω θέσης του ΜΕ2, η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει δέχομαι ότι η κυκλοφορία της εφημερίδας τεκμήριο 1, συγκεκριμένα οι πωλήσεις τούτης την 29.7.2010, ανήλθαν σε 14141 φύλλα. Θετική ήταν και αυτή η μαρτυρία του ΜΥ3, χωρίς όμως να παραγνωρίζεται ότι ο εν λόγω είναι γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου Βορόκληνης εδώ και πολλά έτη και λόγω τούτου ήταν συνεργάτης του εναγομένου, καθώς επίσης προασπιστής αυτών των συμφερόντων της κοινότητας, τα οποία [συμφέροντα] συναρτώνται με το επίδικο δημοσίευμα. Εν τούτοις είδε και αναγνώρισε το τεκμήριο 20 και χωρίς περιστροφές δέχθηκε ότι συνιστά άδεια για σκυροθραυστική μονάδα. Αν όμως υπάρχει κάτι από τη μαρτυρία του ΜΥ3 στο οποίο δεν αποδίδω οιανδήποτε βαρύτητα, είναι το τεκμήριο 19, δηλαδή ο χάρτης και οι αιτιάσεις του μάρτυρα πως από αυτό διαπιστώνεται ότι οι ενάγοντες λατόμευαν εκτός ορίων. Ένας χάρτης αποτελεί βεβαίως δικαστική γνώση και αυτό γιατί δεικνύει τοποθεσίες που είναι ευρέως γνωστές (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Γ. Σάντη, σελ. 267). Εν τούτοις τα όποια συμπεράσματα σε σχέση με το υπέδαφος, όπως και η θέση ότι η λατόμευση εκφεύγει των καθορισμένων ορίων, χρειάζεται εξειδικευμένη μαρτυρία ή άλλη θετική γνώση, φέρ΄ ειπείν από κάποιο που εργάστηκε εκεί, στοιχεία που δεν πληροί η μαρτυρία του ΜΥ
  3. Συνεπώς αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του ΜΥ3 αδυνατώ να το δεχθώ. Αξιόπιστος είναι και ο ΜΕ
  4. Χωρίς δισταγμό και με γνήσιο αυθορμητισμό δέχθηκε το ιστορικό των παλαιότερων αιτήσεων και δη την απόρριψη τούτων. Από την άλλη έχει ήδη υποδειχθεί ότι για το διάταγμα κατεδάφισης (τεκμήριο 17) δεν απάντησε με βεβαιότητα αλλά πιθανολογώντας και αυτό βασιζόμενος στο ότι εκδόθηκε πολεοδομική άδεια. Η δε ερμηνεία που έδωσε στο περιεχόμενο του επίδικου άρθρου δεν δεσμεύει το δικαστήριο. Εν τούτοις ενδελεχής εξέταση όσων εκεί αναφέρονται [τεκμήριο 1] φανερώνει ότι η ερμηνεία του ΜΕ1 δεν χαρακτηρίζεται από υπερβολή αλλά λογική. Τέλος, δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι ο εναγόμενος προέβη στην επίδικη δήλωση. Τα ακριβή λόγια που χρησιμοποίησε εντοπίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του εγγράφου Α, δηλαδή της γραπτής δήλωσης που υιοθέτησε. Αναφέρεται εκεί ότι∙ «Ο εναγόμενος 3 ήταν κατά τους ουσιώδεις προς την παρούσα αγωγή χρόνους, ο εξελεγμένος πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου της Ορόκλινης της Επαρχίας Λάρνακας ο οποίος δήλωσε τα όσα αναφέρονται στο άρθρο ως εκτίθεται πιο κάτω. Κατά την 29.7.2010, ο εναγόμενος 3 προκάλεσε τη δημοσίευση, στη σελίδα 20 της εφημερίας «Ο Φιλελεύθερος», άρθρο με τον τίτλο «Βράζει η Ορόκλινη για παράνομο Λατομείο» το οποίο περιέχει ισχυρισμούς για την Ενάγουσα .» Η πιο πάνω θέση του ΜΕ1 αποκαλύπτει ότι δεν αποτελεί προϊόν θετικής γνώσης, φερ΄ ειπείν ότι τον άκουσε ο ίδιος. Άλλωστε ο μάρτυρας δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο. Έκδηλο είναι ότι η γνώση του ΜΕ1 πηγάζει απ΄ εκείνο που αναφέρεται στο τεκμήριο 1, δηλαδή την εφημερίδα. Εν τούτοις ο εναγόμενος αρνήθηκε ότι ξεστόμισε αυτά ακριβώς που αναφέρονται στην εφημερίδα. Παρεμβάλλω εδώ ότι και ο εναγόμενος κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του γνήσια και ειλικρινής. Χαρακτηριστική είναι η πτυχή της μαρτυρίας του όπου χωρίς δισταγμό και απαλλαγμένος επιτηδειότητας, δέχθηκε τόσο την πολεοδομική άδεια (τεκμήριο 2), όσο και το προνόμιο λατομείου (τεκμήριο 10). Επιπλέον δέχθηκε ότι προέβη σε δήλωση και ότι κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή της δήλωσης, ήταν σε γνώση του τα τεκμήρια αυτά ένεκα της θέσης που κατείχε στο Κοινοτικό Συμβούλιο. Αρνήθηκε όμως ότι τα απέκρυψε και αυτό γιατί οι δηλώσεις του έθιξαν άλλα ζητήματα. Ας σημειωθεί ότι ο εναγόμενος δεν αμφισβητήθηκε για τούτη τη θέση του. Δηλαδή δεν του ζητήθηκε να πει εκείνο που ακριβώς δήλωσε, παρ΄ ότι άνευ ερωτήσεως έπραξε τούτο και ούτε ζητήθηκε από άλλους μάρτυρες, λόγου χάριν τον ΜΥ3 που δήλωσε ότι άκουσε τις δηλώσεις, να πουν τι ήταν εκείνο που τον άκουσαν να λέει. Έτι περισσότερο οι ενάγοντες επέλεξαν να μην καλέσουν την εφημερίδα και δη το δημοσιογράφο που έγραψε το επίδικο άρθρο, ώστε να διαφανεί κατά πόσο κατέγραψε αυτά ακριβώς που άκουσε τον εναγόμενο να λέει. Εν ολίγοις αναντίλεκτη αλλά και αναμφισβήτητη παρέμεινε η θέση του εναγομένου ότι το δημοσίευμα δεν αποδίδει αυτά που ανέφερε. Περιπλέον, ήταν καθ΄ όλα πειστικός ότι άλλα είναι εκείνα που ανέφερε. Διεξήλθα με προσοχή τη μαρτυρία του εναγομένου και πάντα με γνώμονα αυτό που εδώ απασχολεί, δηλαδή τι είναι αυτό που δήλωσε. Έχω εντοπίσει τέσσερις, τουλάχιστον, απαντήσεις τούτου, διάσπαρτες στο σύνολο της μαρτυρίας του στην αντεξέταση, όπου σε όλες δηλώνει ότι άλλη ήταν η δήλωση που έκανε και πάντα επαναλαμβάνει με την ίδια σαφήνεια και σταθερότητα το περιεχόμενο της δήλωσης, δηλαδή αυτό που πιο πάνω αναφέρθηκε. Εν όψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι εκείνο που ο εναγόμενος δήλωσε στην εφημερίδα αλλά και σε άλλα τηλεοπτικά μέσα, όπως ο ίδιος ανέφερε, δεν είναι εκείνο που αναφέρεται στο τεκμήριο
  5. Η δήλωση του εναγομένου, που ας σημειωθεί ότι διενεργήθηκε την ημέρα της διαμαρτυρίας, έλεγε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν άδεια οικοδομής∙ ότι λατόμευαν έξω από τα όρια του λατομείου και συνεπώς παράνομα∙ ότι υπήρχε απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για κλείσιμο του λατομείου μέχρι το τέλος του 2006∙ και ότι υπήρχε διάταγμα κατεδάφισης των εγκαταστάσεων. Πέραν τούτης της δήλωσης, η οποία κρίνω ότι αποδίδει όσα ειπώθηκαν από τον εναγόμενο κατά τη διάρκεια της προαναφερθείσας διαμαρτυρίας, συνοψίζω και τις προμνησθείσες διαπιστώσεις, δηλαδή ότι οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με το διάταγμα κατεδάφισης του τεκμηρίου 17, καθώς ότι τα πωληθέντα φύλλα της εφημερίδας ημερομηνίας 29.7.2010 ανήλθαν σε
  6. Ό,τι απομένει τώρα είναι υπαγωγή των πιο πάνω διαπιστώσεων στις αναγνωρισμένες δικανικές αρχές που διέπουν το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Έχει λεχθεί ότι το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης διαπιστώνεται εκεί όπου ο ενάγων αποδεικνύει∙ ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό, ότι αναφερόταν στον ίδιο και τέλος, ότι δημοσιεύτηκε (βλ. σελίδα 62 του συγγράμματος των κυρίων Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Κεφάλαιο 148, Αστικά αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις). Στην προκείμενη περίπτωση δεν απασχολεί το κατά πόσο το δημοσίευμα αναφερόταν στους ενάγοντες. Ακόμη και ο ίδιος ο εναγόμενος δέχεται ότι οι δηλώσεις που έκανε αφορούσαν τους ενάγοντες, που εν πάση περιπτώσει είναι το μόνο λατομείο στην περιοχή της Βορόκληνης και τούτο είναι που αφορούσε η διαμαρτυρία του Κοινοτικού Συμβουλίου. Τα πιο πάνω αρκούν για να συναχθεί συμπέρασμα ότι το δημοσίευμα αφορά τους ενάγοντες. Το πλέον δύσκολο και βασανιστικό εγχείρημα για ένα δικαστήριο είναι η απάντηση του ερωτήματος κατά πόσο το κρινόμενο δημοσίευμα συνιστά λίβελλο ή όχι. Όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.α. ν. Καραμεσίτη Πολ. Έφ. 216/08, ημερομηνίας 8.4.11 και στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτινός Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 856, ο παρονομαστής που καθορίζει το αποτέλεσμα και διέπει την όλη διεργασία, αποκαλύπτεται από αντιπαραβολή και εξισορρόπηση του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, με εκείνο της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου. Εφαρμογή των πιο πάνω στα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης δεικνύει ποιο εκ των δυο υπερισχύει και συνακόλουθα αν το δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό. Δεν παραλείπεται βεβαίως αναφορά και στο γεγονός ότι η διερεύνηση του κατά πόσο το κείμενο είναι δυσφημιστικό παραπέμπει στο σύνολο του δημοσιεύματος και όχι απλώς σε μεμονωμένα αποσπάσματα και ότι στις λέξεις αποδίδεται η φυσική ερμηνεία που θα απέδιδε σε αυτές ο ορθά σκεπτόμενος άνθρωπος, αναλογιζόμενος τον χρόνο, τόπο και περιστάσεις κάτω από τις οποίες γράφτηκε (βλ. Χαραλάμπους ν. Βασιλείου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1395,1400). Επιπλέον, αν το λεξιλόγιο που χρησιμοποιήθηκε επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες, δεν θα του αποδοθεί εκείνη που το καθιστά δυσφημιστικό (βλ. Κουτσού ν. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1198). Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω εξέτασα επισταμένα το περιεχόμενο του δημοσιεύματος στην εφημερίδα. Δεν έχω αμφιβολία ότι τα εκεί αναφερόμενα συνιστούν λίβελλο. Εν πρώτοις το λατομείο χαρακτηρίζεται παράνομο και επιπλέον, δηλώνεται ότι βαρύνεται με δικαστικές αποφάσεις που δεν έχουν εκπληρωθεί. Δηλαδή στους ενάγοντες αποδίδεται η διάπραξη αδικήματος, κάτι που σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 17
(1)(α) του Κεφ. 148 συνιστά λίβελλο. Σχετική είναι και η υπόθεση Μαύρου ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ.1743. Πέραν των πιο πάνω, στο επίδικο άρθρο αναφέρεται ότι υπάρχει απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για κλείσιμο του λατομείου, εν τούτοις όλοι κλείνουν τα μάτια και συνεχίζεται η καταστροφή. Όσο για αυτή την καταστροφή αναφέρεται πως επηρεάζει το περιβάλλον, δηλαδή προκαλεί περιβαλλοντική καταστροφή. Στο ίδιο πλαίσιο αποδίδεται στους ενάγοντες η διάπραξη αδικήματος, δηλαδή αυτού της καταστροφής του περιβάλλοντος, καθώς επίσης ανήθικη και ανάρμοστη συμπεριφορά, εφόσον με άγνωστο εν τούτοις σκοτεινό τρόπο, πέτυχαν μη εφαρμογή αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου και συνέχιση της καταστροφής. Τούτη η αναφορά προάγει βεβαίως τα αναφερόμενα στις παραγράφους 17
(1)(δ) και (ε) του Κεφ. 148, δηλαδή περιφρόνηση και μίσος, καθώς επίσης αποστροφή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι τα αναφερόμενα στο επίδικο άρθρο, το οποίο δημοσιεύτηκε στη σελίδα 20 της εφημερίδας (τεκμήριο 1), εμπεριέχουν δυσφημιστικούς για τους ενάγοντες ισχυρισμούς. Ό,τι απομένει τώρα να αποφασιστεί είναι αυτή η δημοσίευση per se. Η επικέντρωση εδώ δεν στοχεύει βεβαίως το κατά πόσο έχουμε δημοσίευση, δηλαδή γνωστοποίηση θέματος σε τρίτο. Άλλωστε το τεκμήριο 1 - η εφημερίδα - ομιλεί αφ΄ εαυτού και αποδεικνύει τέτοια γνωστοποίηση. Εκείνο που εδώ ενδιαφέρει είναι αν το περιεχόμενο του άρθρου που δημοσιεύτηκε ανταποκρίνεται σε αυτό που ο εναγόμενος δήλωσε, με δεδομένο πάντα ότι τελευταίος τωόντι προέβη σε δήλωση που αφορούσε τους ενάγοντες. Εν τούτοις έχει ήδη λεχθεί ότι η δήλωση του εναγομένου δεν είναι αυτή που αναφέρεται στο τεκμήριο 1. Οι σχετικές διαπιστώσεις του δικαστηρίου, απότοκο της αξιόπιστης μαρτυρίας, εν προκειμένω αυτής της μαρτυρίας του εναγομένου, θέλουν τη δήλωση του τελευταίου να συνίσταται στο ότι∙ οι ενάγοντες δεν είχαν άδεια οικοδομής∙ ότι λατόμευαν έξω από τα όρια του λατομείου και συνεπώς παράνομα∙ ότι υπήρχε απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για κλείσιμο του λατομείου μέχρι το τέλος του 2006∙ και ότι υπήρχε διάταγμα κατεδάφισης των εγκαταστάσεων. Τώρα, το γεγονός και μόνο ότι η δήλωση του εναγομένου διαφέρει απ΄ εκείνη που φαίνεται στο τεκμήριο 1, δηλαδή την εφημερίδα, δεν ολοκληρώνει τη διερεύνηση και βεβαίως δεν οδηγεί, δίχως άλλο, σε απόρριψη της αγωγής. Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 11η έκδοση, με γλαφυρότητα υποδεικνύεται ότι στις περιπτώσεις που ο λίβελλος είναι προφορικός (slander) καμιά αγωγή δεν θα πετύγχαινε αν χρειαζόταν απόδειξη του ipsissima verba (the identical words) της αγωγής, χωρίς εν τούτοις να παραγνωρίζεται ο δικονομικός κανόνας ότι το δικόγραφο επιβάλλεται να παραθέτει αυτούσια τα λόγια που ειπώθηκαν (βλ. Gatley, σελίδα 1169 σημείωση 58 και δη την απόφαση του Atkin L.J. στην υπόθεση Tournier v. National Provincial Bank
(1924)1 K.B. 461, 488: " No slander of any complexity could ever be proved if the ipsissima verba of the pleading had to be established.") Βεβαίως δεν είναι μόνο η περίπτωση προφορικού λιβέλλου εκείνη που επηρεάζεται από ακριβή μεταφορά του λιβελλογραφήματος. Στον Gatley και πάλιν, αυτή τη φορά στην παράγραφο 6.32, κάτω από τον τίτλο "Republication and Repetition" αναφέρεται ότι∙ « The same applies even if it is clear that the defendant is purporting to report what someone else has said: if the defendant states that someone else has said that the claimant has committed a crime, the defendant's statement is treated as if the defendant himself had made that charge and to escape liability he must (unless it was a privileged occasion) show that the claimant did commit the crime, not merely that the other person said he did. So where the defendant newspaper printed an article purporting to report a conversation in which J. said that the plaintiff was prepared to act dishonourably, a direction that the jury could treat the case as if the defendant had said this was approved. Although J. might have slandered the plaintiff, ". if the words had not been repeated by the newspaper, the damage done by J. would be as nothing compared to the damage done by this newspaper when it repeated it. It broadcast the statement to the people at large ." This is the repetition rule", which: "reflects a fundamental canon of legal policy in the law of defamation, dating back nearly 170 years, that words must be interpreted, and the implications they contain justified, by reference to the underlying allegations of fact and not merely by reliance upon some second-hand report or assertion of them". Συχνή και όχι ασύνηθης είναι και η περίπτωση διάπραξης του αστικού αδικήματος ακόμη και εκεί που η περίπτωση καλύπτεται από απόλυτο προνόμιο, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η μεταφορά όσων αναφέρθηκαν δεν έγινε με ακρίβεια. Όπως αναφέρεται στον Gatley, πιο πάνω, παράγραφο 13.39: «Substantial inaccuracy. However where the inaccuracy is of a substantial kind, the report is not privileged although the publisher exercised reasonable care and diligence in endeavouring to ascertain the facts, and though the mistake was an honest mistake. A report of judicial proceedings which states that counsel said things which were not said at all is not a fair and accurate report». Δράττομαι όμως της ευκαιρίας να υποδείξω εκείνο που ενωρίτερα ακροθιγώς αναφέρθηκε∙ σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή που η πρωταρχική δήλωση είναι προφορική και όχι γραπτή, αναμένεται από την πλευρά του ενάγοντα να προσκομίσει μαρτυρία από πρόσωπο που άκουσε, πρωτογενώς εννοώ, τα λόγια που ειπώθηκαν, είτε άλλη μαρτυρία που όμως να οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα, δηλαδή ότι το κείμενο ή η μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου αποδίδει ουσιωδώς το νόημα όσων ειπώθηκαν ή μέρος τούτων ( βλ. Gatley, πιο πάνω, σελίδα 1169, παράγραφο 34.16: « It is sufficient if he proves a material and defamatory part of them or words which are substantially to the same effect"). Περιπλέον, σχετικό είναι και το απόσπασμα στον Gatley, πιο πάνω, στην παράγραφο 34.13 το οποίο αναφέρει ότι∙ " Action for slander. Where there is no admission by the defendant that he spoke the words complained of or words to like effect, the claimant must call evidence of what the defendant said and of who heard him. The witness will usually be those who were present, but evidence is admissible of what the witness was told the defendant said by someone who was present." (και πιο κάτω) "A tape recording of the slander would be admissible. The actual words alleged to have been published must be proved; it is not sufficient for witness to state what they conceive to be the substance or effect of the words, or their impression of what was said." Στη δοσμένη περίπτωση για άγνωστους λόγους δεν επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο. Η πλευρά των εναγόντων μπορούσε, αν επιθυμούσε, να κλητεύσει την εφημερίδα και δη το δημοσιογράφο που έγραψε το άρθρο, δια να ομιλήσει σχετικά. Επιπλέον μπορούσε να καλέσει ή να αντεξετάσει μάρτυρες - όπως το ΜΥ3 - που άκουσαν τις δηλώσεις του εναγομένου. Αντ΄ αυτού επαναπαύθηκε στο κείμενο της εφημερίδας και αντιμετώπισε τούτο ωσάν να ήταν η πρωταρχική δήλωση. Κατά συνέπεια η όλη υπόθεση αντιμετωπίστηκε ως γραπτός λίβελλος. Ατυχώς όμως εφόσον ο εναγόμενος αμφισβήτησε, τόσο δικογραφικά όσο και ενόρκως, ότι το άρθρο της εφημερίδας αποδίδει όσα ανέφερε. Επανέρχομαι λοιπόν σε εκείνο που εδώ ενδιαφέρει, δηλαδή αντιπαραβολή του άρθρου της εφημερίδας (τεκμήριο 1) με τις σχετικές διαπιστώσεις του δικαστηρίου, ώστε να διερευνηθεί κατά πόσο τα δυο κείμενα είναι ίδια ή διαφέρουν. Αυτό είναι που απασχολεί εφόσον στο σύγγραμμα Gatley, πιο πάνω, παράγραφο 34.17, υποδεικνύεται ότι ενίοτε η απόκλιση μεταξύ των διαφόρων εκδοχών, ήτοι δικογράφου και μαρτυρίας, δεν επηρεάζει την πορεία της υπόθεσης, νοουμένου όμως ότι το δικόγραφο τροποποιείται ώστε να συμπεριλάβει την εκδοχή της μαρτυρίας. Η ουσία όμως δεν κρύβεται στη δικονομία που διέπει το ζήτημα, αλλά στην περαιτέρω παρατήρηση στον Gatley, πιο πάνω (παράγραφο 34.17, σελίδα 1170), όπου υποδεικνύεται ότι∙ "It is suggested that if the amendment would require the defendant to plead and prove new grounds of defence, and the defendant can show that he has such grounds, a judge would not be disposed to grant leave as it would entail a lengthy adjournment of the trial." Στην υπό κρίση περίπτωση είναι αναμφίβολο ότι τα δυο κείμενα αποδίδουν κάτι εντελώς διαφορετικό. Το επίδικο άρθρο κάνει λόγο για παράνομο λατομείο γενικά και αόριστα, δηλαδή δεν ονοματίζει το αδίκημα που αποδίδεται στους ενάγοντες, ενώ ο εναγόμενος θέλει την όποια αναφορά του να ήταν στοχευμένη και περιορισμένη στο αδίκημα της μη απόκτησης άδειας οικοδομής. Ανάλογη είναι η κατάσταση και σε ό,τι αφορά τη θέση του εναγομένου για παραβίαση αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου. Ο εναγόμενος ρητά ανέφερε ότι η δήλωση του συνίστατο πως δυνάμει απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου το λατομείο θα έκλεινε το τέλος του 2006 και τίποτα πέραν τούτου. Εν τούτοις το επίδικο δημοσίευμα δεν παρέχει ανάλογη πληροφόρηση και περαιτέρω δηλώνει ότι όλοι κλείνουν τα μάτια και τα αυτιά τους σε σχέση με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, αφήνοντας έτσι να νοηθεί ότι οι ενάγοντες είναι οι υπαίτιοι για τη μη εφαρμογή της απόφασης αυτής. Κατά τον ίδιο τρόπο ο εναγόμενος υποστήριξε ότι η δήλωση που έκανε για το διάταγμα αφορούσε τη μή κατεδάφιση των παράνομων εγκαταστάσεων, δηλαδή το τεκμήριο 17, ενώ τα γραφόμενα στο άρθρο καλύπτονται από πέπλο μυστηρίου και αοριστίας και περιπλέον, χρησιμοποιούν πληθυντικό - αποφάσεις - αφήνοντας έτσι να νοηθεί ότι είναι περισσότερες από μία και συνεπώς εκείνη που υπέδειξε ο εναγόμενος. Διερωτάται λοιπόν κανείς ποιες είναι τούτες οι δικαστικές αποφάσεις που δεν έχουν εκπληρωθεί και τι αφορούν; Αξίζει να σημειωθεί εδώ και εκείνο που έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Tournier, πιο πάνω, αυτή τη φορά από τον Bankes L.J., σελίδα 470: « Do they differ in substance? Every case must depend upon its own circumstances, and no rule can be laid down as to what constitutes a substantial difference". Τα πιο πάνω επαναφέρουν τη συζήτηση στο επίδικο άρθρο. Εδώ το περιεχόμενο και νόημα της δήλωσης του εναγομένου απέχει παρασάγγας από το περιεχόμενο του επίδικου άρθρου. Αυτό γιατί η δήλωση του εναγομένου προάγει εξειδικευμένες και στοχευμένες θέσεις, μάλιστα πλείστες εκ των οποίων επαληθεύονται από τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου - με αυτό εννοώ βεβαίως τη μη συμμόρφωση με το διάταγμα κατεδάφισης (τεκμήριο 17), την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (τεκμήρια 15 και 16) και ότι οι ενάγοντες δεν κατείχαν άδεια οικοδομής - ενώ το άρθρο της εφημερίδας διέπεται από αοριστία και γενικότητα που είναι αδύνατο να επαληθευτεί λόγω απροσδιοριστίας. Από και αυτό και μόνο διαπιστώνεται λοιπόν ότι τα δύο κείμενα - η δήλωση εναγομένου έναντι του δημοσιεύματος της εφημερίδας - όχι μόνο δεν είναι τα ίδια, δεν έχουν ούτε παραπλήσιο νόημα. Η απλή και μόνο προσπάθεια επαλήθευσης τούτων, καταδεικνύει ότι ενώ η δήλωση του εναγομένου επιβεβαιώνεται, τα αναφερόμενα στο δημοσίευμα της εφημερίδας είναι αδύνατο να επιβεβαιωθούν και ως εκ τούτου φέρουν τον εναγόμενο σε δυσμενέστατη θέση. Εν όψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η πραγματική δήλωση του εναγομένου ουδεμία σχέση έχει με το επίδικο άρθρο. Απότοκο όμως αυτής της διαπίστωσης είναι πως οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν δημοσίευση της δήλωσης του εναγομένου. Το δε περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 δεν ανήκει στον εναγόμενο αλλά στην εφημερίδα. Συνεπώς η διαπίστωση ότι τα εκεί αναφερόμενα συνιστούν λίβελλο, δεν αφορούν τον εναγόμενο καθ΄ ότι άλλη ήταν η δήλωση τούτου. Γι΄ αυτό και μόνο το λόγο καταλήγω ότι η αξίωση των εναγόντων είναι αβάσιμη και υποκείμενη σε απόρριψη, εφόσον δεν κατόρθωσε να αποδείξει δημοσίευση, εν προκειμένω συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Τώρα, έχω γνώση ότι σε αυτού του είδους τις υποθέσεις η διερεύνηση είθισται να μην σταματά και το δικαστήριο προχωρά να εξετάσει και τις υπερασπίσεις, ώστε σε περίπτωση που το βασικό εύρημα ήθελε να ακυρωθεί να αποφεύγεται η πιθανότητα επανεκδίκασης. Εν τούτοις στην προκείμενη περίπτωση δεν παρέχεται τέτοια ευχέρεια. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί το δημοσίευμα του τεκμηρίου 1, δηλαδή το κρινόμενο, δεν ανήκει στον εναγόμενο. Άδικο είναι λοιπόν οι υπερασπίσεις του εναγομένου - έντιμο σχόλιο και αλήθεια - να υποβληθούν σε τέτοια αντιπαραβολή. Εν ολίγοις δεν νοείται διερεύνηση εκείνου που οι διαπιστώσεις το θέλουν να είναι ξένο στις δηλώσεις του εναγομένου. Ο λόγος για αυτό οφείλεται στο ότι η υπεράσπιση σε λίβελλο, φέρ΄ ειπείν η υπεράσπιση της αλήθειας σκοπεί σε επιβεβαίωση όσων πραγματικά ειπώθηκαν από τον εναγόμενο. Εδώ το κείμενο που δημοσιεύτηκε δεν αποδίδει αυτά που ο εναγόμενος δήλωσε, ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα σχετικής διερεύνησης. Αν από την άλλη οι υπερασπίσεις του εναγομένου χρειάζεται να εξεταστούν vis a vis της δικής του δήλωσης, δηλαδή ως οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου, έχω αναφέρει ήδη ότι τούτες επαληθεύονται και συνεπώς θα ήμουν διατεθειμένος να δεχθώ ότι απηχούν την αλήθεια του πράγματος. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αγωγή απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου 3 και εις βάρος των εναγόντων. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Κ.Κ. Αναφορά: Αγωγές/ Τελική/ Λίβελλος -Δημοσίευση Subject: Civil/ Final/ Livellos -Dimosievsi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.