← Κύπρος

S & G BOOKNET LTD ν. Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 2068/2010, 11/12/2017

S & G BOOKNET LTD ν. Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 2068/2010, 11/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A378 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2068/2010 Μεταξύ: S & G BOOKNET LTD Ενάγοντες Και Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένη ------------- Ημερομηνία: 11 Δεκεμβρίου, 2017 Για τους Ενάγοντες: κος Κιτρομιλίδης Για τον Εναγόμενη: κα Παπαστεφάνου ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων εδράζεται σε ένα ιδιόμορφο αγώγιμο δικαίωμα. Η εν λόγω ιδιομορφία έγκειται στο ότι η αξίωση πηγάζει απ΄ ευθείας από Συνταγματική διάταξη, εν προκειμένω το άρθρο 146.6 και ελέγχεται από αρχές ξένες στο αγγλοσαξωνικό δίκαιο. Λόγω ακριβώς της ιδιαιτερότητας του ιδιότυπου τούτου αγώγιμου δικαιώματος, η απόφαση εξυπηρετείται καλύτερα αν εξαρχής παρατεθούν, έστω εν συντομία, οι δικανικές αρχές που διέπουν το ζήτημα. Η διεργασία τούτη θα αναδείξει τα συστατικά στοιχεία του αγώγιμου δικαιώματος και κατά συνέπεια θα θέσει τις βάσεις στις οποίες θα οικοδομηθεί η απόφαση. Όπως έχει νομολογηθεί το αγώγιμο δικαίωμα του άρθρου 146.6 του Συντάγματος είναι sui generis (ίδιου γένους). Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν δόθηκε άνευ αποχρώντος λόγου. Οφείλεται εν προκειμένω στο ότι έλκει την καταγωγή του από Συνταγματική διάταξη και περιπλέον, αποκλίνει από τις νόρμες του ευρύτερου δικαιϊκού συστήματος, εφόσον καίτοι ομιλεί δια αποκατάσταση του ζημιωθέντος προσώπου, αποκαλεί τούτη δίκαιη και εύλογη, χαρακτηρισμός ο οποίος διαφέρει, όπως έχει λεχθεί, από την αποζημίωση που αποδίδει το κοινοδίκαιο. Στην τελευταία περίπτωση [κοινοδίκαιο] η αποκατάσταση είναι ολική (restitutio ad integrum), νοείται βεβαίως στην έκταση απόδειξης, ενώ στο πλαίσιο του άρθρου 146.6 τούτη η αποκατάσταση περιορίζεται κατά πως εκεί αναφέρεται, εν προκειμένω δίκαιη και εύλογη (βλ. Πήττα κ.α. ν. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Έφ. 126/10, ημερομηνίας 24.4.2015). Ποιο το κριτήριο ή καλύτερα οι παράμετροι που καθορίζουν τη στάθμη της ανά περίπτωση αποκατάστασης, επεξηγείται πιο κάτω. Για την ώρα επιμένω στα συστατικά στοιχεία του αγώγιμου δικαιώματος. Στην υπόθεση Πήττα, πιο πάνω, υποδείχθηκε ότι αγώγιμο δικαίωμα ανακύπτει εκεί και όπου ο ενάγων έχει εξασφαλίσει ακυρωτική απόφαση και απευθύνθηκε στη διοίκηση αξιώνοντας ικανοποίηση και συμμόρφωση με αυτήν και εν τούτοις το αίτημα του δεν ικανοποιήθηκε. Ο δρόμος για το πολιτικό δικαστήριο ανοίγει στην περίπτωση που είτε επήλθε συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση είτε όχι, εν τούτοις παρέμεινε ζημιά που δεν αποκαταστάθηκε. Η νομολογία αποφάνθηκε επίσης και για το κατά πόσο ο δικαιωθείς σε αναθεωρητικό έλεγχο οφείλει να ενημερώσει την αρχή σχετικά, καθώς επίσης∙ τι μέλλει γενέσθαι σε περίπτωση που η διοίκηση αρνείται ή αδιαφορεί να συμμορφωθεί. Αφότου λοιπόν τα δικαστήρια τέθηκαν ενώπιον του διλήμματος∙ καταχώριση αγωγής ή επανακαταχώριση προσφυγής, αυτή τη φορά σε σχέση με την άρνηση/αδιαφορία συμμόρφωσης, ήρθε η υπόθεση Νικόλας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας

(2001)1Β Α.Α.Δ.983, όπου η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου απάντησε τα δυο ερωτήματα και εξανέμισε την όποια αμφιβολία. Η απόφαση της πλειοψηφίας εντοπίζεται στις αποφάσεις των δικαστών Γαβριηλίδη και Αρτεμίδη, οι οποίοι όμως υιοθέτησαν και την ανάλυση του Καλλή, Δ., εκφραστή της μειοψηφίας. Ας δούμε όμως τι ειπώθηκε. Ο Καλλής, Δ. ανάφερε∙ Εφόσο η ακύρωση είχε συντελεστεί λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας η διοίκηση έπρεπε να επανεξετάσει το θέμα με τη διεξαγωγή της υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης επιβαλλόμενης έρευνας. Στην παρούσα υπόθεση η διοίκηση μπορούσε να ακολουθήσει μια από τις πιο κάτω πορείες: « α) Να παραλείψει να προβεί σε ανάκληση και επανεξέταση. β) Να προεβεί σε επανεξέταση, μετά από τη δέουσα έρευνα και να λάβει νέα απόφαση με την οποία: ι) να αποκλείεται η υποψηφιότητα των αλλοδαπών και να επιτρέπεται μόνο η εργοδότηση Κύπριων, ή ιι) να επιτρέπεται η εργοδότηση τόσο Κυπρίων όσο και αλλοδαπών, ή ιιι) να εμμείνει στην προηγούμενη - ακυρωθείσα - απόφαση. Υιοθέτηση της πορείας (α) ή (β) (ιι) ή β (ιιι) θα έδινε το δικαίωμα στον εφεσείοντα να ασκήσει προσφυγή. Τούτο γιατί «παράλειψη της διοίκησης για άρση κάθε πτυχής της άκυρης απόφασης και λήψη της κατάλληλης ενέργειας προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση, αντιμετωπίζεται με νέο αναθεωρητικό έλεγχο» (βλ. Μαυρονύχης, πιο πάνω, σελ. 619 και Frangoulides, πιο πάνω - Βλ. και Κυριακόπουλος, πιο πάνω, σελ. 156: « Αί μετά την ακύρωσιν υπό του Σ.Ε. ενέργειαι ή παραλείψεις της διοικήσεως αποτελούσιν ανθυπόστατους πράξεις, και ως τοιαύται υπόκεινται εις προσβολήν επί ακυρώσει, συντρεχόντων των προς τούτο νομίμων όρων»). Από την άλλη ο Γαβριηλίδης, Δ. υποστήριξε ότι∙ «Εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι ο εφεσείων είχε αγώγιμο δικαίωμα, συμφωνούμε με την απόφαση του αδελφού Δικαστή Καλλή. Όμως, κατά την άποψή μας, ενόψει της διατυπώσεως του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία ο εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου ζημιωθείς δικαιούται να επιδιώξει δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν «εφόσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου», η περί αποζημιώσεως ή άλλης θεραπείας αξίωσις πρέπει να απευθύνεται, το πρώτον, προς την διοίκηση και, εφόσον αυτή δεν ικανοποιηθεί, τότε, πλέον, να καταχωρείται πολιτική αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Διαφορετικά δεν γεννάται αγώγιμο δικαίωμα. Η θέση αυτή συνάδει και με το απόσπασμα από τον Κυριακόπουλο, το οποίο υιοθετήθηκε από το Εφετείο στην Petrides (πιο κάτω), σύμφωνα με το οποιο, «Η αποκατάστασις όμως δεν περιλαμβάνει και την ανόρθωσιν της υλικής ζημιάς. Το Συμβούλιον Επικρατείας, .. δεν επιδικάζη χρηματικάς καταβολάς .. Αν δε η διοίκησις αρνήται να εκπληρώση τοιαύτας υποχρεώσεις, ανακύπτει πλέοναστική διαφορά διά την οποίαν αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια, .» ( Η έμφαση με αραιή γραφή δίδεται από το Εφετείο στην Petrides
(1965)1 C.L.R. 39 στη σελίδα 46) Καθίσταται λοιπόν αντιληπτό ότι ο δικαιωθείς [σε προσφυγή] αιτητής, κατά πρώτον οφείλει να ενημερώσει τη διοίκηση για την ακύρωση και να απαιτήσει αποκατάσταση της ζημιάς που προκλήθηκε, ως επίσης συμμόρφωση. Αν παρ΄ ελπίδα όμως δεν εισακουσθεί, τούτη η άρνηση ή παράλειψη ελέγχεται από το διοικητικό δικαστήριο σε πλαίσιο νέου αναθεωρητικού ελέγχου (βλ. Ευέλθοντας Ιωάννου ν. Κ.Ο.Α
(2001)1 Β Α.Α.Δ. 1047). Δικαίωμα καταφυγής στο πολιτικό δικαστήριο ανακύπτει εκεί που καίτοι η αρχή συμμορφώθηκε η ζημιά που προκλήθηκε, ως άμεση συνέπεια της απόφασης που ακυρώθηκε, δεν έχει αποκατασταθεί. Τέλος, αποτελεί βασική αρχή δικαίου ότι η ακύρωση της διοικητικής απόφασης δεν γεννά ipso facto δικαίωμα αποζημίωσης (βλ. Νικόλα, πιο πάνω, στις σελίδες 1001 - 1002, Savvas & Leonidas Motors Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1Α Α.Α.Δ. 795 και Δήμος Αραδίπου ν. Γεωργιάδη
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1000, 1004 - 1005). Σε κάθε περίπτωση ο ενάγων καλείται να αποδείξει τη ζημιά που υπέστη, ώστε να αποτιμηθεί κατά πως η νομολογιακή ανάλυση του άρθρου 146.6 προβλέπει. Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο θα διακυμανθεί και η εξέταση του δικαστηρίου. Τώρα, στην υπό κρίση περίπτωση κλήθηκαν τρεις μάρτυρες. Οι δυο πρώτοι κλήθηκαν από τους ενάγοντες και ο τελευταίος από την εναγομένη. Για τους ενάγοντες κλήθηκαν ο Γιάννος Συρίμης, διευθυντής των εναγόντων (στη συνέχεια ο Συρίμης) και ο Ιάκωβος Γαλανός, ελεγκτής στο επάγγελμα (στη συνέχεια ο ελεγκτής). Από μέρους της εναγομένης κλήθηκε η Αμαλία Παυλίδου, λειτουργός γενικού λογιστηρίου της δημοκρατίας με καθήκοντα στο λογιστήριο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (στη συνέχεια η λειτουργός). Προτού όμως παραθέσω εκείνο που ένας έκαστος ανέφερε, βολεύει να προσδιορίσω όσα γεγονότα δεν τελούν υπό αμφισβήτηση, διαδικασία η οποία θα οριοθετήσει το πραγματικό πλαίσιο και κατά συνέπεια θα περιορίσει τα επίδικα θέματα. Το λοιπόν∙ οι ενάγοντες συνιστούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που ασχολείται με την εισαγωγή, εμπορία και πώληση, λιανική και χονδρική, βιβλίων, ειδών βιβλίου και βιβλιοπωλείου. Περί τούτου σχετικό είναι το τεκμήριο 1Α, δηλαδή το πιστοποιητικό σύστασης της εταιρείας. Ο δε Γιάννος Συρίμης (ΜΕ1) είναι διευθυντής των εναγόντων, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο 1Β, δηλαδή το σχετικό πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών. Βεβαίως ουσιώδες δεν είναι η νομική υπόσταση των εναγόντων, αλλά εκείνο που τους οδήγησε να εγκαλέσουν την Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέως. Έναυσμα λοιπόν έδωσε το τεκμήριο 2 και εξηγώ∙ την 13.4.2007 το Ανώτατο Δικαστήριο δημοσιοποίησε στην επίσημη εφημερίδα της δημοκρατίας, εν προκειμένω την εφημερίδα με αύξων αριθμό 4180 και γνωστοποίηση υπ΄ αριθμό 2322, ότι «ζητά προσφορές για την προμήθεια νομικών εκδόσεων για τα έτη 2007 - 2008». Η εκεί [τεκμήριο 2] αναφερόμενη προσφορά ήταν η υπ΄ αριθμό 4/
  1. Αυτή λοιπόν η ανακοίνωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι εκείνη που έβαλε την μοίρα των διαδίκων σε κοινό δρόμο, εφόσον οι ενάγοντες υπέβαλαν σχετική προσφορά. Αντίγραφο της προσφοράς των εναγόντων είναι το τεκμήριο
  2. Τούτη η προσφορά των εναγόντων υποβλήθηκε την 03.5.2007, αφορούσε όμως μόνο επτά από τις εννέα κατηγορίες της γνωστοποίησης. Πέραν από τους ενάγοντες προσφορά υπέβαλε άλλος ένας ακόμη προσφοροδότης. Τούτος ήταν η εταιρεία Galaxy Bookshop Ltd (στη συνέχεια η Galaxy). Την 29.6.2007 το Συμβούλιο Προσφορών του Ανωτάτου Δικαστηρίου γνωστοποίησε στους ενάγοντες ότι αποφασίστηκε η κατακύρωση της προσφοράς στην Galaxy. Η ενημερωτική αυτή επιστολή είναι το τεκμήριο
  3. Προφανώς η κατακύρωση της προσφοράς σε τρίτο πρόσωπο και δή στην Galaxy, δεν βρήκε τους ενάγοντες σύμφωνους, γεγονός που επιβεβαιώνεται από εκείνο που ακολούθησε. Οι ενάγοντες καταχώρισαν την προσφυγή με αριθμό 1311/07 και ζήτησαν ακύρωση της απόφασης του Συμβουλίου Προσφορών. Επιτυχώς μάλιστα, εφόσον γεγονός είναι ότι την 30.6.2009 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε ακυρωτική απόφαση. Λόγος ακύρωσης της απόφασης του Συμβουλίου Προσφορών συνιστά, όπως φαίνεται από την ίδια την απόφαση, η διαπίστωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι παραβιάστηκαν ουσιώδεις όροι. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι το τεκμήριο
  4. Τέλος, γεγονός είναι ότι η ακυρωτική απόφαση (τεκμήριο 5) δεν εφεσιβλήθηκε και συνεπώς τελεσιδίκησε παράγοντας δεδικασμένο και δεσμεύοντας τους πάντες (erga omnes), όπως τονίστηκε στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας (βλ. σχετικό ruling ημερομηνίας 3.4.2017). Μετά την ακυρωτική απόφαση οι ενάγοντες αποτάθηκαν στο Συμβούλιο Προσφορών. Έστειλαν εν προκειμένω την επιστολή ημερομηνίας 9.11.2009 με την οποία κάλεσαν τη διοίκηση σε συμμόρφωση με το περιεχόμενο της ακυρωτικής απόφασης και άρση της παρανομίας. Η επιστολή αυτή των εναγόντων είναι το τεκμήριο
  5. Η γραπτή απάντηση της αρχής δόθηκε την 9.12.
  6. Η αρχιπρωτοκολλητής του Ανωτάτου Δικαστηρίου και πρόεδρος του Συμβουλίου Προσφορών, ενημέρωσε τους ενάγοντες ως εξής∙ «. υπάρχει αδυναμία επανεξέτασης της ακυρωθείσας απόφασης του [Συμβουλίου], λόγω αδυναμίας επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν την έκδοση της εν λόγω απόφασης και λόγω εκτέλεσης της σύμβασης αρκετό χρόνο πριν την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης». Η επιστολή της προέδρου του Συμβουλίου Προσφορών είναι το τεκμήριο
  7. Μετά από αυτό οι ενάγοντες θεώρησαν πρέπων να απευθύνουν νέα επιστολή στην αρμόδια αρχή. Η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο
  8. Αντικείμενο της δεύτερης επιστολής, που ας λεχθεί ότι φέρει ημερομηνία 22.12.2009, ήταν η αξίωση χρηματικής αποζημίωσης «λόγω της ζημιάς και ή διαφυγόντος κέρδους που υπέστησαν». Η απαίτηση που υπέβαλαν, τόσο στην επιστολή όσο και αργότερα στην αγωγή, συμποσούται σε €96.636,88 σύνολο, ποσό που αντιστοιχεί σε διαφυγόν κέρδος €43.070,07 για το έτος 2007 και €53.566,81 για το έτος
  9. Εν κατακλείδι, γεγονός αποτελεί ότι η αρμόδια αρχή δεν ικανοποίησε την απαίτηση των εναγόντων που αναφέρεται στη σχετική επιστολή (τεκμήριο 8), εξ΄ ου και την 16.3.2010 καταχωρίστηκε η υπό κρίση αγωγή. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν παραδεκτά ή αναμφισβήτητα γεγονότα και ως τέτοια υιοθετούνται από το δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα στη διαδικασία. Κατά συνέπεια ό,τι πλέον απομένει να εξεταστεί είναι εκείνο που οι μάρτυρες ανέφεραν, νοείται πέραν όσων έχουν διαπιστωθεί ήδη. Περιττό βεβαίως να σημειωθεί ότι τα μέχρι στιγμής διαπιστωθέντα αποδεικνύουν τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Εύλογα λοιπόν διερωτάται κανείς∙ ποιο είναι τότε το ζητούμενο; Στοχεύοντας λοιπόν να καταστεί σαφές, ρητά απαντώ ότι μοναδικό ζητούμενο στην όλη υπόθεση είναι το κατά πόσο οι ενάγοντες υπέστησαν ζημιά και ποιο το ύψος τούτης. Προσθέτω ότι οι ενάγοντες διατείνονται πως η ζημιά που υπέστησαν είναι αυτό το διαφυγόν κέρδος που απώλεσαν. Από την άλλη η υπεράσπιση αρνείται ότι οι ενάγοντες δικαιούνται τέτοια ζημιά και επιπλέον, αμφισβητεί το ύψος της εδώ αξιούμενης ζημιάς. Με αυτά λοιπόν κατά νου στρέφομαι στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Ο Συρίμης υποστήριξε ότι η προσφορά των εναγόντων ήταν νομότυπη, εμπρόθεσμη και φθηνότερη μεταξύ των έγκυρων προσφορών. Θεωρεί εν προκειμένω πως η ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (τεκμήριο 5) καθιστά την προσφορά της Galaxy άκυρη. Κατά συνέπεια, η πλευρά των εναγόντων και ο Συρίμης προσωπικά, διατείνονται ότι μετά την ακυρωτική απόφαση και τη γνωστοποίηση τούτης στην αρμόδια αρχή, αποκλειστική επιλογή της τελευταίας ήταν να επανεξετάσει το ζήτημα και δίχως άλλο να κατακυρώσει την προσφορά στους ενάγοντες που ήταν πλέον η μόνη έγκυρη προσφορά. Είναι στη βάση αυτού του συλλογισμού που οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι υπέστησαν ζημιά η οποία συνίσταται στο διαφυγόν κέρδος που απώλεσαν συνεπεία της μη κατακύρωσης της προσφοράς σε αυτούς. Στην παράγραφο 16 της δήλωσης του Συρίμη -έγγραφο Α- παρατίθεται ακριβώς το πώς ο ίδιος αντιλαμβάνεται την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου vis a vis την προσφορά της τρίτης εταιρείας [Galaxy]. Αναφέρει εκεί ότι∙ « Όσον αφορά στον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι δεν υπάρχει η οποιαδήποτε ένδειξη ότι θα κατακυρωνόταν η προσφορά στους Ενάγοντες (παράγραφος 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης) το γεγονός ότι υπήρξαν μόνο δύο προσφορές, αυτή των Εναγόντων και αυτή της εταιρείας GALAXY BOOKSHOP LTD, ο οποιοσδήποτε τυχόν αποκλεισμός της δεύτερης, ως και έγινε δυνάμει της ακυρωτικής απόφασης, οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι θα κατακυρωνόταν η προσφορά των εναγόντων.» Περαιτέρω, ο Συρίμης αναφέρει ότι ο ίδιος είναι που υπολόγισε, αρχικά, τη ζημιά των εναγόντων. Αυτό το έκανε αφαιρώντας το κόστος αγοράς των βιβλίων από το ποσό της τιμής που αναγραφόταν στην προσφορά που υποβλήθηκε. Προς υποστήριξη τούτου προσκόμισε στο δικαστήριο το τεκμήριο 9 και επεξήγησε τα εκεί αναφερόμενα σε σχέση με το κόστος αγοράς των βιβλίων, την τιμή που έλαβαν από τον προμηθευτή και το κέρδος που θα είχαν. Στο τέλος μετέτρεψε το ποσό από στερλίνες σε κυπριακές λίρες. Η ισοτιμία που χρησιμοποίησε, ανέφερε ο Συρίμης, φαίνεται στο τεκμήριο 10, έντυπο το οποίο έλαβε από το διαδίκτυο. Στην πορεία όμως, ανέφερε ο μάρτυρας, αναζήτησε τη γνώμη ελεγκτικού οίκου. Συγκεκριμένα τον Νοέμβριο του 2015 οι ενάγοντες αποτάθηκαν στον ελεγκτικό οίκο KPMG, ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε να προβεί σε ετοιμασία σχετικής έκθεσης. Τούτη η έκθεση είναι το τεκμήριο
  10. Ο Συρίμης ανέφερε ότι μετά που η KPMG ολοκλήρωσε την έκθεση, του λέχθηκε πως το διαφυγόν κέρδος που οι ενάγοντες απώλεσαν είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό σήμερα αξιώνουν. Παρ΄ όλα αυτά, ανέφερε ο Συρίμης, οι ενάγοντες περιορίζουν την απώλεια τους σε αυτό που εξαρχής απαίτησαν, δηλαδή €96.636,
  11. Αυτή ακριβώς η έκθεση του ελεγκτή (τεκμήριο 11) αποτελεί αντικείμενο της μαρτυρίας τούτου. Ο ελεγκτής λοιπόν κλήθηκε να επεξηγήσει την έκθεση που ετοίμασε (τεκμήριο 11), εν προκειμένω ποια είναι η πραγματική βάση που έλαβε υπόψη του και ποια η μεθοδολογία που ακολούθησε. Όπως ανέφερε, η μεθοδολογία που ακολούθησε ο ελεγκτικός οίκος φαίνεται στην πρώτη σελίδα της έκθεσης που ετοιμάστηκε, δηλαδή το τεκμήριο
  12. Υποστήριξε ότι υπόψη τους έλαβαν την τιμή πώλησης, δηλαδή την τιμή προσφοράς των βιβλίων∙ το κόστος αγοράς τούτων από τον προμηθευτή, το οποίο μετέτρεψαν από στερλίνες σε κυπριακές λίρες∙ και ακολούθως πρόσθεσαν το κόστος μεταφοράς, το οποίο αφαίρεσαν από την τιμή πώλησης. Το σύνολο των προαναφερθέντων ποσών έλαβαν από τον Συρίμη και συγκεκριμένα το τεκμήριο
  13. Όσο δε για την ισοτιμία του νομίσματος -στερλίνα ν. λίρα - χρησιμοποιήθηκε η μέση τιμή της Κεντρικής Τράπεζας. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν το συνολικό διαφυγόν κέρδος των εναγόντων, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των €138.146, ενώ αν ήθελε υπολογιστούν και οι τόκοι τότε αυξάνεται σε €174.
  14. Ως αντίλογο στη μαρτυρία του ελεγκτή η υπεράσπιση κάλεσε την Αμαλία Παυλίδου, δηλαδή τη λειτουργό. Η μάρτυρας ανέφερε ότι μελέτησε την προσφορά των εναγόντων, δηλαδή το τεκμήριο
  15. Υποστήριξε όμως ότι το τεκμήριο 3 περιορίζεται στο 2007 και έτσι παρουσίασε στο δικαστήριο και το υπόλοιπο σκέλος της προσφοράς των εναγόντων, δηλαδή αυτό που αφορά το έτος
  16. Τούτο το τεκμήριο είναι το
  17. Περαιτέρω, υπόψη της έλαβε το κόστος αγοράς των βιβλίων όπως παρουσιάστηκε από την πλευρά των εναγόντων, δηλαδή το τεκμήριο
  18. Επίσης μελέτησε την έκθεση του ελεγκτή (τεκμήριο 11), τους όρους προσφοράς (τεκμήριο 12), καθώς και την συναλλαγματική ισοτιμία του τεκμηρίου
  19. Η ανάλυση που ετοίμασε η λειτουργός, που ας σημειωθεί ότι υιοθέτησε και ακολούθησε τη μεθοδολογία του ελεγκτή, είναι το τεκμήριο
  20. Σημειώνεται εν τούτοις ότι εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας και δή μεταξύ των δικασίμων που μαρτυρούσε, η μάρτυς εντόπισε σφάλμα σε σχέση με την ημερομηνία της ισοτιμίας του νομίσματος που χρησιμοποίησε - μετατροπή στερλίνας σε κυπριακή λίρα. Ως εκ τούτου τη δεύτερη δικάσιμο προσκόμισε στο δικαστήριο την ορθή, σύμφωνα με τη θέση της, ισοτιμία (τεκμήριο 16) και διαφοροποιημένη ανάλυση του αποτελέσματος που ετοίμασε (τεκμήριο 17). Σύμφωνα με τη λειτουργό το διαφυγόν κέρδος των εναγόντων περιορίζεται σε €60.062,66, ενώ αν προστέθουν και οι τόκοι από 1.1.2008 μέχρι 25.5.2017, ανέρχεται σε €81.020,
  21. Ήταν η θέση της λειτουργού ότι ο λόγος που διαπιστώνεται μεγάλη απόκλιση μεταξύ των δυο αποτελεσμάτων, δηλαδή του δικού της (τεκμήρια 16 και 17) και του ελεγκτή (τεκμήριο 11), οφείλεται στο ότι ο ελεγκτής έλαβε ως δεδομένο πως η προσφορά των εναγόντων υποβλήθηκε σε κυπριακές λίρες, ενώ στην πραγματικότητα ήταν σε αγγλικές στερλίνες. Σημειώνεται εν τούτοις ότι η λειτουργός αμφισβητήθηκε έντονα γι΄ αυτό τον ισχυρισμό και σε αυτό το πλαίσιο δήλωσε ότι δεν έχει ιδίαν γνώση του νομίσματος που υποβλήθηκε η προσφορά των εναγόντων, απλώς αυτή ήταν η πληροφόρηση που έλαβε από την πλευρά της υπεράσπισης. Τέλος η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είναι η ίδια που υπολόγισε τον τόκο του ποσού που αναφέρεται στο τεκμήριο 17, αλλά το λογιστήριο της νομικής υπηρεσίας. Μάλιστα ο εν λόγω υπολογισμός επιτεύχθηκε, ανέφερε η μάρτυρας, με εφαρμογή συγκεκριμένης φόρμουλας. Παρακολούθησα το σύνολο των μαρτύρων κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Σε ό,τι αφορά τον Συρίμη ουδεμία αμφιβολία διατηρώ ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Λέγοντας τούτο δεν εννοώ ότι αποδέχομαι τη μαρτυρία του συλλήβδην, ιδιαίτερα όταν μεγάλο μέρος της συνιστά μαρτυρία γνώμης και μάλιστα σε σχέση με νομικά ζητήματα. Είναι βεβαίως εδραιωμένο ότι η διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, εδώ της ισχυριζόμενης ζημιάς, βαραίνει το δικαστήριο και δεν εξαρτάται πάντα από την αξιολόγηση. Έτσι και εδώ η φιλαλήθεια του Συρίμη δεν προοιωνίζει αποδοχή κάθε απαράδεκτης θέσης. Εν τούτοις εκείνο που φαίνεται να ισχύει εδώ και συνακόλουθα έχει αντίκτυπο στη μαρτυρία του Συρίμη, είναι πως αν και ο μάρτυρας δεν επικαλέστηκε πληθώρα γεγονότων, τα ελάχιστα γεγονότα που ισχυρίστηκε δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητήθηκε πως το κόστος αγοράς των βιβλίων από τους ενάγοντες και περαιτέρω η έκπτωση που οι ίδιοι [οι ενάγοντες] θα είχαν από τους προμηθευτές τους, αποτυπώνεται στο τεκμήριο
  1. Μάλιστα οι λοιποί μάρτυρες - ελεγκτής και λειτουργός - καθώς και η αντεξέταση που έτυχε ο Συρίμης, εξέλαβαν τούτο ως δεδομένο. Αυτό λοιπόν το κομμάτι της μαρτυρίας του Συρίμη, μοναδικός, ίσως, ισχυρισμός γεγονότος, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι αποδίδει ορθά τα πραγματικά γεγονότα. Τα περαιτέρω, εν προκειμένω οι ισχυρισμοί του μάρτυρα ότι η ακυρωτική απόφαση (τεκμήριο 5) κατέστησε την προσφορά της Galaxy άκυρη και συνακόλουθα μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου το Συμβούλιο Προσφορών δεν είχε παρά να κατακυρώσει την προσφορά στους ενάγοντες, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η γνώμη του μάρτυρα, η οποία όμως άπτεται δικανικών ζητημάτων και ως τέτοια δεν καθορίζει, αξιολογικά, την εκτίμηση της μαρτυρίας τούτου. Εν τούτοις, η ανεπιτήδευτη ειλικρίνεια του Συρίμη φανερώνεται και από την άλλη αυθόρμητη θέση του, δηλαδή ότι εκείνος και η σύζυγος του είναι που εργάστηκαν για την προσφορά και όχι άλλοι. Παρ΄ όλα αυτά οι ενάγοντες δεν αξίωσαν τούτα τα ωρομίσθια και περιορίστηκαν στο διαφυγόν κέρδος. Η μαρτυρία του ελεγκτή και της λειτουργού έχει το εξής κοινό στοιχείο∙ οι δύο αυτοί μάρτυρες είναι πραγματογνώμονες. Περί τούτου δεν υπάρχει, πιστεύω, αμφισβήτηση. Τα ακαδημαϊκά προσόντα που έκαστος κατέχει και παρουσίασε στο δικαστήριο, καθώς και η αντιμετώπιση που έτυχαν από τους συνηγόρους των διαδίκων, δικαιολογούν συμπέρασμα ότι πρόκειται για πραγματογνώμονες (βλ. Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, Πολ. Έφ. 316/10, 21.2.
  2. Ως εκ τούτου η αξιολογική κρίση της μαρτυρίας των δυο επιβάλλει κοινή διερεύνηση της μαρτυρίας τούτων. Ένεκα όμως αυτής της ιδιότητας τούτων [πραγματογνώμονες] αρμόζει να παρατεθούν, έστω σε αδρές γραμμές, οι νομολογιακές αρχές που διέπουν τη μαρτυρία πραγματογνώμονα, εφόσον τούτες είναι που θα καθορίσουν το πλαίσιο διερεύνησης της αξιοπιστίας των δυο αυτών μαρτύρων. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ 746, 750, η αποδεκτότητα τέτοιας μαρτυρίας συνιστά παρέκκλιση από τους κανόνες απόδειξης, εφόσον επιτρέπεται στον πραγματογνώμονα να εκφράσει τη γνώμη του σε ό,τι αφορά το αντικείμενό του. Τούτη όμως η δυνατότητα, αναφέρθηκε στην ίδια υπόθεση, συμπαρασύρει και υποχρέωση. Η υποχρέωση που βαρύνει τέτοιον μάρτυρα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλα τα αναγκαία πραγματικά και επιστημονικά δεδομένα, ώστε να καταστήσει ευχερή τον έλεγχο της μαρτυρίας του και δη την ακρίβεια των συμπερασμάτων του. Επιβάλλεται να αναφέρει τα γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε και να επεξηγήσει τις επιστημονικές αρχές που εφάρμοσε. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Koufou v. The Republic
(1981)2 C.L.R 165, 186, αυτά τα στοιχεία είναι που θα βοηθήσουν το δικαστήριο να μορφώσει ανεξάρτητη άποψη. Στο τέλος της ημέρας αυτό είναι ό,τι υπέχει σημασία, δηλαδή η ανεξάρτητη άποψη του δικαστηρίου και όχι αφ΄ εαυτή η άποψη του πραγματογνώμονα. Αυτός είναι και ο λόγος που στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α
(1999)1 Β Α.Α.Δ 1441, 1448, λέχθηκε ότι· Παρόλο που η έκφραση γνώμης από εμπειρογνώμονα υπό ορισμένες συνθήκες είναι αποδεκτή σαν μαρτυρία εντούτοις: "...it by no means follows that the court must follow it .. What really matters in most cases is the reasons given for the opinion. As a practical matter a well constructed expert' s report containing opinion evidence sets out the opinion and the reasons for it. If the reasons stand up the opinion does, if not, not. A rule of evidence which excludes this opinion evidence serves no practical purpose." Επανερχόμενος στην υπόθεση σημειώνω ότι θετική ήταν η εντύπωση που άφησε η μαρτυρία του ελεγκτή και της λειτουργού. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραγνωρίζονται οι όποιες μικροδιαφορές εντοπίζονται στη μαρτυρία των δυο. Εν τούτοις είμαι της γνώμης ότι η μαρτυρία αποκαλύπτει πως οι εν λόγω διαφορές δεν είναι προϊόν ψεύδους, επιτήδευσης ή άλλως πως, εξ΄ου και οι δύο μάρτυρες κρίνονται αξιόπιστοι. Ως προς την αιτία των διαφορών καθώς και τη δικανική αντιμετώπιση τούτων, αποφαίνομαι πιο κάτω. Όπως όμως θα φανεί και στη συνέχεια, η μαρτυρία των δυο αυτών μαρτύρων αναδεικνύει και σημαντικές συγκλήσεις, οι οποίες εδραιώνουν την ορθότητα της όλης επιστημονικής διεργασίας και περιπλέον, εξουδετερώνουν τη σημασία των διαφορών. Σπεύδω λοιπόν σε ενδελεχή ανάλυση τούτης της πτυχής του μαρτυρικού υλικού. Ό,τι δεσπόζει στη μαρτυρία των δυο πραγματογνωμόνων είναι ότι εφάρμοσαν την ίδια μεθοδολογία στον υπολογισμό του διαφυγόντος κέρδους και περιπλέον, υπόψη τους έλαβαν τις ίδιες λεπτομέρειες, δηλαδή αυτές που αναφέρονται στο τεκμήριο
  1. Εν ολίγοις αφαίρεσαν το κόστος αγοράς των βιβλίων, από την τιμή πώλησης τούτων στο Ανώτατο Δικαστήριο, ως αυτή [η τιμή πώλησης] φαίνεται στην προσφορά, τεκμήρια 3 και
  2. Η δε τιμή αγοράς φαίνεται στο τεκμήριο
  3. Το αποτέλεσμα της αφαίρεσης πολλαπλασιάστηκε με το ποσοστό εξόδων, εν προκειμένω 5%, ώστε από το αποτέλεσμα να προκύψει το καθαρό κέρδος, δηλαδή αυτό που δικανικά είθισται να αποκαλείται διαφυγόν. Αυτή η μεθοδολογία είναι εκείνη που συνιστά την πεμπτουσία της μαρτυρίας των δυο πραγματογνωμόνων. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι δια το πλέον σημαντικό σκέλος της μαρτυρίας τους, οι ισχυρισμοί τους συμπίπτουν. Τόσο η μεθοδολογία, όσο και η επιλογή του ποσοστού (5%) που χρησιμοποιήθηκε για εξακρίβωση του πραγματικού κέρδους από το μικτό, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ της μαρτυρίας των δυο. Αυτό και μόνο είναι αρκετό για να καταστήσει αυτή την πτυχή του μαρτυρικού υλικού αδιαμφισβήτητη και δεδομένη. Δέχομαι λοιπόν ότι η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε, καθώς και το ποσοστό 5% που επιλέγηκε και εφαρμόστηκε ως έξοδα των εναγόντων, είναι επιστημονικά ορθά και κατάλληλα δια την υπό κρίση περίπτωση. Εκεί που η μαρτυρία των δυο διαφέρει έχει να κάνει με το νόμισμα που είχε η προσφορά των εναγόντων κατά το χρόνο υποβολής της (στερλίνα ή κυπριακή λίρα). Όπως εύστοχα υπέδειξε η λειτουργός (ΜΥ1), αυτός φαίνεται να είναι και ο λόγος που διαφέρει το αποτέλεσμα του υπολογισμού των δυο πραγματογνωμόνων (τεκμήρια 11 και 17). Οι θέσεις των δυο πλευρών παρατέθηκαν πιο πάνω και συνεπώς παρέλκει ανάγκη επανάληψης. Ό,τι επαναλαμβάνεται όμως είναι πως η λειτουργός (ΜΥ1) δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει την ορθότητα του ισχυρισμού της. Με απόλυτη ειλικρίνεια και χωρίς ίχνος επιτήδευσης ανέφερε ότι αυτό ήταν που της λέχθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης. Συνεπώς δεν είχε παρά να εκλάβει τη θέση αυτή ως γεγονός και να την εντάξει στους υπολογισμούς της. Κατά τα λοιπά η μάρτυρας ρητά ανέφερε ότι η ίδια δεν γνωρίζει οτιδήποτε αφορά την προσφορά των εναγόντων. Η εμπλοκή της περιορίζεται στην κατάρτιση των τεκμηρίων 16 και 17, δηλαδή στους υπολογισμούς και δεν έχει να κάνει με την προσφορά που προηγήθηκε. Εν τούτοις ο ισχυρισμός της υπεράσπισης, δηλαδή πως η προσφορά των εναγόντων υποβλήθηκε σε στερλίνες, αποκαλύπτεται αίολος και αβάσιμος. Και εξηγώ∙ η μαρτυρία των εναγόντων θέλει το νόμισμα της προσφοράς που υπέβαλαν να είναι η κυπριακή λίρα. Ο σχετικός ισχυρισμός διαχέει τη μαρτυρία των εναγόντων. Και όμως η υπεράσπιση όχι μόνο δεν αμφισβήτησε την εν λόγω θέση, έκτισε την αντεξέταση της εκλαμβάνοντας ότι τούτο είναι που έγινε. Για του λόγου το ασφαλές μεταφέρω αυτολεξεί τη σχετική στιχομυθία από την αντεξέταση του Συρίμη (ΜΕ1) από τη συνήγορο της εναγομένης. Αναφέρεται εκεί ότι∙ «Ε. Τώρα, η συναλλαγματική ισοτιμία την οποία λάβατε υπόψη, είναι της ημερομηνίας 31.12.08 ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 10, το οποίο καταχωρήσατε στο Δικαστήριο; Δικαστήριο: Τον ρωτάτε σε σχέση με εκείνο που ο ίδιος έλαβε στους δικούς του υπολογισμούς ή εκείνο που δόθηκε στην KPMG; κα Παπαστεφάνου: Να μου επιτρέψετε, κύριε Πρόεδρε, να θέσω πιο σωστά το υπόβαθρο. Κατά τη σημερινή κυρίως εξέταση του ο μάρτυρας είπε, η προσφορά ζητήθηκε να είναι σε Κυπριακή λίρα. Ως εκ τούτου, αφαιρέσαμε, λέτε, την ισοτιμία της κυπριακής λίρας σε στερλίνες. Σε σχέση με την αναφορά της ισοτιμίας σε κυπριακή λίρα, σε στερλίνες. Μάρτυρας: Μάλιστα.» Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν πως καίτοι οι ενάγοντες ρητά ισχυρίστηκαν ότι η προσφορά τους ήταν σε κυπριακές λίρες και η υπεράσπιση αυτό αντιλήφθηκε, εν τούτοις η τελευταία δεν αμφισβήτησε τον εν λόγω ισχυρισμό. Περιττό να λεχθεί ότι συνιστά αξίωμα του αντιπαραθετικού συστήματος πως τέτοια παράλειψη αντεξέτασης εξισώνεται με αποδοχή του ισχυρισμού που δεν αμφισβητήθηκε, εδώ ότι το νόμισμα της προσφοράς των εναγόντων ήταν η κυπριακή λίρα. Αν η πιο πάνω αρχή καλεί για ειδική αιτιολόγηση, αρκεί να παραπέμψω στα λεχθέντα στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527,
  1. Όπως υποδείχθηκε εκεί· «Εκκινώντας από αυτό το τελευταίο, θα ήταν χρήσιμο ένα σύντομο σχόλιο. Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης. Από τη δικανική σκοπιά - και όχι την ηθική που στόχος είναι βασικά η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους - πρωταρχικό αντικείμενο της είναι η αποδυνάμωση ή εκμηδένιση των δηλώσεων ενός μάρτυρα κατά την κύρια εξέταση, που στηρίζουν ή βοηθούν την υπόθεση του αντιδίκου. Είναι σχετική η ρήση του Lord Hanworth, M.R., την οποία αναφέρει, επιδοκιμάζοντας την, ο Sankey L.C., στην υπόθεση Mechanical and General Inventions Co. Ltd. and Lehwess v. Austin and the Austin Motor Co. [1935] A.C. 346 στη σελ. 359: "Cross-examination is a powerful and valuable weapon for the purpose of testing the veracity of a witness and the accuracy and completeness of his story." Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Διαπιστώνεται συνεπώς ότι η εναγομένη δεν δικαιολογείται, λόγω της στάσης που τήρησε κατά την ακροαματική διαδικασία, να αιτιάται ότι η προσφορά των εναγόντων δόθηκε σε νόμισμα άλλο από κυπριακή λίρα. Αφ΄ ης στιγμής δεν αμφισβήτησε τους ενάγοντες σχετικά, δεν δικαιούται να υποστηρίξει οτιδήποτε διαφορετικό. Πέραν όμως των πιο πάνω σημειώνεται ότι και η λειτουργός (ΜΥ1) δεν υποστήριξε θετικά τη σχετική θέση. Όπως έχει ήδη λεχθεί η μάρτυρας με ειλικρίνεια δήλωσε ότι δεν γνωρίζει το νόμισμα της προσφοράς. Ο μόνος λόγος δια τον οποίο ανέφερε ότι υποβλήθηκε σε στερλίνες, είναι γιατί αυτό της λέχθηκε από την υπεράσπιση και εξέλαβε τούτο ως γεγονός. Αποκαλύπτεται λοιπόν ότι πλην της θετικής μαρτυρίας του Συρίμη ουδεμία άλλη μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου που να δικαιολογεί διαφορετική διαπίστωση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι ορθή είναι η αναμφισβήτητη θέση του Συρίμη και όχι άλλη. Συνεπώς δέχομαι ότι η προσφορά των εναγόντων δόθηκε σε κυπριακές λίρες και όχι σε άλλο νόμισμα. Τώρα, το εύρημα αυτό, δηλαδή του νομίσματος της προσφοράς των εναγόντων, δεν είναι ήσσονος σημασίας. Αυτό γιατί το νόμισμα είναι εκείνο που διαφοροποιεί το αποτέλεσμα της έκθεσης των δυο πραγματογνωμόνων - ελεγκτή και λειτουργού. Αυτή άλλωστε ήταν και η σχετική θέση της λειτουργού (ΜΥ1). Και επί τούτου όμως η λειτουργός σφάλλει και εξηγώ∙ όπως η ίδια ανέφερε (βλ. παράγραφο 6 εγγράφου Β), ως ισοτιμία έλαβε εκείνη της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 23.5.2007 (βλ. τεκμήριο 16). Ο λόγος γι΄ αυτό, όπως η μάρτυρας επεξηγεί στη γραπτή δήλωσή της, γιατί αυτό προβλεπόταν από τον όρο 16.5.5 του διαγωνισμού (τεκμήριο 12). Δεν αντιλέγω βεβαίως ότι αυτό αναφέρεται στο σχετικό όρο. Υποδεικνύω όμως ότι η εν λόγω διάταξη τυγχάνει εφαρμογής όταν η προσφορά δίνεται σε ξένο νόμισμα. Όπως έχει ήδη διαπιστωθεί, η προσφορά των εναγόντων δεν ήταν σε ξένο νόμισμα αλλά σε κυπριακή λίρα. Από την άλλη, δοθέντος ότι το ποσό της προσφοράς είναι η σταθερά της εξίσωσης που ενδιαφέρει, δεν αντιλαμβάνομαι ποιο είναι το μεπτό στη διαδικασία που ακολούθησε ο ελεγκτής σε σχέση με την ισοτιμία. Αφ΄ ης στιγμής οι ενάγοντες θα προμηθεύονταν από το Ηνωμένο Βασίλειο τα βιβλία που θα πωλούσαν στο Ανώτατο Δικαστήριο και αυτό στη διάρκεια δυο ετών, λογικό είναι ότι σε αυτό το χρόνο η ισοτιμία των δυο νομισμάτων - λίρα v. στερλίνας - θα είχε σκαμπανεβάσματα, με αποτέλεσμα ενίοτε να αυξάνεται και ενίοτε να μειώνεται το κέρδος των εναγόντων, εφόσον από τη σταθερή τιμή της προσφοράς άλλοτε θα αφαιρούνταν λιγότερα και άλλοτε περισσότερα χρήματα, συνεπεία της εκάστοτε ισοτιμίας. Περιπλέον, η αναζήτηση της ισοτιμίας του νομίσματος από την Κεντρική Τράπεζα, για την κρίσιμη πάντα περίοδο και η υιοθέτηση της μέσης τιμής, επίσης κρίνεται λογική, εφόσον θεωρητική είναι η όλη διεργασία λόγω του ότι οι διατάξεις της προσφοράς δεν συγκεκριμενοποιούσαν ημερομηνία παράδοσης. Συνεπώς και σε σχέση με την ισοτιμία του νομίσματος δέχομαι ως ορθή τη θέση του ελεγκτή Γαλανού. Κατά τα λοιπά είναι αντιληπτό ότι η έκθεση του ελεγκτή Γαλανού δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα. Το ένα και μοναδικό σφάλμα που υποδείχθηκε από τη λειτουργό - αναγράφηκε ποσό £1140 αντί £114 - επεξηγήθηκε ότι είναι σε βάρος των εναγόντων, με αποτέλεσμα να περιορίζει αντί να αυξάνει το διαφυγόν κέρδος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι ορθό είναι το αποτέλεσμα της έκθεσης του ελεγκτή Γαλανού και όχι αυτό της λειτουργού (ΜΥ1), εφόσον η έκθεση της τελευταίας στηρίχθηκε σε εσφαλμένα δεδομένα, ήτοι το νόμισμα της προσφοράς και την ημερομηνία ισοτιμίας τούτου. Βάσει λοιπόν της αξιόπιστης και αποδεκτής μαρτυρίας καταλήγω ότι το διαφυγόν κέρδος των εναγόντων ανέρχεται σε €138.146 πλέον νόμιμο τόκο από 1.7.
  2. Βεβαίως δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι με τις έγγραφες προτάσεις η αξίωση περιορίστηκε σε €96.636,
  3. Εν κατακλείδι, διαπιστώνω ότι ουδεμία άλλη ζημιά, πραγματική ή άλλως πώς, αποκαλύπτεται από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό. Τώρα, καίτοι αυτό είναι το διαφυγόν κέρδος των εναγόντων, δηλαδή αυτό είναι το ποσό που θα κέρδιζαν αν τους κατακυρωνόταν η προσφορά, ζητούμενο παραμένει αν νομολογιακά δικαιολογείται απόδοση τούτου, είτε εξ ολόκληρου είτε μερικώς. Όπως έχει ήδη λεχθεί, οι ενάγοντες απαντούν το ερώτημα καταφατικά και αυτό γιατί θεωρούν πως η μια και μοναδική άλλη προσφορά που υφίστατο, ακυρώθηκε λόγω ουσιώδους παρατυπίας. Δίχως άλλο, υποστηρίζουν, η επανεξέταση θα οδηγούσε σε κατακύρωση της προσφοράς σε αυτούς, γεγονός που σημαίνει ότι απώλεσαν το κέρδος, ως έχει διαπιστωθεί, που θα ακολουθούσε την κατακύρωση. Είναι δε η θέση των εναγόντων ότι η απόδοση ολόκληρου του ποσού (€96.636,83 πλέον νόμιμο τόκο), δικαιολογείται από τα λεχθέντα στην πρωτόδικη υπόθεση Laos Bros Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα, αρ. υπόθεσης 6776/06, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 10.9.
  4. Στον αντίποδα αντίθετη είναι η θέση της εναγομένης που διατείνεται ότι η νομολογία δεν δικαιολογεί επιδίκαση οιουδήποτε ποσού, πόσω δε μάλλον ολόκληρου του διαφυγόντος κέρδους. Υποστηρίζει δε ότι η υπόθεση Laos Bros, πιο πάνω, συνιστά παραφωνία και γι΄ αυτό καλεί το δικαστήριο να αποκλίνει και να ακολουθήσει τα λεχθέντα στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
(1999)1Α Α.Α.Δ.342 και Frangoulides v. Republic
(1982)1 C.L.R.462. Έχω ήδη παραθέσει τις δικανικές αρχές που διέπουν το ζήτημα και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω. Αρκούμαι απλώς σε παραπομπή εκεί και όπου χρειάζεται. Εν πρώτοις δεν μπορώ να μην ομολογήσω ότι τα λεχθέντα στην υπόθεση Νικόλα, πιο πάνω, και συγκεκριμένα η θέση του Καλλή, Δ., ότι άρνηση ή παράλειψη επανεξέτασης μιας ακυρωτικής απόφασης δικαιολογεί νέα προσφυγή, βασάνισαν τη σκέψη μου ως προς το κατά πόσο αυτή είναι και εδώ η περίπτωση και συνεπώς η αγωγή είναι πρόωρη. Εν τούτοις η υπόθεση Laos Bros Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2006)4Β Α.Α.Δ. 681 - είναι τούτη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε πλαίσιο αναθεωρητικού ελέγχου και όχι η προμνησθείσα πρωτόδικη υπόθεση - υποδεικνύει ότι (σχετική είναι και η απόφαση του Γαβριηλίδη, Δ. στην υπόθεση Νικόλα, πιο πάνω)∙ « Η επανεξέταση του θέματος της κατακύρωσης της προσφοράς σε συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση στην προσφυγή 1085/2001 με την έννοια της κατακύρωσης της προσφοράς είτε στην αιτήτρια είτε σε οποιοδήποτε άλλο προσφοροδότη θα είχε όντως θεωρητικό και μόνο χαρακτήρα εφόσον οι μηχανολογικές εγκαταστάσεις έχουν ήδη ολοκληρωθεί. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα " Αι συνέπειαι της ακυρώσεως διοικητικής πράξεως έναντι της Διοικήσεως" της Κοντόγιωργα -Θεοχαροπούλου, στη σελίδα 285: ". Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η in natura αποκατάστασης των πραγμάτων εις την προτέραν των θέσιν, είναι αδύνατος. Τούτο παρατηρείται οσάκις η εκτέλεσις της ακυρωθείσης πράξεως ή παραλείψεως επέφερεν υλική αλλοίωσιν ανεπανόρθωτον, όπως π.χ. εις περίπτωσιν παρανόμου κατεδαφίσεως ως αυθαιρέτου κτίσματος (οικίας, περιπτέρου, λυομένου κτίσματος), ή εις περίπτωσιν που ο χρόνος καθ΄ ον ίσχυσεν η ακυρωθείσα περιέλαβεν ολόκληρον το διάστημα εις το οποίον αφεώρα ή ακυρωθείσα, όπως π.χ. εις την περίπτωσιν αρνήσεως χορηγήσεως αδείας κυκλοφορίας αυτοκινήτου δι΄ ωρισμένην ημέραν, ή συγκροτήσεως διαδηλώσεως καθ΄ ωρισμένη ημέρα, . . . Οσάκις υπάρχει η ως άνω αντικειμενική αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως in natura, η έννοια της αποκαταστάσεως θα πρέπει να περιορίζεται εις χρηματικήν αποζημίωσιν, όταν όμως υπάρξη ζημιά και εφ΄ όσον συντρέχουν αι λοιπαί προϋποθέσεις προς αποζημίωσιν." Συνεπώς διαπιστώνεται ότι όπου αντικειμενικά η διοίκηση αδυνατεί να προβεί σε επανεξέταση, πράγμα που ισχύει και στην προκείμενη περίπτωση - σχετική είναι η επιστολή της αρχιπρωτοκολλητού, τεκμήριο 7 - το μόνο διάβημα που εξυπηρετεί το διάδικο, είναι η καταχώριση αγωγής. Ως εκ τούτου οι περιβάλλουσες της υπόθεσης περιστάσεις αποκαλύπτουν ότι η προώθηση της επίδικης αγωγής είναι απολύτως δικαιολογημένη, εφόσον τυχόν νέα προσφυγή δεν θα είχε λογικό έρεισμα, δοθέντος ότι εκ των πραγμάτων η επανεξέταση της προσφοράς ήτο αδύνατη. Η πιο πάνω διαπίστωση δεν προδικάζει όμως και το αποτέλεσμα της υπόθεσης, απλώς διανοίγει το δρόμο για εξέταση όσων οι ενάγοντες διατείνονται. Όπως υποδεικνύεται πιο πάνω, η ακύρωση και μόνο μιας διοικητικής απόφασης δεν γεννά ipso facto δικαίωμα αποζημίωσης. Αυτό γιατί η απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου έχει χαρακτήρα ακυρωτικό και ως εκ τούτου δεν επιβάλλει στη διοίκηση συγκεκριμένη πορεία, αλλά ούτε και προοιωνίζει το αποτέλεσμα της επανεξέτασης. Στην υπόθεση Δήμος Αραδίππου, πιο πάνω, υποδεικνύεται σχετικά ότι∙ «΄Οσα θεωρήθηκαν ως ιδιαίτερα περιστατικά, δεν αλλοίωναν το θεμελιωμένο πως η δικαστική ακύρωση διορισμού δεν εμπεριέχει και δήλωση για παράλειψη διορισμού άλλου ούτε, βέβαια γεννά με οποιοδήποτε τρόπο δικαίωμα διορισμού ώστε να προδεσμεύεται η διακριτική εξουσία της διοίκησης που καθηκόντως θα επανεξετάσει το ζήτημα. (Βλ. Christofides v. Attorney-General (ανωτέρω) και Frangoulides v. The Republic
(1982)1 C.L.R. 462).» To εφετείο επανέλαβε ουσιαστικά τη νομική θέση που εκφράστηκε στην Christofides v. Attorney General
(1981)1 C.L.R. 18, ότι δηλαδή η ακύρωση διορισμού δε νομιμοποιεί υποψήφιους για διεκδίκηση αποζημίωσης, ούτε παρέχει ένδειξη ως προς το διορισμό άλλου, αλλά ούτε και έρεισμα για τέτοια πιθανολόγηση. (σελ.616).» Η σημασία των πιο πάνω έγκειται στο ότι η ζημιά που δικαιολογείται να αποκατασταθεί, είναι εκείνη που αναδύεται από αυτή καθ΄ εαυτή την παράνομη πράξη, δηλαδή την πράξη που ακυρώθηκε με την απόφαση του Διοικητικού δικαστηρίου. Περί τούτου αποκαλυπτικός είναι ο λόγος της υπόθεσης Γενικός Εισαγγελέας, πιο πάνω με παραπομπή στο σύγγραμμα «Αι Συνέπειαι της Ακυρώσεως Διοικητικής Πράξεως έναντι της Διοικήσεως κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως» Ό,τι αναφέρεται στη σελίδα 350 της απόφασης είναι πως∙ «Ανάλογη είναι και η προσέγγιση της ελληνικής νομολογίας στην ανεύρεση και καθορισμό της ζημίας, η οποία διεκδικείται ως αποτέλεσμα της ακυρωτικής απόφασης. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα της Δ. Κοντόγιωργα - Θεοχαροπούλου «Αι Συνέπειαι της Ακυρώσεως Διοικητικής Πράξεως έναντι της Διοικήσεως κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως», 1988:- (σελ. 233) «Το δικαίωμα της αποζημιώσεως δεν γεννάται ipso facto εκ της ακυρωτικής αποφάσεως.» Εξηγεί γιατί:- (σελ. 234) «Διότι ακριβώς η ακύρωσις έχει αιτίαν την παρανομίαν της διοικητικής πράξεως, ενώ η ευθύνη προς αποζημίωσιν έχει γενεσιουργόν αιτίαν την προξενηθείσαν ζημίαν εκ της παρανόμου πράξεως.» Και καταλήγει:- (σελ. 135) «Συνεπώς, δεν δύναται να υπάρξη εκ μόνης της ακυρώσεως υποχρέωσις προς αποζημίωσιν, ως ενέργεια αποκαταστάσεως, ούτε κατ' αρχήν, ούτε κατ' έκτασιν. Εις την έννοιαν της αποκαταστάσεως, ακόμη και υπό την δυναμικήν της μορφήν, δεν περιλαμβάνεται η ανόρθωσις της περιουσιακής ζημίας εκ της ακυρωθείσης πράξεως.» Εγείρεται έτσι το ερώτημα∙ ποια η εφαρμογή όλων των ανωτέρω στην υπό κρίση περίπτωση; Ευθέως λοιπόν λέγω ότι η απόφαση του Διοικητικού δικαστηρίου, εν προκειμένω το τεκμήριο 5, ακύρωσε την προηγηθείσα διοικητική απόφαση. Ένεκα δε του λόγου ακυρώσεως, δηλαδή ότι η προσφορά της εταιρείας Galaxy αντίκειτο σε ουσιώδη όρο, είναι αντιληπτό ότι ο λόγος (ratio) της απόφασης, έθεσε εκ ποδών την προσφορά της τελευταίας εταιρείας (βλ. Τουμαζής ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ.408). Εδώ είναι που εδράζεται και το βασικό επιχείρημα των εναγόντων όταν υποστηρίζουν ότι αναπόφευκτα η προσφορά θα κατακυρωνόταν σε αυτούς, εφόσον ήταν η μόνη έγκυρη προσφορά. Με όλο το σεβασμό, με αυτή τη θέση δεν μπορώ να συμφωνήσω. Κατ΄ αρχάς, αυτή η εξέταση της υπόθεσης είναι καθ΄ όλα θεωρητική και περαιτέρω, δεν είναι έργο του πολιτικού δικαστηρίου να την αποφασίσει. Εν τούτοις, μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει ότι ήταν επιλογή της διοίκησης και μάλιστα νόμιμη, εύλογη και εξυπηρετούσα το δημόσιο συμφέρον, αντί να επανεξετάσει να ανακαλέσει την προσφορά, όπως ακριβώς επεξηγήθηκε στην υπόθεση Leisureland Hotel Enterprises Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1993)3 Α.Α.Δ. 538 που υιοθετήθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων (βλ. και Lombard Natwest Bank Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ.595). Άλλωστε αυτή ήταν και η περίπτωση στην υπόθεση Δήμος Αραδίππου, πιο πάνω. Επαναλαμβάνω όμως ότι δεν είναι η πιθανολόγηση που υπέχει σημασία, ιδιαίτερα εφόσον εκφεύγει της δικαιοδοσίας τούτου του δικαστηρίου. Επί του προκειμένου υποδεικνύεται ότι ανάλογη συλλογή γεγονότων ήταν και εκείνη που απασχόλησε στην υπόθεση Μαυρονύχης, πιο πάνω. Και εκεί ο ενάγων/εφεσείων ήταν ο επικρατέστερος υποψήφιος και επιπλέον, και εκεί ήταν αδύνατη η επανεξέταση της πράξης μετά την ακυρωτική απόφαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε συναφώς ότι∙ «Εν πάση περιπτώσει θα τις απορρίπταμε ως αβάσιμες. Όπως ορθά υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναφορά στην υπόθεση Tatianos Georghiou v. Electricity Authority
(1965)3 C.L.R. 177 (βλ. επίσης Zachariades v. Republic
(1984)3 C.L.R. 1193 και Κυπριακή Δημοκρατία ν. Χρίστος Ιωσηφίδης
(1994)3 Α.Α.Δ. 495), "το κατά πόσο προσφερόταν ή όχι στην Αρχή" η κατάργηση της θέσης, δεν μπορούσε να είναι θέμα για εξέταση από αστικό δικαστήριο. Γι' αυτό, εφόσον δεν είχε προσβληθεί, τη θεώρησε ως δεδομένο που οριοθετούσε την έκταση των διεκδικήσεων του εφεσείοντα για αποζημιώσεις. Η αξίωση, που εφόσον δεν ικανοποιηθεί δημιουργεί δικαίωμα επιδίκασης αποζημίωσης, πρέπει να θεμελιώνεται στην ίδια την απόφαση που κηρύχθηκε άκυρη. Τίθεται ζήτημα αποζημίωσης μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπειά της. (Βλ. Attorney-General ν. Andreas Marcoullides and Another
(1966)1 C.L.R. 242, Costas Tsakkistos v. Attorney-General
(1969)1 C.L.R. 355, Kambis v. Republic
(1984)1 C.L.R. 314, Christofides v. Attorney-General (ανωτέρω), Frangoullides v. Republic (ανωτέρω) Πελαγίας Εγγλεζάκης και Άλλοι ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1992)1(A) Α.Α.Δ. 697 και Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ν. Χάρης Θεοδωρίδης
(1993)1 Α.Α.Δ. 420). Αν η μεταγενέστερη απόφαση για κατάργηση της θέσης προκάλεσε ζημιά και ποια, ήταν ζήτημα ασύνδετο προς την απόφαση που ακυρώθηκε. Το παράδειγμα της αδυναμίας ικανοποίησης απολυθέντος υπαλλήλου λόγω κατάργησης της θέσης που επικαλέστηκε ο εφεσείων με αναφορά στο έργο του Φ. Βεγλερή - Η συμμόρφωσις της Διοικήσεως εις τας αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας σελ. 117, δεν υποστηρίζει το συλλογισμό του. Εκεί υπήρχε δικαίωμα αποζημίωσης ακριβώς επειδή η αξίωση του απολυθέντος για επάνοδο στην υπηρεσία ως κατ' ευθείαν συνέπεια της εξαφάνισης της απόλυσής του με την ακυρωτική απόφαση, δεν μπορούσε πλέον να ικανοποιηθεί. Εδώ η ζημιά εμφανίζεται να προεκλήθη όχι λόγω της ακυρωθείσας απόφασης αλλά λόγω της μεταγενέστερης απόφασης για κατάργηση της θέσης. Το κατά πόσο η διοίκηση εκπλήρωσε ή όχι την υποχρέωσή της προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση με εξαφάνιση των συνεπειών του παράνομου διορισμού και επανεξέταση του θέματος δεν είναι ζήτημα που συνάπτεται προς την ίδια την ακυρωτική απόφαση. Σημειώνουμε όμως πως, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Frangoulides v. Republic (ανωτέρω), παράλειψη της διοίκησης για άρση κάθε πτυχής της άκυρης απόφασης και λήψη της κατάλληλης ενέργειας προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση, αντιμετωπίζεται με νέο αναθεωρητικό έλεγχο. Εφόσο δε το επιχείρημα του εφεσείοντα στηρίζεται στην αντίληψη, λανθασμένη ή όχι δεν το εξετάζουμε, ότι ήταν ολωσδιόλου αδύνατη η επανεξέταση μετά την ακυρωτική απόφαση επειδή μεσολάβησε η κατάργηση της θέσης, θα είχε ίσως τη θέση του το πιο κάτω απόσπασμα από το Φ. Βεγλερή (ανωτέρω) σελ. 103, όπως υιοθετήθηκε στην υπόθεση Christofides v. Attorney-General (ανωτέρω). "Αλλ' η Διοίκησις υποχρεούται εν ,ταις ενεργείαις αυτής προς επαναφοράν των πραγμάτων εις την προτέραν των κατάστασιν να σεβασθή τας μεταγενεστέρως της εκδόσεως της ακυρωθείσης πράξεως νομίμως δημιουργηθείσας καταστάσεις. Η απαγγελθείσα ακύρωσις δεν έχει επιρροήν επί των καταστάσεων αίτινες έλαβον ύπαρξιν μεταγενεστέρως της εκδόσεως της ακυρωθείσης πράξεως επί τη βάσει νομίμων καθ' εαυτάς πράξεων της Διοικήσεως. Η επίδρασις της ακυρώσεως δεν εκτείνεται, πράγματι, πέραν των πράξεων και των καταστάσεων, αίτινες έχουν ως άμεσον έρεισμα την ακυρωθείσαν πράξιν και μετέχουν συνεπώς των ελαττωμάτων και της ακυρότητος εκείνης". Εκείνο λοιπόν που απασχολεί και επιτακτικά καλεί για απόφαση, είναι να διαπιστωθεί η ζημιά που προκύπτει από αυτή και μόνο την ακυρωτική απόφαση και όχι εξ άλλης αιτίας. Εξ΄ ου και τα συγγράμματα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας, πιο πάνω) τονίζουν ότι ούτε κατ΄ αρχή αλλά ούτε και κατ΄ έκταση συναρτάται η αποζημίωση με την ακύρωση. Στην προκείμενη περίπτωση το διαφυγόν κέρδος των εναγόντων δεν είναι άμεσο αποτέλεσμα της ακυρωτικής απόφασης. Δεν εκπορεύεται από αυτή την ακυρωτική απόφαση, αλλά αποτελεί προϊόν αβέβαιης πιθανολόγησης και εικασίας. Περιπλέον, είναι αξιοσημείωτο ότι ουδεμία απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου φαίνεται να αποδίδει τέτοιου είδους αποζημίωση. Η καθ΄ όλα σχετική υπόθεση Μαυρονύχης ακύρωσε την πρωτόδικη κρίση, καταλήγοντας ότι ουδεμία ζημιά αποδείχθηκε. Η υπόθεση Savvas & Leonidas Motors Ltd, πιο πάνω, όπου αξιώθηκε αποζημίωση ως διαφυγόν κέρδος, ανέφερε ότι∙ «Δεν ήταν αρκετό να γίνει απλώς αναφορά στις ζημιές που είχε η εφεσείουσα για τα εν λόγω φορολογικά έτη χωρίς να φανεί ότι η αιτία για αυτές τις ζημιές ήταν οι αποφάσεις αντικείμενο των πιο πάνω προσφυγών. Πέραν της διατύπωσης της ζημιάς, στα παραδεκτά γεγονότα, δεν γίνεται παραδοχή ότι αυτές ήσαν το άμεσο αποτέλεσμα των ακυρωθεισών αποφάσεων». Στη δε υπόθεση Νικόλα, πιο πάνω, η μειοψηφία επιδίκασε αποζημίωση και αυτή ήταν και η διαφορά με την πλειοψηφία. Για τη διαπίστωση όμως τούτης της ζημιάς επανέλαβε τις πάγιες νομολογιακές αρχές. Υπεδείχθη συναφώς ότι (βλ. σελ.1010)∙ «Το δικαίωμά του για αποζημίωση δεν εξισούται με απώλεια σταδιοδρομίας ή, ακόμα, με τη μισθοδοσία, την οποία θα απολάμβανε κατά την εξάμηνη περίοδο. Ήταν πάντα υπαρκτή πιθανότης η μη πρόσληψή του από τη EuroCypria, έστω και αν δεν είχε διαζευκτική επιλογή. Οι αποζημιώσεις εξισούνται με την απώλεια, κατά την εξάμηνη περίοδο που ακολούθησε την ακυρωθείσα απόφαση, της προοπτικής εργοδότησής του. Περί ενδεχομένου ο λόγος, αβέβαιου, ως εκ της φύσεώς του, πλην υπαρκτού, υποκείμενου σε ποσολόγηση, με γνώμονα το δίκαιο και το εύλογο του πράγματος». (ο τονισμός δικός μου) Τέλος, στην υπόθεση Πήττα, πιο πάνω, ρητά απορρίφθηκε ο συσχετισμός της ζημιάς με το ύψος της προσφοράς των εναγόντων/εφεσειόντων, δηλαδή της προσφοράς που συμπεριέλαβε και το κέρδος τούτων. Υποδείχθηκε εκεί ότι∙ «Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω θεωρούμε κατ΄ αρχάς λανθασμένη την ταύτιση από το πρωτόδικο Δικαστήριο της «δίκαιης και εύλογης» αποζημίωσης με το ποσό της προσφοράς των εφεσειόντων. Η προσφορά, όπως ορθά επεσήμανε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Δήμου, περιελάμβανε έξοδα και κέρδος στην περίπτωση που θα κατακυρωνόταν στους εφεσείοντες και σε καμιά περίπτωση δεν συνιστούσε την άμεση ζημιά που υπέστηκαν συνεπεία της ακυρωθείσας απόφασης. Έσφαλε επομένως το πρωτόδικο Δικαστήριο επί του προκειμένου, ενώ το ορθό θα ήταν να στρέψει την προσοχή του αποκλειστικά στη μαρτυρία των εφεσειόντων η οποία ήταν σχετική με την κατ΄ ισχυρισμό (άμεση) ζημιά που υπέστηκαν ώστε να καθορίσει το μέτρο της «δίκαιης και εύλογης» υπό τις περιστάσεις αποζημίωσης. Εξετάσαμε την επί του θέματος μαρτυρία που προσκόμισαν, η οποία μάλιστα παρέμεινε αναντίλεκτη και ταυτόχρονα ήταν και λογικώς αυταπόδεικτη, και καταλήξαμε ότι το παράπονο των εφεσειόντων ότι η ζημιά τους αντιστοιχούσε με την εργασία που εκτέλεσαν για ετοιμασία της προσφοράς ήταν γνήσιο. Περιελάμβανε, όπως αναντίλεκτα ισχυρίστηκαν, τη σύμπραξη έξι αρχιτεκτόνων για διαμόρφωση ολοκληρωμένης πρότασης ως προς το είδος και τη φύση των έργων που είχε πρόθεση να εκτελέσει ο Δήμος στο κέντρο του παλαιού Στροβόλου που αφ΄ εαυτής απαιτούσε χρόνο και δαπάνη». Ουδεμία λοιπόν υπόθεση δικαιολογεί άλλη κατάληξη. Στην προκείμενη περίπτωση το διαφυγόν κέρδος των εναγόντων δεν συνιστά ζημιά εν τη εννοία του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Μάλιστα επιχειρώντας πλήρη διαλεύκανση του πράγματος, υποδεικνύω ότι τέτοια ζημιά δυνατό να θεωρούνταν τα ωρομίσθια που δαπανήθηκαν για ετοιμασία της προσφοράς, όπως ακριβώς στην υπόθεση Πήττα. Εν τούτοις εδώ τέτοια ζημιά δεν αξιώνεται. Προτού όμως ολοκληρώσω υποδεικνύω άλλη μια προβληματική πτυχή της αξίωσης. Ποτέ και σε καμιά υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποδόθηκε πλήρης αποζημίωση. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα αναφέρονται στο πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση της μειοψηφίας στην υπόθεση Νικόλα. Περιπλέον στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας, πιο πάνω, αναφέρθηκε πως∙ «Εις την έννοιαν της αποκαταστάσεως, ακόμη και υπό την δυναμικήν της μορφήν, δεν περιλαμβάνεται η ανόρθωσις της περιουσιακής ζημίας εκ της ακυρωθείσης πράξεως.» ..................... Υπεισέρχονται στην απάντηση του ερωτήματος οι πρόνοιες του Άρθρου 23.9 του Συντάγματος; Αν γίνει δεκτό ότι η εφεσίβλητη ζημιώθηκε, το θέμα δεν τελειώνει. Πρέπει να καθοριστεί η ζημία, η οποία είναι δίκαιο να της αποδοθεί. Το μέτρο της αποζημίωσης, που θέτει η παράγραφος 6 του Άρθρου 146, είναι «δικαία και εύλογος αποζημίωσις», έννοια συνυφασμένη με το δίκαιο του πράγματος στην ευρύτερή του διάσταση, ταυτισμένη με τη δικαιοσύνη. Όπως επισημαίνεται στη The Attorney-General of The Republic v. Andreas A. Markoullides and Another (ανωτέρω), το δίκαιο, αποτιμούμενο υπό το πρίσμα του συνόλου των περιστατικών της υπόθεσης, αποτελεί το επίμετρο των αποζημιώσεων. Λαμβάνονται υπόψη οι εκατέρωθεν θέσεις, η στάση των μερών και, προπάντων, η ουσιαστική απώλεια.» Αν χρειάζεται να επεξηγηθεί τούτο παραπέμπω στην υπόθεση Κεντρική Τράπεζα, πιο πάνω, όπου δεν αποδόθηκε το σύνολο των ημερομισθίων, αλλά μόνο μέρος τούτων. Περιπλέον, στην πρωτόδικη υπόθεση Savvas & Leonidas Motors Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα, αγωγή 3856/05, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 31.10.2008, υποδείχθηκε ότι∙ «Όμως κρίνω χρήσιμο να επισημάνω ακόμη μια παράμετρο η οποία θα αποτελούσε περαιτέρω εμπόδιο στην επιδίκαση αποζημιώσεων. Ακόμη κι αν γινόταν αποδεκτό ότι η ενάγουσα υπέστη στην ισχυριζόμενη ζημιά (ή διαφυγόν κέρδος) δεν θα νομιμοποιείτο σε ολική υλική αποκατάσταση αλλά στη δίκαιη και εύλογο αποζημίωση του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Κι αυτό αφού διαπιστωνόταν πρώτα το ύψος της υλικής ζημιάς, η οποία με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία είναι αδύνατο να υπολογισθεί». Συνεπώς, ούτε και αυτή η θέση των εναγόντων ευσταθεί, δηλαδή ότι δικαιούνται το σύνολο της ζημιάς που απέδειξαν, εν προκειμένω του διαφυγόντος κέρδους. Καταλήγω λοιπόν ότι για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται το διαφυγόν κέρδος που απέδειξαν, καθ΄ ότι δεν είναι άμεση επίπτωση της πράξης που ακυρώθηκε από το Διοικητικό δικαστήριο. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εις βάρος των εναγόντων. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή. Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Κ.Κ. Αναφορά: Τελική/Αποζημιώσεις 146.6 Subject:Final/Apozimiosis 146.6 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.