THEOSERVICES SECRETARIAL LIMITED ν. Διονύσιος Ξένος, Αρ. Αγωγής: 1037/10, 1038/10, 1039/10, 29/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A242 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1037/10 Μεταξύ: THEOSERVICES SECRETARIAL LIMITED, από τη Λεμεσό Ενάγουσας Και Διονύσιος Ξένος, από τη Λευκωσία Εναγομένου ------------ Αρ. Αγωγής: 1038/10 Μεταξύ: THEOSERVICES SECRETARIAL LIMITED, από τη Λεμεσό Ενάγουσας Και Διονύσιος Ξένος, από τη Λευκωσία Εναγομένου ------------ Αρ. Αγωγής: 1039/10 Μεταξύ: THEOSERVICES SECRETARIAL LIMITED, από τη Λεμεσό Ενάγουσας Και Διονύσιος Ξένος, από τη Λευκωσία Εναγομένου ------------ Ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου, 2017 Για τους Ενάγοντες: κα Ανδρονίκου Για τον Εναγόμενο: κκ Κ. Νικολαΐδης και N. Νικολαΐδης ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση που αφορά η παρούσα υποδιαιρείται σε τρία σκέλη, καθ΄ ένα εκ των οποίων παραπέμπει σε διαφορετική αγωγή. Οι δε τρεις αγωγές που συνθέτουν την αξίωση συνεκδικάστηκαν μετά από σχετικό διάταγμα ημερομηνίας 4.12.
- Η φύση της αξίωσης, ως τούτη αποκρυσταλλώνεται από τη δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων, συνίσταται σε προσφερθείσες υπηρεσίες. Τούτες οι υπηρεσίες αφορούν πώληση εταιρείας και συγκεκριμένα του τύπου που είναι ευρέως γνωστός ως «off the shelf company», δηλαδή ετοιμοπαράδοτη εταιρεία, ως επίσης συναφείς υπηρεσίες, δηλαδή ετήσιες υπηρεσίες εγγεγραμμένου γραφείου και αξιωματούχων, αλλά και διάφορες άλλες, ήτοι αλλαγή ονόματος και άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στα δικόγραφα αυτό είναι το πεδίο ενασχόλησης των εναγόντων. Περαιτέρω, αναφέρεται εκεί ότι οι ενάγοντες συμφώνησαν με τον εναγόμενο να του παραχωρήσουν το σύνολο των μετοχών τριών εγγεγραμμένων εταιρειών έναντι συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αμοιβής. Παρεμβάλλω εδώ ότι σύμφωνα με τα δικόγραφα η ημερομηνία που οι διάδικοι συμφώνησαν όσα πιο πάνω αναφέρονται, διαφέρει σε κάθε μια από τις τρείς αγωγές. Το ίδιο ισχύει και για αυτή την εταιρεία που πωλήθηκε, εφόσον κάθε συμφωνία αντιστοιχεί σε μια και διαφορετική εταιρεία και οι εν λόγω συμφωνίες συνομολογήθηκαν, σύμφωνα πάντα με τα δικόγραφα, σε διαφορετικές ημερομηνίες. Ποιες είναι οι εταιρείες, εν προκειμένω το όνομα κάθε μιας, το αρχικό αλλά και το μετέπειτα, καθώς και λοιπές τούτων πληροφορίες, αναφέρεται πιο κάτω. Περαιτέρω, είναι η θέση των εναγόντων ότι πέραν του μετοχικού κεφαλαίου έκαστης εταιρείας, ο εναγόμενος αγόρασε και πρόσθετες υπηρεσίες. Παρ΄ ότι διαφέρουν για κάθε εταιρεία, στο μεγαλύτερο μέρος τους συνίστανται σε αυτό που ενωρίτερα αναφέρθηκε, δηλαδή υπηρεσίες εγγεγραμμένου γραφείου και/ή αξιωματούχων. Οι δε τιμές που σύμφωνα με τη δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων συμφωνήθηκαν, επίσης διαφέρουν ανά περίπτωση. Και αυτό όμως το ζήτημα εξετάζεται πιο κάτω. Τέλος, είναι η θέση των εναγόντων πως καίτοι πρόσφεραν στον εναγόμενο τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες - διαφορετικές ανά περίπτωση, ο δε τελευταίος αποδέχτηκε την οφειλή του - διαφορετική για κάθε εταιρεία, εν τούτοις παρέλειψε να καταβάλει τα συμφωνηθέντα και ακολούθως οφειλόμενα ποσά. Στον αντίποδα η υπεράσπιση διατείνεται πως ο εναγόμενος δεν οφείλει οιονδήποτε ποσό. Είναι εν προκειμένω η θέση του εναγομένου ότι δεν είναι ο ίδιος που οφείλει το κόστος εγγραφής και λειτουργίας των τριών αυτών εταιρειών, αλλά τρίτο πρόσωπο ονόματι Έλενα Παπαδοπούλου. Μαζί, λέει ο εναγόμενος, επισκέφτηκαν τον Ανδρέα Θεοφίλου, δικηγόρο και αξιωματούχο των εναγόντων, ο οποίος μάλιστα τυγχάνει να είναι και συγγενής (πρώτος εξάδελφος) της Έλενας Παπαδοπούλου. Δέχεται η υπεράσπιση ότι στη συνάντηση που είχαν - διατείνεται πως τούτη η συνάντηση ήταν το Μάιο του 2008 και παρόντες ήταν ο Ανδρέας Θεοφίλου, η Έλενα Παπαδοπούλου και ο εναγόμενος - οι δυο τους ζήτησαν από τον Ανδρέα Θεοφίλου δυο και ακολούθως άλλη μια, έτοιμες εταιρείες. Συμφώνησαν τότε, ισχυρίζεται η υπεράσπιση, ότι το κόστος εγγραφής των εξόδων θα το κατέβαλε η Έλενα Παπαδοπούλου, πράγμα που έκανε. Διευκρινίζεται εδώ ότι σε σχέση με την αγωγή 1039/10, η πιο πάνω πτυχή της υπεράσπισης είναι διανθισμένη. Και εξηγώ∙ πέραν όσων πιο πάνω αναφέρονται, στην υπεράσπιση της αγωγής 1039/10 προστίθεται ότι το τέλος του 2008 ο εναγόμενος συμφώνησε με άλλο συνεργάτη του, ονόματι Δάσκο, για κοινή επιχειρηματική δράση στην Κύπρο. Σε αυτό το πλαίσιο τον Ιανουάριο του 2009 επισκέφθηκε [ο εναγόμενος] τον δικηγόρο [νοείται τον Θεοφίλου] και του ζήτησε να ιδρύσει και/ή εγγράψει μια νέα κυπριακή εταιρεία. Σε αυτό το πλαίσιο, διατείνεται η υπεράσπιση, ο εναγόμενος συμφώνησε με το δικηγόρο ότι όλα τα έξοδα ετοιμασίας της εν λόγω εταιρείας θα καταβάλλοντο από το κεφάλαιο τούτης, μετά την ίδρυσή της, όπως και έγινε. Πέραν των πιο πάνω σε κάθε μια από τις τρείς υπερασπίσεις ο εναγόμενος προτάσσει και διαζευκτική υπεράσπιση. Ισχυρίζεται εν προκειμένω πως η συμφωνία που τυχόν έγινε μεταξύ εναγομένου και εναγόντων και αφορά παροχή υπηρεσιών διευθυντή, γραμματέα και ίδρυση και διαχείριση τραπεζικών λογαριασμών, είναι εξυπαρχής άκυρη (void ab initio ) καθ΄ ότι εδράζεται σε παραπλάνηση και/ή ψευδή παράσταση στην οποία προέβη ο Θεοφίλου ως διευθυντής και/ή αντιπρόσωπος των εναγόντων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες παραπλάνησης και/ή ψευδών παραστάσεων στο δικόγραφο της υπεράσπισης, ο Ανδρέας Θεοφίλου είπε στον εναγόμενο ότι επειδή δεν ήταν Κύπριος δεν μπορούσε σύμφωνα με τον κυπριακό νόμο να διοριστεί διευθυντής ή γραμματέας της εταιρείας και επίσης, ότι για τον ίδιο λόγο το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας θα έπρεπε να ήταν το γραφείο του ιδίου, δηλαδή των εναγόντων. Ο εναγόμενος προσθέτει ότι ο Θεοφίλου προέβη σε τούτη την παραπλάνηση και/ή ψευδή παράσταση όταν το Μάϊο του 2008 τον επισκέφθηκε μαζί με την Έλενα Παπαδοπούλου και αφότου τον ενημέρωσαν ότι αποφάσισε [ο εναγόμενος] να μεταφέρει τις εργασίες και υπηρεσίες του στην Κύπρο και πως γι΄ αυτό το λόγο θα ενοικίαζε διαμέρισμα και γραφεία στη Λευκωσία. Μάλιστα, αναφέρει ο εναγόμενος, ζήτησε [νοείται από τον Θεοφίλου] να διοριστεί και ο ίδιος [δηλαδή ο εναγόμενος] διευθυντής και γραμματέας της υπό ίδρυση εταιρείας. Λόγω όμως της προμνησθείσας πληροφόρησης που έτυχε από τον Θεοφίλου, τον οποίο πίστεψε και εμπιστεύτηκε απόλυτα, βασίστηκε στις συμβουλές και/ή παραστάσεις τούτου, οι οποίες είχαν, υπό τις περιστάσεις, δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις, τόσο για τον ίδιο προσωπικά όσο και για την κάθε εταιρεία. Στη συνέχεια όμως, διατείνεται η υπεράσπιση, ο εναγόμενος αντιλήφθηκε και/ή πληροφορήθηκε την παραπλάνηση και τις ψευδείς παραστάσεις του Θεοφίλου που ως αποτέλεσμα είχαν τον διορισμό τρίτων ως αξιωματούχων, αλλά και την υπογραφή διαφόρων εγγράφων χωρίς να γνωρίζει τη σημασία τους. Περαιτέρω, η υπεράσπιση διατείνεται πως ο Θεοφίλου είχε υποσχεθεί στον εναγόμενο ότι θα ετοίμαζε γραπτή σύμβαση που θα περιλάμβανε τις προσφερόμενες προς την εταιρεία υπηρεσίες με τις αντίστοιχες χρεώσεις, την οποία θα υπέγραφε ο εναγόμενος και θα πλήρωνε η εταιρεία. Τέτοια όμως σύμβαση ουδέποτε ετοιμάστηκε και ουδέποτε λέχθηκε στον εναγόμενο ποια θα ήταν η σχετική χρέωση για κάθε εταιρεία. Τέλος, είναι η θέση της υπεράσπισης ότι αρχές Μαρτίου 2009 ο εναγόμενος πληροφορήθηκε και έλαβε γνώση της παραπλάνησης του Θεοφίλου και των εναγόντων και γι΄ αυτό απαίτησε, μάλιστα επανειλημμένα, να διοριστεί ο ίδιος διευθυντής και γραμματέας κάθε εταιρείας και να μεταφερθεί η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου στη Λευκωσία ή να του δοθεί ο φάκελος της εταιρείας για να το δώσει σε άλλο δικηγόρο. Εν τούτοις ο Θεοφίλου αρνήθηκε και περιπλέον μπλόκαρε τους λογαριασμούς της εταιρείας, δημιουργώντας πρόβλημα στην ομαλή λειτουργία της με αρνητικά για τον εναγόμενο και την εταιρεία αποτελέσματα. Δυνάμει όλων των πιο πάνω ο εναγόμενος ανταπαιτεί έκδοση διαταγμάτων ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται να αξιώνουν οιονδήποτε ποσό, εφόσον ουδέποτε συμβλήθηκαν με τον εναγόμενο και/ή λόγω παράνομης και/ή αδικαιολόγητης συμπεριφοράς∙ και ότι η συμφωνία είναι άκυρη από την αρχή (void ab initio) λόγω παραπλάνησης και/ή ψευδών παραστάσεων από τον Θεοφίλου. Τέλος, ζητείται και διάταγμα εξαναγκασμού των εναγόντων για παράδοση του φακέλου της εταιρείας στον εναγόμενο. Στην απάντησή τους οι ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης περί παραπλάνησης και ψευδών παραστάσεων ή ότι μπλόκαραν τους λογαριασμούς της εταιρείας. Δέχονται όμως οι ενάγοντες ότι η Έλενα Παπαδοπούλου πλήρωσε τα έξοδα εγγραφής των δυο πρώτων εταιρειών. Εν τούτοις προσθέτουν ότι αυτό έγινε το 2009, συγκεκριμένα την 29.5.2009 και αφότου προηγήθηκε η έκδοση ακάλυπτης επιταγής από τον εναγόμενο. Γι΄ αυτή δε την επιταγή, προσθέτουν, το όνομα του εναγόμενου τοποθετήθηκε στο ΚΑΠ. Για να αφαιρεθεί από τον εν λόγω κατάλογο προϋπόθεση ήταν η εξόφληση της ακάλυπτης επιταγής, πράγμα που έγινε ένα ολόκληρο χρόνο μετά τη συνάντηση στα γραφεία των εναγόντων. Εν τούτοις είναι η θέση των εναγόντων ότι η εξόφληση της επιταγής από την Έλενα Παπαδοπούλου δεν ακύρωσε ούτε τροποποίησε τη συμφωνία με τον εναγόμενο. Τέλος, οι ενάγοντες αρνούνται ότι παραπληροφόρησαν τον εναγόμενο. Προς τούτο αναφέρουν ότι την 14.3.2008 απέστειλαν σε συνεργάτη του εναγομένου, μετά από οδηγίες του τελευταίου, έντυπο εννέα σελίδων στο οποίο επεξηγούσαν όλες τις επιλογές σχετικά με τη μορφή κυπριακών εταιρειών. Εν πάση περιπτώσει, αρνούνται ότι ο Θεοφίλου ανέφερε στον εναγόμενο όσα ο τελευταίος ισχυρίζεται. Τονίζουν δε ότι οι χρεώσεις των εταιρειών συμφωνήθηκαν το Μάϊο 2008 και συμπεριλήφθηκαν στα πρακτικά της πρώτης γενικής συνέλευσης κάθε εταιρείας, τα οποία παραδόθηκαν στον εναγόμενο αλλά ουδέποτε τα επέστρεψε υπογραμμένα. Τώρα, ο αριθμός των μαρτύρων που παρήλασαν από το δικαστήριο δεν είναι μεγάλος. Τρείς είναι όλοι και όλοι οι μάρτυρες. Δύο μάρτυρες κάλεσαν οι ενάγοντες και ένα η υπεράσπιση. Για τους ενάγοντες κλήθηκε ο δικηγόρος Ανδρέας Θεοφίλου και η τότε γραμματέας στο γραφείο των εναγόντων, Γιάννα Μαυρομουστάκη. Από την άλλη για την υπεράσπιση μαρτυρία έδωσε ο εναγόμενος. Σημειώνεται εν τούτοις ότι αμφότερες οι πλευρές προέβησαν σε πολυεπίπεδη, εξονυχιστική και σχεδόν εξουθενωτική αντεξέταση. Αυτό μάλιστα είναι ό,τι επέτεινε την ακροαματική διαδικασία και πολλαπλασίασε τα πρακτικά τούτης. Προτού προχωρήσω σε σύνοψη της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, είμαι της γνώμης ότι προέχει η διαπίστωση όσων γεγονότων δεν αμφισβητούνται. Προσφέρεται τέτοια διαδικασία εφόσον τα δικόγραφα και η προσκομισθείσα μαρτυρία αποκαλύπτουν ότι μέρος των γεγονότων είναι αδιαμφισβήτητο. Αποτελεί λοιπόν κοινό τόπο ότι οι εταιρείες που απασχόλησαν τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου είναι τρείς. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για κάθε αγωγή - παρενθετικά αναφέρω ότι οι δύο πρώτες εταιρείες οι οποίες αφορούν τις αγωγές 1037 και 1038, αποτέλεσαν αντικείμενο αγοραπωλησίας το έτος 2008, ενώ η τρίτη εταιρεία η οποία αφορά την αγωγή 1039, το έτος 2009 - κάθε μια από τις τρείς εταιρείες είχε διαφορετικό όνομα από ότι στη συνέχεια. Η εταιρεία που αφορά η αγωγή 1037 συστάθηκε την 31.12.2007 με το όνομα Chimco Ltd, ενώ μετά την πώληση της μετανομάστηκε σε Brainworks Ltd (στη συνέχεια η Brainworks). Η αλλαγή του ονόματος επιτεύχθηκε την 10.9.
- Το τεκμήριο 1 είναι το έντυπο που εκδίδει ο έφορος εταιρειών μετά από έρευνα και αποκαλύπτει κάθε σχετική πληροφορία. Σε αυτό το σημείο δράττομαι της ευκαιρίας να υποδείξω ότι ανάλογο έντυπο για κάθε μια από τις άλλες δυο εταιρείες, είναι τα τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα. Επόμενη εταιρεία είναι εκείνη που αφορά η αγωγή
- Και αυτή η εταιρεία συστάθηκε την 31.12.2007 και το όνομα που έλαβε ήταν Igeltsat Ltd. Εν τούτοις, μετά που οι ενάγοντες πώλησαν την εταιρεία αυτή μετανομάστηκε σε M.E.D. Ehealthcy Ltd (στη συνέχεια Ehealthcy). Η αλλαγή ονόματος έλαβε χώρα την 19.12.
- Όπως προανέφερα το ιστορικό της εταιρείας αυτής καταγράφεται στο τεκμήριο
- Τελευταία εταιρεία που απασχολεί είναι αυτή που συναρτάται με το αντικείμενο της αγωγής
- Η εν λόγω εταιρεία συστάθηκε την 29.5.2008 και τότε ονομαζόταν Satreno Ltd. Μετά όμως την πώληση τούτης από τους ενάγοντες μετανομάστηκε σε Q-Training (Cyprus) Ltd. Η αλλαγή ονόματος διενεργήθηκε την 10.2.
- Όπως αποκαλύπτεται στο τεκμήριο 3, δηλαδή το σχετικό έντυπο του εφόρου εταιρειών, η εταιρεία άλλαξε το όνομα της άλλες τρεις φορές και σήμερα ονομάζεται GIS Global Phone Services Ltd. Εν τούτοις κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι διάδικοι γνώριζαν και καλούσαν την εν λόγω εταιρεία με το όνομα Q-Training, ως εκ τούτου αυτό είναι το όνομα που θα χρησιμοποιείται και στη συνέχεια. Προσθέτω εδώ, ενδεχομένως εκ του περισσού εφόσον έχει νομολογηθεί ότι η υπόσταση διαδίκου δεν μπορεί να απασχολεί την ουσία της διαδικασίας (βλ. Ρέα Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτωμένων Τους, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολ. Εφ. 168/2010, ημερομηνίας 24.2.2016), ότι αναμφισβήτητο είναι πως οι ενάγοντες συνιστούν εταιρεία που ασχολείται με συναφείς της υπόθεσης εργασίες, δηλαδή σύσταση, πώληση και διεύθυνση ετοιμοπαράδοτων εταιρειών. Άλλωστε τα τεκμήρια 4,5 και 6, δηλαδή πιστοποιητικό σύστασης, έντυπο έρευνας εφόρου εταιρειών - ανάλογο με τα τεκμήρια 1,2 και 3 - και ιδρυτικό και καταστατικό έγγραφο, επιβεβαιώνουν το πιο πάνω συμπέρασμα και περιπλέον, δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν παραδεχτά και αναμφισβήτητα γεγονότα. Συνεπώς υιοθετούνται από το δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα τούτου. Ας δούμε τώρα εκείνο που ανέφεραν οι μάρτυρες. Προτού όμως προβώ σε τούτη τη διεργασία κρίνω σκόπιμο να επεξηγήσω τον τρόπο παράθεσης της σύνοψης που ακολουθεί. Η σύνοψη λοιπόν δεν θα διενεργηθεί αυτοτελώς και μονολιθικά για κάθε μάρτυρα. Και εξηγώ∙ καίτοι η σύνοψη αρχίζει με τη μαρτυρία του Θεοφίλου, εκεί όπου η υπεράσπιση πρόταξε αντίθετη θέση ευθύς θα παρατίθεται τούτη παρεμβάλλοντας στη σύνοψη μαρτυρίας του πρώτου μάρτυρα, ώστε να εξυπηρετηθεί η ανάλυση όλων όσων στο τέλος της ημέρας κατέστησαν επίδικα. Καθίσταται λοιπόν αντιληπτό ότι η σύνοψη θα διενεργηθεί ενιαία και για τους τρεις μάρτυρες, με στόχο να αναδειχθεί εκείνο που απασχόλησε και να αποφευχθεί περιττή μαρτυρία. Ο Θεοφίλου παρουσίασε στο δικαστήριο αριθμό τεκμηρίων. Τούτα είναι τα τεκμήρια 1 μέχρι και 45, χωρίς όμως να παραγνωρίζεται ότι το τεκμήριο 44 του υποδείχθηκε κατά την αντεξέταση και κατατέθηκε μετά που το αναγνώρισε. Επί της ουσίας του πράγματος ο μάρτυρας τοποθετεί τη γνωριμία του με τον εναγόμενο τον Ιανουάριο του
- Προσθέτει δε ότι τότε ήταν που επικοινώνησε μαζί του η Έλενα Παπαδοπούλου, η οποία είναι ξαδέλφη του και του ανέφερε πως θα ερχόταν στην Κύπρο από την Ελλάδα μαζί με κάποιους συνεργάτες της, και ότι επιθυμούσαν να τον συναντήσουν. Ούτω και έγινε, ανέφερε ο Θεοφίλου, ενώ πρόσθεσε ότι την πρώτη φορά συναντήθηκαν στην οικία της αδελφής του, ονόματι Μαρία Οικονομίδου, η οποία μάλιστα τους δεξιώθηκε. Ακολούθως είχε συνάντηση με τον εναγόμενο ο οποίος εξέφρασε την επιθυμία να συστήσει δυο εταιρείες. Μεγάλο μέρος των τεκμηρίων που παρουσίασε ο Θεοφίλου δεν είναι τίποτα άλλο από ηλεκτρονική αλληλογραφία που είχε, ως διατείνεται, με τον εναγόμενο και σκοπούν σε απόδειξη του χρόνου γνωριμίας των δύο και έναρξης της συνεργασίας τους αφενός, αλλά και σε εκείνο που συμφωνήθηκε, αφετέρου. Ημερομηνία ορόσημο, σύμφωνα με τον Θεοφίλου, είναι ο Μάϊος 2008 εφόσον τότε ήταν που συναντήθηκε με τον εναγόμενο στο γραφείο του και ολοκληρώθηκε η αγορά των δυο πρώτων εταιρειών. Τούτες οι εταιρείες ήταν η Brainworks και η Ehealthcy. Ανέφερε όμως ότι από την αρχή της γνωριμίας του με τον εναγόμενο, δηλαδή τον Ιανουάριο του 2008, εξουσιοδότησε τον τελευταίο να παρουσιάζεται ως ομιλών εκ μέρους των εν λόγω εταιρειών. Προς υποστήριξη τούτου υπέδειξε το τεκμήριο 22, το οποίο φέρεται να είναι πληρεξούσιο ημερομηνίας 28.1.2008, πιστοποιημένο από πιστοποιούντα υπάλληλο, το οποίο χορήγησε στον εναγόμενο η εταιρεία Igeltsat, δηλαδή η εταιρεία που ακολούθως ονομάστηκε Ehealthcy. Αυτό σε συνδιασμό με το περιεχόμενο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας αποδεικνύει, σύμφωνα με τον Θεοφίλου, το πότε άρχισε η συνεργασία των διαδίκων. Παρεμβάλλω εδώ ότι η υπεράσπιση αρνείται τούτη τη θέση και διατείνεται πως η πρώτη συνάντηση των Θεοφίλου και Ξένου, έλαβε χώρα την 18 Μαΐου 2008 και ήταν στην οικία της αδελφής του Θεοφίλου, η οποία τους δεξιώθηκε. Ακολούθως την 20.5.2008 ο εναγόμενος είχε συνάντηση με τον Θεοφίλου στο γραφείο του. Περαιτέρω, ο εναγόμενος υποστήριξε ότι ακόμη και αυτή την Έλενα Παπαδοπούλου συνάντησε για πρώτη φορά στο αεροδρόμιο της Αθήνας, δηλαδή καθ΄ οδόν για Κύπρο, την 18 Μαΐου
- Αδύνατο ήταν για τον ίδιο να φύγει από την Ελλάδα πριν τον Μάϊο, υποστήριξε ο εναγόμενος, εφόσον εργαζόταν και η εργασία του δεν του επέτρεπε να διακόψει. Προς υποστήριξη τούτης της θέσης προσκόμισε τα τεκμήρια 46, 47 και
- Το δε πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 28.1.2008 (τεκμήριο 22), το χαρακτήρισε χαλκευμένο και εκ των υστέρων γενόμενο. Ανέφερε επίσης ότι η μοναδική φορά που ζήτησε από τον δικηγόρο πληρεξούσιο έγγραφο, ήταν το Νοέμβριο του 2008 όταν θα ενοικίαζε υποστατικά στο όνομα της Igeltsat. Το δε πληρεξούσιο στάληκε με τηλεομοιότυπο στο κτηματομεσιτικό γραφείο και εκεί το είδε για πρώτη φορά. Τούτο το πληρεξούσιο, λέει ο εναγόμενος, είναι το τεκμήριο
- Επανέρχομαι όμως στη μαρτυρία του Θεοφίλου για να υποδείξω ότι ο τελευταίος θέλει τα μέρη να συμφωνούν το Μάιο του 2008, τόσο τα έξοδα σύστασης και εγγραφής των δύο εταιρειών - μέχρι τότε ήταν μόνο η Brainworks και η Ehealthcy - όσο και τα λειτουργικά/διαχειριστικά έξοδα που θα ακολουθούσαν. Ρητά συμφωνήθηκε, υποστήριξε ο Θεοφίλου, ότι τούτα τα έξοδα ανάλαβε να πληρώσει ο Ξένος. Αυτό γιατί είναι πολιτική των εναγόντων, πρόσθεσε ο Θεοφίλου, ώστε να εξασφαλίζουν το λαβείν τους. Ανέφερε δε ότι για να εξασφαλιστούν οι ενάγοντες, η προφορική συμφωνία των διαδίκων τέθηκε και γραπτώς. Σύμφωνα με το Θεοφίλου τούτη η συμφωνία ενσωματώθηκε στα τεκμήρια 23, 24 και 25, δηλαδή τα έντυπα που παρουσιάζονται ως πρακτικά κοινής συνεδρίας των μετόχων. Βεβαίως το τεκμήριο 23, το οποίο φαίνεται να αφορά την εταιρεία Q-Training η οποία συστάθηκε και αγοράστηκε σε δεύτερο χρόνο, δόθηκε αργότερα και όχι την ίδια ημέρα, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του Θεοφίλου. Συμφωνήθηκε τότε [το Μάϊο του 2008], υποστήριξε ο Θεοφίλου, ότι ο Ξένος ήταν εκείνος που θα αναλάμβανε να καταβάλει τα πιο πάνω έξοδα. Εν τούτοις αν και οι ενάγοντες έδωσαν τα έντυπα στον εναγόμενο, ο τελευταίος παρ΄ ότι συμφώνησε με όσα διεμείφθησαν, ουδέποτε επέστρεψε τα έγγραφα υπογραμμένα. Παρεμβάλλω και πάλι δια να συνοψίσω την αντίθετη περί τούτου θέση της υπεράσπισης. Ο εναγόμενος δέχεται τη συνάντηση 20.5.2008 στο γραφείο του Θεοφίλου. Εν τούτοις υποστηρίζει ότι κατ΄ εκείνο το χρόνο συνοδεύετο από την Έλενα Παπαδοπούλου. Μάλιστα διατείνεται πως εκεί στο γραφείο του Θεοφίλου η Παπαδοπούλου ανέφερε στο δικηγόρο ότι εκείνη είναι που θα κατέβαλλε το σύνολο των εξόδων των δύο εταιρειών. Αυτό άλλωστε έπραξε και στη συνέχεια, υποστηρίζει ο εναγόμενος και περί τούτου παραπέμπει στο τεκμήριο 31 που κατέθεσε ο Θεοφίλου, δηλαδή πιστωτική σημείωση που θέλει την Έλενα Παπαδοπούλου να εξοφλά το ποσό των €5.000 που ζητούσαν οι ενάγοντες. Αυτή εν προκειμένω είναι και η βασική θέση της υπεράσπισης, δηλαδή πως ο εναγόμενος ουδεμία υποχρέωση ανέλαβε έναντι των εναγόντων και αυτό λόγω του ότι καμία συμφωνία, προφορική ή γραπτή, συνομολόγησε με τον Θεοφίλου ως εκπρόσωπο των εναγόντων. Περιπλέον, ο εναγόμενος διατείνεται πως ουδέποτε του δόθηκαν τα τεκμήρια 23, 24 και 25 - δηλαδή πρακτικά κοινής συνεδρίας μετόχων στα οποία ενσωματώθηκε, σύμφωνα με τον Θεοφίλου, η συμφωνία των μερών - και αυτό γιατί ουδέποτε συμφώνησε να καταβάλει στους ενάγοντες οιονδήποτε ποσό. Επανερχόμενος στη μαρτυρία του Θεοφίλου υποδεικνύεται ότι ο τελευταίος δέχθηκε πως η Έλενα Παπαδοπούλου κατέβαλε το ποσό των €5.000, που αντιστοιχεί στα έξοδα σύστασης των εταιρειών Brainworks και Ehealthcy, δηλαδή ως φαίνεται στο τεκμήριο
- Παρόλα ταύτα ήταν η θέση του Θεοφίλου πως η καταβολή του ποσού από την Έλενα Παπαδοπούλου έγινε εξ΄ ανάγκης και όχι κατόπιν συμφωνίας ή ως αντικατάσταση της συμφωνίας με τον Ξένο και αυτό μετά που ο εναγόμενος έδωσε στους ενάγοντες ακάλυπτη επιταγή. Τούτη η επιταγή - δηλαδή η ακάλυπτη - είναι το τεκμήριο 26 και είναι ημερομηνίας 3.12.
- Επεξήγησε ο Θεοφίλου ότι η επιταγή εκδόθηκε από την Igeltsat, δηλαδή την Ehealthcy όπως μετονομάστηκε στη συνέχεια, και υπογραφέας τούτης είναι ο εναγόμενος. Παρέπεμψε δε σε σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία, εν προκειμένω το τεκμήριο 27, που είχε με τον εναγόμενο, όπου τον πληροφορούσε ότι θα προχωρούσε σε κατάθεση της επιταγής. Ήταν η θέση του Θεοφίλου πως η επιταγή κατατέθηκε τρεις φορές και άλλες τόσες επιστράφηκε ατίμητη και γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο την τελευταία φορά το όνομα τόσο του Θεοφίλου, ως διευθυντή της εταιρείας, όσο και του Ξένου, του τελευταίου ως υπογραφέα των επιταγών της εταιρείας, τέθηκε στο ΚΑΠ και συνεπώς τους απαγορεύτηκε κάθε περαιτέρω συναλλαγή μέσω επιταγών. Παρέπεμψε δε στο τεκμήριο 28, δηλαδή επιστολή που έστειλε στην Τράπεζα Κύπρου, για να υποστηρίξει ότι το περιεχόμενο της επιστολής αυτής ήταν μετά από συμβουλές που έλαβε από ψηλά κλιμάκια της τράπεζας. Επιπλέον ο Θεοφίλου ανέφερε ότι για να επιτύχει αφαίρεση του ονόματος του από τον κατάλογο ΚΑΠ, αναγκάστηκε να πει ψέματα στην τράπεζα σε σχέση με τον τρόπο αλλά και τον λόγο κατάθεσης της ακάλυπτης επιταγής (τεκμήριο 26). Περαιτέρω, υποστήριξε ότι γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο στη συνέχεια παραιτήθηκε από διευθυντής της εταιρείας, δηλαδή της Igeltsat που μετονομάστηκε σε Ehealthcy, με αναδρομική μάλιστα ισχύ, δηλαδή από 11.3.2008 και τότε ήταν που κατέστησε διευθυντή της εν λόγω εταιρείας τον εναγόμενο. Και επί τούτου αντίθετη ήταν η θέση του εναγομένου που υποστήριξε πως η επιταγή τεκμήριο 26 δόθηκε στον Θεοφίλου ως εγγύηση και όχι για να κατατεθεί. Και η υπεράσπιση επικαλέστηκε την επιστολή του Θεοφίλου προς την Τράπεζα Κύπρου [τεκμήριο 28], ώστε να υποδείξει πως ο Θεοφίλου αναφέρει εκεί ότι οι οδηγίες που δόθησαν στον ίδιο από τον εναγόμενο, ήταν να κρατήσει την επιταγή αναμένοντας έμβασμα στο σχετικό λογαριασμό, πράγμα που εν τέλει ο Θεοφίλου δεν έπραξε και έτρεξε να καταθέσει την επιταγή. Αυτή μάλιστα η ενέργεια του Θεοφίλου, υποστήριξε ο εναγόμενος, ήταν ό,τι είχε δυσμενείς συνέπειες τόσο για τον ίδιο προσωπικά όσο και για την εταιρεία, εφόσον και οι δύο συμπεριλήφθηκαν στον κατάλογο ΚΑΠ και αποκλείστηκαν από περαιτέρω συναλλαγές. Προς υποστήριξη τούτου παρουσίασε τα τεκμήρια 51 και 52, δηλαδή επιστολές της τράπεζας που τον πληροφορούν ότι το όνομά του και της εταιρείας καταχωρίστηκε στο ΚΑΠ. Για ό,τι αφορά το έμβασμα που αναμένετο να κατατεθεί στο λογαριασμό της εταιρείας, ο εναγόμενος παρέπεμψε στο τεκμήριο 30, δηλαδή αντίγραφο επιταγής για ποσό €300.000 που φαίνεται να εξέδωσε η Έλενα Παπαδοπούλου προς όφελος της Igeltsat, δηλαδή της Ehealthcy. Σε αυτή τη βάση ο εναγόμενος υποστήριξε ότι η Έλενα Παπαδοπούλου είναι εκείνη που θα εξοφλούσε τα όποια έξοδα, πράγμα που έκανε την 29.5.2009 (βλ. τεκμήριο 31), καθώς ότι η επιταγή της εταιρείας (τεκμήριο 26) δόθηκε ως εγγύηση και αυτό γιατί το απαίτησε ο Θεοφίλου και όχι για να κατατεθεί και να εξοφλήσει οιονδήποτε ποσό. Σύμφωνα με τον Θεοφίλου ανάλογη ήταν η διαδικασία που ακολουθήθηκε και για την τρίτη εταιρεία δηλαδή την Q - Training. Περί τις αρχές Ιανουαρίου 2009, ανέφερε ο Θεοφίλου, ο εναγόμενος του ζήτησε και τρίτη εταιρεία και οι δύο πλευρές και πάλι συμφώνησαν ότι τα έξοδα σύστασης και διαχείρισης τούτης θα τα αναλάμβανε ο Ξένος. Κατά τον ίδιο τρόπο εκδόθηκε το τεκμήριο 23, δηλαδή το πρακτικό της κοινής συνεδρίας των μετόχων, το οποίο όμως ο εναγόμενος ουδέποτε υπέγραψε και αυτό παρ΄ ότι συμφώνησε να καταβάλει τα έξοδα. Στον αντίποδα ο εναγόμενος δέχθηκε ότι σε αυτή την περίπτωση ζήτησε την σύσταση νέας εταιρείας και πως η Παπαδοπούλου Έλενα δεν είχε σχέση. Εν τούτοις υποστήριξε πως η συμφωνία του με τον Θεοφίλου, ως αντιπρόσωπο των εναγόντων, ήταν πως τα έξοδα τούτης της εταιρείας θα καταβάλλοντο από την ίδια την εταιρεία μετά τη σύστασή της. Υποστήριξε μάλιστα πως σε αυτή την εταιρεία θα είχε συνεργάτη κάποιο τρίτο πρόσωπο ονόματι Δάσκο. Αυτός μάλιστα ο Δάσκος, ανέφερε ο εναγόμενος, ήταν και το πρόσωπο που στη συνέχεια κατέβαλε τα έξοδα σύστασης της εν λόγω εταιρείας. Ο Θεοφίλου ανέφερε περαιτέρω ότι ακόμα και μετά την τοποθέτηση του ονόματος των δύο - Θεοφίλου και Ξένου - στο ΚΑΠ και παρ΄ ότι οι σχέσεις των δυο άρχισαν να ψυχραίνονται, εν τούτοις είχαν συνάντηση στο γραφείο του, όπου συζήτησαν το σύνολο των εξόδων και επαναπροσδιόρισαν τούτο με μειωμένα ποσά. Ο Θεοφίλου υποστήριξε ότι αυτή η συνάντηση που είχε με τον Ξένο έλαβε χώρα την 3.4.
- Τα δε ποσά που συμφωνήθηκαν, υποστήριξε ο Θεοφίλου, είναι αυτά που αναφέρει στη γραπτή δήλωσή του (βλ. έγγραφο Α, σελ. 14 και 15). Αυτός είναι και ο λόγος που οι ενάγοντες προέβησαν σε περιορισμό της αξίωσής τους. Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι αμέσως μετά τη συνάντηση του με τον Ξένο ζήτησε από τη γραμματέα του γραφείου του, ονόματι Γιάννα Μαυρομουστάκη, να τον υπενθυμίσει περί τον Ιούλιο του 2009, εφόσον είχε συμφωνήσει με τον Ξένο ότι μέχρι τότε θα κατέβαλε τα εν λόγω ποσά και γι΄ αυτό ήθελε να διαπιστώσει κατά πόσο ο τελευταίος συμμορφώθηκε, διαφορετικά να διακόψουν κάθε συνεργασία. Αυτή εν προκειμένω ήταν και η ουσία της μαρτυρίας της Γιάννας Μαυρομουστάκη (βλ. έγγραφο Β). Η μάρτυρας ανέφερε ότι την 3.4.2009 μετέβη στο γραφείο τους ο Ξένος, ο οποίος είχε συνάντηση με τον Θεοφίλου. Η ίδια δεν γνωρίζει το περιεχόμενο της συζήτησης τούτων. Εν τούτοις όταν τελείωσε η συνάντηση ο Θεοφίλου της υπέδειξε δική του χειρόγραφη σημείωση που αναφέρονταν κάποια ποσά, για τα οποία της είπε ότι είναι η αμοιβή των εναγόντων για παροχή υπηρεσιών διευθυντή, μετόχου, γραμματέα εγγεγραμμένου γραφείου και διαχείρισης τραπεζικών λογαριασμών στις τρείς εταιρείες του Ξένου. Της τόνισε τότε, ανέφερε η μάρτυρας, ότι αν αυτά τα ποσά δεν διευθετούνταν μέχρι τέλος Ιουλίου 2009, θα διέκοπταν τη συνεργασία τους με τον Ξένο. Επιπλέον, ο Θεοφίλου της ζήτησε να φυλάξει τη δική του χειρόγραφη σημείωση και να τον ενημερώσει κατά πόσο πληρώθηκε το ποσό. Τότε, υποστήριξε η μάρτυρας, έλαβε χειρόγραφη σημείωση στην οποία κατέγραψε τα πιο πάνω και την τοποθέτησε στο φάκελο μίας από τις τρείς εταιρείες του Ξένου. Τούτη η σημείωση της μάρτυρος είναι το τεκμήριο
- Και επί τούτου αντίθετη ήταν η άποψη του Ξένου. Εν πρώτοις υποστήριξε ότι μετά την 16.3.2009 που το όνομα του τοποθετήθηκε στο ΚΑΠ, η σχέση του με τον Θεοφίλου είχε χαλάσει, εφόσον ο τελευταίος είχε υποσχεθεί ότι δεν θα εξαργύρωνε την επιταγή και όμως στη συνέχεια για να τον εκδικηθεί την κατέθεσε. Άλλωστε, ανέφερε ο Ξένος, γιατί χρειαζόταν να μεταβεί στη Λεμεσό για να συμφωνήσει ότι θα εξοφλούσε το οφειλόμενο ποσό μέχρι τέλος Ιουλίου και όχι απλώς να τηλεφωνήσει του δικηγόρου. Εν πάση όμως περιπτώσει, η βασική θέση του Ξένου είναι πως στις 3.4.2009 αδύνατο ήταν να βρίσκεται στη Λεμεσό εφόσον η ώρα 10.54 έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα σε συνεργάτιδά του (βλ. τεκμήριο 53), ενώ η ώρα 16.30 είχε συνάντηση στο γραφείο του που είχε προγραμματιστεί από την 2.4.
- Προς υποστήριξη αυτού του τελευταίου παρουσίασε άλλο ένα ηλεκτρονικό μήνυμα (βλ. τεκμήριο 54), ώστε να πείσει για το προγραμματισμένο της συνάντησης που επικαλέστηκε. Σε αυτό μάλιστα το πλαίσιο ανέφερε ότι δεν οδηγά ο ίδιος και συνεπώς θα χρειαζόταν τουλάχιστον 1 ½ ώρα για να πάει στη Λεμεσό με τη γραμμή και άλλη τόσο για να επιστρέψει και όλα αυτά για να δείξει ότι δεν θα προλάβαινε να επιστρέψει στην προγραμματισμένη συνάντηση που είχε στο γραφείο του. Πέραν των πιο πάνω ο Ξένος αναφέρθηκε και στην πρώτη, σύμφωνα με τον ίδιο, συνάντηση που είχε με το δικηγόρο. Αναφέρθηκε ήδη ότι ο Ξένος διατείνεται πως η πρώτη συνάντηση των δυο έλαβε χώρα την 20.5.
- Παρούσα στη συνάντηση ήταν και η Έλενα Παπαδοπούλου. Μάλιστα τότε ήταν που συμφώνησαν ότι τα έξοδα των εταιρειών θα κατέβαλλε η Έλενα Παπαδοπούλου, όπως και έπραξε την 29.5.2009 (βλ. τεκμήριο 31). Εν τούτοις, ανέφερε ο εναγόμενος, κάτ΄ εκείνο το χρόνο ο Θεοφίλου δεν τους ανέφερε το κόστος ίδρυσης των εταιρειών, όπως ούτε το κόστος οποιωνδήποτε άλλων υπηρεσιών. Προσθέτει όμως ότι σε εκείνη τη συνάντηση ο Θεοφίλου τους ανέφερε πως ο Ξένος δεν μπορούσε να διοριστεί διευθυντής και γραμματέας των εταιρειών, καθ΄ ότι σύμφωνα με το νόμο δεν επιτρέπεται κάτι τέτοιο σε μη κύπριο. Μάλιστα, υποστήριξε ο εναγόμενος, γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο τους είπε ότι θα αναλάμβανε να διορίσει δικά του πρόσωπα ως αξιωματούχους. Αξίζει να υποδειχθεί ότι ο εναγόμενος υποστήριξε τη θέση παραπλάνησης και ψευδών παραστάσεων με αναφορά σε ένα τεκμήριο που παρουσίασε ο Θεοφίλου. Τούτο είναι το τεκμήριο 17 και πρόκειται για επιστολή που ο Θεοφίλου έστειλε σε κάποιον Σαμόλη. Η επιστολή συνοδεύεται από εννιασέλιδο σημείωμα που πληροφορεί τον παραλήπτη για το νομικό πλαίσιο σε σχέση με την ίδρυση κυπριακής εταιρείας. Στην 7η σελίδα του σημειώματος και κάτω από τον τίτλο «Secretarial Services» αναφέρεται ότι∙ «A company MUST have Cypriot Secretary and a registered office in Cyprus. We offer these services ». Από την άλλη ο Θεοφίλου αρνείται ότι ανάφερε κάτι τέτοιο στον Ξένο και διατείνεται πως ο τελευταίος είχε κάθε ευχέρεια να αλλάξει τους αξιωματούχους και το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας όποτε επιθυμούσε. Αποδίδει τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 17 σε σφάλμα και υποδεικνύει ότι σε δεύτερο χρόνο και μάλιστα μετά την αποστολή του τεκμηρίου 17, ο εναγόμενος του ζήτησε να στείλει ανάλογη επιστολή σε άλλο συνεργάτη του, εν προκειμένω το Δάσκο και έτσι έστειλε το τεκμήριο
- Εκεί δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, λέει ο Θεοφίλου, γεγονός που αποκαλύπτει ότι η σχετική αναφορά στο τεκμήριο 17 οφείλεται σε παραδρομή. Εν πάση περιπτώσει, ανέφερε ο Θεοφίλου, ο εναγόμενος δεν επιθυμούσε και δεν ζήτησε οτιδήποτε άλλο από εκείνο που εν τέλει έπραξαν. Δεν ήθελε, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, να φαίνεται ως αξιωματούχος των εταιρειών, καθ΄ ότι θα εμφανιζόταν ως συνεργάτης τούτων. Αυτός είναι ο λόγος, ανέφερε ο Θεοφίλου, που ο εναγόμενος δεν ορίστηκε αξιωματούχος των εταιρειών από την αρχή και όχι γιατί τον παραπλάνησε ο ίδιος. Τα πιο πάνω αποδίδουν όλα όσα αποτέλεσαν αντικείμενο διερεύνησης κατά την ακροαματική διαδικασία. Τώρα αν ορθά αντιλαμβάνομαι τις θέσεις των δυο πλευρών, τα ζητήματα που ακολουθούν αναγάγονται σε επίδικα και είναι όσα το δικαστήριο καλείται να απαντήσει. Προέχει λοιπόν να αποφασιστεί ο χρόνος γνωριμίας των μερών, εφόσον αυτός συναρτάται με τη συνεργασία που ακολούθησε και δή τους όρους και τις λεπτομέρειες τούτης. Η δε έναρξη της συνεργασίας των μερών επιβάλλεται να προσδιοριστεί, εφόσον η πλευρά των εναγόντων τη συνδέει με τα πρακτικά της συνεδρίας των εταιρειών Brainworks και Ehealthcy (τεκμήρια 23 και 24), ενώ η υπεράσπιση θέλει τούτα να είναι χαλκευμένα. Περιπλέον, χρειάζεται το δικαστήριο να εξακριβώσει τι ακριβώς διημείφθη στη συνάντηση που συνομολογήθηκε η συνεργασία των διαδίκων - υποδεικνύω ότι οι δυο πλευρές δέχονται ότι έγινε τέτοια συνάντηση, απλώς διαφωνούν στο χρόνο και το περιεχόμενο της - με στόχευση βεβαίως την εξακρίβωση του ερωτήματος∙ ποιος ανέλαβε να πληρώσει τα έξοδα των εταιρειών, ο Ξένος ή η Έλενα Παπαδοπούλου. Από την άλλη, σύμφωνα με τον εναγόμενο, σε αυτή τη συνάντηση είναι που ο Θεοφίλου τον παραπλάνησε και ως εκ τούτου και αυτό χρήζει διερεύνησης. Ακολούθως η προσοχή στρέφεται στην ημερομηνία 3.4.2009 και τον ισχυρισμό του Θεοφίλου ότι τότε ήταν που συναντήθηκε με τον Ξένο και πως ο τελευταίος επανέλαβε την υπόσχεσή του να πληρώσει και ακολούθως οι δυο τους συμφώνησαν μειωμένα ποσά δια τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν από τους ενάγοντες. Εν κατακλείδι, το δικαστήριο καλείται να διαπιστώσει ποια η αξία των υπηρεσιών που πρόσφεραν οι ενάγοντες, νοείται δυνάμει των συμφωνηθέντων. Υπό το φως των προμνησθέντων ερωτημάτων σπεύδω να αξιολογήσω την προσκομισθείσα μαρτυρία. Σημειώνω δε ότι παρακολούθησα το σύνολο των μαρτύρων κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Δεν είναι πρόθεσή μου να μακρηγορήσω σε σχέση με τη γενική εικόνα που άφησαν οι μάρτυρες. Αυτό γιατί πιο κάτω η μαρτυρία εξετάζεται διεξοδικά και με αυτό τον τρόπο επιβεβαιώνεται, κατά την ταπεινή μου πάντα γνώμη, η αξιολογική κρίση που ακολουθεί. Ο Ξένος λοιπόν άφησε πολύ άσχημη εντύπωση. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του διαπιστώνεται επίπλαστο και επιτηδευμένο, ενώ η παρουσία του στο δικαστήριο εξαντλείται σε ακατάσχετη λογόρροια και φλυαρία που όμως δεν απαντά τις ερωτήσεις, κρίσιμες κατά τα άλλα, που του τέθηκαν και απλώς επαναλαμβάνει εκείνο που θεωρεί ότι τον συμφέρει. Από την άλλη ο Θεοφίλου ήταν καθ΄ όλα θετικός, γνήσιος και ειλικρινής. Τα επίθετα που μόλις τώρα του αποδόθηκαν υποστηρίζονται από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και την πληθώρα των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που προσκομίστηκαν, στοιχεία τα οποία επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του. Περιπλέον, με τόλμη και ανεπιτήδευτη ειλικρίνεια παραδέχθηκε ότι στο τεκμήριο 28, δηλαδή την επιστολή που έστειλε στην τράπεζα, είπε ψέματα, απλώς και μόνο για να απαλλαγεί από το ΚΑΠ και τις οποίες επάλληλες καταστροφικές συνέπειες. Γνήσια όμως ήταν και η θέση του πως ντρέπεται για το γεγονός ότι μετά από 40 χρόνια δικηγορίας βρέθηκε σε τούτη τη δεινή θέση, δηλαδή να ψευσθεί για να απαλλαγεί επιπτώσεων. Τέλος χωρίς δεύτερη σκέψη ή δισταγμό παραδέχεται τις όποιες δικογραφικές και άλλοτε λογιστικές πλημμέλειες εξού και περιορίζει την αξίωση των εναγόντων. Η δε Μαυρομουστάκη κλήθηκε για να μαρτυρήσει σε σχέση με ένα και μόνο γεγονός, δηλαδή το κατά πόσο συνέταξε το τεκμήριο 43 που επιβεβαιώνει ότι διεξήχθη η συνάντηση 3.4.2009 μεταξύ Θεοφίλου και Ξένου. Η γνησιότητα της μαρτυρίας της δικαιολογείται από το ότι είναι απαλλαγμένη αλλότριων σκοπιμοτήτων. Εδώ και αρκετά χρόνια δεν εργάζεται στους ενάγοντες, από τους οποίους μάλιστα απελύθη, συνεπώς δεν δεσμεύεται να ικανοποιήσει τούτους και σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν έδωσε τέτοια εντύπωση. Άλλωστε δεν γνωρίζει το ακριβές περιεχόμενο της ισχυριζόμενης συνάντησης εφόσον δεν ήταν παρούσα σε αυτή. Μοναδική εμπλοκή της ήταν η λήψη σχετικής σημείωσης, δηλαδή το τεκμήριο
- Αρκετά όμως με γενικόλογες παρατηρήσεις, ας εγκύψουμε τώρα στις λεπτομέρειες της μαρτυρίας, σε μια προσπάθεια φωτοδότησης των επίδικων ερωτημάτων και αιτιολόγησης της αξιολόγησης που πιο πάνω αναφέρεται. Η διερεύνηση αρχίζει από το πότε συναντήθηκαν οι δυο πλευρές, εν προκειμένω Θεοφίλου και Ξένος. Το μαρτυρικό υλικό ενώπιον του δικαστηρίου επιβεβαιώνει τη θέση του Θεοφίλου - που θέλει τους δυο να συναντώνται Ιανουάριο του 2008 - και επιπλέον αποκαλύπτει ότι ο Ξένος δεν είπε την αλήθεια. Το τεκμήριο 22 είναι πληρεξούσιο που παραχώρησε στον Ξένο η Igeltsat, δηλαδή η μετέπειτα Ehealthcy. Τούτο το πληρεξούσιο φέρει ημερομηνία 28.1.2008 και φέρει πιστοποίηση πιστοποιούντος υπαλλήλου ίδιας ημερομηνίας [28.1.2008]. Η δε υπεράσπιση δεν ζήτησε να αντεξετάσει τον πιστοποιούντα υπάλληλο που έθεσε τη σφραγίδα του, ώστε να τον αμφισβητήσει ότι έπραξε τούτο την 28.1.
- Είναι βεβαίως κατανοητό ότι η σφραγίδα του πιστοποιούντος υπαλλήλου συνιστά εξ΄ ακοής μαρτυρία, χωρίς όμως να παραγνωρίζονται και οι πρόνοιες του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου, Ν.165(Ι)/2012και ιδιαίτερα του άρθρου 9 που θέλει πιστοποιημένο έγγραφο να συνιστά επαρκή απόδειξη. Όπως και να έχουν τα πράγματα η υπεράσπιση δεν έκανε χρήση των διατάξεων του άρθρου 26 του Κεφ. 9 και ως εκ τούτου η μαρτυρία του πιστοποιούντος υπαλλήλου δεν έτυχε αμφισβήτησης. Δεν είναι όμως η παράλειψη και μόνο αντεξέτασης εκείνη που δικαιολογεί συμπέρασμα ότι η σφραγίδα του πιστοποιούντος υπαλλήλου στο τεκμήριο 22 και συνακόλουθα η ημερομηνία, είναι γνήσια. Και εξηγώ∙ το τεκμήριο 44 είναι έγγραφο που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο από την υπεράσπιση. Είναι τούτο πληρεξούσιο όπως το τεκμήριο
- Λέγω όπως γιατί η υπεράσπιση διατείνεται ότι εκείνο ήταν το πρώτο πληρεξούσιο που ετοιμάστηκε από το δικηγόρο και ο λόγος ήταν για να μπορέσει ο εναγόμενος να ενοικιάσει υποστατικό εξ΄ ονόματος της εταιρείας Igeltsat. Δέχεται η υπεράσπιση ότι αυτούσιο το τεκμήριο 44 στάληκε στον κτηματομεσίτη και ότι τότε ήταν που το είδε ο εναγόμενος. Ο δε χρόνος που στάληκε αλλά και που ετοιμάστηκε, είναι ο Νοέμβριος του 2008, υποστηρίζει η υπεράσπιση ως εκ τούτου και καταλήγει ότι το τεκμήριο 22 είναι χαλκευμένο. Η σχετική εισήγηση αποκαλύπτει τη γνωστή, δικανικά, και ως εγκυμονούσα άρνηση (pregnant negative - βλ. σελ. 473 Annual Practice 1958) και μάλιστα επί ουσιώδους γεγονότος. Το γεγονός που η υπεράσπιση αποδέχεται και αυτό παρ΄ ότι αρνείται το τεκμήριο 22, είναι ότι έλαβε, δηλαδή ανέκτησε φυσική κατοχή, αυτού καθ΄ αυτού του τεκμηρίου
- Έκπληξη όμως προκαλεί το γεγονός ότι το τεκμήριο 44, το οποίο στάληκε στο κτηματομεσίτη το Νοέμβριο του 2008, φέρει ημερομηνία κατάρτισης του εγγράφου την 28.1.
- Επίσης, φέρει τη σφραγίδα του ίδιου πιστοποιούντος υπαλλήλου, που και αυτή παραπέμπει στην 28η Ιανουαρίου
- Και ερωτώ∙ γιατί τον Νοέμβριο του 2008, δηλαδή σε χρόνο που η συνεργασία των μερών δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα - άλλωστε η τρίτη εταιρεία συστάθηκε αργότερα, ήτοι αρχές του 2009 - να χαλκεύσει ο Θεοφίλου το έγγραφο; Περιπλέον, γιατί να πλαστογραφήσει έγγραφο που θα έστελνε στον άμεσα ενδιαφερόμενο, δηλαδή τον Ξένο; Τέλος, γιατί ο εναγόμενος δεν αντέδρασε ευθύς μόλις έλαβε γνώση του εγγράφου; Εν ολίγοις γιατί δεν ρώτησε τον Θεοφίλου να του εξηγήσει σε τι εξυπηρετεί η προχρονολόγηση του εγγράφου; Παρεμβάλλω μάλιστα ότι ο Ξένος δέχεται πως είδε το έγγραφο [τεκμήριο 44] στο κτηματομεσιτικό γραφείο. Όλα τα πιο πάνω συνηγορούν σε ένα και μόνο συμπέρασμα∙ δηλαδή ότι τα τεκμήρια 22 και 44, τα οποία είναι πανομοιότυπα σε σχέση με το περιεχόμενο τους, αποδίδουν αυτό ακριβώς που δηλώνουν, δηλαδή πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 28.1.2008 που χορήγησε η εταιρεία Igeltsat στον Ξένο και πιστοποιήθηκε αυθημερόν. Η αντίθετη θέση του Ξένου καταρρίπτεται από τη λογική αλλά και το τεκμήριο 44 που ο ίδιος παρουσίασε στο δικαστήριο. Πέραν όμως του πληρεξουσίου εγγράφου, η μαρτυρία του Ξένου είναι διάτρητη αντιφάσεων και συνεπώς σαθρή. Αντεξετάστηκε επισταμένα ο εναγόμενος σε σχέση με το τεκμήριο 59 και δή το αντίγραφο επιταγής των Ιωαννίδη Κίμων και/ή Γεωργία, που φαίνεται να είναι ανοιχτή επιταγή ημερομηνίας 18.2.
- Η αντεξέταση εστιάστηκε στο ότι ο εναγόμενος είναι εκείνος που απεκάλυψε τούτη την επιταγή στο πλαίσιο ένορκης αποκάλυψης. Ερωτήθηκε συνεπώς να εξηγήσει πως έφτασε στα χέρια του η εν λόγω επιταγή και πως γίνεται να φέρει ημερομηνία 18.2.
- Ανέφερε ότι του την έδωσε η Έλενα Παπαδοπούλου το Σεπτέμβριο του 2008, καθ΄ ότι εκείνη ήταν υπεύθυνη για την εξεύρεση επενδυτών. Εν τούτοις αυτή η θέση είναι που δεν συνάδει με προηγούμενους ισχυρισμούς του εναγόμενου και δή ότι τέλος Φεβρουαρίου 2008 ετοίμασε το σχέδιο που είχε συνεννοηθεί με τον Δράγαζη (βλ. παραγράφους 3 και 4 εγγράφου Γ) και ότι αρχές Μαρτίου 2008 ο τελευταίος τον πληροφόρησε για την Έλενα Παπαδοπούλου και πως γνώριζε πρόσωπα που θα ήθελαν να επενδύσουν. Μάλιστα ισχυρίζεται ότι την Έλενα Παπαδοπούλου την είδε για πρώτη φορά στο αεροδρόμιο, όταν θα πετούσαν για Κύπρο, δηλαδή στις 18.5.2008 (βλ. παράγραφο 7 εγγράφου Γ). Όλα τα πιο πάνω δεν συνάδουν με την επιταγή τεκμήριο 59 και συγκεκριμένα την ημερομηνία έκδοσης τούτης που είναι 18.2.
- Μέχρι τότε δεν υπήρχε σχέδιο, σύμφωνα με τον εναγόμενο, εφόσον το ετοίμασε τέλος Φεβρουαρίου. Αλλά και αν υπήρχε, εκπλήσσει το γεγονός ότι η Έλενα Παπαδοπούλου εξασφάλισε επένδυση προτού καν γνωρίσει τον εναγόμενο. Έτι χειρότερα ότι η Έλενα Παπαδοπούλου κράτησε την επιταγή μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2008, ότε και την έδωσε στον εναγόμενο. Γιατί να του δώσει επιταγή που είχε ήδη λήξει και δεν ήταν διαπραγματεύσιμη δυσκολεύομαι να το καταλάβω, αλλά και να το δεχθώ. Ο μόνος βάσιμος λόγος έκδοσης της επιταγής τον Φεβρουάριο του 2008, δεν μπορεί να είναι άλλος παρά μόνο ότι είχαν αρχίσει ήδη οι διαπραγματεύσεις για το σχέδιο και συνεπώς η συνεργασία με το δικηγόρο. Εν πάση όμως περιπτώσει αναπάντητα ερωτήματα παρέμειναν και από τα ηλεκτρονικά μηνύματα τεκμήρια 10 και
- Η σημασία του τεκμηρίου 10 εντοπίζεται στην απάντηση του Θεοφίλου προς τον εναγόμενο, σε μια προσπάθεια αιτολόγησης των χρεώσεων. Ανέφερε ο Θεοφίλου ότι: « Είναι καλό να συζητήσουμε για τα έξοδα, αφού ναι μεν είπαμε ότι «σύντομα» η EHEALTH (CYPRUS) LTD θα προχωρούσε σε διορισμό δικών της διευθυντών αλλά είμαστε στο ¾ του έτους από τη σύσταση της και δεν το έπραξε». Αρμόζει να υποδειχθεί ότι αυτό το μήνυμα Θεοφίλου είναι ημερομηνίας 11.9.2008, Αν όμως η συνεργασία των διαδίκων άρχισε το Μάϊο του 2008, δεν δικαιολογείται επίκληση συμφωνίας σύντομου διορισμού αξιωματούχων και πως έκτοτε [από τη συμφωνία] παρήλθαν ¾ του έτους. Αυτή η θέση είναι συμβατή μόνο με έναρξη της συνεργασίας τούτων τον Ιανουάριο του
- Επιπλέον, στο μήνυμα που ακολουθεί - είναι ημερομηνίας 12.9.2008 και αποτελεί και αυτό μέρος του τεκμηρίου 10 - ο εναγόμενος δεν αντέδρασε και δεν αντίκρουσε τον πιο πάνω ισχυρισμό του Θεοφίλου σε σχέση με το χρόνο. Καίτοι αυτό επιτάσσει η λογική και αυτό θα ανέμενε κανείς, εν τούτοις ο εναγόμενος τήρησε σιγήν ιχθύος. Αυτό όμως παραπέμπει στο γνωστό αξίωμα «ο σιωπών δοκεί συναινείν» και φανερώνει πως η συνεργασία τους άρχισε από τις αρχές του έτους, όπως δηλαδή υποστηρίζει ο Θεοφίλου. Αλλιώς ο εναγόμενος θα αρνείτο τη σχετική θέση και θα το δήλωνε ρητά. Τέλος, το τεκμήριο 45 είναι ηλεκτρονικό μήνυμα του Ξένου προς τον Θεοφίλου και φέρει ημερομηνία 15.4.
- Μάλιστα αναφέρεται σε κάποια Μαρία - όλοι συμφωνούν ότι τούτη είναι η αδελφή του Θεοφίλου - και λέει τα εξής: «Στην τελευταία μας συζήτηση με την Μαρία της πρότεινα να προγραμματίσει μια επίσκεψη μας στον υπουργό Υγείας για να βολιδοσκοπήσουμε τις προθέσεις του. ......... Μεταβίβασε στην Μαρία τις σκέψεις μου που σου γράφω και θα ήθελα να γνωρίζω την απόφαση της στο επόμενο ταξίδι μου στην Κύπρο, και επανάλαβε της αυτό που της είπα, Ότι την θέλω στην ομάδα μας.» Κατ΄ αρχάς, η οικειότητα με την οποία προσφωνεί τον Θεοφίλου αλλά και την αδελφή του Μαρία - χρησιμοποιεί εν προκειμένω ενικό καθώς και το μικρό τους όνομα - δεν αρμόζει σε κάποιο που ποτέ προηγουμένως είδε τον συνομιλητή του και απλώς του μίλησε τηλεφωνικώς μια φορά, εκτός εάν είχε προηγούμενη και συχνή επικοινωνία μαζί τους. Εν τούτοις έχει ήδη αναφερθεί ότι ο εναγόμενος υποστηρίζει πως πρώτη φορά ήλθε στην Κύπρο τον Μάϊο του
- Αν λοιπόν γνώρισε την Έλενα Παπαδοπούλου στο αεροδρόμιο, πως τότε γνώριζε την Μαρία που αναφέρεται στο μήνυμα (τεκμήριο 45) και υπό ποια ιδιότητα, αλλά και κάτω από ποιες συνθήκες της τηλεφώνησε προηγουμένως και μίλησαν για το σχέδιο, για το οποίο φοβάται να μην διαχυθούν οι απόψεις του. Τότε γιατί έδειξε τόση εμπιστοσύνη σε αυτή την άγνωστη Μαρία; Μάλιστα τόσο προχωρημένη φαίνεται να είναι αυτή η σχέση των δυο εφόσον η συζήτηση αποκαλείται τελευταία, δηλαδή αφήνει να νοηθεί ότι οι συζητήσεις τους ήταν πλείονες της μίας και περαιτέρω, σε τέτοιο βαθμό ώστε εισηγείται διευθέτηση συνάντησης με τον υπουργό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και χωρίς να παραγνωρίζω τα τεκμήρια 46, 47 και 48 - που σχετίζονται με την εργασία του εναγομένου και ότι ήταν διορισμένος σε κολλέγιο για ολόκληρη τη σχολική χρονιά 2007 έως 2008 - καταλήγω ότι ο εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια για την έναρξη της συνεργασίας των μερών. Με αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι δέχομαι πως οι υπηρεσίες που πρόσφεραν οι ενάγοντες σε κάποια ή κάποιες από τις εταιρείες, άρχισαν να τρέχουν από τον Ιανουάριο του
- Αυτό το ζήτημα εξετάζεται πιο κάτω. Για την ώρα απλώς διαπιστώνεται η ανειλικρίνεια του Ξένου σε σχέση με αυτό το ζήτημα και ότι ορθώς ο Θεοφίλου ανέφερε ότι τα μέρη συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του
- Και στο δεύτερο όμως σημαντικό ερώτημα ο εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια. Διατείνεται εν προκειμένω ότι δεν ανέλαβε να πληρώσει οιονδήποτε ποσό και αυτό γιατί τα έξοδα των δυο πρώτων εταιρειών θα τα εξοφλούσε η Έλενα Παπαδοπούλου, η οποία ανέλαβε σχετική υποχρέωση στη συνάντηση 20.5.2008, ενώ τα έξοδα της τρίτης εταιρείας θα καταβάλλονταν από την ίδια την εταιρεία μετά τη σύσταση τούτης. Ας υποθέσουμε για μια στιγμή ότι τούτοι οι ισχυρισμοί του εναγομένου είναι ορθοί. Εν τοιαύτη περιπτώσει εγείρεται το εξής βασανιστικό ερώτημα∙ αν η Έλενα Παπαδοπούλου ανέλαβε να εξοφλήσει τα έξοδα των δυο πρώτων εταιρειών, τότε σε τι σκοπούσαν οι ουσιώδεις παρεμβάσεις του Ξένου στα διάφορα ηλεκτρονικά μηνύματα, ο έλεγχος των εξόδων αλλά και η αμφισβήτηση των υπηρεσιών που προσφέρθηκαν. Το περιεχόμενο των τεκμηρίων 9, 11,12, 16 και 60, απογυμνώνει τον ισχυρισμό του εναγομένου από το περίβλημα της λογικής και φανερώνει το ψεύδος και την προσπάθεια παραπλάνησης του δικαστηρίου. Αν η Έλενα Παπαδοπούλου είναι εκείνη που θα εξοφλούσε τα έξοδα των δυο πρώτων εταιρειών, τότε γιατί όταν ο Θεοφίλου έστειλε στον Ξένο το τεκμήριο 8 (καταστάσεις λογαριασμών) δεν αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή; Αντιθέτως η απάντηση του στον Θεοφίλου ήταν: « Τα έξοδα γενικά χωρίζονται:
- Σε έξοδα συστάσεως των δύο εταιρειών.
- Σε έξοδα παροχής υπηρεσιών εντός ορισμένης χρονικής περιόδου και εξοφλούνται μετά την παροχή τους. Ήθελα να παρατηρήσω ότι για την εταιρεία ehealth (Cyprus) LTD χρεώνονται υπηρεσίες οι οποίες δεν χρεώνονται να παρέχονται (όπως είχαμε πει) Ενδεικτικά αναφέρω τα πιο πάνω και θα ήθελα να τα συζητήσουμε πρίν από οποιαδήποτε ενέργεια μου. Αυτό που προηγείται είναι η εξόφληση των εξόδων της σύστασης των εταιρειών τα υπόλοιπα αφού τα συμφωνήσουμε το εύρος, το κόστος και ο τρόπος πληρωμής τους.» Στη συνέχεια όμως, δηλαδή την 23.9.2008 (βλ. τεκμήριο 11) ο Θεοφίλου επανέρχεται και μάλιστα τον καλεί ευθέως να εμβάσει το οφειλόμενο ποσό. Του ανέφερε εκεί ότι: «Επειδή δεν κατάφερες να έρθεις το μεσημέρι της Παρασκευής 19.9.08 (που είχαμε ραντεβού) παρακαλώ να εμβάσεις στο λογαριασμό αρ. 0377-11-001418 Τράπεζα Κύπρου Λινόπετρα Λεμεσός, A. CHR THEOPHILOU LLC το ποσό των 2.500,00 Χ 2 = €5.000,00 για εξόφληση των πραγματικών εξόδων και αμοιβής σύστασης των δυο εταιρειών, (ΕHEALTH & BRAINWORKS) ως τα επισυνημμένα προτιμολόγια και αφήνουμε τα υπόλοιπα θέματα να τα συζητήσουμε στην επόμενη επίσκεψη σου.» Για να εισπράξει όμως την απάντηση (βλ. τεκμήριο 12): «Πήρα το μήνυμα σου για την καταβολή των χρημάτων για την ίδρυση των εταιρειών, αλλά δυστυχώς δεν έχουν ολοκληρωθεί όλες οι διαδικασίας και η ehealth Cyprus Ltd δεν έχει εγκριθεί από τον Έφορο εταιρειών.» Άξιο αναφοράς είναι και το επόμενο μήνυμα, ημερομηνίας 30.10.2008 ( βλ. τεκμήριο 16) στο οποίο ο εναγόμενος ανέφερε: «Ελπίζω να έχουν τελειώσει μερικές ακόμα εκκρεμότητες με την ehealth Cyprus (όνομα, στοιχεία των μετόχων, και κλπ). Στο τέλος της άλλης εβδομάδας θα έχουμε τελειώσει με τα προβλήματα που προέκυψαν με την εγκυρότητα των στοιχείων, τέλος καλό όλα καλά, και θα σου καταθέσω τα χρήματα στον λογαριασμό που μου έχεις στείλει αρ. 0377-11-001418 Τράπεζα Κύπρου Λινόπετρα Λεμεσός, A.CHR THEOPHILOU LLC το ποσό των €2.500, 00 Χ 2 = €5.000,00» Επισημαίνεται εδώ ότι σε κανένα μήνυμα ο εναγόμενος δεν έθεσε το λογικό, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ερώτημα∙ γιατί κύριε Θεοφίλου απευθύνεστε σε εμένα ενώ γνωρίζεται ότι η ξαδέλφη σας είναι εκείνη που θα καταβάλει τα έξοδα, ως η συμφωνία μας. Αντιθέτως ο Ξένος επιχειρηματολογεί για την καθυστέρηση, αμφισβητά τις χρεώσεις, ωσάν να είναι ο άμεσα εμπλεκόμενος και πολύ περισσότερο, εν τέλει δηλώνει ότι θα καταθέσει το ποσό. Αυτά και μόνο καταρρίπτουν τον ισχυρισμό του εναγομένου και αποκαλύπτουν το ψεύδος που επινόησε για να αποφύγει τις όποιες συνέπειες. Εν τούτοις μείζονα είναι και η σημασία του τεκμηρίου
- Το εν λόγω έγγραφο καταρρίπτει τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι η Έλενα Παπαδοπούλου ήταν εκείνη που θα εξοφλούσε το όποιο οφειλόμενο ποσό, όπως και έπραξε. Αν και γεγονός είναι ότι η Έλενα Παπαδοπούλου κατέβαλε το ποσό των €5.000 την 29.5.2009 και με αυτό τον τρόπο εξόφλησε τα έξοδα σύστασης των εταιρειών Brainworks και Ehealthcy (βλ τεκμήρια 31,32 και 33), εν τούτοις αυτό δεν σημαίνει ότι εκείνη είναι που ανέλαβε υποχρέωση εξόφλησης τούτων των εξόδων. Το τεκμήριο 60 αποκαλύπτει ακριβώς το αντίθετο. Και εξηγώ∙ την 11.3.2009 ο Θεοφίλου απευθύνθηκε στον Ξένο λέγοντας του τα εξής σχετικά με την επιταγή της Igeltsat, την οποία του είχε εκδώσει την 3.12.2008 (βλ. τεκμήριο 26): «Πληροφορούμαι από την γραμματέα μου ότι συνδέεται την πληρωμή της επιταγής που έχω στα χέρια μου με την δική σας πιθανή αξίωση εναντίον τρίτων προσώπων για τα οποία εγώ ουδέποτε ανάλαβε και ούτε δέχομαι ότι έχω οποιαδήποτε ευθύνη. Δεν μπορώ να κρατώ την επιταγή σας άλλο και εάν μέχρι αύριο δεν πληρώσετε το ποσό της επιταγής θα την καταθέσω για εξόφληση και θα πάρω κάθε άλλο μέτρο για είσπραξή της.» Η δε απάντηση του εναγομένου ήταν: «Δεν συνδέω καμιά επιταγή και ούτε καμιά ευθύνη επιρρίπτω σε κανένα, απλά προσπαθώ να ανταποκριθώ ώστε να εξοφληθεί η επιταγή.» .......... Πιστεύω ότι είναι θέμα χρόνου να κλείσει το θέμα της επιταγής σας. Δεν λέω ότι δεν έχετε δίκαιο αλλά ζητάω από εσάς να στηρίξετε την προσπάθεια μου για να προχωρήσει αυτή η εταιρεία που οι προοπτικές της είναι πολλή θετικές.» Από τα πιο πάνω καθίσταται ηλίου φαεινότερον ότι ο εναγόμενος είναι εκείνος που πρώτος εξέδωσε επιταγή για εξόφληση των εξόδων σύστασης των δυο εταιρειών, δηλαδή την επιταγή ημερομηνίας 3.12.2008 (βλ. τεκμήριο 26). Αν όμως η Έλενα Παπαδοπούλου ήταν εκείνη που θα πλήρωνε, γιατί τότε προέβη σε τούτη την ενέργεια; Το έπραξε, λέει, γιατί του το ζήτησε ο Θεοφίλου και έτσι του έδωσε την επιταγή απλώς και μόνο ως εγγύηση. Με όλο το σεβασμό αλλά τούτη η θέση είναι σαφώς επίπλαστη και υστερόβουλη. Εδράζεται προφανώς στα αναφερόμενα στο τεκμήριο 28, δηλαδή την επιστολή που ο Θεοφίλου έστειλε στην τράπεζα την 20.3.
- Δεν παραγνωρίζω ότι εκεί, στο τεκμήριο 28, ο Θεοφίλου ανέφερε ότι∙ « Ο κ. Διονύσης Ξένος όταν υπέγραφε την επιταγή, μας είχε ενημερώσει ότι ανέμενε ότι πιθανόν να μην εξαργυρωνόταν και γι΄ αυτό την κρατήσαμε (όταν επεστράφη για πρώτη φορά) για περίπου 3 μήνες πριν την ξανά καταθέσουμε πρόσφατα με οδηγίες του επειδή ανέμενε έμβασμα στο λογαριασμό (αργότερα μας τηλεφώνησε και πάλι ότι δεν θα εξαργυρωνόταν και δώσαμε οδηγίες στην «προσωπική» Τραπεζίτη μου κ. Δήμητρα Χ΄ Δημητρίου να κρατήσει την επιταγή μέχρι να της ξανά πούμε τι να κάνει). Δεν έχουμε οποιοδήποτε παράπονο από την μη πληρωμή της επιταγής και γι΄ αυτό πρέπει να τεθεί υπόψη του συστήματος ΚΑΠ ώστε ούτε ο κ. Διονύσης Ξένος να μπει στο σχετικό κατάλογο και να αφαιρεθεί από αυτόν η IGELTSAT LTD.» Είναι γι΄ αυτό ακριβώς το απόσπασμα που ο Θεοφίλου εξ αρχής ανέφερε ότι είπε ψέματα και ο λόγος ήταν για να επιτύχει αφαίρεση του ονόματος του από τον κατάλογο ΚΑΠ. Τονίζω ότι δεν προσπερνώ το ψέμα που ενσωματώθηκε στο τεκμήριο 28 και ομολογώ ότι με απασχόλησε κατά πόσο ήταν μια μεμονωμένη στιγμή εν σχέσει με τη μαρτυρία του Θεοφίλου ή σημείο σταθμός στη μαρτυρία τούτου που διέπει το σύνολο των εκεί αναφερομένων. Είμαι πεπεισμένος ότι η μαρτυρία αποκαλύπτει περίτρανα ότι ισχύει το πρώτο. Η επιταγή ημερομηνίας 3.12.2008 (τεκμήριο 26) δεν δόθηκε ως εγγύηση, όπως διατείνεται ο Ξένος. Αν τούτο ίσχυε τότε στο τεκμήριο 60, πιο πάνω, όπου ο Θεοφίλου ρητά θέτει το ζήτημα ότι δεν αποδέχεται διασύνδεση των υποχρεώσεων της Έλενας Παπαδοπούλου έναντι του Ξένου με εκείνες του Ξένου έναντι του ίδιου [Θεοφίλου], ο εναγόμενος ρητά θα δήλωνε ότι αυτή ήταν η συμφωνία τους και όχι «δεν συνδέω καμιά επιταγή». Η λογική θέλει το πρόσωπο που έχει συμφωνία να την επικαλείται για προάσπιση των συμφερόντων του και όχι να αποσιωπά τούτη και να δηλώνει στο άλλο μέρος ότι δεν θα ζημιωθεί. Θα ανέμενε κανείς ότι στο τεκμήριο 60 ο εναγόμενος θα ανέφερνε στον Θεοφίλου τη συμφωνία τους, δηλαδή ότι θα πλήρωνε η Έλενα Παπαδοπούλου και περιπλέον, ότι η επιταγή (τεκμήριο 26) του δόθηκε απλώς και μόνο ως εγγύηση. Η αντίθετη εδώ απάντηση, που δεν συνιστά απλώς στάση σιωπής αλλά εκδήλωση θετικής πρόθεσης ικανοποίησης της επιταγής, φανερώνει ακριβώς ότι η επιταγή τεκμήριο 26 δόθηκε διά εξόφληση των υποχρεώσεων που ο Ξένος και όχι τρίτο πρόσωπο, ρητά ανέλαβε. Εν όψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι ο εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια σε σχέση με το ποιος ανέλαβε να καταβάλει τα έξοδα των τριών εταιρειών. Εν προκειμένω ορθή είναι η θέση του Θεοφίλου. Τώρα, επίδικος κατέστη και ο ακριβής χρόνος που τα μέρη προέβησαν σε συμφωνία. Η υπεράσπιση αντεξέτασε τον Θεοφίλου επί μακρόν σε σχέση με τα τεκμήρια 23, 24 και 25, σε μια προσπάθεια ανάδειξης ότι ο μάρτυρας δεν είπε την αλήθεια. Εν τούτοις αφοπλιστικές κρίνονται οι απαντήσεις του Θεοφίλου, ο οποίος χωρίς δισταγμό δηλώνει ότι η ημερομηνία 26.5.2008 στο τεκμήριο 25, δυνατό να είναι λανθασμένη. Προσθέτει δε ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι προκατασκευασμένα και απλώς αλλάζουν ονόματα. Προσπάθεια είναι, σύμφωνα με τον Θεοφίλου, η εξασφάλιση των συμφερόντων των εναγόντων, εφόσον η υπογραφή τέτοιου εγγράφου θέλει φυσικό πρόσωπο και όχι εταιρεία, να δεσμεύεται. Εξέτασα με μεγάλη προσοχή τα τεκμήρια 23, 24 και 25, καθώς και τις συναφείς θέσεις των μαρτύρων. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η ημερομηνία 26.5.2008 στο τεκμήριο 25, δεν εναρμονίζεται με το λοιπό μαρτυρικό υλικό. Αρκεί να υποδειχθεί ότι στο τεκμήριο 19, δηλαδή ηλεκτρονικό μήνυμα που την 25.6.2008 έστειλε ο Ξένος στον Θεοφίλου, ο εναγόμενος απολογείται που δεν συναντήθηκαν την προηγούμενη ημέρα, δηλαδή 24.5.2008 και αναφέρει ότι θα τα πουν από κοντά την 1η ή 2α Ιουνίου. Περιπλέον, τα τεκμήρια 19,40 και 41, είναι ηλεκτρονική αλληλογραφία που αντάλλαξαν τα μέρη την 25.5.2008 και 26.5.2008 (τα δυο τελευταία τεκμήρια αφορούν την ημερομηνία 26.5.) Όλα αυτά σε μια περίοδο που οι σχέσεις των μερών ήταν αρμονικές και ουδείς σκεφτόταν να προφυλάξει τα νώτα του, συνεπώς τα εκεί γραφόμενα τους είναι ακατέργαστα και αποδίδουν την πραγματική εικόνα. Αν λοιπόν συναντήθηκαν την 26.5.2008 στην Κύπρο, πώς είναι δυνατό να αντάλλαξαν μηνύματα της ίδιας ημερομηνίας, αλλά αυτή τη φορά από Ελλάδα; Καταλήγω συνεπώς ότι αδύνατο είναι να συναντήθηκαν οι δυο τους, Θεοφίλου και Ξένος, την 26.5.
- Οι δυο πλευρές ομονοούν όμως ότι συναντήθηκαν την 20.5.2008 και ότι εκεί ήταν που συζήτησαν για τις δυο πρώτες εταιρείες. Η ουσία όμως της διαφοράς τους σε σχέση με αυτή τη συνάντηση [20.5.2008], έγκειται στο ότι η υπεράσπιση θέλει την Έλενα Παπαδοπούλου να συνοδεύει τον Ξένο και να αναλαμβάνει να πληρώσει τα έξοδα των εταιρειών∙ ότι δεν τους δόθηκαν τα τεκμήρια 24 και 25∙ και ότι ο Θεοφίλου προέβη σε παραπλάνηση και ψευδή παράσταση αναφορικά με την ικανότητα του εναγομένου να διοριστεί διευθυντής και γραμματέας των εταιρειών, καθώς και σε σχέση με το εγγεγραμμένο γραφείο. Το πρώτο εκ των τριών ζητημάτων έχει ήδη διερευνηθεί και έτσι δεν θα απασχολήσει εκ νέου. Αν υπάρχει όμως κάτι που πρέπει να προστεθεί, είναι πως ο Θεοφίλου δεν απέκλεισε την πιθανότητα η Έλενα Παπαδοπούλου να συνόδευσε τον εναγόμενο στα γραφεία των εναγόντων. Ζητούμενο όμως είναι τώρα εκείνο που ειπώθηκε στη συνάντηση της 20.5.2008 και δή κατά πόσο ο Θεοφίλου παραπλάνησε τον εναγόμενο. Είμαι της γνώμης ότι και επί του προκειμένου ο εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια και εξηγώ∙ η θέση του εναγομένου διακρίνεται σε δυο πτυχές. Η πρώτη έχει να κάνει με το ότι δεν μπορούσε να διοριστεί αξιωματούχος - εν προκειμένω διευθυντής - και η άλλη με το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Δια αυτή την τελευταία θέση ο εναγόμενος δεν περιορίζεται απλώς στη δική του μαρτυρία, αλλά παραπέμπει και στο τεκμήριο 17, δηλαδή το πληροφοριακό έντυπο που ο Θεοφίλου έστειλε στον Σαμόλη. Τώρα, πρέπει ευθύς να αποδείξω ότι το πρώτο σκέλος της θέσης του εναγομένου, δηλαδή αυτό που αφορά τους διευθυντές, δεν επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο 17, που κατά κόρον επικαλείται ο εναγόμενος. Στο έγγραφο αυτό ρητά αναφέρεται ότι: «The Company's nominee director, (if one will be required) will be an advocate of our office who will have personal and professional liability to the beneficiary from the beginning and who will always act at his instructions and who can not reveal his name to any third party without the beneficiary's instructions to do so». We offer of course the Companies with the shares registered on the name of the actual Owner (foreigner), and its directors are the shareholders, (or other chosen people residing in Cyprus). This means that any person may find out (though a search at the Companies' Registry, which is open to inspection by any one), who the actual Owners and directors are, (especially with regard to the directors being non residents of Cyprus one should be aware of taxation problems as the Company will not be considered RESIDENT OF CYPRUS for tax purposes, (please see under IMPORTANT NOTE on Taxation, bellow).» (ο τονισμός δικός μου) Φαίνεται λοιπόν ότι ουδέποτε ο Θεοφίλου υποστήριξε πως αλλοδαπός ή κάτοικος στην αλλοδαπή δεν δικαιούται να καταστεί αξιωματούχος εταιρείας. Μάλιστα, το τεκμήριο 17 έχει ιδιαίτερη σημασία εφόσον στάληκε σε σχέση με τις δυο πρώτες εταιρείες (Brainworks και Ehealthcy). Δεν απασχολεί ποιος ζήτησε να σταλεί στο Σαμόλη δηλαδή αν τούτο ζητήθηκε από τον Ξένο ή την Έλενα Παπαδοπούλου, αλλά ότι στο τέλος της ημέρας στάληκε γι΄ αυτές ακριβώς τις εταιρείες που συζητήθηκαν την 20.5.
- Σε αυτό λοιπόν το έγγραφο [τεκμήριο 17] δεν διαπιστώνεται παραπλάνηση σε σχέση με τους διευθυντές. Πολύ δε περισσότερο αποκαλυπτικό είναι και το τεκμήριο
- Αυτό το έγγραφο είναι ημερομηνίας 9.10.2008 και όλες οι πλευρές συμφωνούν ότι το έστειλε ο Θεοφίλου στον Δάσκο, μετά από παράκληση του εναγομένου. Μπορεί μεν να αφορά την τρίτη εταιρεία [Q - Training] που συστάθηκε πολύ αργότερα από τη συνάντηση 20.5.2008, δικαιούται όμως κανείς να υποθέσει ότι αν ο Θεοφίλου παραπλάνησε τον Ξένο στη συνάντηση της 20.5.2008, στο σημείωμα που ακολούθησε, δηλαδή το τεκμήριο 18, δεν θα φανέρωνε την εξαπάτηση και θα επιχειρούσε συγκάλυψη τούτης. Και όμως στο τεκμήριο 18 αναφέρεται ότι: «Οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι (και διευθυντές) μπορεί να είναι οι πραγματικοί μέτοχοι, αν όμως για κάποιους λόγους αυτοί δεν επιθυμούν τη δημοσιότητα της ιδιότητας του μετόχου (ή διευθυντού) τότε μπορεί να γίνει η εγγραφή των μετοχών στο όνομα εταιρειών δικών μου «in trust» (σε εμπίστευμα) και προς όφελος του πραγματικού μετόχου και με αντιπροσώπους διευθυντές (nominee directors), που θα είμαι εγώ προσωπικά και/ή άλλα πρόσωπα του γραφείου μου.» (ο τονισμός δικός μου) Δηλαδή και σε αυτή την περίπτωση ο Θεοφίλου καθιστά σαφές ότι διευθυντές της εταιρείας μπορεί να είναι και οι ίδιοι οι μέτοχοί της, απλώς σε τέτοια περίπτωση θα απωλέσουν κάποια προνόμοια που εκεί απαριθμούνται, φερ΄ ειπείν απόκρυψη ταυτότητας. Πέραν όμως των πιο πάνω το ψεύδος του εναγόμενου και συν τω χρόνω η επιβεβαίωση της μαρτυρίας του Θεοφίλου, αποκρυσταλλώνεται από τα αναφερόμενα στο τεκμήριο
- Έχει ήδη παρατεθεί το σχετικό απόσπασμα στο οποίο ο Θεοφίλου δικαιολογεί τα έξοδα σε σχέση με τους διευθυντές της Ehealthcy, γιατί ενώ είχε συμφωνηθεί ότι σύντομα θα διορίζοντο δικοί της [εταιρείας] διευθυντές, εν τούτοις ευρισκόμενοι στο τελευταίο τρίμηνο του έτους δεν έγινε κάτι τέτοιο. Το μήνυμα αυτό θεωρείται, αντικειμενικά κρινόμενο, κάλεσμα για τον εναγόμενο, ώστε να διορίσει διευθυντές, αλλιώς θα πρέπει να καταβάλει το αντίτιμο της παροχής σχετικής υπηρεσίας. Και όμως ο εναγόμενος δεν απαντά οτιδήποτε σε σχέση με τους διευθυντές, κατά τρόπο που δικαιολογεί αυτό που ειπώθηκε από τον Θεοφίλου, δηλαδή ότι ήταν επιλογή του να μην αλλάξει τούτους. Ούτε όμως και το άλλο σκέλος της μαρτυρίας του εναγομένου επιβεβαιώνεται. Αναντίλεκτο είναι βεβαίως ότι η υποδεικνυόμενη αναφορά στο τεκμήριο 17 δηλαδή το πληροφοριακό σημείωμα, είναι λανθασμένη. Αναφέρεται εκεί ότι : « A Company MUST have Cypriot Secretary and a registered office in Cyprus. We offer these services. » Όλες οι πλευρές συμφωνούν ότι η αναφορά Cypriot Secretary δεν αποδίδει το ορθό νομικό πλαίσιο. Αυτό το δέχεται και ο Θεοφίλου (βλ. παράγραφο 15 εγγράφου Α). Υποστήριξε όμως ότι τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 17 δεν ήταν παρά τυπογραφική παραδρομή, η οποία διευκρινίστηκε στον εναγόμενο όταν μετά την αποστολή του εντύπου ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες. Είμαι της γνώμης ότι οι επεξηγήσεις του Θεοφίλου είναι γνήσιες και αποδίδουν εκείνο που πραγματικά διημείφθη. Διενεργήθηκε εξονυχιστική αντεξέταση του Θεοφίλου και μάλιστα ο τελευταίος παραδέχθηκε ότι μέχρι λίγο πριν τη δίκη ήταν με τη λανθασμένη εντύπωση πως ο γραμματέας εταιρείας πρέπει να είναι κάτοικος Κύπρου. Λόγω τούτης της δήλωσης Θεοφίλου του υποβλήθηκαν ερωτήσεις ότι ακριβώς αυτή η εσφαλμένη εντύπωση οδήγησε σε παραπληροφόρηση και εν τέλει παραπλάνηση του εναγομένου. Εν πρώτοις υποδεικνύεται ότι στο τεκμήριο 18, δηλαδή το δεύτερο πληροφοριακό σημείωμα, το οποίο στάληκε στο Δάσκο, δεν αναφέρεται εκεί ότι ο γραμματέας πρέπει να είναι Κύπριος. Αντίθετα αναφέρεται ότι: «Ανεξάρτητα όμως του θέματος trust και nominee, ( που θα αναμένουμε πάντα την τελική θέση του κάθε πελάτη), η εταιρεία πρέπει να έχει το εγγεγραμμένο γραφείο και τον γραμματέα (υπηρεσία που επίσης παρέχουμε στους πελάτες), στην Κύπρο.» Δηλαδή επαναλαμβάνεται η εσφαλμένη άποψη του Θεοφίλου περί γραφείου στην Κύπρο, όχι όμως η υπηκοότητα που αναφέρεται στο τεκμήριο
- Είμαι της γνώμης ότι τίποτα από τα πιο πάνω αλλοιώνει τη θετική εικόνα του Θεοφίλου. Πέραν της παρρησίας με την οποία δέχθηκε ότι δεν γνώριζε πως γραμματέας μπορεί να είναι και μη κάτοικος Κύπρου, ορθά υποδεικνύει ότι ο εναγόμενος μπορούσε, αν ήθελε, να αλλάξει τους αξιωματούχους και το γραφείο της εταιρείας, ως μέτοχος που ήταν. Εν τούτοις κανένα μήνυμα του Ξένου και κανένα στοιχείο δεν αποκαλύπτει τέτοια πρόθεση. Αντίθετα το τεκμήριο 10 και δή το μήνυμα του Θεοφίλου προς τον Ξένο, μήνυμα ημερομηνίας 11.9.2008, υπενθυμίζει στον τελευταίο εκείνο που υποσχέθηκε, δηλαδή να διορίσει διευθυντές, και όμως δεν ανταποκρίνεται και πολύ περισσότερο δεν διορίζει τέτοιους. Περιπλέον, το τεκμήριο 18 πιο πάνω, δεν κάνει αναφορά σε Κύπριο υπήκοο, γεγονός που δικαιολογεί, έστω εμμέσως, τη θέση του Θεοφίλου ότι η σχετική αναφορά στο τεκμήριο 17 είναι τυπογραφική παραδρομή που εν τέλει επεξηγήθηκε στον εναγόμενο. Τέλος, μέχρι αυτού του σημείου έχει πλέον καταστεί σαφές ότι η μαρτυρία του εναγομένου δεν είναι τίποτα άλλο από συνονθύλευμα ψευδών ισχυρισμών και άλογων αιτιάσεων που φανερώνουν υστεροβουλία και προσπάθεια παραπληροφόρησης. Καταλήγω λοιπόν ότι ούτε γι΄ αυτό το ζήτημα δεν λανθάνεται ο Θεοφίλου. Τελευταίο ζήτημα που εξετάζεται είναι ό,τι σχετικό της ισχυριζόμενης συνάντησης 3.4.
- Γι΄ αυτό το θέμα ο εναγόμενος έθεσε υπόψιν του δικαστηρίου τα τεκμήρια 53 και 54, δηλαδή δυο δικά του ηλεκτρονικά μηνύματα. Το πρώτο είναι ημερομηνίας 3.4.2009 και ώρας 10:
- Το δε επόμενο είναι ημερομηνίας 2.4.2009 αλλά πληροφορεί τον παραλήπτη του, εν προκειμένω τρίτο άγνωστο πρόσωπο, ότι θα συναντηθούν την επόμενη ημέρα [3.4.2009], η ώρα 16:
- Συνεπώς, λέει ο εναγόμενος, εφόσον έστειλε μήνυμα η ώρα 10:54 το πρωί της 3.4.2009 και αργότερα την ίδια ημέρα, συγκεκριμένα η ώρα 16:30, είχε συνάντηση στο γραφείο του, αδύνατο είναι να μετέβη στη Λεμεσό, πόσω δε μάλλον όταν δεν οδηγά και η διαδρομή με το λεωφορείο διαρκεί μιάμιση ώρα. Λογικοφανής όσο και αν ακούγεται η θέση του εναγομένου, υποδεικνύεται ότι τη δεύτερη ημέρα αντεξέτασης δέχθηκε ότι μπορεί κανείς να στείλει ηλεκτρονικό μήνυμα από οπουδήποτε. Αυτό μάλιστα ανακτά μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι ο ίδιος είναι προγραμματιστής, δηλαδή ειδικός στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Συνεπώς η μαρτυρία του εναγομένου επιβεβαιώνει ότι δεδομένη είναι η δυνατότητα αποστολής ηλεκτρονικού μηνύματος και εκτός γραφείου. Εν πάση όμως περιπτώσει, επί του προκειμένου καθοριστική είναι η μαρτυρία της ανεξάρτητης μάρτυρος Γιάννας Μαυρομουστάκη. Λέγω ανεξάρτητη γιατί όπως έχω αναφέρει η μάρτυρας δεν εργάζεται στους ενάγοντες εδώ και πολλά έτη. Από την άλλη το τεκμήριο 56 το οποίο παρουσιάστηκε στο δικαστήριο από την υπεράσπιση, υποστηρίζει, έστω εμμέσως, τον ισχυρισμό της Μαυρομουστάκη. Η τελευταία υποστήριξε ότι οι οδηγίες που της δόθηκαν την 3.4.2009 από τον Θεοφίλου, ήταν να μεριμνήσει να τον ενημερώσει - νοείται τον Θεοφίλου - ότι πληρώθηκαν τα ετήσια τέλη των τριών εταιρειών. Μάλιστα της λέχθηκε πως τούτο θα γίνετο μέχρι τέλος Ιουλίου. Εδώ όμως είναι που εντοπίζεται έμμεση υποστήριξη από το τεκμήριο 56, εφόσον την 3.7.2009 η Μαυρομουστάκη έστειλε το εν λόγω τιμολόγιο, προφανώς συμμορφούμενη με τις οδηγίες του Θεοφίλου, ώστε να διασφαλίσει ότι μέχρι το τέλος του ιδίου μηνός θα είχε καταβληθεί το ποσό. Στον αντίποδα ο εναγόμενος διατείνεται∙ ποιος ο λόγος να μεταβώ στη Λεμεσό τη στιγμή που μετά την κατάθεση της επιταγής τεκμήριο 26 και την καταχώριση των ονομάτων μας στον κατάλογο ΚΑΠ, οι σχέσεις μου με τον Θεοφίλου διαρρήχθηκαν. Επιπλέον, γιατί να μεταβώ στη Λεμεσό αντί να τηλεφωνήσω και να διευθετήσω ό,τι σχετικό; Και επί τούτου όμως υπάρχει αντίλογος και κατά την ταπεινή μου γνώμη πειστικός. Είτε διαρρήχθηκαν είτε όχι οι σχέσεις των διαδίκων, γεγονός είναι ότι ο εναγόμενος συναρτούσε την εξόφληση των οφειλόμενων ποσών με την οφειλή της Έλενας Παπαδοπούλου έναντι του ιδίου. Αυτό άλλωστε υποδηλώνουν τα αναφερόμενα στο τεκμήριο
- Συνεπώς λογικό είναι ακόμη και μετά το ΚΑΠ να επιζητούσε επίλυση της διαφοράς. Άλλωστε η εξόφληση της επιταγής (τεκμήριο 26) από την Έλενα Παπαδοπούλου διενεργήθηκε την 29.5.2009 (βλ. τεκμήριο 31), δηλαδή πολύ αργότερα της τοποθέτησης του στο ΚΑΠ και προφανώς η εξόφληση δεν έγινε γιατί απλώς τούτο επιθυμούσε η τελευταία, αλλά γιατί της ζητήθηκε από τον Ξένο. Δικαιολογείται τέτοιο συμπέρασμα από την αναμφισβήτητη θέση του Θεοφίλου ότι χωρίς επίλυση τούτης της διαφοράς, δηλαδή του τεκμηρίου 26, αδύνατο ήταν για τον εναγόμενο να απαλλαγεί από το ΚΑΠ. Συνακόλουθα λογικό για τον εναγόμενο ήταν να επιδιώξει και επίλυση των λοιπών εξόδων. Πέραν όμως των πιο πάνω, έστω ότι ο Θεοφίλου και η Μαυρομουστάκη ψεύδονται και απλώς επινόησαν την ιστορία της συνάντησης την 3.4.
- Είναι απορίας άξιο όμως ότι σε αυτή την συνάντηση είναι που μειώθηκε, σύμφωνα με τον Θεοφίλου, η συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόντων. Εν ολίγοις, αν ο Θεοφίλου είπε ψέματα για τη συνάντηση γιατί μείωσε την αμοιβή των εναγόντων. Η ερώτηση δεν απαντάται για ένα και μόνο λόγο, γιατί δεν υπάρχει λογική απάντηση. Όλα τα πιο πάνω είναι όσα καθοδήγησαν τη σκέψη μου ώστε να χαρακτηρίσω τη μαρτυρία του εναγομένου επίπλαστη και επιτηδευμένη, ενώ του Θεοφίλου και της Μαυρομουστάκη αξιόπιστη και ειλικρινή. Είναι λοιπόν αντιληπτό ότι η μαρτυρία του Ξένου απορρίπτεται, ως πιο πάνω αναφέρεται. Πέραν όσων έχουν ήδη διαπιστωθεί η αξιόπιστη μαρτυρία αποκαλύπτει και τα ακόλουθα∙ η συνεργασία των διαδίκων άρχισε τον Ιανουάριο του
- Ακολούθως τον Μάϊο του 2008, συγκεκριμένα 20.5.2008, τα μέρη συμφώνησαν σε αγορά δυο εταιρειών. Τούτες είναι η Brainworks και η Ehealthcy. Αργότερα, εν προκειμένω τον Ιανουάριο του 2009, [28.1.2009] συμφωνήθηκε η αγορά και τρίτης εταιρείας, δηλαδή της Q - Training. Δια το σύνολο των εταιρειών που αγοράστηκαν με αυτό τον τρόπο ο εναγόμενος ανέλαβε προσωπική ευθύνη να καταβάλει τα έξοδα τούτων, δηλαδή έξοδα σύστασης, αλλαγών που θα διενεργούνταν, αλλά και διαχείρισης. Τα τεκμήρια 23, 24 και 25, αποδίδουν αυτό ακριβώς που σε πρώτη φάση συμφώνησαν οι διάδικοι και αυτό παρ΄ ότι ο εναγόμενος ουδέποτε τα υπέγραψε. Δηλαδή, τα εκεί αναφερόμενα είναι όσα προφορικά συμφώνησαν ο Θεοφίλου και ο εναγόμενος. Εν τούτοις, την 3.4.2009 οι διάδικοι συναντήθηκαν εκ νέου και τότε ο Θεοφίλου συμφώνησε, εκ μέρους βεβαίως των εναγόντων, να περιορίσει τα έξοδα δια τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν στον εναγόμενο. Ο δε τελευταίος επαναδιατύπωσε την υποχρέωσή του να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά μέχρι τέλος Ιουλίου
- Εν τούτοις, ο εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με τα συμφωνηθέντα και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να οφείλει τα έξοδα διαχείρισης και αλλαγών των τριών εταιρειών. Τα έξοδα που οφείλονται είναι αυτά που συμφωνήθηκαν την 3.4.2009 και έχουν ως αναφέρθηκαν από τον Θεοφίλου. Προσθέτω δε ότι τα τεκμήρια 37, 38 και 39, είναι έντυπα του Εφόρου Εταιρειών και δεικνύουν το σύνολο των πραγματικών εξόδων που καταβλήθηκαν για τις διάφορες αλλαγές σε κάθε μία από τις τρεις εταιρείες. Περιπλέον, τα τεκμήρια 34, 35 και 36 είναι τα σχετικά τιμολόγια που εξέδωσαν οι ενάγοντες. Εις επίμετρον αποτελεί διαπίστωσή μου ότι οι αλλαγές στις τρεις εταιρείες φαίνονται στα έντυπα του Εφόρου Εταιρειών (τεκμήρια 1,2 και 3) και έχουν ως ακολούθως∙ στην Brainworks οι ενάγοντες παρέμειναν γραμματείς της εταιρείας μέχρι και την 26.7.2016, ότε και ο εναγόμενος τους ζήτησε να αποσυρθούν. Την απόσυρση τους αυτή γνωστοποίησαν στον εναγόμενο με συστημένη επιστολή (βλ. τεκμήριο 29). Εν τούτοις οι ενάγοντες εξακολουθούν να είναι το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας και αυτό γιατί ο εναγόμενος ουδέποτε ζήτησε ανάλογη αλλαγή. Ο Θεοφίλου ήταν διευθυντής της εταιρείας μέχρι και την 29.7.2009, οπόταν και διορίστηκε ο εναγόμενος. Στην Ehealthcy οι ενάγοντες παρέμειναν γραμματείς και εγγεγραμμένο γραφείο μέχρι την 13.5.2010 που ο εναγόμενος τους ζήτησε αλλαγή. Ο Θεοφίλου ήταν διευθυντής της εταιρείας μέχρι και την 11.3.2009 που παραιτήθηκε. Με την παραίτηση του Θεοφίλου, η οποία οφείλεται στο ότι το όνομά του τοποθετήθηκε στο ΚΑΠ λόγω της ακάλυπτης επιταγής (τεκμήριο 26), διευθυντής διορίστηκε ο εναγόμενος. Τέλος, στην Q - Training οι ενάγοντες παρέμειναν στη θέση του γραμματέα και εγγεγραμμένο γραφείο μέχρι την 18.2.2010 που ανέλαβε ο εναγόμενος. Από τη θέση του διευθυντή ο Θεοφίλου παραιτήθηκε την 29.7.2009 και τότε διορίστηκε ο εναγόμενος. Τώρα, από το σύνολο των πιο πάνω καταλήγω ότι τα ποσά που συμφώνησαν οι διάδικοι, λαμβάνοντας υπόψη και τον περιορισμό της 3.4.2009, σε συνάρτηση με τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν για όσο χρονικό διάστημα ίσχυσε τούτο μέχρι να τερματιστούν οι σχετικές υπηρεσίες, έχουν ως ακολούθως: Α. Για την Brainworks α) Ποσό €1.200 για υπηρεσίες διευθυντή από 26.5.2008 μέχρι 29.7.2009 πλέον ΦΠΑ. β) €2.000 για τις υπηρεσίες γραμματέα και εγγεγραμμένου γραφείου για την περίοδο από 26.5.2008 έως 26.5.2010 πλέον ΦΠΑ. γ) €1.300 ετησίως για τις υπηρεσίες εγγεγραμμένου γραφείου και γραμματέα για περίοδο από 27.5.2010 έως 26.7.2016 (έξι έτη) πλέον ΦΠΑ. δ) €600 ετησίως για τις υπηρεσίες εγγεγραμμένου γραφείου από 27.7.2016 έως τον τερματισμό παροχής τέτοιας υπηρεσίας πλέον ΦΠΑ. Β. Για την Ehealtchy: α) το ποσό €815 για τις υπηρεσίες διευθυντή για την περίοδο από 20.5.2008 μέχρι 11.3.2009 πλέον ΦΠΑ. β) ποσό €1.300 για τις υπηρεσίες γραμματέα και εγγεγραμμένου γραφείου για την περίοδο που έληξε 13.5.2010 πλέον ΦΠΑ. Γ. Για την Q - Training: α) €350 για υπηρεσίες διευθυντή από 28.1.2009 μέχρι 29.7.2009 πλέον ΦΠΑ. β) €150 για υπηρεσίες ίδρυσης και διαχείρισης τραπεζικού λογαριασμού από 28.1.2009 μέχρι 29.7.2009 πλέον ΦΠΑ. γ) €635,71 για υπηρεσίες γραμματέα για την περίοδο από 28.1.2009 μέχρι 18.2.2010 πλέον ΦΠΑ. Τα πιο πάνω ποσά ανταποκρίνονται στη συμφωνία των διαδίκων, όχι βεβαίως την αρχική αλλά εκείνη που οδήγησε σε μείωση τούτων και συμφωνήθηκε την 3.4.2009 και προκύπτουν από την αξιόπιστη μαρτυρία του Θεοφίλου. Πέραν των πιο πάνω, συνολική θεώρηση της μαρτυρίας του Θεοφίλου και των τεκμηρίων 37, 38 και 39, φανερώνει ότι ο δικηγόρος συμφώνησε με τον εναγόμενο και πρόσθετη αμοιβή διά υπηρεσίες που προσφέρθηκαν και αναφέρονται στα πιο πάνω τεκμήρια. Όπως προκύπτει από τα ίδια πάντα τεκμήρια [τεκμήρια 37, 38 και 39] τούτες οι υπηρεσίες αφορούσαν αλλαγή ονόματος της κάθε εταιρείας, αλλαγή μετόχων και βεβαίως αλλαγή αξιωματούχων. Από τη μαρτυρία του Θεοφίλου διαπιστώνεται ότι πέραν της συμφωνηθείσας αμοιβής διά παροχή τούτων των υπηρεσιών, οι ενάγοντες υπέστησαν και ζημία η οποία συνίσταται στα πραγματικά έξοδα που κατέβαλαν διά πραγματοποίηση των πιο πάνω αλλαγών. Τα ίδια τεκμήρια φανερώνουν ποια είναι τα πραγματικά έξοδα που οι ενάγοντες κατέβαλαν στον Έφορο Εταιρειών ώστε να πραγματοποιήσουν τις εκεί αναφερόμενες αλλαγές. Το σύνολο των πιο πάνω ποσών, εύλογη αμοιβή και πραγματικά έξοδα, έχει ως εξής: Α. Για την Brainworks: €200, πλέον ΦΠΑ, ως συμφωθείσα αμοιβή και €239,25 ως πραγματικά έξοδα (βλέπε τεκμήριο 37). Β. Για την Ehealtchy: €200, πλέον ΦΠΑ, ως συμφωνηθείσα αμοιβή και €375,96 ως πραγματικά έξοδα (βλέπε τεκμήριο 38) Γ. Για την Q - Training: €100, πλέον ΦΠΑ, ως συμφωνηθείσα αμοιβή και €200 ως πραγματικά έξοδα. Παρεμβάλλω εδώ ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 39 τα πραγματικά έξοδα που εκεί αναφέρονται, ανέρχονται σε €256,
- Παρόλα αυτά, επειδή η αξίωση στην αγωγή περιορίζεται σε €200, αυτό είναι το ποσό που δύναται να επιδικαστεί και τίποτα περαιτέρω. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω, υποδεικνύεται ότι το όλο ζήτημα δεν είναι τόσο περίπλοκο, δικανικά εννοώ, όπως το αντιμετώπισαν οι δυο πλευρές. Δεν πρόκειται εδώ για εγγύηση ή συμφωνία κάλυψης, όπως αναφέρεται στην αγόρευση των εναγόντων. Ούτε βεβαίως η εταιρεία είναι εκείνη που υποχρεούται να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά (βλ. Α. Νεοκλέους & Σια - ν - Μάριος Αφάμης Γενικές Κατασκευές Λίμιτεδ
(2003)1Γ ΑΑΔ 1661). Εδώ η συμφωνία είναι μεταξύ εναγόντων και εναγομένου. Είναι λοιπόν μια απλή συμφωνία προσφοράς υπηρεσιών και τίποτα περισσότερο. Το γεγονός ότι τα μέρη συμφώνησαν οι υπηρεσίες να προσφερθούν σε εταιρεία που επρόκειτο να συσταθεί αμέσως μετά, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Είναι γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο που υπαίτιος κρίνεται ο εναγόμενος, εφόσον με αυτόν είναι που συμφώνησαν οι ενάγοντες. Είναι περιττό να αναφερθεί ότι η απόρριψη της μαρτυρίας του εναγομένου ως αναξιόπιστης, αλλά και η ευρύτερη αξιολογική κρίση, καθώς και οι πιο πάνω διαπιστώσεις, δεν επιτρέπουν στην ανταπαίτηση να καρποφορήσει, ιδιαίτερα εφόσον παρέμεινε μετέωρη και ανυπόστατη πραγματικών γεγονότων που να την υποστηρίζουν. Κατ΄ επέκταση η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αξίωση των εναγόντων, σε κάθε μία από τις τρεις αγωγές, επιτυγχάνει, ενώ η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Υπέρ των εναγόντων και εις βάρος του εναγόμενου εκδίδεται απόφαση ως εξής∙ 1037/10 Στην αγωγή 1037/10 εκδίδεται απόφαση για ποσό €11.000 - υπενθυμίζεται ότι η αξίωση για υπηρεσίες εγγεγραμμένου γραφείου και γραμματέα είναι για έξι έτη - πλέον €600 ετησίως από 27.7.2006 και ως τον τερματισμό παροχής της υπηρεσίας εγγεγραμμένου γραφείου που συνεχίζεται. Τα δυο ποσά θα φέρουν ΦΠΑ και νόμιμο τόκο από την 12.2.2010, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Επίσης, υπέρ των εναγόντων και εις βάρος του εναγομένου επιδικάζεται ποσό €200 πλέον ΦΠΑ και €239,25, ως συμφωνηθείσα αμοιβή και πραγματικά έξοδα αντίστοιχα, διά τις πρόσθετες αλλαγές στην εταιρεία. Νοείται ότι και αυτά τα δυο ποσά θα φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Τέλος, υπέρ των εναγόντων επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. 1038/10 Στην αγωγή 1038/10 εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εις βάρος του εναγομένου για ποσό €2.115 πλέον ΦΠΑ και νόμιμο τόκο από 12.2.2010, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Επίσης, υπέρ των εναγόντων και εις βάρος του εναγομένου επιδικάζεται ποσό €200 πλέον ΦΠΑ και €375,96, ως συμφωνηθείσα αμοιβή και πραγματικά έξοδα αντίστοιχα, διά τις πρόσθετες αλλαγές στην εταιρεία. Νοείται ότι και αυτά τα δυο ποσά θα φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Υπέρ των εναγόντων και εις βάρος του εναγομένου επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Νοείται ότι τούτα τα έξοδα περιορίζονται μέχρι την 4.12.2014 που εκδόθηκε διάταγμα συνεκδίκασης των τριών αγωγών. 1039/10 Στην αγωγή 1039/10 εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εις βάρος του εναγομένου για ποσό €1135,71 πλέον ΦΠΑ και νόμιμο τόκο από 12.2.2010, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Επίσης, υπέρ των εναγόντων και εις βάρος του εναγομένου επιδικάζεται ποσό €100 πλέον ΦΠΑ και €200, ως συμφωνηθείσα αμοιβή και πραγματικά έξοδα αντίστοιχα, διά τις πρόσθετες αλλαγές στην εταιρεία. Νοείται ότι και αυτά τα δυο ποσά θα φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Τέλος, υπέρ των εναγόντων και εις βάρος του εναγομένου επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Τούτα τα έξοδα περιορίζονται μέχρι την 4.12.2014 που εκδόθηκε διάταγμα συνεκδίκασης των τριών αγωγών. (Υπ. ) ............ Λ. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Κ.Κ. Αναφορά: Αγωγές/Τελική/Παροχή Υπηρεσιών Εταιρείας Subject: Civil/Final/Paroxi Ipiresion Etairias cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο