Αντώνη Περικλέους ν. Ανδρέα Χριστοφορίδη, Αρ. Αγωγής: 296/2011, 30/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A218 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 296/2011 Μεταξύ: Αντώνη Περικλέους Ενάγοντα και Ανδρέα Χριστοφορίδη Εναγομένου ---------- Ημερομηνία: 30 Αυγούστου 2017 Για τον ενάγοντα: κα Χριστοδούλου Για τον εναγόμενο: κος Λουκά Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εξέλιξη της διαδικασίας αποκαλύπτει ότι το αντικείμενο της υπόθεσης είναι αμιγώς νομικό. Αυτό γιατί την 18.5.2017 οι συνήγοροι κατέστησαν παραδεκτό το σύνολο των πραγματικών γεγονότων και λόγω τούτου δεν κάλεσαν περαιτέρω μαρτυρία. Ας δούμε λοιπόν τί είναι εκείνο που δηλώθηκε από τους συνηγόρους. Τόσο ο ενάγων όσο και ο εναγόμενος είναι πολιτικοί μηχανικοί στο επάγγελμα. Ο εναγόμενος κατέχει και δίπλωμα διαιτητή από το The Chartered Institute of Arbitrators. Υπό αυτή την τελευταία ιδιότητα, δηλαδή του διαιτητή, ανέλαβε επ' αμοιβή τη διεκπεραίωση διαιτησίας σε διαφορά μεταξύ του ενάγοντα και τρίτου προσώπου, εν προκειμένω της εταιρείας Συνεργατικός Οργανισμός Διαθέσεως Αμπελουργικών Προϊόντων (στη συνέχεια Σ.Ο.Δ.Α.Π.). Όπως θα διαφανεί και πιο κάτω αυτή η διαιτησία που ο εναγόμενος ανέλαβε να διεκπεραιώσει βρίσκεται στο επίκεντρο της διαφοράς των διαδίκων. Σημειώνεται συναφώς ότι την 9.9.2003 ενάγων και Σ.Ο.Δ.Α.Π. υπέγραψαν συμφωνία διαιτησίας, με την οποία παρέπεμψαν τη διαφορά τους στον εναγόμενο, ώστε υπό την ιδιότητα του διαιτητή να επιληφθεί της επικείμενης διαιτησίας. Την ίδια ημερομηνία [9.9.2003] ο εναγόμενος αποδέχθηκε το διορισμό του και ως εκ τούτου προχώρησε και εκδίκασε τη διαιτησία. Η εκδίκαση τούτης διήρκησε 18 μήνες και ολοκληρώθηκε την 22.12.
- Εν τούτοις μέχρι και την καταχώριση της επίδικης αγωγής ο εναγόμενος δεν εξέδωσε απόφαση για το αποτέλεσμα αυτής. Έτι χειρότερα μετά την ολοκλήρωση της εκδίκασης και συγκεκριμένα την 7.12.2010, ο ενάγων έλαβε επιστολή που ο εναγόμενος απέστειλε στο Ε.Τ.Ε.Κ., όπου δήλωνε ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσει με την έκδοση απόφασης στη διαιτησία. Ένεκα του περιεχομένου τούτης της επιστολής ο ενάγων έστειλε στον εναγόμενο νέα επιστολή με την οποία τερμάτιζε τη συμφωνία διορισμού τούτου ως διαιτητή. Ακολούθως την 22.12.2010 έστειλε στον εναγόμενο δεύτερη επιστολή και τον πληροφορούσε ότι διεκδικούσε από αυτόν το ποσό των €15.399,
- Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο λόγος που ο εναγόμενος δεν εξέδωσε απόφαση, οφείλεται στο ότι δεν κατάφερε να μαγνητοφωνήσει συγκεκριμένο μάρτυρα που κάλεσε ο αντίδικος του ενάγοντα, όπως ούτε να τον επανακλητεύσει. Τέλος, μετά την αντικατάσταση του εναγομένου διορίστηκε νέος διαιτητής και την 14.1.2014 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ του ενάγοντα. Ένεκα όλων των ανωτέρω, δηλαδή ότι ο εναγόμενος δεν εξέδωσε απόφαση στη διαιτησία, ο ενάγων υπέστη ζημία που ανέρχεται στο ποσό των €6.891,
- Το ποσό αυτό συνιστά την αμοιβή που ο ενάγων κατέβαλε στο δικηγόρο του στο πλαίσιο της πρώτης διαιτησίας. Επαναλαμβάνω ότι μετά τη δήλωση παραδεκτών γεγονότων, δήλωση ημερομηνίας 18.5.2017, οι δύο πλευρές, ενάγων και εναγόμενος, δήλωσαν ότι δεν θα καλούσαν άλλη μαρτυρία και απλώς περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Ως εκ τούτου όλα τα πιο πάνω συνιστούν παραδεκτά γεγονότα που δεσμεύουν το δικαστήριο. Ας δούμε τώρα τί είναι εκείνο που έκαστος ανέφερε στο πλαίσιο αγορεύσεων. Ο ενάγων υποστήριξε ότι ο εναγόμενος παραβίασε τόσο τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, όσο και τις πρόνοιες της συμφωνίας για παραπομπή σε διαιτησία. Σε σχέση με αυτό το τελευταίο ανέφερε ότι ο όρος 14 της συμφωνίας διά παραπομπή σε διαιτησία, προέβλεπε πως· « Ο διαιτητής θα διεξαγάγει και διεκπεραιώσει την παρούσα διαιτησία σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ.4) της Κυπριακής Δημοκρατίας και θα εκδώσει την απόφαση του δεόντως αιτιολογημένη εντός λογικής χρονικής προθεσμίας από της υπογραφής του παρόντος συμφωνητικού εγγράφου.» Καταλήγει συνεπώς πως το γεγονός και μόνο ότι ο εναγόμενος δεν εξέδωσε απόφαση στη διαιτησία, αντιστρατεύεται των διατάξεων του πιο πάνω όρου. Προσθέτει περαιτέρω ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου σε σχέση με το λόγο που απέτυχε να εκδώσει τούτη την απόφαση, δηλαδή πως το μαγνητόφωνο του παρουσίασε βλάβη και δεν είχε ενώπιον του όλες τις μαρτυρίες, δεν ευσταθεί (βλ. 3η σελίδα γραπτής αγόρευσης ενάγοντα). Δικαιολόγησε τούτο το συμπέρασμα λέγοντας ότι την 4.3.2010 ο εναγόμενος απέστειλε επιστολή στο Ε.Τ.Ε.Κ. και ζήτησε να αντικατασταθεί. Ο λόγος που εκεί έδωσε, λέει ο ενάγων, δεν ανέφερνε κάτι τέτοιο, παρά μόνο ότι· «ένεκα της απουσίας μου στο εξωτερικό, δυστυχώς μου είναι αδύνατο να συμπληρώσω τις πιο πάνω διαιτησίες». Συνεπώς, καταλήγει η πλευρά του ενάγοντα, ο διαφορετικός ισχυρισμός στη δικογραφημένη υπεράσπιση δεν ευσταθεί. Γι' αυτό το λόγο καλεί το δικαστήριο να απορρίψει τούτον. Προτού ολοκληρώσω με τις αιτιάσεις των μερών, κρίνω ότι δόκιμο είναι να σχολιάσω όσα έχουν ήδη αναφερθεί. Υποδεικνύεται εν προκειμένω ότι δεν χωρεί αμφιβολία πως οι σχετικές αιτιάσεις του ενάγοντα είναι καινοφανείς. Με αυτό εννοώ ότι μόλις στην τελική αγόρευση εμφανίστηκαν τούτες και περιπλέον, ότι δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία. Αρκεί να υποδειχθεί ότι η συμφωνία παραπομπής σε διαιτησία, δηλαδή το συνυποσχετικό όπως καλείται στο σχετικό νόμο [Κεφ.4], δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου. Συνεπώς άγνωστες είναι για το δικαστήριο οι διατάξεις τούτου. Εν πάση όμως περιπτώσει, μείζων είναι πως οι σχετικοί ισχυρισμοί του ενάγοντα δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία. Πολύ δε περισσότερο ατυχής κρίνεται η εισήγηση του ενάγοντα πως το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει το δικογραφημένο ισχυρισμό του εναγομένου ως προς το λόγο που παρέλειψε να εκδώσει την απόφασή του. Αυτό γιατί ο ούτω καλούμενος στην αγόρευση ισχυρισμός, δεν είναι τέτοιος. Σήμερα πλέον ο ισχυρισμός συνιστά εύρημα του δικαστηρίου και μάλιστα ο λόγος που έγινε αυτό οφείλεται στο ότι οι δύο πλευρές το επέλεξαν, όταν ενσωμάτωσαν τούτον στα παραδεκτά γεγονότα. Περιττό βεβαίως να επαναλάβω καθετί που αναφέρεται στα παραδεκτά γεγονότα. Αρκεί όμως να υποδειχθεί ότι εκεί αναφέρεται ο λόγος που ο εναγόμενος δεν κατόρθωσε να εκδώσει την απόφασή του και απλή ανάγνωση τούτων φανερώνει πως είναι αυτός που ο ενάγων ζητά να απορριφθεί. Κάτι τέτοιο όμως δεν επιτρέπεται. Στην υπόθεση Αθλητικό Σωματείο Ολυμπιακός Λευκωσίας ν. Αριστοκλέους
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1349, 1354, επεξηγήθηκε επαρκώς και με γλαφυρότητα ο ρόλος και η σημασία των παραδεκτών γεγονότων. Αναφέρθηκε εκεί ότι· « Το σκεπτικό με βάση το οποίο το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε στο προσβαλλόμενο με την παρούσα έφεση συμπέρασμα του αναφορικά με την ταυτότητα του εργοδότη του εφεσιβλήτου, έχει ως βασικό άξονα τα παραδεκτά γεγονότα. Σχετικοί είναι οι λόγοι έφεσης 1, 2 και 3. Με αναφορά στην υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Χαραλάμπους (Αρ. 1)
(2000)2 Α.Α.Δ. 186, στην οποία επανατονίστηκε η σημασία και η διάσταση των παραδεκτών δυνάμει των προνοιών του άρθρου 19
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Νόμο 86/1986, γεγονότων ως αναντίλεκτης μαρτυρίας, ο πρωτόδικος δικαστής αρνούμενος, ορθά κατά την άποψη μας, να προβεί σε ευρήματα που αντιστρατεύονταν τα παραδεκτά γεγονότα, απέρριψε την εκδοχή της υπεράσπισης και κατέληξε στο συγκεκριμένο συμπέρασμα του. Άλλωστε, άρνηση των παραδεκτών γεγονότων και προβολή αντιφατικής με αυτά εκδοχής, συνιστά, σύμφωνα με τη νομολογία, προσφυγή στο ψεύδος με στόχο την αποφυγή των δυσμενών για το διάδικο που προβαίνει σε μια τέτοια ενέργεια, συνεπειών, που τα ενοχοποιητικά δεδομένα συνεπάγονται για την υπόθεση του (Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444).» Συνεπώς δεν επιτρέπεται στο δικαστήριο να αποκλίνει από τα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία δεσμεύουν την όλη διαδικασία. Τώρα, έχοντας αποφανθεί για αυτή τη πτυχή της αγόρευσης του ενάγοντα, προσθέτω ότι ο τελευταίος διατείνεται περαιτέρω πως ο εναγόμενος διαιτητής υπείχε καθήκον επιμέλειας έναντί του, το οποίο απέτυχε να αποσείσει λόγω του ότι δεν εξέδωσε την απόφαση, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία. Αυτή λοιπόν τη ζημία είναι που αξιώνει και η βάση αγωγής, καθώς και επιχειρηματολογίας του, είναι το αστικό αδίκημα της αμέλειας, άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Περιορισμένη αλλά εξειδικευμένη είναι η υπεράσπιση που προβάλλει ο εναγόμενος. Διατείνεται τούτος ότι δεν χωρεί αγωγή για αμέλεια εναντίον διαιτητή. Προς επίρρωση τούτης της θέσης επικαλείται το άρθρο 4 του Κεφ.148, καθώς επίσης αριθμό αγγλικών αποφάσεων. Λόγω της ιδιαίτερης σημασίας που προσλαμβάνουν οι διατάξεις του άρθρου 4 του Κεφ.148, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τούτο αυτούσιο. Αναφέρεται εκεί ότι· « 4.—
(1)Καμιά αγωγή σε σχέση με οποιοδήποτε αστικό αδίκημα δεν εγείρεται εναντίον της Αυτής Μεγαλειότητας.
(2)Λειτουργός της Δημοκρατίας ευθύνεται για οποιοδήποτε αστικό αδίκημα που διαπράττεται από αυτόν: Νοείται ότι ενάγεται υπό την προσωπική του ιδιότητα: Νοείται επίσης ότι, τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(3)και
(4), σε οποιαδήποτε αγωγή που εγείρεται κατά τέτοιου λειτουργού συνιστά υπεράσπιση το γεγονός ότι η πράξη για την οποία γίνεται το παράπονο τελέστηκε εντός των ορίων της νόμιμης εξουσίας αυτού. Κανένας λειτουργός της Δημοκρατίας δεν ευθύνεται για οποιοδήποτε αστικό αδίκημα που διαπράχτηκε από οποιοδήποτε άλλο λειτουργό της Δημοκρατίας εκτός αν ρητά εξουσιοδότησε ή ενέκρινε το αδίκημα αυτό.
(3)Καμιά αγωγή δεν εγείρεται εναντίον Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας ούτε εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που νόμιμα εκτελεί τα καθήκοντα Δικαστή τέτοιου Δικαστηρίου, σε σχέση με αστικό αδίκημα που διαπράχτηκε από αυτό υπό τη δικαστική του ιδιότητα.
(4)Καμιά αγωγή δεν εγείρεται εναντίον Δικαστή οποιουδήποτε Δικαστηρίου στη Δημοκρατία, άλλου από το Ανώτατο Δικαστήριο, ούτε εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που νόμιμα εκτελεί τα καθήκοντα Δικαστή τέτοιου Δικαστηρίου, ούτε εναντίον επίσημου παραλήπτη, ούτε εναντίον μέλους στρατοδικείου, ούτε εναντίον διαιτητή, ούτε εναντίον άλλου δικαστικού λειτουργού, σε σχέση με αστικό αδίκημα που διαπράχτηκε από αυτόν υπό τη δικαστική του ιδιότητα, αν η πράξη που προκάλεσε το αστικό αδίκημα τελέστηκε εντός της δικαιοδοσίας του.» Εξ αρχής αναφέρω ότι σημαντικές και πλέον καθοριστικές είναι και οι υποθέσεις που επικαλείται ο εναγόμενος. Ιδιαίτερη όμως σημασία προσδίδω στα λεχθέντα στην υπόθεση Sutcliffe ν. Thackrah a.o.
(1974)A.C.727, όπου το θέμα έτυχε εκτενούς ανάλυσης. Στην ομιλία του Λόρδου Morris of Borth-Y-Gest υποδεικνύεται ότι· ως ζήτημα δημόσιας πολιτικής όταν ένα πρόσωπο αναλαμβάνει να εκτελέσει μια εργασία έναντι αμοιβής, δεσμεύεται να εκτελέσει τούτη εύλογα και με τον αναγκαίο βαθμό ικανότητας και επιμέλειας. Αυτό συνιστά ύψιστη αρχή δικαίου. Παρ' όλα αυτά η σκέψη και ο λόγος του Λόρδου Morris δεν περιορίστηκε στο πιο πάνω απόσπασμα. Επεκτάθηκε εν προκειμένω και σε εκείνα που αφορούν τον διαιτητή και ανέφερε ότι (σελίδα 744)· « I think that it must now be accepted that an action will not lie against an arbitrator for want of skill or for negligence in making his award. The reason for this may be that the public interest does not make it necessary for the courts to exercise greater powers over arbitrators than those which they possess, such as the power of removing for misconduct or of correcting errors of law which appear on the face of an award. Furthermore, as a matter of public policy it has been thought to be undesirable to allow an action against an arbitrator (for lack of care or skill) for the reason that his functions are of a judicial nature.» Εν τούτοις διακρίθηκε εκεί η περίπτωση του διαιτητή (arbitrator) από εκείνη του οιονεί διαιτητή (quasi arbitrator). Η περίπτωση του τελευταίου διαφοροποιήθηκε τόσο σε πραγματικό όσο και σε δικανικό επίπεδο. Ο ρόλος του συναρτήθηκε με εκείνο ενός εκτιμητή (valuer) που καλείται να προβεί σε εκτίμηση, για να υποδειχθεί ότι (σελίδα 745)· «There may be a situation in which two people wish to know the value of some property with a view possibly to their making some contract in regard to it. They may have no dispute because neither has any precise idea as to the value. Suppose that they both agree to employ a valuer or surveyor to make a valuation. His carefully and honestly formed opinion would not make him liable to an action merely because in the opinion of some other honest and careful valuer it was thought to be wrong. But suppose it was proved that he had clearly been negligent and so had given a wrong figure - I see no reason why there should not then be liability at the suit of either party who could prove that loss had resulted.» Για τους σκοπούς της παρούσας δεν έχει σημασία η διάκριση μεταξύ των δύο κατηγοριών, διαιτητή και οιονεί διαιτητή, εφόσον εδώ δεδομένο είναι ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος ήταν διαιτητής στη διαφορά του ενάγοντα με τη Σ.Ο.Δ.Α.Π. και το καθεστώς τούτου διέπετο από τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4. Ζητούμενο είναι απλώς το κατά πόσο ο διαιτητής δύναται να κριθεί υπόλογος διά αμελή συμπεριφορά, νοείται βεβαίως σε ό,τι αφορά την άσκηση των καθηκόντων της θέσης που κατέχει και όχι για οτιδήποτε άλλο, φερ' ειπείν misconduct ή συμπεριφορά άσχετη των καθηκόντων του. Περί τούτου ορθή είναι η θέση του εναγομένου. Δικαίως ο τελευταίος επικαλείται την υπόθεση Arenson v. Casson Beckman Rutley&Co.
(1977)A.C.405 και συγκεκριμένα την ομιλία του Λόρδου Fraser of Tullybelton, όπου λέχθηκε ότι (σελίδα 440)· « My Lords, I agree that this appeal should be allowed. It has long been established in both England and Scotland that judges are immune from actions for negligence in the performance of their duty. The reason no doubt is that public policy requires that they should not be liable to harassment for actions by disappointed litigants; ".. . otherwise no man but a beggar, or a fool, would be a judge " (Stair, Institutions of the Law of Scotland, IV. 1.5.). Immunity against actions for negligence is enjoyed by arbitrators for much the same reason; in Lingood v. Croucher
(1742)2 Atk. 395 Lord Hardwicke L.C. quoted, at p. 396, a dictum by Lord King L.C. that if arbitrators were liable to be sued that ".. . would effectually discourage persons of worth from accepting of being arbitrators; . . ." But the immunity of judges and arbitrators forms an exception to the general rule that a person who professes special skill or knowledge is liable for negligence if he fails to show such knowledge and skill and to take such care and precautions as are reasonably expected of a normally skilled and competent member of the profession or trade in question.» Ομοίως ο Λόρδος Wheatley ανέφερε ότι (σελίδα 426)· « The respondents, however, successfully argued in the courts below that, be that as it may, they were free from any legal liability through the operation of what is known as the immunity doctrine. This is a doctrine which provides immunity to persons for the consequences of negligence in the exercise of their legal duties by reason of the position which they occupy. This immunity has been given to judges and extended to arbitrators and semble to quasi-arbitrators. Since it is a defence to what otherwise would be a good claim for damages on the ground of negligence, the onus is on the party claiming the immunity to establish it—cf. Lord Reid in Sutcliffe v. Thackrah [1974] A.C. 727, 738. Their Lordships in that case recognised that the existence or non-existence of the immunity will depend on the circumstances of the particular case.» Τέλος, ο Λόρδος Salmon ανέφερε ότι (σελίδα 436)· « The majority of your Lordships however thought that the question relating to an architect's immunity should not be considered in isolation and could best be solved in the context of the wider issue, namely, what are the limits of the immunity which the law affords against actions for negligence in general? Such immunity can only exist when there are strong grounds for holding that public policy demands it. This rarely occurs because the law recognizes that there is normally an overriding requirement of public policy that those who cause damage by a breach of their legal obligations to take reasonable care should be answerable in the courts to compensate those to whom they have caused damage by their negligence. Sovereign states, monarchs and their accredited representatives enjoy immunity from suit on grounds of a public policy founded on international comity. Judges, barristers, solicitors, jurors and witnesses also enjoy immunity in respect of anything they say or do in court during the course of a trial: the law recognizes that such an immunity is vital to the efficient and speedy administration of justice and therefore necessary on grounds of public policy. The law also accords the same immunity to arbitrators when they are carrying out much the same functions as jugdes.» Όλα τα πιο πάνω αποδίδουν το ορθό νομικό πλαίσιο και επεξηγούν αυτό που ακριβώς αναφέρεται στο άρθρο 4
(4)του Kεφ.148, δηλαδή ότι δεν νοείται έγερση αγωγής εναντίον δικαστή ή διαιτητή επί τω ότι ήτο αμελής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Δημόσια πολιτική επιτάσσει ότι είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης όπως ο δικαστής και ομοίως ο διαιτητής όταν λειτουργεί κατά τρόπο διαιτητικό, να μην ενάγεται για αμέλεια. Σε διαφορετική περίπτωση η ακεραιότητα και ανεξαρτησία του δικαστή, στοιχεία που στην προκείμενη περίπτωση είναι συνταγματικά κατοχυρωμένα, θα καθίσταντο υποχείρια της όποιας αντίδρασης των διαδίκων και συγκεκριμένα της απειλής για δίωξη. Αυτό όμως δεν εξυπηρετεί, όπως έχει ήδη αναφερθεί, την απονομή της δικαιοσύνης και θα απωθούσε τίμιους και λογικούς ανθρώπους από το χώρο του δικαίου. Ανάλογα βεβαίως ισχύουν και για το διαιτητή. Άλλωστε το άρθρο 4 του Κεφ. 148 επιβεβαιώνει τούτο, δηλαδή ότι η εξαίρεση του κανόνα καλύπτει το διαιτητή κατά τον ίδιο τρόπο που ισχύει και για το δικαστή. Δοθέντος ότι αυτή είναι η μια και μοναδική βάση αγωγής του ενάγοντα, είναι πλέον αντιληπτό ότι η αγωγή είναι ανυπόστατη και υποκείμενη σε απόρριψη. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, η αγωγή απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εις βάρος του ενάγοντα. (Υπ.) ........ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο