Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Κώστα Ανδρονίκου κ.α., Αρ. Αίτησηςς: 525/13, 31/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A300 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. A. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησηςς: 525/13 Αναφορικά με τη Διαιτητική Απόφαση του Διαιτητού κου Κώστα Ανδρονίκου στη Διαιτησία μεταξύ της Εταιρείας Χαρίλαος Αποστολίδης & Σία Λτδ και Α. Panayides Contracting Ltd-Κοινοπραξία και της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενεργούσης δια του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, σε σχέση με το Συμβόλαιο για το Έργο Νέο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ημερομηνίας κατά ή περί την 7η Απριλίου 1997, όπως τροποποιήθηκε με τις Συμπληρωματικές Συμφωνίες ημερομηνίας 6 Απριλίου 2011, 11 Οκτωβρίου 2002, και 13 Οκτωβρίου
- Και Αναφορικά με τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Αιτητή Και
- Κώστα Ανδρονίκου
- Χαρίλαος Αποστολίδης &Σία Λτδ και Α. Panayides Contracting Ltd - Κοινοπραξία Καθ΄ ων η αίτηση ------------ Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου, 2017 Για τον Αιτητή: κα Ελ. Φλωρέντζου Για τον Καθ΄ου η αίτηση 1: κος Χρ. Γεωργιάδης μαζί με κα. Τ. Κολλακίδου Για τον Καθ΄ ου η αίτηση 2: κος Σπ. Ευαγγέλου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα απόφαση αφορά αίτημα για ακύρωση διαιτητικής απόφασης. Εν προκειμένω τα διατάγματα που ζητούνται είναι τα ακόλουθα: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Διαιτητής κ. Κώστας Ανδρονίκου επέδειξε κακή και/ή μεροληπτική συμπεριφορά και/ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση και/ή η Διαιτησία και/ή η Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε παράτυπα και ότι για το λόγο αυτό η Διαιτητική Απόφαση πρέπει να ακυρωθεί. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει όπως η Απόφαση του Διαιτητού κ. Κώστα Ανδρονίκου ημερομηνίας 30.4.2012, ακυρωθεί και/ή παραμερισθεί, επειδή η εν λόγω Απόφαση είναι αποτέλεσμα κακής συμπεριφοράς και/ή διαδικασίας και/ή κακού χειρισμού της υπόθεσης (MISCONDUCT) εκ μέρους του Διαιτητή και/ή υπέρβασης και/ή κατάχρησης εξουσίας και/ή παράβασης της Συμφωνίας Διαιτησίας και/ή των όρων του Συμβολαίου και των αρχών φυσικής δικαιοσύνης και/ή επειδή ο Διαιτητής διεξήγαγε κακώς και/ή αντικανονικά και/ή μεροληπτικά τη Διαιτησία και/ή εξέδωσε παράτυπα την εν λόγω Απόφαση (arbitration and/or award was improperly procured) και/ή παράνομα και/ή αντικανονικά και/ή χωρίς δικαιοδοσία και/ή καθ΄ υπέρβαση των εξουσιών και/ή δικαιοδοσίας του κατέληξε στην εν λόγω απόφαση, για τους λόγους και/ή γεγονότα που αναφέρονται πιο πάνω. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η πιο πάνω αναφερόμενη Απόφαση του Διαιτητού ημερομηνίας 30.4.2012 για όλους τους λόγους που αναφέρονται πιο κάτω και οι οποίοι στο σύνολο τους δείχνουν και/ή συνηγορούν ότι ο Διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά και/ή χειρίστηκε κακώς και/ή μεροληπτικά την υπόθεση (misconducted himself or the proceedings). Η επίδικη διαδικασία άρχισε με την καταχώριση πρωτογενούς αιτήσεως (originating summons) από μέρους του αιτητή. Αν και αρχικά η διαδικασία παρεξέκλινε της πορείας που είθισται να ακολουθείται σε τέτοιου είδους αιτήσεις, εν τούτοις στη συνέχεια επανήλθε στο σωστό δρόμο και τα μέρη έλαβαν οδηγίες για καταχώριση ενόρκων δηλώσεων. Κατ΄ επέκταση η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε σε καταχώριση ενόρκων δηλώσεων και εφόσον ουδείς εκ των διαδίκων ζήτησε να αντεξετάσει κάποιον από τους ομνύοντες, η διαδικασία ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Ας δούμε όμως αυτό που αφορά η αίτηση, καθώς και τα μέρη που εμπλέκονται στη διαδικασία. Αρχίζοντας από το τελευταίο παρατηρώ ότι αιτητής στην επίδικη αίτηση είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ως εκπρόσωπος της πολιτείας. Στην αντίπερα όχθη τα μέρη είναι δύο∙ αφενός ο διαιτητής στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (στη συνέχεια ο διαιτητής), αφετέρου ο εργολάβος του έργου, δηλαδή το πρόσωπο, εν προκειμένω η κοινοπραξία προσώπων, που συμβλήθηκε με την πολιτεία (στη συνέχεια ο εργολάβος). Το δε έργο που θα εκτελείτο, δηλαδή το αντικείμενο της σύμβασης μεταξύ πολιτείας και εργολάβου, είναι αυτό το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Είναι σε αυτό το πλαίσιο, δηλαδή κατά την εκτέλεση των εργασιών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, που ανεφύη διαφορά μεταξύ πολιτείας και εργολάβου. Τούτη η διαφορά οδηγήθηκε σε διαιτησία και διαιτητής ορίστηκε ο καθ΄ ου η αίτηση 1 στην επίδικη αίτηση. Προτού όμως προχωρήσω σε οτιδήποτε άλλο που αφορά την ουσία της διαφοράς, επιβάλλεται να πραγματευτώ ό,τι σχετικό της αίτησης και των δυο ενστάσεων. Το λοιπόν∙ η αίτηση συνοδεύεται από δήλωση που ομνύει κάποια Έλενα Ιωαννίδου, επιμετρητής ποσοτήτων στο τμήμα δημοσίων έργων του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων. Το περιεχόμενο τούτης της δήλωσης πραγματεύομαι πιο κάτω. Για την ώρα αρκούμαι να αναφέρω ότι σε τούτη τη δήλωση επισυνάπτονται τρία τεκμήρια. Τούτα είναι∙ μια εκ των συμφωνιών που υπέγραψε η πολιτεία με τον εργολάβο (τεκμήριο 1), η απόφαση του διαιτητή (τεκμήριο 2) και μέρος του συμβολαίου της πολιτείας με τον εργολάβο, συγκεκριμένα εκείνο που διαγράφει τη διαδικασία επίλυσης διαφορών - στο έντυπο αναγράφεται ο τίτλος «Διακανονισμός Διαφορών» - (τεκμήριο 3). Σημειώνω εδώ ότι για σκοπούς καλύτερης κατανόησης όσων ακολουθούν, όπου πιο κάτω αναφέρομαι σε τούτη τη δήλωση θα την καλώ «δήλωση εργοδότη». Ένορκη δήλωση συνοδεύει βεβαίως και την ένσταση τόσο του διαιτητή όσο και του εργολάβου. Τη μεν πρώτη [διαιτητή] ορκίζεται ο ίδιος, τη δε άλλη [εργολάβου] ορκίζεται κάποιος Μάριος Παπαδόπουλος, επιμετρητής ποσοτήτων και διευθυντής του έργου που ανέλαβε η κοινοπραξία νομικών προσώπων που απαρτίζουν τον εργολάβο. Το περιεχόμενο των δυο αυτών δηλώσεων πραγματεύομαι πιο κάτω, σημειώνω όμως ότι η μεν δήλωση του διαιτητή θα χαρακτηρίζεται ως τέτοια - «δήλωση διαιτητή» - η δε άλλη ως «δήλωση εργολάβου». Και οι δυο ενστάσεις φέρουν νομική βάση. Διαπιστώνεται συναφώς ότι εδράζονται στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 και ιδιαίτερα στα άρθρα 2,6,20 και 30, καθώς επίσης στη Δ.48, κ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η ένσταση του εργολάβου επικαλείται περαιτέρω και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου, ως επίσης τη νομολογία. Είμαι της γνώμης ότι δεν εξυπηρετεί να παραθέσω αυτούσιους τους λόγους ένστασης που επικαλούνται οι καθ΄ ων η αίτηση. Άλλωστε πιο κάτω εξετάζεται ό,τι σχετικό και αναγκαίο. Συνοψίζω όμως ότι και οι δυο - διαιτητής και εργολάβος - αντιτίθενται στην αίτηση τόσο για ουσιαστικούς όσο και δικονομικούς λόγους. Τώρα, απλή και μόνο ανάγνωση των δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και τις δυο ενστάσεις, αποκαλύπτει ότι η διαφορά των μερών δεν είναι τόσο επί πραγματικού ζητήματος όσο επί νομικού. Αυτό γιατί τα μέρη συμφωνούν, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό, στο πραγματικό πλαίσιο που περιβάλλει το αίτημα και απλώς διαφωνούν στην υπαγωγή τούτου στις σχετικές νομικές αρχές και βεβαίως στα αποτελέσματα που προέκυψαν. Ας δούμε λοιπόν το σύνολο των γεγονότων που δεν αμφισβητούνται. Αποτελεί κοινό τόπο ότι την 7.4.1997 η πολιτεία συνομολόγησε σύμβαση με τον εργολάβο για ανέγερση του Νέου Γενικού Νοσοκομείου. Το σύνολο των μερών εκλαμβάνει ως γεγονός ότι σε τούτη τη συμφωνία, που ας σημειωθεί ότι δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, περιείχετο ρήτρα επίλυσης διαφορών. Η εκεί αναφερόμενη διαδικασία προνοούσε παραπομπή της διαφοράς στον αρχιτέκτονα του έργου, ο οποίος υποχρεούτο τότε να προβεί σε έκδοση «απόφασης αρχιτέκτονα». Περιπλέον, σε περίπτωση διαφωνίας με την απόφαση του αρχιτέκτονα, αμφότεροι είχαν το δικαίωμα να αξιώσουν παραπομπή τούτης σε διαιτησία. Η διαδικασία επίλυσης διαφορών αποτυπώνεται στο τεκμήριο 3 στη δήλωση του εργοδότη, το οποίο αποδίδει αποσπασματικά μέρος του ευρύτερου συμβολαίου. Πέραν της αρχικής συμφωνίας [συμφωνία ημερομηνίας 7.4.1997] τα μέρη υπέγραψαν άλλες τρείς συμφωνίες. Οι ημερομηνίες τούτων είναι∙ 6.4.2001, 11.10.2002 και 13.10.
- Η συμφωνία εκείνη που φαίνεται να διαδραματίζει κάποια σημασία, πρωτίστως για την πολιτεία, είναι η συμφωνία ημερομηνίας 11.10.2002 και είναι το τεκμήριο 1 στη δήλωση του εργοδότη. Η σημασία τούτης, καθώς και το περιεχόμενό της, σχολιάζονται πιο κάτω. Για την ώρα αρκεί να λεχθεί ότι το περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας φαίνεται πως τερμάτισε εκκρεμούσες, μέχρι εκείνη τη στιγμή, διαφορές των μερών. Εν τούτοις μετά τη συμφωνία αυτή [τεκμήριο 2 στη δήλωση του εργοδότη], ο εργολάβος αποτάθηκε στον αρχιτέκτονα του έργου και ζήτησε απόφαση τούτου για συγκεκριμένη διαφορά. Η πρώτη σχετική απαίτηση του εργολάβου είναι το τεκμήριο 11 στη δήλωση τούτου. Η ημερομηνία της σχετικής επιστολής είναι 18.4.2005 και ο διακριτικός αριθμός τούτης NGHF2 -0405 -
- Ό,τι ζητούσε να αποφασιστεί είναι: «Την Παράταση Χρόνου που δικαιούται ο Εργολάβος για τις εργασίες που εκτελέστηκαν για την ένταξη του Μαγνητικού Τομογράφου και του Αξονικού Τομογράφου» Συνεπεία της πιο πάνω επιστολής του εργολάβου [τεκμήριο 11 στη δήλωση τούτου], ο αρχιτέκτονας επιλήφθηκε του αιτήματος και καθηκόντος εξέδωσε απόφαση. Η απόφαση του αρχιτέκτονα, που ας σημειωθεί ότι απέρριψε το αίτημα του εργολάβου, εκδόθηκε την 13.5.
- Τούτη η απόφαση είναι το τεκμήριο 12 στη δήλωση του εργολάβου. Την 9.5.2005, δηλαδή προτού εκδοθεί η προμνησθείσα απορριπτική απόφαση του αρχιτέκτονα, ο εργολάβος υπέβαλε νέο αίτημα. Ο διακριτικός αριθμός της επιστολής που έστειλε στον αρχιτέκτονα είναι NGHF2 - 0405 -
- Η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο 13 στη δήλωση του εργολάβου. Με αυτή την επιστολή ο εργολάβος ζητούσε απόφαση του αρχιτέκτονα για το εξής ζήτημα: «Την Παράταση Χρόνου που δικαιούται ο Εργολάβος για τις εργασίες που εκτελέστηκαν τόσο από τον ίδιον όσο και τους διορισμένους Υπεργολάβους συνέπεια των Αρχιτεκτονικών Εντολών που εκδόθηκαν μετά την Συμπληρωματική Συμφωνία ημερομηνίας 11 Οκτωβρίου 2002.» Ούτε τούτο το αίτημα [τεκμήριο 13 στη δήλωση του εργολάβου] είχε όμως θετική κατάληξη. Η απορριπτική απόφαση του αρχιτέκτονα, ημερομηνίας 6.6.2005, είναι το τεκμήριο 14 στη δήλωση του εργολάβου. Μετά και τη δεύτερη απορριπτική απόφαση του αρχιτέκτονα ο εργολάβος πληροφόρησε τον αντισυμβαλλόμενό του, εν προκειμένω το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, ότι διαφωνεί με την απόφαση και γι΄ αυτό αξιώνει άμεση παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Η επιστολή αυτή του εργολάβου είναι ημερομηνίας 24.6.2005 με διακριτικό αριθμό NGHF1 - 0605 - 15100 και είναι το τεκμήριο 15 στην ένσταση τούτου. Λόγω αυτής ακριβώς της απαίτησης του εργολάβου τα μέρη, εν προκειμένω η πολιτεία και ο εργολάβος, συμφώνησαν στο διορισμό του Κώστα Ανδρονίκου, δηλαδή του εδώ αναφερόμενου ως καθ΄ ου η αίτηση 1, ως μοναδικού διαιτητή για επίλυση της διαφοράς. Το σχετικό διοριστήριο είναι το τεκμήριο Α στη δήλωση του διαιτητή. Ακολούθως την 1.2.2006 τα μέρη είχαν συνάντηση παρουσία του διαιτητή, στην οποία κατεγράφη η διαφορά που επέκειτο να ακουστεί και αποφασιστεί και βεβαίως η διαδικασία που θα ακολουθείτο. Το σχετικό έντυπο είναι το τεκμήριο Γ στη δήλωση του διαιτητή. Εν κατακλείδι, την 30.4.2012 ο διαιτητής εξέδωσε την απόφασή του. Τούτη η απόφαση είναι το τεκμήριο 2 στη δήλωση του εργοδότη. Γεγονός είναι ότι ο διαιτητής δικαίωσε, σε μεγάλο βαθμό, τον εργολάβο, αφού επιδίκασε προς όφελος του παράταση 77 εβδομάδων από τις 110 που ζητούσε. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν διαπιστώσεις του δικαστηρίου, εφόσον αποτελούν απόρροια των δηλώσεων των μερών που δεν αμφισβητήθηκαν. Συνεπώς τα πιο πάνω συνθέτουν το κοινό πραγματικό πλαίσιο. Ας δούμε τώρα σε τι συνίσταται η υπό κρίση αίτηση, δηλαδή η ένορκη δήλωση του εργοδότη που πλαισιώνει το αίτημα τούτου για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Είναι η θέση του εργοδότη πως η απόφαση του διαιτητή πάσχει καθ΄ ότι λανθασμένα και/ή παράτυπα και/ή αυθαίρετα και/ή καθ΄ υπέρβαση εξουσίας και/ή αντικανονικά αποδέχθηκε να εξετάσει αιτήματα άλλα από αυτά που υποβλήθηκαν στον αρχιτέκτονα για έκδοση απόφασης. Συγκεκριμένα, λέει ο εργοδότης, ο διαιτητής επιδίκασε στον εργολάβο παράταση χρόνου 77 εβδομάδων, ενώ η απαίτηση του τελευταίου στον αρχιτέκτονα συνίστατο σε 51 εβδομάδες. Περιπλέον, είναι η θέση του εργοδότη ότι ο διαιτητής λανθασμένα και/ή αυθαίρετα και/ή αναιτιολόγητα και/ή παράτυπα και/ή καθ΄ υπέρβαση των εξουσιών που του δόθηκαν ενήργησε ως εμπειρογνώμονας. Ο εργοδότης υποστηρίζει τούτη τη θέση λέγοντας ότι στη διαιτησία ο εργολάβος απαίτησε παράταση χρόνου 110 εβδομάδων. Τούτη την απαίτησή του τη βάσισε στο ότι η σχετική συμφωνία, εν προκειμένω το τεκμήριο 1 στη δήλωση του εργοδότη, διαλάμβανε ότι το αναμενόμενο κόστος των τεχνικά απαραίτητων οδηγιών θα ανέρχετο σε £2.500.
- Αυτή όμως η μεθοδολογία απερρίφθη από τον διαιτητή. Συνεπώς, υποστηρίζει ο εργοδότης, ο διαιτητής όφειλε να απορρίψει την απαίτηση του εργολάβου. Εν τούτοις ο τελευταίος επινόησε δική του μεθοδολογία και υπολόγισε το αίτημα. Εδώ είναι, σύμφωνα με τον εργοδότη, που εστιάζεται το παράπονο ότι λειτούργησε ως εμπειρογνώμονας. Μάλιστα η όλη εισήγηση, δηλαδή περί εφαρμογής ανεπίτρεπτης εμπειρογνωμοσύνης, προεκτείνεται και στο επόμενο παράπονο του εργοδότη το οποίο έχει ως εξής∙ αφ΄ ης στιγμής ο διαιτητής εφάρμοσε δική του μεθοδολογία, αναφέρει ο εργοδότης, όφειλε να καλέσει τα μέρη για διευκρινίσεις, ώστε να τοποθετηθούν και να προβάλουν τις θέσεις και/ή επιχειρήματά τους, λόγω του ότι δεν γνώριζαν και/ή δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ότι αυτή ήταν η πρόθεση του διαιτητή. Η παράλειψη του τελευταίου να τους καλέσει, υποστηρίζει η πλευρά του εργοδότη, δεν είναι απλώς αυθαίρετη και/ή καθ΄ υπέρβαση εξουσίας και/ή αναιτιολόγητη, συνιστά και παραβίαση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης και εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιας δίκης. Εν κατακλείδι, είναι η θέση του εργοδότη ότι ο διαιτητής αγνόησε την υποχρέωση του εργολάβου να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Δοθέντος ότι απέρριψε τη μεθοδολογία που εισηγήθηκε η πλευρά του εργολάβου και πρόθεσή του ήταν να εφαρμόσει δική του μεθοδολογία, όφειλε να καλέσει τα μέρη να τεκμηριώσουν τις θέσεις τους. Εν τούτοις ο διαιτητής προχώρησε χωρίς να έχει ενώπιον του απαραίτητα στοιχεία, γεγονός που αποδεικνύει ότι προέβη σε αυθαίρετα συμπεράσματα. Στον αντίποδα το περιεχόμενο της δήλωσης του διαιτητή είναι φειδωλό και δεν ρίχνει φως σε όλα τα θέματα. Εν τούτοις ο διαιτητής υποστήριξε, και επί του προκειμένου δεν αμφισβητήθηκε, ότι ο λόγος δια τον οποίο επιλέγηκε από τα μέρη ήταν η ειδικότητά του στην πολιτική μηχανική. Περιπλέον, ότι τα μέρη στη διαιτησία - εργοδότης και εργολάβος - συμφώνησαν ρητά ότι κατά την εξέταση των επίδικων θεμάτων θα χρησιμοποιούσε τις ειδικές του γνώσεις. Σε μια προσπάθεια επεξήγησης της διαδικασίας που ακολουθήθηκε ο διαιτητής υποστήριξε ότι τα μέρη συμφώνησαν να μην ακολουθηθούν αυστηροί κανόνες απόδειξης και γι΄ αυτό η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας θεωρήθηκε αχρείαστη. Τέλος, είναι η θέση του διαιτητή ότι σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ο εργοδότης είχε την ευχέρεια να ακουστεί και όμως αποδέχθηκε τη διαδικασία που επιλέγηκε. Αυτό, υποστηρίζει ο διαιτητής, δεν επιτρέπει στον εργοδότη να παραπονείται σήμερα για παρατυπία της διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, λέει ο διαιτητής, οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης τηρήθηκαν και ο ίδιος λειτούργησε εντός των όρων εντολής του. Όπως ο εργοδότης έτσι και ο εργολάβος στέκεται στη συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 11.10.2002, δηλαδή το τεκμήριο 1 στη δήλωση του εργοδότη. Όπως αναφέρει∙ μετά την υπογραφή της συμπληρωματικής συμφωνίας ο αρχιτέκτονας έδωσε στον εργολάβο αριθμό οδηγιών. Λόγω ακριβώς αυτών των οδηγιών ο εργολάβος διαμαρτυρήθηκε στον αρχιτέκτονα του έργου και αποτέλεσμα τούτου ήταν να ανταλλάξουν αλληλογραφία. Σχετικά είναι τα τεκμήρια 3,4,5,6,7,8,9 και 10 στη δήλωση του εργολάβου. Μετά την αλληλογραφία των δύο - εργολάβου και αρχιτέκτονα - ο πρώτος υπέβαλε τα δυο αιτήματα που πιο πάνω αναφέρθηκαν (τεκμήρια 11 και 13 στη δήλωση του εργολάβου) και λόγω τούτων ο αρχιτέκτονας εξέδωσε αντίστοιχες αποφάσεις (βλ. τεκμήρια 12 και 14 στη δήλωση του εργολάβου). Ακολούθως, λέει ο εργολάβος, την 24.6.2005 ζήτησαν παραπομπή σε διαιτησία της απόφασης του αρχιτέκτονα ημερομηνίας 24.6.2005, δηλαδή του τεκμηρίου 14 στη δήλωση του εργολάβου. Η σχετική επιστολή του εργολάβου, δηλαδή η επιστολή που αιτείται παραπομπή σε διαιτησία, επισυνάπτεται στη δήλωση τούτου και είναι το τεκμήριο
- Επί της ουσίας της διαφοράς, δηλαδή σε σχέση με τη διαιτητική απόφαση, ο εργολάβος υποστηρίζει ότι είναι αιτιολογημένη και εντός των πλαισίων εξουσίας του διαιτητή. Περαιτέρω, ποτέ ο εργοδότης παραπονέθηκε για τη διαδικασία της διαιτησίας. Εν προκειμένω ο εργολάβος προσθέτει ότι ο εργοδότης κωλύεται να προσβάλει τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στη διαιτησία, καθ΄ ότι∙ αφενός ουδέποτε ήγειρε τέτοιο θέμα και αφετέρου ουδέποτε δέχθηκε ότι ο εργολάβος δικαιούταν οιανδήποτε παράταση, συνεπώς αμφισβήτησε την εν λόγω πτυχή της απαίτησης και αδιάφορο είναι αν η απαίτηση ήταν για 51 ή 110 εβδομάδες. Τέλος, είναι η θέση του εργολάβου ότι αντικείμενο της διαιτησίας ήταν το σύνολο της παράτασης που δικαιούταν και όχι απλώς ο χρόνος των 51 εβδομάδων. Σειρά παίρνει τώρα η διερεύνηση των ιδιαίτερων θέσεων των μερών. Περιττό να αναφερθεί ότι αν δεν επαναλαμβάνω τις άρτιες κατά τα άλλα αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων δεν σημαίνει ότι αγνοήθηκαν. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της συγγραφής της απόφασης είχα υπόψη μου όλα όσα υποστήριξαν. Για σκοπούς όμως της απόφασης αρκούμαι σε εκείνο που θεωρώ απολύτως απαραίτητο. Αρκετά όμως με γενικότητες. Στρέφω την προσοχή μου σε αυτό που πραγματικά απασχολεί. Επιβάλλεται λοιπόν να υποδειχθεί ότι η αμφισβήτηση μιας διαιτητικής απόφασης διέπεται από τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
- Αναφέρεται εκεί ότι∙ «Where an arbitrator or umpire has misconducted himself or the proceedings, or an arbitration or award has been improperly procured, the Court may set the award aside.» Ανάλογα αναφέρονται και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, 2ος τόμος, παράγραφο
- Όπως υποδεικνύεται εκεί∙ « Grounds for setting aside award. The grounds on which an award may be set aside are:
(1)the arbitration or award has been improperly procured, as, for example, where the arbitrator has been deceived, or material evidence has been fraudulently concealed; and
(2)that the arbitrator or umpire has misconducted himself or the proceedings.» Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω πιστεύω ότι θα ήταν σφάλμα να μην επισημανθεί πως η έννοια του όρου κακή συμπεριφορά, αγγλιστί misconduct, στο άρθρο 20
(2)του Κεφ. 4, έχει λεχθεί ότι δεν περιορίζεται απλώς στην εντιμότητα και αμεροληψία του διαιτητή αλλά επεκτείνεται και σε ζητήματα διαδικασίας, ιδιαίτερα εκεί όπου διαπιστώνεται ότι λόγω της πορείας που ακολουθήθηκε πλήγηκαν οι αρχές φυσικής δικαιοσύνης (βλ. Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 AAΔ 687, 697 και Russell On The Law of Arbitration, 19η έκδοση, σελίδα 460). Περιπλέον, έχει νομολογηθεί ότι λανθασμένη αποδοχή μαρτυρίας δυνατό να θεωρηθεί ανάρμοστη συμπεριφορά (misconduct) (βλ. A.N. Stasis Estates Co Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1 Γ. Α.Α.Δ. 2006, 2011 και Panicos Harakis Ltd v. The Official Reciever
(1978)1 Chris, 23). Μάλιστα στην έκταση που εδώ ενδιαφέρει, εύστοχη κρίνεται η παραπομπή των συνηγόρων του διαιτητή στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, 2ος τόμος, παράγραφος 694, όπου αναφέρεται ότι∙ «Misconduct has been found to have occurred in the following instances ..
(2)Where by his award the arbitrator or umpire purports to decide matters which have not in fact been included in the agreement of reference;» Αυτό λοιπόν επαναφέρει τη συζήτηση στους ιδιαίτερους ισχυρισμούς του εργοδότη και συγκεκριμένα στο ότι ο διαιτητής επιδίκασε στον εργολάβο παράταση που δεν είχε υποβληθεί στον αρχιτέκτονα. Κρίνω ότι δεν είναι πολλά όσα χρειάζεται να ειπωθούν. Επί του προκειμένου αρκεί να παραπέμψω στο τεκμήριο Γ στη δήλωση του διαιτητή, δηλαδή το πρακτικό που αποτυπώνει τη συνάντηση των μερών ημερομηνίας 1.2.2006. Στην παράγραφο 3.0, κάτω από τον τίτλο «Διαφορά», αναφέρεται ότι: « Τα μέρη έχουν δώσει περιγραφή της υπόθεσης τους ξεχωριστά. Η διαφορά που υφίσταται και θα εξετασθεί σε αυτή τη διαδικασία Διαιτησίας είναι αυτή που αναφέρεται και περιγράφεται στην επιστολή των Αιτητών με αρ. αναφ. NGHF2-0405-14881 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 9/5/2005 - Απόφαση Αρχιτέκτονα. Κατά την συνάντηση μου έχει δοθεί αντίγραφο της επιστολής. Έχει επιβεβαιωθεί η ύπαρξη του και το περιεχόμενο του από τα δύο μέρη.» Παρεμβάλλω ότι η επιστολή του εργολάβου που ζητούσε παραπομπή του ζητήματος σε διαιτησία (βλ. τεκμήριο 15 στη δήλωση του εργολάβου), τωόντι αφορούσε το αίτημα με διακριτικό αριθμό NGHF2-0405-14881 που αναφέρεται πιο πάνω, δηλαδή τη δεύτερη απόφαση αρχιτέκτονα που είναι το τεκμήριο 14 στη δήλωση του εργολάβου. Δοθέντος όμως της επίκλησης τούτου του τεκμηρίου [τεκμήριο 14 στη δήλωση του εργολάβου], προχωρώ να αναφέρω ότι∙ ασχέτως του πως ο αρχιτέκτονας του έργου επέλεξε να αιτιολογήσει την απόφασή του σε σχέση με το αίτημα του εργολάβου (βλ. τεκμήρια 14 και 13, αντίστοιχα στη δήλωση του εργολάβου) γεγονός παραμένει ότι η απαίτηση που ο εργολάβος υπέβαλε, δεν είχε περιοριστεί σε χρόνο. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει. Ο εργολάβος αιτήθηκε το σύνολο του χρόνου που δικαιούτο μετά τη συνομολόγηση της συμπληρωματικής συμφωνίας ημερομηνίας 11.10.2002, δηλαδή το τεκμήριο 1 στη δήλωση του εργοδότη και αυτό ήταν που ο αρχιτέκτονας καλείτο να αποφασίσει. Αυτό είναι αυταπόδεικτο από το λεκτικό της απαίτησης που υπέβαλε, δηλαδή το περιεχόμενο του τεκμηρίου 13 στη δήλωση του εργολάβου, το οποίο αναφέρει: «Την Παράταση Χρόνου που δικαιούται ο Εργολάβος για τις εργασίες που εκτελέστηκαν τόσο από τον ίδιον όσο και τους διορισμένους Υπεργολάβους συνέπεια των Αρχιτεκτονικών Εντολών που εκδόθηκαν μετά την Συμπληρωματική Συμφωνία ημερομηνίας 11 Οκτωβρίου 2002.» Πέραν των πιο πάνω, δικαίως ο εργολάβος παραπέμπει στο πρακτικό της συνάντησης 1.2.2006, πιο πάνω (τεκμήριο Γ στη δήλωση του διαιτητή), εφόσον τα εκεί αναφερόμενα αποκαλύπτουν ότι η δεύτερη εκ των δύο αποφάσεων του διαιτητή ήταν εκείνη που υπόκειτο σε έλεγχο. Συνεπώς, όπως και αν ειδωθεί η όλη υπόθεση γεγονός παραμένει ότι ο εργολάβος αιτήθηκε απόφαση δια το σύνολο της παράτασης που δικαιούταν, δηλαδή γενικά και δεν περιόρισε την απαίτηση που υπέβαλε στον αρχιτέκτονα σε 51 εβδομάδες. Συνακόλουθα ούτε στο διαιτητή περιορίστηκε η απαίτηση. Ως εκ τούτου η σχετική θέση του εργοδότη κρίνεται αβάσιμη και γι΄ αυτό απορρίπτεται. Επόμενη θέση του εργοδότη είναι πως ο διαιτητής ενήργησε ως εμπειρογνώμονας, πράγμα που δεν δικαιούτο να πράξει, όπως συνάγεται από τα συμφραζόμενα του εργοδότη. Τώρα, στέκομαι λίγο σε αυτό γιατί το εν λόγω ζήτημα δεν είναι αμιγώς νομικό. Επί του προκειμένου άλλη είναι η θέση του διαιτητή. Ο τελευταίος υποστήριξε ότι ο λόγος ακριβώς που επιλέχθηκε από τα μέρη και δή ως μόνος διαιτητής, ήταν αυτή η εμπειρογνωμοσύνη του πολιτικού μηχανικού που κατέχει. Έχω ήδη αναφέρει ότι αυτή η θέση του διαιτητή δεν έχει αμφισβητηθεί, συνεπώς δεσμεύει το δικαστήριο. Πέραν όμως τούτου, κρίνω πως η στάση των μερών στη διαιτησία και δή του εργοδότη, εν προκειμένω να μην καλέσει εμπειρογνώμονα, υποστηρίζει τη θέση του διαιτητή. Πως θα προωθούσαν την όποια επιστημονική θέση αφού δεν πρόσφεραν μαρτυρία εμπειρογνώμονα; Η απάντηση είναι απλή∙ ο διαιτητής θα εφάρμοζε την εμπειρογνωμοσύνη του, λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη τις θέσεις των δυο πλευρών. Η σχετική κατάληξη βρίσκει έρεισμα και σε εκείνο που αναφέρεται στο σύγγραμμα Russell, 17η έκδοση πιο πάνω, στη σελίδα 183, δηλαδή ότι∙ « Where however the parties employ an arbitrator who has expert knowledge, and authorize him to make use of that knowledge, it is of course proper for him to do so; and it would seem that the court will tend to presume such authority from the mere fact of employment of a specially qualified person as arbitrator. In such a case, it will be no objection to an award that the evidence actually tendered by the parties is insufficient to support it, if there are materials upon which the arbitrator himself could have supplied the deficiency.» Συνεπώς καταλήγω ότι ο λόγος που επιλέχθηκε ο συγκεκριμένος διαιτητής, ήταν αυτή η εμπειρογνωμοσύνη που κατέχει και αυτό γιατί απαίτηση των μερών ήταν να εφαρμόσει τούτη την εμπειρογνωμοσύνη του ώστε να καταλήξει σε σχετικές διαπιστώσεις. Ποια όμως η σημασία τούτης της πραγματικής πλέον διαπίστωσης; Ορθή εν προκειμένω είναι η βιβλιογραφία που επικαλείται η πλευρά του διαιτητή. Στο σύγγραμμα The Law and Practice of Commercial Arbitration in England, 2η έκδοση, στη σελίδα 360 έως 361, αναφέρεται ότι∙ « As a matter of general principle, an arbitrator should not rely on his own knowledge of facts relating to the issues before him without telling the parties that he proposes to do so and giving them an opportunity to comment on it or call rebutting evidence. There is, however, an important exception to the general principle where the arbitrator has been chosen for his special experience or knowledge in a particular field, for here it is clear that the arbitrator not only may but ought to make use of his own experience and knowledge, and may do so without reference to the parties and without the benefit of evidence on the matter in hand.» Τα πιο πάνω φανερώνουν ότι δεν είναι ανεπίτρεπτο για ένα διαιτητή να λειτουργήσει ως εμπειρογνώμονας, νοουμένου βεβαίως ότι επιλέχθηκε λόγω αυτής ακριβώς της εμπειρογνωμοσύνης του, όπως είναι εδώ η περίπτωση. Αυτή η αρχή υιοθετήθηκε και από την ημεδαπή νομολογία. Σχετική είναι η υπόθεση Iacovou Bros (Constructions) Ltd v. Χατζηνικόλα
(1991)1 Α.Α.Δ. 51, 57 όπου λέχθηκε ότι∙ « Στην υπόθεση Charalambos Galatis v. Sofronios Savvides and Another
(1966)1 CLR 87, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη του σειρά αγγλικών αποφάσεων, αποφάσισε ότι: «We accept the principle where a person is appointed as arbitrator in view of his knowledge and experience in the trade - as in the case - it's not necessary for him to examine witnesses on certain matters as he knows sufficiently of the subject to decide properly without examining them» Σε πρόχειρη μετάφραση: « Όταν κάποιο πρόσωπο διορίζεται ως διαιτητής λόγω των γνώσεών του και της εμπειρίας του σε κάποιο επάγγελμα, δεν είναι ανάγκη ο διαιτητής να εξετάσει μάρτυρες σε θέματα τα οποία κατέχει για να αποφασίσει επ΄ αυτών». Η σημασία όλων των ανωτέρω επηρεάζει δυο από τις αιτιάσεις του εργοδότη. Κατ΄ αρχάς ανακεφαλαιώνω ότι η θέση του εργοδότη πως ο διαιτητής δεν δικαιούτο, λόγω των συμφωνηθέντων, να λειτουργήσει ως εμπειρογνώμονας, έχει ήδη κριθεί εσφαλμένη. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει. Πέραν όμως τούτου, έπεται ότι και η επάλληλη θέση του εργοδότη επίσης είναι υποκείμενη σε απόρριψη. Και εξηγώ∙ Όπως έχει ήδη υποδειχθεί ο εργοδότης υποστήριξε ότι αδικαιολόγητα, λανθασμένα και εν πάση περιπτώσει κατά παράβαση της φυσικής δικαιοσύνης, ο διαιτητής δεν κάλεσε τα μέρη να αγορεύσουν, ιδιαίτερα εφόσον είχε αποφασίσει να εφαρμόσει δική του μεθοδολογία. Και πάλι στο σύγραμμα The Law and Practice of Commercial Arbitration in England, πιο πάνω, αυτή τη φορά στη σελίδα 361, αναφέρεται ότι∙ « Moreover, an arbitrator appointed for his special experience or skill in valuing property or assessing the quality of goods may quite properly examine the property or goods in the absence of the parties and rely on his own examination. There is always, however, the overriding consideration that neither party should be taken by surprise.» Προσθέτω ότι τα πιο πάνω απηχούν αυτή ακριβώς τη λογική του πράγματος. Αφ΄ ης στιγμής εμπειρογνώμονας διορίζεται ως διαιτητής και όλοι αναμένουν από αυτόν ότι θα εφαρμόσει την εμπειρογνωμοσύνη του, δεν μπορεί εκ των υστέρων να γίνεται λόγος ότι παραβιάστηκε η φυσική δικαιοσύνη. Αυτός ο λόγος διορισμού τέτοιου διαιτητή είναι η εμπειρογνωμοσύνη του που όλοι γνωρίζουν, εκτιμούν και σέβονται. Συνεπώς αυτό ακριβώς είναι που αναμένουν, δηλαδή να εφαρμόσει τούτη στα γεγονότα της υπόθεσης, ώστε να αποφανθεί για τη διαφορά που χωρίζει τα μέρη. Πώς τότε μπορεί κάποιος να ομιλεί για παραβίαση φυσικής δικαιοσύνης ή έστω κακό χειρισμό, όταν ο διαιτητής δεν έπραξε τίποτε άλλο παρά εκείνο που του είχε ζητηθεί, καθώς και συμφωνηθεί, από τα μέρη. Καταλήγω συνεπώς ότι ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί και συνεπώς απορρίπτεται. Παρ΄ όλα αυτά, επί του προκειμένου ορθή κρίνεται και η άλλη επισήμανση του εργολάβου, δηλαδή ότι η διαδικασία είχε συμφωνηθεί από τα μέρη και συνεπώς ήταν σε γνώση τούτων. Είναι βάσει αυτής της συμφωνηθείσας διαδικασίας που λειτούργησαν κατά πως επεξηγείται στις ένορκες δηλώσεις και ως εκ τούτου κωλύονται σήμερα να επικαλούνται διαδικαστικά ζητήματα. Αν η πιο πάνω αρχίζει χρειάζεται να αιτιολογηθεί ειδικά, αρκεί να παραπέμψω στα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, 2ος τόμος, παράγραφο 695, όπου αναφέρεται ότι∙ « Waiver of objection. The parties may waive objection to any kind of irregularity in the conduct of a reference. Continuing to take part in the reference knowing of the irregularity may amount either to waiver of the irregularity, or to an implied agreement to the irregular procedure. But the waiver or agreement must be made with full knowledge of the irregularity.» Στην προκείμενη περίπτωση την 2.6.2010 ο διαιτητής έστειλε στις δυο πλευρές την οδηγία 23 (τεκμήριο Στ στη δήλωση του διαιτητή) και εισηγείτο όπως μην προσκομισθεί προφορική μαρτυρία. Τα μέρη συμφώνησαν (βλ. τεκμήρια Η και Θ στη δήλωση του διαιτητή στην έκταση που αφορά τον εργολάβο), με μόνη επιφύλαξη από την πλευρά του εργοδότη ότι θα υποβληθούν και γραπτές αγορεύσεις, (βλ. τεκμήριο Ζ στη δήλωση του διαιτητή). Ακολούθως ο διαιτητής έστειλε στα μέρη άλλες πέντε, τουλάχιστον, οδηγίες (βλ. τεκμήρια Ι, Κ, Λ, Μ και Ο στη δήλωση του διαιτητή), με την τελευταία μάλιστα να αφορά και αίτημα διαγραφής μαρτυρίας που είχε προσκομισθεί από τον εργολάβο. Ο διαιτητής απέρριψε το αίτημα, έδωσε εν τούτοις δικαίωμα στον εργοδότη να προσκομίσει πρόσθετη ή απαντητική μαρτυρία. Σε κάθε μια από αυτές τις οδηγίες ο διαιτητής επαναλάμβανε ότι η υπόθεση θα οριζόταν για διευκρινίσεις, εκεί και μόνο που ο ίδιος έκρινε τούτο αναγκαίο. Σε τούτη τη θέση ουδεμία πλευρά αντέδρασε ή έστω αντέτεινε οτιδήποτε διαφορετικό. Υπό το φως όλων των ανωτέρω αδυνατώ να αντιληφθώ τι είναι εκείνο που ο διαιτητής όφειλε να πράξει και όμως παρέλειψε. Περιπλέον, η στάση του εργοδότη αποκαλύπτει ότι συγκατάνευσε πλήρως με την εξέλιξη της διαδικασίας, που εξαρχής ήταν γνωστή σε όλους, και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται σήμερα να παραπονείται δια αυτό. Ό,τι απομένει τώρα να εξεταστεί είναι η τελευταία εισήγηση του εργοδότη, η οποία άπτεται της ορθότητας του αποτελέσματος. Λέγω τούτο γιατί αυτό αντιλαμβάνομαι ότι είναι το ζητούμενο πίσω από τα λεγόμενα της αίτησης, έστω και αν ο αιτητής συγκαλύπτει τούτο το αίτημα δια αντιστροφής, δηλαδή προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι ο εργολάβος δεν απέδειξε τους ισχυρισμούς του και αυτό γιατί είχαν απαντηθεί από τον ίδιο. Όπως και αν έχει το ζήτημα, ορθή είναι η θέση των καθ΄ ων η αίτηση - διαιτητή και εργολάβου - ότι δεν νοείται επανεξέταση της απόφασης του διαιτητή από το δικαστήριο για μόνο λόγο ότι εις εκ των διαδίκων πιστεύει πως η διαιτητική απόφαση είναι λανθασμένη. Αυτό μάλιστα το δέχεται και η συνήγορος του διαιτητή, ορθά βεβαίως, δοθέντος ότι απηχεί τη δικανική αρχή που διέπει το ζήτημα. Στο πλαίσιο αμφισβήτησης μιας διαιτητικής απόφασης δεν αποτελεί έργο του δικαστηρίου η μικροσκοπική εξέταση τούτης. Εσφαλμένη αξιολόγηση μαρτυρίας, που όμως δεν οφείλεται και ούτε αποκαλύπτει παραβίαση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης, δεν συνιστά κακό χειρισμό της διαιτησίας (misconduct), κατά τον ίδιο τρόπο που λανθασμένη ερμηνεία εγγράφου επίσης δεν συνιστά κακό χειρισμό (βλ. Σολωμού, πιο πάνω, σελίδα 697). Ηχηρός εν προκειμένω είναι ο λόγος του Lord Goddard C.J. στη Mediterranean and Eastern Export Co Ltd v. Fortress Fabrics (Manchester) Ltd
(1948)2 All E.R. 186, όπως υιοθετήθηκε στην υπόθεση Galatis v. Savvides
(1966)1 C.L.R. 87 σελ.
- Λέχθηκε εκεί ότι: «The day has long gone by when the Courts looked with jealousy on the jurisdiction of arbitrators. The modern tendency is, in my opinion, more especially in commercial arbitrations, to endeavour to uphold awards of the skilled persons that the parties themselves have selected to decide the questions at issue between them. If an arbitrator has acted within the terms of his submission and has not violated any rules of what is so often called natural justice, the Courts should be slow indeed to set aside his award». Περαιτέρω, σχετικά είναι και τα λεχθέντα στον Russell on the Law of Arbitration, 17η έκδοση, σελίδα 322, όπου κάτω από τον τίτλο Error not appearing on the Face of the Award, λέχθηκε ότι∙ « Where an arbitrator makes a mistake either in law or in fact in determining the matters referred, but such mistake does not appear on the face of the award, the award is good notwithstanding the mistake, and will not be remitted or set aside. The general rule is that, as the parties choose their own arbitrator to be the judge in the disputes between them, they cannot, when the award is good on its face, object to his decision, either upon the law or the facts. In this respect the courts do not recognize any distinction between the awards of legal and of lay arbitrators. "An error of law on the face of the award means . that you can find in the award or a document actually incorporated thereto, as, for instance, a not appended by the arbitrator stating the reasons for his judgment, some legal proposition which is the basis of the award and which you can then say is erroneous". » Η δε ημεδαπή νομολογία είναι πλήρως εναρμονισμένη με όσα προαναφέρθηκαν, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα λεχθέντα στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Σολωμού, πιο πάνω, στη σελίδα
- Λέχθηκε εκεί ότι∙ «Πουθενά, όμως, η μέχρι τούδε νομική θεώρηση των προνοιών του άρθρου 20
(2), δεν έχει συμπεριλάβει, (στην απουσία βεβαίως παραβιάσεων των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης), και, την ενδεχομένως λανθασμένη νομική ερμηνεία ενός εγγράφου. Η παραδοσιακή αντίληψη περί του σκοπού της παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία, είναι ακριβώς η ταχεία και τελεσίδικη επίλυσή της. Όπως εξηγείται στο Russell - πιο πάνω - σελ. 289, υπήρχε στο κοινοδίκαιο σύμφυτη εξουσία παραμερισμού απόφασης, η δε νομοθετική χρήση της λέξης «misconduct» γενικά, που ήταν νέα στο Arbitration Act 1889 και η μετέπειτα χρήση του «misconduct of the proceedings» στο μεταγενέστερο Arbitration Act 1934, που διατηρήθηκε και στο Arbitration Act 1950, είχε στην ουσία χαρακτήρα δηλωτικό της προηγούμενης νομολογίας. Όπως δε εξηγείται και στη μεταγενέστερη 23η έκδοση του Russel on Arbitration
(2007), σελ. 375 παρ. 7-056, τα Δικαστήρια ήταν πάντοτε απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου η νομοθεσία παρείχε ειδικά τέτοια δυνατότητα, οι δε αποφάσεις των διαιτητών γενικώς δεν ήταν δεκτικές αναθεώρησης από το Δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο πασιφανή εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Παρά την προσπάθεια του συνηγόρου του εφεσείοντος να πείσει ότι η ερμηνεία σε επίμαχο συμβόλαιο που δίνει ένας διαιτητής, όπως και εδώ, εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου υπάρχει «misconduct», η θέση του δεν έχει έρεισμα στη νομολογία.» Στην προκείμενη περίπτωση ο εργοδότης δεν υποστήριξε και εν πάση περιπτώσει δεν υπέδειξε, οιονδήποτε σφάλμα στο πρόσωπο της διαιτητικής απόφασης. Απλώς αρκέστηκε να ισχυριστεί ότι η αξίωση παρέμεινε αναπόδειχτη. Με όλο το σεβασμό αλλά με αυτή τη θέση δεν μπορώ να συμφωνήσω. Το σύνολο των αρχιτεκτονικών οδηγιών που έλαβε ο εργολάβος μετά τη συνομολόγηση της συμφωνίας 11.10.2002 (τεκμήριο 1 στη δήλωση του εργοδότη), τέθηκαν υπόψη του διαιτητή και αποτιμήθηκαν από τον ίδιο ως ειδικό πολιτικό μηχανικό. Αυτό είναι αρκετή απόδειξη, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι υπόψιν του διαιτητή τέθηκε και η μαρτυρία του Μάριου Παπαδόπουλου. Εν κατακλείδι, επί της ουσίας ανάλογη ήταν και η απόφαση του αρχιτέκτονα (βλ. τεκμήριο 14 στη δήλωση του εργολάβου). Ο τελευταίος ανέφερε ότι∙ « Γι΄ αυτό κρίνουμε ότι ο Εργολάβος δεν δικαιούται οποιαδήποτε παράταση χρόνου. Εκείνο όμως που ενδεχομένως εγείρεται και θα πρέπει να εξεταστεί από τον ίδιο τον Εργοδότη είναι κατά πόσον έχει όντως υπερκαλυφθεί σε τέτοιο βαθμό το ποσό της προϋπολογισμένης δαπάνης του έργου που λήφθηκε υπόψη κατά την συνομολόγηση της 2ης Συμπληρωματικής Συμφωνίας, που δίδει το ηθικό δικαίωμα στον Εργολάβο να ζητεί αύξηση της αποζημίωσης που του έχει δοθεί.» Συνεπώς∙ πέραν του ότι η αναθεώρηση της διαιτητικής απόφασης δεν αποτελεί έργο του δικαστηρίου, πλην των περιπτώσεων που προαναφέρθηκαν και εδώ δεν υφίστανται, η υπό κρίση διαιτητική απόφαση έχει εξεταστεί από το δικαστήριο και διαπιστώνεται ορθή. Συνεπώς και αυτός ο λόγος ακύρωσης απορρίπτεται. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, η αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 και εις βάρος του αιτητή. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Κ.Κ. Αναφορά: Τελική/Ακύρωση Διαιτητικής Απόφασης Subject: Final/Akirosi Diaititikis Apofasis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο