Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Πολύκαρπος Οικονόμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6036/06, 14/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A319 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6036/06 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων -και-
- Πολύκαρπος Οικονόμου, (ΑΤ 409363), Σμύρνης 46, Μακεδονίτισσα, 2401 Έγκωμη, Λευκωσία.
- Αλέκος Χαραλαμπίδης, (ΑΤ 0669360), Ναρκίσσου 15Α, Στρόβολος, 2045 Λευκωσία.
- Μάριος Ευθυμίου, (ΑΤ 0468962), Ναρκίσσου 15Α, Στρόβολος, 2045 Λευκωσία.
- Χαράλαμπος Τάππας, (ΑΤ 0590451), Λεωφ. Κυρ. Μάτση 44, Διαμ. 202, 1092 Λευκωσία. Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 05.05.2016 Ημερομηνία: 14 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Καλλένος. Για τον Εναγόμενο
(1)/Αιτητή: κα Ζαχαριάδου. Ενδιάμεση Απόφαση Η Αγωγή Στις 15.09.2006, οι εν των πιο πάνω τίτλω Ενάγοντες, καταχώρησαν την παρούσα αγωγή εναντίον 4 φυσικών προσώπων. Στις 10.10.2007, κατόπιν σχετικής μονομερούς αίτησης των Εναγόντων, λόγω παράληψης του Εναγομένου 1 να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης (αίτηση ημερομηνίας 25.09.2007), εκδόθηκε, ερήμην, απόφαση εναντίον του τελευταίου. Η νομική βάση της αγωγής των Εναγόντων, πάντα σε σχέση με τον Εναγόμενο 1, ήταν η παράβαση, από πλευράς του εναγομένου 1, ως πρωτοφειλέτη, όρων συγκεκριμένης συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 23.07.2003 μέσω του οποίου δόθηκε σ' αυτόν το ποσό των ΛΚ27.000,00. Ως οι Ενάγοντες ισχυρίστηκαν, μέσω της σχετικής ένορκης δήλωσης που καταχώρησαν για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους, η παράβαση από πλευράς του εναγομένου 1 συνίστατο στο ότι δεν κατέβαλε τις συμφωνηθείσες δόσεις. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, εκδόθηκε η πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση εναντίον του Εναγομένου 1 για το χρηματικό ποσό των ΛΚ24.387,81, πλέον τόκους επί του εν λόγω ποσού με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές τον χρόνο. Η υπό Εξέταση Αίτηση Στις 05.05.2016, ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποίαν επιδιώκει την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει και/ή να παραμερίζει την εναντίον του εκδοθείσα απόφαση (στο εξής «η επίδικη» και/ή «η υπό εξέταση αίτηση»). Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση. Την επίδικη αίτηση, συνοδεύει ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1, στην οποίαν, ούτε λίγο ούτε πολύ προβάλλει τις πιο κάτω δύο θέσεις: Πρώτον, ότι το κλητήριο εντάλματα της αγωγής ουδέποτε επεδόθη στον ίδιον, και δεύτερον (υπό μορφή υπεράσπισης του στην αγωγή), ότι το 2001, όταν και αναζήτησε από τους Ενάγοντες μιαν επιταγή για το ποσό των ΛΚ20.000, η οποία θα έπρεπε να ληφθεί από τον ίδιον, ως χρήματα εγκριθέντος (για το εν λόγω ποσό) δανείου, ίδιας χρονολογίας
(2001), αντιλήφθηκε ότι, τούτη (η σχετική με το δάνειο του επιταγή), είχε παραληφθεί από κάποιον Μιχάλη Σαββίδη χωρίς τη συγκατάθεση του, καθώς επίσης και ότι το εν λόγω πρόσωπο την είχε ήδη εξαργυρώσει. Αναζήτησε να βρει τον εν λόγω Σαββίδη, πλην όμως δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του και αποτάθηκε στην Αστυνομία και κατήγγειλε το όλο συμβάν. Ο αστυφύλακας που έλαβε το παράπονο του, τον καθησύχασε ότι θα επικοινωνούσε με τους Ενάγοντες και ότι θα διευθετούσε όπως ο λογαριασμός του πιστωθεί με το συγκεκριμένο ποσό. Με δεδομένο, ότι ουδέποτε έλαβε τα χρήματα από τους Ενάγοντες, και έχοντας κατά νου την υπόσχεση του αστυνομικού που κατέγραψε το παράπονο του, ο Εναγόμενος 1 θεώρησε ότι το όλο ζήτημα του δανείου του είχε «ατονήσει και δεν υφίστατο»[1], με αποτέλεσμα να μην δώσει οποιανδήποτε ιδιαίτερη συνέχεια στο όλο ζήτημα και να θεωρήσει ότι τούτο διευθετήθηκε. Ακολούθως, και συγκεκριμένα περί τον Φεβρουάριο του 2016, έτυχε ενημέρωσης από υπάλληλο των Εναγόντων ότι, θεωρείτο ως ο οφειλέτης του ρηθέντος δανείου και ως εκ τούτου προέβη σε διάφορες ενέργειες για να αναζητήσει τι είχε γίνει με την καταγγελία και τα σχετικά παράπονα στα οποία προέβη στο παρελθόν. Από την έρευνα του, διεφάνη ότι καμία ενέργεια δεν είχε γίνει από πλευράς της Αστυνομίας, αλλά ούτε και από πλευράς των Εναγόντων και ότι, εν τέλει, ο ίδιος παρέμεινε να παρουσιάζεται ως οφειλέτης της τράπεζας, ενώ τα χρήματα του δανείου του, επωφελήθηκε τρίτο πρόσωπο. Σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του Εναγομένου 1, συνεπεία των ανωτέρω, το Μάρτιο του 2016 κατάγγειλε το θέμα γραπτώς στον Αρχηγό Αστυνομίας Κύπρου. Όταν ακολούθως πληροφορήθηκε ότι εκδόθηκε και η εναντίον του απόφαση (της οποίας τον παραμερισμό επιδιώκει με την επίδικη αίτηση του), περί τις αρχές Απριλίου 2016, μετέβη στα γραφεία των δικηγόρων των Εναγόντων και έλαβε αντίγραφο της απόφασης και ενημερώθηκε γενικά για την παρούσα αγωγή. Επιπροσθέτως, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι, ουδέποτε στο παρελθόν είχε ενημερωθεί, είτε για την ύπαρξη της αγωγής, είτε και για την έκδοση της εναντίον του απόφασης και ότι, τα όσα ισχυρίζεται αποτελούν καλή υπεράσπιση, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παραμερισμού. Τέλος, ισχυρίζεται ότι, για σκοπούς εξυπηρέτησης της δικαιοσύνης, και τούτο κατόπιν συμβουλής του συνηγόρου του, η αίτηση του θα πρέπει να εξεταστεί πριν οι Ενάγοντες προχωρήσουν σε εκποίηση των ακινήτων του, επί των οποίων έχει καταχωρηθεί σχετική επιβάρυνση, με βάση, προφανώς, την εκδοθείσα εναντίον του απόφαση. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1 Στα πλαίσια έτερης ενδιάμεσης αίτησης του Εναγομένου 1, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στις 23.06.2017 εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποίαν επετράπη στον Εναγόμενο 1 όπως καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Τούτη, καταχωρήθηκε στις 04.07.
- Με αυτήν, ο Εναγόμενος 1, αφενός ανατρέπει συγκεκριμένο ισχυρισμό της αρχικής του ένορκης δήλωσης και αφετέρου, ενημερώνει το Δικαστήριο για τα αποτελέσματα της αστυνομικής έρευνας που διενεργήθηκαν μετά από την καταγγελία που υπέβαλε κατά το έτος
- Πιο συγκεκριμένα, με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, ισχυρίζεται ότι λανθασμένα ανέφερε στην αρχική του ένορκη δήλωση ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής ουδέποτε του επεδόθη. Ισχυρίζεται ακόμα ότι το ρηθέν λάθος του, οφείλεται στο γεγονός ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αντιμετώπιζε και άλλην παρόμοια υπόθεση, με Ενάγουσα άλλο τραπεζικό οργανισμό, και λόγω σύγχυσης, δεν αντιλήφθηκε ότι είναι το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής που του είχε επιδοθεί. Ως προς δε την αδράνεια του να παρουσιαστεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στο Δικαστήριο μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι τούτο συνέβη, λόγω του ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν ως πιλότος με έδρα του το εξωτερικό, και επισκεπτόταν την Κύπρο εντελώς περιορισμένα και στην κάθε εδώ επίσκεψη του ήταν λήπτης μεγάλου αριθμού εγγράφων με αποτέλεσμα, να μην είχε «τον δέοντα χρόνο για να ανταποκριθ(εί) επαρκώς σε όλες τις εκκρεμούσες υποχρεώσεις (τ)ου»[2]. Ως προς τον λόγο που αντιλήφθηκε ότι ο ισχυρισμός του στην αρχική του ένορκη δήλωση περί μη επίδοσης στον ίδιον της αγωγής ήταν λανθασμένος, αναφέρει ότι, τούτο έγινε αντιληπτό, μόλις ανέγνωσε την ένορκη δήλωση επίδοσης που επισύναψαν οι Ενάγοντες στην ένστασή τους στην επίδικη αίτηση. Τέλος, πάντα σε σχέση με τη συμπεριφορά που επέδειξε από τη μέρα επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, μέχρι και την καταχώρηση της επίδικης αίτησης, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε σκοπό να προκαλέσει οποιανδήποτε καθυστέρηση ή ταλαιπωρία στην όλη διαδικασία. Αναφορικά τώρα με το αποτέλεσμα των αστυνομικών ερευνών σε σχέση με το παράπονο που υπέβαλε κατά το 2016, ο Εναγόμενος 1, στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α, επιστολή του υπεύθυνου του ΤΑΕ Λευκωσίας, που απεστάλη στον ίδιον, σύμφωνα με την οποία φαίνεται ότι το αποτέλεσμα των σχετικών αστυνομικών ερευνών, περιλαμβανομένης και σχετικής γραφολογικής εξέτασης που έγινε επί των υπογραφών που τέθηκαν στην επιταγή που παραλήφθηκε από το τρίτο πρόσωπο, ήταν ότι, η υπογραφή που ετέθη επί της επιταγής για σκοπούς εξαργύρωσής της, ανήκει σε τρίτο πρόσωπο και όχι στον Εναγόμενο 1, και ότι το πρόσωπο που εξαργύρωσε την επιταγή, έχει ήδη αποβιώσει. Η ένσταση των Εναγόντων στην επίδικη αίτηση Οι Ενάγοντες, σε σχέση με την επίδικη αίτηση, καταχώρησαν Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ενστάσεως (στο εξής «η ένσταση»), στο κυρίως σώμα της οποίας, προβάλλουν 14 λόγοι ένστασης. Τούτοι, έχουν ως ακολούθως: «(α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Ο εναγόμενος 1/αιτητής βασίζει την αίτηση του μεταξύ άλλων και σε λανθασμένους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. (γ) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court), εφόσον ο εναγόμενος 1/αιτητής επέδειξε μεγάλη αδιαφορία για την παρούσα αγωγή. (δ) Οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία. (ε) Ο εναγόμενος 1/αιτητής δεν έδωσε οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να εξηγεί και/ή να δικαιολογεί την μη καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης. (στ) Ο εναγόμενος 1/αιτητής απέτυχε να επιδείξει πως έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. (ζ) Εν πάση περιπτώση, οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 1/αιτητή στην προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι αόριστοι και/ή ατεκμηρίωτοι και/ή αντικρουόμενοι. (η) Στη συγκεκριμένη υπόθεση υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση (latces) στην καταχώρηση της παρούσης αιτήσεως (ήτοι 9 περίπου χρόνια 7 μήνες και 20 ημέρες από της καταχωρήσεως της εν λόγω αγωγής και/ή 8 περίπου χρόνια 8 μήνες και 29 ημέρες από της επιδόσεως της εν λόγω αγωγής στον αιτητή και/ή 8 περίπου χρόνια 6 μήνες και 25 ημέρες από την έκδοση απόφασης εναντίον του αιτητή) η οποία προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση. (θ) Ο εναγόμενος 1/αιτητής δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. (ι) Ο εναγόμενος 1/αιτητής δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό και στηρίζεται και/ή παρουσιάζει λανθασμένα και/ή παραπλανητικά γεγονότα και/ή ισχυρισμούς που δεν σχετίζονται με τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. (κ) Η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια του αιτητή να δικαιολογήσει την έλλειψη ενδιαφέροντος των υποχρεώσεων του προς τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση. (λ) Η ακύρωση και/ή παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση, παρεμποδίζοντας τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελος τους εκδοθείσα απόφαση. (μ) Η αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της απόφασης θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις. (ν) Το επανάνοιγμα της υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και/ή πλήττει τα θεμέλια της δικαιοσύνης.» Την ένσταση, συνοδεύει ένορκη δήλωση του Μάριου Κουντούρη, υπαλλήλου των Εναγόντων, στην οποίαν, ούτε λίγο, ούτε πολύ, επαναλαμβάνει, πλην όμως με περισσότερες λεπτομέρειες και σχετική επιχειρηματολογία τους 14 πιο πάνω, αυτουσίως παρατιθέντες, λόγους ένστασης. Εκείνο που κρίνεται σημαντικό, στο σημείο αυτό να τονισθεί, είναι ότι κατά τα λεγόμενα του κυρίου Κουντούρη και κατ' επέκταση των Εναγόντων, το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής επιδόθηκε προσωπικά στον Εναγόμενο 1, καθώς επίσης και ότι, η όλη βάση της υπό εξέταση αγωγής, επί της οποίας και εκδόθηκε η απόφαση, τον παραμερισμό της οποίας επιδιώκει ο Εναγόμενος 1 με την υπό εξέταση αίτησή του, είναι η παράβαση όρων συμφωνίας δανείου που συνήφθη το 2003 για το ποσό των ΛΚ27.000,00 και όχι συμφωνίας δανείου που συνήφθη το 2001 για ποσό δανείου ΛΚ20.000,00, στο οποίο αναφέρεται ο Εναγόμενος
- Ειδικότερα τώρα, σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 1 αναφορικά με την τύχη συγκεκριμένης επιταγής ύψους ΛΚ20.000,00 σε σχέση με δάνειο για ισόποσο ποσό που συνήφθη το 2001, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, σημειώνει, αφενός ότι τούτοι (οι ισχυρισμοί), προωθούνται με εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο, και αφετέρου ότι δεν συσχετίστηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο με το επίδικο δάνειο για το οποίο και κινήθηκε η αγωγή και για το οποίο και εκδόθηκε η εναντίον του Εναγόμενου 1 απόφαση. Κρίνω σημαντικό, στο σημείο αυτό, να σημειώσω ότι, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση είναι πολυσέλιδη (17 σελίδες), και συνοδεύεται και από 12 Τεκμήρια. Για τους λόγους που θα διαφανούν κατωτέρω, κρίνω ότι δεν είναι απαραίτητη η λεπτομερής ή έστω η με συνοπτικό τρόπο παράθεση όλων των αναφορών του ομνύοντα της ρηθείσας ενόρκου δηλώσεως. Ακροαματική διαδικασία Στις 13.10.2017, όταν και η επίδικη αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις υιοθετώντας το περιεχόμενο τους. Ο συνήγορος που εκπροσωπούσε τους Ενάγοντες, ζήτησε από το Δικαστήριο να αγνοήσει το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως του εναγομένου 1, υποδεικνύοντας ότι, τούτη, καταχωρήθηκε μετά την πάροδο του χρόνου, που όρισε το Δικαστήριο για την καταχώρηση της, χωρίς προηγουμένως να ζητηθεί οποιαδήποτε περαιτέρω άδεια από το Δικαστήριο. Από την πλευρά του Εναγόμενου 1, η κυρία Ζαχαριάδου που εμφανίστηκε εκ μέρους του, ζήτησε όπως το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ληφθεί υπόψη, υποδεικνύοντας ότι παρήλθαν μόνο τέσσερις μέρες από τον χρόνο, εντός του οποίου, θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί, καθώς επίσης και ότι, κατά την προηγούμενη δικάσιμο, και ενώ είχε ήδη καταχωρηθεί η σχετική συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ο συνήγορος που εμφανίστηκε εκ μέρους των Εναγόντων, δεν αμφισβήτησε τη νομιμότητά της καθ' οιονδήποτε τρόπο. Επικαλέστηκε, επιπροσθέτως, ως επιχείρημα για το οποίο δεν θα πρέπει να αγνοηθεί από το Δικαστήριο το περιεχόμενό της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, τη μέγιστη σημασία που έχει τούτο στην προώθηση της επίδικης αίτησης. Νομική πτυχή Οι αρχές που διέπουν την υπό εξέταση αίτηση, έχουν απασχολήσει πλειστάκις τα κυπριακά Δικαστήρια και έχουν διατυπωθεί σε σειρά υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια ομολογουμένως νομολογία, είναι ότι, κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών, για την απονομή της δικαιοσύνης, παραγόντων. Από τη μια, της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του, και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας. Το πρωταρχικό κριτήριο, είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης, η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Θα πρέπει φυσικά να σημειωθεί ότι, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής που προωθεί διαδικασία, ως η υπό εξέταση, έχει αποδείξει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση, δεν θα πρέπει, εκεί που οι 2 πλευρές προωθούν συγκρουόμενες θέσεις, να προχωρά και να επιλέγει κάποια εξ αυτών κατόπιν αξιολόγησης της ενώπιον του τεθείσας μαρτυρίας. Ως έχει αναφερθεί στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και τούτο πάντα περιοριστικά και μόνο σε σχέση με την υποχρέωση του αιτητή να αποδείξει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση, οι πρόνοιες της διαταγής Δ.48 θ. 2
(4)δεν εφαρμόζονται, σε βαθμό που να επωμίζεται στον αιτητή ευθύνη, δια διαβήματός του (π.χ. δια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή αντεξέτασης), να αντικρούσει τον οποιοδήποτε αντίθετο ισχυρισμό του Καθ' ου η Αίτηση. Εκείνο που υπέχει σημασίας για το Δικαστήριο, είναι να εξετάσει κατά πόσο με τη μαρτυρία που προσκόμισε ο αιτητής προς υποστήριξη της αίτησής του, αποκαλύπτει καλή η συζητήσιμη υπεράσπιση ή θέμα για το οποίο θα κρίνει το Δικαστήριο ότι, είναι ορθότερο, η απόφαση επί αυτού, να κριθεί στα πλαίσια μιας ζωντανής ακροαματικής διαδικασίας, στην οποία θα δοθεί η ευκαιρία στις δύο πλευρές να παρουσιάσουν σχετική μαρτυρία. Ταυτόχρονα, όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή και μπορεί, αν η συμπεριφορά του είναι τέτοια, ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική, ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης (για μια ενδιαφέρουσα πάνω στο θέμα συζήτηση, παραπέμπω στις υποθέσεις Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction
(1961)1 CLR 317, Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1963)1 ΑΑΔ 26, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1987)1 CLR σελ. 204, , Πανίκος Νεάρχου ν. Γεώργιος Συμεού Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 954, Merkis Gen. Bonded Waren v. Yianoukas Ltd
(1994)1 AAΔ 736, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάππυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) ΑΑΔ 28, Eros Travel & Tours (Limasol - Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 AAΔ.712, Milouca Motor Trading Ltd ν. Xρυσάνθου Κουρτή
(1997)1(Β) ΑΑΔ 941, Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528, Χ'Νικολάου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 1179, Πατούρης ν. Ηellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118, Τάσος Πεγιώτης ν. Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1 ΑΑΔ 1601, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ν. Τάσου Γ. Μαλιτζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616, Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1767, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1774, Εvans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση στο μόλις πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο Εξαρχής σημειώνω ότι, η στάση που τήρησε ο συνήγορος που εμφανίστηκε στις 06.10.2017 εκ μέρους των Εναγόντων και δη να μην αμφισβητήσει το νομότυπο ή μη της καταχώρησης της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, η οποία σημειώνεται ότι έχει καταχωρηθεί από τις 04.07.2017, κρίνεται καταλυτική για την κρίση ως προς το ζήτημα που ήγειρε ο κύριος Καλλένος περί του εκπρόθεσμου της καταχώρησής της. Τέτοια ζητήματα, και δη ζητήματα που αμφισβητούν τη νομιμότητα διαβήματος ενός διαδίκου, ειδικότερα σε σχέση με θέματα εκπρόθεσμης καταχώρησης, με τα οποία δεν αποκτάται κάποιο αθέμιτο πλεονέκτημα, θα πρέπει να εγείρονται στην πρώτη ευκαιρία που έχει ο έτερος διάδικος, ώστε να μην αφήνεται η εντύπωση στον αντίδικο του, ότι συνηγορεί με την όποιαν ελαττωματικότητα και/ή παρατυπία που τυχόν παρουσιάζει το διάβημά του. Ως προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 06.10.2017, τρεις περίπου μήνες μετά την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ο συνήγορος που εμφανίστηκε εκ μέρους των Εναγόντων, χωρίς να αμφισβητήσει το εμπρόθεσμο ή μη της καταχώρησής της, περιορίστηκε απλά στο να δηλώσει ότι, δεν έφερε ένσταση στο αίτημα αναβολής της ακρόασης της αίτησης που υπεβλήθη από πλευράς του Εναγόμενου 1, και ζήτησε τα έξοδα της συγκεκριμένης δικασίμου. Κρίνω ότι, με τη συμπεριφορά του αυτή, ο συνήγορος των Εναγόντων, δημιούργησε την εντύπωση στην άλλη πλευρά ότι, το εμπρόθεσμο ή μη της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως του Εναγόμενου 1, δεν ήταν θέμα το οποίο θα απασχολούσε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, τους Ενάγοντες. Με τούτα ως δεδομένα, θεωρώ ότι η εισήγηση του κυρίου Καλλένου, και δη να αγνοήσει το Δικαστήριο το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, λόγω του εκπρόθεσμου στην καταχώρησή της, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ως έχει νομολογηθεί, το γεγονός ότι μία παράβαση των κανονισμών και/ή των οδηγιών του Δικαστηρίου εμπίπτει στην κατηγορία των παρατυπιών που δυνατόν να θεραπευθούν, δεν απολήγει αυτόματα και στην ανοχή της. Το κατά πόσο το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της διόρθωσης μιας παρατυπίας, εναπόκειται στο σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν την κάθε περίπτωση, μεταξύ των οποίων και η συμπεριφορά που επιδεικνύει η άλλη πλευρά μετά που γίνεται αντιληπτή σ' αυτήν η παρατυπία. Αν με τη συμπεριφορά που επιδεικνύει η άλλη πλευρά, ευλόγως οδηγείται ο διάδικος που παρατύπησε στην εντύπωση ότι ο αντίδικός του δεν ενίσταται στην παρατυπία, και η παρατυπία δεν αφορά σε διάβημα με το οποίο αποκτάται δυσανάλογο και/ή άδικο πλεονέκτημα, τότε, κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο δυνατόν να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της διόρθωσης της παρατυπίας. Και αυτό συμβαίνει κατά τη γνώμη μου στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, η παρατυπία, που όντως παρατηρείται σε σχέση με το χρόνο καταχώρησης της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του εναγομένου 1, διορθώνεται, με αποτέλεσμα, το περιεχόμενό της να αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία, την οποία το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της επίδικης αίτησης. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση αναφορικά με το πότε και υπό ποιες συνθήκες είναι δυνατή η διόρθωση παρατυπίας, ως η επίδικη, βλέπε Μαίρη Α. Αθανασιάδη ν. Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1Α.Α.Δ. 945, McFoy v. United Africa Co Ltd
(1961)All E.R. 1169, Nigerian Produce v. Sonora Shipping
(1979)1C.L.R. 409), και Γ. Φαλέκου ν. Κ. Χριστοφίδη
(2013)1Α.Α.Δ. σελ.
- Στρέφομαι τώρα στο να εξετάσω την επίδικη αίτηση, επί της ουσίας της. Όπως και αν αντικριστεί η αίτηση, δεν έχει καμίαν πιθανότητα επιτυχίας· και εξηγώ. Η όλη στάση που τήρησε ο Εναγόμενος 1 από τη μέρα επίδοσης, σ' αυτόν, του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, μέχρι και την καταχώρηση της επίδικης αίτησης, δεν μπορεί παρά να κριθεί ως ισοδυναμούσα με περιφρόνηση και καταφρόνηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου. Οι όποιες, σχετικές με τους λόγους της αδράνειας του, αιτιάσεις του, κρίνονται εντελώς γενικές, αόριστες και ασαφείς, και απλά επιβεβαιώνουν την ήδη πιο πάνω αναφορά του Δικαστηρίου ότι, ο Εναγόμενος 1, αγνόησε τις διαδικασίες του Δικαστηρίου, δεν ενήργησε με οποιονδήποτε σκοπό για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να αντιμετωπίσει την αγωγή, και άφησε την τύχη της όλης αγωγής στα χέρια των Εναγόντων. Η εν τέλει αποδοχή από πλευράς του εναγομένου 1 της θέσης των εναγόντων περί του ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής του επεδόθη προσωπικά, χωρίς να προωθεί καμίαν απολύτως σαφή αναφορά ως προς το γιατί μετά τη ρηθείσα επίδοση δεν καταχώρησε εμφάνιση ή δεν ενήργησε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, προς αντιμετώπιση της αγωγής, δεν αφήνει κανένα περιθώριο διαφορετικής κρίσης αναφορικά με το ότι ενήργησε με τρόπο που αποτελεί περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Η μόλις εκφρασθείσα κρίση του Δικαστηρίου, σφραγίζει στην ουσία και την τύχη της υπό εξέταση αίτησης που δεν μπορεί παρά να είναι η απόρριψή της, μιας και το κατά πόσο ο εναγόμενος 1 αποκαλύπτει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή σοβαρό ζήτημα προς συζήτηση, δεν είναι θέμα που μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στην απόρριψη της αίτησης (βλ. νομική πτυχή ανωτέρω). Παρά την πιο πάνω κρίση μου, και για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας, σημειώνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και επί το ότι, ο Εναγόμενος 1, δεν αποκαλύπτει οποιανδήποτε, εκ πρώτης όψεως, έστω, υπεράσπιση στην αγωγή. Και τούτο γιατί, οι όποιες αναφορές του σε σχέση με το δάνειο του 2001, και την επιταγή ύψους ΛΚ20.000,00, η οποία λήφθηκε και εν τέλει εξαργυρώθηκε από τρίτο πρόσωπο, παρά τον ίδιον, ανεξαρτήτως της σαφήνειας ή μη και/ή επάρκειας ή μη των αιτιάσεων του, κρίνονται εντελώς άσχετες με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι, η υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή, στρεφόταν εναντίον του Εναγομένου 1, ως πρωτοφειλέτη σε συμφωνία δανείου ημερομηνίας 23.07.2003 για το ποσό των ΛΚ27.000,00 και όχι σε σχέση με οποιοδήποτε δάνειο που παραχωρήθηκε το 2001 για ποσό ΛΚ20.000,00 στο οποίο και αναφέρεται ο Εναγόμενος
- Τούτων δοθέντων, προκύπτει αβίαστα, ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και ως εκ τούτου, απορρίπτεται. Η εξέλιξη αυτή, δεν αφήνει περιθώρια εξέτασης των λοιπών θεμάτων που εγείρονται με την ένσταση. Ως προς δε τα θέματα που προωθούνται ως «προδικαστικές ενστάσεις», περιορίζομαι απλά να σημειώσω ότι, όλα άπτονται θεμάτων με τα οποία το Δικαστήριο καταπιάστηκε ανωτέρω και για τα οποία κρίθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ως προς τα έξοδα δεν έχω κανέναν λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 1, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Αυτούσια αναφορά του Εναγομένου 1, στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση [2] Αυτούσια αναφορά από το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του εναγομένου
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο