MAΡΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4905/14, 14/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A320 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4905/14 Μεταξύ: MAΡΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγοντας -V-
- ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ
- ΜΑΡΚ ΑΡΟΛΑ Εναγομένων Αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 16.03.2017 υπό των Εναγομένων 1 και 2 Ημερομηνία: 14 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για εναγόμενους/αιτητές: κ. Κυριακίδης. Για ενάγοντα/καθ' ου η αίτηση: κ. Mίσιης. Ενδιάμεση Απόφαση Η αγωγή Με την υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, ο Ενάγοντας διεκδικεί από τους εναγόμενους 1 και 2 γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές και υλικές ζημιές που υπέστη στα πλαίσια δυστυχήματος, για το οποίο ευθύνη, φέρουν, πάντα κατά τον Ενάγοντα, οι τελευταίοι. Η αίτηση Με την υπό εξέταση αίτηση, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος, με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής μέχρι να συγκατατεθεί ο Ενάγοντας να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση από ιατρό της επιλογής τους. Η αίτηση βασίζεται στο Άρθρο
- 3 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ. 1, 2, 3, 4 και 9, επί των Άρθρων 29 και 30 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και κυρίως στις αυθεντίες Demosthenous v. Antoniou
(1990)
(1975)1 CLR 1, Αριστοδήμου Πετάση
(1990)1 AAΔ 112, και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 AAΔ 1036, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας - και κυρίως στην αγγλική υπόθεση Edmeades v. Thames Board Mills Ltd
(1969)2 Q.B. 67, και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η υπό εξέταση αίτηση, εμφαίνονται στη δικογραφία ως και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και δη την ένορκη δήλωση του Μάμα Πάρπα από τη Λάρνακα. Σε αυτήν, ο Πάρπας, αναφέρει ότι εργάζεται στην εναγόμενη 1 εταιρεία, στο τμήμα απαιτήσεων, και ότι είναι εξουσιοδοτημένος από αυτήν, αλλά και τον εναγόμενο 2, να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Δηλώνει δε γνώστης των γεγονότων που αναφέρονται στην ένορκη του δήλωση, καθώς επίσης και λήπτης νομικής συμβουλής και καθοδήγησης από τους δικηγόρους του. Ακολούθως, καταπιάνεται με το χρονικό της αγωγής, σημειώνοντας τις διάφορες ημερομηνίες, κατά τις οποίες έλαβαν χώρα τα διάφορα εκατέρωθεν διαβήματα από πλευράς των διαδίκων. Στην παράγραφο 9 της ένορκης του δήλωσης, ισχυρίζεται ότι στις 06/10/15, οι συνήγοροι των Εναγομένων έλαβαν τα αποκαλυφθέντα, από πλευράς του Ενάγοντα, έγγραφα και άρχισαν, μεταξύ των δύο πλευρών, διαπραγματεύσεις για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Επειδή οι Εναγόμενοι τελούσαν σε αναμονή πρότασης από πλευράς του Ενάγοντα για εξώδικη διευθέτηση, ανέβαλαν το θέμα της ενδεχόμενης ιατρικής εξέτασης του από γιατρό της επιλογής τους. Στη συνέχεια, ο ομνύοντας για λογαριασμό των Εναγομένων, αναφέρει ότι στις 26.02.16, όταν και η υπόθεση ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες, ο συνήγορος των Εναγομένων εξέφρασε στο Δικαστήριο την επιθυμία των πελατών του να εξεταστεί ο Ενάγων από ιατρό της επιλογής τους. Ακολούθησε η αποστολή σχετικής επιστολής προς τους δικηγόρους του Ενάγοντα (ημερομηνίας 02.03.16), στην οποία και ζητείτο από τον Ενάγοντα να τύχει εξέτασης από τον Δρ. Ηλία Γεωργίου. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ως Τεκμήριο
- Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω, και τούτο για σκοπούς πληρότητας και μόνο, ότι, ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ομνύοντα για λογαριασμό των Εναγομένων, επισυνάπτονται 2 έντυπα/άδειες ασθένειας που εκδόθηκαν από το Δικταίον Ιατρικό Κέντρο προς όφελος του ενάγοντα, τα οποία ο τελευταίος αποκάλυψε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Επανερχόμενος στα λεγόμενα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, ο ομνύοντας της, αναφέρει, ακολούθως, ότι την ίδια μέρα και δη στις 02/03/16, οι δικηγόροι των Εναγομένων έλαβαν απάντηση από τη δικηγόρο του Ενάγοντα, μέσω της οποίας ενημερώνονταν ότι ο Ενάγοντας επιθυμεί να εξεταστεί στη Λευκωσία και ότι θα αναμένει συγκεκριμένη ώρα και μέρα (η οποία προσδιορίζεται ρητώς) τον ιατρό των Εναγομένων στο γραφείο του, στη Λευκωσία, ώστε να τον εξετάσει. Δύο μέρες αργότερα, οι δικηγόροι των Εναγομένων απέστειλαν νέα επιστολή με την οποία ζητούσαν από τον Ενάγοντα όπως μεταβεί στο ιατρείο του ιατρού της επιλογής τους στη Λεμεσό, καθότι η εξέταση, λόγω της φύσης της, θα πρέπει να διενεργηθεί στο ιατρείο του ρηθέντος γιατρού. Η επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα, ημερομηνίας 02/03/16, και η απαντητική επιστολή των δικηγόρων των Εναγομένων ημερομηνίας 04/03/16, επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ως Τεκμήρια 3 και 4, αντίστοιχα. Στη συνέχεια, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται στο χρονικό των διαφόρων ενεργειών (ενώπιον του Δικαστηρίου), που ακολούθησαν την πιο πάνω αλληλογραφία, περιλαμβανομένης και της ενημέρωσης του Δικαστηρίου, στις 31.03.16, περί του ότι ο Ενάγοντας επέμενε στο να τύχει εξέτασης στο δικηγορικό του γραφείο (ο Ενάγοντας είναι δικηγόρος που έχει ως βάση του την Επαρχία Λευκωσίας, ενώ ο γιατρός της επιλογής των Εναγομένων έχει ως βάση του την Επαρχία Λεμεσού) και όχι στο ιατρείο του τελευταίου. Στις επόμενες δύο παραγράφους της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, (παράγραφοι 13 και 14) αναφέρεται ότι, στο παρελθόν, προωθήθηκε πανομοιότυπη αίτηση, ως και η υπό εξέταση, στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση στις 31/01/17, και γίνεται ειδική αναφορά σε μέρος του σκεπτικού του Δικαστηρίου που οδήγησε στην απόρριψη της. Με γνώμονα το συγκεκριμένο σκεπτικό του Δικαστηρίου, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, παραθέτει το τρόπο που θα διενεργηθεί η ιατρική εξέταση, τις λεπτομέρειες που θα αναζητηθούν από τον ιατρό της επιλογής των Εναγομένων, αλλά και τα στοιχεία τα οποία θα τεθούν ενώπιον του στα πλαίσια μιας τέτοιας εξέτασης και με παραπομπή σε συγκεκριμένο σύγγραμμα με τίτλο Medicolegal Reporting in Orthopaedic Trauma, ισχυρίζεται ότι από μια τέτοια ιατρική εξέταση θα είναι δυνατό να διαφανεί ο χρόνος αποθεραπείας του Ενάγοντα. Αντίγραφο των σελίδων 17 και 18 του εν λόγω συγγράμματος, καθώς επίσης και του εξωφύλλου τούτου, ως δέσμη, επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση, ως Τεκμήριο
- Ως Τεκμήριο 6, και με σχετική συνάρτηση με τα όσα αναγράφονται στο προηγούμενο αναφερόμενο σύγγραμμα, επισυνάπτεται τύπος ιατρικής έκθεσης που συνηθίζει ο Δρ Ηλίας Γεωργίου να ετοιμάζει, και ακολούθως προωθείται ο ισχυρισμός, ότι, τυχόν εξέταση του Ενάγοντα από τον συγκεκριμένο ιατρό και λήψη όλων εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για να ετοιμαστεί η συγκεκριμένη ιατρική έκθεση, δυνατό να οδηγήσει και σε κρίση, ως προς το κατά πόσο, όντως, ο ενάγοντας έχει πράγματι υποστεί τον ισχυριζόμενο τραυματισμό, εάν ναι, τον χρόνο αποθεραπείας του, αλλά και το κατά πόσο έτυχε της σωστής και ενδεικνυόμενης θεραπείας. Έπειτα, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, γίνεται αναφορά στο διάστημα που μεσολάβησε από την έκδοση της προηγούμενης ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου και της καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης, και συγκεκριμένα στο ότι οι συνήγοροι των Εναγομένων, επιδίωξαν, μέσω επικοινωνίας τους με τη συνήγορο του Ενάγοντα, να αλλάξει ο τελευταίος τη στάση του και να αποδεχτεί την εξέταση του από τον Δρ. Γεωργίου στη Λεμεσό. Ως Τεκμήρια 7 και 8 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, επισυνάπτονται, μια, σχετική με τα μόλις πιο πάνω αναφερόμενα, επιστολή και ένα μήνυμα στο κινητό τηλέφωνο της συνηγόρου του Ενάγοντα, αντίστοιχα. Είναι δε η θέση του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, ότι καμιά ανταπόκριση δεν υπήρξε από πλευράς του Ενάγοντα στο αίτημα τους για να τύχει εξέτασης από τον Δρ. Γεωργίου. Στα πλαίσια της προσπάθειας των εναγομένων 1 και 2 να δώσουν λόγους για να εγκριθεί η επίδικη αίτηση, στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, αναφέρεται ότι τούτοι (οι Εναγόμενοι 1 και 2) είναι έτοιμοι να αναλάβουν και να καλύψουν, τόσο τα έξοδα της ιατρικής εξέτασης του Ενάγοντα, όσο και τα, εντός λογικών πλαισίων, έξοδα της μεταφοράς του από τη Λευκωσία στη Λεμεσό και προφανώς αντιστρόφως, καθώς επίσης και την οποιανδήποτε απώλεια εισοδήματος που δυνατό να υποστεί λόγω της αδυναμίας του να εξασκήσει τα καθήκοντα του κατά τη διάρκεια της ιατρικής του εξέταση από τον δόκτωρ Γεωργίου. Ως προς το τελευταίο, ο ομνύοντας για λογαριασμό των εναγομένων, σημειώνει ότι, ο Ενάγοντας, όντας αυτοεργοδοτούμενος δικηγόρος, μπορεί να προβεί και σε ρύθμιση της ώρας της εξέτασης του, με τρόπο που να μην συγκρουστεί τούτη (η εξέταση του) με τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις. Αφού σημειώνει ότι μέχρι σήμερα δεν έχει διευθετηθεί η ιατρική εξέταση του Ενάγοντα από τον προτεινόμενο από τους εναγόμενους ιατρό, και δεν έχει τεθεί από πλευράς του Ενάγοντα οποιοδήποτε κώλυμα που να δικαιολογεί την άρνηση του να εξεταστεί στη Λεμεσό, και κατ' επίκληση, εκ νέου, της φύσης της εξέτασης, ο ενόρκως δηλών για λογαριασμό των εναγομένων εισηγείται ότι, ορθό και δίκαιο είναι, η εξέταση του Ενάγοντα, να λάβει χώρα στο ιατρείο του συγκεκριμένου ιατρού στη Λεμεσό. Χαρακτηρίζει δε την άρνηση του Ενάγοντα να μεταβεί στη Λεμεσό ως «αδικαιολόγητη». Ως προς τη ικανότητα του Δρ. Γεωργίου να εξετάσει τον Ενάγοντα, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι πρόκειται για ειδικό χειρούργο ορθοπεδικό, ο οποίος εξειδικεύεται στο είδος του τραυματισμού τον οποίο ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστη, με ειδική εξειδίκευση, μεταξύ άλλων, και στη κάκωσης της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Είναι δε η θέση των Εναγομένων ότι, η παράλληλη εξέταση του Ενάγοντα από ιατρό ίδιας ειδικότητας με αυτόν που επέλεξε ο τελευταίος, επιβάλλεται ώστε να μπορούν να προετοιμάσουν καλύτερα την υπεράσπιση τους και τούτο γιατί, αναμενόμενο είναι ότι, ο Ενάγοντας, προς απόδειξη των ισχυρισμών του θα προσκομίσει επιστημονική μαρτυρία ιατρού, την οποία, μόνο με ανάλογη μαρτυρία μπορεί να αντικρούσει η πλευρά των Εναγομένων. Ισχυρίζονται ακόμα, ότι, στην περίπτωση που δεν εξεταστεί ο Ενάγοντας από τον ιατρό της επιλογής τους, τα δικαιώματα τους θα επηρεαστούν αρνητικά ειδικότερα «ενόψει της φύσης και του ύψους των απαιτήσεων του Ενάγοντα». Τέλος, αφού ισχυρίζεται ότι η αιτούμενη ιατρική εξέταση δεν θα στερήσει στον Ενάγοντα οποιοδήποτε δικαίωμα του να προσφύγει στο Δικαστήριο και ότι τούτη (η εξέταση) δεν θα διαρκέσει περισσότερο από μια ώρα, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρει ότι η απροθυμία του Ενάγοντα να μεταβεί στον ιατρικό χώρο του Δρ. Γεωργίου και να εξεταστεί, δεν είναι εύλογη, ούτε και δικαιολογημένη ενώ, συνεπεία όλων των όσων αναφέρονται στην ένορκη του δήλωση, δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αναστολής της διαδικασίας της αγωγής. Η ένσταση Ο Ενάγοντας, καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης (στο εξής «η ένσταση»), η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και δη στις Δ.5, Δ.5 (Α), Δ.48 θ. 1‑ 9, και Δ.64 θ 1 και 2, στη σχετική νομολογία και στις γενικές συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Στο κυρίως σώμα της, ως λόγους ένστασης, ο Ενάγοντας αναφέρει τους ακόλουθους: «
- Η αίτηση είναι ουσιαστικά και πραγματικά αβάσιμη.
- Ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να καταχωρεί την παρούσα αίτηση καθότι ο καθ' ου η αίτηση ουδέποτε αρνήθηκε να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση από ιατρό της επιλογής των αιτητών. Ο καθ' ου η αίτηση αρνήθηκε να μεταβεί σε άλλη επαρχία και συγκεκριμένα στη Λεμεσό για την υποβολή του σε ιατρική εξέταση.
- Η αίτηση των αιτητών είναι καταχρηστική, καθότι καταχρηστικό είναι και το αίτημα του να υποβληθεί ο καθ' ου η αίτηση σε ιατρική εξέταση στο ιατρείο του ιατρού της επιλογής τους στην Λεμεσό.
- Η αίτηση είναι επί πλέον καταχρηστική αφού καταχωρήθηκε 2 χρόνια και 6 μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής η οποία καταχωρήθηκε στις 3.9.2014 και το ατύχημα συνέβη στις 19/8/2014 και είναι καταχρηστικό να ζητείται σήμερα, μετά από τόσο καιρό ιατρική εξέταση ενόψει και της φύσης του τραύματος που υπέστη ο καθ' ου η αίτηση.
- Περαιτέρω η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική του δικαστικού χρόνου αφού το ίδιο ακριβώς αίτημα εξετάστηκε και απορριφθεί με αίτηση ημερομηνίας 9/6/2016 όπου εκδόθηκε απόφαση στις 31/1/2017, 1 μήνα περίπου πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
- Ουσιαστικά με την παρούσα αίτηση ο αιτητής επιθυμεί να ενεργήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο ως εφετείο στην δική του απόφαση και να την αλλάξει ενώ δεν έχει καταχωρήσει έφεση στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 31/1/
- Ο αιτητής δεν έχει καταφέρει να αποδείξει ότι η ιατρική εξέταση είναι απαραίτητη και αναγκαία ειδικά υπό το φως της δήλωσης του καθ' ου η αίτηση ότι έχει αποθεραπευτεί πλήρως από τον Φεβρουάριο του
- Θα ήταν άδικο και καταπιεστικό να αναγκαστεί ο καθ' ου η αίτηση να μεταβεί σε άλλη επαρχία για την ιατρική εξέτασή του.
- Η αιτήτρια εταιρεία είναι αφερέγγυα, δεν πληρώνει καμία απαίτηση, καταχωρεί Υπερασπίσεις σε όλες τις αγωγές για το λόγο ότι στερείται ρευστότητας και δεν έχει αρκετό κεφαλαιουχικό αποθεματικό ώστε να ικανοποιήσει τα κριτήρια της Ε.Ε. για ασφαλιστικές εταιρείες και για το λόγο αυτό βασανίζει τα Δικαστήρια και τους διαδίκους οδηγώντας όλες τις διαφορές σε εκκρεμοδικία.» Την ένσταση, συνοδεύει ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, στην οποία, στην παράγραφο 2, παραθέτει αυτουσίως τους 9 λόγους ένστασης, τους οποίους και υιοθετεί. Στην παράγραφο 3 αυτής, σημειώνει ότι, σε όλες τις κατά καιρούς αποσταλείσες, από πλευράς των Εναγομένων, επιστολές, ζητείται από αυτόν να παρευρεθεί στη Λεμεσό και να τύχει εξέτασης. Είναι η θέση του ότι, αφ' ης στιγμής, 6 μήνες μετά τον τραυματισμό του αποθεραπεύτηκε πλήρως και με δεδομένο ότι η σωματική του βλάβη ήταν μυϊκή και «όχι επί της σπονδυλικής στήλης (...) δεν υπάρχει κανένα νόημα στην υποβολή ιατρικής εξέτασης μετά από τόσο καιρό». Τέλος, προωθεί και τη θέση ότι, συνεπεία της απόρριψης της προγενέστερης, με ίδια αιτούμενη θεραπεία, αίτησης των Εναγομένων, τούτοι (οι εναγόμενοι) δεν δικαιούνται να προωθούν την υπό εξέταση αίτηση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, δεν επισυνάπτεται κανένα Τεκμήριο. Ακροαματική διαδικασία Κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης του δήλωσης και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο στις 27/09/17, όταν και η επίδικη αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Νομική πτυχή H εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διάταγμα αναστολής της διαδικασίας λόγω άρνησης του ενάγοντα να εξεταστεί από γιατρό της επιλογής του εναγομένου, είναι σύμφυτη και ασκείται οποτεδήποτε κρίνεται ορθό και δίκαιο. Στην Kyros Demosthenous v. Michael Antoniou
(1975)1 C.L.R.1 υιοθετήθηκε η Αγγλική νομολογία επί του ζητήματος και συγκεκριμένα τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν στην Edmeades v. Thames Board Mills Ltd [1969] 2 All E.R. 127, τα οποία παρατίθενται αυτουσίως, ευθύς αμέσως: «This Court has ample jurisdiction to grant a stay whenever it is just and reasonable so to do. It can, therefore, order a stay if the conduct of the plaintiff in refusing a reasonable request is such as to prevent the just determination of the cause. The question in this case is simply whether the request was reasonable or not». (βλ. επίσης Κυριάκου και Άλλος v. Στυλιανού
(1982)1 Α.Α.Δ. 524 και Τhanos Hotels Ltd v. Δημήτριου Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Ο αιτητής σε τέτοιου είδους αίτηση, φέρει το βάρος να αποδείξει και να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει την αποδοχή της αίτησης. Oφείλει ακόμα, να αποκαλύψει πλήρως τους λόγους για τους οποίους προωθείται η αίτηση, καθότι, ως έχει αναφερθεί στην Τhanos Hotels Ltd v. Δημήτριου Ιωάννου (ανωτέρω), η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, εμμέσως, πλην όμως σαφώς, επενεργεί ως επέμβαση στην προσωπική ελευθερία του ενάγοντα. Στην Πελοπίδας Κ. Αριστοδήμου v. Τάκη Πετάση
(1990)1 Α.Α.Δ. 112, αποφασίστηκε ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα πρέπει να αντισταθμίζει δύο σημαντικούς παράγοντες: Από τη μια, την ελευθερία του ατόμου και το δικαίωμα του καθενός να προσφύγει στο δικαστήριο για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του, και από την άλλη το δικαίωμα του αντιδίκου του για την παροχή ουσιαστικής ευκαιρίας για υπεράσπιση, δικαίωμα συνυφασμένο με την απονομή της δικαιοσύνης. Επίσης, έχει λεχθεί ότι, τέτοιου είδους αίτηση, θα πρέπει να γίνεται το συντομότερο δυνατό και ότι κάθε καθυστέρηση στην υποβολή της πρέπει να δικαιολογείται (βλ. επίσης Σάββας Χ΄΄ Σάββα v. Διονύση Π. Διονυσίου
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1301). Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Janet Moore v.1. Frixos Evagorou Water Sports Ltd κ.α.
(2012)1 Γ Α.Α.Δ. 2148 αναφέρθηκαν τα εξής: «Ουσιαστικά το στοιχείο της δίκαιης και ισορροπημένης μεταχείρισης των διαδίκων βρίσκεται στον πυρήνα της άσκησης αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Διακριτική ευχέρεια που θα πρέπει να ασκείται με φειδώ ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει την ανάγκη διασφάλισης της ελευθερίας του ατόμου με το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η εξισορρόπηση των δύο θα πρέπει να ξεκινά από τη βάση ότι τόσο η ελευθερία όσο και η δικαιοσύνη είναι εξίσου σημαντικές αρχές και έννοιες που υπηρετούν τον πολίτη αλλά και την κοινωνία γενικότερα. Η ιατρική εξέταση δεν επιβάλλεται με διαταγή του Δικαστηρίου, εξέλιξη που θα συνιστούσε απαράδεκτη επέμβαση στην ατομική ακεραιότητα και ελευθερία του διαδίκου, αλλά έμμεσα με την αναστολή της δίκης μέχρις ότου ο διάδικος συμφωνήσει να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση. Σε αιτήσεις αυτού του είδους ο αιτητής φέρει το βάρος να αποκαλύψει τους λόγους επί των οποίων στηρίζεται το αίτημα του ενώ παράλληλα η πλευρά του ενάγοντα θα πρέπει να αποκαλύψει τους λόγους πάνω στους οποίους στηρίζει την άρνηση του να αποδεχτεί τούτο.» Τέλος, όπως υποδείχθηκε στην Starr v. National Coal Board [1977] 1 All ER 243, και συγκεκριμένα στη σελίδα 256, «Ιf the defendant has put forward the name of a particular doctor and can show that an examination by a doctor is necessary in his interests and that this particular doctor is apparently well qualified to examine the plaintiff, the plaintiff then[1] has to give reasons for objecting to him. He must at least be able to show that there is some substantial ground on which he or his advisers have formed the opinion that the doctor in question lacks the proper qualification or is likely to contact his examination and to make his reports unkindly or unfairly.» Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω αναφερόμενα στη σχετική με την υπό εξέταση αίτηση νομική πτυχή, προτού το Δικαστήριο στρέψει την προσοχή του στο ερώτημα κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιολογημένα αρνείται να τύχει ιατρικής εξέτασης, θα πρέπει ο Εναγόμενος, που προωθεί την αίτηση αναστολής της διαδικασίας, να ικανοποιήσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Μέρος των ρηθείσων προϋποθέσεων (αυτές που αμφισβητούνται από την πλευρά του Ενάγοντα), είναι, αφενός να αποδείξει, αποκαλύπτοντας συγκεκριμένους λόγους, την αναγκαιότητα να υποβληθεί ο Ενάγοντας σε ιατρική εξέταση, και αφετέρου ότι η εξέταση που επιζητείται να γίνει, είναι η ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις. Τότε και μόνο τότε το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει το δικαιολογημένο ή μη της όποιας, ενδεχομένως, άρνησης του Ενάγοντα να εξεταστεί. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι ότι, η ιατρική εξέταση του Ενάγοντα επιζητείται ώστε να είναι δυνατή η καλύτερη προετοιμασία της υπεράσπισης και τούτο, προφανώς, στα πλαίσια της Αρχής της Ισότητας των Όπλων. Προς τούτο, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσουν τυχόν επιστημονική μαρτυρία από πλευράς του Ενάγοντα σε σχέση με τα ισχυριζόμενα τραύματα του, είναι η προσκόμιση, από πλευράς τους, της δικής τους επιστημονικής μαρτυρίας, και ότι τούτο μπορεί να γίνει, μόνο κατόπιν εξέτασης του Ενάγοντα από ιατρό της επιλογής τους. Θέλουν δε, μέσα από αυτήν την ιατρική εξέταση του Ενάγοντα, να προκύψει επιστημονική μαρτυρία, η οποία να διαφωτίζει, τόσο για το κατά πόσο ο Ενάγοντας υπέστη οποιοδήποτε τραυματισμό, ισχυρισμό του Ενάγοντα τον οποίο αμφισβητούν, όσο, και, στην περίπτωση που όντως ο Ενάγοντας τραυματίστηκε, το ενδεδειγμένο ή μη της θεραπευτικής αγωγής που έτυχε, αλλά και το χρονικό διάστημα που δικαιολογείται για την αποθεραπεία του. Είμαι της γνώμης ότι, με τα όσα έθεσαν οι Εναγόμενοι ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση τους, αλλά και τα εκεί επισυναπτόμενα έγγραφα/τεκμήρια, πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που επιβάλλει η σχετική με το ζήτημα νομολογία και τούτο γιατί, η αναγκαιότητα υποβολής του Ενάγοντα σε ιατρική εξέταση δικαιολογείται ώστε οι Εναγόμενοι να κατέχουν και αυτοί επιστημονική μαρτυρία με την οποία να μπορούν να αντικρούσουν, την επιστημονική μαρτυρία που αναμένεται να παρουσιάσει ο Ενάγοντας προς υποστήριξη της αγωγής του, σε σχέση με τις ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες που υπέστη. Ας μη λησμονείται ότι είναι ο ίδιος ο Ενάγοντας που αποκάλυψε ότι επισκέφτηκε συγκεκριμένο γιατρό σε συγκεκριμένο ιατρικό κέντρο, ο οποίος και απεφάνθη περί των τραυμάτων του. Επίσης, με δεδομένη την αναφορά, στις γραπτές άδειες ασθενείας που δόθηκαν στον Ενάγοντα (τις οποίες ο ίδιος απεκάλυψε μέσω της σχετικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων), σε διάστρεμμα οσφύος («lumbar sprain»), και ανεξάρτητα του εάν ο ίδιος ο Ενάγοντας, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του, χαρακτηρίζει τις σωματικές του βλάβες ως μυϊκές και μη σχετιζόμενες με την οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής του στήλης, κρίνω το αίτημα των Εναγομένων, ο Ενάγοντας να τύχει ιατρικής εξέτασης από ιατρό της ειδικότητας και γενικά εξειδίκευσης του Δρ. Γεωργίου, πλήρως δικαιολογημένο. Έχω δε πεισθεί, και τούτο πάντα με γνώμονα τα όσα οι Εναγόμενοι έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, ότι, μέσω της επιζητούμενης ιατρικής εξέτασης του Ενάγοντα, είναι δυνατό να προκύψουν πληροφορίες, οι οποίες θα μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την ετοιμασία επιστημονικής μαρτυρίας η οποία να μπορεί να τύχει χρήσης από τους εναγόμενους ώστε, πάντα με γνώμονα την Αρχή της Ισότητας των Όπλων, να μπορούν να αντιμετωπίσουν, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, την ανάλογη αναμενόμενη επιστημονική μαρτυρία του Ενάγοντα. Των μόλις πιο πάνω κρίσεων του Δικαστηρίου δεδομένων, το μόνο που μένει να εξεταστεί, είναι το δικαιολογημένο ή μη της εξέτασης του Ενάγοντα από τον Δρ. Γεωργίου στο ιατρείο που διατηρεί ο τελευταίος στη Λεμεσό. Είμαι της γνώμης ότι τούτο, θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με το δικαιολογημένο ή μη της άρνησης του Ενάγοντα να μεταβεί στη Λεμεσό για την ρηθείσα εξέταση. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι, ο Ενάγοντας δεν αμφισβητεί, ούτε την ειδικότητα, ούτε τη δυνατότητα του Δρ. Γεωργίου να προβεί στην επιζητούμενη εξέταση. Ούτε προβάλλει οποιαδήποτε θέση περί πιθανότητας ο συγκεκριμένος να γιατρός να προβεί σε άδική για τον ίδιο ιατρική κρίση. Εκείνο που προβάλλει ο Ενάγοντας ως λόγο για την απόρριψη της αίτησης, είναι το αδικαιολόγητο της διενέργειας της εξέτασης στο ιατρείο του Δρ. Γεωργίου στη Λεμεσό. Είμαι της γνώμης ότι, το κατά πόσο δικαιολογείται η εξέταση να διενεργηθεί στη Λεμεσό ή όχι, είναι θέμα πραγματικών γεγονότων, και δη αναζήτησης των κινήτρων και προθέσεων των μερών. Από τη μια, ο Ενάγοντας, μέσω της μοναδικής επιστολής που αποστάληκε εκ μέρους του, αλλά και σχετικής δήλωσης που έγινε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 31.03.16, επιζητεί να τύχει ιατρικής εξέτασης στο δικηγορικό του γραφείο, χωρίς ωστόσο να παραθέτει οποιοδήποτε λόγο που δικαιολογεί αυτό το απόλυτο αίτημά του, ενώ από την άλλη, οι Εναγόμενοι, ζητούν το λογικό και αναμενόμενο, και δη, όπως η εξέταση του ενάγοντα γίνει στον χώρο που ο ιατρός της επιλογής τους εξετάζει όλους τους ασθενείς του και αντιλαμβανόμενοι την ταλαιπωρία και ενδεχομένως οικονομική ζημιά που μπορεί να προκληθεί στον Ενάγοντα, δηλώνουν ετοιμότητα να καλύψουν την όποια τέτοια ζημιά του. Είναι γεγονός ότι η σχετική με το ζήτημα νομολογία (αυτή που κατάφερε το Δικαστήριο να βρει κατόπιν σχετικής έρευνας), δεν φαίνεται να ασχολήθηκε, ειδικά, με το ζήτημα αυτό. Εάν μπορεί κάποιος να αντλήσει καθοδήγηση από τη σχετική, γενικότερα, με τα επίδικα ζητήματα, νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια, αντιλαμβανόμενα την έμμεση διαταγή προς έναν Ενάγοντα να τύχει ιατρικής εξέτασης, και δη να ενεργήσει ενάντια των προθέσεών του, προνοούν ώστε, στην περίπτωση που ο Ενάγοντας, κατόπιν εκδόσεως διατάγματος αναστολής της διαδικασίας της αγωγής, αποδεχτεί να τύχει ιατρικής εξέτασης από τον ιατρό της επιλογής των Εναγομένων, οι τελευταίοι να καλύψουν εκείνα τα έξοδα που κρίνονται δικαιολογημένα από το Δικαστήριο. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ένας αυτοεργοδοτούμενος δικηγόρος θα ταλαιπωρηθεί εάν αναγκαστεί (έστω και εμμέσως) να απέχει από τα επαγγελματικά του καθήκοντα για τουλάχιστον τρεις ώρες. Για την εκτίμηση του χρόνου αυτού, συνυπολογίζεται, αφενός ο χρόνος που θα χρειαστεί να μεταβεί από Λευκωσία στη Λεμεσό και αντιστρόφως, καθώς επίσης και η μια ώρα, που σύμφωνα με τους εναγόμενους, υπολογίζεται ότι θα διαρκέσει η ιατρική εξέταση. Από την άλλη όμως, έστω και εάν η εξέταση λάμβανε χώρα στη Λευκωσία, και πάλι, για τουλάχιστον το χρονικό διάστημα που διαρκούσε η εξέταση, θα έπρεπε ο Ενάγοντας να απέχει από τα επαγγελματικά του καθήκοντα. Και εάν τούτη η εξέταση, διενεργείτο στη Λευκωσία, πλην όμως σε ιατρείο κάποιου ιατρού, και πάλι ο Ενάγοντας θα έπρεπε να απέχει από τα επαγγελματικά του καθήκοντα για τον χρόνο που θα χρειαζόταν να μεταβεί από το γραφείο του στο εν λόγω ιατρείο, αλλά και να επιστρέψει πίσω. Είμαι, ακόμα, της γνώμης ότι, το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να επιβάλει σε έναν διάδικο την επιλογή συγκεκριμένου ιατρού. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η επιλογή του Δρ. Γεωργίου από πλευράς των Εναγομένων γίνεται με αλλότρια κίνητρα και δη, παραδείγματος χάρη, με σκοπό να ταλαιπωρηθεί ο Ενάγοντας. Ούτε ότι οι Εναγόμενοι συνεργάζονται με οποιονδήποτε άλλον ιατρό, ίδιας ειδικότητα και εξειδίκευσης, ο οποίος διατηρεί ιατρείο σε πόλη ή έστω περιοχή σε μικρότερη απόσταση από το σημείο έδρας του Ενάγοντα. Με δεδομένο το αναντίλεκτο δικαίωμα εκάστου ανθρώπου να επιλέγει τον ιατρό που επιθυμεί, και μη έχοντας λόγο να κρίνω ότι η επιλογή των Εναγομένων να συνεργάζονται με τον Δρ. Γεωργίου γίνεται για οποιονδήποτε μη θεμιτό λόγο, κρίνω ότι η άρνηση του Ενάγοντα να μεταβεί στη Λεμεσό και να εξεταστεί από το συγκεκριμένο ιατρό, στο ιατρείο που ο ίδιος διατηρεί, είναι αδικαιολόγητη. Πόσο μάλλον όταν οι εναγόμενοι δηλώνουν ετοιμότητα να καλύψουν την όποια ζημιά υποστεί συνεπεία μιας τέτοιας ιατρικής εξέτασης. Επομένως, κρίνω ότι, ο Ενάγοντας, αδικαιολόγητα αρνείται να τύχει ιατρικής εξέτασης, που ως αναφέρθηκε ανωτέρω κρίθηκε αναγκαία. Ερχόμενος τώρα στο θέμα του χρόνου καταχώρησης της αίτησης, θέμα επί του οποίου, εν μέρει, βασίζεται η ένσταση του ενάγοντα, είμαι της γνώμης ότι, τούτο, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για απόρριψή της. Η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε ενάμιση μόλις μήνες μετά την έκδοση της προγενέστερης σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια δε αυτού του χρόνου, ως αναφέρει ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση και δεν αμφισβητήθηκε, οι εναγόμενοι επιδίωξαν εκ νέου να επιτευχθεί, εκ συμφώνου, η εξέταση του ενάγοντα από ιατρό της επιλογής τους. Ήταν η εκ νέου μη ανταπόκριση του ενάγοντα, που οδήγησε στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι οι εναγόμενοι, ως αιτητές, δικαιολόγησαν την όποια καθυστέρηση παρατηρείται στην προώθηση της υπό εξέταση αίτησης, η οποία αίτηση, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αδικαιολόγητη και/ή ως σκοπούσα να εξυπηρετήσει αλλότριο σκοπό, από αυτόν στον οποίο και αφορά. Αναφορικά τώρα με τη θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την υπό εξέταση αίτηση, επί τω ότι, με ενδιάμεση απόφασή του, το Δικαστήριο, απέρριψε πανομοιότυπο προγενέστερο αίτημά τους, σημειώνω τα ακόλουθα: Η απόρριψη της προηγούμενης σχετικής αίτησης των εναγομένων δεν επενεργεί ως κώλυμα για την προώθηση της υπό εξέταση αίτησης, αν και εφόσον, η τελευταία, εδράζεται επί γεγονότων και/ή επιχειρημάτων που δεν συνυπολογίστηκαν στα πλαίσια της εξέτασης της αρχικής αίτησής τους. Τούτο, εξ άλλου, φαίνεται να συμμερίζεται και η συνήγορος του ενάγοντα, όπου στην αγόρευσή της, προς υποστήριξη του σχετικού λόγου ένστασης, σημειώνει ότι οι εναγόμενοι, δεν παρουσίασαν «νέα στοιχεία» που να διαφοροποιούν την επίδικη αίτηση από την αρχική τους. Όπως, όμως, προκύπτει από τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι, οι εναγόμενοι έχουν θέσει ενώπιόν του, στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, (σε αντιδιαστολή με ότι συνέβη στην αρχική τους σχετική αίτηση) μαρτυρία διαφωτιστική του κατά πόσο η επιζητούμενη ιατρική εξέταση είναι ή όχι αναγκαία, γεγονός που διαφοροποιεί την υπό εξέταση αίτηση, από την αρχική τους, με αποτέλεσμα, η πρώτη σχετική αίτησή τους, να μην αποτελεί κώλυμα για την προώθηση της υπό εξέταση. Τέλος, ως προς το λόγο ένστασης 9, περιορίζομαι απλά να σημειώσω ότι τούτος δεν προωθήθηκε (καμία σχετική αναφορά δεν γίνεται στην αγόρευση της συνηγόρου του ενάγοντα, ενώ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, η σχετική αναφορά αφορά απλά σε αυτούσια επανάληψη του σχετικού λόγου ένστασης), και ως εκ τούτου θεωρείται ως εγκαταλειφθείς. Τούτων δοθέντων, κρίνω ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να επιτύχει και ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναστέλλεται η διαδικασία της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, μέχρις ότου ο Ενάγοντας συγκατατεθεί να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση από τον Δρ. Ηλία Γεωργίου, στο ιατρείο που διατηρεί ο τελευταίος, στην οδό Γόλγων, 3021, στη Λεμεσό (και ή σε άλλη οδό που τυχόν θα μεταφερθεί), κατά τις απογευματινές ώρες, όταν και δεν θα είναι αναγκαία η παρουσία του (Ενάγοντα) στο Δικαστήριο, πάντα όμως εντός των ωρών λειτουργίας του ιατρείου του Δρ. Γεωργίου. Για σκοπούς διευθέτησης της εξέτασης, οι δύο πλευρές να έλθουν σε σχετική συνεννόηση, πάντα όμως με γνώμονα και το πρόγραμμα του Δρ. Γεωργίου. Με δεδομένη την οικονομική ζημιά που θα προκληθεί στον Ενάγοντα συνεπεία της ενδεχόμενης εξέτασής του (στην περίπτωση που συγκατατεθεί και εξεταστεί ως ανωτέρω), οι Εναγόμενοι, υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην ακριβώς επόμενη παράγραφο, να επωμιστούν τα έξοδα μεταφοράς του από τη Λευκωσία προς το ιατρείο του Δρ. Γεωργίου και αντιστρόφως, με ταξί γραμμής ή στην περίπτωση που θα μεταβεί με ιδιωτικό του όχημα, δια της καταβολής του ποσού των €20,00, δια κατανάλωση καυσίμων, καθώς επίσης και τα έξοδα της ιατρικής του εξέτασης. Επίσης, οι Εναγόμενοι να καταβάλουν στον Ενάγοντα το ποσό των €100,00, το οποίο κρίνω ότι αποτελεί ορθή και δίκαιη, υπό τις περιστάσεις, αποζημίωση του για το χρόνο που δεν θα μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντα του, και ο οποίος προκύπτει ως άμεσο αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η ιατρική εξέταση θα λάβει χώρα στη Λεμεσό, αντί στη Λευκωσία ή κάπου αλλού κοντύτερα της έδρας του. Έχοντας δε υπόψη την αμφισβήτηση από πλευράς των εναγομένων, του ισχυρισμού του ενάγοντα ότι, συνεπεία του δυστυχήματος, υπέστη σωματικές βλάβες, και με δεδομένη την έτερη θέση τους περί του ότι ο ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να προωθεί την υπό εξέταση αγωγή λόγω προγενέστερης συμφωνίας του με τον εναγόμενο 2, κρίνω ότι, το χρηματικό ποσό των €100,00 (ανωτέρω), και, στην περίπτωση που ο ενάγοντας μεταβεί στη Λεμεσό με ιδιωτικό του όχημα, και το ποσό των €20,00 (επίσης, ανωτέρω), θα πρέπει να καταβληθούν από τους εναγόμενους σ' αυτόν, μόνο στην περίπτωση που στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, εκδοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα, είτε εκ συμφώνου, είτε άλλως πως. Τα μέρη, ωστόσο, δύνανται, στα πλαίσια εξώδικης διευθέτησης, που θα έχει ως αποτέλεσμα την απόσυρση της αγωγής, να ζητήσουν (από κοινού) από το Δικαστήριο, όπως, διατάξει διαφορετικά, σε σχέση με τα πιο πάνω ποσά. Έχοντας αποφασίσει ως ανωτέρω, και μη έχοντας οποιοδήποτε λόγο να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τα έξοδα της κάθε διαδικασίας να ακολουθούν το αποτέλεσμα της, τα έξοδα της υπό εξέταση αίτησης, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα, θα είναι ωστόσο πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .................................... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο