← Κύπρος

NICODEMOU & GRAVIAS CONSTRUCTION COMPANY LIMITED ν. Κωνσταντίνος Μπουζάνης, Αρ. Αγωγής: 5867/14, 3/11/2017

NICODEMOU & GRAVIAS CONSTRUCTION COMPANY LIMITED ν. Κωνσταντίνος Μπουζάνης, Αρ. Αγωγής: 5867/14, 3/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A304 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5867/14 NICODEMOU & GRAVIAS CONSTRUCTION COMPANY LIMITED Ενάγουσας και Κωνσταντίνος Μπουζάνης Εναγόμενος Ημερομηνία: 3 Νοεμβρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Δημητρίου Για τον Εναγόμενο/ Καθ' ου η Αίτηση: κ. Αντωνιάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα επιζητεί την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου για το συνολικό ποσό των €42.070,
  2. Το εν λόγω ποσό, σύμφωνα πάντα με την Έκθεση Απαίτησης, προκύπτει από την πρόσθεση της αξίας εκτελεσθεισών, από την ενάγουσα, οικοδομικών εργασιών προς όφελος του Εναγόμενου (€29.145,00), με το ποσό των €12.925, που παρανόμως κατακρατεί ο τελευταίος και το οποίο ανήκει στην Ενάγουσα. Είναι η βασική θέση της Ενάγουσας ότι, ούσα εταιρεία που ασχολείται με την ανέγερση οικοδομικών έργων, κατόπιν συνομολόγησης σχετικής συμφωνίας μετά του Εναγόμενου, ανήγειρε, προς όφελος του, συγκεκριμένη οικία, την οποία και του παρέδωσε μετά την περάτωση των οικοδομικών εργασιών. Στα πλαίσια της μεταξύ των μερών συμφωνίας, ο Εναγόμενος, ως ο ιδιοκτήτης της οικίας, διόρισε ως συμβούλους του, συγκεκριμένο αρχιτεκτονικό γραφείο, καθώς επίσης και συγκεκριμένο γραφείο επιμετρητών ποσοτήτων. Μετά την περάτωση των εργασιών και την παράδοση της οικίας στον Εναγόμενο, και αφού η αρχιτέκτων του έργου ήλεγξε τις εκτελεσθείσες εργασίες και έκρινε ότι τούτες εκτελέσθηκαν σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ των μερών συμφωνίας, εξέδωσε τελικό διατακτικό/πιστοποιητικό πληρωμής για το ποσό των €29.145,00, καθώς επίσης και συμβούλευσε τον ιδιοκτήτη όπως επιστρέψει προς την ενάγουσα την σχετική κράτηση εκ ποσοστού 2.50% επί του ποσού του συμβολαίου (η σύμβαση των μερών προνοούσε για δικαίωμα κράτησης από τον εναγόμενο συγκεκριμένου ποσοστού από την αξία των εκάστοτε εκτελεσθεισών εργασιών, το οποίο θα παρέδιδε στη ενάγουσα σε συγκεκριμένο χρόνο και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις), που μέχρι εκείνην τη μέρα κατακρατούσε, η οποία ανέρχεται στο ποσό των €12.925,00, και δη όπως καταβάλει στη τελευταία το συνολικό ποσό των €42.070,
  3. Πάρα τη αποστολή, εκ μέρους της ενάγουσας, σχετικής επιστολής προς τον Εναγόμενο για καταβολή του πιο πάνω ποσού, ο τελευταίος, μέχρι και σήμερα δεν κατέβαλε τούτο. Επομένως, η ενάγουσα, επικαλούμενη παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων από πλευράς του Εναγόμενου, καταχώρησε τη παρούσα αγωγή και επιζητεί την έκδοση απόφασης για το πιο πάνω ποσό με νόμιμο τόκο, καθώς επίσης και την καταδίκη του Εναγόμενου στα έξοδα. Δεσπόζουσα θέση στο δικόγραφο της ενάγουσας, κατέχει ο ισχυρισμός ότι, το σχετικό με την απαίτηση τελικό πιστοποιητικό πληρωμής που εξέδωσε η αρχιτέκτων του έργου, ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο. Στις 8.6.2016, ο Εναγόμενος καταχώρησε την υπεράσπιση του, μέσω της οποίας ανταπαιτεί διάφορα χρηματικά ποσά επί τη βάση διάφορων αιτιάσεων (όπως μη αποπερατωθείσες εργασίες, κακοτεχνίες, αστοχίες, καθυστέρηση κ.ο.κ.), συνολικού ύψους €45.055,90, καθώς επίσης και ένα αδιευκρίνιστο ποσό επί τη βάση ότι, λόγω της καθυστέρησης στην αποπεράτωση του έργου, κατέβαλε Φόρο Προστιθέμενης Αξίας επί ποσοστού μεγαλύτερου από το ποσοστό που ίσχυε κατά το διάστημα που θα έπρεπε να παραδοθεί η οικία, θεωρώντας ότι, ορθό και δίκαιο είναι, να επωμιστεί μόνο επιβάρυνση ίση με τον συντελεστή του Φ.Π.Α. που ίσχυε κατά τον χρόνο που θα έπρεπε να έχει ανεγερθεί η οικία με βάση τη συμφωνία. Η επίδικη αίτηση Στις 2.9.2016, η Ενάγουσα καταχώρησε την επίδικη αίτηση, με την οποία ζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Εναγόμενου, ως η απαίτηση της. Τούτη, συνοδεύει ένορκη δήλωση του Νικόδημου Νικοδήμου (διευθυντή της Ενάγουσας). Σε αυτήν, ο Νικοδήμου δηλώνει γνώστης των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και δέκτης πληροφοριών, αλλά και νομικών συμβουλών σε σχέση με τα εκεί αναφερόμενα του. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, στην ένορκη του δήλωση, ο Νικοδήμου επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτηση της Ενάγουσας. Βασική θέση και/ή καλύτερα ακρογωνιαίος λίθος των επιχειρημάτων του, αποτελεί το αδιαμφισβήτητο και ακλόνητο του περιεχόμενο του τελικού πιστοποιητικού που εκδόθηκε από την αρχιτέκτονα του έργου. Επικαλούμενος, από τη μια, τους όρους 31 και 36 της σύμβασης των μερών, και από την άλλη, τη σχετική νομική συμβουλή που έλαβε από τους συνηγόρους της Ενάγουσας, ισχυρίζεται ότι, αφ' ης στιγμής ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε την ορθότητα του εκδοθέντος τελικού πιστοποιητικού μέσω της προβλεπόμενης, από τη σύμβαση των μερών, διαδικασίας (άρθρο 36 τούτης), και αφού παρήλθε ο χρόνος εντός του οποίου ήταν δυνατή μια τέτοια αμφισβήτηση(άρθρο 31

(8)της σύμβασης), δεν δύναται να αιτιάται, για οποιονδήποτε λόγο, ότι το περιεχόμενο του ρηθέντος πιστοποιητικού δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική οφειλή του προς την Ενάγουσα ή ότι τούτο δεν είναι ορθό. Προς υποστήριξη της ένορκης του δήλωσης, ως Τεκμήριο 1, ο Νικοδήμου επισυνάπτει αντίγραφο ηλεκτρονικής έρευνας στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με την σύσταση, μέλη, αλλά και εγγεγραμμένο γραφείο της Αιτήτριας, ως Τεκμήριο 2, αντίγραφο της σύμβασης που κατ' ισχυρισμό του διέπει τις σχέσεις της Ενάγουσας και του Εναγόμενου, ως Τεκμήριο 3 το τελικό διατακτικό (πιστοποιητικό) πληρωμής του εργολάβου που εκδόθηκε από την αρχιτέκτονα του έργου, ως Τεκμήριο 4, σχετικό, με το τεκμήριο 3, πιστοποιητικό που εκδόθηκε από τον επιμετρητή ποσοτήτων και τέλος, ως Τεκμήριο 5, επιστολή που απεστάλη από τους συνηγόρους της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο, με την οποία ζητείτο από τον τελευταίο όπως καταβάλει το ποσό των €29.145,00 που αντιστοιχεί στην αξία των εργασιών που εκτελέστηκαν από την Ενάγουσα, πιστοποιήθηκαν από την αρχιτέκτονα και δεν εξοφλήθηκαν από τον Εναγόμενο. Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.16, Δ.18, Θ.1 (α) και 2, Δ.39, Δ.48, Θ.1 ‑ 4 και 9 και Δ.64, καθώς επίσης και στη νομολογία, το κοινοδίκαιο, αλλά και τις συμφυείς και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση Στις 15.12.2016, ο Εναγόμενος καταχώρησε Ειδοποίηση περί της πρόθεσης του να ενστεί στην αίτηση. Τούτη βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα στη Δ.18, Δ.48 και Δ.64. Βασίζεται επίσης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στην αρχή της Φυσικής Δικαιοσύνης και στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επί του κυρίως σώματος της, αναφέρονται οι ακόλουθοι 10 λόγοι ένστασης. «(α) Η Ενάγουσα εταιρεία με την αίτηση της για συνοπτική απόφαση δεν έφερε την υπόθεση της μέσα στα πλαίσια της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή απέτυχε να αποδείξει τις προϋποθέσεις της πιο πάνω Διαταγής. (β) Ο Διευθυντής της Ενάγουσας που ορκίζεται την ένορκη δήλωση δεν ορκίζεται θετικά, ούτε και έχει θετική γνώση του λογαριασμού του ισχυριζόμενου Τελικού Πιστοποιητικού και του αιτούμενου ποσού. (γ) Το επίδικο ισχυριζόμενο Τελικό Πιστοποιητικό εκδόθηκε χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις που προβλέπονταν από την επίδικη συμφωνία των διαδίκων. Επίσης δεν τηρήθηκαν ούτε εφαρμόστηκαν τα προαπαιτούμενα για να εκδοθεί νόμιμα το επίδικο Τελικό Πιστοποιητικό. Ούτε τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 36 των Ειδικών Όρων του Συμβολαίου η οποία μεταξύ άλλων εξουδετερώνει νομικά το επίδικο Τελικό Πιστοποιητικό. (δ) Ο Διευθυντής της Ενάγουσας δεν απεκάλυψε την πλήρη αλήθεια στο δικαστήριο και σκόπιμα είναι ασαφής. (ε) Παραμένουν εντελώς άγνωστα και δεν παρατίθενται στοιχεία που να εξηγούν πως κατέληξε η Ενάγουσα στο απαιτούμενο ποσό και αποκρύβει τα γεγονότα και παρέχει ελλιπή απολογισμό των γεγονότων χωρίς να παρέχονται λεπτομέρειες. Η αξίωση γίνεται κάτω από αδιαφανείς συνθήκες χωρίς να τηρηθούν οι προκαταρκτικές ενέργειες που καθορίζει η παραγρ.
(6)(α) έως (γ) και
(7)του άρθρου
  1. (στ) Υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και έτσι αυτή καθίσταται ατελέσφορη. (ζ) Η συμπεριφορά της Ενάγουσας στερεί από τον Εναγόμενο το δικαίωμα του να ελέγξει τις εκτελεσθείσες εργασίες, τα ποσά που απαιτήθηκαν, εάν υπάρχουν λάθη και άλλες ατασθαλίες αφού δεν καταχωρήθηκαν στοιχεία που να υποστηρίζουν πως ο αρχιτέκτονας και ο επιμετρητής ποσοτήτων έφτασαν στο αξιούμενο ποσό. (η) Ο Εναγόμενος δεν αποδέχεται και αμφισβητεί το αξιούμενο ποσό και ισχυρίζεται ότι αυτό οφείλεται σε λανθασμένη χρέωση, σε μη συμφωνηθείσες χρεώσεις και εργασίες και ότι σ' αυτό παρεισέφρησαν λάθη. (θ) Έχει καταχωρηθεί Ανταπαίτηση η οποία σχετίζεται άμεσα με τα γεγονότα και την νομική βάση της απαίτησης και ως εκ τούτου επιβάλλεται να δοθεί άδεια για να καταχωρηθεί και ακουστεί ταυτόχρονα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. (ι) Δεν επιτρέπεται σε ένορκη δήλωση σε αίτηση για λήψη συνοπτικής απόφασης να τίθενται ισχυρισμοί διαζευκτικά όπως αυτό γίνεται στην παρ. 13 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας.» Την ένσταση, συνοδεύει ένορκη δήλωση του Εναγόμενου, στην οποία, με αρίθμηση από Α μέχρι και Ζ (σχετική είναι η παράγραφος 10 της ενόρκως δηλώσεως) καταγράφει με λεπτομερή περιγραφή τις ισχυριζόμενες από αυτόν παραβιάσεις της Ενάγουσας των όρων της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Ισχυρίζεται επίσης ότι, το τελικό πιστοποιητικό εκδόθηκε κάτω από αδιευκρίνιστες και αδιαφανείς συνθήκες, και τούτο, πάρα την «κατά συρροή παράβαση των συμβατικών όρων της μεταξύ» των μερών συμφωνίας από πλευράς της Ενάγουσας, και αναφέρει ότι, συνεπεία τούτου, το ρηθέν πιστοποιητικό «στερείται οποιασδήποτε νομικής αξίας». Αναφορικά τώρα με τον ισχυρισμό της Ενάγουσας περί του εκκαθαρισμένου της ισχυριζόμενης οφειλής του λόγω μη αμφισβήτησης, από πλευράς του, της ορθότητας του τελικού πιστοποιητικού, στην ένορκη του δήλωση, ο εναγόμενος αρνείται τη θέση του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση και ισχυρίζεται ότι, ο όρος 36 του Εντύπου Κυρίως Συμβολαίου για Οικοδομικά Έργα με Ποσότητες (πρόκειται για το τυποποιημένο συμβόλαιο που κατά την ενάγουσα υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων), αντικαταστάθηκε με νέο όρο 36, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση, ως Τεκμήριο
  2. Είναι ακριβώς η θέση του Εναγόμενου ότι, συνεπεία της αντικατάστασης του όρου 36, αλλά και του περιεχομένου του ρηθέντος τροποποιημένου όρου, η Ενάγουσα δεν δύναται να επικαλείται ότι το περιεχόμενο του τελικού πιστοποιητικού αποτελεί αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που καθιστά την ισχυριζόμενη οφειλή εκκαθαρισμένη και ξεκαθαρισμένη. Προτάσσει επίσης ότι, για τον ίδιο λόγο, νομιμοποιείται, μέσω του Δικαστηρίου, να αμφισβητεί την ορθότητα του πιστοποιητικού. Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται ότι ο Εναγόμενος, στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, πέραν του ισχυριζόμενου νέου όρου 36 (τεκμήριο 4), ως Τεκμήρια 1 και 2, επισυνάπτει επιστολές της αρχιτέκτονος του έργου προς την Ενάγουσα, με τις οποίες υποβάλλεται παράπονο εκ μέρους του Εναγόμενου (α) για καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών και (β) για παρατηρήσεις (λίστα εργασιών - snagging list) για τις οποίες, ζητείται από την Ενάγουσα, να ολοκληρώσει και/ή διορθώσει εργασίες. Ως Τεκμήριο 2 (α), επισυνάπτει αντίγραφο της συγκεκριμένης λίστας εργασιών. Τέλος, ως Τεκμήριο 3, επισυνάπτει επιστολή των δικηγόρων του, που αποστάληκε προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας, με την οποία απέρριψαν το περιεχόμενο της επιστολής της Ενάγουσας ημερομηνίας 23.10.2013 (Τεκμήριο 5 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση). Συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους της Ενάγουσας Κατόπιν σχετικού αιτήματος της Ενάγουσας, αλλά και με τη σύμφωνη γνώμη του συνηγόρου του Εναγόμενου, δόθηκε άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης, αλλά και απαντητικής ένορκης δήλωσης από πλευράς του τελευταίου. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, στην οποία, σημειώνεται, ορκίζεται η αρχιτέκτων του έργου, καταχωρήθηκε στις 28.3.
  3. Σε αυτήν, η αρχιτέκτων του έργου κα. Μαρία Χαραλαμπίδου, σχολιάζει το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Εναγόμενου που συνοδεύει την ένσταση του. Καταπιάνεται με αυτό ανά παράγραφο και αφού απορρίπτει κάθε μια αιτίαση του Εναγόμενου, παραθέτει τους δικούς της ισχυρισμούς, οι οποίοι, είτε βασίζονται σε γεγονότα, που ως ισχυρίζεται γνωρίζει η ίδια, είτε σε νομικές συμβουλές που έλαβε από τους συνηγόρους της Ενάγουσας. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, κατά την ομνύουσα της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, όλες οι εργασίες που αναφέρονται στη λίστα εργασιών που η ίδια ετοίμασε (περί τον Αύγουστο του 2012, κατόπιν επίσκεψης της στο εργοτάξιο στις 27.7.2012), έχουν διορθωθεί και/ή εκτελεστεί από πλευράς της Ενάγουσας και ο Εναγόμενος δεν νομιμοποιείται να επικαλείται, προς υπεράσπιση του, το περιεχόμενο της ρηθείσας λίστας. Αποτελεί, επίσης, θέση της ομνύουσας της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως προς υποστήριξη της αίτησης, ότι η εκτέλεση και/ή διόρθωση των διάφορων εργασιών που αναφέρονταν στην πιο πάνω αναφερόμενη λίστα εργασιών (snagging list), έλαβε χώρα προ της εκδόσεων του τελικού πιστοποιητικού, το οποίο εκδόθηκε στις 28.5.
  4. Αναφορικά τώρα με τον ισχυρισμό του Εναγόμενου περί του ότι ο όρος 36 της σύμβασης των μερών έχει αντικατασταθεί, η αρχιτέκτων του έργου, ισχυρίζεται ότι πριν την υπογραφή της μεταξύ των μερών συμφωνίας ο Εναγόμενος είχε ζητήσει από την ίδια (όταν ετοιμαζόταν το αρχικό σχέδιο της οικίας και η προσφορά), να χρησιμοποιήσει το περιεχόμενο του νέου όρου 36 (τεκμήριο 4 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση) στα έγγραφα της προσφοράς, ώστε να γνωρίζει ο κάθε προσφοροδότης ότι, απαίτηση του Εναγόμενου, ήταν, ο όρος 36 του κοινού συμβολαίου Έντυπο Κυρίως Συμβολαίου για Οικοδομικά Έργα (με Ποσότητες), να αντικατασταθεί με τον νέο προτεινόμενο όρο
  5. Εξ' ου και η ίδια, ως ισχυρίζεται, έθεσε τούτον (τον προτεινόμενο προς τροποποίηση όρο 36), ως μέρος των εγγράφων της προσφοράς. Ακολούθως, ως ισχυρίζεται, όταν ο Εναγόμενος μαζί με τον διευθυντή της Ενάγουσας συναντήθηκαν στο γραφείο της για να υπογραφεί η μεταξύ τους συμφωνία, τίποτα δεν αναφέρθηκε περί τροποποίησης του όρου 36, και τα μέρη υπέγραψαν τρία πρωτότυπα τέτοια συμβόλαια χωρίς να τροποποιηθεί ο όρος 36 τούτων. Ένα υπογραμμένο αντίγραφο κράτησε η ίδια, ένα ο διευθυντής της Ενάγουσας και ένα ο Εναγόμενος. Δηλώνει άγνοια ως προς το γιατί υπογράφτηκε ο κοινός όρος του συμβολαίου και δεν επιζητήθηκε η τροποποίηση του, ως ήταν και η αρχική πρόθεση του Εναγόμενου. Ως Τεκμήρια 2 και 3, η ομνύουσα της συμπληρωματική ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση, επισυνάπτει τα πρωτότυπα των συμφωνιών που κατείχε η ίδια και η Ενάγουσα. Τέλος, αφού ισχυρίζεται ότι το τελικό πιστοποιητικό το εξέδωσε με βάση τους όρους της συμφωνίας των μερών και ότι κάθε εργασία, στην οποία τούτο αφορά, εκτελέστηκε νομότυπα, επαρκώς και χωρίς ελάττωμα από πλευράς της Ενάγουσας, ισχυρίζεται ότι τούτο αποτελεί αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος οφείλει την αξία των εκτελεσθεισών εργασιών. Απαντητική συμπληρωματική ένορκη δήλωση Εναγόμενου Στις 18.5.2017, ο Εναγόμενος καταχώρησε τη δική του απαντητική συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στην οποία, στην ουσία, απαντά στους διάφορους ισχυρισμούς της αρχιτέκτονος του έργου. Μεγάλο μέρος της ένορκής του δήλωσης καταπιάνεται για σκοπούς επανάληψης των διάφορων παραπόνων του σε σχέση με τις ισχυριζόμενες ελαττωματικές και/ή ανεκπλήρωτες εργασίες και/ή κακοτεχνίες από πλευράς της Ενάγουσας. Επαναλαμβάνει επίσης τη θέση του ότι, ο ίδιος παραπονέθηκε πάρα πολλές φορές, τόσο προς την Ενάγουσα, όσο και προς την αρχιτέκτων του έργου αναφορικά με την πορεία των εργασιών, τον χρόνο διεκπεραίωσης τους, τον τρόπο υπολογισμού της αξίας τους, αλλά και της ανάγκης να αφαιρεθούν συγκεκριμένες, μη δικαιολογημένες για τον ίδιο, χρεώσεις. Προς υποστήριξη των θέσεων του αυτών, καταθέτει ως τεκμήρια στη συμπληρωματική ένορκή του δήλωση, ηλεκτρονικής μορφής αλληλογραφία που είχε με την αρχιτέκτων του έργου. Στην προσπάθεια του δε να αντικρούσει ισχυρισμούς της αρχιτέκτονος (ως τούτοι προωθούνται μέσω της συμπληρωματικής της ένορκης δήλωσης), επισυνάπτει διάφορα άλλα, σχετικά κατά τον ίδιο, τεκμήρια. Μεταξύ αυτών, επισυνάπτει και διάφορες αποδείξεις πληρωμής χρημάτων σε τρίτα πρόσωπα, σε σχέση με εργασίες, που ως ισχυρίζεται αναγκάστηκε να εκτελέσει μέσω τρίτων, ώστε να διορθωθούν οι ισχυριζόμενες κακοτεχνίες και/ή αστοχίες της Ενάγουσας. Όσο δε αφορά στη βασική του θέση περί του ότι, ο όρος 36 της συμφωνίας των μερών τροποποιήθηκε με νέο όρο με ίδια αρίθμηση, στις παραγράφους 20, 21 και 22 της ένορκης του δήλωσης, ισχυρίζεται ότι, η αρχιτέκτων του έργου ψεύδεται αναφορικά με τα όσα έλαβαν χώρα στο γραφείο της κατά τη μέρα που υπογράφηκε η συμφωνία των μερών και δηλώνει ότι, κατ' εκείνην τη μέρα, «πέραν των τριών πιο πάνω συμβολαίων υπογράφηκε και δεύτερο συμβόλαιο ταυτόχρονα στο αρχιτεκτονικό γραφείο «ΤΕΣΣΕΡΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ» από την Ενάγουσα εταιρεία εκ μέρους του Δ/ντή της Χαράλαμπου Γαβρία και εκ μέρους του Εναγόμενου Κωνσταντίνου Μπρουζάνη στην παρουσία του Μιχάλη Κυριακίδη και της Μαρίας Χαραλαμπίδου αρχιτέκτονας». Ως προκύπτει από το περιεχόμενο της παραγράφου 22 της απαντητικής ενόρκου δηλώσεως του εναγομένου, πάντα σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι ο όρος 36 της σύμβαση των μερών τροποποιήθηκε, την ίδια μέρα, αλλά και στον ίδιο χώρο και χρόνο, που υπογράφθηκαν τα τρία αντίγραφα των συμφωνιών, ο ίδιος, και ο διευθυντής της Ενάγουσας κύριος Γαβρίας μονόγραψαν (έκαστος ένα) επιπρόσθετο συμβόλαιο, στο οποίο ο όρος 36, είναι τροποποιημένος και έχει τη μορφή και περιεχόμενό του Τεκμηρίου 4 της αρχικής ένορκής του δήλωσης. Κατά τον εναγόμενο, ο ίδιος κράτησε το αντίγραφο που έφερε τις μονογραφές του διευθυντή της ενάγουσας, και ο τελευταίος, αυτό με τις δικές του (του εναγομένου). Ως δε Τεκμήριο 10 της απαντητικής του ένορκης δήλωσης, ο Εναγόμενος επισυνάπτει πολυσέλιδο έγγραφο με τίτλο Κατοικία στη Λευκωσία Δελτία Συμβολαίου, Νοέμβρης 2009, όπου σε κάθε έκαστη σελίδα τούτου, έχει τεθεί μια μονογραφή. Κατά τον Εναγόμενο, η μονογραφή αυτή τέθηκε από τον διευθυντή της Ενάγουσας κύριο Γαβρία. Ως μέρος αυτού του πολυσέλιδου Τεκμηρίου 10, υπάρχει και έντυπο το οποίο τιτλοφορείται ως ΕΙΔΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ, και στη σελίδα 2 τούτου, υπάρχει ειδική αναφορά ότι οι ειδικοί όροι του συμβολαίου υπερισχύουν των γενικών όρων αυτού. Στη δε σελίδα 5 τούτου, κάτω από τον τίτλο «Άρθρο 36 Επίλυση Διαφορών», αναγράφεται ότι «το εδάφιο 36 των γενικών όρων διαγράφεται και αντικαθίσταται από το πιο κάτω». Ακολουθεί δε νέος όρος 36, το περιεχόμενο του οποίου είναι αυτό του τεκμηρίου 4 της αρχικής ένορκης δήλωσης του εναγομένου. Και επί αυτής της σελίδας με τον νέο όρο 36, υπάρχει η σχετική μονογραφή, που, κατά τον εναγόμενο, τέθηκε από τον διευθυντή της ενάγουσας. Ακροαματική διαδικασία Κανένας εκ των ενόρκων δηλούντων δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Επιπροσθέτως, ο συνήγορος της Ενάγουσας ζήτησε και του επετράπη και αγόρευσε προφορικά, τόσο για να τονίσει κάποια μέρη της αγόρευσης του, όσο και για να προωθήσει και κάποιες νέες θέσεις. Νομική πτυχή Διαταγή 18 Δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία της Αγγλικής Δ.14 όπως είχε πριν τις τροποποιήσεις του 1962, το Δικαστήριο αντλεί εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις μόνο όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου, ως εκ τούτου, είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του μόνο για σκοπούς καθυστερήσεως (Jones v. Stones
(1984)A.C.122). Βάση της Δ.18, μπορεί να εκδοθεί απόφαση, χωρίς να καθοριστούν τα δικαιώματα των διαδίκων με πλήρη διεξαγωγή δίκης, στερώντας έτσι τον εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Συνεπώς, απόφαση δυνάμει της Δ.18, πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή και μόνο σε εκείνες τις υποθέσεις τα γεγονότα των οποίων εμφανέστατα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης (Roberts v. Plant
(1985)1 Q.B.597, 603). Η πλήρωση των τριών προϋποθέσεων που θέτει η διαταγή 18, συναρτάται άμεσα με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αν ο ενάγων δεν ικανοποιήσει αυτές τις προϋποθέσεις, το θέμα του κατά πόσο ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή δεν εγείρεται, μιας και η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18-θ.1(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθοι: (I) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2-θ.6. (II) Ο Εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση. (III) Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αν ο ενάγων ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί στην υπόθεση (Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R.265, CYEMS CO. Ltd. v. Central Co-operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 C.L.R.897 και Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides
(1983)1 C.L.R.333). Στην παρούσα υπόθεση οι δύο πρώτες προϋποθέσεις της Δ.18-θ.1 πληρούνται, εφόσον το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρηθεί είναι ειδικά οπισθογραφημένο και ο εναγόμενος έχει καταχωρήσει εμφάνιση μέσω δικηγόρου. Τρίτη Προϋπόθεση της Δ.18 θ.1 Ως προς την τρίτη προϋπόθεση σχετικές είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Stavrinides v. Ceskolovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R130,135-7, Symont & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited
(1912)1 C.L.R.259,266-7, Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(B) A.A.Δ.782 και The Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Δ) Α.Α.Δ.
  1. Η Δ.18-θ.2 προνοεί ότι, μια αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση το θ.1 πρέπει να συνοδεύεται με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.
  2. Ένας Αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ.124, παρ.14-2-5, στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.
  3. «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: "the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £../ for .. and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action.» Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), η οποία πραγματεύεται το ζήτημα, το Ανώτατο Δικαστήριο, αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει, και σημειώνει πως, η Δ.39-θ.2, περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση. Αναγνωρίζεται στην περίπτωση που η Ενάγουσα είναι εταιρεία, πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της, για να καταλήξει, πως το ζήτημα του κατά πόσο η Ενάγουσα ικανοποίησε την τρίτη πιο πάνω αναφερόμενη προϋπόθεση, κρίνεται στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι, το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18 θ.1, είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού. Επί του ιδίου θέματος, σχετικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση The Chain Gulf (ανωτέρω), τα οποία κρίνω ορθότερο να παραθέσω αυτούσια: «Απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο όμοιο θέμα πρόσφατα, στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9670 - 10.7.
  4. Επανατονίστηκε, με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία, η ανάγκη αυστηρής προσέγγισης και κρίθηκε πως η γνώση από έγγραφα συνταγμένα ή ετοιμασθέντα χωρίς τη συμμετοχή του υπαλλήλου που υπέγραψε την ένορκη δήλωση δεν ήταν προσωπική, βασιζόταν σε πληροφορίες και δεν ικανοποιούσε την απαίτηση του Κανονισμού παρά το γεγονός ότι, αντίθετα προς ό,τι συνέβη εδώ, τα έγγραφα είχαν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση και βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πάνω σ' αυτή τη βάση, δεν έχει ικανοποιηθεί ούτε στην προκείμενη περίπτωση η δικαιοδοτικής φύσης προϋπόθεση της υπογραφής της ένορκης δήλωσης από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα.». Δεσμευτικότητα και αδιαμφισβήτητο του περιεχομένου ενός τελικού πιστοποιητικού πληρωμής που εκδίδεται από τον αρχιτέκτονα ενός οικοδομικού έργου. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τη σχετική με το ζήτημα κυπριακή, αλλά και αγγλική νομολογία, καθώς επίσης και τις σχετικές αναφορές στα διάφορα συγγράμματα, είναι ότι το δεσμευτικό ή μη του περιεχομένου ενός τέτοιου πιστοποιητικού πληρωμής εξαρτάται άμεσα και/ή καλύτερα είναι πλήρως συναρτώμενο από το περιεχόμενο των όρων της συμφωνίας των μερών. Μόνο αν τα μέρη, στη μεταξύ τους συμφωνία προνοήσουν περί τέτοιας δεσμευτικότητας, είναι δυνατόν να γίνει επίκλησή της. Το γεγονός ότι ένα πιστοποιητικό/διατακτικό πληρωμής που ετοιμάζεται από ένα αρχιτέκτονα είναι ή τιτλοφορείται ως τελικό, δεν του προσδίδει, άνευ άλλου, οποιαδήποτε δεσμευτικότητα ως προς το αληθές του περιεχομένου του, εκτός εάν τα μέρη της συμφωνίας δυνάμει της οποία ετοιμάστηκε, συμφώνησαν όπως προσδώσουν στο περιεχόμενο του ειδική βαρύτητα. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος βλέπε CY.E.M.S Co Limited v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897, Beaufort Developments (NI) Ltd v. Gilbert-Ash (NI) Ltd,
(1998), 2 All E.R. 778, και Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol. 4
(3)para. 134 and 143. Εξέταση αίτησης Στην υπό εξέταση υπόθεση, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Ενάγουσα πληροί και την τρίτη προϋπόθεση που επιβάλλουν οι πρόνοιες της Δ.18 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Και τούτο γιατί τα πρόσωπα που ορκίζονται προς υποστήριξη της αίτησης, είναι πρόσωπα που όντως μπορούν να ορκιστούν θετικά ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, έκαστος από τη πλευρά που γνωρίζει τα πράγματα. Με δεδομένο δε το γεγονός ότι η όλη αγωγή, στην ουσία, εδράζεται επί του περιεχομένου του τελικού πιστοποιητικού το οποίο και χαρακτηρίζεται ως εκκαθαρισμένη και/ή ξεκαθαρισμένη οφειλή, η αρχιτέκτων του έργου, και δη η συντάξασα του τελικού πιστοποιητικού πληρωμής, κρίνεται το πλέον αρμόδιο πρόσωπο για να καταθέσει περί αυτού. Με τούτα ως δεδομένα, εκείνο που μένει να εξεταστεί, είναι εάν ο Εναγόμενος με τις ένορκες δηλώσεις που κατέθεσε, αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή εν πάση περιπτώσει, γεγονότα τα οποία αναδεικνύουν θέματα για τα οποία ορθότερο θα ήταν να διεξαχθεί ακροαματική διαδικασία για την επίλυση τους, παρά να εκδοθεί απόφαση στα πλαίσια της υπό εξέταση συνοπτικής διαδικασίας. Εξ' αρχής σημειώνω ότι με τα όσα έθεσε ο Εναγόμενος ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι, ο Εναγόμενος δεν αντεξετάστηκε ως προς το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεών του, με αποτέλεσμα ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφορικά με το πότε υπογράφηκε και/ή μονογραφήθηκε η συμφωνία που φέρει διαφορετικό όρο 36, να υπάρχει μόνο η δική του θέση. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, η αρχιτέκτων του έργου, δεν ισχυρίζεται ότι μια τέτοια συμφωνία μονογραφήθηκε από τον διευθυντή της Ενάγουσας σε προγενέστερο της συνομολόγησης της συμφωνίας των μερών ημερομηνίας. Εκείνο που η αρχιτέκτων του έργου αναφέρει, είναι ότι κατά τη μέρα που υπογράφηκαν τα τρία αντίγραφα της συμφωνίας των μερών, καμία άλλη συμφωνία δεν υπογράφηκε, ισχυρισμός που απορρίπτεται σφόδρα από τον εναγόμενο. Ως προς δε το Τεκμήριο 4 της ένορκης δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, και δη το διαφορετικό όρο 36, που επικαλείται ο Εναγόμενος, απλά σημειώνει ότι, τούτος, δόθηκε σε αυτήν από τον πρώτο με σκοπό να τεθεί ως μέρος των εγγράφων της προσφοράς που θα ζητείτο για την ανέγερση της οικίας του Εναγόμενου. Τίποτα σχετικό με το πώς τέθηκε επ' αυτού η μονογραφή (η οποία είναι εμφανής σε κάθε σελίδα του Τεκμηρίου 10 της συμπληρωματικής ενόρκως δηλώσεως του Εναγόμενου) δεν αναφέρει η αρχιτέκτων. Ούτε η αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι διαφωτιστική επί του προκειμένου. Από την άλλη, ο Εναγόμενος, χωρίς επί τούτου να αντεξεταστεί, ισχυρίζεται ότι η ρηθείσα τροποποιητική συμφωνία, μονογραφήθηκε από τον ίδιο και τον διευθυντή της Ενάγουσας την ίδια μέρα που υπογράφηκαν τα τρία αντίγραφα της συμφωνίας των μερών, εκ των οποίων τα δυο, είναι τα Τεκμήρια 2 και 3 της ενόρκου δηλώσεως της αρχιτέκτονος. Το πότε και/ή αν υπογράφηκε και/ή μονογραφήθηκε η τροποποιητική συμφωνία, κρίνεται πολύ σημαντικό. Και τούτο γιατί, η εμβέλεια και ουσιαστικότητα του όρου 31 της σύμβασης των μερών, ο οποίος προνοεί για τον τρόπο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδίδονται τα πιστοποιητικά πληρωμής, μεταξύ των οποίων και το τελικό πιστοποιητικό πληρωμής, αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το περιεχόμενο του καθίσταται αδιαμφισβήτητη μαρτυρία περί οφειλής του Εναγόμενου προς την Ενάγουσα, εξαρτάται από τις πρόνοιες του εν ισχύ όρου 36 του συμβολαίου. Ως προκύπτει αβίαστα από το περιεχόμενο του όρου 31
(8)της σύμβασης των μερών, για να είναι δυνατό να επικαλεστεί η Ενάγουσα το περιεχόμενο του τελικού πιστοποιητικού ως αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, θα πρέπει ο Εναγόμενος να μην αμφισβητήσει την ορθότητα του εντός 14 ημερών μέσω των διαδικασιών που προνοούνται από τον όρο 36 της σύμβασης, ο οποίος, εάν δεν τροποποιήθηκε, προνοεί ότι τούτο γίνεται με συγκεκριμένη διαδικασία επίλυσης διαφοράς[1], με τελευταίο στάδιο, τη διαιτησία. Είναι ακριβώς το επιχείρημα της Ενάγουσας, αλλά και κάθε ομνύοντα που ορκίστηκε προς υποστήριξη της αίτησης της, ότι το τελικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 3 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, αποτελεί αδιαμφισβήτητη μαρτυρία περί του ότι ο Εναγόμενος οφείλει στην Ενάγουσα το αναγραφόμενο επ' αυτού ποσό, γιατί ουδέποτε ο Εναγόμενος, με βάση τις πρόνοιες του όρου 36 της σύμβασης, αμφισβήτησε, εντός του προβλεπόμενου χρόνου, την ορθότητα του μέσω της εκεί προβλεπόμενης διαδικασίας. Εάν ο όρος 36 που διέπει τις σχέσεις των μερών είναι ο κοινός όρος των Τεκμηρίων 2 και 3 της ένορκης δήλωσης της αρχιτέκτονος[2], ουδεμία δυσκολία θα έβλεπα στο να εκδοθεί η αιτούμενη με την υπό εξέταση αίτηση απόφαση. Εάν από την άλλη ο όρος 36 της μεταξύ των μερών συμφωνίας είναι ο όρος που επικαλείται ο Εναγόμενος[3], τότε τα πράγματα ενδεχομένως να είναι διαφορετικά, επί το ότι ο συγκεκριμένος όρος, καθιστά ως αρμόδιο όργανο για επίλυση της όποιας διαφοράς των μερών το αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως δε μέρος της διαφοράς που δυνατόν να ζητηθεί από το Δικαστήριο να επιλύσει, αναφέρεται και η όποια διαφορά αναφορικά με «πιστοποίηση» του αρχιτέκτονα. Επίσης προνοείται ότι σε μια τέτοια δικαστική διαδικασία, κανένα μέρος δεν περιορίζεται στα Τεκμήρια ή τα επιχειρήματα που θα προωθήσει έστω αν ενδεχομένως τα είχε θέσει προηγουμένως ενώπιον του μηχανικού. Με δεδομένη τη θέση του Εναγόμενου ως προς τον χρόνο που μονογραφήθηκε το Τεκμήριο 10 της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης, και εν απουσία άλλης προσδιοριστικής ως προς το ζητούμενο μαρτυρίας από οποιανδήποτε πλευρά[4], καθίσταται έκδηλο ότι ο Εναγόμενος, με σαφή, ξεκάθαρο και επαρκή τρόπο προωθεί τη θέση ότι η συμφωνία που διέπει τις σχέσεις του ίδιου και της Ενάγουσας είναι διαφορετική από αυτήν που επικαλείται η τελευταία. Δεδομένη, επίσης, είναι και η συνάρτηση της αποδεικτικής αξίας του περιεχομένου του τελικού πιστοποιητικού πληρωμής, με τον εν ισχύ όρο 36 της σύμβασης των μερών, με αποτέλεσμα να καθίσταται αναγκαίο, προ της όποιας τελικής απόφανσης του Δικαστηρίου ως προς την τύχη της αγωγής, να κριθεί το ποιος όρος 36 διέπει τις σχέσεις των μερών. Θεωρώ ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν αποτελεί το κατάλληλο μέσο για απόφανση επί του προκειμένου (βλ. Ανδρονίου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 977). Αρκεί απλά να σημειώσω ότι επί του επίδικου αυτού θέματος, προωθούνται τρεις διαφορετικοί ισχυρισμοί. Πρώτος, αυτός του διευθυντή της ενάγουσας κυρίου Νικοδήμου, ο οποίος, σε σχέση με τη συμφωνία που διέπει τις σχέσεις των μερών, αναφέρει μόνο το Έντυπο Κυρίως Συμβολαίου για Οικοδομικά Έργα (με Ποσότητες), χωρίς να ασχολείται καθόλου με την όποια έστω συμπερίληψη στα έγγραφα προσφορών του νέου όρου 36 που επιθυμούσε ο εναγόμενος να αποτελεί μέρος της σύμβασης, δεύτερον, της αρχιτέκτονος του έργου, που θέλει τον εναγόμενο, πριν καν την ετοιμασία των σχεδίων και την κατακύρωση της προσφοράς της ενάγουσας, η σύμβαση που θα υπογραφεί να εμπεριέχει το νέο όρο 36 και ότι η ίδια έθεσε τούτον ως μέρος των εγγράφων της προσφοράς, και τέλος, αυτόν του εναγόμενου, που ισχυρίζεται ότι, με την τελευταία χρονικά σύμβαση που υπογράφηκε/μονογραφήθηκε από τους διαδίκους, ο όρος 36 της προγενέστερης σύμβασης τροποποιήθηκε με νέο ειδικό όρο με ίδια αρίθμηση. Αν στα πιο πάνω συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου, ως τεκμήριο 10 στην απαντητική ένορκη δήλωση του εναγομένου έχει τεθεί αντίγραφο σύμβασης που φέρει, σε κάθε σελίδα του, συγκεκριμένη μονογραφή, που ο εναγόμενος αποδίδει στον έτερο διευθυντή της ενάγουσας κύριο Γαβρία και ότι, ο τελευταίος ή οποιοσδήποτε άλλος για λογαριασμό του, δεν παρουσίασε τη θέση του ως προς τους ισχυρισμούς του εναγομένου (ειδικότερα για το αν είναι το πρόσωπο που έθεσε τις υπογραφές και πότε), τότε, δικαιολογείται κατά τη γνώμη μου, η ήδη εκφρασθείσα κρίση μου περί του ότι, η απόφανση περί του ποιος όρος 36 διέπει τις σχέσεις των μερών, ορθότερο θα ήταν να ληφθεί στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Δεν παραγνωρίζω ότι η αρχιτέκτων του έργου δεν αντεξετάστηκε και ότι σύμφωνα με τα λεγόμενά της όλες οι εργασίες που αναφέρονται στο τελικό πιστοποιητικό πληρωμής, που η ίδια εξέδωσε, έχουν εκτελεστεί και/ή διορθωθεί σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου χωρίς να φέρουν οποιεσδήποτε εμφανείς κακοτεχνίες και/ή ελαττώματα. Από την άλλη όμως ως προκύπτει από άλλους ισχυρισμούς της, δύο με τρεις μήνες πριν την έκδοση του τελικού πιστοποιητικού, ο εναγόμενος, με επίμονο τρόπο, παραπονείτο για διάφορα θέματα, τα οποία αποτελούν μέρος των παραπόνων του που προωθεί στην παρούσα, τόσο δια της Υπεράσπισής του, όσο και δια της ένστασής του στην υπό εξέταση αίτηση. Αν οι μόλις πιο πάνω αναφορές της αρχιτέκτονος περί των παραπόνων του εναγομένου ειδωθούν σε συνάρτηση και με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεών του και των εκεί επισυναπτόμενων τεκμηρίων που σχετίζονται με τα κατά καιρούς παράπονά του προς την αρχιτέκτονα σε σχέση με τις εργασίες της ενάγουσας, τον χρόνο εκτέλεσής τους, την ποιότητά τους, και γενικά τον τρόπο συμπεριφοράς της τελευταίας, πάντα σε συνάρτηση με τους όρους της μεταξύ των μερών σύμβασης, τότε, στην περίπτωση που ο όρος 36 της σύμβασης των μερών είναι αυτός που επικαλείται ο εναγόμενος, ο τελευταίος έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκέστατη και λεπτομερή μαρτυρία για να κριθεί ότι, με τα όσα ισχυρίζεται, εγείρονται τέτοια ζητήματα, για τα οποία ορθότερο είναι, η σχετική με αυτά απόφαση, να προκύψει κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας δια της προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας με δικαίωμα αντεξέτασης από την άλλη πλευρά. Επομένως, με δεδομένη τη σημαντικότητα (ως προς την εμβέλεια την αποδεικτικής αξίας του τελικού πιστοποιητικού πληρωμής) της αποφάνσεως ως προς τον ακριβή όρο 36 που διέπει τις σχέσεις των μερών, αλλά και με γνώμονα τα όσα ο Εναγόμενος ισχυρίζεται μέσω των ένορκων δηλώσεων που συνοδεύουν την ένσταση του, κρίνω ότι εγείρονται τέτοια ζητήματα, που ορθότερο είναι να αποφασιστούν κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας.[5] Με βάση τα πιο πάνω, και έχοντας κατά νου τις σχετικές με το ζήτημα νομολογιακές αρχές, κρίνω ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, και ως εκ τούτου, απορρίπτεται. Αναφορικά τώρα με το θέμα των εξόδων, δεν βρίσκω κανέναν λόγο γιατί να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και ως εκ τούτου, ο Εναγόμενος δικαιούται στα έξοδα του, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πάντοτε εις βάρος της Ενάγουσας, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ....................................... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1]
(8)(α) Εκτός αν οποιεσδήποτε διαδικασίες επίλυσης διαφορών είχαν αρχίσει είτε βάσει του Άρθρου 36 των παρόντων Όρων είτε διαφορετικά (είτε από το ένα είτε από το άλλο μέρος εις το παρόν Συμβόλαιο) πριν ή εντός 14 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του Τελικού Πιστοποιητικού, το εν λόγω Πιστοποιητικό θα συνιστά, εις οποιεσδήποτε τέτοιες διαδικασίες οι οποίες αναφύονται από ή σε σχέση με το παρόν Συμβόλαιο, (
  1. i)αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ότι όπου η ποιότητα των υλικών ή το επίπεδο τεχνουργίας εις το παρόν Συμβόλαιο πρέπει να είναι σύμφωνα προς την λογική ικανοποίηση του Αρχιτέκτονα, αυτά είναι σύμφωνα προς τέτοια ικανοποίηση, και (
  2. ii)αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ότι έχουν εφαρμοσθεί δεόντως όλες οι πρόνοιες του παρόντος Συμβολαίου οι οποίες απαιτούν να γίνει ρύθμιση του Ποσού Συμβολαίου, εκτός για οποιοδήποτε ποσό εις το Τελικό Πιστοποιητικό το οποίο διαπιστώνεται ότι δεν είναι ορθό εξ' αιτίας είτε δόλου, ανειλικρίνειας ή δόλιας απόκρυψης σε σχέση με τις Εργασίες ή με οποιονδήποτε τμήμα αυτών, ή με οποιοδήποτε θέμα το οποίο διακανονίζεται εις το εν λόγω Πιστοποιητικό, είτε οποιουδήποτε ελαττώματος (συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε παράλειψης) εις τις εργασίες ή εις οποιονδήποτε τμήμα αυτών το οποίο με λογική επιθεώρηση ή εξέταση καθ' οποιονδήποτε λογικό χρόνο κατά την διάρκεια της εκτέλεσης των Εργασιών ή πριν από την έκδοση του Τελικού Πιστοποιητικού δεν ήταν δυνατό να αποκαλυφθεί, είτε οποιασδήποτε τυχαίας συμπερίληψης ή εξαίρεσης οποιασδήποτε εργασίας, υλικών, εμπορευμάτων ή ψηφίου εις οποιονδήποτε υπολογισμό ή οποιουδήποτε αριθμητικού λάθους εις οποιονδήποτε υπολογισμό. Πάντοτε νοουμένου ότι εις όλες τις προαναφερόμενες εξαιρούμενες περιπτώσεις, το Τελικό Πιστοποιητικό θα συνιστά αδιαμφισβήτητη μαρτυρία εις ότι αφορά τα υπόλοιπα ποσά τα οποία συμπεριλαμβάνονται εις το εν λόγω Πιστοποιητικό. (β) .............................. (γ) .............................. [2] Άρθρο 36: Επίλυση διαφορών
(1)Εις περίπτωση που θα αναφυεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή διαφορά μεταξύ του Εργοδότη ή του Αρχιτέκτονα εκ μέρους του αφενός και του Εργολάβου αφ' ετέρου (εξαιρουμένης οποιασδήποτε αμφισβήτησης ή διαφοράς βάσει του Αρθρου 14Α των παρόντων Ορων) είτε κατά την διάρκεια της εκτέλεσης είτε μετά την συμπλήρωση ή την εγκατάλειψη των Εργασιών και είτε πρίν είτε μετά την λύση ή την ισχυριζόμενη λύση της εργοδότησης του Εργολάβου βάσει του παρόντος Συμβολαίου, εις ότι αφορά (α) την δομή του παρόντος Συμβολαίου, ή (β) οποιοδήποτε θέμα ή πράγμα οποιασδήποτε φύσης το οποίο αναφύεται με βάση ή σχέση με το παρόν Συμβολαίου και/ή σε σχέση με την εκτέλεση των Εργασιών συμπεριλαμβανομένων οποιουδήποτε θέματος ή πράγματος το οποίο επαφίεται βάσει του παρόντος Συμβολαίου εις την κρίση του Αρχιτέκτονα ή της κατακράτησης από τον Αρχιτέκτονα οποιουδήποτε Πιστοποιητικού το οποίο ο Εργολάβος δύναται να ισχυρισθεί ότι το δικαιούται ή της ρύθμισης του Ποσού Συμβολαίου βάσει του Αρθρου 31
(6)(γ) των παρόντων Ορων ή των δικαιωμάτων και των ευθυνών των μερών εις το παρόν Συμβόλαιο βάσει των Άρθρων 26, 27,33 ή 34 των παρόντων Ορων ή της παράλογης είτε προβολής ένστασης είτε άρνησης παροχής συγκατάθεσης ή συμφωνίας από τον Εργοδότη ή τον Αρχιτέκτονα εκ μέρους του ή από τον Εργολάβο, τότε το θέμα τέτοιας αμφισβήτησης ή διαφοράς θα υποβάλλεται εγγράφως από οποιοδήποτε μέρος ή και από τα δύο μέρη, ανάλογα με την περίπτωση, εις τον Αρχιτέκτονα (με ρητή αναφορά εις το ότι η υποβολή αυτή γίνεται συμφώνως προς τις πρόνοιες της παρούσας παραγράφου του παρόντος Αρθρου και, ανάλογα με την περίπτωση, με αντίγραφο προς το άλλο μέρος) προς επίλυση και έκδοση από τον ίδιο γραπτής σχετικής απόφασης (εις το εξής καλούμενη «η Απόφαση του Αρχιτέκτονα»).
(2)Εις περίπτωση που, βάσει της παραγράφου
(1)του παρόντος Αρθρου η αμφισβήτηση ή διαφορά υποβάλλεται προς επίλυση εις τον Αρχιτέκτονα, εκτός εάν εν τω μεταξύ οι Εργασίες έχουν εγκαταλειφθεί ή η εργοδότηση του Εργολάβου βάσει του παρόντος Συμβολαίου έχει ή κατ' ισχυρισμό έχει λυθεί, ο Εργολάβος, εις κάθε περίπτωση, θα συνεχίζει την εκτέλεση των Εργασιών με την απαιτούμενη σπουδή και προσοχή και τόσο ο |Εργοδότης όσο και ο Εργολάβος θα εφαρμόζουν πιστά την οποιαδήποτε Απόφαση του Αρχιτέκτονα εκτός εάν και μέχρις ότου αυτή τροποποιηθεί μετά από παραπομπή της εν λόγω αμφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία βάσει της παραγράφου
(4)του παρόντος Αρθρου.
(3)Η Απόφαση του Αρχιτέκτονα, μεταξύ άλλων, θα αναφέρει ρητά ότι πρόκειται περί Απόφασης η οποία εκδίδεται συμφώνως προς τις πρόνοιες της παραγράφου
(1)του παρόντος Αρθρου. Εις περίπτωση που μια τέτοια Απόφαση δεν περιλαμβάνει την προαναφερόμενη ρητή αναφορά τότε δεν θα θεωρείται ως Απόφαση του Αρχιτέκτονα εκδιδόμενη συμφώνως προς την παράγραφο
(1)του παρόντος Αρθρου ούτε και θα έχει οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα το οποίο άπτεται μιάς τέτοιας Απόφασης.
(4)Ο Αρχιτέκτονας θα έχει υποχρέωση να συμπληρώνει και κοινοποιήσει την Απόφαση του τόσο εις τον Εργοδότη όσο και εις τον Εργολάβο εντός 28 ημερών από την ημερομηνία λήψης της Απόφασης, με γραπτή ειδοποίηση προς τον Αρχιτέκτονα και με αντίγραφο προς το άλλο μέρος, προβάλλει ένσταση είτε ως προς το σύνολο είτε ως προς κάποιο μέρος της Απόφασης, εις την οποία περίπτωση ή εις περίπτωση όπου ο Αρχιτέκτονας, για οποιονδήποτε λόγο, παραλείψει να συμπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαση του προς τα μέρη όπως προαναφέρεται, το ενδιαφερόμενο μέρος θα δικαιούται, με γραπτή ειδοποίηση προς το άλλο μέρος, να αξιώσει την άμεση παραπομπή της αμφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία. Πάντοτε νοουμένου ότι, εις περίπτωση που ο Αρχιτέκτονας, για οποιοδήποτε λόγο, παραλείψει να συμπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφασή του προς τα μέρη όπως προαναφέρεται αλλά κατόπιν τούτου ουδέν μέρος αξιώσει, εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας, την παραπομπή της αμφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία, τότε, αφενός η προαναφερόμενη παράλειψη του Αρχιτέκτονα θα θεωρείται ως τελεσίδικη απόρριψη από τον ίδιο οποιωνδήποτε αιτημάτων τα οποία αποτελούν το θέμα της αμφισβήτησης ή διαφοράς και αφ' ετέρου η προαναφερόμενη μη αξίωση για παραπομπή της αμφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία θα θεωρείται ως οριστική και αδιαμφισβήτητη αποδοχή και από τα δύο μέρη της απόρριψης των αιτημάτων όπως προαναφέρεται, περαιτέρω δε, ουδεμία άλλη απαίτηση ή επιπρόσθετη διαδικασία σε σχέση με το θέμα της αμφισβήτησης ή διαφοράς θα επιτρέπεται να προωθηθεί εκ νέου είτε δια Διαιτησίας είτε βάσει οποιωνδήποτε άλλων προσώπων του παρόντος Συμβολαίου.
(5)Εις περίπτωση παραπομπής της αμφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία βάσει της παραγράφου
(4)του παρόντος Αρθρου, οι ακόλουθες πρόνοιες θα έχουν εφαρμογή: (α) ..................... (β) ..................... (γ) ..................... (δ) ..................... (ε) ..................... (ζ) .....................
(6).........................
(7).........................
(8).........................
(9)......................... [3] Άρθρο 36: Επίλυση Διαφορών Το εδάφιο 36 των Γενικών Όρων διαγράφεται και αντικαθίσταται από το πιο κάτω: 36 Αν προκύψει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ του Εργοδότη και του Εργολάβου σε σχέση με, ή ως αποτέλεσμα, του Συμβολαίου ή τηε εκτέλεσης του Έργου, είτε κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του Έργου ή μετά τη συμπλήρωση του και είτε πριν ή μετά από υπαναχώρηση ή λύση του Συμβολαίου, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε διαφοράς αναφορικά με οποιαδήποτε απόφαση, γνώμη, οδηγία, προσδιορισμό, πιστοποίηση ή εκτίμηση του Αρχιτέκτονα, τότε είτε ο Εργοδότης είτε ο Εργολάβος έχουν δικαίωμα να δώσουν ειδοποίηση στο άλλο μέρος, με κοινοποίηση στον Αρχιτέκτονα, για τη διαφορά αυτή, στη δε περίπτωση αυτή τα μέρη οφείλουν να προσπαθήσουν για τις επόμενες 56 ημέρες όπως τακτοποιήσουν φιλικά τη διαφορά αυτή πριν την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας. Στην ειδοποίηση πρέπει να αναφέρεται ότι αυτή δίνεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Οποιαδήποτε διαφορά για την οποία δεν έχει επιτευχθεί φιλικός διακανονισμός εντός 56 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της πιο πάνω ειδοποίησης θα εκδικάζετο από το αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νοείται ότι ουδένα μέρος θα περιορίζεται κατά τη δικαστική διαδικασία στα τεκμήρια ή επιχειρήματα τα οποία είχε προηγουμένως θέσει ενώπιον του Μηχανικού. Νοείται περαιτέρω ότι τίποτε δεν θα αποκλείει το Μηχανικό από τη δυνατότητα να κληθεί ως μάρτυρας και να παραθέσει ενώπιον του δικαστηρίου τεκμήρια για οποιοδήποτε θέμα που με οποιοδήποτε τρόπο σχετίζεται με τη διαφορά. Η δικαστική διαδικασία μπορεί να αρχίσει είτε πριν είτε μετά τη συμπλήρωση του Έργου, νοείται δε ότι οι υποχρεώσεις του Εργοδότη, του Αρχιτέκτονα και του Εργολάβου δεν θα μεταβληθούν λόγω του γεγονότος ότι η δικαστική διαδικασία διεξάγεται πριν τη συμπλήρωση του Έργου. [4] Οι όποιες αναφορές των συνηγόρων της ενάγουσας στην αγόρευσή τους περί του ότι το τεκμήριο 10 ετοιμάστηκε το Νοέμβριο του 2009 και υπογράφθηκε στις 12.12.2009, και δη πριν τη συνομολόγηση της συμφωνίας των μερών, δεν αποτελούν μαρτυρία, ώστε να μπορούν να ληφθούν υπόψη. [5] Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ.239 (δέστε επίσης VIDISAVA SUBOTIC v. Δήμου Στυλιανίδη,
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.22), τονίστηκε και πάλι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά του έντιμου Δικαστή (ως ήταν τότε) Αρτέμη που έδωσε την απόφαση του Δικαστηρίου στις σελ. 243-244: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκή του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS CO LTD v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 CLR 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.