← Κύπρος

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Αρ.Αίτησης - Έφεσης 100/2016, 30/11/2017

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Αρ.Αίτησης - Έφεσης 100/2016, 30/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A353 Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.11.2016 €100.000,00 - €500.000,00 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ.Αίτησης - Έφεσης 100/2016 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139/(Ι)/2015 και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Αιτήτρια/Εφεσείουσα και

  1. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
  2. Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της εταιρείας Α & G PROPERTY WISE DEVELOPMENT LTD
  3. Κυριάκου Αντωνίου Καθ΄ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων 30.11.2017 Για Αιτήτρια-Εφεσείουσα: κα Πολυβίου με κ. Καλλένο για Χρυσαφίνη & Πολυβίου Για Καθ'ου η αίτηση-Εφεσίβλητο 1: κα Τσαγκάρη για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για Καθ' ου η αίτηση-Εφεσίβλητο 2: Ουδεμία εμφάνιση Για Καθ' ου η αίτηση-Εφεσίβλητο 3: κα Γεωργίου για κ. Ε. Νικολαϊδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια με την Αίτηση/Έφεσης ζητά: Α . Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή αναστέλλει την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερ. 26.11.
  4. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή τερματίζει και/ή αναστέλλει την ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερ.11.2.
  5. Γ. Διάταγμα και/ή δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος και/ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένη η απόφαση και/ή διαδικασία που αναφέρεται στις ειδοποιήσεις / απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 26.11.2015 και 11.2.
  6. Δ. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Λόγοι Έφεσης (α) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και στηρίζεται σε νομική πλάνη με αποτέλεσμα να πλήττεται αφόρητα και/ή ανεπανόρθωτα η Αιτήτρια/Εφεσείουσα και/ή να κινδυνεύει να παραμείνει ανεξασφάλιστη σε σχέση με τις παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις, το προϊόν των οποίων έχει ήδη εισπραχθεί από τους Καθ'ών η Αίτηση
  7. (β) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι άκυρη και/ή λανθασμένη καθότι στηρίζεται σε διατάξεις του Νόμου 9/1965 οι οποίες παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα της Αιτήτριας. (Γ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι αδικαιολόγητη και/ή άκυρη και/ή λανθασμένη και/ή παράνομη καθότι δεν προσφέρεται εύλογη αποζημίωση στην Αιτήτρια και/ή παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο περιουσιακό δικαίωμα της Αιτήτριας βάσει του άρθρου 23 του Συντάγματος. (δ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι αδικαιολόγητη και/ή άκυρη και/ή λανθασμένη και/ή παράνομη καθότι παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας βάσει του άρθρου 26 του Συντάγματος. (ε) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη καθότι στηρίζεται στις διατάξεις των Άρθρων 441Η - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 οι οποίες είναι άκυρες και/ή αντίθετες και/ή ασύμφωνες με τα άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30 του Συντάγματος, και την αρχή διάκρισης των εξουσιών και εν πάση περιπτώσει, άδικες προς τα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας. (στ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και/ή νομικά άκυρη και/ή αντισυνταγματική καθότι υποβοηθά τους Καθ'ών η αίτηση 2 να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς την Αιτήτρια, και παραβιάζουν τις πρόνοιες των εγγράφων Υποθήκης που υπογράφτηκαν μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ'ών η Αίτηση
  8. (ζ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και νομικά αβάσιμη καθότι δεν εξάσκησε τη διακριτική του ευχέρεια σωστά που του παρέχεται από το Νόμο 9/
  9. (η) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου παραβιάζει και/ή έρχεται σε αντίθεση και/ή άμεση παρακοή με την Απόφαση/Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 26.10.
  10. Η παρούσα αίτηση βασίζεται στο Νόμο 14/60 άρθρα 29, 31-32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.9 Άρθρο 4, 5, 6, 7, 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 01, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9, Δ.55, στον Νόμο 9/1965, Άρθρα 12 Α, 16, 17, 18, 19, 21-36, Μέρος VI, VIA, VIB, Άρθρο 51, στους περί Μεταβιβάσεως και Υττοθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στο Κεφ.224 Άρθρο 80, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 (622/1956), επί των αρχών της επιείκειας και επί τις συμφυείς εξουσίες και πρακτικής του Δικαστηρίου. Στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου λειτουργού στην Διεύθυνση Καθυστερήσεων της Αιτήτριας / Εφεσείουσας ο οποίος αφού αναφέρεται στην εξουσιοδότηση που είχε από την Αιτήτρια-Εφεσείουσα αναφέρει τα εξής: (Παρατίθενται αυτούσια): «Κατά ή περί την 27.2.2002 και 17.12.2004 ενεγράφησαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας οι Υποθήκες με αριθμό Υ. 1663/2002 και Υ13224/2004 και Υ13225/2004 αντίστοιχα, από την εταιρεία Α & G PROPERTY WISE DEVELOPMENT LIMITED (AE62149) προς όφελος της Αιτήτριας. Επισυνάπτω έγγραφα των πιο πάνω Υποθηκών ως Τεκμήρια 1,2,
  11. Η Υποθήκη Υ. 1663/2002 ενεγράφη για ποσόν ΛΚ600.000 πλέον τόκους, η Β' Υποθήκη Υ. 13224/2004 για ποσόν ΛΚ330.000 πλέον τόκους και η Γ' Υποθήκη Υ. 13225/2004 για ποσόν ΛΚ150.000 πλέον τόκους. Οι Υποθήκες αυτές ενεγράφησαν αρχικά στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής C519, (το οποίο μεταγενέστερα πήρε αριθμό 3/519 και μεταγενέστερα 0/6261) Φ/Σχ 21/54.3.3 τμ C τεμ494 (μεταγενέστερος αριθμός 1445) στους Άγιους Ομολογητές Λευκωσία τοποθεσία Νεκροταφείο, ιδιοκτησίας της καθ' ης η αίτηση 2 εταιρείας. Οι υποθήκες αυτές εξασφάλιζαν και εξασφαλίζουν μέχρι σήμερα, υποχρεώσεις της εταιρείας / καθ' ης η αίτηση 2 προς την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον της καθ'ης η αίτηση 2 εταιρείας στην αγωγή με αριθμό 4784/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας καθώς και διατάγματα εκποίησης του πιο πάνω αναφερόμενου ακινήτου που βαρύνεται με τις εν λόγω Υποθήκες. Επισυνάπτω την δικαστική απόφαση ημερ.26.10.2010 ως Τεκμήριο
  12. Η καθ' ης η αίτηση 2 εταιρεία οφείλει στην Αιτήτρια ποσόν ύψους €1.389.100,96 πλέον τόκους από 1.12.2015 δυνάμει της πιο πάνω δικαστικής απόφασης, το οποίο αποτελεί εξ αποφάσεως χρέος για την εταιρεία (καθης η αίτηση 2). Η καθής η αίτηση 2 εταιρεία ευρίσκεται υπό εκκαθάριση, εφόσον εξεδόθη διάταγμα εκκαθάρισης εναντίον της την 19.11.2008, και έχει διοριστεί εκκαθαριστής ο Κρις Ιακωβίδης στις 10.5.
  13. Επισυνάπτω σχετικό αποδεικτικό υλικό ως Τεκμήριο
  14. Περί τα τέλη Νοεμβρίου 2015, η Αιτήτρια παρέλαβε επιστολή ημερ. 26.11.2015 από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας, τον «ΤΥΠΟ ΙΕ» επιστολή, την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο 6, με την οποία την πληροφορούσαν ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Λευκωσίας προτίθετο να προχωρήσει με την μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/11668 που βαρύνεται με τις υποθήκες Υ1663/2002 και Υ13224/2004 και Υ. 13225/2004 στο όνομα του αγοραστή - καθ' ου η αίτηση 3, και κατ' επέκταση με την εξάλειψη των πιο πάνω Υποθηκών. Εάν η Αιτήτρια επιθυμούσε να υποβάλει ένσταση στην μεταβίβαση αυτή και/ή αίτηση για μεταφορά της Υποθήκης σε άλλην ακίνητη ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση 2 εταιρείας, θα έπρεπε να το κάμει τούτο εντός 45 ημερών από την παραλαβή της επιστολής ημερ. 26.11.
  15. Η Αιτήτρια υπέβαλε ένσταση (υπό μορφή ένορκης δήλωσης) την 29.12.2015, στην μεταβίβαση του ακινήτου στα ονόματα του αγοραστή / καθ' ου η αίτηση 3 για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, και την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  16. Το Κτηματολόγιο απάντησε στην Αιτήτρια με επιστολή του ημερ. 11.2.2016 απορρίπτοντας την ένσταση της και ειδοποίησε αυτήν ότι εκτός εάν προσκομίσει διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά, ο Διευθυντής θα προχωρήσει με μεταβίβαση του ακινήτου 0/11668 φ/σχ 21/54.3.3 τεμ.1445 Άγιοι Ομολογητές στο όνομα του καθου η αίτηση 3 Επισυνάπτω την επιστολή που απέστειλε το Κτηματολόγιο στην Αιτήτρια ως Τεκμήριο
  17. Παρουσιάζω επίσης ως Τεκμήριο 9 εκτίμηση που είχε διενεργηθεί από τους εκτιμητές κ.κ. TOTAL VALUATIONS - Chartered Surveyors, ημερ. 15.12.2015 για το ακίνητο 0/6261 (προηγούμενος αριθμός C519 ·: -3 519) τεμ. 1445 (προηγ. Αριθμός 494) όπου η αγοραία αξία αυτού ανέρχεται στο ποσό των EUR. 1.880.000 (η καταναγκαστική ανέρχετο σε ποσό ύψους EUR.1.410.000). Παρουσιάζω περαιτέρω ως Τεκμήριο 10 (α) Πωλητήριο έγγραφο ημερ.21.03.2002 που υπεγράφη μεταξύ καθης η αίτηση 2 και καθου η αίτηση 3 και συνεφωνήθη το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος (αρ.401 στον 4° όροφο με μιαν αποθήκη αριθμό 10 και χώρος στάθμευσης αρ. 10) στις ΛΚ50.
  18. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να αναφέρω επίσης ότι η καθ'ης η αίτηση 2 εταιρεία υπέγραψε έγγραφο συμφωνίας εκχώρησης ημερ.2.7.2002 προς όφελος της Αιτήτριας με την οποία εκχώρησε όλα τα δικαιώματα της ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της προς την Αιτήτρια. Σε αυτήν την συμφωνία υπάρχει επίσης ενυπόγραφη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 3 ότι έλαβε γνώση και ανέλαβε ευθύνη όπως οποιαδήποτε πληρωμή βάσει του πωλητηρίου γίνει προς την Τράπεζα και μόνον. Φυσικά αυτό όμως δεν έγινε. Παρουσιάζω την συμφωνία αυτή ως Τεκμήριο 10(β). Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου και η προτιθέμενη μεταβίβαση αντιβαίνει και καταστρατηγεί και βρίσκεται σε παραβίαση της δικαστικής απόφασης και/ή διατάγματος ημερ.26.10.
  19. Επίσης, αντιβαίνει και παραβιάζει τις συμβάσεις Υποθήκης, ως αυτές έχουν αναφερθεί ανωτέρω, και παρεμποδίζει την εκτέλεση αυτών. Επομένως πλήττονται ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα και δικαιώματα της Αιτήτριας, τα οποία είχε κατοχυρώσει με τις συμφωνίες Υποθήκης αλλά και πρόσφατα με την δικαστική απόφαση / διαταγή ημερ.26.10.2010 στα πλαίσια της αγωγής 4784/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Εάν ολοκληρωθεί η επικείμενη μεταβίβαση του ακινήτου 0/11668 στο όνομα του καθου η αίτηση 3 - ελευθέρα εμπράγματου βάρους και ακυρωθούν οι Υποθήκες 1663/2002 και Υ13224/2004 και Υ13225/2004 η αξία της υποθηκευμένης προς όφελος της Αιτήτριας περιουσίας μειώνεται δραματικά και οι υποχρεώσεις της καθ' ης η αίτηση εταιρείας 2, παραμένουν ανεξασφάλιστες για μεγαλύτερο ποσόν, εφόσον η αξία του ακινήτου που θα παραμείνει υποθηκευμένο προς όφελος της Αιτήτριας θα έχει μειωθεί δραματικά. Εν πάση περιπτώσει, υπάρχουν κι άλλες ειδοποιήσεις του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας προς την Αιτήτρια, με τις οποίες ειδοποιείται αυτή ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου θα προβεί σε μεταβίβαση των ακινήτων (διαμερισμάτων) που βαρύνονται με τις πιο πάνω Υποθήκες στα ονόματα των αγοραστών και θα ακυρώσει της Υποθήκες. Υπάρχουν για όλα τα διαμερίσματα

(12), πλην ενός, κατατεθειμένα αγοραπωλητήρια συμβόλαια (εκτός από 2 τα οποία έχουν ήδη απαλλαγεί). Επομένως, έστω και εάν η αγοραία αξία του επίδικου διαμερίσματος (βάσει εκτιμήσεων Κτηματολογίου του 2013) είναι περίπου EUR. 149.000, η αξία όλων των διαμερισμάτων (ακινήτων) που βαρύνονται με τις πιο πάνω Υποθήκες, και προτίθενται και/ή υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μεταβιβαστούν στους αγοραστές τους - κι επομένως να ακυρωθούν οι Υποθήκες - , είναι πέραν του EUR1.000.
  1. Παρουσιάζω επίσης πρόσφατη κτηματολογική έρευνα για την εταιρεία / καθης η αίτηση 2, ως Τεκμήριο
  2. Επίσης παρουσιάσω ως Τεκμήριο 12 κατάσταση / πίνακα που έχουμε ετοιμάσει για το επίδικο τεμάχιο με αριθμό 1445, όπου φαίνονται οι αγοραίες αξίες όλων των διαμερισμάτων κατά το έτος 2012 και η καταναγκαστική αξία αυτών, το τίμημα του πωλητηρίου εγγράφου, και τα ποσά που εισέπραξε η Αιτήτρια για κάθε διαμέρισμα. Η καθ' ης η αίτηση 2 δεν έχει οποιαδήποτε άλλην περιουσία ελεύθερη από οποιοδήποτε βάρος, και εν πάση περιπτώσει ευρίσκεται υπό εκκαθάριση. Όπως φαίνεται από την Κτηματολογική Έρευνα ημερ. 12.1.2015, η Υποθήκη Υ. 1663 /2002 προηγείται του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου ΠΩΕ 646/2002 το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο μετά την κατάθεση της Υποθήκης. Το πωλητήριο αυτό έχει υπογραφεί μεταξύ της καθ' ης η αίτηση 2 και του καθ' ου η αίτηση 3 . Από το προϊόν της πώλησης του επίδικου ακινήτου 0/11668 η Αιτήτρια εισέπραξε ποσόν ύψους EUR.20.503,22 στις 16.2.2004 παρά το γεγονός ότι το ποσόν του πωλητηρίου ανερχόταν σε EUR. 86.284,
  3. Εξ όσων με συμβουλεύουν οι εξωτερικοί νομικοί μας σύμβουλοι, εάν η επικείμενη μεταβίβαση προχωρήσει, η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, εφόσον οι υποχρεώσεις της καθ' ης η αίτηση 2 θα παραμείνουν ανεξασφάλιστες. Ουδεμία αποζημίωση δίδεται γι αυτήν την απώλεια της Αιτήτριας. Επίσης, εάν προχωρήσει η επικείμενη μεταβίβαση η Αιτήτρια θα απωλέσει το συνταγματικό της δικαίωμα βάσει του Άρθρου 23, του ελέγχου και της απόλαυσης της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία από το 2002 μέχρι σήμερα είναι υποθηκευμένη προς όφελος της, εις αντάλλαγμα πιστωτικών διευκολύνσεων προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη / καθού η αίτηση
  4. Επίσης, υπάρχει ένα εξ αποφάσεως χρέος του καθου η αίτηση 2 προς την Αιτήτρια, και διάταγμα Δικαστηρίου που διατάσσει την πώληση του ολόκληρου ακινήτου που βαρύνεται από τις επίδικες Υποθήκες, με σκοπό την εξόφληση του χρέους αυτού. Εάν προχωρήσει ο καθού η αίτηση 1 με την μεταβίβαση ενός διαμερίσματος (αρ εγγραφής 0/11668) το οποίο ανήκει στο όλο ακίνητο με αριθμό εγγραφής C519 (νέος αριθμός εγγραφής 0/6261) τότε θα ευρίσκεται σε παραβίαση / παρακοή του Διατάγματος του Δικαστηρίου. Εκτός των πιο πάνω, παραβιάζεται επίσης το συνταγματικό δικαίωμα της Αιτήτριας του συμβαλλεσθαι ελευθέρως (Άρθρο 26). Η Αιτήτρια με την καθης η αίτηση 2 υπέγραψαν σύμβαση υποθήκευσης το
  5. Με την σκοπούμενη μεταβίβαση εμποδίζεται η εκτέλεση της σύμβασης αυτής, και παραβιάζονται ουσιώδεις όροι αυτής της συμφωνίας, η οποία υπεγράφη ελευθέρα βουλήσει και με κάποιο αντάλλαγμα. Η επικείμενη μεταβίβαση καταστρατηγεί τους όρους της σύμβασης Υποθήκης (ιδίως την Υ1663/2002 που ενεγράφη πριν την κατάθεση του ΠΩΕ 646/2002), την οποία οι ενυπόθηκοι οφειλέτες συμφώνησαν να τηρήσουν. Εάν προχωρήσει η μεταβίβαση, οι ενυπόθηκοι οφειλέτες / καθης η αίτηση 2, αποποιούνται των υποχρεώσεων τους δυνάμει της σύμβασης υποθήκης και εξαλείφονται τα δικαιώματα της Αιτήτριας χωρίς λόγος και αιτία και χωρίς να υπάρχει κάποιου είδους εκμετάλλευση από πρόσωπο που έχει ιδιάζουσα οικονομική ισχύ (όπως ορίζει το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας). Επομένως, η διαδικασία αυτή των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ όχι μόνον προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην Αιτήτρια, την οποίαν αφήνει εκτεθειμένη, αλλά βοηθά την καθ' ης η αίτηση 2 να αποφύγει τις υποχρεώσεις της προς την Αιτήτρια, χωρίς οποιοδήποτε κόστος. Παραβιάζονται επίσης και όλες οι πρόνοιες των Άρθρων 21-36 του ιδίου Νόμου 9/1965 και καθίστανται άνευ αντικειμένου. Ως με συμβουλεύουν περαιτέρω οι εξωτερικοί νομικοί μας σύμβουλοι, η συνταγματική διάταξη του περιουσιακού δικαιώματος - Άρθρο 23 -καταστρατηγείται εφόσον αποξενώνεται περιουσία του ενυπόθηκου δανειστή χωρίς την συγκατάθεση του και χωρίς εύλογη ή οποιαδήποτε αποζημίωση. Ούτε και η αποξένωση αυτή γίνεται προς το συμφέρον δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας ή δημοσίων ηθών ή αναπτύξεων προς προαγωγή δημοσίας ωφελείας. Εν πάση περιπτώσει, εάν θεωρηθεί ότι η αποξένωση αυτή της περιουσίας, η οποία είναι υποθηκευμένη προς όφελος της Αιτήτριας, γίνεται δια την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων -ήτοι του καθ'ου η αίτηση 3 τότε θα πρέπει βάσει του Άρθρου 23 του Συντάγματος να καταβληθεί το ταχύτερον εύλογη και δίκαιη αποζημίωση. Τα Άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ δεν προνοούν νια εύλογη και δίκαιη αποζημίωση της Αιτήτριας. Επομένως, από την στιγμή που οι τροποποιήσεις του Νόμου 9/1965 - αυτές που έγιναν δυνάμει του Άρθρου 2 του 139(Ι)/2015- δεν προνοούν για καταβολή δικαίας αποζημίωσης προς το αθώο μέρος, του οποίου η οικονομική αξία της περιουσίας του μειώνεται. Υπάρχουν πρόνοιες στον Νόμο για μεταφορά της υποθήκης σε άλλην ακίνητη περιουσία του ενυπόθηκου οφειλέτη / πωλητή καθώς και σε περιουσία των εγγυητών αυτού. Στην παρούσα περίπτωση όμως ο καθού η αίτηση 2 δεν έχει οποιαδήποτε άλλη ελεύθερη περιουσία η οποία μπορεί να υποθηκευτεί προς όφελος της Αιτήτριας με αποτέλεσμα η οικονομική αξία της περιουσίας που είναι υποθηκευμένη προς όφελος της να παραμένει μειωμένη και έτσι σε αντίθεση με το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Επίσης όπως πληροφόρησε το Κτηματολόγιο με την επιστολή του ημερ.11.2.2016 δεν μπορεί να γίνει μεταφορά των υφιστάμενων επίδικων Υποθηκών σε άλλα ακίνητα της καθης η αίτηση 2, καθότι υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα ως εμπράγματη εξασφάλιση στις συγκεκριμένες Υποθήκες. Δεν λαμβάνεται όμως υπόψην από το Κτηματολόγιο, ούτε και τον Νόμο 9/1965, η μείωση της αξίας της Υποθήκης, και η αξία των εναπομεινάντων ακινήτων που βαρύνονται με τις Υποθήκες, αλλά που υπάρχει κίνδυνος και/ή πιθανότητα να μεταβιβαστούν και αυτά μελλοντικά στους αγοραστές τους, ελευθέρα των υποθηκών. Πλήττεται επίσης ανεπανόρθωτα το δικαίωμα και των δύο μερών (αιτήτριας και καθ'ών η αίτηση 2) του συμβάλλεσθαι ελευθέρως (Άρθρο 26) και σίγουρα οι πρόνοιες του Νόμου 139(Ι)/2015, οι οποίες τροποποιούν τον Νόμο 9/1965, δεν προλαμβάνουν οποιαδήποτε εκμετάλλευση από οποιοδήποτε πρόσωπο (ως ορίζει το Σύνταγμα). Δηλαδή η διαδικασία αυτή των Άρθρων 44ΙΗ - ΚΖ δεν λαμβάνει υπόψην ούτε την σειρά προτεραιότητας εγγραφής των εμπράγματων βαρών, ούτε τις διατάξεις των Άρθρων 24-31 και ειδικότερα του Άρθρου 31
(2), ούτε και το Άρθρο 23 και 26 του Συντάγματος. Εξ όσων λαμβάνω νομική συμβουλή από τους εξωτερικούς νομικούς μας συμβούλους, η ειδοποίηση (ΤΥΠΟΣ ΙΕ) ημερ. 26.11.2015 και η προτιθέμενη διαδικασία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου στο όνομα του καθου η αίτηση 3 είναι άκυρη ως νομικά αβάσιμη καθότι η ειδοποίηση έχει αποσταλεί βάσει αντισυνταγματικού Νόμου, ο οποίος προκαλεί ζημία στα συμφέροντα της Αιτήτριας, και παραβιάζει τα περιουσιακά και συμβατικά της δικαιώματα. Προστατεύει μεν τα συμφέροντα των αγοραστών, αλλά αφήνει εκτεθειμένους τους ενυπόθηκους δανειστές, χωρίς να τους προσφέρεται εναλλακτική θεραπεία και αφήνει «ελεύθερους» τους πωλητές από τις υποχρεώσεις τους προς τους ενυπόθηκους δανειστές. Η εναλλακτική θεραπεία που προσφέρεται από τον Νόμο προς τους ενυπόθηκους δανειστές, δεν αποτελεί θεραπεία στην πραγματικότητα και/ή καθόλου ικανοποιητική ή ίση με την ζημιά που υπόκειται συνεπεία των τροποποιήσεων του Νόμου 9/
  1. Οι πρόνοιες του Νόμου 9/1965 ως αυτές τροποποιήθησαν με το Άρθρο 2 του 139(Ι)/2015, είναι αντισυνταγματικές και έρχονται σε αντίθεση με την συνταγματική διάταξη 23 που αφορά το περιουσιακό δικαίωμα της Αιτήτριας και τον σεβασμό αυτού και τη διάταξη 26 που αφορά το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Εξ' όσων με πληροφορούν οι εξωτερικοί νομικοί μας σύμβουλοι, με την παρούσα αίτηση, η Αιτήτρια επιζητεί τη διασφάλιση των νόμιμων συμφερόντων και δικαιωμάτων τους τα οποία απορρέουν, εκτός από έγγραφα που έχει παραβιάσει η καθ' ης η αίτηση 2, από το ίδιο το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να αποξενωθεί περαιτέρω η περιουσία της καθ' ης η αίτηση 2 - η οποία εξασφαλίζει υποχρεώσεις της προς την Αιτήτρια - σε τρίτα πρόσωπα από τον αγοραστή / καθ' ου η αίτηση
  2. Επομένως, πρέπει να αποτραπεί οποιαδήποτε περαιτέρω παραβίαση των δικαιωμάτων της Αιτήτριας. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι δεν υπάρχει και δεν προσφέρεται από τον Νόμο 139(Ι)/2015 νόμιμο αντάλλαγμα και εύλογη αποζημίωση στην Αιτήτρια / ενυπόθηκο δανειστή, για την μεταβίβαση του ακινήτου που βαρύνεται με Υποθήκη στον αγοραστή και την ακύρωσης της Υποθήκης. Επομένως, με την διαδικασία αυτή του Νόμου πλήγονται ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα και δικαιώματα αθώων μερών, ήτοι της Αιτήτριας. Επίσης οι τροποποιήσεις του νόμου 139(Ι)/2015 παραβιάζουν και έρχονται σε αντίθεση με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ.26.10.2010 που έχει εξασφαλίσει η Αιτήτρια εναντίον της καθ'ής η αίτηση
  3. Το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας και τα δικαιώματα της δυνάμει των συμβάσεως Υποθήκευσης καταστρατηγούνται και παραβιάζονται χωρίς εύλογο λόγο και αιτία. Κατ επέκταση οι πρόνοιες του Νόμου 9/1965, ως ετροποποιήθησαν και/ή ενσωματώθηκαν σε αυτόν δυνάμει το Νόμου 139
(1)72015 είναι αντισυνταγματικές και συνεπώς άκυρες. Ο Καθ' ου η αίτηση-Εφεσίβλητος 1 καταχώρησε ένσταση στην τροποποιημένη αίτηση, η οποία στηρίζεται στους πιο κάτω λόγους (παρατίθενται αυτούσιοι): «
  1. Ο καθ' ου η αίτηση 1 εγείρει προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι τα διατάγματα τα οποία ζητεί η αιτούσα είναι γενικού και/ή αορίστου περιεχομένου και/ή το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας στα πλαίσια της παρούσας αίτησης- έφεσης όπως εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα.
  2. Άνευ βλάβης των πιο πάνω, ο καθ' ου η αίτηση 1 εγείρει 2η προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι η αιτούσα εμποδίζεται και/ή κωλύεται να προσβάλλει την ειδοποίηση ή/και απόφαση ημερομηνίας 26.11.15, καθότι αυτή δεν έχει πλέον νομική ισχύ
  3. Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, ο καθ'ου η αίτηση 1 αναφέρει τα ακόλουθα:
  4. Οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ του Νόμου ή/και οι Διατάξεις επί των οποίων βασίστηκε ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα.
  5. Η αίτηση είναι γενική και ατεκμηρίωτη και δεν ανταποκρίνεται στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων και/ή τρόπος που προβάλλονται τα επιχειρήματα δεν καθιστούν ευχερή τον έλεγχο της συνταγματικότητας.
  6. Η αιτούσα προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος») με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς πώς ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές.
  7. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει ούτε περιορίζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτούσας/ εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η τρίτη παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος.
  8. Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή.
  9. Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή ή/και σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές. Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην αιτούσα
  10. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζει ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της αιτούσας/εφεσείουσας και/ή δε μειώνει ουσιωδώς την αξία της περιουσίας της αιτούσας/ εφεσείουσας, καθότι υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα ως εμπράγματη εξασφάλιση σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη και/ή υπάρχουν πρόνοιες στο Νόμο οι οποίες επιτρέπουν στην αιτούσα να παραμείνει εξασφαλισμένη.
  11. Η υποθήκη με αριθμό Υ1663/02 συνάφθηκε για το ποσό των Λ.Κ. 600.000 πλέον τόκους και εξασφαλίζει εμπραγμάτως την αιτούσα μέχρι το ύψος του ποσού αυτού όχι για περισσότερο και/ή υψηλότερο ποσό για το οποίο η αιτούσα παρείχε δάνειο, χωρίς ωστόσο την ανάλογη εμπράγματη εξασφάλιση.
  12. Η Β' υποθήκη με αριθμό Υ13224/04 και η Γ υποθήκη με αριθμό Υ13225/04 συνάφθηκαν για το ποσό των Λ.Κ. 330.000 και Λ.Κ. 150.000, αντίστοιχα, πλέον τόκους και εξασφαλίζουν εμπραγμάτως την αιτούσα μέχρι το ύψος των ποσών αυτών και όχι για περισσότερο και/ή υψηλότερο ποσό για το οποίο η αιτούσα παρείχε δάνειο, χωρίς ωστόσο την ανάλογη εμπράγματη εξασφάλιση.
  13. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει το εν λόγω άρθρο δεν επηρεάζεται, αφού τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό.
  14. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει ή/και επεμβαίνει στη δικαστική απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.10.
  15. Οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ και 44ΣΤ εφαρμόζονται ανεξαρτήτως, μεταξύ άλλων, των λοιπών διατάξεων του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έρχεται σε σύγκρουση με τις υπόλοιπες διατάξεις του Νόμου.
  16. Το άρθρο 44Κ του Νόμου δεν παρέχει διακριτική εξουσία στο Διευθυντή του Κτηματολογίου για απόρριψη της αίτησης που προβλέπεται από τα άρθρα 44ΙΗ μέχρι και 44ΚΖ του Νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τα στοιχεία (α) και (β) του εν λόγω άρθρου. Εάν ήθελε αποφασιστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο ότι παρέχεται διακριτική εξουσία στο Διευθυντή του Κτηματολογίου για απόρριψη της αίτησης, είναι ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση 1 ότι αυτή ασκήθηκε ζζζζ αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση δεδομένα και/ή περιστατικά.
  17. Ο καθ' ου η αίτηση 1 ακολούθησε την ορθή κατά το Νόμο διαδικασία και ενήργησε εντός της εξουσίας που του παρέχεται από τον υπό κρίση Νόμο και/ή τους Κανονισμούς.
  18. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή και/ή η διαδικασία που εκτίθεται στο φάκελο ΑΕΑ 61/2015 είναι καθ' όλα νόμιμη, ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, τον Νόμο, τους Κανονισμούς, τους κανόνες τις επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης». Η Καθ' ης η αίτηση (μέσω του εκκαθαριστή αυτής), δεν εμφανίστηκε στη παρούσα παρά το ότι της επιδόθηκε η υπό κρίση Αίτηση-Έφεση. Ο Καθ΄ου η αίτηση-Εφεσίβλητος 3 καταχώρησε επίσης ένσταση η οποία στηρίζεται στους πιο κάτω λόγους ένστασης, παρατίθενται αυτούσιοι:
  19. Η Αιτήτρια δε νομιμοποιείται στην καταχώριση της παρούσας εφέσεως και/ή η Αιτήτρια στερείται καλής και βάσιμης υπόθεσης για ακύρωση και αναστολή της ειδοποίησης του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερ. 11/2/2016 και/ή της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερ. 26/11/2015 και/ή η παρούσα αίτηση είναι νόμο και/ή ουσία αστήρικτη.
  20. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντίκειται στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμούς του 1965 άρθρα 5
(1)και 7 και/ή δεν έχει ακολουθηθεί ο σωστός τύπος και/ή η αιτιολογία επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση-έφεση.
  1. Το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας στα πλαίσια της παρούσας αίτησης -έφεσης όπως εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα.
  2. Η Αιτήτρια προβάλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς πως ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές.
  3. Η ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 11/2/2016 και η απόφαση του ημερ.. 26/11/2015 λήφθηκαν ορθώς και νομίμως και/ή είναι νομικά και πραγματικά ορθές και λήφθηκαν κατόπιν πιστής εφαρμογής των προνοιών του Νόμου 9/65 ως αυτός ετροποποιήθη.
  4. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει ούτε περιορίζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της Αιτήτριας/ Εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η Τρίτη παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος.
  5. Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου ποσού κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή.
  6. Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην Αιτήτρια.
  7. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζει ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της Αιτήτριας/ Εφεσείουσας και/ή δε μειώνει ουσιωδώς την αξία της περιουσίας της Αιτήτριας/ Εφεσείουσας καθότι υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα ως εμπράγματη εξασφάλιση σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη και/ή υπάρχουν πρόνοιες στο Νόμο οι οποίες επιτρέπουν στην Αιτήτρια να παραμείνει εξασφαλισμένη.
  8. Τα άρθρα 44ΙΗ εώς 44 ΚΖ του Νόμου 9/65 ως αυτά τροποποιήθηκαν με βάση το νόμο 139 (Ι)/2015 είναι εναρμονισμένα με το Σύνταγμα και δεν προσκρούουν σε κανένα άρθρο του Συντάγματος.
  9. Η Αιτήτρια έχει απεμπολήσει τα δικαιώματα της και/ή κωλύεται να επικαλεσθεί οποιοδήποτε δικαίωμα προκύπτει από Συμβάσεις Υποθήκης λόγω της αρχής της εγκατάλειψης ( waive of rights) και/ή λόγω ολιγωρίας (laches) και/ή αίτηση είναι καταχρηστική.
  10. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη επέμβαση στη διακριτική εξουσία του Διευθυντή του Κτηματολογίου την οποία ο Διευθυντής κέκτηται δυνάμει ρητών διατάξεων του Νόμου.
  11. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα έβλαπτε ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση 3 και θα οδηγούσε σε δυσανάλογα ανεπιεική αποτελέσματα εναντίον του και./ή δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και/ή τυχόν έκδοση τους θα είναι αντίθετα με το δίκαιο της επιεικείας.
  12. Τα αιτούμενα Διατάγματα είναι αντίθετα στην Αρχή της Αναλογικότητας.
  13. Τα αιτούμενα Διατάγματα είναι αντίθετα στην αρχή της «Καλής Πίστης». Ο Καθ' ου η Αίτηση ενήργησε καλόπιστα και τιμώντας το πωλητήριο έγγραφο εξόφλησε το διαμέρισμα με δάνειο που πήρε από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης. Οποιαδήποτε ζημιά δεν μπορεί να επιζητηθεί από τους καλόπιστους αγοραστές που αποτελεί την πρώτη τους κατοικία και έχουν αποπληρώσει όλες τους τις συμβατικές υποχρεώσεις.
  14. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παραβιάσει τα συνταγματικά δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση 3 για απρόσκοπτη απόλαυση της περιουσίας του και θα δώσει το δικαίωμα στην Αιτήτρια να προχωρήσει με εκποίηση της περιουσίας του με αποτέλεσμα ο Καθ' ου η Αίτηση 3 να χάσει το διαμέρισμα το οποίο εξόφλησε ως προνοούσε το Πωλητήριο Έγγραφο και να υποστεί ασύμφορες ζημιές για τον ίδιο.
  15. Η ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 11/2/2015 και η απόφαση του ημερ. 26/11/2015 λήφθησαν συμφώνως των προνοιών του Νόμου και των Κανονισμών, κατόπιν ορθής ενάσκησης των εξουσιών που του δίνει ο Νόμος και αφού λήφθησαν υπόψιν όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά». Κατά την ακροαματική διαδικασία ουδείς εκ των ενόρκων δηλώσεων αντεξετάσθηκε και οι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές και προφορικές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου Κατόπιν εξέτασης και αξιολόγησης του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, τα γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτές δεν αμφισβητούνται και έχουν ως ακολούθως: Στις 27.2.2002 ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας η Υποθήκη με αριθμό Υ1663/2002 για το ποσό των Λ.Κ.600.000 πλέον τόκους και στις 17.12.2004 δεύτερη υποθήκη με αρ. Υ13224/2004 για το ποσό των Λ.Κ. 330.000 πλέον τόκους και Υποθήκη με αρ. Υ13225/2004 για το ποσό των Λ.Κ.150.000 πλέον τόκους από την εταιρεία A & G PROPERTY WISE DEVELOPMENT LIMITED Καθ' ης η αίτηση 2 προς όφελος της Αιτήτριας (βλ. Τεκμήρια 1, 2 και 3 που συνοδεύουν την Αίτηση-Έφεση). Οι Υποθήκες ενεγράφησαν αρχικά ως εμπράγματο βάρος στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής C519, (το οποίο μεταγενέστερα πήρε αριθμό 3/519 και μεταγενέστερα 0/6261) τεμάχιο 494 Φ/Σχ 21/
  16. 3.3 τμ C τεμ494 (μεταγενέστερος αριθμός 1445) στους Άγιους Ομολογητές Λευκωσία ιδιοκτησίας της Καθ' ης η αίτηση 2 εταιρείας. Το εν λόγω ακίνητο άλλαξε μεταγενέστερα αριθμό τεμαχίου, το οποίο έγινε 1445 και αποτελείται από 15 ξεχωριστές εγγραφές και η υποθήκη Υ1663/2002 μεταφέρθηκε και επιβάρυναν και τις εγγραφές που αποτελούν το εν λόγω τεμάχιο. Οι υποθήκες αυτές εξασφάλιζαν και εξασφαλίζουν μέχρι σήμερα, υποχρεώσεις της εταιρείας / Καθ' ης η αίτηση 2 προς την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον της Καθ'ης η αίτηση 2 εταιρείας στην αγωγή με αριθμό 4784/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας καθώς και διατάγματα εκποίησης του πιο πάνω αναφερόμενου ακινήτου που βαρύνεται με τις εν λόγω Υποθήκες (βλ. Τεκμήριο 4 της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως) αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει προωθηθεί από την Αιτήτρια αίτηση για καταναγκαστική πώληση του επίδικου ακινήτου. Η Καθ' ης η αίτηση 2 εταιρεία οφείλει στην Αιτήτρια ποσόν ύψους €1.389.100,96 πλέον τόκους από 1.12.2015 δυνάμει της πιο πάνω δικαστικής απόφασης. Η Καθ' ης η αίτηση 2 εταιρεία ευρίσκεται υπό εκκαθάριση, εφόσον εξεδόθη διάταγμα εκκαθάρισης εναντίον της την 19.11.2008, και έχει διοριστεί εκκαθαριστής ο Κρις Ιακωβίδης στις 10.5.2010 (βλ. Τεκμήριο 5). Τέλη Νοεμβρίου 2015, η Αιτήτρια παρέλαβε ειδοποίηση ημερ. 26.11.2015 από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας, «τύπος ΙΕ» (Τεκμήριο 6), με την οποία την πληροφορούσαν ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Λευκωσίας προτίθετο να προχωρήσει με την μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/11668 που βαρύνεται με τις υποθήκες Υ1663/2002 και Υ13224/2004 και Υ. 13225/2004 στο όνομα του αγοραστή - Καθ' ου η αίτηση 3, και κατ' επέκταση με την εξάλειψη των πιο πάνω Υποθηκών. Εάν η Αιτήτρια επιθυμούσε να υποβάλει ένσταση στην μεταβίβαση αυτή και/ή αίτηση για μεταφορά της Υποθήκης σε άλλην ακίνητη ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση 2 εταιρείας, θα έπρεπε να το κάμει τούτο εντός 45 ημερών από την παραλαβή της επιστολής ημερ. 26.11.
  17. Η Αιτήτρια υπέβαλε ένσταση (υπό μορφή ένορκης δήλωσης) την 29.12.2015 (Τεκμήριο 7), στην μεταβίβαση του ακινήτου στα ονόματα του αγοραστή / Καθ' ου η αίτηση 3 για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν. Το Κτηματολόγιο απάντησε στην Αιτήτρια με επιστολή του ημερ. 11.2.2016 (Τεκμήριο 8) απορρίπτοντας την ένσταση της και ειδοποίησε αυτήν ότι εκτός εάν προσκομίσει διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά, ο Διευθυντής θα προχωρήσει με μεταβίβαση του ακινήτου 0/11668 φ/σχ 21/54.3.3 τεμ.1445 Άγιοι Ομολογητές στο όνομα του Καθ' ου η αίτηση
  18. Σύμφωνα με εκτίμηση που είχε διενεργηθεί ημερ. 15.12.2015 για το ακίνητο 0/6261 (προηγούμενος αριθμός C519 ·: -3/519) τεμ. 1445 (προηγ. Αριθμός 494) όπου η αγοραία αξία αυτού ανέρχεται στο ποσό των EUR. 1.880.000 (η καταναγκαστική ανέρχετο σε ποσό ύψους EUR.1.410.000). Ως προκύπτει περαιτέρω από τα γεγονότα στις 21.03.2002 υπεγράφη μεταξύ Καθ' ης η αίτηση 2 και Καθ' ου η αίτηση 3 πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 10(α)) με το οποίο συνεφωνήθη το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος (αρ.401 στον 4° όροφο με μιαν αποθήκη αριθμό 10 και χώρος στάθμευσης αρ. 10) στις ΛΚ50.
  19. Η Καθ' ης η αίτηση 2 εταιρεία υπέγραψε έγγραφο συμφωνίας εκχώρησης ημερ.2.7.2002 προς όφελος της Αιτήτριας με την οποία εκχώρησε όλα τα δικαιώματα της ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της προς την Αιτήτρια. Σε αυτήν την συμφωνία υπάρχει επίσης ενυπόγραφη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 3 ότι έλαβε γνώση και ανέλαβε ευθύνη όπως οποιαδήποτε πληρωμή βάσει του πωλητηρίου γίνει προς την Τράπεζα και μόνον (βλ. Τεκμήριο 10(β)). Πέραν της επίδικης ειδοποίησης που αφορά το Διαμέρισμα που πωλήθηκε στον Καθ' ου η αίτηση 3, υπάρχουν και άλλες ειδοποιήσεις του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας προς την Αιτήτρια, με τις οποίες η Αιτήτρια ειδοποιείται ότι ο Διευθυντής θα προβεί σε μεταβίβαση ακινήτων (διαμερισμάτων) που βαρύνονται με τις πιο πάνω υποθήκες στα ονόματα των αγοραστών και ότι θα ακυρώσει τις υποθήκες. Υπάρχουν για όλα τα διαμερίσματα, πλην ενός, κατατεθειμένα αγοραπωλητήρια συμβόλαια (εκτός από δύο τα οποία έχουν ήδη απαλλαγεί). Όσον αφορά την ακίνητη ιδιοκτησία της Καθ' ης η αίτηση 2, αυτή φαίνεται στο Τεκμήριο 11 της ένορκης δήλωσης Κωνσταντίνου. Η Καθ' ης η αίτηση 2 δεν έχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία ελεύθερη από οποιοδήποτε βάρος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ «Το άρθρο 51 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως ακινήτων Νόμου 9/65 στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση-Έφεση προνοεί τα ακόλουθα: «51
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω επί τούτο αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου: Νοείται ότι το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδώση Κανονισμούς δι οιονδήποτε ζήτημα ή διαδικασίαν αγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου δυνάμει διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44, ουδέν δικαστήριον επιλαμβάνεται αγωγών ή διαδικασιών εφ΄ οιουδήποτε ζητήματος αναφορικώς προς ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πλην της περιπτώσεως καθ΄ ην ασκείται έφεσις ως προνοείται εν εδαφίω
(1).» Επίσης το άρθρο 80 του Κεφ. 224 έχει ως ακολούθως: «80. Παν πρόσωπον έχον παράπονον καθ΄ οιασδήποτε διαταγής, ειδοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού διενεργηθείσης, δοθείσης ή ληφθείσης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου δύναται, εντός τριάκοντα ημερών από της ημερομηνίας κοινοποιήσεως εις αυτόν της τοιαύτης διαταγής, ειδοποιήσεως, ή αποφάσεως να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον και το Δικαστήριον δύναται να εκδώσει επ΄ αυτής τοιούτο διάταγμα ως ήθελεν είναι δίκαιον αλλά, εκτός δι΄ εφέσεως ως προνοείται εν τω παρόντι άρθρω, ουδέν Δικαστήριον επιλαμβάνεται οιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας εφ΄ οιουδήποτε ζητήματος εν σχέσει προς ό ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.» Στην υπόθεση Lombard Natwest Bank Ltd v. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1990 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 1995: «Από τη διατύπωση τόσο του άρθρου 80 του Κεφ. 224 όσο και του άρθρου 51
(1)του Ν.9/65 είναι σαφές ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή έφεσης/αίτησης στο Δικαστήριο εναντίον οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντή του κτηματολογίου είναι ότι αυτή θα πρέπει να έχει εκδοθεί, δοθεί ή ληφθεί είτε δυνάμει των διατάξεων του κεφ. 224 είτε δυνάμει των διατάξεων του Ν.9/65. Αυτό υποδηλοί η φράση «δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου» στο άρθρο 80 του Κεφ. 224 και η φράση «δυνάμει του παρόντος Νόμου» στο άρθρο 51
(1)του Ν.9/65. (Βλ. Παύλου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1981)11 Α.Α.Δ. 275).» Προτού υπεισέλθω στην ουσία της υπόθεσης, θα εξετάσω κατ' αρχή τις προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται από τους Καθ' ων η αίτηση 1 και 3 και αφορούν ισχυρισμούς για (α) μη συγκεκριμενοποίηση από μέρους της Αιτήτριας των αιτουμένων διαταγμάτων, (β) ότι δεν έχουν τηρηθεί οι κανονισμοί 5
(1)και 7 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Κανονισμών του 1965, επειδή δεν έχει χρησιμοποιηθεί ο τύπος 2 και επειδή δεν αναφέρονται οι λόγοι επί των οποίων η Αίτηση/Έφεση βασίζεται (γ) απεμπόληση δικαιωμάτων και/ή κωλύεται να επικαλεσθεί δικαίωμα από τις συμβάσεις υποθήκης, λόγω ολιγωρίας και/ή ότι είναι η αίτηση καταχρηστική. Σχετικός με τις πιο πάνω προδικαστικές ενστάσεις είναι ο Κανονισμός 5
(1)περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμοί του 1956 με τον οποίο ως φαίνεται η διαδικασία αρχίζει: (α) Με την καταχώρηση της έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, (β) Η έφεση έχει τη μορφή αίτησης διά κλήσεως στο πρότυπο της φόρμας αρ.2 που παρατίθεται στο παράρτημα των Κανονισμών. (γ) Η έφεση συνοδεύεται με μία ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις αναφορικά με τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η έφεση. (δ) Όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα πρέπει απαραιτήτως να προστεθούν σαν διάδικοι στην έφεση. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, η έφεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου αποτελεί τη μόνη οδό για αναθεώρηση απόφασης του Διευθυντή προκειμένου να ελεγχθεί, όχι μόνο η νομιμότητα, αλλά και η ορθότητα της απόφασης (βλ. Σάββας Χρ. Παπαγεωργίου ν. Ιωάννη Πατσαλίδη
(2001)1 ΑΑΔ 1365). Όσον αφορά τον έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή, που παρέχεται από το άρθρο 80 του Κεφ. 224 στο Δικαστήριο και ότι το Δικαστήριο εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων, καθώς και την εξουσία αντικατάστασης της κρίσης του Διευθυντή, όπου υπάρχουν ισχυροί λόγοι, σχετική είναι η υπόθεση Πίτσα Γεωργίου Είκοσι κ.ά. ν. Βύρωνα Αργυρού Αργυρίδη
(2012)1 ΑΑΔ
  1. Έχοντας επίσης υπόψη το λεκτικό των Αιτουμένων Διαταγμάτων και τις συνδυασμένες πρόνοιες του άρθρου 51 του περί Μεταβιβάσεως Νόμου 5/1965 και του άρθρου 80 του περί Ακινήτoυ Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ.224 αλλά και τους Κανονισμούς του 1956 κρίνω ότι τα αιτούμενα διατάγματα προσδιορίζονται επαρκώς. Η Αιτήτρια με τη παρούσα Αίτηση/Έφεση ζητά την ακύρωση της Ειδοποίησης τύπου ΙΕ ημερ. και της απόφασης για εξάλειψης των υποθηκών και μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του Καθ' ου η αίτηση
  2. Ως προκύπτει από την Αίτηση/Έφεση οι λόγοι έφεσης καταγράφονται στο σώμα της Αίτησης σύμφωνα με το τύπο 2 των Κανονισμών. Επίσης συνοδεύεται από ένορκο δήλωση σύμφωνα με τον Κανονισμό 5
(1)και έχουν συνενωθεί όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, ως εκ τούτου ούτε αυτός ο λόγος επίσης ευσταθεί και απορρίπτεται. Ούτε όμως ο ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια έχει απεμπολήσει τα δικαιώματα της και/ή κωλύεται να επικαλεσθεί οποιοδήποτε δικαίωμα προκύπτει από τις συμβάσεις υποθήκης λόγω της αρχής της εγκατάλειψης (waiver of rights) και/ή λόγω ολιγωρίας (laches) και/ή ότι η αίτηση είναι καταχρηστική δεν ευσταθεί. Το ζήτημα της ολιγωρίας ή της καθυστέρησης (laches) στην έγερση της αγωγής δεν μπορεί να εγερθεί ως υπεράσπιση στη παρούσα υπόθεση γιατί πρόκειται για αξίωση που πηγάζει από το Νόμο, δηλαδή το άρθρο 51 του Νόμου και όχι στη βάση του δικαίου της επιείκειας όπου θα μπορούσε να εγερθεί τέτοιο ζήτημα (βλ. ΑΤΗΚ ν. Αντώνη Κλεάνθους
(2013)1 ΑΑΔ 156). Εν πάση περιπτώσει και επί της ουσίας ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί γιατί όπως προκύπτει από τα γεγονότα η παρούσα διαδικασία προωθήθηκε χωρίς καθυστέρηση μετά τη παραλαβή της Ειδοποίησης του Διευθυντή. Επίσης από τα γεγονότα προκύπτει ότι η Εφεσείουσα δεν εγκατέλειψε τα δικαιώματα της που πηγάζουν από τις επίδικες υποθήκες ούτε προέβη σε πράξεις ασυμβίβαστες με τα δικαιώματα της που πηγάζουν από τις συμβάσεις υποθήκευσης. Ως προς το ζήτημα της κατάχρησης που εγείρεται, δεν εντοπίζω από τα γεγονότα της παρούσας, στοιχεία από τα οποία να προκύπτει καταχρηστική ή καταπιεστική συμπεριφορά από μέρους της Εφεσείουσας ούτε εκκρεμεί άλλη παράλληλη διαδικασία, ούτως ώστε να τίθεται θέμα κατάχρησης (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλα
(1995)1 Α.Α.Δ.217) και ως εκ τούτου η παρούσα έφεση δεν είναι καταχρηστική και η αντίθετη θέση των Καθ' ων δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Μετά τη αντιμετώπιση των πιο πάνω προδικαστικών ζητημάτων, προχωρώ να εξετάσω την ουσία της διαφοράς. Έχοντας υπόψη ότι στους λόγους έφεσης της παρούσας Αίτησης Έφεσης περιλαμβάνονται ισχυρισμοί για αντισυνταγματικότητα των σχετικών προνοιών του Νόμου που αφορούν τη παρούσα διαδικασία, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων έχουν διατυπωθεί στην υπόθεση The Board of the Registration of Architects and Civil Engineers v. Κυριακίδη
(1966)3 C.L.R. σελίδα 640 οι οποίες έχουν ως ακολούθως: Ένας νόμος δεν κηρύσσεται αντισυνταγματικός εκτός εάν η αντισυνταγματικότητα του αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας του νόμου, δεν ενδιαφέρεται για τα κίνητρα του νομοθέτη, ούτε για τη σοφία του νομοθέτη ή τη σκοπιμότητα που εξυπηρετεί ο συγκεκριμένος νόμος αλλά μόνο εάν ο συγκεκριμένος νόμος βρίσκεται ή όχι σε αντίθεση με συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη. Εάν η διατύπωση του υπό κρίση νόμου αφήνει περιθώρια ερμηνείας του κατά τρόπο, ώστε να διασώζεται η συνταγματικότητα του νόμου, τότε το Δικαστήριο προτιμά και ακολουθεί αυτό το συγκεκριμένο τρόπο ερμηνείας, προκειμένου να σώσει την ισχύ του συγκεκριμένου νόμου. Θέμα συνταγματικότητας νόμου αποφασίζεται μόνο στη περίπτωση που είναι πραγματικά αναγκαίο, για την επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς, που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως προκύπτει από τους λόγους έφεσης, μέρος αυτών αφορούν τους ισχυρισμούς για αντισυνταγματικότητα των διατάξεων 44ΙΗ έως 44ΚΖ του Μέρους VIB που αφορά Προστασία Αγοραστών του περί Μεταβιβάσεως Νόμου 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 135(Ι0/2015. Ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, οι λόγοι αυτοί μπορούν να εξετασθούν μόνο σε περίπτωση που είναι πραγματικά αναγκαίο για επίλυση της παρούσας διαφοράς. Ως εκ τούτου, θα εξετάσω κατ' αρχήν τον λόγο έφεσης υπό στοιχείο (η) που αφορά ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι η επίδικη απόφαση του Διευθυντή παραβιάζει και/ή έρχεται σε αντίθεση με το Διάταγμα του Δικαστηρίου 26.10.2010 γιατί αν ο πιο πάνω λόγος ευσταθεί τότε δεν τίθεται προς εξέταση οποιοδήποτε θέμα αντισυνταγματικότητας των υπό κρίση προνοιών του Νόμου. Ήταν η θέση της κας Πολυβίου ότι στη παρούσα υπόθεση για τις επίδικες υποθήκες είχε εκδοθεί, εκ συμφώνου, απόφαση υπέρ της τράπεζας και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση 2 εταιρείας καθώς επίσης διάταγμα πώλησης (Τεκμήριο 4 στη ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση) και ο Διευθυντής παραβλέποντας την απόφαση και το Διάταγμα ενεργεί είτε σαν Εφετείο είτε σαν άλλη Δικαστική Αρχή, ακυρώνοντας την προηγηθείσα απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε 26.10.2010 και ως εκ τούτου η επίδικη απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι άκυρη και αυθαίρετη. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι στις επίδικες υποθήκες (Τεκμήρια 1, 2 και 3) υπάρχει αναφορά από τον ενυπόθηκο οφειλέτη (άρθρο 7) ότι «δεν θα δικαιούμαι να μεταβιβάσω τα κτήματα ή οποιοδήποτε τμήμα τους χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της τράπεζας» αλλά και από τον αγοραστή ότι έβαλε γνώση αυτής και ανέλαβε την ευθύνη να αποπληρώσει το τίμημα προς την Τράπεζα (βλ. Τεκμήρια 10Α, 10Β, 11Β). Δηλαδή έρχεται μεταγενέστερα, υπογράφει πωλητήριο, δηλώνει ότι «Ό,τι έχω να πληρώσω θα πληρώσω σε εσάς», δίδει 20 χιλιάδες από ένα τίμημα πώλησης 100 χιλιάδες και τα άλλα 80 τα δίδει στον developer. Επίσης με παραπομπή στη υπόθεση Demetrios Themistocles and Another v. Vassilis Panagi Changari (V.10) 1 C.L.R. 124, εισηγείται ότι όταν ένα Δικαστήριο εκδώσει απόφαση για πώληση ενυπόθηκων ακινήτων, ο Ενάγοντας δικαιούται να πωλήσει όλο το ακίνητο εντός της υποθήκης, δεν μπορούν να αποδεσμευθούν διάφορα ακίνητα επ' αυτής διότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής που εξασφάλισε διάταγμα πώλησης μπορεί να πωλήσει το όλο. Η Καθ' ης 2 η οποία είναι υπό εκκαθάριση, έλαβε γνώση της διαδικασίας, δεν εμφανίζεται στη διαδικασία και δέχεται την αίτηση, επίσης ως εταιρεία που είναι υπό εκκαθάριση δεν μπορεί για αυτή να γίνει μεταφορά υποθήκης κάπου αλλού γιατί μπορεί να θεωρηθεί δόλια μεταβίβαση, με βάση το άρθρο 216 του Κεφαλαίου 113 και οποιαδήποτε πράξη γίνει μεταγενέστερα της εκκαθάρισης, μπορεί να ακυρωθεί. Ήταν η θέση των συνηγόρων των Καθ' ων η αίτηση ότι η απόφαση του Διευθυντή δεν ακυρώνει την απόφαση του Δικαστηρίου, γιατί μπορεί μετά τη μεταβίβαση το μέρος του ακινήτου, το οποίο διατάσσεται από το Δικαστήριο να πλειστηριαστεί, να προχωρήσει κανονικά ο πλειστηριασμός του υπόλοιπου του ακινήτου, δηλαδή μπορεί να προχωρήσει σε μεταβίβαση ενός ακινήτου και να μην ακολουθηθεί η χρονική προτεραιότητα που δίνεται στα εμπράγματα βάρη γιατί δεν είναι συνταγματική επιταγή είναι νομοθετική επιταγή με βάση τον Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο είναι και στην προκειμένη περίπτωση ο νομοθέτης κρίνει ότι για την προστασία των αγοραστών αυτών, δίδεται προτεραιότητα σε τέτοιες αιτήσεις και βάση του Άρθρου 44 ΚΖ του Νόμου μπορεί να εφαρμοστούν οι διατάξεις του μέρους που αφορά την προστασία των αγοραστών, ανεξαρτήτως από οποιεσδήποτε διατάξεις του νόμου του συγκεκριμένου και οποιουδήποτε άλλου νόμου, όπως ο περί Εταιρειών Νόμος ή ο περί Πτωχεύσεως Νόμος. Επίσης ήταν η θέση της κας Τσαγκάρη ότι αν κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση του Διευθυντή σε απόφαση Δικαστηρίου θα πρέπει στη συγκεκριμένη περίπτωση να ακυρωθεί η απόφαση του Διευθυντή και όχι να κριθεί ολόκληρος ο νόμος ως αντισυνταγματικός. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι δεν δίνεται με τις υπό κρίση νομοθετικές διατάξεις κάποια περαιτέρω εξουσία στον Διευθυντή που δεν δινόταν πριν. Ο Διευθυντής δεν αποφασίζει για τις συμβατικές υποχρεώσεις κάποιου διάδικου, υπάρχει απόφαση εναντίον της Καθ' ης η αίτηση 2, η οποία είναι υπό εκκαθάριση και ο Καθ' ου η αίτηση 3 έχει εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Στην υπόθεση Νέο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Κάτω Βαρωσίων Λτδ ν. Διευθυντή Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος Λάρνακας κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 1137 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Από πολύ παλιά (βλ. Abraham Hassidoff v. Paul Antoine-Aristide Santi and others
(1970)1 C.L.R. 220) έχει αποφασιστεί ότι οι κτηματολογικές αρχές είναι αναρμόδιες να επιλύουν περιουσιακές διαφορές κάτω από οποιεσδήποτε διατάξεις νόμου και ότι τα θέματα αυτά θα πρέπει να αποφασίζονται από αρμόδιο δικαστήριο όπως προβλέπεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σχετική με το θέμα που εξετάζουμε είναι και η υπόθεση Παναγιώτας Αλκιβιάδου κ.ά. ν. Κώστα Παντελή Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2133. Στη σελ. 2139 γίνεται αναφορά και στην υπόθεση Αποστόλου ν. Ευθυμίου κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 906, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού προέβηκε σε αναθεώρηση της νομολογίας σχετικά με το θέμα που εξετάζουμε, κατάληξε ότι «η διεκδίκηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτου ιδιοκτησίας ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου της επαρχίας εντός της οποίας κείται το ακίνητο.» Το επίδικο θέμα στη δική μας περίπτωση αφορά «εμπράγματο βάρος» και επομένως ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν ήταν θέμα που θα έπρεπε να ζητηθεί από το Διευθυντή να αποφασίσει και που να υπόκειται σε έφεση βάσει του άρθρου 80 του Κεφ. 224. Το ερώτημα κατά πόσον, ενόψει ισχυριζόμενης παράλειψης των αγοραστών που κατέθεσαν τα πωλητήρια έγγραφα να εγείρουν αγωγή στα χρονικά πλαίσια που θέτει το Κεφ. 232 όπως τροποποιήθηκε με το Ν.51(Ι)/95, αυτό είναι κάτι που οδηγεί σε ακύρωση της κατάθεσης τους στο Κτηματολόγιο, δεν επαφίεται στην κρίση του Διευθυντή αλλά στην κρίση του δικαστηρίου.» Παρά το ότι από τις πρόνοιες του άρθρου 51
(1)του Ν.9/65 και του άρθρου 80 του Κεφ. 224 καθώς και της νομολογίας που παρατίθεται πιο πάνω προκύπτει σαφώς ότι η καταχώριση Αίτησης/Έφεσης αποτελεί κατάλληλη διαδικασία όταν πρόκειται για απόφαση που εκδίδεται είτε στα πλαίσια των διατάξεων του Κεφ. 224 ή των διατάξεων του Ν.9/65, ωστόσο ο Διευθυντής Κτηματολογίου δεν είναι αρμόδιος να επιλύει διαφορές κάτω από οποιεσδήποτε διατάξεις νόμου. Ούτε ο Διευθυντής έχει εξουσία να εμπλακεί στην εξέταση ζητημάτων σχετικά με τη διακρίβωση αστικών δικαιωμάτων ούτε να εκδώσει ειδοποίηση αντίθετη με αποφάσεις Δικαστηρίου και ομοίως το Δικαστήριο, κατά την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή, δεν έχει τέτοια εξουσία. Τα θέματα αυτά πρέπει να αποφασίζονται από αρμόδιο δικαστήριο όπως προβλέπεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και συγκεκριμένα στη βάση καταχωρημένης αγωγής ή έφεσης (βλέπε Abraham Hassidoff v. Paul Antoine-Aristide Santi & others
(1970)1 C.L.R. 220, Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1312, Κραμβιάς και άλλης ν. Θεοδοσίου
(2000)1Α Α.Α.Δ.267, Νέο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Κάτω Βαρωσιών Λτδ ν. Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρικού Τμήματος Λάρνακας και άλλων
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1137 και Σωφρονίου Χρίστου Χατζησωφρονίου αντιπρόσωπος του Αντώνη και Χρυσήλιου Χρήστου Χατζησωφρονίου ν. Δημοσθένους Πολιτική Έφεση 111/2008 ημερομηνίας 20.05.11). Στη παρούσα υπόθεση η θέση της Εφεσείουσας ότι ο Διευθυντής δεν είχε εξουσία να εκδώσει ειδοποίηση αντίθετη με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.10.2010 ευσταθεί. Το παράπονο της Εφεσείουσας ότι με τη παρούσα ειδοποίηση ο Διευθυντής Κτηματολογίου ενήργησε καθ' υπέρβαση εξουσίας, κατά παράβαση της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης ενεργώντας ως Εφετείο χωρίς να του παρέχεται τέτοια εξουσία, είναι δικαιολογημένο. Στη βάση της δικαστικής απόφασης και του Διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 26.10.2010 η Εφεσείουσα είχε δικαίωμα πώλησης ολόκληρου του επίδικου ακινήτου που αφορούσε τις επίδικες υποθήκες (βλ. υπόθεση Demetrios Themistocles and Another v. Vassilis Panagi Changari (ανωτέρω). Έτσι ο Διευθυντής δεν νομιμοποιείτο να επιληφθεί της αίτησης που αμφισβητείται με την παρούσα και κατά συνέπεια ενήργησε κατά παράβαση της εν λόγω απόφασης και του εν λόγω διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση των υποθηκών και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη ενέργεια του είναι άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε αποτελέσματος. Στη παρούσα υπόθεση δεν υπήρχε μια απλή υπόθεση κτηματολογικής φύσεως αλλά ουσιαστική διαφορά με αμφισβήτηση διαφόρων δικαιωμάτων τρίτων προσώπων τα οποία είχαν ήδη επιλυθεί με απόφαση αρμοδίου Δικαστηρίου. Ακόμη όμως και αν η εκδοθείσα απόφαση δεν επίλυσε όλα τα σχετικά επίδικα θέματα ενόψει της πολλαπλότητας και πολυπλοκότητας των θεμάτων που εγείρονται και έχουν σχέση με εφαρμογή διαφόρων νομικών διατάξεων οι οποίες δεν αφορούν μόνο εφαρμογή προνοιών του Περί Μεταβιβάσεως Νόμου, o Διευθυντής δεν είχε δικαίωμα να προχωρήσει στην έκδοση της ειδοποίησης ημερομηνίας 11.02.2016. Σε αυτού του είδους υποθέσεις όπως προβλέπει η σχετική νομολογία (βλέπε υπόθεση Γ. Νικολάου κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
(2003)Α.Α.Δ. 1676) τα εν λόγω επίδικα θέματα απαιτείται όπως επιλυθούν με αγωγή και προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου και ο Διευθυντής δεν νομιμοποιείτο να λάβει την προσβαλλόμενη Απόφαση, η οποία ακυρώνεται. Σε περίπτωση που η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου κριθεί εσφαλμένη και πάλι η απόφαση του Διευθυντή θα πρέπει να ακυρωθεί, λόγω του ότι οι νομοθετικές διατάξεις επί των οποίων η εφεσιβαλλόμενη απόφαση βασίζεται, προσκρούουν στις πρόνοιες του Άρθρου 23 του Συντάγματος γιατί αυτές απολήγουν σε στέρηση της ιδιοκτησίας της Αιτήτριας, χωρίς τη προβλεπόμενη από το Σύνταγμα διαδικασίας και καταβολής δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης και στο άρθρο 26 του Συντάγματος, ως έχει επεξηγηθεί πρωτοδίκως στην Αίτηση/Έφεση 279/16 η οποία αφορά τα ίδια επίδικα θέματα, ημερομηνίας 07.11.2017 σελ.22-52, στην οποία γίνεται πλήρης ανάλυση των πάνω θεμάτων, από την οποία άντλησα καθοδήγηση και τα οποία υιοθετώ και επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσας. Ως προς τα έξοδα της παρούσας, έχοντας υπόψη τα εγειρόμενα θέματα, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η επιδίκαση εξόδων ως εκ τούτου η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ.) Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΙΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.