← Κύπρος

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ κ.α. ν. ΕΥΕΛΘΩΝ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3571/11, 8/11/2017

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ κ.α. ν. ΕΥΕΛΘΩΝ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3571/11, 8/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A312 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3571/11 Μεταξύ:

  1. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ
  2. ΛΟΥΚΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ Ενάγοντες και
  3. ΕΥΕΛΘΩΝ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
  4. ΧΑΡΗΣ ΚΥΝΗΓΟΣ Εναγόμενοι ----------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Νοεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες 1 και 2: κα Ιάσονος και κος Μενελάου Για Εναγόμενο 1 : κος Κόκκινος Για Εναγόμενη 2: κα. Ανδρέου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά αξίωση των δύο εναγόντων κατά των δύο εναγομένων για αποζημιώσεις και απώλειες που προκλήθηκαν, συνέπεια τροχαίου δυστυχήματος. Συμφώνα με την Έκθεση Απαιτήσεως, ο ενάγοντας ήταν ο οδηγός του οχήματος αρ. εγγραφής KVG882, ενώ κατά την ημέρα του δυστυχήματος, 21.07.2009 η ενάγουσα 2, η οποία είναι σύζυγος του ενάγοντα 1, υπήρξε συνοδηγός του οχήματος. Ο εναγόμενος 1 ήταν οδηγός του οχήματος HTZ465 ενώ ο εναγόμενος 2 ήταν οδηγός του οχήματος KSP
  5. Δικογραφημένη θέση του ενάγοντα, ήταν ότι οδηγούσε κατά μήκος του νέου παρακαμπτηρίου δρόμου Τσερίου και πορευόταν κανονικά. Ο εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα του, στον ίδιο παρακαμπτήριο δρόμο αλλά με κατεύθυνση από τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού. Αυτός προσέκρουσε στο προπορευόμενο όχημα, δηλαδή το όχημα ΚSP922, που το οδηγούσε ο εναγόμενος
  6. Στη συνέχεια, το όχημα του εναγόμενου 2 σπρώχθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, εξαιτίας της σύγκρουσης, με αποτέλεσμα να προκληθεί σφοδρή σύγκρουση μεταξύ του οχήματος που οδηγούσε ο ενάγοντας και του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος
  7. Οι αξιώσεις των εναγόντων αφορούν ειδικές αποζημιώσεις, καθώς και αξίωση για γενικές αποζημιώσεις των δύο εναγόντων ως συνέπεια των τραυματισμών που υπέστησαν από το δυστύχημα. Αυτά έχουν ως ακολούθως: «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ/Η ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΝΟΜΙΜΩΝ ΚΑΘΗΚΟΤΩΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΑΡ. 1 (α) Οδηγούσε απρόσεκτα με υπερβολική και/ή υπερβολική υπό τις περιστολές επικίνδυνη ταχύτητα. (β) Παρέλειψε να χρησιμοποιήσει έγκαιρα και/ή καθόλου και/ή avc φρένα του αυτοκινήτου του και/ή οδηγούσε τούτο χωρίς φρένα (γ) Παρέλειψε να έχει την πρέπουσα και/ή οποιαδήποτε παρατήρηση και εποπτεία του δρόμου επί του οποίου οδηγούσε και της εν γένει τροχαίας κίνησης επί τούτου. (δ) Παρέλειψε να αντιληφθεί καθόλου και/ή έγκαιρα το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος αρ. 2 και προπορευόταν και προσέκρουσε στο πίσω μέρος του, με αποτέλεσμα να το σπρώξει δεξιά και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρουστεί με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ενάγοντας. (ε) Παρέλειψε να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα και να προβεί στους κατάλληλους ελιγμούς προς αποφυγή της σύγκρουσης. (στ) Έθεσε τον ενάγοντα προ αιφνίδιου διλήμματος και του αποστέρησε την δυνατότητα να αποφύγει την σύγκρουση. (ζ) Παρέλειψε να τηρεί απόσταση ασφάλειας από το προπορευόμενο του αυτοκίνητο. (η) Προκάλεσε την σύγκρουση του αυτοκινήτου του με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος αρ. 2 με αποτέλεσμα να αποκοπεί η ελεύθερη πορεία του αυτοκινήτου του ενάγοντα. (θ) Δημιούργησε και/ή προκάλεσε την δημιουργία εμποδίου και/ή κινδύνου στον δρόμο και έθεσε σε κίνδυνο την ασφάλεια των άλλων χρηστών του δρόμου. (ι) Γενικά ενήργησε αμελώς και χωρίς την δέουσα φροντίδα και προσοχή. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ/Η ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΝΟΜΙΜΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΑΡ. 2 (α) Οδηγούσε απρόσεκτα με υπερβολική και/ή υπερβολική υπό τις περιστάσεις και/ή επικίνδυνη ταχύτητα. (β) Παρέλειψε να χρησιμοποιήσει έγκαιρα και/ή καθόλου και/ή αποτελεσματικά τα φρένα του αυτοκινήτου του και/ή οδηγούσε τούτο χωρίς φρένα (γ) Παρέλειψε να έχει την πρέπουσα και/ή οποιαδήποτε παρατήρηση και εποπτεία του δρόμου επί του οποίου οδηγούσε και της εν γένει τροχαίας κίνησης επί τούτου. (δ) Παρέλειψε να αντιληφθεί καθόλου και/ή έγκαιρα το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ενάγοντας από την αντίθετη κατεύθυνση και επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο του αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος αρ.
  8. (ε) Προσπέρασε με επικίνδυνο τρόπο το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος αρ. 1 και όταν αντιλήφθηκε την εγγύτητα στην οποία ήταν στην αντίθετη κατεύθυνση το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ενάγοντας αρ.1 , μπήκε απότομα μπροστά από το αυτοκίνητο του εναγόμενου αρ. 1 ο οποίος δεν πρόλαβε να τον αποφύγει και προσέκρουσε στο πίσω μέρος του , με αποτέλεσμα να το σπρώξει δεξιά και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρουστεί με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ενάγοντας αρ.
  9. (ε) Παρέλειψε να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα και να προβεί στους κατάλληλους ελιγμούς προς αποφυγή της σύγκρουσης. (στ) Έθεσε τον ενάγοντα αρ.1 προ αιφνίδιου διλήμματος και του αποστέρησε την δυνατότητα να αποφύγει την σύγκρουση. (ζ) Επεχείρησε να προσπεράσει με επικίνδυνο τρόπο (η) Παρέλειψε να οδηγεί το αυτοκίνητο του επί της ορθής πλευράς του οδοστρώματος. (θ) Προκάλεσε την σύγκρουση του αυτοκινήτου του με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος αρ. 1 με αποτέλεσμα να αποκοπεί η ελεύθερη πορεία του αυτοκινήτου του ενάγοντα. (ι) Δημιούργησε και/ή προκάλεσε την δημιουργία εμποδίου και/ή κινδύνου στον δρόμο και έθεσε σε κίνδυνο την ασφάλεια των άλλων χρηστών του δρόμου. (κ) Γενικά ενήργησε αμελώς και χωρίς την δέουσα φροντίδα και προσοχή. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΣΩΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΩΝ ΒΛΑΒΩΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ ΑΡ.1 (α) Οξεία κεφαλαλγία (β) Μετατραυματικό σοκ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ ΑΡ. 1 (α) Ζημία αυτοκινήτου KVG 882 €24.000,00 (το αυτοκίνητο του ενάγοντα συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος καταστράφηκε ολοσχερώς, η προ του ατυχήματος αξία του ήταν €24.000,00 και η αξία του εναπομείναντος € 2.000,00 (β) Έξοδα εκτίμησης€195,50 (γ) Αστυνομική έκθεση€ 85,00 (δ) Έξοδα μεταφοράς αυτοκινήτου KVG 882€ 85.30 (ε) Ιατρικά Έξοδα/ Εξετάσεις€200,00 (στ) Απώλεια Επιδόματος Βάρδιας€500,00 Σύνολο Ειδικών Ζημιών Ενάγοντα αρ. 1€ 25.065,80 ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΣΩΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΩΝ ΒΛΑΒΩΝ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΑΡ.2 (α) Κάταγμα 10ης πλευράς (β) Θλαστικά τραύματα, εκδορές και μώλωπες (β) Μετατραυματικό σοκ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΑΡ.2 (α) Ιατρικά Έξοδα/Εξετάσεις€ 400,00 (β) Απώλεια Επιδόματος Βάρδιας€ 1500,00 (γ) Απώλεια ενός ζευγαριού γυαλιών ηλίου GUCCI€ 250,00 Σύνολο Ειδικών Ζημιών Ενάγουσας αρ.2€ 2150,00
  10. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να αποζημιώσουν τους ενάγοντες για τις σωματικές βλάβες και τις ειδικές ζημιές που τους προξένησαν. Ενόψει των ανωτέρω, ο ενάγοντας αρ.1 αξιώνει από τους εναγόμενους αρ.1 και αρ.2 ομού και/ή κεχωρισμένα: Α) Γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, πόνους και ταλαιπωρίες. Β) €25.065.80 ειδικές αποζημιώσεις. Γ) Νόμιμους τόκους από την ημερομηνία του ατυχήματος». Κατά την ακροαματική διαδικασία έγινε παραδεκτό ότι oι ειδικές ζημιές του ενάγοντα 1 επί πλήρους ευθύνης των εναγόμενων για το δυστύχημα είναι το ποσό των €200,00 ενώ για την ενάγουσα 2 το ποσό των €400,
  11. Με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας η κα Ιάσωνος περιόρισε την απαίτηση της στο ποσό των €500,00 για τον ενάγοντα 1 και στο ποσό των €1.000,00 για την ενάγουσα 2 σε σχέση με την αξίωση των εναγόντων για απώλεια μισθών υπερωριών κατά το διάστημα που δεν εργάζονταν. Οι δύο εναγόμενοι καταχώρησαν ξεχωριστή υπεράσπιση στην αγωγή. Περαιτέρω, εκδόθηκε από το Δικαστήριο διαταγή και οδηγίες να ακολουθηθεί η διαδικασία συνεναγομένου, ώστε να κατανεμηθεί η ευθύνη για το δυστύχημα μεταξύ των δύο εναγόμενων, και διά να υπάρχει συνεισφορά μεταξύ των δύο συνεναγομένων στην περίπτωση που κριθούν υπόλογοι των ζημιών των εναγόντων καθώς και για να κριθεί το ποσοστό καταμερισμού της ευθύνης για το δυστύχημα μεταξύ των δύο εναγομένων. Δικογραφημένη υπεράσπιση του εναγόμενου 1 περιέχεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης του ως ακολούθως: «
  12. Ο Εναγόμενος 1 αναφορικά με το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων 1 και 2 παραδέχεται μόνο ότι κατά/ή περί την 21/7/09 οδηγούσε το όχημα του υπ' αρ. εγγραφής ΗΤΖ465 κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας-Λεμεσού με κατεύθυνση το Τσέρι και αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των Εναγόντων 1 και 2 και καλεί αυτούς σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι στις 21/7/09 οδηγούσε νόμιμα και κανονικά το αυτοκίνητό του με αριθμούς εγγραφής ΗΤΖ465 κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας-Λεμεσού με κατεύθυνση το Τσέρι. Το όχημα υπ' αρ. εγγραφής KSP922 με οδηγό τον Εναγόμενο 2 το οποίο προπορευόταν του οχήματος του Εναγομένου 1, αμελώς και/ή επικινδύνως και/ή κατά παράβαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του, ανέπτυξε ταχύτητα επιχειρώντας να προσπεράσει άγνωστο όχημα μπήκε στην δεξιά λωρίδα χωρίς να δει το όχημα του Ενάγοντα 1 υπ' αρ. εγγραφής KVG822 που οδηγείτο με υπερβολική ταχύτητα από απέναντι στην αντίθετη κατεύθυνση και στην προσπάθεια του να μπει ξανά στην αριστερή λωρίδα μπροστά από το όχημα του Εναγομένου 1, έστριψε απότομα αριστερά με αποτέλεσμα να φράξει την πορεία του Εναγομένου 1 και να προκαλέσει δυστύχημα. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 αρνείται ότι το εν λόγω δυστύχημα οφείλεται σε οποιαδήποτε αμέλειά του και/ή παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων του. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας 1 και ο Εναγόμενος 2 κατά την δεδομένη στιγμή του ατυχήματος, είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για το εν λόγω δυστύχημα». Δικογραφημένη υπεράσπιση του εναγόμενου 2 είναι ότι το δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια του εναγόμενου
  13. Ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 1 προσέκρουσε στο πίσω μέρος του οχήματος του, με αποτέλεσμα να τον σπρώξει δεξιά, ώστε να εισέρθει στο αντίθετο ρεύμα της κυκλοφορίας.
  14. Γενικοί Κανόνες Αξιολόγησης της μαρτυρίας Σε σχέση με την αιτία πρόκλησης των δύο ατυχημάτων έχουν προβληθεί δύο αντικρουόμενες εκδοχές. Η εκδοχή που έχει προβάλει ο εναγόμενος 1 είναι ότι συγκρούστηκε με το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 2 όταν αυτός επιχείρησε να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα. Επειδή υπήρχε όχημα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ο εναγόμενος 2 επέστρεψε απότομα στην δική του την λωρίδα με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία του εναγόμενου
  15. Η εκδοχή που έχει προβάλει ο εναγόμενος 2 είναι ότι ξαφνικά ενώ οδηγούσε κανονικά ως η πορεία του, κτυπήθηκε στο πίσω μέρος του οχήματος του από το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος
  16. Από την σύγκρουση αυτή σπρώχθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα που οδηγούσε ο ενάγοντας. Δια να διαπιστώσω ποια εκδοχή ήταν η ορθή άκουσα την μαρτυρία των εναγόντων 1 και 2, εναγομένων 1 και 2, της αστυνομικού εξέταση της υπόθεσης καθώς και μαρτυρία της λειτουργού της ασφαλιστικής εταιρείας που ασφάλισε το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος
  17. Κάθε ένας από τους πιο πάνω έδωσε μαρτυρία ενόρκως. Έχω αξιολογήσει την μαρτυρία όλων των μαρτύρων ειδικά και συγκεκριμένα. Γενικά έλαβα υπόψη και τους ακόλουθους παράγοντες αξιολόγησης της μαρτυρίας.
  18. Αξιολόγησα την μαρτυρία του κάθε μάρτυρα τόσο για το αξιόπιστο της μαρτυρίας του όσο και για την βαρύτητα που θα έπρεπε να προσδώσω στην συγκεκριμένη μαρτυρία.
  19. Έλαβα υπόψη μου κάθε στοιχείο της υπόλοιπης μαρτυρίας που τείνει να επιβεβαιώνει ή να διαψεύδει την μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα.
  20. Έλαβα υπόψη μου την ικανότητα και την ευκαιρία του κάθε μάρτυρα να γνωρίζει, να δει και να ακούσει εκείνο που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει, είδε και άκουσε.
  21. Έλαβα υπόψη την ικανότητα να θυμάται και να μεταφέρει δια ζώσης εκείνο ή εκείνα τα σημεία για τα οποία έδωσε μαρτυρία.
  22. Έλαβα υπόψη μου τον χαρακτήρα και την ποιότητα της μαρτυρίας καθώς και την συμπεριφορά του μάρτυρα στο εδώλιο του μάρτυρα.
  23. Έλαβα υπόψη μου την ύπαρξη ή την μη ύπαρξη προκατάληψης, συμφέροντος ή άλλο κίνητρο που μπορεί να είχε ο μάρτυρας να ισχυριστεί εκείνα για τα οποία έδωσε μαρτυρία.
  24. Έλαβα υπόψη και προηγούμενες δηλώσεις συνεπής ή αντιφατικές με την μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα.
  25. Μαρτυρία της αστυνομικού που εξέτασε την σκηνή του δυστυχήματος. Η γυναίκα αστυφύλακας 3689, η ΜΕ1, κλήθηκε στην σκηνή του δυστυχήματος γύρω στις 6.10μ.μ., και βρήκε τα τρία εμπλεκόμενα οχήματα του δυστυχήματος στις τελικές τους θέσεις ως εμφαίνεται στο σχεδιαγράφημα που ετοίμασε τεκμήριο
  26. Ήταν θέση της ότι τα δύο σημεία σύγκρουσης του δυστυχήματος υποδεικνύονται στο τεκμήριο 5 ως «χ» (σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων HTZ 465-KSP922 εναγομένου 1 και 2) και «x1» (σύγκρουση μεταξύ οχημάτων KSP922 -KVG 882 εναγόμενου 2 και ενάγοντα 1). Ζημιές του οχήματος που οδηγούσε ο ενάγοντας 1 εντοπιστήκαν στο μπροστινό δεξιό μέρος. Ζημιές του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 εντοπίστηκαν στο μπροστινό δεξιό μέρος του προφυλακτήρα και φτερό. Τέλος, ζημιές του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 2 εντοπίστηκαν στο μπροστινό μέρος ολόκληρο και πίσω αριστερό μέρος του προφυλακτήρα. Η μάρτυρας δεν εντόπισε ίχνη τροχοπέδησης που άφησε ο εναγόμενος 1 στη σκηνή του δυστυχήματος. Συμφώνησε ότι το σημείο σύγκρουσης «χ» θα μπορούσε να είναι πιο αριστερά και φαίνεται να είναι 5.10 μέτρα από την άκρη του δρόμου σε δρόμο που έχει συνολικό πλάτος 7.40 μέτρα. Όμως, επειδή δεν διαπίστωσε γυαλιά ή άλλα κατάλοιπα της σύγκρουσης στο συγκεκριμένο σημείο, θα μπορούσε το σημείο σύγκρουσης να είναι και πιο αριστερά του δρόμου, ως η πορεία του εναγόμενου. Η ΜΕ1 δεν εξήγησε πως ήταν σε θέση να εντοπίσει τα δύο σημεία σύγκρουσης επί της ασφάλτου εφόσον ως προκύπτει από την αστυνομική έκθεση τεκμήριο 1 διενήργησε εξετάσεις και διαπίστωσε τα δύο σημεία σύγκρουσης στην απουσία των ενεχόμενων οδηγών. Στην αστυνομική έκθεση είχε καταγράψει ότι εντόπισε τα σημεία σύγκρουσης από ίχνη στην άσφαλτο χωρίς όμως να προσδιορίσει ενόρκως ποια ήταν τα ίχνη που εντόπισε. Η έκθεση δεν περιέχει καμία αιτιολογία για να εξηγήσει τους λόγους που την οδήγησαν να κατηγορήσει τον εναγόμενο 1 για το δυστύχημα. Σε ερώτηση του κ. Κόκκινου κατά πόσο ο εναγόμενος 2 ήταν κατά τον χρόνο της σύγκρουσης, δεξιότερα της λωρίδας κυκλοφορίας του απάντησε «Πιθανόν». Περαιτέρω, εξέφρασε την άποψη ότι η δεύτερη σύγκρουση που επήλθε μεταξύ του οχήματος του ενάγοντα 1 και του εναγόμενου 2 ήταν πλαγιομετωπική. Δηλαδή ήταν θέση της ότι συγκρούστηκαν οι δεξιές γωνίες των οχημάτων. Εξήγησε ότι το όχημα των εναγόντων συγκρούστηκε με τη δεξιά μπροστινή γωνιά του οχήματος του εναγόμενου
  27. Σε σχέση με την ταχύτητα των τριών οχημάτων πριν την σύγκρουση, δεν ήταν σε θέση να εκφέρει οποιαδήποτε γνώμη. Συμφώνησε ότι εξαιτίας της έκτασης των ζημιών των οχημάτων και τις τελικές τους θέσεις ότι η δεύτερη σύγκρουση μεταξύ του οχήματος του ενάγοντα 1 και του εναγόμενου 2, υπήρξε πιο σφοδρή από την πρώτη σύγκρουση μεταξύ του οχήματος του εναγόμενου 1 και του εναγόμενου
  28. Συμφώνησε ότι η εκδοχή του εναγόμενου 1, ότι η πρώτη σύγκρουση είχε επέλθει επειδή ο εναγόμενος 2 επιχείρησε να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα, και ότι ο εναγόμενος 1 έτσι το αντιλήφθηκε με αποτέλεσμα να κλείσει την απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων, είναι εκδοχή που δεν μπορεί να αποκλεισθεί με την υπάρχουσα πραγματική μαρτυρία. Παρόλο που δεν μπορούσε η μάρτυρας να αποκλείσει την συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων ήταν εισήγηση της όπως διωχθεί μόνο ο εναγόμενος 1 ως υπαίτιος για την πρόκληση του δυστυχήματος.
  29. Μαρτυρία των εναγόντων Το ζεύγος των εναγόντων στο όχημα KVG882 επανέλαβαν τις εκδοχές τους, ως αυτές είχαν προβληθεί στις αστυνομικές τους καταθέσεις. Αυτές οι καταθέσεις λήφθηκαν κατά ή περί τα τέλη Ιουλίου
  30. Η ενάγουσα 2, η οποία ήταν συνοδηγός ανέφερε ότι ο σύζυγος της οδηγούσε το όχημα και ακολουθούσε την κανονική τους πορεία ευθεία προς την κατεύθυνση Οδού Τέυκρου Ανθία. Δεν υπήρχε άλλο προπορευόμενο όχημα ως η πορεία τους ενώ στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας υπήρχε πυκνή κίνηση. Ξαφνικά ενώ οδηγούσε ο σύζυγος της κανονικά, ως η πορεία τους, και χωρίς να αντιληφθεί την ύπαρξη άλλου οχήματος από την αντίθετη κατεύθυνση συγκρούστηκε πάνω στο όχημα τους το όχημα του εναγόμενου
  31. Κατά την αντεξέταση η μάρτυρας εξήγησε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα ορατότητας ως η πορεία τους επειδή ο ήλιος ήταν πίσω τους. Επίσης, συμφώνησε με την τελική θέση του οχήματος KVG882 ως το τεκμήριο 5 αλλά δεν μπορούσε να εκφέρει άποψη για τις τελικές θέσεις των υπολοίπων εμπλεκόμενων οχημάτων. Εξαιτίας της σφοδρότητας της σύγκρουσης τραυματίσθηκε και εγκλωβίστηκε μέσα το όχημα. Κατέφθασε βοήθεια για να απεγκλωβιστεί από το όχημα και μεταφέρθηκε από την σκηνή του δυστυχήματος με ασθενοφόρο. Δεν θυμάται να είδε το όχημα του εναγόμενου 2 πριν τη σύγκρουση να προσπερνά προπορευόμενο όχημα . Η μοναδική της μνήμη είναι ένα όχημα τύπου Suzuki να συγκρούεται βίαια και μετωπικά με το δικό τους όχημα. Ούτε και μπορούσε να θυμάται και να επιβεβαιώσει κατά πόσο είχε όχημα κόκκινο διπλοκάμπινο που επιχειρούσε να στρίψει δεξιά στην αντίθεση λωρίδα κυκλοφορίας. Απέρριψε ως ενδεχόμενο ο σύζυγος της να οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και/ή κατά παράβαση του ορίου ταχύτητας. Εκείνη την ώρα πήγαιναν για επίσκεψη σε φιλικό σπίτι. Δεν υπήρχε λόγος βιασύνης και έτσι η ταχύτητα τους υπήρξε κανονική. Συμφώνησε όμως, ότι η τελική θέση του οχήματος KVG882 ήταν πολύ πιο μακριά από το σημείο σύγκρουσης. Εξαιτίας της σφοδρότητας της σύγκρουσης η ενάγουσα 2 υπέστη «σοκ». Πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα να συνέλθει από το ψυχολογικό τραύμα της σύγκρουσης με αποτέλεσμα να διακόπτεται ο ύπνος της και να αντιμετωπίζει δυσκολία κατά την οδήγηση. Σε σχέση με παθολογικής φύσεως τραύματα, ανέφερε ότι είχε υποστεί κάταγμα του 10ου πλευρού. Αυτό διαγνώσθηκε επειδή είχε έντονο πόνο στην κοιλία και στη συνέχεια έκανε εξέταση υπέρηχου βάσει του οποίων εκτιμήθηκε ότι είχε πράγματι υποστεί κάταγμα των πλευρών. Δεν έκανε εξέταση MRI για να εξακριβωθεί το κάταγμα καθώς ο ιατρός της επιβεβαιώθηκε για τη διάγνωση από τα κλινικά του ευρήματα και την εξέταση υπερήχου. Επειδή ο ιατρός του ήταν βέβαιος για τη διάγνωση δεν ήθελε να υποβληθεί σε μεγάλη ακτινοβολία με εξέταση MRI προκειμένου να επιβεβαιωθεί η διάγνωση. Σε σχέση με ειδικές ζημιές ανέφερε ότι κατά τον ένα μήνα διάστημα που ήταν με άδεια ασθενείας δεν ελάμβανε επίδομα βάρδιας που συμπληρώνει το μηναίο της εισόδημα ως νοσηλεύτρια. Ανέφερε ότι εκτελούσε βάρδιες συστηματικά σε καθορισμένα χρονικά διαστήματα. Όμως οι ενάγοντες δεν απέδειξαν επακριβώς πως λογίζεται το επίδομα βάρδιας ώστε να υπολογίσω πως προκύπτει αυτή η σταθερή πηγή εισοδημάτων. Το μόνο βοηθητικό που ανέφερε η ενάγουσα γι' αυτό το ζήτημα είναι ότι συνήθως εργάζεται τουλάχιστον 10 βάρδιες σε απογευματινές ώρες και νυχτέρια, ώστε να συμπληρωθεί το μηναίο ποσό του επιδόματος βάρδιας. Ο ενάγοντας 1, ανέφερε ότι είδε πρώτα την σύγκρουση των δύο οχημάτων του εναγόμενου 1 και
  32. Δηλαδή, είδε το όχημα του εναγόμενου 1 να συγκρούεται με το προπορευόμενο όχημα το όχημα KSP922 του εναγόμενου 2 στο πίσω μέρος του οχήματος. Ως αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης, το όχημα του εναγόμενου μετατοπίσθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το δικό του όχημα. Το δικό του όχημά δέχθηκε την σύγκρουση στο μπροστινό και δεξιό του μέρος. Είδε την πρώτη σύγκρουση σε απόσταση 10 μέτρων. Δεν είδε το όχημα του εναγόμενου 2 να επιχειρεί να προσπερνά προπορευόμενο όχημα πριν την πρώτη σύγκρουση με τον εναγόμενο
  33. Ούτε και άκουσε πάτημα των φρένων πριν την σύγκρουση. Άκουσε και είδε μόνο την πρώτη σύγκρουση και αμέσως μετά επισυνέβη και η δεύτερη σύγκρουση. Επεξήγησε ότι δεν οδηγούσε με ταχύτητα πέραν των 50 ΧΑΩ, ενώ το όριο ταχύτητας στην περιοχή είναι 65ΧΑΩ . Ο δρόμος ως η πορεία του ήταν καθαρός. Συμφώνησε ότι τελική θέση του οχήματός του ήταν μακριά από το σημείο σύγκρουσης Χ
  34. Δηλαδή, η τελική θέση ήταν κατά αριστερά του δρόμου σε ένα χαντάκι σε απόσταση. Επίσης, διευκρίνισε ότι δεν πάτησε φρένο ως αντίδραση διότι ήταν αναπάντεχη η σύγκρουση με το όχημα του εναγόμενου
  35. Σε σχέση με τα τραύματα του ανέφερε ότι δεν υπέστη μόνιμα τραύματα παρά μόνο μώλωπες και εκδορές. Εξήγησε ότι λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης υπέστη «σοκ» και του χορηγήθηκε άδεια ασθενείας από τις 23 Ιουλίου μέχρι 6 Αυγούστου. Ως συνέπεια της άδειας ασθενείας απώλεσε μέρος των απολαβών του ως νοσηλευτής, επειδή δεν εργάσθηκε για να εισπράξει επίδομα βάρδιας. Δεν εντοπίζω ουσιώδεις αντιφάσεις στην μαρτυρία των εναγόντων σε σχέση με την αρχική τους εκδοχή. Ούτε παρατήρησα να υπάρχουν αντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας των δυο εναγόντων. Η μαρτυρία τους ως προς τις αποζημιώσεις που διεκδικούν, τεκμηριώνεται με έγγραφη μαρτυρία. Η εκδοχή τους για την αιτία του δυστυχήματος συγκλίνει με την πραγματική μαρτυρία. Γενικά μου έκαναν καλή εντύπωση και τους κρίνω αξιόπιστους μάρτυρες.
  36. Μαρτυρία του εναγόμενου 1 Αυτά τα οποία ανέφερε ο εναγόμενος 1 ενόρκως δεν διαφέρουν ουσιωδώς από αυτά που είπε στην κατάθεση του. Όμως ενόρκως αναφέρθηκε σε λεπτομέρειες γεγονότων του δυστυχήματος που απουσιάζουν από την αστυνομική κατάθεση που έδωσε τον Ιούλιο
  37. Η θέση του ενόρκως ήταν ότι υπήρχε πυκνή κυκλοφορία κίνησης ως η πορεία του. Το προπορευόμενο όχημα, ως η πορεία του ήταν ψηλό όχημα με αποτέλεσμα να μην έχει ορατότητα σε σχέση με την κίνηση πιο μπροστά από το προπορευόμενο όχημα. Δεν αρνήθηκε ότι απέναντι του ήταν και ο ήλιος. Όμως σε αντίθεση με την αστυνομική του κατάθεση ανέφερε ότι το πραγματικό πρόβλημα στην όραση του ήταν το ψηλό προπορευόμενο όχημα. Είδε το όχημα του εναγόμενου να επιχειρεί να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα χρώματος άσπρου. Σ' αυτό το όχημα ήταν κάποιος ηλικιωμένος που οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα κάτω των 50ΧΑΩ. Την ίδια ώρα που επιχείρησε να προσπεράσει ο εναγόμενος 2 ερχόταν όχημα από απέναντι. Στη συνέχεια επανήλθε γρήγορα στην λωρίδα του παράλληλα πατώντας φρένο για να αποφύγει σύγκρουση με το προπορευόμενο όχημα του ηλικιωμένου. Ο εναγόμενος 1, κατά το χρόνο που επιχείρησε ο εναγόμενος 2 να προσπεράσει, κάλυψε την απόσταση μεταξύ τους και έτσι την ώρα που ο εναγόμενος 2 επανήλθε στη λωρίδα του δεν υπήρχε η απαιτούμενη απόσταση μεταξύ τους ώστε να αποφύγει την σύγκρουση. Ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι είχε πατήσει φρένα προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση με τον εναγόμενο
  38. Στην αστυνομική του κατάθεση ανακρίθηκε ως ύποπτος και του δόθηκε προειδοποίηση. Στην κατάθεση ανέφερε ότι η απόσταση του από το όχημα του εναγόμενου 2, ήταν κατά τον χρόνο της σύγκρουσης 15 μέτρα. Δεν ανέφερε στην κατάθεση του ότι είχε καλύψει την απόσταση με το προπορευόμενο όχημα κατά το χρόνο που επιχείρησε ο εναγόμενος 2 να προσπεράσει. Αλλά και ούτε ανέφερε στην κατάθεσή του ότι πάτησε φρένα προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση. Ήταν θέση του ότι η αστυνομικός δεν είχε κάνει καλά την δουλειά της επειδή δεν έλεγξε για ίχνη τροχοπέδησης στη σκηνή εξαιτίας της πυκνής κίνησης. Από την άλλη όμως ούτε και ο εναγόμενος 1 της είχε πει στην κατάθεση του ότι φρέναρε ώστε αυτή να μπορέσει να εξετάσει αυτή την εκδοχή των γεγονότων. Τέλος, κατά την αστυνομική του κατάθεση διαφώνησε με το σημείο σύγκρουσης Χ1, και ανέφερε ότι η σύγκρουση είχε γίνει στο κέντρο του δρόμου. Περαιτέρω, στην κατάθεσή του δεν ανέφερε οτιδήποτε για το άσπρο όχημα του ηλικιωμένου, ούτε ανέφερε οτιδήποτε για άλλο οδηγό που ήταν στην σκηνή του δυστυχήματος και είχε δει τον εναγόμενο 2 να επιχειρεί να προσπεράσει. Ούτε ανέφερε στην κατάθεση του ότι κάποιος είπε στους ηλικιωμένους να αποχωρήσουν από την σκηνή του δυστυχήματος. Πραγματική μαρτυρία που τείνει να καταδείξει ότι τα δύο οχήματα των εναγόμενων 1 και 2 δεν ήταν ευθυγραμμισμένα κατά την πρώτη σύγκρουση είναι οι ζημιές των δύο οχημάτων. Η ζημιά στο όχημα του εναγόμενου 1 ήταν στο δεξί μπροστινό μέρος ενώ οι ζημιές του εναγόμενου 2 από την πρώτη σύγκρουση σημειώνονται στο αριστερό πίσω μέρος του οχήματος (βλ. τεκμήριο 1 αστυνομική έκθεση). Επίσης, ανέφερε ότι μετά το δυστύχημα είχε την ευκαιρία να δει τις τελικές θέσεις των οχημάτων. Το όχημα του εναγόμενου 2 βρέθηκε πίσω του προς την πλευρά του αυτοκινητόδρομου ενώ το όχημα των εναγόντων ήταν εκτός του δρόμου πιο κάτω στα αριστερά. Ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι είδε το όχημα του εναγόμενου 2 να περνά από δίπλα του αφού συγκρούστηκε με το όχημα που οδηγούσε ο ενάγοντας
  39. Συνεπώς, παρά την ύπαρξη κάποιων αντιφάσεων στην εκδοχή του έχει δίκαιο ότι εάν τα πράγματα είχαν γίνει όπως τα ανάφερε ο εναγόμενος 2 στην κατάθεση του η τελική θέση του οχήματος του εναγόμενου 2 δεν θα ήταν πιο πίσω από το όχημα του εναγόμενου
  40. Κατά την αντεξέταση συμφώνησε ότι είχε καταδικαστεί για αμελής οδήγηση σε ποινικό Δικαστήριο . Επίσης, συμφώνησε με το σημείο Χ σε σχέση με την πρώτη σύγκρουση.
  41. Η υπόλοιπη μαρτυρία που προσκόμισε ο εναγόμενος 1 Η υπεράσπιση του εναγόμενου 1 κατέθεσε το τεκμήριο 24 έκθεση του λειτουργού παροχής βοήθειας Rescueline που ετοιμάσθηκε κατά τον χρόνο του δυστυχήματος. Σύμφωνα με την Αλεξία Μυράχη ΜΥ2 για τον εναγόμενο 1 αυτή η έκθεση καταχωρήθηκε στο ηλεκτρονικό σύστημα των Γενικών Ασφαλειών της Τράπεζας Κύπρου κατά το χρόνο που έγινε το δυστύχημα. Σύμφωνα με την μαρτυρία της Αλεξίας Μυραχή, αυτή είναι η έκθεση που ετοίμασε ο λειτουργός και την καταχώρησε στο σύστημα κατά τον επίδικο χρόνο του δυστυχήματος, ήτοι Ιούλιο του
  42. Στην έκθεση επαναλαμβάνεται η εκδοχή του εναγόμενου 1 ότι ο εναγόμενος επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο όχημα από δεξιά και επανήλθε απότομα στην πορεία του με αποτέλεσμα να προκληθεί η πρώτη σύγκρουση. Λαμβάνω υπόψη μου ότι ο λειτουργός κατέγραψε εκδοχή των γεγονότων συνεπής με την εκδοχή που πρόβαλε ο εναγόμενος 1 στο Δικαστήριο. Αυτό καταδεικνύει ότι ο εναγόμενος 1 δεν πρόβαλε αυτή την εκδοχή εκ των υστέρων αλλά από την αρχή ήταν θέση του ότι η πρώτη σύγκρουση προκλήθηκε επειδή ο εναγόμενος 2 επιχείρησε να προσπεράσει από τα δεξιά. Αυτό έχει κάποια σημασία για την αξιοπιστία του εναγόμενου 1, έστω και μικρή, διότι καταδεικνύει συνέπεια σε σχέση με την αρχική του εκδοχή. Αναφορικά με την έκθεση του Χρίστου Χατζηχριστοδούλου τεκμήριο 23 πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία. Λαμβάνω υπόψη μου τους παράγοντες που καθορίζονται στον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9 για την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας ως ακολούθως : Αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας 27.-

(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: (α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση· (β) το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται· (γ) το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού· (δ) κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα· (ε) κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι· (στ) το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση· (ζ) κατά πόσο η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση· (η) κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία, φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας». Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη μου ότι σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΥ2 για τον εναγόμενο 1 αυτή είναι η πρωτότυπή έκθεση που ετοίμασε ο κ. Χατζηχριστοδούλου για το δυστύχημα τότε. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι ο συντάκτης αυτής της έκθεσης έχει αποβιώσει και ότι στο γραφείο του δεν υπήρχε τότε άλλο πρόσωπο που θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τις ενέργειες που έκανε τότε για να διερευνήσει τα αιτία του δυστυχήματος. Σημαντικά του ευρήματα που θα διαφώτιζαν το Δικαστήριο σε σχέση με την αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος, είναι οι εξετάσεις που έκανε στην σκηνή του δυστυχήματος όπου διαπίστωσε ότι το όχημα του εναγόμενου 1, ΗΤΖ465, άφησε εννέα μέτρα ίχνη τροχοπέδησης πριν το πρώτο σημείο σύγκρουσης. Άλλο σημαντικό στοιχείο είναι ότι είχε μιλήσει με τον εναγόμενο 2 και ότι αυτός του παραδέχτηκε ότι αποπειράθηκε να προσπεράσει προπορευόμενο αυτοκίνητο και όταν είδε από απέναντι του να πλησιάζει το όχημα των εναγόντων επανήλθε κανονικά στην αριστερή πλευρά του δρόμου με αποτέλεσμα να κτυπήσει στο όχημα του εναγόμενου
  1. Επίσης, κατέγραψε δήλωση μάρτυρα στη σκηνή του δυστυχήματος ο οποίος είδε από το καθρεφτάκι του το όχημα του εναγόμενου 2 που επιχείρησε να προσπεράσει. Λαμβάνω υπόψη μου ότι δεν υπήρχε μεμπτό κίνητρο μη παρουσίασης του μάρτυρα που ετοίμασε την δήλωση. Με έπεισε η ΜΥ2 για τον εναγόμενο 1 ότι αυτή η έκθεση ετοιμάσθηκε τότε όταν έγινε το δυστύχημα και ότι ο μόνος λόγος που δεν μπορούσε να καταθέσει την έκθεση ο μάρτυρας που την συνέταξε είναι επειδή απεβίωσε. Δεν θα βασιστώ σ' αυτή την έκθεση για να καταλήξω σε θετικές διαπιστώσεις επί των γεγονότων όμως κρίνω ότι η παρουσίαση αυτής της έκθεσης προσθέτει και διευκολύνει την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη μου ότι ο εναγόμενος 1 είχε αναφέρει από την ίδια ημέρα του δυστυχήματος ότι ο εναγόμενος 2 επιχείρησε προηγουμένως να προσπεράσει από τα δεξιά. Προκύπτει από την υπάρχουσα πραγματική μαρτυρία της υπόθεσης ότι η δεύτερη σύγκρουση υπήρξε σφοδρή, με αποτέλεσμα το όχημα των εναγόντων να μετακινηθεί μακριά πέραν του αριστερού παγκέτου. Το όχημα του εναγόμενου 2 βρέθηκε πίσω από την τελική θέση του οχήματος του εναγόμενου και γύρισε 180 μοίρες κατά την σύγκρουση ώστε στο μπροστινό μέρος του οχήματος να κοιτάζει ανάποδα. Ζημιές στο πίσω μέρος του οχήματος του εναγόμενου 2 ήταν στο αριστερό πίσω μέρος και το σημείο σύγκρουσης της πρώτης σύγκρουσης είναι στην λωρίδα του αλλά πιο δεξιά όχι στο κέντρο της λωρίδας. Κατά την αντεξέταση η αστυνομικός ανέφερε ότι δεν μπορούσε να αποκλείσει με βάση την πραγματική μαρτυρία της υπόθεσης την εκδοχή των γεγονότων που προέβαλε ο εναγόμενος 1 στο Δικαστήριο και στην κατάθεση του. Όταν ανέκρινε τους δυο οδηγούς τους ανέκρινε και τους δυο ως υπόπτους. Δεν έκανε καμία έρευνα για να διαπιστώσει γιατί οι τελικές θέσεις των οχημάτων ήταν τόσο μακριά από το σημείο σύγκρουσης, ώστε να εξηγηθεί πως το όχημα του εναγόμενου 2 βρέθηκε πιο πίσω από το όχημα του εναγόμενου
  2. Δεν με έπεισε η αστυνομικός στη σκηνή του δυστυχήματος ότι εξέτασε το δρόμο και διαπίστωσε την μη ύπαρξη ιχνών τροχοπέδησης. Με βάση την πραγματική μαρτυρία της υπόθεσης που τέθηκε ενώπιον μου, δεν θεωρώ ότι ήταν ξεκάθαρη η εικόνα των δύο συγκρούσεων ώστε να μην είναι ανάγκη περαιτέρω διερεύνηση του δυστυχήματος ως προς την αιτία των δυο συγκρούσεων. Η εκδοχή του εναγόμενου 2 ότι απλά ελάττωσε ταχύτητα ενόψει προπορευόμενου οχήματος που θα έστριβε δεξιά δεν ταιριάζει και δημιουργεί προβληματισμό εάν αναλογιστεί κανείς τις τελικές θέσεις των οχημάτων και την σοβαρότητα των τραυμάτων των οδηγών αλλά και την τοποθεσία των ζημιών των οχημάτων. Η αστυνομικός που ερεύνησε το δυστύχημα δεν φαίνεται να προβληματίσθηκε ιδιαίτερα για την αιτία σύγκρουσης των οχημάτων εξ' ου και κατηγόρησε μόνο τον εναγόμενο 1 . Δεν διερεύνησε τη σκηνή λεπτομερώς προς εντοπισμό άλλης πραγματικής μαρτυρίας βοηθητικής για την αιτία του δυστυχήματος ή την εξασφάλιση άλλης μαρτυρίας. Οπότε, παρόλο που δεν λαμβάνω υπόψη μου την έκθεση ως προς το αλήθεια του περιεχομένου της δέχομαι ότι οι συνθήκες στην σκηνή του δυστυχήματος ήταν τέτοιες κατά τον επίδικο χρόνο που να δημιουργούσε την ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση. Γι' αυτό δεν μπορεί να αποκλείσω το ενδεχόμενο να υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης στον δρόμο και η αστυνομικός να μην τα είχε σημειώσει. Σίγουρα δεν μπορώ να καταλήξω σε θετικό συμπέρασμα ότι αυτό έγινε στην προκειμένη περίπτωση αλλά η έκθεση του λειτουργού της ασφάλειας με έχει βοηθήσει να καταλήξω στην δική μου διαπίστωση ότι τα πραγματικά ευρήματα του δυστυχήματος δεν ταιριάζουν με την εκδοχή των γεγονότων που πρόβαλε ο εναγόμενος 2 ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι ανακρίθηκε ο εναγόμενος 1 σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το δυστύχημα και είχε αναφέρει ότι εμπόδιο στην ορατότητα του ήταν ο ήλιος. Ενόρκως είχε αναφέρει ότι ο ήλιος πράγματι ήταν απέναντι του όμως το πραγματικό πρόβλημα ορατότητας ήταν το προπορευόμενο όχημα του ήταν ψηλό. Περαιτέρω, ως υπέδειξα πιο πάνω, υπήρχαν και άλλες αντιφάσεις μεταξύ της εκδοχής που πρόβαλε ο εναγόμενος 1 στην αστυνομική του κατάθεση και της μαρτυρίας που πρόβαλε ενόρκως. Όμως η εκδοχή του είναι λίγο διαφορετική επειδή στην αστυνομική του κατάθεση απουσιάζουν άλλες λεπτομέρειες που αφορούν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το δυστύχημα καθώς και λεπτομέρειες που αφορούν την οδική συμπεριφορά του εναγόμενου 1 κατά την δεδομένη στιγμή. Παρά την ύπαρξη αυτών των επί μέρους αντιφάσεων σημειώνω ότι η εκδοχή του ότι το δυστύχημα προκλήθηκε επειδή ο εναγόμενος επιχείρησε να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα υπήρξε συνεπής με την αρχική του εκδοχή. Τα ίδια είχε αναφέρει και στον λειτουργό της Rescueline μετά το δυστύχημα και στον Χρίστο Χατζηχριστοδούλου προτού ετοιμάσει την δική του έκθεση εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας που ασφάλιζε το όχημα του εναγόμενου
  3. Τα όσα παρέλειψε να αναφέρει στην αστυνομική του κατάθεση για το προπορευόμενο, τα ίχνη τροχοπέδησης και τον μάρτυρα που είδε το δυστύχημα δεν οδηγούν κατ΄ ανάγκη στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος 1 δεν είπε την αλήθεια ενόρκως. Είναι διαφορετικό να παραλείψει να αναφέρει κάτι σε σχέση με τα δεδομένα ή την οδική του συμπεριφορά και διαφορετικό να προβεί σε αντίθετο ισχυρισμό σε σχέση με την κατάθεση του. Δεν είχε αντιφάσεις, μόνο παραλείψεις. Περαιτέρω, τα όσα ανέφερε το Δικαστήριο για τα φρένα φαίνεται να τα ανέφερε στον Χρίστο Χατζηχριστοδούλου με αποτέλεσμα να τα καταγράψει στην έκθεση του. Ως εκ τούτου κρίνω ότι είπε την αλήθεια.
  4. Μαρτυρία του εναγόμενου 2 Αυτά που ανέφερε ενόρκως διαφέρουν από την πραγματική μαρτυρία της υπόθεσης. Η αστυνομικός σημείωσε στην έκθεση της ότι οι ζημιές στο όχημα του εναγόμενου 2 ήταν στο αριστερό πίσω μέρος του οχήματος ενώ ενόρκως ο εναγόμενος 2 είχε αναφέρει ότι η ζημιά στο πίσω μέρος του οχήματος ήταν όλο στο μήκος του προφυλακτήρα και από τον δεξί δείκτη μέχρι τον αριστερό δείκτη. Παρόλο που έχουν περάσει 8 χρόνια από το δυστύχημα και ο εναγόμενος 2 είχε αναφέρει στην κατάθεση του τότε πριν 8 χρόνια ότι δεν μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν, ξαφνικά ήταν σε θέση να εξηγήσει τι έγινε. Δηλαδή, εξήγησε ότι έγινε ένα κτύπημα πίσω του και μία δύναμη που τον έσπρωξε μπροστά με αποτέλεσμα να σπάσει ο ανεμοθώρακας του οχήματος και μετά να γυρίσει το όχημα του. Όπως περιέγραψε το δυστύχημα δίδεται η εντύπωση ότι μετά την πρώτη σύγκρουση ξαφνικά βρέθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και ότι το όχημα των εναγόντων κτύπησε πάνω του χωρίς όμως να έχει το περιθώριο να το δει. Όμως σύμφωνα με την μαρτυρία του ενάγοντα 1 αλλά και το σχεδιαγράφημα της ΜΕ1 (τεκμήριο 5) προκύπτει ότι το σημείο Χ απέχει και είναι τουλάχιστον 10 μέτρα πιο πίσω από το σημείο Χ
  5. Επομένως, έστω και να δεκτώ την θέση ότι ο εναγόμενος 1 με την οδήγηση του έσπρωξε τον εναγόμενο 2 στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας δεν δικαιολογείται ο εναγόμενος 2 να μην είδε καθόλου το όχημα των εναγόντων να έρχεται πάνω του επειδή το σημείο Χ1 είναι πιο μπροστά από το σημείο Χ. Συνεπώς, θεωρώ ότι ο εναγόμενος 2 σκόπιμα δεν περιέγραψε τι έγινε διότι τότε θα ήταν υποχρεωμένος να εξηγήσει πως βρέθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας . Η μνήμη του ήταν επιλεκτική. Επί παραδείγματι, δεν μπορούσε να θυμηθεί εάν υπήρχε χωμάτινος δρόμος στα δεξιά του δρόμου αλλά μπορούσε να θυμηθεί ότι προπορευόμενο όχημα που επιχείρησε να στρίψει δεξιά ήταν κόκκινο διπλοκάμπινο. Κάτι τέτοιο δεν το είχε αναφέρει στην αστυνομική του κατάθεση πριν 8 χρόνια. Υπέγραψε το τεκμήριο 2 ως ορθό σε σχέση με το σημείο της πρώτης σύγκρουσης αλλά ενόρκως διαφώνησε ότι αυτό το σημείο είναι δεξιότερα της λωρίδας ως αυτό πράγματι φαίνεται στο τεκμήριο 2 που είναι το πρόχειρο σχέδιο της αστυνομικού. Δεν έδωσε εξήγηση για το γεγονός ότι το όχημα του βρέθηκε να συγκρούεται δεξιά με όχημα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας εφόσον θέση του ήταν ότι το όχημα του εναγόμενου 2 ήταν πίσω του και τον κτύπησε σε όλο το πισινό μέρος του οχήματος. Περαιτέρω, ήταν θέση του ότι είχε ελαττώσει ταχύτητα επειδή το προπορευόμενο όχημα έδειξε ότι θα έστριβε δεξιά. Εν τούτοις, το λογικό και φυσιολογικό υπό τις περιστάσεις ήταν να εξακολουθεί να βρίσκεται στην λωρίδα του ακόμη και με δεδομένη τη σύγκρουση στο πίσω μέρος του οχήματος του. Αρνήθηκε ότι είχε στρίψει το τιμόνι του. Δεν έδωσε καμία εξήγηση για το γεγονός ότι το όχημα του βρέθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Δεν είπε τίποτα για να περιγράψει την δεύτερη σύγκρουση με το όχημα των εναγόντων, δηλαδή να αναφέρει πως τους είδε, πως βρέθηκε το όχημα του στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και να αναφέρει κατά πόσο το όχημα των εναγόντων κατευθυνόταν με υπερβολική ταχύτητα. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ότι ο εναγόμενος 2 δεν ήταν πειστικός μάρτυρας. Κυρίως δεν με πείθει η εκδοχή των γεγονότων που έχει προβάλει ο εναγόμενος 2 ενόψει και της πραγματικής μαρτυρίας της υπόθεσης. Επιπλέον, έχει καταχωρήσει αγωγή κατά του εναγόμενου 2 για το ίδιο δυστύχημα και αξιώνει αποζημιώσεις οπότε έχει κίνητρο και λόγο να μην πει την αλήθεια.
  6. Αξιολόγηση της μαρτυρίας και πραγματικά ευρήματα Σε αντίθεση με τον εναγόμενο 2, κρίνω ότι η εκδοχή του εναγόμενου 1 είναι πιο πειστική και επεξηγηματική με αναφορά την πραγματική μαρτυρία της υπόθεσης. Στην υπόθεση Κυριάκου ν Δημητρίου[1] το Εφετείο επεξήγησε ότι το ζήτημα της πραγματικής μαρτυρίας στην σκηνή του δυστυχήματος είναι πολλές φορές κατατοπιστική ώστε να εξετασθεί η ειλικρίνεια της εκδοχής μαρτύρων, ως αυτά προβάλλεται στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, η πραγματική μαρτυρία εφόσον δεν είναι ουδέτερη παρέχει βάση για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας, όσο και της ακρίβειας της μαρτυρίας, για τις συνθήκες του δυστυχήματος. Στην παρούσα περίπτωση η πραγματική μαρτυρία που τείνει να επιβεβαιώνει την εκδοχή του εναγόμενου 1 είναι οι ζημιές των οχημάτων των εναγόμενων 1 και 2, οι τελικές θέσεις των τριών εμπλεκόμενων οχημάτων, το σημείο της πρώτης σύγκρουσης καθώς και η διαπίστωση ότι η δεύτερη σύγκρουση υπήρξε πιο σφοδρή από την πρώτη σύγκρουση. Ούτε και κατά την άποψη που απαγορεύεται αυτή η πραγματική μαρτυρία να αντικριστεί υπό το φως της κοινής λογικής ώστε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι τα πράγματα δεν μπορούσαν να γίνουν ως είχε εισηγηθεί ο εναγόμενος
  7. Σε μία απεγνωσμένη προσπάθεια για να εξηγήσει πως βρέθηκε στην αντίθεση λωρίδα κυκλοφορίας ενώ δέχθηκε το όχημα του κτύπημα στο πίσω μέρος απάντησε «γιατί συγκρούστηκα με τέθκιο τρόπο νομίζω με το προπορευόμενο που με έσπρωξε και γύριζα, έτσι μπορώ να το αντιληφθώ». Δηλαδή, ακόμη και ο ίδιος δεν μπορούσε να δώσει λογική εξήγηση για το γεγονός ότι ξαφνικά βρέθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Στην υπόθεση Κρυσιμένος ν. Σωφρονίου[2], το Εφετείο επεσήμανε ότι είναι απόλυτα θεμιτό το Δικαστήριο να αντικρύσει τα διαθέσιμα στοιχεία υπό το φως της κοινής λογικής για να διαπιστώσει την αιτία της σύγκρουσης. Επίσης, ο Δικαστής Νικολαϊδης στην υπόθεση Ποτσή v. Γενικός Εισαγγελέας[3], ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αξιολογήσει πραγματική μαρτυρία χωρίς τη βοήθεια του εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με την πάγια νομολογία η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης. Αυτή η αρχή της νομολογίας είναι δυνατόν να τυγχάνει εφαρμογής όταν η πραγματική μαρτυρία είναι αποκαλυπτική των γεγονότων και συνθηκών του δυστυχήματος και μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα ούτε βέβαια να μετατρέπεται σε εμπειρογνώμονα». Στην υπόθεση Γιαννάκης Νεοφύτου ν Αστυνομίας[4], ο Δικαστής Δ. Νικολάου επεξήγησε ότι ζητήματα που έχουν σχέση με οδική συμπεριφορά, με προβλήματα οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του δικαστηρίου ως προς το πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται όπως ανέφερε σε σχέση με τέτοια θέματα οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη εκτός βέβαια όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή. Εάν ο εναγόμενος 2 ήταν σταθερός στην πορεία του ακολουθώντας το προπορευόμενο όχημα κανονικά μέσα στην λωρίδα του δεν θα κατέληγε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας με κτύπημα που δέχθηκε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του από τον εναγόμενο
  8. Η δεύτερη σύγκρουση μεταξύ του οχήματος του εναγόμενου 2 και των εναγόντων υπήρξε ως είπε η αστυνομικός πλαγιομετωπική και πάλι αυτό θα ήταν δύσκολο να πραγματοποιηθεί εάν ο εναγόμενος 2 οδηγούσε κανονικά ευθεία ως πορεία. Ούτε και κατά την άποψη μου θα πρέπει να απορρίψω την εκδοχή του εναγόμενου 1 ως αναληθή επειδή καταδικάσθηκε σε Ποινικό Δικαστήριο για το ίδιο δυστύχημα σε σχέση με την κατηγορία της αμέλειας. Δεν τέθηκε ενώπιον μου αποδεικτικό υλικό που αφορούσε την ποινική διαδικασία ώστε νε εξάξω οποιοδήποτε συμπέρασμα με τα γεγονότα. Ακόμη και η παραδοχή του ενάγοντα στην ποινική διαδικασία δεν αποτελεί κώλυμα για να εξετάσω το ζήτημα της συντρέχουσας αμέλειας του εναγόμενου 1 στα πλαίσια αυτής της αστικής διαδικασίας. Όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Χρίστος Πουρρίκος ν Βάσου Βασιλείου[5], η παραδοχή του ενάγοντα στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας είναι μαρτυρία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του και πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως μέρος του συνολικής μαρτυρίας που θα ληφθεί υπόψη για να αξιολογηθεί το ζήτημα της αμέλειας για το δυστύχημα που προκλήθηκε. Όμως, αυτή η παραδοχή δεν γίνεται υπό όρους ή υπό επιφύλαξη κατά την ποινική διαδικασία όπου κρίνεται η ενοχή του ενάγοντα σε σχέση με την συγκεκριμένη κατηγορία και έτσι τίποτε δεν αποκλείει την εξέταση του ζητήματος της συντρέχουσας αμέλειας μεταγενέστερα στα πλαίσια μίας αστικής διαφοράς. Πρόκειται για δύο ξεχωριστές διαδικασίες και δεν υπάρχει δεσμευτικό προηγούμενο που να αποκλείει δυνατότητα του Δικαστηρίου να εξετάσει τα επίδικα ζητήματα της αγωγής. Με βάση την πραγματική μαρτυρία της υπόθεσης, ήτοι τελικές θέσεις των οχημάτων, ζημιές των οχημάτων, τα σημεία σύγκρουσης με τα οποία συμφώνησαν οι εμπλεκόμενοι οδηγοί και αυτά που εντόπισε η ΜΕ1 καθώς και την διαπίστωση ότι η δεύτερη σύγκρουση υπήρξε πιο σοβαρή από την πρώτη σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων του εναγόμενου 1 και του εναγόμενου 2 κρίνω ότι πιο πιθανή είναι η εκδοχή που πρόβαλε ο εναγόμενος
  9. Σημειώνω ότι υπήρξαν κάποιες αντιφάσεις στην εκδοχή του εναγόμενου 1 που με έχουν προβληματίσει όπως παραδείγματος χάριν προηγούμενη του δήλωση ότι ο ήλιος ήταν εμπόδιο στην ορατότητα του. Όμως στο σύνολο της η μαρτυρία του ήταν λογικοφανής και συνεπής με την αρχική του εκδοχή. Στην Ποινική Έφεση Ομήρου ν Δημοκρατίας[6] το Εφετείο επεξήγησε ότι αντιφάσεις στην μαρτυρία πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής για να πληγεί καίρια η αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανεί από το σύνολο της μαρτυρίας η διάθεση του να προβεί σε αναλήθειες. Ο εναγόμενος 1 εξ' αρχής είχε προβάλει την εκδοχή ότι το δυστύχημα προκλήθηκε από την λανθασμένη του εκτίμηση ότι η λωρίδα ήταν ελεύθερη εξαιτίας του γεγονότος ότι το προπορευόμενο όχημα, που το οδηγούσε ο εναγόμενος 2, είχε εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας για να προσπεράσει και στην συνέχεια επανήλθε στην λωρίδα απότομα με αποτέλεσμα να προκληθεί η πρώτη σύγκρουση. Υπήρχε πυκνή κυκλοφορία στη λωρίδα του εναγόμενου 1 κατά τον επίδικο χρόνο και οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα. Συνεπώς, δεν θα είχε λόγο να μειώσει την απόσταση του με το προπορευόμενο όχημα εκτός και εάν είχε συμβεί κάτι που να άλλαζε αυτό το δεδομένο. Ακόμη και να δεχθώ ότι ο εναγόμενος 1 ήταν απρόσεκτος και δεν έβλεπε μπροστά του, και πάλι εφόσον η ταχύτητα του ήταν χαμηλή και προσέκρουε στο πίσω μέρος του προπορευόμενου οχήματος, δύσκολα μπορεί να γίνει πιστευτό ότι θα ακολουθούσαν οι συνέπειες από την συγκεκριμένη σύγκρουση, ως αυτές προκύπτουν από το σχέδιο της αστυνομικού στα τεκμήρια 2 και
  10. Οπότε, η εκδοχή του εναγόμενου 1 ήταν συνεπής με την αρχική του εκδοχή και σε γενικές γραμμές δίδει εξήγηση πειστική για την οδική του συμπεριφορά και ταιριάζει με τα πραγματικά ευρήματα στη σκηνή του δυστυχήματος. Σε αντίθεση με τον εναγόμενο 1 ο εναγόμενος 2 κατά την αστυνομική του κατάθεση ουδέποτε προέβη σε συγκεκριμένη περιγραφή του δυστυχήματος, ώστε να γίνει αντιληπτό πως έγινε το δυστύχημα, με αποτέλεσμα το όχημα του να καταλήξει μέτρα πιο πίσω από το όχημα του εναγόμενου
  11. Αλλά και ούτε εξήγησε τότε πως ήταν δυνατόν να μετακινηθεί το όχημα του εκτός της πορείας του από κτύπημα στο πίσω μέρος του οχήματος και ενώ οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα. Ενόρκως, η μόνη εξήγηση που έδωσε ήταν ότι έγινε μια δεύτερη σύγκρουση και ξαφνικά το όχημα του γύρισε και βρέθηκε σε απόσταση πιο πίσω από το όχημα του εναγόμενου
  12. Οπότε, επειδή ήταν αόριστη και γενική η εκδοχή του είχα την αίσθηση ότι δεν είπε την αλήθεια. Τα πραγματικό γεγονότα της υπόθεσης ως προκύπτει από την αξιόπιστη μαρτυρία και την πραγματική μαρτυρία της υπόθεσης ήταν ως ακολούθως: Υπήρχαν δύο συγκρούσεις όπως αυτά απεικονίζονται στο σχεδιαγράφημα της σκηνής. Η πρώτη σύγκρουση ανάμεσα του εναγόμενου 1 και του εναγόμενου 2 πραγματοποιήθηκε στην αριστερή λωρίδα αλλά όχι στο κέντρο της λωρίδας. Έγινε δεξιότερα της αριστερής λωρίδας. Η δεύτερη σύγκρουση σύμφωνα με τα λεγόμενα της αστυνομικού μεταξύ του εναγόμενου 2 και των εναγόντων υπήρξε πλαγιομετωπική. Η αστυνομικός δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο η εκδοχή του εναγόμενου 1 να ήταν ορθή. Παρόλο τούτο τον κατηγόρησε ως πρόσωπο που ευθύνεται για το δυστύχημα και χωρίς να διεξάγει άλλη έρευνα για περισυλλογή επιπρόσθετης μαρτυρίας. Δεν διαπιστώθηκαν ίχνη τροχοπέδησης στην σκηνή αλλά και ούτε ανέφερε η αστυνομικός που διερεύνησε το δυστύχημα ότι το εξέτασε και είναι βέβαιη ότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης στην σκηνή. Μια προσεκτική αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΕ1 θα καταδείξει ότι δεν θυμάται τα περιστατικά της υπόθεσης αλλά συμπερασματικά προϋποθέτει ότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης επειδή δεν σημείωσε κάτι τέτοιο στο σχεδιαγράφημα της τεκμήριο
  13. Η δεύτερη σύγκρουση υπήρξε πιο σοβαρή και πιο σφοδρή από την πρώτη σύγκρουση με αποτέλεσμα το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 2 να γυρίσει ανάποδα και να καταλήξει μέτρα πιο πίσω από το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος
  14. Η δεύτερη σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων του εναγόμενου 2 και των εναγόντων υπήρξε πλαγιομετωπική πράγμα που δείχνει ότι το μπροστινό μέρος του οχήματος του εναγόμενου 2 ήταν γυρισμένο προς τα δεξιά. Οπότε, δεν μπορεί να αποκλεισθεί και μάλλον επιβεβαιώνεται η εκδοχή του εναγόμενου 1 ότι πριν την πρώτη σύγκρουση ο εναγόμενος 2 επιχειρούσε να εισέλθει εκ νέου στη λωρίδα του, μετά από αποτυχημένη προσπάθεια να προσπεράσει από δεξιά στην αντίθετη λωρίδα της κυκλοφορίας. Άλλα γεγονότα που επιβεβαιώνουν αυτή την εκδοχή είναι οι ζημιές των οχημάτων αλλά και το σημείο σύγκρουσης της πρώτης σύγκρουσης με το οποίο συμφώνησαν και οι δύο εμπλεκόμενοι οδηγοί. Ο εναγόμενος 2 επιχείρησε να προσπεράσει από τα δεξιά χωρίς επιτυχία και γι' αυτό αναγκάσθηκε να επανέλθει γρήγορα και κάτω από όχι ευνοϊκές συνθήκες στην λωρίδα του. Ο εναγόμενος 1 δεν κράτησε την ενδεδειγμένη απόσταση από το προπορευόμενο όχημα μέχρι να διακρίνει τις συνθήκες στο δρόμο. Ο εναγόμενος 2 επιχειρούσε να προσπεράσει, με αποτέλεσμα να προκληθεί το δυστύχημα της πρώτης σύγκρουσης. Το αποτέλεσμα της πρώτης σύγκρουσης ήταν να μετακινηθεί το όχημα του εναγόμενου 2 τελείως εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας και να συγκρουστεί με το διερχόμενο όχημα των εναγόντων. Υπάρχουν ενδείξεις, εξαιτίας κυρίως της σφοδρότητας της δεύτερης σύγκρουσης ότι ο ενάγοντας οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. Όμως, χωρίς την μαρτυρία ειδικού και/ή άλλη χειροπιαστή μαρτυρία δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλή συμπέρασμα σε σχέση με την ταχύτητα του ενάγοντα
  15. Καταμερισμός της ευθύνης Υπό το πρίσμα αυτών των γεγονότων κρίνω ότι την ευθύνη για την πρόκληση των δύο συγκρούσεων, θα πρέπει να την καταμεριστούν και οι δύο εναγόμενοι. Ο εναγόμενος 1 ευθύνεται επειδή δεν κρατούσε ασφαλή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα εφόσον θέση του είναι ότι ανέπτυξε ταχύτητα να καλύψει την απόσταση. Τη στιγμή που το αποφάσισε να μειώσει την απόσταση ο εναγόμενος 2 δεν είχε ολοκληρώσει την κίνηση του να προσπεράσει. Επομένως, ο εναγόμενος 1 δεν μπορούσε να ήταν βέβαιος ότι η λωρίδα του ήταν ελεύθερη. Με λίγα λόγια, βιάστηκε να καλύψει την απόσταση χωρίς να είναι βέβαιος ακόμη εάν ήταν ασφαλής να το πράξει και με αποτέλεσμα να αδυνατεί να αντιδράσει όταν ο εναγόμενος 2 επανήλθε απότομα στην λωρίδα. Για δυστύχημα που προκαλείται όταν ένα όχημα συγκρούεται με το προπορευόμενο του όχημα ευθύνη για το δυστύχημα δεν την φέρει κατ' ανάγκη ο οδηγός του οχήματος που ακολουθεί το προπορευόμενο. Κάθε περίπτωση εξαρτάται από τα δικά της γεγονότα. Στην υπόθεση Ανδρεάς Νικολαόυ & Υιοί Λτδ ν Αγαθοκλή Αργυρίδη[7] ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος επιμερίστηκε σε ποσοστό 70% στον οδηγό του προπορευόμενου οχήματος και 30% στον οδηγού που το ακολουθούσε. Σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε ότι οδηγός του προπορευόμενου οχήματος είχε τη μεγαλύτερη ευθύνη διότι απέκοψε την πορεία του οχήματος που το ακολουθούσε με το εξής σκεπτικό: «Είναι η κατάληξή μας ότι ο εφεσείων/δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενος 2 ακολουθούσε το όχημα του εφεσίβλητου/δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντα σε δρόμο ευθύ με απεριόριστη ορατότητα και ενώ ο τελευταίος του έδωσε σήμα της πρόθεσής του να στρίψει αριστερά απέτυχε να το επισημάνει εγκαίρως, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το προπορευόμενο όχημα ενώ αυτό είχε ήδη αρχίσει να εισέρχεται στο χώρο του γκαράζ της οικίας. Θεωρούμε πως, αν ο οδηγός που ακολουθούσε είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα, θα μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση με το πίσω μέρος του οχήματος που προηγείτο. Η εισήγηση ότι το μικρό μήκος των ιχνών τροχοπέδησης μέχρι του σημείου σύγκρουσης, δηλαδή 11.8 μέτρα, δείχνει πόσο ξαφνική ήταν η αποκοπή της πορείας του, δεν μπορεί να ευσταθήσει. Κατά την άποψή μας το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης είναι ουδέτερο γεγονός, αφού το μήκος τους μπορεί να ήταν μεγαλύτερο εάν δεν επέρχετο η σύγκρουση που ακινητοποίησε τα οχήματα. Παραμένει να κρίνουμε την κατανομή ευθύνης στην οποία κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τα πραγματικά ευρήματα και τις πιο πάνω παρατηρήσεις μας καθώς και την εισήγηση των εφεσειόντων ότι αποκλειστικά υπεύθυνος θα έπρεπε να είχε κριθεί ο οδηγός του προπορευόμενου οχήματος. Παρόλο ότι κρίνουμε ότι έφερε ευθύνη και ο εφεσείων/δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενος 2, εντούτοις θεωρούμε ότι η μεγαλύτερη ευθύνη βάρυνε τον οδηγό του προπορευόμενου οχήματος, δηλαδή τον εφεσίβλητο/δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντα. Το γεγονός ότι απέτυχε να δει τη δεύτερη φορά που έλεγξε το δρόμο το αυτοκίνητο που τον ακολουθούσε και προέβη στην κίνηση στην οποία προέβη, δηλαδή οδήγησε το αυτοκίνητό του στη δεξιά πλευρά του δρόμου για να μπορεί να στρίψει αριστερά και να εισέλθει κάθετα στο γκαράζ του με μικρή ταχύτητα και έτσι να αποκόψει το δρόμο του αυτοκινήτου που ακολουθούσε, συνιστούσε, κατά την άποψή μας, σοβαρό βαθμό αμέλειας, αφού οι κίνδυνοι από μια τέτοια πορεία και τρόπο οδήγησης πρέπει να ήταν εμφανείς στον εφεσίβλητο/δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντα και έτσι θα έπρεπε να ελάμβανε περισσότερα μέτρα για να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να το πράξει. Κρίνουμε ότι τη μεγαλύτερη ευθύνη φέρει ο εφεσίβλητος/δι' ανταπαιτήσεως ενάγων. Καθορίζουμε την ευθύνη του εφεσείοντα/δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενου 2 σε 30% και εκείνη του εφεσίβλητου/δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντα σε 70%. Αντιθέτως, στην υπόθεση Πανίκος Χρυσοστόμου ν Andrew Joseph Cameron[8] κρίθηκε αποκλειστικά υπεύθυνος για το δυστύχημα ο οδηγός του οχήματος που ακολουθούσε διότι επιχείρησε να προσπεράσει από τα δεξιά ενώ το προπορευόμενο όχημα είχε ήδη δείξει την πρόθεση του κινηθεί διαγωνίως προς το κέντρο του δρόμου για να στρίψει δεξιά». Στη δική μας την περίπτωση αναμφίβολα το μεγάλο μέρος της ευθύνης το έχει ο εναγόμενος 2 επειδή επιχείρησε να προσπεράσει από τα δεξιά ενώ οι συνθήκες στον δρόμο δεν επέτρεπαν εκείνη την στιγμή ασφαλή προσπέραση προπορευόμενων οχημάτων. Όταν αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε να ολοκληρώσει με επιτυχία την προσπέραση αναγκάσθηκε αιφνιδίως να επανέλθει στην λωρίδα του με αποτέλεσμα να προκαλέσει το δυστύχημα επειδή έκοψε την ελεύθερη πορεία του εναγόμενου
  16. Από την άλλη και ο εναγόμενος 1 έχει μεγάλο μερίδιο της ευθύνης διότι μείωσε την απόσταση από τον προπορευόμενο οδηγό, χωρίς να διακρίνει πρώτα ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος για να το πράξει αυτό. Δεν είχε ολοκληρωθεί η πρόθεση του εναγόμενου 2 να προσπεράσει από τα δεξιά. Από τα λεγόμενα του εναγόμενου 1, προκύπτει ότι η προσπάθεια του εναγόμενου 2 να προσπεράσει ήταν στα αρχικά του στάδια και ούτε και φαίνεται να είχε κενώσει την λωρίδα. Περαιτέρω, ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι υπήρχαν εμπόδια στην ορατότητα του κάτι που είναι ένας ακόμη λόγος που έπρεπε να οδηγά συντηρητικά και να μην βιαστεί να καλύψει την απόσταση. Ο εναγόμενος 1 βιάστηκε και έγινε απρόσεκτος με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να αποφύγει τη σύγκρουση όταν ο εναγόμενος 2 επιχείρησε να επανέλθει στη λωρίδα του. Υπό τις ακόλουθες συνθήκες θεωρώ ότι την ευθύνη για το δυστύχημα θα πρέπει να την επιμεριστούν και οι δυο εναγόμενοι σε ποσοστό 50 % έκαστος. Ο ενάγοντας 1 δεν έχει καμία ευθύνη για το δυστύχημα καθότι πορευόταν κανονικά στην λωρίδα του και ο εναγόμενος 2 εξαιτίας της πρώτης σύγκρουσης του απέκοψε αιφνίδια και βίαια την πορεία του με αποτέλεσμα να μην προλάβει να αντιδράσει να αποφύγει τη σύγκρουση. Ως ανέφερα πιο πάνω δεν μπορώ να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα λαμβάνοντας υπόψη και το όριο ταχύτητας που ήταν 65ΧΑΩ και έτσι δεν αποδεικνύεται με θετική μαρτυρία ότι ο ενάγοντας έχει οποιαδήποτε ευθύνη για το δυστύχημα.
  17. Γενικές αποζημιώσεις των εναγόντων Εξήγησα αναλυτικά πιο πάνω γιατί κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει θετικά ότι η ενάγουσα 2 είχε υποστεί κάταγμα πλευρών παρόλο που δεν υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία για να γίνει διάγνωση θετική επί τούτου. Η ενάγουσα εξετάσθηκε κλινικά από ορθοπεδικό ο οποίος βασίσθηκε στην κλινική του εξέταση αλλά και τον υπέρηχο για να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι η ενάγουσα είχε υποστεί κατάγματα πλευρών. Η ενάγουσα είχε πόνο και ενοχλήσεις που συνηγορούν υπέρ της θέσης ότι αυτή η διάγνωση ήταν ορθή. Ακολούθησε ενδεδειγμένη θεραπεία, μεταξύ άλλων και φαρμακευτική αγωγή, για κάταγμα πλευρών. Η ενάγουσα 2 έγινε καλά αφού ακολούθησε την ενδεδειγμένη θεραπεία. Συνεπώς, εκ του αποτελέσματος της θεραπείας υφίσταται ακόμη ένα χειροπιαστό τεκμήριο ότι η διάγνωση του κατάγματος ήταν ορθή. Η υπεράσπιση δεν προσκόμισε καμία αντίθετη μαρτυρία, ώστε να αμφισβητηθεί η ορθότητα αυτής της διάγνωσης. Ως εκ τούτου λαμβάνω υπόψη μου για σκοπούς καταβολής γενικών αποζημιώσεων στην ενάγουσα 2 ότι είχε υποστεί κάταγμα πλευρών. Δια να επιδικάσω γενικές αποζημιώσεις στους ενάγοντες λαμβάνω υπόψη τα ακόλουθα δεδομένα:
  18. Τον πόνο, ταλαιπωρία και οδύνη τους ως τον περιέγραψαν με τη μαρτυρία τους.
  19. Λαμβάνω υπόψη ότι ο ενάγοντας 1 τραυματίσθηκε και είχε ελαφριές εκδορές και μώλωπες. Λαμβάνω υπόψη μου ότι χρειάσθηκε σχεδόν ένα μήνα να επανέλθει στην εργασία του.
  20. Λαμβάνω υπόψη μου ότι η ενάγουσα 2 υπέστη κάταγμα πλευρών και ότι χρειάσθηκε περίπου ένα μήνα για να αναρρώσει.
  21. Η σύγκρουση υπήρξε σφοδρή. Το όχημα τους μετατοπίσθηκε μακριά κοντά στο παγκέτο του δρόμου. Εγκλωβίστηκαν μέσα στο όχημα μέχρι να ελευθερωθούν και διαμετακομίστηκαν στο νοσοκομείο με ασθενοφόρο.
  22. Τον αντρόγυνο υπέστη σοκ. Το σοκ της ενάγουσας 2 εξελίχθηκε σε πιο σοβαρή μορφή και αναγκάστηκε να επισκεφθεί ψυχολόγο για να επανέλθει και για να ξεπεράσει φόβο σε σχέση με την οδήγηση.
  23. Λαμβάνω υπόψη μου ότι κανείς από τους δύο δεν είχε μόνιμα κατάλοιπα από το δυστύχημα. Οι ενοχλήσεις, πόνο και ταλαιπωρία ήταν παροδικοί και είχαν διάρκεια περίπου 1 μήνα. Στην απόφαση Polycarpou v Adamou[9] το Εφετείο επεξήγησε ότι ο σκοπός των γενικών αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του ενάγοντα σε σχέση με απώλειες που θα υποστεί σε σχέση με μελλοντικά του εισοδήματα, απώλειες σε σχέση με την απόλαυση της ζωής, και απώλειες που προκύπτουν από τον πόνο και ταλαιπωρία που έχει υποστεί συνέπεια του δυστυχήματος. Το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλα τα σχετικά γεγονότα και δεδομένα για να επιδικάσει δίκαιη αποζημίωση στον ενάγοντα. Επίσης, δεν παραγνωρίζω την αυξητική τάση που σημειώνεται στην καταβολή αποζημιώσεων που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια λόγω της αύξησης του κόστους της ζωής και την ευαισθησία που επιδεικνύει η δικαιοσύνη στην σωματική ακεραιότητα του προσώπου και τον ανθρώπινο πόνο και ταλαιπωρία. Στην υπόθεση Μαρία Παπαγγελοδήμου ν Ανδρέα Ηλιάδη[10] το Εφετείο αύξησε το ποσό αποζημιώσεων για σωματικά τραύματα που ήταν προσωρινά και τα οποία συνοδεύονταν με ψυχικά τραύματα. Η εφεσείουσα, που ήταν 22 ετών, υπέστη σοβαρής μορφής εγκεφαλική διάσειση, θλαστικό τραύμα στην κεφαλή, πολλαπλά θλαστικά τραύματα στην αριστερή παρειά με εμφανείς ουλές που χρειάζονταν πλαστική εγχείρηση, θλάση και αιμάτωμα του δεξιού ώμου και ωμοπλάτης και μικρότερα τραύματα στα χέρια και τα γόνατα. Επτά χρόνια μετά το δυστύχημα η εφεσείουσα εξακολουθούσε να παραπονείται για έντονο πονοκέφαλο και ζαλάδες και υπέφερε ψυχολογικά από την απώλεια του συζύγου της (που σκοτώθηκε στο δυστύχημα) και τις ουλές στο πρόσωπό της. Της επιδικάσθηκαν £2.000 με τόκο 6% από 1.8.82 ενώ Ο εφεσείων, που ήταν 52 ετών, υπέστη εγκεφαλική διάσειση, θλάση της κατώτερης μοίρας του αυχένα με σμίκρυνση του μεσοσπονδυλίου διαστήματος μεταξύ του 6ου και 7ου αυχενικού σπονδύλου, καταγμάτων δεξιών πλευρών και άλλα μικρότερα τραύματα. Παραπονείτο για πονοκέφαλο, ζάλη, πόνο στο στήθος, δυσκαμψία του αυχένα και αδυναμία των άκρων, σε σημείο που να τον εμπόδιζε στην εργασία του σαν τραπεζικό υπάλληλο. Του επιδικάσθηκαν £1.500 με τόκο 6% από 1.8.
  24. Τρίτο η εφεσείουσα, που ήταν 10 ετών, υπέστη εγκεφαλική διάσειση με μεταδιασειστικό σύνδρομο, και διάφορες κακώσεις που χρειάσθηκαν μακρά και επώδυνη θεραπεία. Της επιδικάσθηκαν £600 με τόκο 6% από 1.8.
  25. Τέλος τέταρτος εφεσείων, που ήταν ηλικίας 13 μηνών, υπέστη εγκεφαλική διάσειση με μεταδιασειστικό σύνδρομο, θλαστικό τραύμα και αιμάτωμα της δεξιάς βρεγματικής χώρας και εκχυμώσεις στη ράχη. Υπήρχε μαρτυρία ότι παρουσίαζε δυσχέρειες στην εκπαίδευση του και δυσκολίες προσαρμογής στο σχολικό περιβάλλον λόγω της διάσεισης και της απώλειας του πατέρα του. Του επιδικάσθηκαν £300 με τόκο 6% από 1.8.
  26. Κρίθηκε ότι οι γενικές αποζημιώσεις ήταν έκδηλα ανεπαρκής και αντικαταστάθηκαν με τα ακόλουθα ποσά αντίστοιχα i) £3.500, ii) £ 2.250, iii) £1.000, και iv) £500». Σε σχέση με ψυχολογικά τραύματα που εκδηλώνονται παράλληλα με παθολογικής φύσεως τραύματα ενδεικτική είναι η απόφαση Ναταλία Φιλίππου ανήλικη δια πατρός Μιχαήλ Φιλιππου ν Ανδρεά Μιχαήλ[11]. Σε εκείνη την περίπτωση το Εφετείο επικρότησε προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να λάβει υπόψη του μετατραυματικό αγχώδες σύνδρομο ως παράγοντας για τον υπολογισμό των γενικών αποζημιώσεων. Στην παρούσα περίπτωση η ενάγουσα 2 επισκέφθηκε ψυχίατρο λίγες μέρες μετά το δυστύχημα και διαπιστώθηκε ότι έπασχε από μετατραυματική διαταραχή. Η ενάγουσα επέλεξε να μην ακολουθήσει φαρμακευτική αγωγή που της χορηγήθηκε. Όμως δικαιούται να αποκατασταθεί επειδή είχε κλινικά συμπτώματα της διαταραχής όπως επί παραδείγματι, δυσκολία στον ύπνο επειδή βίωνε την σκηνή του δυστυχήματος. Όποτε, οφείλω να λάβω υπόψη μου αυτά τα συμπτώματα ώστε να επιδικασθεί ποσό δίκαιο και πλήρες προς αποκατάσταση των εναγόντων για τον πόνο , ταλαιπωρία και οδύνη ως συνέπεια του δυστυχήματος. Aγγλικό εφετείο αναγνώρισε στην υπόθεση Page v Smith[12] ότι πρόσωπο που επηρεάζεται άμεσα από το δυστύχημα που προκάλεσε ο αδικοπραγούντας δύναται να αποκατασταθεί για ψυχιατρική βλάβη που έχει υποστεί ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν τραυματίσθηκε προσωπικά στο δυστύχημα. Το κριτήριο που έθεσε το Αγγλικό Εφετείο ώστε διάδικος να δικαιούται αποζημιώσεις στην απουσία παθολογικής φύσεως τραύμα από το δυστύχημα είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη ζημιά θα ήταν προβλεπτή από την αμελή πράξη του εναγόμενου. «Could the defendant reasonably foresee that his conduct would expose the plaintiff to the risk of personal injury, psychological or physical.» Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι και οι δύο ενάγοντες είχαν και παθολογικής φύσεως τραύματα ως αποτέλεσμα του δυστυχήματος θεωρώ ότι ήταν προβλεπτό ότι το σφοδρό κτύπημα που δέχθηκε το όχημα των εναγόντων, όπως προκύπτει από την τελική θέση του οχήματος θα είχε συνέπεια τον ψυχολογικό τραυματισμό των δύο εναγόντων. Ο βαθμός και έκταση του ψυχολογικού τραύματος που εκδήλωσαν οι ενάγοντες διέφερε μεταξύ τους. Έπαιξε ρόλο στην εκδήλωση ψυχολογικών τραυμάτων η προσωπικότητα και η ψυχοσύνθεση του κάθε ενάγοντα . Όμως εφόσον τέτοια πάθηση εκδηλώθηκε και πιστοποιήθηκε από ειδικό ιατρό δικαιούνται και οι δύο να αποκατασταθούν για την συγκεκριμένη ζημιά ως παθόντες του δυστυχήματος που προκάλεσαν οι εναγόμενοι από δική τους αμέλεια. Διά τον ενάγοντα 1 λαμβάνω υπόψη μου ότι και αυτός διαγνώσθηκε με μετατραυματικό αγχώδες σύνδρομο παρόλο που ο ίδιος παραδέχθηκε εμμέσως ότι επισκέφθηκε τον ψυχίατρο κυρίως ως συμπαράσταση προς την σύζυγο του. Δεν θεωρώ ότι προσποιήθηκε ότι είχε αυτά τα συμπτώματα. Ούτε τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι τα φάρμακα που απέφυγε να λάβει αφού του τα συνταγογράφησε ο ψυχίατρος θα είχαν ως αποτέλεσμα την άμεση εξουδετέρωση όλων των ψυχικών συμπτωμάτων που βίωνε το συγκεκριμένο διάστημα. Οπότε θεωρώ ότι τα ψυχικά συμπτώματα που βίωσε ήταν πραγματικά αλλά παροδικά. Θα πρέπει να αποκατασταθεί γι' αυτήν απώλεια που κατατάσσεται γενικά στον πόνο, ταλαιπωρία και οδύνη που υπέστη ως συνέπεια του δυστυχήματος. Αφού έλαβα υπόψη μου όλους τους πιο πάνω σχετικούς παράγοντες καθώς και την ανάγκη όπως οι ενάγοντες αποκατασταθούν ολοκληρωτικά για την ζημιά που υπέστησαν από το δυστύχημα κρίνω ότι ένα πόσο 1500 για τον ενάγοντα 1 και ένα ποσό 5000 για την ενάγουσα 2 πρόκειται για δίκαια αποζημίωση ως γενικές αποζημιώσεις.
  27. Απώλεια ημερομισθίων βάρδιας Παρόλο που οι ενάγοντες περιόρισαν αυτή την απαίτηση στο ποσό των 500 για τον ενάγοντα 1 και το ποσό των 1000 για την ενάγουσα 2 θεωρώ ότι το ύψος αυτής της απώλειας δεν έχει αποδειχθεί ειδικά με την μαρτυρία που έχουν προσκομίσει οι ενάγοντες. Στην υπόθεση Κυριάκου ν Δημητρίου, πιο πάνω, επιβεβαιώθηκε η αρχή ότι αξιώσεις για ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά. Επίσης διατυπώθηκε η αρχή ότι δεν υπάρχει ειδικός κανόνας για το είδος της μαρτυρίας που χρειάζεται προκειμένου να θεμελιωθεί η απαίτηση για ειδική ζημιά. Οι δυο ενάγοντες κατέθεσαν ότι απουσίαζαν συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από την εργασία τους. Οι ενάγοντες δεν είναι αυθαίρετα που απουσίαζαν από την εργασία τους αλλά τους χορηγήθηκε άδεια ασθενείας από τον ιατρό που τους εξέτασε και έκρινε ότι αυτό ήταν αναγκαίο ενόψει των παθολογικών ευρημάτων κατά την ιατρική εξέταση. Τα πιστοποιητικά των ιατρών που χορήγησαν την άδεια εργασίας κατατέθηκαν ως τεκμήρια 19 και
  28. Μαρτύρησαν ότι κατά κανόνα εργάζονται συγκεκριμένες ελάχιστες βάρδιες κάθε μήνα προς συμπλήρωση των αναγκών της υπηρεσίας σε προσωπικό το απόγευμα και το βράδυ και κατέθεσαν μία προηγούμενη κατάσταση μισθοδοσίας στην οποία φαίνεται ότι πληρώθηκαν το ποσό των 627.76 για προηγούμενο μήνα ως υπερωρίες. Κανένας από τους δύο δεν εξήγησε στο Δικαστήριο πως ακριβώς υπολογίζεται η πληρωμή για την κάθε ώρα υπερωρίας που εργάζονται οι νοσηλευτές ώστε να υπολογίσω με βάση τα λεγόμενα των εναγόντων ποιο είναι αυτό το ποσό και να το ελέγξω με το ποσό που ζητούν οι ενάγοντες στην απαίτηση τους. Συνεπώς, δεν μπορώ να γνωρίζω εάν το ποσό των €1.000,00 είναι ορθό για την ενάγουσα
  29. Όμως, με βάση την θετική και αναντίλεκτη μαρτυρία της ενάγουσας , επί του θέματος των υπερωριών, προκύπτει ότι απουσίαζε από την εργασία της για περίπου ένα μήνα. Ανέφερε ότι οι ώρες υπερωρίες που εργάζονται οι νοσηλευτές κάθε μήνα είναι σταθερές. Προσκόμισε κατάσταση μισθοδοσίας για προηγούμενο μήνα για το ποσό των 627.
  30. Ως εκ τούτου κρίνω ότι αυτή η μαρτυρία στο σύνολο της πρόκειται για θετική απόδειξη σε σχέση με την απώλεια της μισθοδοσίας και της αποδίδεται αυτό το ποσό. Σε σχέση με τον ενάγοντα 1 αυτός απουσίαζε από την εργασία του περίπου τα 2/3 του μήνα ως εκ τούτου του αποδίδεται το ποσό των 400.00 για απώλεια υπερωριών βάρδιας. Οι υπόλοιπες ειδικές ζημιές ως το σημείο α μέχρι ε για τον ενάγοντα 1 και α για την ενάγουσα 2 έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση για το ποσό των: α. Ζημιά αυτοκινήτου KVG 882 €22.000, β. Έξοδα εκτίμησης €195, γ. Αστυνομική έκθεση €85.00, δ. Έξοδα μεταφοράς αυτοκινήτου €200.00, ε. Ιατρικά έξοδα €200.00 και απώλεια υπερωριών βάρδιας €400 ειδικές αποζημιώσεις υπέρ του ενάγοντα 1, και €1500 για γενικές αποζημιώσεις αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα εναντίον των εναγόμενων 1 και
  31. Κρίνω ότι έκαστος των εναγόμενων θα έχει ευθύνη κατά 50% για το δυστύχημα. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του εναγομένου 1 και εναντίον του εναγομένου 2 για 50% συνεισφορά σε σχέση με την καταβολή του ποσού της απαίτησης στον ενάγοντα
  32. Ο τόκος επί των επιδικασθέντων ποσών θα λογίζεται συμφώνως του άρθρου 58Α του Κεφ. 148 δηλαδή νόμιμος τόκος από 21.07.
  33. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση για το ποσό των α. ιατρικά έξοδα €400 και €627.00 απώλεια υπερωριών βάρδιας ειδικές ζημιές και €5000 για γενικές αποζημιώσεις υπέρ της ενάγουσας 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα εναντίον των εναγομένων 1 και
  34. Έκαστος των εναγόμενων έχει ευθύνη κατά 50% για το δυστύχημα. Συνεπώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ του εναγόμενου 1 και εναντίον του εναγομένου 2 για 50% συνεισφορά στο ποσό της απαίτησης που θα καταβάλει ο εναγόμενος 1 στην ενάγουσα
  35. Ο τόκος επί των επιδικασθέντων ποσών θα λογίζεται συμφώνως του άρθρου 58Α του Κεφ. 148 δηλαδή νόμιμος τόκος από 21.07.
  36. Δεν διαπιστώνω να συντρέχει ειδικός λόγος απόκλισης του κανόνα για την καταβολή τόκου ως ορίζεται από το άρθρο 58Α του Κεφ.
  37. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι εναγόμενοι θα καταμεριστούν μεταξύ τους το 50% των εξόδων που θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ των εναγόντων. Νόμιμος τόκος επί των εξόδων λογίζεται από σήμερα. Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Αγωγές/Τελική/Δυστύχημα Subject:Civil/Final/Distixima [1] 1 ΑΑΔ 1362
(1997)[2] Πολιτική ΄Εφεση 10001 ημερ. 20/7/00 [3] Ποινικές Εφέσεις 6874, 6876 ημερ. 25/4/00 [4] 2 AAΔ.120
(2006)[5]
(1993)1 ΑΑΔ 256 [6] 2 ΑΑΔ 506
(2001)[7] 1 ΑΑΔ 721
(2001)[8] 1 ΑΑΔ 1992
(2010)[9] 1 CLR
(1988)727 [10] 1 ΑΑΔ 639
(1991)[11] 1 ΑΑΔ 540
(1997)[12] 2 All ER 756 [1995] cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.