YUKOS CAPITAL LIMITED κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 2753/2017, 29/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A345 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2753/2017 Μεταξύ:
- YUKOS CAPITAL LIMITED
- YUKOS INTERNATIONAL UK B.V.
- YUKOS HYDROCARBONS INVESTMENT LIMITED Ενάγουσες και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενη Αίτηση εναγόντων ημερομηνίας 7.7.17 για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες-αιτητές: κ. M. Κυριακίδης Για εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση: κ. Π. Μακρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 7.7.17 οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνοντας αριθμό διαταγμάτων. Παράλληλα με την αγωγή, οι ενάγοντες (στο εξής οι αιτητές) καταχώρησαν την ίδια ημέρα μονομερή αίτηση, βάσει της Δ.39, Δ.48 θ. 1, 2, 3 8 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, των άρθρων 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, του Κοινοδικαίου και των αρχών της επιείκειας, ως και των νομικών αρχών έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, αποβλέποντας στην έκδοση τριών ενδιάμεσων διαταγμάτων εναντίον των εναγομένων (στο εξής οι καθ' ων η αίτηση). Με οδηγίες του Δικαστηρίου, η παρούσα αίτηση επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι καταχώρησαν ένσταση, στους λόγους της οποίας, αναφορά θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο. Επί του παρόντος προέχουν οι ισχυρισμοί που προέβαλαν οι αιτητές στην ένορκη δήλωση της Φρύνης Φούρναρη δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία των δικηγόρων των αιτητών, ημερομηνίας 7.7.
- Όπως διατείνεται, οι αιτητές είναι εταιρείες ολλανδικών συμφερόντων. Οι αιτητές 1 και 3 έχουν την έδρα τους στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, ενώ οι αιτητές 2 έχουν την έδρα τους στην Ολλανδία. Η παρούσα διαδικασία αφορά και την εταιρεία Fair Oaks Trade & Invest Ltd από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (Fair Oaks), η οποία ήταν μέλος του Ομίλου των αιτητών και συγχωνεύθηκε με τους αιτητές 3 (τεκμήριο 1). Στις 19.4.05, οι αιτητές 2 εργοδότησαν τον Dmitry Merinson ως Οικονομικό Διευθυντή/Αναλυτή και προς τούτο υπογράφθηκε συμφωνία εργοδότησης (τεκμήριο 2). Με βάση την παράγραφο 21 του τεκμηρίου 2, αυτή διέπεται από το Ολλανδικό δίκαιο και ως αρμόδιο Δικαστήριο για να εκδικάσει οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ορίζεται το Επαρχιακό Δικαστήριο του Άμστερνταμ. Η εργοδότηση του Merinson στους αιτητές 2, τερματίστηκε την 1.1.16, σύμφωνα με την συμφωνία διευθέτησης ημερομηνίας 28.9.16 (τεκμήριο 4), που υπογράφθηκε στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας. Σε συνάντηση των αντιπροσώπων των αιτητών 1 με την ελβετική τράπεζα Bank Julius Baer & Co Ltd (Julius Baer) και τους δικηγόρους τους στις 6.3.17 στο Λονδίνο, οι αιτητές 1 για πρώτη φορά πληροφορήθηκαν από εκπροσώπους της Julius Baer ότι ο Merinson στις 7.7.10 είχε συνάψει συμφωνία (Finder Agreement) με την Julius Baer (τεκμήριο 5), με βάση την οποία λάμβανε αμοιβή για την εισαγωγή νέων πελατών στην Julius Baer. Πληροφορήθηκαν επίσης ότι ο Merinson ήταν το πρόσωπο που εισήγαγε τους αιτητές 1 στην Julius Baer ως νέο πελάτη και κατά την περίοδο μεταξύ 2010 και 2012 έλαβε πληρωμές από την Julius Baer δυνάμει του Finder Agreement συνολικά CHF1.838.114,
- Ουσιαστικά ο Merinson πληρώθηκε ένα ποσοστό του εισοδήματος που δημιουργήθηκε για την Julius Baer, ως αποτέλεσμα της σχέσης του με τους αιτητές
- Το Παράρτημα στο Finder Agreement (τεκμήριο 5) προνοεί την πληρωμή μεριδίου ύψους 25% (35% από την 11/10) του καθαρού εισοδήματος που δημιουργείται για την τράπεζα από νέους πελάτες που εισάγει ο ενδιάμεσος. Επιπρόσθετα, στην ίδια συνάντηση, οι εκπρόσωποι της Julius Baer πληροφόρησαν τους αιτητές 1 ότι για μια συναλλαγή που αφορούσε μετατροπή ξένου συναλλάγματος ύψους 271.000.000 στερλινών Αγγλίας σε δολάρια, ο Merinson πληρώθηκε το 80% του καθαρού εισοδήματος της συναλλαγής που έλαβε η Julius Baer δηλαδή το συνολικό ποσό των CHF1.831.
- Στις 22.3.17, οι δικηγόροι της Julius Baer πληροφόρησαν τους δικηγόρους των αιτητών 1 ότι προέκυψαν στοιχεία και για την Fair Oaks η οποία είχε ανοίξει λογαριασμό με την Julius Baer στις Μπαχάμες στις 3.9.
- Τον Ιούλιο 2010 ο Merinson είχε συνάψει συμφωνία (Finder Agreement) με την Julius Baer, με βάση την οποία θα λάμβανε 25% του καθαρού εισοδήματος της Julius Baer από συναλλαγές που αφορούσαν την Fair Oaks. Κατά την περίοδο από Δεκέμβριο 2010 μέχρι Φεβρουάριο 2011, ο Merinson έλαβε αμοιβή υπό μορφή finder fees σε προσωπικό του λογαριασμό που διατηρούσε με την Julius Baer στη Σιγκαπούρη, το συνολικό ποσό των CHF713.086,97, το οποίο αντιπροσώπευε το 70% του μεριδίου της συμφωνηθείσας αμοιβής της Julius Baer που δημιουργήθηκε από συναλλαγή μετατροπής ξένου συναλλάγματος που έγινε στις 23.11.10 στο λογαριασμό της Fair Oaks και την εν λόγω συναλλαγή είχε εξουσιοδοτήσει ο Merinson, ως και διαχειριστικά έξοδα, λοιπές χρεώσεις της Julius Baer και διορθωτική πληρωμή. Περαιτέρω, εντοπίσθηκε μια επιπρόσθετη πληρωμή στις 19.1.12 σε κοινό λογαριασμό του Merinson με τη σύζυγο του στην Julius Baer στη Σιγκαπούρη, ύψους CHF366.556,05, που αντιπροσώπευε το 35% του μεριδίου της Julius Baer επί του συμφωνημένου εισοδήματος που δημιουργήθηκε από μια σειρά συναλλαγών μετατροπής ξένου συναλλάγματος στο λογαριασμό της Fair Oaks στην Julius Baer στις Μπαχάμες το 2011 ως και έξοδα διαχείρισης λογαριασμού και έξοδα για συναλλαγές αξιών και επενδύσεων. Συνολικά ο Merinson μαζί με τη σύζυγο του, έλαβαν ποσό CHF1.079.643,02 υπό μορφή finder fees από την Julius Baer αναφορικά με συναλλαγές της Fair Oaks. Για το σύνολο των πιο πάνω πληρωμών, ο Merinson δεν ενημέρωσε τους ιδιοκτήτες των αιτητών και οι πληρωμές έγιναν εν κρυπτώ χωρίς να αποκαλυφθούν στους αιτητές. Στη βάση των πιο πάνω πληροφοριών, οι αιτητές εύλογα πιστεύουν ότι ο Merinson δεν είχε κανένα δικαίωμα να λαμβάνει προμήθειες (finder fees) κάτω από τους όρους της Σύμβασης Εργοδότησης. Η φύση της εργασίας του Merinson και τα καθήκοντα που είχε στον όμιλο Yukos, απαιτούσαν αλλά ταυτόχρονα και επέτρεπαν στον ίδιο να μπορεί να αποφασίζει για τις τραπεζικές συνεργασίες και σχέσεις που θα είχαν οι εταιρείες του ομίλου Yukos. Δεν ήταν επιτρεπτό για τον ίδιο να λαμβάνει προμήθειες για να μπορεί ο όμιλος να συνεργάζεται με τράπεζες και οι προμήθειες που λάμβανε ήταν παράνομες και αντισυμβατικές. Ο Merinson έχει πλουτίσει σε βάρος των αιτητών και οι αιτητές επιθυμούν να αξιώσουν την επανάκτηση αυτών των ποσών ή/και αποζημιώσεις σε σχέση με ποσά που πληρώθηκαν στον Merinson υπό το καθεστώς τέτοιων συμφωνιών Finder Agreement και οποιωνδήποτε τέτοιων συμφωνιών ή διευθετήσεων ήθελαν εντοπιστεί με οποιαδήποτε τράπεζα. Επιπρόσθετα, στη βάση της πιο πάνω πληροφόρησης, οι αιτητές εύλογα πιστεύουν ότι τέτοιες διευθετήσεις ή/και συμφωνίες υπήρξαν και με άλλες τράπεζες με τις οποίες συνεργάστηκαν οι αιτητές, είτε από τον Merinson είτε και από άλλα πρόσωπα που ενδεχομένως να ενεργούσαν σε σύμπραξη με τον Merinson ή αυτόνομα. Οι αιτητές κατά πάντα ουσιώδη χρόνο διατηρούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς στην Κύπρο, στην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (η οποία μετονομάστηκε σε Astrobank), Barclays Bank Plc και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Ενόψει των πιο πάνω πληροφοριών που έλαβαν οι αιτητές από την Julius Baer στις 6.3.17 αλλά και ενόψει της διαπίστωσης ότι σε τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούνταν σε κυπριακές τράπεζες διακινήθηκαν μεγάλα ποσά και έγιναν παρόμοιες συναλλαγές όπως αυτές στη βάση των οποίων πληρώθηκαν προμήθειες από την Julius Baer, οι δικηγόροι των αιτητών καταχώρισαν αιτήσεις εναντίον της Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (η οποία μετονομάστηκε σε Astrobank) και Barclays Bank Plc, για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξαν παρόμοιες παράνομες πρακτικές και στην Κύπρο. Προς τούτο, καταχωρίστηκε στις 27.3.17 η αγωγή 1478/17 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και αίτηση ίδιας ημερομηνίας, η οποία έχει πανομοιότυπα αιτητικά και μαρτυρία όπως η παρούσα (τεκμήρια 6 και 7). Σχετικά διατάγματα εκδόθηκαν μονομερώς στις 30.3.17 (τεκμήριο 8) και επιδόθηκαν στις 31.3.17 στην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (η οποία μετονομάστηκε σε Astrobank) ενώ σε ό,τι αφορά την Barclays Bank Plc ακολουθήθηκε διαδικασία επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Η Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (η οποία μετονομάστηκε σε Astrobank) έχει ήδη συμμορφωθεί με το εκδοθέν διάταγμα και έχει δώσει σχετικά στοιχεία, ενώ η Barclays Bank Plc έχει ήδη εκφράσει την πρόθεση να αποδεχθεί όπως το εκδοθέν διάταγμα καταστεί απόλυτο και όπως συμμορφωθεί ευθύς αμέσως της επιδοθεί δεόντως στο Ηνωμένο Βασίλειο, μαζί με απόφαση αναγνώρισης και εκτέλεσης του, για την έκδοση της οποίας ήδη έχει δηλώσει ότι θα συγκατατεθεί. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της αποκάλυψης που έγινε από την Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, επιβεβαιώθηκε ότι παρόμοιες πρακτικές ακολουθήθηκαν και στην Κύπρο και ότι αριθμός προσώπων έχει λάβει προμήθειες ή/και χρήματα σε σχέση με συναλλαγές που έγιναν από τους αιτητές. Στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 28.4.17 που έχει καταχωριστεί από την Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (η οποία μετονομάστηκε σε Astrobank) (τεκμήριο 9), καταγράφονται οι παράνομες πράξεις που έλαβαν χώρα σε βάρος των αιτητών. Ενόψει των όσων έχουν διαφανεί από την αποκάλυψη πληροφοριών από την Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, είναι πλέον εξαιρετικά πιθανό ότι αντίστοιχες πρακτικές έχουν ακολουθηθεί και για λογαριασμούς που διατηρούσαν οι αιτητές με τους καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι είναι τραπεζικό ίδρυμα που λειτουργεί στην Κυπριακή Δημοκρατία με έδρα στη Λευκωσία. Οι αιτητές είναι οι δικαιούχοι των λογαριασμών για τους οποίους ζητείται η πληροφόρηση, δηλαδή ζητούν ουσιαστικά πληροφόρηση που αφορά τυχόν συμφωνίες που υπήρξαν ή προμήθειες που πληρώθηκαν σε σχέση με δικές τους συναλλαγές. Πρόκειται για στοιχεία και πληροφορίες που αφορούν λογαριασμούς και δοσοληψίες των αιτητών. Στις 3.5.17 οι αιτητές καταχώρησαν αγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο εναντίον του Merinson σε σχέση με χρήματα που έχει λάβει δυνάμει του Finder Agreement. Οι αιτητές έχουν πρόθεση να προωθήσουν τις αξιώσεις τους σε κάθε Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία, είτε στην Αγγλία είτε στην Ολλανδία είτε αλλού. Οι αιτητές έχουν πρόθεση να κινηθούν και εναντίον όσων άλλων υπαλλήλων υπάρξει μαρτυρία ότι πιθανό να εμπλέκονται σε πληρωμές που λήφθηκαν από την Julius Baer ή/και από άλλες τράπεζες υπό μορφή πληρωμών. Ήδη από την ένορκη δήλωση αποκάλυψης της Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (η οποία μετονομάστηκε σε Astrobank) έχει προκύψει μαρτυρία εναντίον δύο τουλάχιστον άλλων προσώπων. Είναι εξαιρετικά πιθανό ότι τέτοιες διαδικασίες θα περιλαμβάνουν και αιτήσεις για πάγωμα περιουσιών (mareva injunctions). Σε σχέση με τέτοιες αιτήσεις, τόσο στην Κύπρο όσο και στην Αγγλία υπάρχει σαφές καθήκον να υποβληθούν άμεσα και χωρίς καθυστέρηση. Συνεπώς υπάρχει ανάγκη να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, με σκοπό να πληροφορηθούν οι αιτητές την έκταση της δολοπλοκίας και του αθέμιτου πλουτισμού εναντίον τους ως επίσης και το σύνολο των προσώπων που έχουν αναμειχθεί σε αυτή. Πρόκειται για στοιχεία που αφορούν συμβάσεις που πιθανό να έχουν συναφθεί ή προμήθειες που πιθανό να έχουν πληρωθεί σε σχέση με τους λογαριασμούς και τις συναλλαγές των αιτητών και γι' αυτό οι αιτητές θεωρούν ότι δικαιούνται αυτές τις πληροφορίες. Σε σχέση με την έκδοση του διατάγματος φίμωσης (Gagging order), αναφέρει την πρόθεση των αιτητών να κινήσουν άμεσα νομικές διαδικασίες εναντίον του Merinson και όσων άλλων υπαλλήλων υπάρξει μαρτυρία ότι πιθανόν να εμπλέκονται και ότι αυτές οι διαδικασίες είναι εξαιρετικά πιθανό να συνοδεύονται από μονομερείς αιτήσεις για πάγωμα περιουσιών (mareva injunctions). Κατ' ακολουθία, υπάρχει έκδηλη ανάγκη και είναι υπό τις περιστάσεις δίκαιο να εκδοθεί και ενδιάμεσο διάταγμα (Gagging order) το οποίο θα απαγορεύει και εμποδίζει τους καθ' ων η αίτηση και/ή αντιπροσώπους και υπαλλήλους τους να ειδοποιήσουν ή ενημερώσουν με οποιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων με τα οποία είχαν συμβληθεί ή/και είχαν επικοινωνίες αναφορικά με τις επίδικες συμβάσεις ή/και πληρωμές, σχετικά με την έναρξη της παρούσας αγωγής και/ή διαδικασιών, μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της ακρόασης της παρούσας αγωγής ή/και μέχρι νεότερων οδηγιών του Δικαστηρίου. Αν δεν εκδοθεί το διάταγμα φίμωσης (Gagging order), οι καθ' ων η αίτηση ενδέχεται, είτε αθώα είτε άλλως πώς να θέσουν σε γνώση των προσώπων που εμπλέκονται, την ύπαρξη της έρευνας αυτής, με αποτέλεσμα τα εν λόγω πρόσωπα να λάβουν ενέργειες για να αποτρέψουν την αποκάλυψη στοιχείων ή να αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία. Οι αιτητές θεωρούν ότι είναι αναγκαίο και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, εφόσον στη βάση της διαθέσιμης μαρτυρίας, υπάρχει βάσιμη υποψία ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν αναμειχθεί, ενδεχομένως αθώα, σε αδικοπραξίες ή/και παραβάσεις συμβάσεων εργοδότησης σε βάρος των αιτητών, δηλαδή έχουν συνάψει συμφωνίες με τρίτα πρόσωπα, δυνάμει των οποίων συμφωνήθηκε η πληρωμή ποσών σε τρίτους σε σχέση ή/και με βάση της «εισαγωγή» των αιτητών στους καθ' ων η αίτηση και στη συνέχεια, σε συνάρτηση είτε την κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού οποιουδήποτε από τους αιτητές είτε τις τραπεζικές εργασίες οποιουδήποτε από τους αιτητές, υπό μορφή προμήθειας ή/και διαμοιρασμού αμοιβής (fee sharing agreement ή finder agreement) είτε άλλως πως. Στα πλαίσια της έρευνας που έχουν αρχίσει οι αιτητές, είναι εξαιρετικά δύσκολο να εντοπίσουν μαρτυρία σε σχέση με τις εν λόγω συμφωνίες ή πληρωμές από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός από τους καθ' ων η αίτηση. Οι αιτητές δεν έχουν οποιαδήποτε άλλα νόμιμα μέσα ή τρόπους ή μεθόδους για να συλλέξουν ή να εξασφαλίσουν τέτοια πληροφόρηση και έγγραφα για να είναι σε θέση να αποδείξουν τις αδικοπραξίες και παραβάσεις συμβάσεων που έχουν προκύψει εναντίον τους ή να καταδείξουν την έκταση αυτών. Σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και εν συνεχεία αποκαλυφθούν τέτοιες συμφωνίες και πληρωμές, οι αιτητές θα είναι πλέον σε θέση να προωθήσουν τα νόμιμα δικαιώματα τους εναντίον των προσώπων που ήθελε φανεί ότι έχουν λάβει τέτοια ποσά σε βάρος των αιτητών. Οι πληροφορίες και έγγραφα που είναι αντικείμενο της παρούσας αίτησης είναι εξαιρετικής σημασίας και είναι σχετικές με τις διαδικασίες που έχουν πρόθεση να εγείρουν οι αιτητές και οι οποίες περιλαμβάνουν αστικές αγωγής και αιτήσεις για πάγωμα περιουσίας (feezing injunctions) και οι οποίες θα προωθηθούν κατά πάσα πιθανότητα στο εξωτερικό ή ακόμα και στην Κύπρο, αν χρειαστεί. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 17.7.17, η Φρύνη Φούρναρη επεξηγεί ότι ο λόγος για τον οποίο δεν συμπεριελήφθηκαν οι καθ' ων η αίτηση στην αγωγή 1478/17 ήταν γιατί υπήρχε η ανησυχία ότι η παρούσα διαδικασία θα περιέρχετο σε γνώση των πρώην διευθυντών των αιτητών, οι οποίοι φαίνεται να διατηρούν επαγγελματικές σχέσεις με τους καθ' ων η αίτηση, με αποτέλεσμα να τεθεί σε κίνδυνο η όλη διαδικασία εξασφάλισης μαρτυρίας, τόσο από τους καθ' ων η αίτηση, όσο και από τους εναγόμενους στην αγωγή 1478/
- Γι' αυτό και η παρούσα διαδικασία εγέρθηκε μετά τη συμμόρφωση των εναγομένων στην αγωγή 1478/
- Οι καθ' ων η αίτηση με την ένσταση τους προβάλλουν 13 λόγους ένστασης, οι οποίοι συνοψίζονται στους εξής
(8):
- Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αναφορικά με λογαριασμούς, στοιχεία και πληροφορίες που αφορούν ή δόθηκαν από τρίτα πρόσωπα χωρίς τη συγκατάθεση τους.
- Η αγωγή και η παρούσα αίτηση δεν επιδόθηκε και τα τρίτα πρόσωπα δεν έχουν σχετική ενημέρωση ώστε να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να τοποθετηθούν. Ειδικότερα, δεν έχει επιδοθεί στον Dmitry Merinson ο οποίος φέρεται να ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και/ή διευθυντής και/ή υπάλληλος των αιτητών.
- Τα αιτούμενα διατάγματα είναι γενικά, καλύπτουν πολύ ευρύ φάσμα οδηγιών και/ή πληροφοριών και/ή κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών των αιτητών για ακαθόριστη χρονική περίοδο, καθιστώντας τη συμμόρφωση των καθ' ων η αίτηση σχεδόν αδύνατη.
- Οι καθ' ων η αίτηση δεσμεύονται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και/ή τραπεζικό απόρρητο και η παρούσα αίτηση δεν εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του άρθρου 29
(2)του Νόμου 66(Ι)/
- Τα αιτούμενα διατάγματα αποτελούν ουσιαστικά προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» από τους αιτητές διότι επεκτείνονται και αφορούν όλους τους λογαριασμούς των αιτητών και όλες τις πιθανές οδηγίες που δόθηκαν για τη λειτουργία τους από το άνοιγμα τους μέχρι σήμερα, από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο και/ή συμφωνίες και διευθετήσεις που αφορούν τρίτα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στη διαδικασία.
- Η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη διότι καταχωρήθηκε πριν την ολοκλήρωση των έγγραφων προτάσεων και την αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων. Δεν αποκαλύφθηκαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή περιστάσεις για να καταστήσουν αναγκαία την παρούσα αίτηση πριν την καταχώρηση των έγγραφων προτάσεων.
- Οι καθ' ων η αίτηση μπορεί να φανούν υπόλογοι και να υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους από τρίτα πρόσωπα αν προχωρήσουν στην αποκάλυψη στοιχείων χωρίς διάταγμα του Δικαστηρίου, εφόσον αυτοί λάμβαναν οδηγίες από νόμιμους αντιπροσώπους και/ή διευθυντές των αιτητών και συνεπώς εκτελούσαν οδηγίες των πελατών τους - αιτητών.
- Τα αιτούμενα διατάγματα προκαλούν αδικία και είναι καταπιεστικά για τους καθ' ων η αίτηση, λόγω του περιεχομένου τους και του περιορισμένου χρόνου, δηλαδή των επτά ημερών και είναι πανομοιότυπα με τις αξιώσεις των αιτητών όπως εμφαίνονται στο κλητήριο ένταλμα. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αγγέλας Λουκαΐδου, ημερομηνίας 10.8.17, Διευθύντριας της Μονάδας Διεθνών Δραστηριοτήτων (International Business Unit, I.B.U) των καθ' ων η αίτηση, στην οποία επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση Διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal ως αναφέρει στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης της και εισηγείται όπως, στην περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, θα πρέπει να δοθεί στους καθ' ων η αίτηση προθεσμία τουλάχιστον 2 μηνών, ώστε να ανευρεθούν όλες οι σχετικές πληροφορίες. Περαιτέρω, οι αιτητές, θα πρέπει να καλύψουν προκαταβολικά όλα τα έξοδα των καθ' ων η αίτηση. Έχω μελετήσει με προσοχή την αίτηση και ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν καθώς επίσης και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν ή έθεσαν με τις αγορεύσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)(γ) του Ν.14/60, τα Κυπριακά Δικαστήρια εφαρμόζουν τις αρχές της επιείκειας και είναι στο πλαίσιο αυτής της εφαρμογής που έχουν εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σύμφωνα με το άρθρο 32, που αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο έκδοσης τους (βλ. Parico v. Muskita
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές του Δικαίου της επιείκειας εφαρμόζονται και από τα Κυπριακά Δικαστήρια, εφόσον δεν γίνεται διάφορη ρύθμιση από τη νομοθεσία της Κύπρου (βλ. Χριστοφίδη ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718). Τα αιτούμενα διατάγματα είναι διατάγματα αποκάλυψης (disclosure) πληροφοριών και εγγράφων που στρέφονται κατά προσώπων που αναμείχθηκαν σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες άλλου προσώπου ή υποβοήθησαν το άλλο πρόσωπο στις επιλήψιμες δραστηριότητές του. Το ότι το Δίκαιο της Επιείκειας παρέχει τέτοια θεραπεία στο ζημιωθέν μέρος προκύπτει έκδηλα από τις υποθέσεις Norwich Pharmacal Co (ανωτέρω) και Bankers Trust v. Shapira
(1980)1 W.L.R. 1247 (εκτενής αναφορά στις οποίες θα γίνει πιο κάτω). Κατ' επέκταση, διατάγματα της εξεταζόμενης φύσης είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και τα Κυπριακά Δικαστήρια ασφαλώς και έχουν δικαιοδοσία χορήγησης τους, εκτός και εάν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση που δεν επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Κατά συνέπεια, η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί στις πρόνοιες του άρθρου 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι)/1997, το οποίο, όπως έγινε εισήγηση, απαγορεύει την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών λόγω τραπεζικού απορρήτου. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως:- «29
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε σύμβουλο, τον πρώτο εκτελεστικό διευθυντή, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο τράπεζας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία τράπεζας, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με την τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου - (α) Ο πελάτης ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποί του παρέχει ή παρέχουν τη γραπτή συγκατάθεσή τους για το σκοπό αυτό ή (β) ο πελάτης έχει κηρυχτεί σε πτώχευση ή αν ο πελάτης είναι εταιρεία, η εταιρεία ευρίσκεται υπό διάλυση ή (γ) έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη ή του εγγυητή του αναφορικά με το λογαριασμό του πελάτη ή (δ) οι πληροφορίες παρέχονται στην αστυνομία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή σε δημόσιο λειτουργό που είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από το σχετικό Νόμο να λάβει τις πληροφορίες αυτές ή σε δικαστήριο κατά τη δίωξη ή εκδίκαση ποινικού αδικήματος δυνάμει του σχετικού Νόμου ή (ε) έχει επιδοθεί στην τράπεζα δικαστικό διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων που βρίσκονται σε πίστη λογαριασμού πελάτη ή (στ) οι πληροφορίες απαιτούνται από συνάδελφο που εργοδοτείται από την ίδια τράπεζα ή τη μητρική της εταιρεία ή θυγατρική εταιρεία της τράπεζας ή της μητρικής της εταιρείας ή εγκεκριμένο ελεγκτή ή νομικό σύμβουλο της τράπεζας, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή (ζ) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών αναφορικά ή σε σχέση με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται είναι γενικής φύσης και σε καμιά περίπτωση δε σχετίζονται με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη ή (η) η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή για λόγους προστασίας των συμφερόντων της τράπεζας.» Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 29
(1)(ανωτέρω) είναι σαφές ότι η απαγόρευση αφορά πληροφορίες που δίδονται από λειτουργούς της Τράπεζας προς ίδιο όφελος, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Επιπρόσθετα, με την παρούσα Αίτηση ζητούνται στοιχεία και πληροφορίες αναφορικά με λογαριασμούς των αιτητών, τους οποίους διατηρούν στους καθ' ων η αίτηση. Οι αιτητές δηλαδή είναι οι δικαιούχοι των λογαριασμών για τους οποίους ζητείται η πληροφόρηση και η οποία αφορά τυχόν συμφωνίες που υπήρξαν ή προμήθειες που πληρώθηκαν σε σχέση με δικές τους συναλλαγές. Κατά την άποψη μου, υπό τα περιστατικά της υπόθεσης, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 29
(2)(η). Κι αυτό γιατί η φύση των ζητούμενων πληροφοριών - στη βάση των όσων οι Αιτητές ισχυρίζονται - εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον που είναι η καταστολή δόλιων πράξεων ή εγκλημάτων και σε τέτοιες περιπτώσεις το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας - πελάτη (βλ. Tournier v. National Provincial and Union Bank of England
(1923)All E.R. 550). Σχετικά παραπέμπω και στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294: «The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr. O'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted. Here, there is a strong prima facie case to the contrary .» Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι δεν μπορούν να δώσουν τις αιτούμενες πληροφορίες λόγω τραπεζικού απορρήτου ή λόγω της δέσμευσης τους από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης, δεν ευσταθεί. Αντίθετα, στη βάση των ισχυρισμών των αιτητών, προβάλλονται ισχυροί λόγοι ότι αυτοί έχουν δικαίωμα να πάρουν τις αιτούμενες πληροφορίες, που έχουν άμεση σχέση με τους δικούς τους λογαριασμούς που διατηρούν στους καθ' ων η αίτηση, ως και δικές τους συναλλαγές και δοσοληψίες, χωρίς οι καθ' ων η αίτηση να χρειάζονται τη συγκατάθεση τρίτων προσώπων και/ή ειδικότερα του Dmitry Merinson. Σχετικά παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bankers Trust Co v. Sharipa & Others
(1980)3 All E.R. 358:- «The Plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge Pour L'Etranger v. Hambrouck
(1921)1 K.B. 321 at 325. The Customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank see Initial Services Ltd v. Putterill
(1968)1 Q.B. 396, 405 if the plaintiffs equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents -- for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it.» Σχετική είναι και η υπόθεση A and another v. C and others
(1980)2 All E.R. 351, και το πιο κάτω απόσπασμα είναι σχετικό: «In particular, it may order a bank (whether or not party to the proceedings) to give discovery of documents in relation to the bank account of a defendant who is alleged to have defrauded the plaintiff of his assets; it may make orders for interrogatories to be answered by the defendants of their employees or directors.» Περαιτέρω, σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Commercial Litigation pre-emptive remedies Loose leaf Edition Sweet & Maxwell's και κάτω από τον τίτλο Involvement in Wrongdoing στη σελίδα Α3-1037: «Banks have often been held to be innocently involved in wrongdoing and Norwich Pharmacal orders have been made against them in a number of cases. This arises particularly where there has been a fraud which had let to loss, and the applicant wants to know the identity of the perpetrator in order to issue proceedings. Norwich relief can be obtained in such circumstances in order to identify the wrongdoer and prevent any further fraudulent activity.» Συνακόλουθα, οι σχετικοί λόγοι ένστασης απορρίπτονται και ακολουθεί η εξέταση του κατά πόσο ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη βάση του οποίου οι Αιτητές προώθησαν την υπόθεση τους, έτυχε νομολογιακής εξέτασης κατ' επανάληψη (βλ. μεταξύ άλλων Karydas Taxi Co v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 κλπ) και είναι γνωστές οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου να επιτύχει ο αιτητής. Θα πρέπει να καταδείξει ότι:
- Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
- Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του, προϋπόθεση που αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, και
- Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, προϋπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των αποζημιώσεων, δηλαδή αν η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Έχοντας επισημάνει ότι τα διατάγματα αποκάλυψης είναι δημιούργημα του Δικαίου της Επιείκειας, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει κανένα λόγο να μην εφαρμόσει τη νομική αρχή της υπόθεσης Norwich Pharmacal όπως αυτή εξελίχθηκε μεταγενέστερα. Τα γεγονότα της υπόθεση Norwich, ήταν κατ' ουσία, απλά. Οι εφεσείοντες ήταν ιδιοκτήτες και δικαιούχοι της πατέντας «furazolidone», την οποία χρησιμοποιούσαν σε χημικά παρασκευάσματα. Σε κάποιο στάδιο διαπίστωσαν ότι άγνωστα πρόσωπα είχαν επέμβει στην πατέντα τους, εισάγοντας παράνομα στην Αγγλία αντίστοιχα παρασκευάσματα. Τα ονόματα των εισαγωγέων ήταν γνωστά στις τελωνειακές αρχές στη βάση σχετικών εγγράφων, γι' αυτό ζήτησαν την αποκάλυψη τους προκειμένου να κινηθούν δικαστικά εναντίον τους. Οι τελωνειακές αρχές αρνήθηκαν, προβάλλοντας ότι δεν είχαν εξουσία να το πράξουν. Κατ' ακολουθία τούτου, οι εφεσείοντες ήγειραν αγωγή εναντίον τους αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, διάταγμα αποκάλυψης των ονομάτων των (παράνομων) εισαγωγέων. Το Δικαστήριο ικανοποίησε το αίτημα τους αλλά η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε κατ' έφεση. Αποφασίσθηκε ότι η Norwich Pharmacal δεν είχε αιτία αγωγής εναντίον των τελωνείων και, επομένως, δεν νομιμοποιείτο σε διάταγμα αποκάλυψης και, δεύτερο, τα ονόματα των εισαγωγέων δόθηκαν στις τελωνειακές αρχές εμπιστευτικά και, επομένως, δεσμεύονταν από καθήκον δημοσίου συμφέροντος να μην τα αποκαλύψουν. Η απορριπτική απόφαση του Εφετείου εφεσιβλήθηκε με επιτυχία στη Βουλή των Λόρδων. Ό,τι ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Although as a general rule no independent action for discovery would lie against a person against whom no reasonable cause of action could be alleged, or who was in the position of a mere witness in the strict sense, the rule did not apply where (a) without discovery of the information in the possession of the person against whom discovery was sought no action could be begun against the wrongdoer, and (b) the person against whom discovery was sought had himself, albeit through no fault of his own, been involved in the wrongful acts of another so as to facilitate the wrongdoing. In such circumstances although he might have incurred no personal liability, he was under a duty to assist the person who had been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoer.» Η καθιερωθείσα από την υπόθεση Norwich νομική αρχή ακολουθήθηκε έκτοτε από τα Αγγλικά Δικαστήρια (βλ. British Steel Corp v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417, Harrington v. North Politechic
(1984)3 All E.R. 666) ως και από τα Καναδέζικα (βλ. υποθέσεις Glaxo Wellcome PLC v. M.N.R.
(1998)Can L.H.9071 (F.C.A.)
(1998)4 F.C. 439 (C.A.) και Alberta Treasury Branches v. Leahy
(2000)A.B.Q.B. 575 (CanLII). Κοινή συνισταμένη των εν λόγω αποφάσεων είναι ότι η υπό αναφορά νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω κι αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Το καθήκον των προσώπων αυτών, επισημάνθηκε, έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, κι αυτό εκπληρώνεται με το να αποκαλύψει τις πληροφορίες που κατέχει και που σχετίζονται με την αδικοπραξία. Η πιο πάνω νομική αρχή, όπως αναγνωρίσθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Asworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193, αποτελεί μια εύκαμπτη θεραπεία η οποία, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων καταστάσεων, θα πρέπει να ασκείται και σε περιπτώσεις που προηγουμένως δεν ασκείτο. Έτσι, η εφαρμογή της επεκτάθηκε σε υποθέσεις (α) που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες, (β) όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος ήταν γνωστή, αλλά η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από την όλη υπόθεση (βλ. AXA Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)C.L.C. 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd's Rep. 417
(2001)W.L. 1729042 και (γ) σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία (βλ. CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)F.S.R. 241). Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας Norwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511 στη σελ. 518. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «
(21)The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Οι πιο πάνω νομικές αρχές υιοθετήθηκαν και από την Κυπριακή Νομολογία στην υπόθεση Avila Management Services Ltd και άλλων ν. Frantisek Stepanek κ.ά Πολ. Έφεση 54/12 ημερ. 27.6.12, από την οποία παραθέτω και το ακόλουθο απόσπασμα: «Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήσουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Έχοντας παραθέσει το σχετικό απόσπασμα προχωρώ στην εξέταση κατά πόσο ικανοποιούνται ή όχι οι πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, κι αυτό στη βάση του υλικού που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πρώτη προϋπόθεση, αν δηλαδή έγινε αδικοπραξία από τους βασικούς αδικοπραγήσαντες ή αν καταδεικνύεται ότι το θέμα είναι συζητήσιμο, δεν παρουσιάζει πρόβλημα. Από το σχετικό υλικό προκύπτει ότι συγκεκριμένο πρόσωπο, δηλαδή ο Dmitry Merinson και πιθανόν και άλλα πρόσωπα που ενδεχομένως να ενεργούσαν σε σύμπραξη με τον Merinson ή και αυτόνομα, κατά παράβαση των συμβατικών και νόμιμων καθηκόντων προς τους αιτητές, κερδοσκόπησαν παράνομα σε βάρος τους. Πρόκειται για υπόθεση παράβασης καθηκόντων από πρόσωπο (δηλαδή τον Merinson) που βρίσκεται σε θέση εμπιστευματοδόχου και οφείλει καθήκοντα πίστης έναντι της εταιρείας που υπηρετεί. Το συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση, δεν περιορίζεται μόνο σε παράβαση σύμβασης αλλά και σε συνομωσία, δόλο και απάτη, αδικαιολόγητο πλουτισμό και παράβαση καθηκόντων πίστης. Επομένως, κρίνω ότι η σχετική προϋπόθεση, η οποία αντιστοιχεί στην πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 ικανοποιείται. Κατ' ακολουθία τούτου, η προσοχή θα πρέπει να επικεντρωθεί στη δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση της υπόθεσης Mitsui (πιο πάνω). Δηλαδή αν υπάρχει ανάγκη έκδοσης του διατάγματος για να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον των βασικών αδικοπραγήσαντων και αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα (οι καθ' ων η αίτηση δηλαδή) (α) είχε τέτοια ανάμειξη στην αδικοπραξία που υποβοήθησε την τέλεση της και (β) είναι σε θέση, ή φαίνεται να είναι σε θέση, να δώσει την αναγκαία πληροφόρηση για να καταστήσει δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον των βασικών αδικοπραγήσαντων. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, η αποκάλυψη των στοιχείων που οι αιτητές ζητούν με την παρούσα αίτηση, είναι αναγκαία ώστε να εξασφαλίσουν πληροφόρηση και έγγραφα για να είναι σε θέση να αποδείξουν τις αδικοπραξίες και παραβάσεις σύμβασης που έχουν προκύψει εναντίον τους ως και την έκταση τους. Ειδικότερα, οι αιτούμενες πληροφορίες είναι αναγκαίες ώστε να καταδειχθεί η συμμετοχή και ο βαθμός καθενός των αξιωματούχων των αιτητών που αναμίχθηκαν στην αδικοπραξία σε βάρος των αιτητών, η ταυτότητα τους και η έκτασης της αδικοπραξίας. Περαιτέρω, θα διαφανεί κατά πόσο εμπλέκονται και άλλα πρόσωπα τα οποία δεν είχαν οποιαδήποτε επαφή με τους αιτητές και στο παρόν στάδιο είναι άγνωστα σ' αυτούς. Επιπρόσθετα, υπάρχει ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων ώστε οι αιτητές να είναι σε θέση να προωθήσουν τα νόμιμα δικαιώματα τους εναντίον των προσώπων που ήθελε φανεί ότι έχουν λάβει οποιαδήποτε ποσά σε βάρος των αιτητών, οι οποίοι έχουν την πρόθεση να προωθήσουν τις αξιώσεις τους σε κάθε Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία, είτε στην Αγγλία είτε στην Ολλανδία είτε αλλού. Ειδικότερα, οι αιτητές, έχουν πρόθεση να κινηθούν εναντίον όσων υπαλλήλων υπάρξει μαρτυρία ότι πιθανόν να εμπλέκονται σε πληρωμές που λήφθηκαν από την Julius Baer ή/και άλλες τράπεζες υπό μορφή πληρωμών. Ήδη από την ένορκη δήλωση αποκάλυψης της Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (η οποία μετονομάστηκε σε Astrobank) έχει προκύψει μαρτυρία εναντίον δύο τουλάχιστον προσώπων. Με βάση τα πιο πάνω, οι καθ' ων η αίτηση φαίνεται ότι αθώα ή όχι, πιθανόν να έχουν αναμιχθεί στην αδικοπραξία που διαπράχθηκε σε βάρος των αιτητών και υποβοήθησαν στην τέλεση της, εφόσον οι αιτητές διατηρούν λογαριασμούς στους καθ' ων η αίτηση, σε σχέση με τους οποίους ζητούνται οι αιτούμενες πληροφορίες. Είναι δε πασιφανές ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι σε θέση να δώσουν την αναγκαία πληροφόρηση ώστε να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής, εναντίον των βασικών αδικοπραγήσαντων, εφόσον επαναλαμβάνω, οι αιτητές διατηρούν λογαριασμούς σ' αυτούς. Σ' ό,τι αφορά την πρόθεση των αιτητών έγερσης δικαστικών διαδικασιών σε Δικαστήρια εκτός δικαιοδοσίας, σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση AVILA (ανωτέρω): «Άλλο ουσιαστικό ζήτημα το οποίο εγείρεται με την έφεση και τέθηκε και πρωτοδίκως ήταν ότι τα διατάγματα Norwich Pharmacal δεν εκδίδονται για υποβοήθηση έγερσης αγωγής εκτός δικαιοδοσίας, δηλαδή, σε δικαιοδοσία άλλη από αυτή στην οποία επιδιώκεται και εκδίδεται το διάταγμα. Τα διατάγματα Norwich Pharmacal εμπίπτουν στη γενικότερη δυνατότητα της παροχής πληροφοριών και αποκάλυψης εγγράφων και στοιχείων. Όπως κάθε διάταγμα αποκάλυψης και παρουσίασης εγγράφων, όπως για παράδειγμα διάταγμα που εκδίδεται κάτω από το Bankers' Books Evidence Act 1879, έτσι και το διάταγμα Norwich Pharmacal χρειάζεται τη συνδρομή των αρμοδίων αρχών, συνήθως των Πρωτοκολλητών των Δικαστηρίων, για την εκτέλεση του. Γι' αυτό και το Δικαστήριο δεν εκδίδει κατά κανόνα τέτοιο διάταγμα επί αλλοδαπού ή επί αλλοδαπής τράπεζας που είναι ή μπορεί να είναι μέρος της επί Δικαστηρίω αγωγής και που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας. Ιδιαιτέρως, όταν η επιχείρηση διεξάγεται στο εξωτερικό (Mackinnon v. Donaldson Lufkin & Jenrette Securities Corp.
(1986)1 All E.R. 653). Δεν υπάρχει όμως κώλυμα ως θέμα αρχής τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal να είναι δυνατόν να εκδοθούν και προς υποβοήθηση λήψης στοιχείων και πληροφοριών για έγερση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας. Με την πολυπλοκότητα των σύγχρονων εμπορικών δραστηριοτήτων, κατά τη διεξαγωγή των οποίων δυνατό να εμπλέκονται διάφορα φυσικά και νομικά πρόσωπα εντός και εκτός δικαιοδοσίας, θα ήταν πολύ περιοριστική η εμβέλεια του διατάγματος εάν αποφασιζόταν να ισχύει μόνο για τις εντός της δικαιοδοσίας προτιθέμενες αγωγές. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί πάνω σε οποιαδήποτε νομική ή ακόμη και λογική βάση. Στη Smith Kline & French Laboratories Ltd v. Global Pharmaceuticals
(1986)RPC 394, η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην United Company Rusal Plc and others v. HSBS Bank Plc and others
(2011)EWHC 404 (QB), αναγνωρίστηκε ότι τα διατάγματα αυτού του τύπου εναντίον ενός εναγομένου έχουν σκοπό να δώσουν τη δυνατότητα σε ενάγοντα να εντοπίσει τον αδικοπραγούντα ακόμη και σε ξένη χώρα, ώστε να εγερθεί εκεί σχετική διαδικασία χρησιμοποιώντας τα έγγραφα και τις πληροφορίες που αποκαλύφθηκαν σε άλλη δικαιοδοσία. Αρκεί το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει αδικοπραξία από άτομο ή άτομα τρίτα προς τη διαφορά ή τους διαδίκους σε μια αγωγή ώστε ο αιτούμενος το διάταγμα να εγείρει την αγωγή του ακόμη και στο εξωτερικό (Steven Gee:Commercial Injunctions 5η έκδοση σελ. 689). Αποτελεί λόγον ένστασης των καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση είναι πρόωρη διότι καταχωρήθηκε πριν την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων και την αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η παρούσα αγωγή αποτελεί αγωγή αποκάλυψης. Κοινή συνισταμένη των πιο πάνω αποφάσεων είναι ότι η υπό αναφορά νομική αρχή που καθιερώθηκε από την υπόθεση Norwich, αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή - όπως έγινε και στην παρούσα - εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμιξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στη τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Το καθήκον των προσώπων αυτών έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε και αυτό εκπληρώνεται με το να αποκαλύψει τις πληροφορίες που κατέχει και που σχετίζονται με την αδικοπραξία. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Προβλήθηκε περαιτέρω ο ισχυρισμός εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι πανομοιότυπα με τις αξιώσεις των Αιτητών όπως εμφαίνονται στο οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και τυχόν έκδοση τους θα καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση AVILA (ανωτέρω): «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ.2015).» Έχω την άποψη ότι η φύση των αιτούμενων Διαταγμάτων είναι τέτοια που το γενικά «ανεπιθύμητο» δεν έχει θέση στην παρούσα περίπτωση. Αντίθετα λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που οι Αιτητές έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, το «ανεπιθύμητο» μετατρέπεται υπό τα περιστατικά της υπόθεσης, όχι μόνο σε «επιθυμητό» αλλά και αναγκαίο. Έπεται ότι η σχετική θέση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω επισημάνσεις, κρίνω ότι ικανοποιούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal. Σ' ό,τι αφορά την έκδοση του Διατάγματος φίμωσης (Gagging order) τονίζεται η πρόθεση των αιτητών να κινήσουν άμεσα νομικές διαδικασίες εναντίον του Merinson και όσων άλλων υπαλλήλων υπάρξει μαρτυρία ότι πιθανόν να εμπλέκονται. Οι εν λόγω διαδικασίες πιθανόν να συνοδεύονται και με μονομερείς αιτήσεις για δέσμευση περιουσιών (mareva injunctions). Συνεπώς, είναι έκδηλη η ανάγκη έκδοσης και του αιτούμενου Διατάγματος φίμωσης (Gagging Order). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος, εκδίδονται Διατάγματα ως η παράγραφος Α (1-5), Β και Γ της αίτησης. Ο χρόνος συμμόρφωσης των καθ' ων η αίτηση καθορίζεται σε 60 ημέρες από την επίδοση του Διατάγματος. Τα Διατάγματα εκδίδονται υπό τον όρο ότι οι Αιτητές θα αναλάβουν όπως καλύψουν τους Καθ' ων η Αίτηση για οποιαδήποτε έξοδα αυτοί ήθελε υποστούν λόγω συμμόρφωσης τους προς τα Διατάγματα. Τα έξοδα αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στη βάση στοιχείων που οι Καθ' ων η Αίτηση θα προσκομίσουν και τα οποία στη συνέχεια θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, τα οποία επίσης ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, έχοντας κατά νου αφενός την επιτυχία των Αιτητών, οι οποίοι έχουν απαίτηση εναντίον των καθ' ων η αίτηση μόνο για αποκάλυψη και αφετέρου ότι οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση για να αποφύγουν ενδεχόμενες απαιτήσεις εναντίον τους εκ μέρους τρίτων προσώπων στην περίπτωση που αποκάλυπταν τις πληροφορίες χωρίς διάταγμα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι είναι ορθότερο όπως διαταχθεί κάθε πλευρά να επωμισθεί τα έξοδα της και αυτή είναι η διαταγή του Δικαστηρίου. (Υπ.) ...................................... Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο