← Κύπρος

Νατάσα Παπαδοπούλου ν. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ, υπό εκκαθάριση δια μέσου των κ.κ. Αυγουστίνου Παπαθωμά και David Dunckley υπό την ιδιότητά τ

Νατάσα Παπαδοπούλου ν. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ, υπό εκκαθάριση δια μέσου των κ.κ. Αυγουστίνου Παπαθωμά και David Dunckley υπό την ιδιότητά τους ως εκκαθαριστές των Κυπριακών Αερογραμμών, Αγωγή Αρ. 8625/10, 17/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A327 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 8625/10 Μεταξύ: Νατάσα Παπαδοπούλου Ενάγουσα και Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ Εναγόμενη Ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 23.6.2015 Μεταξύ: Νατάσα Παπαδοπούλου Ενάγουσα και Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ, υπό εκκαθάριση δια μέσου των κ.κ. Αυγουστίνου Παπαθωμά και David Dunckley υπό την ιδιότητά τους ως εκκαθαριστές των Κυπριακών Αερογραμμών Εναγόμενη _______________________________________________________________________ Ημερομηνία: 17 Νοεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Στ. Ανδρέου για Ανδρέα Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ (Κατά την εκφώνηση της απόφασης η κα Αγκαστινιώτη) Για την Εναγόμενη: κ. Π. Πολυβίου και κα Χρ. Ππεκρή για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό και/ή παράνομη απόλυση και απώλεια καριέρας καθώς και ειδικές αποζημιώσεις για ποσό €26.100 αναφορικά με μισθούς για τους μήνες Σεπτέμβριο 2008 μέχρι 14/1/09 που είναι η ημερομηνία απόλυσης της ως και ποσό €11.600 για μισθούς και/ή ωφελήματα έναντι νόμιμης ειδοποίησης. Έγγραφες Προτάσεις Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που δικογραφούνται στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο η Ενάγουσα, επαγγελματίας πιλότος, στηριζόμενη στην προοπτική μιας μακροχρόνιας και επικερδούς καριέρας στην υπηρεσία των Εναγομένων αποδέχτηκε θέση ως πιλότος (συγκυβερνήτη) κατόπιν συμφωνίας απασχόλησης αορίστου χρονικού διαστήματος (μερικώς γραπτής και μερικώς προφορικής) ημερ. 6/10/1990 με ημερ. έναρξης εργασίας την 19/11/

  1. Ο μισθός της Ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο ανερχόταν σε €85.430 ετησίως. Προβάλλεται δε ο ισχυρισμός ότι κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της υπήρξε υπόδειγμα υπαλλήλου και ότι είχε λάβει σε όλες τις αξιολογήσεις και/ή εξετάσεις που αφορούσαν την εργασία της βαθμό πολύ καλά και/ή άριστα. Κατόπιν αιτήματος της στις 3/7/07 της παραχωρήθηκε άδεια άνευ απολαβών για περίοδο ενός έτους από τις 11/11/07 μέχρι τις 1/9/
  2. Αίτημα που υπέβαλε πριν τη λήξη της πιο πάνω άδειας για παράταση της άδειας άνευ απολαβών για περίοδο 13 μηνών δεν έγινε αποδεκτό από τους Εναγόμενους. Παρά το ότι ζήτησε επανεξέταση του πιο πάνω αιτήματος της, εκκρεμούσης της απάντησης των Εναγομένων επέστρεψε κανονικά στην εργασία της στις 2/9/
  3. Άμα τη επιστροφή της οι Εναγόμενοι και μεταξύ της περιόδου 15/9/08 μέχρι τις 19/9/08 την τοποθέτησαν σε πρόγραμμα πτήσεων το οποίο ήταν αναγκαίο για την επανένταξη της στην εργασία της το οποίο η Ενάγουσα παρακολούθησε με επιτυχία. Ενώ η Ενάγουσα ήτο σε αναμονή για να ειδοποιηθεί να συμμετάσχει στο πρόγραμμα εξομοίωσης για ένταξη της στο πρόγραμμα πτήσεων, στις 14/1/09 και χωρίς άλλη προειδοποίηση οι Εναγόμενοι της απέστειλαν επιστολή με την οποία της γνωστοποιούσαν τον άμεσο και μονομερή τερματισμό της συμφωνίας εργοδότησης της και/ή τερματισμό των υπηρεσιών της. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως η πιο πάνω ενέργεια αποτελεί παράνομη πράξη και κατάφορη παραβίαση της συμφωνίας απασχόλησης και ότι η απόλυση της έγινε παράτυπα αντικανονικά και χωρίς να ακολουθηθούν οι διαδικασίες της Εναγόμενης εταιρείας. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι λόγω της θέσης που κατείχε και λαμβάνοντας την ευδόκιμη υπηρεσία της, της είχε δημιουργηθεί η εύλογη προσδοκία μιας μακράς σταδιοδρομίας και ανέλιξης και/ή εξασφαλισμένης απασχόλησης στην υπηρεσία των Εναγομένων για περίοδο μέχρι και την αφυπηρέτηση της. Πέραν των ειδικών ζημιών που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί ένεκα της πιο πάνω αντισυμβατικής απόλυσης αναφορικά με μισθούς, ισχυρίζεται πως δεν μπορεί να εξεύρει εργασία στην Κύπρο καθότι δεν υπάρχει διαθέσιμη εταιρεία για εργοδότηση της σε παρόμοια θέση. Επίσης ισχυρίζεται ότι θα είναι δύσκολο έως αδύνατο για αυτήν να εργοδοτηθεί στη θέση Κυβερνήτη επιβατικού αεροσκάφους τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να καταστραφεί ολότελα η μέχρι σήμερα καριέρα, σταδιοδρομία και ανέλιξη της. Τέλος ισχυρίζεται πως ο παράνομος τερματισμός της εργοδότησης της, της στέρησε την ευκαιρία για παραγωγική εργασία και/ή ανέλιξη για ακόμη 19 χρόνια. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι η Ενάγουσα ξεκίνησε να εργάζεται στην υπηρεσία των Εναγομένων στις 19/11/90 αφότου αυτή αποδέκτηκε τη θέση Συγκυβερνήτη. Αναφορικά με την άδεια άνευ απολαβών που είχε παραχωρηθεί στην Ενάγουσα προβάλλεται η θέση ότι αυτή είχε αιτηθεί τέτοια άδεια και για την περίοδο 11/8/07 μέχρι την 1/9/08 και ότι οι Εναγόμενοι λόγω αριθμού συσσωρευμένης άδειας και δημοσίων αργιών που είχε της παραχώρησαν από την 1/8/07 μέχρι τις 10/11/07 την συσσωρευμένη άδεια που είχε και την ετήσια άδεια του 2007 και ότι η άδεια άνευ απολαβών άρχισε στις 11/11/07 και διήρκησε μέχρι την 1/9/
  4. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι ανέμενε ειδοποίηση εκ μέρους τους για συμμετοχή της στο πρόγραμμα εξομοίωσης με σκοπό την ένταξη της στο πρόγραμμα πτήσεων, ισχυρίζονται ότι αυτή δεν προγραμματίστηκε καθόλου για εργασία και ότι ουδέποτε οι Εναγόμενοι της είπαν να αναμένει τέτοια ειδοποίηση. Αρνούνται ότι ενήργησαν, ως είναι η θέση της Ενάγουσας, παράνομα και αντισυμβατικά και ισχυρίζονται ότι η συμβατική σχέση μεταξύ των μερών τερματίστηκε καθόλα νομότυπα και ότι με την επιστολή τους ημερ. 14/1/09, στην οποία αναφέρουν ρητά τους λόγους τερματισμού των υπηρεσιών της, ενημέρωσαν δεόντως την Ενάγουσα. Ισχυρίζονται δε ότι ένας από τους λόγους ήταν η μη ικανοποιητική επίδοση και απόδοση της Ενάγουσας καθώς και λόγω των συχνών αλλαγών εκ μέρους της στο πρόγραμμα πτήσεων γεγονός που προκαλούσε αστάθεια στο πρόγραμμα πτήσεων με αρνητικά συνεπακόλουθα στις εργασίες της Εναγόμενης Εταιρείας. Μαρτυρία Κατά την ακρόαση της υπόθεσης η πλευρά της Ενάγουσας κάλεσε τρεις μάρτυρες ως ακολούθως: · Νατάσα Παπαδοπούλου (Μ.Ε.1/Ενάγουσα) · Αντώνης Οικονομίδης (Μ.Ε.2) · Φρίξος Ελευθερίου (Μ.Ε.3) Από πλευράς Υπεράσπισης δεν προσήχθη οποιαδήποτε μαρτυρία. Μαρτυρία Ενάγουσας/Μ.Ε.1 Η μαρτυρία της Ενάγουσας μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: · Η Μ.Ε.1 είναι επαγγελματίας πιλότος κατέχοντας επαγγελματική άδεια από το
  5. · Στηριζόμενη στην προοπτική μιας μακρόχρονης και προσοδοφόρας καριέρας στην υπηρεσία των Εναγομένων αποδέχτηκε θέση εργασίας ως πιλότος (συγκυβερνήτης) στη βάση συμφωνίας απασχόλησης αορίστου χρόνου ημερ. 6/10/1990 και ημερομηνία έναρξης εργασίας την 19/11/
  6. (Επιστολή πρόσληψης από τις Κυπριακές Αερογραμμές κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2) · Με την έναρξη της εργοδότησης της στους Εναγόμενους εντάχθηκε ως μέλος στη Παγκύπρια Συντεχνία Πιλότων (ΠΑΣΥΠΙ). · Από την ημερομηνία της πρόσληψης της (19/11/1990) μέχρι και τις 24/9/1994 διετέλεσε Συγκυβερνήτης σε επιβατηγό αεροσκάφος. Στις 24/9/1994 προήχθη και ανέλαβε χρέη Ανώτερου Συγκυβερνήτη μέχρι τις 4/10/
  7. Στις 4/10/2006 επαναπροήχθη και ανέλαβε χρέη Κυβερνήτη επιβατηγού αεροσκάφους μέχρι την ημερομηνία της απόλυσης της από τους Ενάγοντες [Τεκμήρια 3

(1),
(2)&
(3)]. · Για την προαγωγή της σε Κυβερνήτη επιλέγηκε μεταξύ άλλων πιλότων λόγω της αρχαιότητας, των προσόντων και των ικανοτήτων της ενώ παρακάθησε και σε προφορική και γραπτή εξέταση που πέρασε επιτυχώς. Περαιτέρω έτυχε εκπαίδευσης και παρακάθησε σε εξετάσεις (γραπτές και πρακτικές) με βάση τους διεθνείς κανονισμούς της Πολιτικής Αεροπορίας. · Για προσωπικούς λόγους αιτήθηκε στις 3/7/2007 άδειας άνευ απολαβών για περίοδο ενός έτους, αίτημα το οποίο έγινε ανεπιφύλακτα αποδεκτό από τους Εναγόμενους και της παραχωρήθηκε άδεια από τις 11/11/2007 μέχρι και την 1/9/2008 (Τεκμήριο 7). Λίγο πριν τη λήξη της άδειας άνευ απολαβών και συγκεκριμένα στις 15/7/2008 αιτήθηκε παράταση της άδειας της για περίοδο 13 μηνών, αίτημα το οποίο δεν έγινε αποδεκτό και έτσι στις 2/9/2008 επέστρεψε στην εργασία της. · Άμα τη επιστροφή της τοποθετήθηκε στο πρόγραμμα πτήσεων (roster) όπου για την περίοδο 15/9/2008 μέχρι 19/9/2008 παρακολούθησε με επιτυχία τα απαραίτητα μαθήματα εδάφους για σκοπούς επανένταξης της στα πτητικά της καθήκοντα. · Ενώ βρισκόταν σε αναμονή για σκοπούς συμμετοχής στο πρόγραμμα εξομοιωτή πτήσεων το οποίο ήταν αναπόσπαστο μέρος της εκπαίδευσης και των εξετάσεων για την πλήρη επανένταξη της, ξαφνικά και χωρίς καμία άλλη προηγούμενη ειδοποίηση, στις 22/1/2009 της παρεδόθη επιστολή των Εναγομένων ημερ. 14/1/2009 με την οποία της γνωστοποιούσαν τον άμεσο τερματισμό των υπηρεσιών της (Τεκμήριο 8). · Κατόπιν τούτου διαμαρτυρήθηκε έντονα προς τους Εναγόμενους και, αφού δεν υπήρξε κάποια ουσιαστική απάντηση, στην επιδίωξη της να ανακαλύψει τους λόγους τερματισμού της εργοδότησης της απέστειλε στις 18/2/2009 επιστολή προς τον Πρόεδρο και Μέλη του ΔΣ της ΠΑΣΥΠΙ ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο κλήθηκε και παρευρέθηκε σε συνεδρία του Δ.Σ. της ΠΑΣΥΠΙ όπου προέβη σε ενημέρωση για την απόλυση της. Παρά τη διαμεσολάβηση της ΠΑΣΥΠΙ με τους Εναγόμενους για απόσυρση της επιστολής τερματισμού της εργοδότησης της δεν υπήρξε οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Τα πιο πάνω της κοινοποιήθηκαν μέσω επιστολής της ΠΑΣΥΠΙ ημερ. 7/10/10 (Τεκμήριο 10). Η αμέσως επόμενη ενέργεια της ήταν η λήψη δικαστικών μέτρων. · Καθ΄ όλη τη διάρκεια της εργασίας της στους Εναγόμενους υπήρξε υπόδειγμα υπαλλήλου ενώ στις αξιολογήσεις και εξετάσεις που αφορούσαν την εργασία της λάμβανε πολύ καλές βαθμολογίες. · Ο προβληθείς λόγος τερματισμού της εργοδότησης της που αναφέρεται σε συχνές αλλαγές στο πρόγραμμα πτήσεων από μέρους της δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθότι το διάστημα των 16 μηνών πριν την απόλυση της δεν διενεργούσε οποιεσδήποτε πτήσεις ευρισκόμενη αρχικά με άδεια και ακολούθως με άδεια άνευ απολαβών ενώ με την επιστροφή της στην εργασία της στις 2/9/08 δεν είχε ποτέ ολοκληρώσει για λόγους που αφορούν αποκλειστικά τους Εναγόμενους την απαραίτητη εκπαίδευση ("simulator training & check") την οποία ήσαν υποχρεωμένοι να της παρέχουν για να μπορέσει να εκτελέσει οποιαδήποτε πτήση. · Ο ισχυρισμός περί μη ικανοποιητικής επίδοσης και απόδοσης δεν συνάδει με τις αξιολογήσεις και βαθμολογίες της τόσο από τους ίδιους τους Εναγόμενους όσο και από το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας. Καθ΄ όλη δε τη διάρκεια της εργοδότησης της ουδέποτε εκφράστηκε από τους Εναγόμενους οποιοδήποτε παράπονο γι΄ αυτή, ούτε της δόθηκε οποιαδήποτε επιστολή προειδοποίησης στην οποία να αναφέρεται οποιοδήποτε παράπτωμα της ή παράπονο των Εναγομένων. Απεναντίας από τους Εναγόμενους λάμβανε επί τω πλείστο επιστολές με τις οποίες την συνέχαιραν για την απόδοση της. · Μέχρι και σήμερα οι Εναγόμενοι της οφείλουν τους μισθούς της για τους μήνες από 1/9/2008 μέχρι και τις 14/1/2009 οι οποίοι ανέρχονται στο ποσό των €33.220,
  1. · Λόγω της απόλυσης των Εναγομένων η Ενάγουσα δεν μπορεί να εξεύρει πουθενά εργασία σε παρόμοια θέση με βάση τα προσόντα της είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό. Παρά τις προσπάθειες που έκανε σε εταιρείες στο εξωτερικό δεν κατάφερε να βρει εργασία είτε ανάλογη, είτε κατώτερη από αυτή που κατείχε στους Εναγόμενους και μέχρι σήμερα παραμένει άνεργη. Κύριο ανασταλτικό παράγοντα στις αιτήσεις που υπέβαλε αποτελεί η απόλυση της από τους Εναγόμενους. · Περαιτέρω η απόλυση της την άφησε εκτεθειμένη πέραν των 7½ ετών μέχρι τώρα προκαλώντας ακόμη πιο δύσκολη την επανένταξη της στο επάγγελμα. Εκτός από τις ειδικές θεωρητικές γνώσεις, τη συνεχή ενημέρωση και εκπαίδευση απαραίτητο στοιχείο για ένα επαγγελματία πιλότο είναι και το επίπεδο δεξιοτεχνίας το οποίο αποκτάται και διατηρείται με συνεχή εξάσκηση. Η στέρηση της από του να διενεργεί οποιεσδήποτε πτήσεις κάνει ακόμη δυσκολότερη την εξεύρεση εργασίας. Μαρτυρία Μ.Ε.2 Ο Μ.Ε.2 είναι Διευθυντής Πτητικών Επιχειρήσεων (Director of Flight Operations) στην αεροπορική εταιρεία Τous, έχοντας αφυπηρετήσει το 2006 από τους Εναγόμενους όπου εργάστηκε από την 21/11/
  2. Στη συνέχεια εργοδοτήθηκε στην Eurocypria από τις 24/11/08 μέχρι που έκλεισε η εταιρεία κατέχοντας αρχικά τη θέση του Βοηθού Διευθυντή Πτητικών Επιχειρήσεων και στη συνέχεια Διευθυντή Εργασιών Εδάφους. Στην εταιρεία των Εναγομένων εργάστηκε αρχικά ως Συγκυβερνήτης και στη συνέχεια ως Κυβερνήτης. Την Ενάγουσα τη γνώρισε στην εταιρεία των Εναγομένων ως Συγκυβερνήτη. Οι εμπειρίες που είχε μαζί της, ειδικότερα κάποιες δύσκολες περιπτώσεις, ήταν τέτοιες που του έδειξαν ότι επρόκειτο για ένα πολύ επαγγελματία άτομο και εξαίρετη στη δουλειά της. Στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε στον τρόπο λειτουργίας του προγράμματος πτήσεων (rostering), στη διαδικασία για διενέργεια αλλαγών αλλά και στους σχετικούς κανονισμούς της Πολιτικής Αεροπορίας που αφορούν την περίπτωση. Επίσης αναφέρθηκε και στη διαδικασία αξιολογήσεων των πιλότων. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του αναλώθηκε στην επεξήγηση του όρου "recency" που αποτελεί για ένα πιλότο αναγκαιότητα στην εργασία του. Τόνισε ότι η ύπαρξη "recency" αποτελεί προαπαιτούμενο για να προσληφθεί ένας πιλότος σε εταιρεία το οποίο, όπως επεξήγησε, περιλαμβάνει τις ώρες που πέταξε, τη σταθερότητα που είχε και ιδιαίτερα το κατά πόσο μεσολάβησε οποιαδήποτε αποχή από τα καθήκοντα του. Όντας υπεύθυνος μαζί με άλλους και για την πρόσληψη πιλότων στην εταιρεία που εργάζεται, διατύπωσε τη θέση ότι, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης της, θα ήταν πολύ δύσκολο για την Ενάγουσα να εργοδοτηθεί από κάποια εταιρεία. Πρόσθεσε ότι η Ενάγουσα κατά το έτος της αποχώρησης της το 2009 από τις Κυπριακές Αερογραμμές με βάση το επίπεδο απόδοσης και επίδοσης της τους Εναγόμενους θα μπορούσε να εργοδοτηθεί στο εξωτερικό νοουμένου ότι πριν οι Εναγόμενοι της δώσουν τη συγκεκριμένη επιστολή της παρείχαν την ανάλογη εκπαίδευση για να έχει το "recency" σε ισχύ. Μαρτυρία Μ.Ε.3 Η μαρτυρία του Μ.Ε.3 μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως: · Είναι επαγγελματίας πιλότος ο οποίος βρισκόταν στην υπηρεσία των Κυπριακών Αερογραμμών για 28 συνεχόμενα έτη. Υπήρξε επίσης εκπαιδευτής πληρωμάτων για τα αεροσκάφη Α320 και Α303, όπως επίσης και εκπαιδευτής εδάφους. Βάσει αυτής του της ιδιότητας εκπαίδευσε πληρώματα πολλών αερογραμμών. · Μετά την παραίτηση του από τις Κυπριακές Αερογραμμές τον Οκτώβριο του 2012 εργοδοτήθηκε άμεσα σε θέση Κυβερνήτη στην αεροπορική εταιρεία Emirates μέχρι τις 29/7/2016 ημερομηνία κατά την οποία άρχισε να εργάζεται για τη Vietnam Airways, εταιρεία στην οποία εργάζεται μέχρι και σήμερα. · Την Ενάγουσα τη γνώρισε προσωπικά το 2006 υπό την ιδιότητα του εκπαιδευτή της Oxford Aviation Academy όταν έπρεπε να την εκπαιδεύσει στα αεροσκάφη Α319, Α320 και Α
  3. Κατά την εκπαίδευση της είχε εντυπωσιαστεί από τις ικανότητες της ως πιλότου και από τη δεξιοτεχνία της. · Αναφερόμενος στους λόγους τερματισμού των υπηρεσιών της Ενάγουσας με βάση την επιστολή ημερ. 14/1/2009, θεωρεί ότι είναι αναληθείς αλλά και καταστροφικοί για την καριέρα της για τους ακόλουθους λόγους: i. Όσον αφορά το λόγο περί μη ικανοποιητικής επίδοσης και απόδοσης από τον υπηρεσιακό της φάκελο και συγκεκριμένα το φάκελο εκπαίδευσης της και εξετάσεων, διαφαίνεται ότι οι αποδόσεις της βρίσκονταν πάντα στην υψηλότερη βαθμίδα βαθμολογίας. ii. Αναφορικά με το λόγο απόλυσης της λόγω των συχνών τελευταίας στιγμής αλλαγών στο πρόγραμμα πτήσεων, εξήγησε ότι τον τελευταίο λόγο σε περίπτωση αλλαγών πτήσεων τον είχε η εταιρεία των Εναγομένων. Συγκεκριμένα, εφόσον το πρόγραμμα ετοιμάζετο από την εταιρεία οι οποιεσδήποτε αλλαγές γίνονταν από τους πιλότους θα έπρεπε να εγκριθούν από την εταιρεία. iii. Στον υπηρεσιακό της φάκελο δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε παρατηρήσεις ή επιπλήξεις αναφορικά με αλλαγές στο πρόγραμμα πτήσεων και/ή για την απόδοση ή επίδοση της. Απεναντίας από το φάκελο της φαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν είχε ποτέ υποπέσει σε οποιοδήποτε παράπτωμα, ούτε είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα ή τιμωρηθεί για οποιοδήποτε παράπτωμα. Σε περίπτωση που υπήρχαν τα ισχυριζόμενα παραπτώματα όπως αυτά αναφέρονται στη επιστολή απόλυση της αυτά θα διαφαίνονταν στον υπηρεσιακό της φάκελο ο οποίος, αντίθετα με τους ισχυριζόμενους λόγους απόλυσης, παρουσιάζει την εικόνα μιας εξαίρετης πιλότου. Η επιστολή απόλυσης της Ενάγουσας, με βάση το περιεχόμενο της, ήταν καταστροφική προς την ίδια και καταδικαστική για την καριέρα της καθώς δεν θα μπορούσε στη βάση τέτοιας επιστολής ο οποιοσδήποτε πιλότος να εξεύρει εργασία. Πέραν των πιο πάνω ενόψει του ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν τοποθετήσει την Ενάγουσα μετά την άδεια άνευ απολαβών σε πλήρη εκπαίδευση θέτοντας την έτσι εκτός "recency", που αποτελεί αναγκαίο προαπαιτούμενο για εξεύρεση εργασίας, δεν θα μπορούσε να εργοδοτηθεί από άλλη εταιρεία. Σε περίπτωση που η Ενάγουσα δεν λάμβανε την επίμαχη επιστολή απόλυσης θα μπορούσε να εξεύρει εργασία σε άλλη εταιρεία καθώς δεν θα αμφισβητούνταν οι ικανότητες, το ήθος και ο χαρακτήρας της. Επίσης ο τρόπος που έγινε η απόλυση της τής στέρησε και την ευχέρεια να έχει το "recency" που θα της επέτρεπε να εργαστεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας. Αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικότητα και πειστικότητα των θέσεων τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Να πούμε ακόμη ότι τη μαρτυρία την έχουμε αξιολογήσει στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και σε καμία περίπτωση μικροσκοπικά ή αποσπασματικά[1]. Η αξιολόγηση μας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρος ξεχωριστά, αλλά την έχουμε συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[2]. Θα πρέπει να σημειώσουμε εξαρχής ότι σημαντικό μέρος από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση και/ή έχει παραμείνει αναντίλεκτο. Έχοντας δε υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας κρίνουμε ότι θα εξυπηρετούσε καλύτερα τις ανάγκες της υπόθεσης η θεματική παράθεση με βάση τα επίδικα της υπόθεσης ζητήματα με παράλληλη αξιολόγηση προς εξακρίβωση τυχόν αμφισβητουμένων γεγονότων. Επί του παρόντος περιοριζόμαστε σε μια γενική αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας και των δύο μαρτύρων που έχουν καταθέσει για την πλευρά της. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της Ενάγουσας η γενική εικόνα που αποκομίσαμε ήταν ότι κατέθεσε με σαφήνεια και θετικότητα το όλο ιστορικό της εργοδότησης της στην Εναγόμενη εταιρεία μέχρι και το στάδιο του τερματισμού της υπηρεσίας της. Εξήγησε με κατατοπιστικό τρόπο θέματα που αφορούσαν τη διαδικασία αξιολογήσεων ενός πιλότου στη διάρκεια της καριέρας του όπως και αυτή για σκοπούς επανένταξης σε πτητικά καθήκοντα. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στους λόγους απόλυσης της και στο πλαίσιο αμφισβήτησης τους παρέπεμψε στον υπηρεσιακό της φάκελο ενώ εξήγησε με διαφωτιστικό τρόπο τη διαδικασία για αλλαγή στο πρόγραμμα πτήσεων. Διαπιστώσαμε δε ότι καθ΄όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης της έδιδε άμεσες και σαφείς απαντήσεις. Η αντεξέταση της επικεντρώθηκε κυρίως επί των προσπαθειών της για εξεύρεση εργασίας και τους λόγους για τους οποίους δεν υπήρξε θετικό αποτέλεσμα, ζήτημα το οποίο εξετάζουμε σε άλλο μέρος της Απόφασης, ενώ μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της δεν αμφισβητήθηκε όπως: · Το περιεχόμενο του υπηρεσιακού της φακέλου και οι αξιολογήσεις που λάμβανε · Η διαδικασία αξιολόγησης των πιλότων · Η επεξήγηση της διαδικασίας του προγράμματος πτήσεων · Η μη πληρωμή των μισθών της από 1/9/2008 μέχρι και τις 14/1/2009 · Η επεξήγηση της διαδικασίας επανένταξης των πιλότων στα πτητικά τους καθήκοντα. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 διαπιστώσαμε ότι αναφέρθηκε και αυτός σε διάφορα θέματα τα οποία, μεταξύ άλλων, αφορούσαν τον τρόπο αξιολόγησης των πιλότων και τη λειτουργία του προγράμματος πτήσεων. Πέραν της σαφήνειας και του κατατοπιστικού τρόπου που αναφέρθηκε σε τέτοια ζητήματα δεν διαπιστώσαμε αυτά να έτυχαν αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση. Ιδιαίτερη δε αναφορά έκανε και στις εμπειρίες που είχε με την Ενάγουσα διατυπώνοντας, κατά την εκτίμηση μας, με πειστικό τρόπο και ειλικρίνεια την θετική άποψη που είχε αποκομίσει για αυτή. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης περιστράφηκε γύρω από την άποψη που διατύπωσε αναφορικά με τις συνέπειες που είχε η επιστολή απόλυσης της Ενάγουσας στις προσπάθειες της για εξεύρεση εργασίας ζήτημα το οποίο και εξετάζουμε σε άλλο σημείο της Απόφασης μας. Σε ό,τι αφορά τον Μ.Ε.3 και στη δική του μαρτυρία έγινε αναφορά σε διάφορα θέματα τα οποία, πέραν του κατατοπιστικού και επεξηγηματικού τρόπου που αυτά αναλύθηκαν, δεν έτυχαν αμφισβήτησης στο πλαίσιο της αντεξέτασης. Αυτά αφορούσαν μεταξύ άλλων: · Τη διαδικασία για να δοθεί άδεια άνευ απολαβών, · Τη διαδικασία επανένταξης των πιλότων σε πτητικά καθήκοντα, · Τη διαδικασία αλλαγής στο πρόγραμμα πτήσεων και τις παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψη. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του με ειλικρινή τρόπο αναφέρθηκε στην άποψη που είχε διαμορφώσει για την Ενάγουσα εξηγώντας πειστικά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό είχε προκύψει, ήτοι στο πλαίσιο της εκπαίδευσης που της παρείχε όντας ο ίδιος εκπαιδευτής πληρωμάτων. Διατύπωσε επίσης την άποψη ότι η επιστολή απόλυσης της Ενάγουσας ήτο καταστροφική για αυτήν και για την μετέπειτα πορεία της καριέρας της, άποψη η οποία αμφισβητήθηκε ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση του μάρτυρα. Το ζήτημα αυτό το αξιολογούμε σε άλλο σημείο της Απόφασης μας. Θέσεις και Εισηγήσεις των μερών Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις υποστήριξαν εκτενώς και αναλυτικά τις θέσεις τους. Στην αγόρευση του ο κ. Πολυβίου υποστήριξε ότι η σύμβαση εργοδότησης της Ενάγουσας ήταν αορίστου διαρκείας και ως τέτοια μπορούσε να τερματιστεί νόμιμα με εύλογη προειδοποίηση. Εισηγήθηκε δε ότι, υπό τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, η εύλογη προειδοποίηση θα πρέπει να περιστραφεί στους 6 περίπου μήνες. Ανέφερε επίσης ότι η Ενάγουσα ήταν ασθενής και/ή απουσίαζε με άδεια ασθενείας για μεγάλα χρονικά διαστήματα και ότι, κατά την άποψη των άμεσα προϊσταμένων της, παρουσίαζε προβλήματα με την απόδοση της. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας για αδυναμία εξεύρεσης αλλού εργοδότησης ο κ. Πολυβίου υποστήριξε ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ότι οι εταιρείες στις οποίες είχε αποταθεί απέρριψαν την αίτηση της λόγω της απόλυσης της. Εν πάση περιπτώσει επεσήμανε ότι σύμφωνα με τη νομολογία η αποζημίωση σε σύμβαση εργοδότησης αορίστου χρόνου υπολογίζεται με βάση την εύλογη προειδοποίηση που θα έπρεπε να δώσει ο εργοδότης και όχι με αναφορά σε απώλεια καριέρας και/ή άλλων στοιχείων. Ήταν η κατάληξη του ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η απόλυση είναι παράνομη θα πρέπει να επιδικάσει αποζημιώσεις με βάση το κριτήριο της εύλογης προειδοποίησης. Η κα Ανδρέου για την Ενάγουσα στη δική της αγόρευση υποστήριξε ότι ο τερματισμός της εργοδότησης της Ενάγουσας ήταν παράνομος καθώς με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία στην οποία έκανε αναφορά οι λόγοι τερματισμού δεν ευσταθούν. Τόνισε ότι η χρονική διάρκεια των 12 μηνών στην οποία αναφέρεται η σχετική νομολογία συναρτάται αποκλειστικά με το χρόνο παροχής εύλογης προειδοποίησης προς τον υπάλληλο του οποίου οι εργασίες τερμάτισαν και ότι ο χρόνος αυτός δεν παίζει οποιοδήποτε περιοριστικό ρόλο αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων που μπορούν να επιδικαστούν σε σχέση με την απώλεια καριέρας. Υποστήριξε ότι με βάση τη μαρτυρία έχει αποδειχθεί ότι το αποτέλεσμα του τερματισμού των υπηρεσιών της Ενάγουσας ήταν η ολική καταστροφή της καριέρας της ως επαγγελματία πιλότου. Επίδικα Ζητήματα Λαμβανομένων υπόψη των προαναφερθέντων κύριων σημείων από την προσαχθείσα μαρτυρία και των εισηγήσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων στις αγορεύσεις τους τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση είναι ως ακολούθως: i. Αν και κατά πόσον η εργοδότηση της Ενάγουσας ήταν τακτής περιόδου ή αντίθετα απροσδιόριστης και/ή αόριστης διάρκειας. ii. Αν και κατά πόσον ο τερματισμός της εργοδότησης της Ενάγουσας ήταν παράνομος ή αντίθετα ήταν νόμιμος. iii. Αν ο τερματισμός ήταν παράνομος ποιες αποζημιώσεις θα πρέπει να επιδικασθούν. Προτού εξετασθούν τα πιο πάνω ζητήματα κρίνουμε σκόπιμο στο σημείο αυτό να καταγράψουμε κάποια γεγονότα τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα και τα οποία έχουν ως ακολούθως: · Η Ενάγουσα εργοδοτήθηκε στις Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ στις 19/11/
  4. · Από τις 19/11/90 μέχρι τις 24/9/2006 κατείχε τη θέση του Συγκυβερνήτη επιβατικού αεροσκάφους. · Στις 25/9/1994 προήχθη στη θέση του Ανώτερου Συγκυβερνήτη (Senior First Officer). · Στις 5/10/2006 προήχθη στη θέση του Κυβερνήτη επιβατικού αεροσκάφους (Captain). Τη θέση αυτή κατείχε μέχρι την ημερομηνία που τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της, ήτοι μέχρι και την 14/1/
  5. · Από την 11/11/2007 μέχρι την 1η/9/2008 η Ενάγουσα βρισκόταν με άδεια άνευ απολαβών. Η άδεια άνευ απολαβών ξεκίνησε μετά που έληξε η συσσωρευμένη άδεια και άδεια ανάπαυσης της κατά την περίοδο 1/8/2007 μέχρι 10/11/
  6. i. H φύση και η διάρκεια της εργοδότησης της Ενάγουσας με την Εναγόμενη Εταιρεία Aποτέλεσε αναντίλεκτο γεγονός ότι η Ενάγουσα εργοδοτήθηκε στις Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ στις 19/11/1990 με την επιστολή ημερ. 6/10/1990 (Τεκμήριο 2). Με βάση την επιστολή αυτή οι όροι και πρόνοιες της εργοδότησης της διέπονταν από την Συλλογική Σύμβαση που βρισκόταν σε ισχύ αντίγραφο της οποίας επισυνάπτετο σε αυτή (Τεκμήριο 17). Στον όρο 3[3] της Συλλογικής Σύμβασης διαλαμβάνετο ότι με την επιτυχή ολοκλήρωση της περιόδου δοκιμασίας η εργοδότηση θα συνεχίζετο εκτός αν τερματίζετο από τον εργοδοτούμενο σε οποιοδήποτε στάδιο αφού προηγείτο γραπτή ειδοποίηση από μέρους του προς την εταιρεία περιόδου 3 μηνών. Περαιτέρω με βάση τον όρο 7[4] διαλαμβάνετο ως υποχρεωτική ηλικία αφυπηρέτησης εκείνη των 60 ετών ή ενωρίτερα αν κάτι τέτοιο υπαγορεύετο από την Αρχή Αδειοδότησης. Παρόλο που η ίδια η Ενάγουσα στη μαρτυρία της μέσω του Εγγράφου 1, παρ.3 αναφέρει ότι η συμφωνία απασχόλησης της ήταν αορίστου χρονικού διαστήματος θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω και τα ακόλουθα: (α) Ούτε στην επιστολή πρόσληψης της Ενάγουσας αλλά ούτε και στη Συλλογική Σύμβαση περιλαμβάνετο οποιοσδήποτε όρος ή πρόνοια αναφορικά με τη διάρκεια περιόδου εργοδότησης της Ενάγουσας. (β) Ο απλός καθορισμός σε σύμβαση ενός ανώτατου ορίου αφυπηρέτησης δεν δημιουργεί δέσμευση στην εταιρεία για παροχή εργοδότησης μέχρι εκείνη την ηλικία. Μόνο εκεί όπου υπάρχει συμφωνημένος όρος με τον οποίο καθορίζεται συγκεκριμένη χρονική περίοδος έναρξης και λήξης εργοδότησης υφίσταται υποχρέωση από τον εργοδότη για παροχή εργοδότησης καθόλη τη διάρκεια της συμφωνηθείσας περιόδου. Έρεισμα για τα πιο πάνω δίδεται από την υπόθεση Στυλιανίδης v. British American Insurance Co. Ltd
(1990)1 Α.Α.Δ. 517: «Ο καθορισμός ανώτατου ορίου αφυπηρέτησης δε δεσμεύει αφ' εαυτού την εταιρεία να παράσχει εργοδότηση στο προσωπικό μέχρι την ηλικία εκείνη. Η αναφορά στο 60ό έτος ως το ανώτατο όριο αφυπηρέτησης δεν εξυπακούει άμεσα ή έμμεσα υποχρέωση για εργοδότηση των μελών του προσωπικού μέχρις εκείνη την ηλικία». Ως θέμα αρχής η διάρκεια σύμβασης εργασίας καθορίζεται από τους όρους της.» Κατά παρόμοιο τρόπο στην υπόθεση Τρύφωνας κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα της Αγγλίας & Ουαλίας κ.α
(2004)1 Α.Α.Δ. 90 λέχθηκαν τα εξής: «Αυτό συνάδει με την αρχή ότι ο εργοδοτούμενος, εκτός και αν υπάρχει ρητή πρόνοια περί του αντιθέτου στο συμβόλαιο, μπορεί μόνον να προσδοκά σε υπηρεσία μέχρι το έτος της αναγκαστικής αφυπηρέτησης του και δεν υπάρχει εγγυημένη τακτή προθεσμία εργοδότησης ακόμη και αν γίνεται αναφορά σε κανονισμούς ταμείων προνοίας/συντάξεως για τη λήψη ωφελημάτων στο 60ό έτος. Όπως αναφέρθηκε και στην Στυλιανίδης ο καθορισμός ανωτάτου ορίου αφυπηρέτησης δεν εξυπακούει άμεσα ή έμμεσα την υποχρέωση της εργοδοτικής πλευράς για εργοδότηση μέχρι το όριο εκείνο. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο προς την γενικότερη κοινωνική πολιτική και στο σύστημα ελεύθερης οικονομίας ενόψει του ότι μια εταιρεία μπορεί στην πορεία της να αντιμετωπίσει τέτοια οικονομικά ή άλλα προβλήματα που να μην της επιτρέπουν τη συνέχιση των υπηρεσιών όλων των τμημάτων εργασίας της». Στην βάση όλων των πιο πάνω καταλήγω στο εύρημα ότι η εργοδότηση της Ενάγουσας με την Εναγόμενη εταιρεία ήταν ακαθόριστης διάρκειας και όχι τακτής περιόδου. Κατά συνέπεια το θέμα του τερματισμού της και του υπολογισμού επιδίκασης οποιωνδήποτε αποζημιώσεων αναφορικά με παράνομο τερματισμό της είναι σε αυτή τη βάση που θα πρέπει να γίνει. ii. Κατά πόσον ο τερματισμός της εργοδότησης της Ενάγουσας ήταν παράνομος ή νόμιμος Μέσω της προσαχθείσας από την πλευρά της Ενάγουσας μαρτυρία επιδιώχθηκε η αμφισβήτηση των λόγων που προέβαλε η Εναγόμενη εταιρεία προς δικαιολόγηση του τερματισμού των υπηρεσιών της. Επισημαίνεται ότι ο τερματισμός είχε γίνει με την επιστολή ημερ.14/1/2009 (Τεκμήριο 8). Σε αυτή, αφού πληροφορείτο ότι οι υπηρεσίες της στη θέση του Κυβερνήτη τερματίζονταν με άμεση ισχύ της, διδόταν η ακόλουθη πληροφόρηση σε σχέση με τους λόγους τερματισμού των υπηρεσιών της: «Ο τερματισμός των υπηρεσιών σας γίνεται λόγω της μη ικανοποιητικής υπηρεσιακής σας επίδοσης και απόδοσης αλλά και τις συχνές τελευταίας στιγμής αλλαγές που κάνετε στο πρόγραμμά πτήσεων σας, με αποτέλεσμα να προκαλείτε με την πιο πάνω συμπεριφορά σάς αστάθεια στο πρόγραμμα πτήσεων της Εταιρείας με όλα τα αρνητικά συνεπακόλουθα στην ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία της». Σε ό,τι αφορά τον πρώτο λόγο τερματισμού των υπηρεσιών της, ήτοι τη μη ικανοποιητική υπηρεσιακή της επίδοση και απόδοση, η εκδοχή της Ενάγουσας ήταν ότι καθ΄όλη τη διάρκεια της εργασίας της στην Εναγόμενη υπήρξε υπόδειγμα υπαλλήλου λαμβάνοντας την ψηλότερη βαθμολογία στις διάφορες αξιολογήσεις και εξετάσεις στις οποίες υποβαλλόταν επικαλούμενη προς τούτο το περιεχόμενο του υπηρεσιακού της φακέλου. Επιπλέον ισχυρίστηκε ότι σε κανένα στάδιο πριν την απόλυση της δεν διατυπώθηκε σε βάρος της οποιοδήποτε παράπονο από μέρους της Εναγόμενης και δη παράπονο που να δικαιολογεί την απόλυση της ενώ μέχρι και σήμερα δεν γνωρίζει τους πραγματικούς λόγους της απόλυσης της. Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο περί αλλαγών στις πτήσεις ήταν η θέση της ότι οποιεσδήποτε τέτοιες αλλαγές, εάν έγιναν από την ίδια κατά καιρούς καθ΄όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας της, ήταν μέσα στη δικαιοδοσία της με βάση τη Συλλογική Σύμβαση και εντός των Κανονισμών της εταιρείας και τη νομοθεσία της Πολιτικής Αεροπορίας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Ενάγουσας διαπιστώσαμε ότι απάντησε κάθε ερώτηση που της υπεβλήθη με άνεση και θετικότητα. Σε κάθε ερώτηση που της υποβάλετο οι απαντήσεις της ήταν άμεσες και επί του προκειμένου. Αντεξεταζόμενη δε σε σχέση με το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης της η Ενάγουσα ήταν κατηγορηματική ότι τίποτα από τα όσα καταγράφονταν σε σχέση με τους λόγους τερματισμού των υπηρεσιών της ευσταθούσαν. Αναφέρθηκε δε με σαφήνεια στις συνθήκες κάτω από τις οποίες της παρεδόθη η επιστολή απόλυσης από τον κ. Μερκούρη και στα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ τους σε αυτή τη συνάντηση όπως και σε μια δεύτερη συνάντηση που ακολούθησε. Με αποστομωτικό τρόπο αντιμετώπισε και τα όσα της τέθηκαν από μια ανταλλαγή e-mails μεταξύ Μερκούρη και Μαυρόκωστα τονίζοντας εμφαντικά ότι τίποτα από τα όσα της καταλόγιζε ο κ. Μερκούρης σε αυτή την εσωτερική επικοινωνία δεν της αναφέρθηκαν σε οποιοδήποτε στάδιο επισημαίνοντας ότι υπέπεσαν στην αντίληψη της μόνο κατά το στάδιο που είχε εξασφαλίσει τον υπηρεσιακό της φάκελο. Επιπλέον τα όσα ανέφερε σε σχέση με την απόδοση και επίδοση της προκύπτουν και από το περιεχόμενο του υπηρεσιακού της φακέλου όπου περιέχονται μια σειρά αξιολογήσεων και εξετάσεων στις οποίες υποβαλλόταν κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας της αναφορικά με τα έτη 1997 μέχρι 2007. Δεν αμφισβητήθηκε δε το γεγονός ότι κάθε 6 μήνες υποβαλλόταν σε εξετάσεις σε εξομοιωτή πτήσης (Licence Proficiency Check/LPC, Οperation Proficiency Check/OPC) ενώ κάθε χρόνο σε εξέταση κατά την πτήση (Line Checks) όπως επίσης και σε διάφορους άλλους ελέγχους αναφορικά με διαδικασίες εκτάκτου ανάγκης [Safety Equipment & Procedures Training (SEP), Crew Resource Management (CRM), Low Visibility Operation (LVO), Route & aerodrome competence]. Όπως δε προέκυψε από τον υπηρεσιακό της φάκελο [Τεκμήριο 16
(1)] οι αξιολογήσεις της στις πιο πάνω εξετάσεις από τις τέσσερεις βαθμίδες που προβλέπονταν, ήτοι "very good", "good", "satisfactory" και "fail", οι περισσότερες ήταν σταθερά στην πιο υψηλή και συγκεκριμένα αυτή του "very good" ενώ στα "Assesement/Progress Reports" και "Training Captain΄s Comments" καταγράφονταν πολύ καλά σχόλια για την απόδοση και επίδοση της στους διάφορους ελέγχους που εξετάζετο. Παρεμβάλουμε στο σημείο αυτό και τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 ο οποίος υπήρξε συνάδελφος της Ενάγουσας έχοντας εργαστεί στην Εναγόμενη Εταιρεία για 28 συνολικά έτη. Δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Μ.Ε.3 υπήρξε εκπαιδευτής πληρωμάτων για την Oxford Aviation Academy για τα αεροσκάφη Α318, Α320 και Α321 και ότι υπό αυτή την ιδιότητα εκπαίδευσε το 2006 την Ενάγουσα σε αυτά τα αεροσκάφη. Η εκδοχή του ότι κατά την εκπαίδευση της, η οποία διήρκησε 10 μέρες, ο Μ.Ε.3 είχε εντυπωσιαστεί τόσο από τις ικανότητες της όσο και την δεξιοτεχνία της Ενάγουσας πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση υποστηρίζεται και από το Τεκμήριο 20 όπου η συνολική της βαθμολογία ανέρχετο στο 98%. Επιπλέον να πούμε ότι τα πιο πάνω συνάδουν απόλυτα και με τα όσα είχε καταθέσει η Ενάγουσα στην κυρίως εξέταση της και δεν αμφισβητήθηκαν αναφορικά με τη βαθμολογία της στις γραπτές εξετάσεις αξιολόγησης εξειδίκευσης στους τύπους αεροσκαφών Α330/Α340 και Α320/Α319 όπως προκύπτουν εξάλλου και από τα Τεκμήρια 12Α και 12Β που κατέθεσε. Μαρτυρία για την Ενάγουσα και την απόδοση της έδωσε και ο Μ.Ε.2 ο οποίος δούλεψε μαζί της εκείνος ως Κυβερνήτης και εκείνη ως Συγκυβερνήτης στην Εναγόμενη εταιρεία. Ο Μ.Ε.2 ήταν κατηγορηματικός και ξεκάθαρος ότι στη βάση αυτής του της συνεργασίας αλλά και στο πλαίσιο της εκπαίδευσης που και οι δύο τους έτυχαν στον τύπο αεροσκάφους Α330 θα χαρακτήριζε την Ενάγουσα εξαίρετη. Πέραν του ότι αυτή του η τοποθέτηση δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση δεν έχουμε διαπιστώσει να υπήρχε οποιαδήποτε σκοπιμότητα ο μάρτυρας αυτός να καταθέσει τα πιο πάνω. Αντιθέτως η εικόνα που αποκομίσαμε από τον Μ.Ε.2 ήταν αυτή ενός ειλικρινή μάρτυρα ο οποίος ήρθε στο Δικαστήριο για να πει αυτά που ο ίδιος εντίμως γνώριζε και πίστευε για την Ενάγουσα σε σχέση με την απόδοση και γενικότερα το επαγγελματικό της επίπεδο ως πιλότος. Σε ό,τι αφορά το ζήτημα κατά πόσον η Ενάγουσα προκαλούσε αστάθεια στο πτητικό πρόγραμμα της Εναγόμενης εταιρείας λόγω αλλαγών της τελευταίας στιγμής διαπιστώσαμε ότι στη μαρτυρία της εν πρώτοις εξήγησε με απόλυτα διαφωτιστικό τρόπο την όλη διαδικασία που διείπε τον καθορισμό των πτητικών προγραμμάτων σε συνάρτηση με τους κανονισμούς της Πολιτικής Αεροπορίας και το "Operational Manual Part A". Σε βασικές γραμμές ανέφερε ότι το πρόγραμμα (Rostering) εκδίδετο από την εταιρεία εκ των προτέρων για τον μήνα που έπετο τονίζοντας παράλληλα ότι με βάση τους κανονισμούς διαλαμβάνετο ότι ένας πιλότος δεν θα μπορούσε να πετάξει για περισσότερο από 100 ώρες κάθε 28 μέρες και ότι για κάθε 7 ημερολογιακές μέρες έπρεπε να δοθεί μία μέρα άδεια ενώ για κάθε 14 μέρες δύο μέρες άδεια. Οι αναφορές της αυτές επιβεβαιώνονται πλήρως από τα όσα αναλυτικά περιλαμβάνονται στο Operational Manual Part A section 7 κάτω από τον τίτλο "Flight and Duty Time Limitations and Rest Requirements" και ειδικότερα στις παραγράφους 7.4.1, 7.6 και 7.25. Επιπλέον σημειώνουμε ότι η αναφορά της ότι παρείχετο η δυνατότητα στους πιλότους να υποβάλουν αίτημα για αλλαγή σε πτήσεις η οποία υποβαλλόταν στο Τμήμα Προγραμματισμού των Πτήσεων (Rostering) επιβεβαιώνεται και από τη Συλλογική Σύμβαση που επικαλέστηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 17[5]. Παρόμοιες αναφορές σε σχέση με το θέμα αυτό έγιναν και από τον Μ.Ε.2 ο οποίος με ξεκάθαρο τρόπο περιέγραψε και αυτός την διαδικασία που προβλέπετο και το πώς ενεργούσε το Τμήμα Προγραμματισμού Πτήσεων στην Εναγόμενη εφαρμόζοντας τους σχετικούς κανονισμούς της Πολιτικής Αεροπορίας. Ήταν δε κατηγορηματικός ότι παρείχετο ταυτόχρονα η δυνατότητα στους πιλότους για αλλαγές στο εν λόγω πρόγραμμα με την έγκριση, ωστόσο, του συγκεκριμένου Τμήματος της εταιρείας και πάντοτε υπό την αίρεση ότι η αιτούμενη αλλαγή δεν παραβίαζε τους κανονισμούς. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι ο Μ.Ε.2 έχοντας υπηρετήσει στην Εναγόμενη εταιρεία για πολλά χρόνια και όντας σήμερα Διευθυντής Πτητικών Επιχειρήσεων σε άλλη αεροπορική εταιρεία ήτο καλός γνώστης του πιο πάνω θέματος και ότι, ως εκ τούτου, μετέφερε στο Δικαστήριο αυτά που γνώριζε. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι οι εν λόγω αναφορές του Μ.Ε.2 δεν αμφισβητήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διάρκεια της αντεξέτασης. Για το υπό εξέταση θέμα προσφέρθηκε μαρτυρία και από τον Μ.Ε.3 η οποία κινήθηκε μέσα στο ίδιο πλαίσιο. Επικαλούμενος τη σχετική διαδικασία για αλλαγή στο πρόγραμμα πτήσεων επισήμανε και αυτός το γεγονός ότι η όποια αλλαγή ήτο συναρτημένη με το κατά πόσο αυτή δεν αντίκειτο στους σχετικούς κανονισμούς "Flight and Duty Time Limitations". Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι και ο Μ.Ε.3 διεφάνη να είναι πολύ καλός γνώστης του θέματος. Πέραν της μεγάλης υπηρεσίας που είχε στην Εναγόμενη εταιρεία ο Μ.Ε.2 διετέλεσε και Υπεύθυνος Πτητικών Επιχειρήσεων με αποτέλεσμα να γνωρίζει από πρώτο χέρι τη διαδικασία έγκρισης των αιτημάτων για αλλαγές στο πρόγραμμα πτήσεων και τις παραμέτρους που λαμβάνονταν υπόψη για να δοθεί τέτοια έγκριση. Αυτά δε τα ανέλυσε με άνεση και σαφήνεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης αποδεχόμαστε τα όσα η Ενάγουσα αλλά και οι Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 κατέθεσαν σε σχέση με το θέμα της προβλεπόμενης διαδικασίας για αλλαγές στο πρόγραμμα πτήσεων. Η ουσία του όλου ζητήματος ήταν ότι σε τελευταία ανάλυση εναπόκειτο στην ίδια την εταιρεία να εγκρίνει ή να απορρίψει οποιοδήποτε αίτημα για αλλαγή. Επανερχόμενη στη μαρτυρία της Ενάγουσας διαπιστώσαμε ότι ήταν κατηγορηματική στη θέση της ότι σε όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας της στην Εναγόμενη ήταν μικρός ο αριθμός στις αλλαγές που έκανε στις πτήσεις της τον οποίο μάλιστα και καθόρισε. Ξεκαθάρισε δε ότι προβλήματα με τελευταίας στιγμής αλλαγές δεν δημιουργούνταν από την ίδια αλλά την Εναγόμενη εταιρεία λόγω μη σωστού προγραμματισμού. Τη θέση της αυτή την ανέλυσε με επάρκεια παραθέτοντας τα σχετικά δεδομένα και τους λόγους που παρουσιάστηκε αυτή η κατάσταση πραγμάτων. Σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση ήταν επίσης ξεκάθαρη ότι σε κανένα στάδιο δεν είχε η ίδια είτε αρνηθεί να εκτελέσει τις πτήσεις που είχε στο πρόγραμμα της, είτε εκφράσει οποιοδήποτε παράπονο για αυτές. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγουμε ότι οι προβληθέντες στην επιστολή τερματισμού των υπηρεσιών της Ενάγουσας λόγοι δεν ευσταθούν. Αντίθετα αποτελεί εύρημα μας ότι η Ενάγουσα καθ΄όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας της παρουσίαζε υψηλό επίπεδο απόδοσης και επίδοσης ενώ με κανένα τρόπο δεν επέδειξε συμπεριφορά που να προκαλεί οποιαδήποτε προβλήματα στο πρόγραμμα πτήσεων της Εναγομένης. Πριν δε της κοινοποιηθεί η επιστολή τερματισμού σε κανένα στάδιο προηγουμένως δεν της είχε διατυπωθεί οποιοδήποτε παράπονο, παρατήρηση ή προειδοποίηση είτε σε σχέση με την απόδοση και την επίδοση της, είτε σε σχέση με την συμπεριφορά της και την πρόκληση οποιουδήποτε προβλήματος στην εταιρεία. Στη βάση όλων των πιο πάνω έχει προκύψει ότι προτού ληφθεί η απόφαση τερματισμού των υπηρεσιών της Ενάγουσας δεν της δόθηκε το δικαίωμα της ακρόασης και της δυνατότητας να προβεί σε οποιεσδήποτε παραστάσεις. Η διαπίστωση αυτή έχει αναγνωριστεί και από τον κ. Πολυβίου ο οποίος ευθαρσώς ανέφερε ότι η Εναγόμενη εταιρεία έπρεπε να της είχε δώσει δικαίωμα ακρόασης, κάτι που, ωστόσο, δεν έπραξε. Από τη σχετική νομολογία φαίνεται να προκύπτει ότι το δικαίωμα του εργοδοτουμένου να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του δεν ανάγεται μόνο στην ουσία της απόφασης για απόλυση και το κατά πόσον αυτή ήταν εύλογη αλλά και στη διαδικαστική πτυχή του θέματος που απορρέει από τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου και ιδιαίτερα το δικαίωμα εργασίας[6]. Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1478 το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας τη θέση ότι θα έπρεπε ο εργοδότης να ακολουθήσει μια διαδικασία που να προσομοιάζει με πειθαρχική δίκη στο δημόσιο δίκαιο τόνισε και τα εξής: «Το κριτήριο, όπως και πάλι ορθά το αντελήφθη το Δικαστήριο, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και πάντοτε, βεβαίως, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας». Κατά παρόμοιο τρόπο στην υπόθεση Φωτιάδης v. Alpha Bank Ltd,
(2013)1 A.A.Δ. 2001 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σε υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου, ... δεν αναμένεται από έναν εργοδότη να προχωρήσει σε διαδικασία ως εάν επρόκειτο περί πειθαρχικής δίκης στον τομέα δημοσίου δικαίου, ως είναι ουσιαστικά και η εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων του εφεσείοντα. Είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι ο εργοδότης είχε εύλογες υποψίες που του δημιουργούσαν την πεποίθηση ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος και ότι προχώρησε στη διερεύνηση της υπόθεσης μέσα σε λογικά αναμενόμενα πλαίσια ακολουθώντας μια λογική διαδικασία, προτού καταλήξει στην απόλυση του τελευταίου. Η παροχή δυνατότητας στον εργοδοτούμενο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του, που προνοείται από το Άρθρο 7 του Νόμου, δεν συναρτάται, όπως εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Κακοφεγγίτου (πιο πάνω), προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας η οποία ταυτίζεται με πειθαρχικές διαδικασίες, αλλά με τη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση. Με άλλα λόγια, δεν αναμένεται από τον εργοδότη, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, να προχωρήσει σε διαδικασία υπό μορφή δικαστικής διαδικασίας». Στην υπόθεση L. Papaphilippou & Co v. Λουκά ECLI:CY:AD:2014:A410, Πολ. Έφ. 59/2010, ημερ. 20/6/2014 αναδείχτηκε και μια άλλη διάσταση στο ζήτημα αυτό. Συγκεκριμένα ότι ο εργοδοτούμενος έχει το δικαίωμα ακρόασης και με βάση την ανάγκη προστασίας του δικαιώματος εργασίας και όχι μόνο ως θέμα ουσίας. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι ενδεικτικό: «Ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου, αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας. Συνακόλουθα, και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση απόλυσής του, είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας και θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του». Στη βάση όλων των πιο πάνω η παράλειψη παροχής στην Ενάγουσα της δυνατότητας να προβεί σε εξηγήσεις και παραστάσεις σε σχέση με τους αποδιδόμενους σε αυτή λόγους απόλυσης αποτελεί εν προκειμένω παράλειψη τήρησης σωστής διαδικασίας. Ως αποτέλεσμα ο τερματισμός της εργοδότησης της Ενάγουσας ήταν παράνομος τόσο για λόγους ουσίας όσο και για λόγους διαδικασίας. (iii) Οι αποζημιώσεις που μπορούν να επιδικασθούν Με δεδομένο ότι η επίδικη σύμβαση εργοδότησης ήταν ακαθόριστης διάρκειας αυτό σημαίνει ότι η σύμβαση υπόκειτο σε τερματισμό κατόπιν λογικής προειδοποίησης. Επί τούτου σχετική είναι η υπόθεση Στυλιανίδης v. British American Insurance Co Ltd
(1990)1 Α.Α.Δ. 517 όπου στη σελ.528 λέχθηκαν τα εξής: «Σύμβαση εργοδότησης υπαλλήλου, ακαθόριστης χρονικής διάρκειας υπόκειται, σύμφωνα με τις σχετικές αρχές του αγγλικού κοινού δικαίου (ενσωματώνονται στο Κυπριακό δίκαιο με τις πρόνοιες του άρθρου 29
(1)(γ) του Ν.14/60), σε τερματισμό κατόπιν λογικής προειδοποίησης. Το θέμα εξετάζεται και αναλύεται στα συγγράμματα Chitty on Contract, vol. 2, 25th ed., σελίδα 712 and seq. καθώς και στο Halsbury's Laws of England, 4th ed., vol 16, para. 607 and seq. Εντάσσοντας το θέμα στο ακριβές δικαιϊκό του πλαίσιο η αρχή η οποία ισχύει είναι η εξής. Σύμβαση εργοδότησης υπαλλήλου ακαθόριστης χρονικής διάρκειας υπόκειται σε εξυπακουόμενο όρο για εκατέρωθεν ευχέρεια των μερών να τερματίσουν τη σύμβαση κατόπιν λογικής προειδοποιήσεως.» Τι συνιστά λογική προειδοποίηση εξαρτάται από τη φύση της εργασίας, τη ζήτηση των υπηρεσιών ανάλογες με εκείνες που μπορεί να προσφέρει (ο εργοδοτούμενος) στην ελεύθερη αγορά, καθώς και τη διάρκεια της εργοδότησής του. Αυτή η περίοδος προειδοποίησης, σύμφωνα με Αγγλικές αυθεντίες οι οποίες υιοθετήθηκαν στη Στυλιανίδης, και σε μεταγενέστερες αποφάσεις, κυμαίνεται μεταξύ ενός και δώδεκα μηνών, ανάλογα με τη φύση του επαγγέλματος. Εξυπακουόμενος όρος για προειδοποίηση δώδεκα μηνών, εφαρμόζεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κυρίως για διευθυντικές θέσεις. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Chitty on Contracts 32nd Ed. οι αποζημιώσεις υπολογίζονται κατά την συντομότερη ημερομηνία κατά την οποία ο εργοδότης δικαιωματικά θα μπορούσε να τερματίσει τη σύμβαση. Η πιο κάτω περικοπή από την παρ.40-201 (Damages for loss of earnings following wrongful dismissal) του πιο πάνω Συγγράμματος είναι κατατοπιστική: "If the defendant has a right to terminate the contract before the expiry of the term, damages for the wrongful dismissal should be assessed only up to the earliest time at which the defendant could validly have terminated the contract.1417 Thus, if the contract expressly provides that it is terminable upon, e.g. a month's notice, the damages will ordinarily be a month's wages.1418 In Gunton v Richmond LBC1419 it was held that where a dismissal was wrongful by reason of a failure to comply with a contractually binding dismissal procedure,1420 the damages were to be assessed only up to the expiry of the contractually due notice of one month notionally served on the day when the proper disciplinary procedure, if followed, could have been concluded". Όσον αφορά στην περίοδο υπολογισμού του υπολοίπου της εργοδοσίας του ενάγοντα, επισημαίνονται τα εξής χρήσιμα στοιχεία στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση Gunton v. L.B. of Richmond Upon Thames
(1980)3 All E.R. 577, στη σελ. 589: Η ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι θα έφθανε στο τέλος της η εργοδοσία πρέπει να διακριβώνεται θεωρώντας ότι ο εργοδότης θα ασκούσε οποιοδήποτε δικαίωμα είχε να τερματίσει τη σύμβαση κατά τον πλέον επωφελή γι΄ αυτόν τρόπο. Δηλαδή τερματίζοντας τη σύμβαση κατά την συντομότερη ημερομηνία κατά την οποία δικαιωματικά θα μπορούσε να το πράξει. Η σχετική περικοπή από την υπόθεση Gunton v. Richmond LBC [1981] Ch. 448 έχει ως εξής: "Where a servant is wrongfully dismissed, he is entitled, subject to mitigation, to damages equivalent to the wages he would have earned under the contract from the date of dismissal to the end of the contract. The date when the contract would have come to an end, however, must be ascertained on the assumption that the employer would have exercised any power he may have had to bring the contract to an end in the way most beneficial to himself; that is to say, that he would have determined the contract at the earliest date at which he could properly do so: see McGregor on Damages, 13th ed.
(1972), paras 884, 886 and 888". Mε άλλα λόγια οι αποζημιώσεις που μπορεί να αποδοθούν είναι ίσες με την περίοδο της εύλογης προειδοποίησης. Με δεδομένο ότι στην παρούσα περίπτωση διεκδικούνται περαιτέρω αποζημιώσεις στη βάση της απώλειας καριέρας και/ή βλάβης κρίνουμε σκόπιμο εξ αρχής να επισημάνουμε ότι η παραδοσιακή προσέγγιση είναι ότι στο πλαίσιο αγωγής για παράβαση σύμβασης δεν επιδικάζονται αποζημιώσεις για οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά στην υπόληψη ενός ενάγοντα ή για το ότι η απόλυση του θα δυσχέραινε την εξεύρεση άλλης εργασίας. Η πιο κάτω περικοπή από το Σύγγραμμα Chitty on Contracts 32nd Ed. παρ. 40-203 είναι σχετική: "It used to be considered that in an action for wrongful dismissal (as distinct from one for defamation) the employee is not entitled to damages for the injury caused by the dismissal to his or her existing reputation1434; and that damages could not normally be given, in an action for wrongful dismissal, for injury to the employee's feelings, his or her distress, social discredit or loss of reputation1435: so where an employee was wrongfully dismissed in a humiliating manner, he or she could not recover damages for these results of the dismissal, nor for the extra difficulty in finding other employment which was caused by the circumstances of his or her dismissal."1436 Υπενθυμίζουμε ότι αποτέλεσε βασική θέση της Ενάγουσας ότι ένεκα του ότι στην επιστολή τερματισμού των υπηρεσιών της αναφέρονται λόγοι οι οποίοι αφορούν σε αμφισβήτηση των ικανοτήτων της ως επαγγελματία πιλότου καθώς και του ήθους της η απόλυση της από την Εναγόμενη εταιρεία καθιστά σχεδόν αδύνατη την εξεύρεση εργασίας σε οποιαδήποτε άλλη αεροπορική εταιρεία. Προτού εξετασθεί και αξιολογηθεί η πιο πάνω εκδοχή της Ενάγουσας κρίνουμε σκόπιμο να υπογραμμίσουμε ότι, παρά την ύπαρξη της πιο πάνω προσέγγισης στο δίκαιο των συμβάσεων, στην σύγχρονη Αγγλική νομολογία διαφαίνεται πως είναι δυνατόν στις κατάλληλες περιπτώσεις να επιδικασθούν αποζημιώσεις για δυσμενή επηρεασμό της φήμης και υπόληψης του εργοδοτούμενου τουλάχιστον εκεί όπου αποδεδειγμένα έχουν επηρεαστεί οι πιθανότητες του για εξεύρεση άλλης εργασίας. Σχετική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Malik v. Bank of Credit and Commerce International SA
(1998)A.C.
  1. Παραπέμπουμε στο ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Chitty on Contracts 32nd Ed. παρ. 40-203: "The proposition that damages for wrongful dismissal do not include damages for loss of reputation, or for stigma associated with the employment or the manner of its ending, seemed to have been greatly circumscribed by the decision of the House of Lords in Malik v Bank of Credit and Commerce International SA,1437 which did not itself concern a wrongful dismissal as such, but where, in comparable circumstances, the House of Lords refused to follow, or at least greatly circumscribed, the rule in Addis v Gramophone Co1438 and held that the employees might prove in the employer's liquidation for "stigma damages" reflecting the damage to the employees' prospects of future employment caused by the wrongful and apparently corrupt way in which the employer's business had been run". Στην υπόθεση Malik (ανωτέρω)[7] το Δικαστήριο έκρινε κατ' αρχήν ότι υπήρχε στη σύμβαση εργοδότησης μεταξύ των μερών εξυπακουόμενος όρος ότι ο εργοδότης δεν θα συμπεριφερόταν με τρόπο που θα προκαλούσε ζημιά στον εργοδοτούμενο, υπό την έννοια ότι δεν θα προέβαινε σε ενέργειες που θα οδηγούσαν στην απώλεια φήμης και τον στιγματισμό του εργοδοτούμενου, που με την σειρά τους θα καθιστούσαν δυσχερέστερη την αναζήτηση εργασίας από τον δεύτερο όταν η εργοδότηση μεταξύ των μερών τερματιζόταν. Τούτου δοθέντος, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι σε περίπτωση που ο εργοδότης παραβίαζε τον πιο πάνω εξυπακουόμενο όρο δεν υπήρχε λόγος να μη επιδικασθούν αποζημιώσεις υπέρ του εργοδοτούμενου εκεί που αποδεικνύετο ότι οι προοπτικές εξεύρεσης εργασίας του δεύτερου είχαν αποδεδειγμένα επηρεαστεί δυσμενώς[8]. Σχετικό είναι επίσης και το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Chitty on Contracts 32nd Ed. στην παρ. 26-148 κάτω από τον τίτλο "Loss of reputation": "Damages for loss of reputation as such are not normally awarded for breach of contract, since protection of reputation is the role of the tort of defamation. However, where the breach of contract causes a loss of reputation which in turn causes foreseeable financial loss to the claimant, he may recover damages for that financial loss: in Malik 's case,813 the House of Lords held that where, by conducting a dishonest and corrupt business, the employer had broken his obligation to his employee (under the implied "trust and confidence" term814) the employee could recover damages for the financial loss suffered by him where his future employment prospects were prejudiced by the stigma of his former employment."815 Όσον δε αφορά το πότε μπορεί να επιδικασθούν αποζημιώσεις για «στιγματισμό» όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Abbey National Plc v. Chagger [2009] EWCA Civ 1202 [2010] I.C.R. 397 δεν είναι ασφαλώς αρκετή η απλή επίκληση από τον εργοδοτούμενο ότι στο μέλλον θα υποστεί ζημιές ένεκα στιγματισμού του. "97 A tribunal should take a sensible and robust approach to the question of compensation, as the Court of Appeal emphasised in Essa v Laing Ltd [2004] ICR 746 . Plainly it would be wrong for them to infer that the employee will in future suffer from widespread stigma simply from his assertion to that effect, or because he is suspicious that this might be the case. If he is unwilling to make good his suspicions by taking proceedings against the alleged wrongdoing employers—notwithstanding that it may be understandable why he is reluctant to do so—he cannot expect the tribunal to put much weight on what is little more than conjecture. This is particularly so given that it will in practice be impossible for the employer effectively to counter that evidence". Δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση και το δεχόμαστε με βάση και τα σχετικά τεκμήρια που η Ενάγουσα κατέθεσε (Τεκμήριο 14) ότι μετά την απόλυση της από την Εναγόμενη εταιρεία σε διάφορα χρονικά στάδια εκδήλωσε ενδιαφέρον για εξασφάλιση εργασίας ως πιλότου σε διάφορες εταιρείες. Όπως προέκυψε αμέσως μετά την απόλυση της υπέβαλε αίτηση μέσω διαδικτύου στην Emirates και η απάντηση που έλαβε ήταν ότι αν υπήρχε θέση θα την ειδοποιούσαν. Στη συνέχεια, χωρίς να υποβάλει αίτηση γραπτή, εκδήλωσε, μέσω γνωστών της ατόμων, ενδιαφέρον για εργασία στην Ολυμπιακή και στην Aegean παραδίδοντας το βιογραφικό της, χωρίς, ωστόσο, να υπάρξει οποιαδήποτε ανταπόκριση. Σε κατοπινά στάδια απετάθη σε δύο γραφεία που ενεργούν ως μεσάζοντες για εξεύρεση εργασίας για πιλότους, την Richworth Aviation Ltd και Parc Aviation και έλαβε απορριπτικές απαντήσεις από ορισμένες εταιρείες στις οποίες οι δύο πιο πάνω μεσάζοντες οίκοι είχαν απευθυνθεί στη βάση του ότι αποτελούσε προϋπόθεση για τη θέση να μην υπάρχει αποχή από το επάγγελμα πέραν των 12 μηνών. Αποτέλεσε αναντίλεκτο γεγονός ότι η Ενάγουσα μετά την επιστροφή της από την άδεια άνευ απολαβών τοποθετήθηκε στο πρόγραμμα πτήσεων όπου από τις 15/9/2008 μέχρι τις 19/9/2008 παρακολούθησε με επιτυχία τα μαθήματα εδάφους (ground school refresher course) για σκοπούς επανένταξης της στα πτητικά της καθήκοντα. Εξήγησε επίσης με σαφήνεια ότι αναπόσπαστο μέρος της εκπαίδευσης και των εξετάσεων για την πλήρη επανένταξη της στο πρόγραμμα πτήσεων και στα πτητικά της καθήκοντα ήταν η συμμετοχή στο πρόγραμμα εξομοιωτή πτήσεων το οποίο και ακολουθούσε το ground school refresher course. Επεξήγησε προς τούτο με απόλυτα πειστικό τρόπο ότι πρόκειται για διαδικασία που ακολουθείται όταν ένας πιλότος απουσιάζει από τα καθήκοντα του για περίοδο πέραν των 6 μηνών για σκοπούς επανένταξης και επαναφοράς σε πτητικά καθήκοντα. Η διαδικασία που περιέγραψε πέραν του ότι κρίνεται πειστική υποστηρίζεται και από το ίδιο το Operational Manual Part A.[9] Οι πιο πάνω αναφορές της σχετικά με τη διαδικασία επανένταξης ενός πιλότου στα πτητικά του καθήκοντα υποστηρίζονται και από τη μαρτυρία που έδωσε ο Μ.Ε.3 στο πλαίσιο της οποίας με απόλυτα διαφωτιστικό και αναλυτικό τρόπο περιέγραψε τη διαδικασία που ακολουθείται για σκοπούς επανένταξης σε πρόγραμμα πτήσεων ενός πιλότου μετά που επιστρέφει από μια άδεια άνευ απολαβών όπως ήταν η περίπτωση της Ενάγουσας. Μέσω δε της επιτυχούς ολοκλήρωσης της όλης διαδικασίας που προβλέπεται ο πιλότος εξασφαλίζει το λεγόμενο "Recency". Ούτε αμφισβητήθηκε ότι τελικώς και μέχρι του σταδίου που της κοινοποιήθηκε η επιστολή τερματισμού των υπηρεσιών της δεν κλήθηκε να συμμετάσχει στο επόμενο στάδιο που ήταν το πρόγραμμα εξομοιωτή πτήσεων. Ούτε αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι μέχρι την ημερομηνία απόλυσης της είχε αποχή από πτητικά καθήκοντα για μια περίοδο της τάξης των 16 μηνών εφόσον προηγήθηκε και η 12μηνη περίοδος που ήτο με άδεια άνευ απολαβών. Έχοντας κατά νουν τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Malik (ανωτέρω) αναφορικά με τη δυνατότητα ως θέμα αρχής, στις κατάλληλες περιπτώσεις, διεκδίκησης αποζημιώσεων για δυσμενή επηρεασμό φήμης και υπόληψης εργοδοτουμένου υπό τη μορφή των λεγόμενων "stigma damages" το ερώτημα εν προκειμένω είναι κατά πόσο η μη εξεύρεση εργασίας από την Ενάγουσα μέχρι σήμερα οφείλετο στο γεγονός ότι είχε τύχει απόλυσης στη βάση των λόγων που εκτίθεντο στην επιστολή τερματισμού των υπηρεσιών της (Τεκμήριο 8). Έχουμε ήδη αναφερθεί στην εκδοχή της Ενάγουσας σύμφωνα με την οποία διατύπωσε τη θέση ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να εργοδοτηθεί στη θέση Κυβερνήτη επιβατικού αεροσκάφους τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό και γενικότερα σε οποιαδήποτε θέση πιλότου ένεκα του περιεχομένου της επιστολής τερματισμού. Παρόμοια θέση εξέφρασαν και οι Μ.Ε.2 και Μ.Ε.
  2. Συγκεκριμένα ο Μ.Ε.2 χαρακτήρισε την εν λόγω επιστολή «καταστροφική» ενώ και οι δύο τους ανέφεραν ότι καμιά εταιρεία δεν θα έπαιρνε το ρίσκο να εργοδοτήσει ένα πιλότο ο οποίος απολύθηκε λόγω μη ικανοποιητικής απόδοσης και επίδοσης και λόγω συχνών αλλαγών στο πρόγραμμα πτήσεων. Ταυτόχρονα, ωστόσο, ο Μ.Ε.3 αναγνώρισε ότι με βάση τα στοιχεία που του τέθηκαν δεν υπήρξε ένδειξη ή απόδειξη ότι οι αιτήσεις που υπέβαλε η Ενάγουσα σε διάφορες αεροπορικές εταιρείες δεν έγιναν αποδεκτές λόγω της απόλυσης της αποδεχόμενος ότι ο λόγος ήταν λόγω μη συμμόρφωσης με συγκεκριμένες προϋποθέσεις[10]. Δεν έχουμε διαπιστώσει οι Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 να μην έχουν διατυπώσει εντίμως την προσωπική εκτίμηση τους αναφορικά με τις προοπτικές εργοδότησης της Ενάγουσας στον τομέα της. Παρά την ειλικρινή τους τοποθέτηση δεν παύει αυτό που εξέφρασαν να αποτελεί μια υποκειμενική άποψη σε ένα γενικό και θεωρητικό επίπεδο. Ειδικότερα ο Μ.Ε.2 αναφέρθηκε στο τι θα έπραττε η εταιρεία στην οποία ο ίδιος σήμερα εργοδοτείται. Το πιο κάτω απόσπασμα από τη μαρτυρία του[11] είναι, πιστεύουμε ενδεικτικό: «Ε. Εάν βλέπατε μια τέτοια επιστολή ενός πιλότου για μη ικανοποιητική απόδοση και επίδοση, εσείς θα τον προσλαμβάνατε; Α. Καθόλου, καθόλου, διότι βασικά δεν θέλουμε σαν εταιρεία να παίρνουμε ρίσκο, θέλουμε το ρίσκο μας να είναι μειωμένο ή να μην υπάρχει και όπου υπάρχει κάποιο ερωτηματικό, αυτόματα βλέπεις τον επόμενο ας πούμε. Ε. Εσείς την κυρία Παπαδοπούλου, θα την εργοδοτούσατε; Α. Εγώ προσωπικά, εάν δεν είχα να κάνω με άλλους είναι ένα θέμα, αλλά επειδή πρέπει να λειτουργήσω μέσα σε ομάδα, το θεωρώ δύσκολο». Να προσθέσουμε στο σημείο αυτό ότι ακόμη και η ίδια η Ενάγουσα σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση δέκτηκε στην ουσία ότι στις απαντήσεις που έλαβε από εταιρείες στις οποίες είχε αποταθεί δεν αποτέλεσε λόγο για την μη πρόσληψη της η επιστολή απόλυσης που είχε λάβει από την Εναγόμενη εταιρεία. Παραπέμπουμε σχετικά στο ακόλουθο απόσπασμα από τα πρακτικά ημερ. 14/2/17 σελ.14-15: «E. Η ερώτηση μου είναι απλή. Έχετε επιστολή πιθανού εργοδότη, Τεκμήριο 13 και Τεκμήριο 14 που λέγει, επειδή απελύθεις, δεν μπορώ να σε προσλάβω; Αυτό ρωτώ μόνο. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Κατά πόσον αυτό αποτέλεσε λόγο να μην σας προσλάβουν. Μάρτυρας: Δεν φτάσαμε στο σημείο εκείνο, για τον λόγο ότι υπάρχει αυτός ο περιορισμός. E. Αυτό που μας λέτε, η κάθε εταιρεία έχει τύπο αεροσκάφους ή τύπους αεροσκαφών, το κάθε αεροσκάφος έχει τις δικές του προδιαγραφές και η κάθε εταιρεία τις δικές τις προϋποθέσεις, εάν ο Πολυβίου κάνει αίτηση, θα του ζητήσουν άδεια α, β, γ, εάν η Νατάσα Παπαδοπούλου κάνει την αίτηση, θα της πουν να έχεις τόσες ώρες πτήσεις και να έχεις προσγειώσεις έτσι είναι; A. Ναι. E. Η κάθε εταιρεία είτε λέγετε Air Korea ή είτε Air Βιετνάμ είτε Emirates είτε οτιδήποτε άλλο έχει δικούς της κανόνες εισδοχής με βάση τον τύπο αεροσκάφους και το πώς λειτουργεί εκείνη η αεροπορική εταιρεία, έτσι είναι; Γενικά. A. Μάλιστα. E. Αλλά δεν πήρατε επιστολή που να λέει κυρία Παπαδοπούλου, επειδή απολυθήκατε τέλος. A. Όχι, αλλά το γεγονός, ότι εγώ ήμουν εκτός του επαγγέλματος πέραν των 12 μηνών, τούτο από μόνο του. Δεν μπορεί... αφού ζητούν στα προσόντα που ζητούν είναι να έχεις πετάξει την τελευταία σου πτήση μέσα στους τελευταίους 12 μήνες, όταν με απέλυσε εμένα η εταιρεία, ήξεραν οι ίδιοι, ότι ήμουν εκτός πτήσεων πέραν των 12 μηνών». Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω δεν θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε σύνδεση του περιεχομένου της επιστολής τερματισμού των υπηρεσιών της Ενάγουσας με την μη εξεύρεση μέχρι σήμερα εργασίας στον τομέα της. Σε όσες περιπτώσεις η Ενάγουσα έλαβε απάντηση απορριπτική - γιατί υπήρχαν και περιπτώσεις που δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση - αυτό οφειλόταν στην μη ικανοποίηση των αντικειμενικών προϋποθέσεων και κριτηρίων που έθεταν οι αεροπορικές αερογραμμές στις οποίες απετάθη σε σχέση με πρόσφατη πτητική εμπειρία είτε 12 μηνών είτε 24 μηνών σε συγκεκριμένους τύπους αεροσκαφών[12]. Ως εκ τούτου η αποζημίωση που μπορεί να αποδοθεί στην Ενάγουσα είναι ίση με την περίοδο της εύλογης προειδοποίησης. Στο πλαίσιο αυτό οι ακόλουθοι παράγοντες θεωρώ πως πρέπει να ληφθούν υπόψη: · Την ηλικία της Ενάγουσας κατά την ημερομηνία του τερματισμού (41 ετών) · Την διάρκεια της υπηρεσίας της στην Εναγόμενη Εταιρεία (18 χρόνια) · Τη θέση την οποία κατείχε η οποία ήταν θέση Κυβερνήτη και τις δυσκολίες που παρουσιάζονται για σκοπούς επανένταξης της στο επάγγελμα αυτό λόγω της ανάγκης για συνεχόμενη εξάσκηση και εκπαίδευση για σκοπούς απόκτησης και διατήρησης του λεγόμενου "Recency Experience". Λαμβάνοντας υπόψη τους πιο πάνω παράγοντες καταλήγω στο συμπέρασμα ότι λογική προειδοποίηση στην περίπτωση της Ενάγουσας θα ήταν προειδοποίηση 8 μηνών. Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία ο μισθός της Ενάγουσας για το έτος 2007 ανήλθε σε ποσό €84,590.60 (Λ.Κ.49.508,68) αναφορικά με περίοδο 10 μηνών εφόσον της δόθηκε άδεια άνευ απολαβών από 11/11/
  3. Προβαίνοντας δε στους ανάλογους αριθμητικούς υπολογισμούς το ποσό που αναλογεί σε περίοδο προειδοποίησης 8 μηνών ανέρχεται σε €67.672,48 (€8.459,06 επί 8 ₌ €67.672,48). Επιπλέον με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία στην Ενάγουσα δεν έχουν καταβληθεί οι μισθοί για την περίοδο 1/9/2008 μέχρι και τις 14/1/2009 οι οποίοι ανέρχονται στο ποσό των €33.
  4. Στη βάση όλων των πιο πάνω δικαιούται στην επιδίκαση του συνολικού ποσού €100.892,
  5. Κατάληξη Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €100.892,48 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν στην κλίμακα που εμπίπτει το ποσό της απόφασης και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)......................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476. [2] Δέστε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ.
  1. [3] "
  2. On successful completion of the probationary period employment will continue save as provided in sections 8 to 12 (Redundancy) and 37 to 39 (Payment during sickness and disability) of this schedule unless terminated by the aircrew at any time thereafter by giving 3 months notice in writing lo the Company". [4] "
  3. The compulsory retiring age for all aircrew will be on reaching 60 years of age or earlier if dictated by the Licensing Authority (for the time being UK CAA/Cyprus DCA)". [5] "E. Roster Change Requests All "Roster change requests" to be made on the relevant forms, copies of which can be found in Ground Operations spare forms cabinet. This form must be signed by both parties if more than one pilot is involved in the requested roster change. Such a request must arrive at the Rostering Superintendent's Office in reasonable lime to examine it. If there are no legal implications on the request, then the Rostering Superintendent is expected to approve it and subsequently advise the parties concerned". [6] Δέστε, επίσης, το Σύγγραμμα «Η Σύμβαση Εργασίας στο Κυπριακό Δίκαιο», υπό Πολύβιου Γ. Πολυβίου, Τόμος Β, σελ. 417 και σελ. 418 -
  4. [7] Δέστε επίσης Bank of Credit and Commerce International SA v Ali (No.3) [2002] EWCA 82, [2002] 3 All E.R. 750 όπου απεφασίσθη ότι οι εργοδοτούμενοι είχα αποτύχει να αποδείξουν ότι o «στιγματισμός» τους είχε πράγματι προκαλέσει σε αυτούς οικονομική ζημιά. [8] The loss in the present case is of this character. B.C.C.I. promised, in an implied term, not to conduct a dishonest or corrupt business. The promised benefit was employment by an honest employer. This benefit did not materialise. Proof that Mr. Mahmud and Mr. Malik were handicapped in the labour market in consequence of B.C.C.I's. corruption may not be easy, but that is an assumed fact for the purpose of this preliminary issue. [9] «5.3.6 Recency of Experience A cabin crewmember who has been absent from all flying duties for more than six months and still remains within the period of validity of the previous check required by SEP CCM must complete refresher training as specified under this manual. When a cabin crew member has not been absent from all flying duties, but has not, during the preceding 6 months, undertaken duties on a type of aeroplane as a cabin crew member required, he must, before undertaking such duties on that type, either • complete a refresher training on the type, or • operate two re-familiarisation flights as per SEP CCM». [10] Δέστε πρακτικά ημερ. 21/4/17, σελ. 30-31: «E. Έχετε μελετήσει τους φακέλους. Έχετε δει πουθενά να ζητά η Korean, η Japan ή η Eurocypria ή οι άλλες αερογραμμές, συστατική επιστολή και να λεν "λυπούμαι πάρα πολύ, λόγω του ότι απελύθης δεν θα σε πάρουμε"; Όλες οι επιστολές εντός των φακέλων ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι "συγγνώμη, δεν έχεις τόσες ώρες, δεν έχεις πείρα" κτλ. A. Συμφωνούμε. .................................................................... E. Αλλά δεν μιλάτε για τη Νατάσα γενικά, διότι εις τη Νατάσα δεν υπάρχει εκδήλωση αυτής της προσέγγισης, δεν υπάρχει ένδειξη ή απόδειξη στους φακέλους, ότι δεν έγινε αποδεκτή σε οποιανδήποτε άλλη εταιρεία, λόγω της απόλυσης. Δεν είχε φτάσει σε εκείνο το σημείο. A. Το δέχομαι ως σημείο εδώ, όπως το αναφέρετε». [11] Δέστε πρακτικά ημερ. 8/3/17, σελ.12-
  5. [12] "From the information you have provided, unfortunately at this time your experience does not meet the criteria for this position as you have not flown on the A320 within the last 12 months, or the A330 within the last 24 months". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.