Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αίτηση/Έφεση αρ.: 279/16, 7/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A307 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αίτηση/Έφεση αρ.: 279/16 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, Ν.9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 ΚΑΙ Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Αιτήτριας/Εφεσείουσας ΚΑΙ
- Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
- Κρις Ιακωβίδη ως εκκαθαριστής της εταιρείας A & G Property Wise Development Ltd
- Κωνσταντίνου Παυλίδη Καθ' ων η αίτηση/Εφεσιβλήτων --------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 7 Νοεμβρίου 2017 Για αιτήτρια/εφεσείουσα: κ. Π. Πολυβίου και κ. Ν. Καλλένος, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ου η αίτηση/εφεσίβλητο 1: κα Μ. Τσαγκάρη, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για καθ' ου η αίτηση/εφεσίβλητο 2: Καμία εμφάνιση Για καθ' ου η αίτηση/εφεσίβλητο 3: κα Β. Γεωργίου, για κα Έλενα Νικολαΐδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Στις 9.6.16 η αιτήτρια/εφεσείουσα (στο εξής «η αιτήτρια») καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση/έφεση με την οποία ζητά τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή αναστέλλει την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερ. 28.01.2016 η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή τερματίζει και/ή αναστέλλει την ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερ. 26.05.2016 και που επισυνάπτεται με την παρούσα ως Παράρτημα Β. Γ. Διάταγμα και/ή δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος και/ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένη η απόφαση και/ή διαδικασία που αναφέρεται στις ειδοποιήσεις / απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 28.01.2016 και 26.05.2016 (Παράρτημα Α και Παράρτημα Β). Δ. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε θεωρηθεί δίκαιη υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο. ΣΤ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Οι λόγοι έφεσης είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι άκυρη και/ή λανθασμένη καθότι στηρίζεται σε διατάξεις του Νόμου 9/1965 οι οποίες παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα των Αιτητών. (β) Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι αδικαιολόγητη και/ή παράνομη καθότι δεν προσφέρεται εύλογη αποζημίωση στους Αιτητές και/ή παραβιάζει το περιουσιακό δικαίωμα των Αιτητών. (γ) Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι άκυρη και/ή λανθασμένη καθότι παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα του συμβάλλεσθαι των Αιτητών. (δ) Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη καθότι στηρίζεται στις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 οι οποίες είναι άκυρες και αντισυνταγματικές και εν πάση περιπτώσει άδικες προς τα δικαιώματα και συμφέροντα των Αιτητών. (ε) Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και/ή νομικά άκυρη και/ή αντισυνταγματική καθότι υποβοηθά τους καθ' ων η αίτηση 2 να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς τους Αιτητές, και παραβιάζουν τις πρόνοιες των εγγράφων Υποθήκης που υπεγράφησαν μεταξύ Αιτητών και Καθ' ων η αίτηση
- (στ) Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και νομικά αβάσιμη καθότι δεν εξάσκησε τη διακριτική του ευχέρεια σωστά που του παρέχεται από το Νόμο 9/
- (ζ) Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου παραβιάζει και/ή έρχεται σε αντίθεση με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 26.10.2010.» Η αίτηση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 29 και 31-32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 4-7 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-4 και 6-9 και Δ.55, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, Ν.9/65, άρθρα 12Α, 16-19, 21-36, Μέρος VI, VIA, VIB και άρθρο 51, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στο Κεφ.224, άρθρο 80, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30, στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση/έφεση βασίζεται φαίνονται στην ένορκο δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου, υπαλλήλου της αιτήτριας (στο εξής «η Ε/Δ Κωνσταντίνου»). Ο κ. Κωνσταντίνου αναφέρεται στις τρεις υποθήκες με αριθμούς Υ1663/2002, Υ13224/2004 και Υ13225/2004 που ενεγράφησαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας από την καθ' ης η αίτηση 2 προς όφελος της αιτήτριας, στις λεπτομέρειες του ακινήτου ιδιοκτησίας της καθ' ης η αίτηση 2 επί του οποίου οι υποθήκες ενεγράφησαν, καθώς και στα ποσά που έκαστη υποθήκη εξασφαλίζει (τα έγγραφα των υποθηκών επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1, 2 και 3). Αναφέρει επίσης ότι η αιτήτρια εξασφάλισε στις 26.10.10 δικαστική απόφαση εναντίον της καθ' ης η αίτηση 2 στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 4784/06 του Ε.Δ. Λευκωσίας καθώς και διάταγμα εκποίησης του ακινήτου που βαρύνεται με τις επίδικες υποθήκες (Τεκμήριο 4). Η καθ' ης η αίτηση 2 οφείλει στην αιτήτρια, ως εξ αποφάσεως χρέος, ποσό ύψους €1.390.953,77 πλέον τόκους από 1.2.
- Η καθ' ης η αίτηση 2 ευρίσκεται υπό εκκαθάριση από 19.11.08 και στις 10.5.10 έχει διοριστεί εκκαθαριστής της ο Κρις Ιακωβίδης (Τεκμήριο 5). Ο κ. Κωνσταντίνου αναφέρθηκε επίσης στην επιστολή ημερ. 28.1.16 - «Τύπο ΙΕ» που η αιτήτρια έλαβε από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας (Τεκμήριο 6), στην ένσταση που η αιτήτρια υπέβαλε στις 17.2.16 (Τεκμήριο 7) και στην απόφαση του Κτηματολογίου ημερ. 26.5.16 με την οποία η ένσταση της αιτήτριας απορρίφθηκε (Τεκμήριο 8). Επισύναψε επίσης στην ένορκο του δήλωση αντίγραφο του πωλητηρίου εγγράφου που υπεγράφη μεταξύ της καθ' ης η αίτηση 2 και του καθ' ου η αίτηση 3 (Τεκμήριο 10). Ο κ. Κωνσταντίνου ανέφερε επίσης ότι σύμφωνα με έκθεση εκτίμησης την οποία επισύναψε ως Τεκμήριο 9, η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των €1.880.000 και η αξία καταναγκαστικής πώλησης στο ποσό των €1.410.
- Περαιτέρω, επισύναψε ως Τεκμήριο 11 πρόσφατη κτηματολογική έρευνα για την ακίνητη ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση 2 και ως Τεκμήριο 12 κατάσταση/πίνακα που έχει ετοιμαστεί από την αιτήτρια για το επίδικο ακίνητο, όπου φαίνονται οι αγοραίες αξίες όλων των διαμερισμάτων κατά το έτος 2012 και η καταναγκαστική αξία πώλησης αυτών, το τίμημα του πωλητηρίου εγγράφου και τα ποσά που εισέπραξε η αιτήτρια για κάθε διαμέρισμα. Ο κ. Κωνσταντίνου αναφέρει πως η καθ' ης η αίτηση 2 δεν έχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία ελεύθερη από οποιοδήποτε βάρος, και εν πάση περιπτώσει ευρίσκεται υπό εκκαθάριση. Είναι η θέση του κ. Κωνσταντίνου ότι εάν ολοκληρωθεί η επικείμενη μεταβίβαση του ακινήτου 0/11656 στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 3 ελευθέρα εμπράγματου βάρους και ακυρωθούν οι υποθήκες Υ1663/2002, Υ13224/2004 και Υ13225/2004, η αξία της υποθηκευμένης προς όφελος της αιτήτριας περιουσίας μειώνεται δραματικά και οι υποχρεώσεις της καθ' ης η αίτηση 2, παραμένουν ανεξασφάλιστες για μεγαλύτερο ποσό, εφόσον η αξία του ακινήτου που θα παραμείνει υποθηκευμένο προς όφελος της αιτήτριας θα έχει μειωθεί δραματικά. Είπε επίσης ότι υπάρχουν κι άλλες ειδοποιήσεις του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας προς την αιτήτρια, με τις οποίες ειδοποιείται ότι ο καθ' ου η αίτηση 1 θα προβεί σε μεταβίβαση των ακινήτων (διαμερισμάτων) που βαρύνονται με τις πιο πάνω υποθήκες στα ονόματα των αγοραστών και θα ακυρώσει τις υποθήκες. Επομένως, λέγει ο κ. Κωνσταντίνου, έστω και εάν η αγοραία αξία του επίδικου διαμερίσματος (βάσει των εκτιμήσεων Κτηματολογίου του 2013) είναι περίπου €92.200,00 η αξία όλων των διαμερισμάτων (ακινήτων) που βαρύνονται με τις πιο πάνω υποθήκες, και υπάρχει ορατός και σοβαρός κίνδυνος και μεγάλη πιθανότητα να μεταβιβαστούν στους αγοραστές τους, είναι πέραν του €1.000.
- Ο κ. Κωνσταντίνου λαμβάνει νομική συμβουλή ότι τόσο η απόφαση του καθ' ου η αίτηση 1 και η προτιθέμενη μεταβίβαση, όσο και τα άρθρα 44ΙΗ - ΚΖ του Νόμου 9/65, (όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/15), επί των οποίων αυτή βασίζεται αντιβαίνουν και καταστρατηγούν και βρίσκονται σε παραβίαση της δικαστικής απόφασης και/ή διατάγματος ημερ. 26.10.10 με το οποίο διατάσσεται η πώληση ολόκληρου του ακινήτου που βαρύνεται με τις επίδικες υποθήκες. Επίσης αντιβαίνουν και παραβιάζουν τα δικαιώματα της αιτήτριας που κατοχυρώνονται από τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Παραβιάζονται επίσης και καθίστανται άνευ αντικειμένου οι πρόνοιες των άρθρων 21 - 36 του Νόμου 9/65 και η σειρά προτεραιότητας εγγραφής των εμπράγματων βαρών. Την ίδια ημέρα (9.6.16) η αιτήτρια καταχώρησε μονομερώς αίτηση στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε στις 17.6.16 προσωρινό διάταγμα με το οποίο αναστέλλεται η ισχύς των αποφάσεων του Διευθυντή ημερ. 28.1.16 και 26.5.
- Το προσωρινό διάταγμα κατέστη απόλυτο την 1.7.16, αφού οι μεν καθ' ων η αίτηση/εφεσίβλητοι 1 και 3 δεν έφεραν ένσταση στην οριστικοποίησή του, ο δε καθ' ου η αίτηση/εφεσίβλητος 2, παρά το ότι το προσωρινό διάταγμα (καθώς και η μονομερής αίτηση στη βάση της οποίας αυτό εκδόθηκε και η υπό κρίση αίτηση/έφεση) επιδόθηκε σε αυτόν, δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία. Ο καθ' ου η αίτηση/εφεσίβλητος 1 (στο εξής «ο Διευθυντής») καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση/έφεση, προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης. «
- Ο καθ' ου η αίτηση 1 εγείρει προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι τα διατάγματα τα οποία ζητεί η αιτήτρια είναι γενικού και/ή αορίστου περιεχομένου και/ή το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας στα πλαίσια της παρούσας αίτησης - έφεσης όπως εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα.
- Άνευ βλάβης των πιο πάνω, ο καθ' ου η αίτηση 1 εγείρει 2η προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια εμποδίζεται και/ή κωλύεται να προσβάλλει την ειδοποίηση ή/και απόφαση ημερομηνίας 28.1.16 καθότι αυτή δεν έχει πλέον νομική ισχύ. Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, ο καθ' ου η αίτηση 1 αναφέρει τα ακόλουθα:
- Οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ του Νόμου ή/και οι Διατάξεις επί των οποίων βασίστηκε ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα.
- Η αίτηση είναι γενική και ατεκμηρίωτη και δεν ανταποκρίνεται στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων και/ή τρόπος που προβάλλονται τα επιχειρήματα δεν καθιστούν ευχερή τον έλεγχο της συνταγματικότητας.
- Η αιτήτρια προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος») με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς πώς ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει ούτε περιορίζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτήτριας/ εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η τρίτη παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος.
- Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή.
- Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή ή/και σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές.
- Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην αιτήτρια.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζει ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της αιτήτριας/εφεσείουσας και/ή δεν μειώνει ουσιωδώς την αξία της περιουσίας της αιτήτριας/εφεσείουσας καθότι υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα ως εμπράγματη εξασφάλιση σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη και/ή υπάρχουν πρόνοιες στο Νόμο οι οποίες επιτρέπουν στην αιτήτρια να παραμείνει εξασφαλισμένη.
- Η υποθήκη με αριθμό Υ1663/02 συνάφθηκε για το ποσό των Λ.Κ. 600.000 πλέον τόκους και εξασφαλίζει εμπραγμάτως την αιτήτρια μέχρι το ύψος του ποσού και όχι για περισσότερο και/ή υψηλότερο ποσό για το οποίο η αιτήτρια παρείχε δάνειο, χωρίς ωστόσο την ανάλογη εμπράγματη εξασφάλιση.
- Η αιτήτρια κωλύεται και/ή δεν νομιμοποιείται να επικαλείται οποιοδήποτε δικαίωμα προκύπτει από τις υποθήκες με αριθμό Υ13224/04 και Υ13225/04 καθότι αυτές είναι μεταγενέστερες του πωλητηρίου εγγράφου ΠΩΕ 793/
- Άνευ βλάβης του πιο πάνω ισχυρισμού, οι υποθήκες με αριθμό Υ13224/04 και Υ13225/04 συνάφθηκαν για το ποσό των Λ.Κ. 330.000 και Λ.Κ. 150.000 πλέον τόκους και εξασφαλίζουν εμπραγμάτως την αιτήτρια μέχρι το ύψος του ποσού και όχι για περισσότερο και/ή υψηλότερο ποσό για το οποίο η αιτήτρια παρείχε δάνειο, χωρίς ωστόσο την ανάλογη εμπράγματη εξασφάλιση.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει του εν λόγω άρθρο δεν επηρεάζεται, αφού τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό.
- Η αιτήτρια έχει απεμπολήσει τα δικαιώματα της και/ή κωλύεται να επικαλεσθεί οποιοδήποτε δικαίωμα προκύπτει από τις Συμβάσεις Υποθήκης λόγω της αρχής εγκατάλειψης δικαιώματος (waive of rights) και/ή λόγω ολιγωρίας (laches) και/ή αίτηση είναι καταχρηστική.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει ή/και επεμβαίνει στη δικαστική απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.10.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή και/ή η διαδικασία που εκτίθεται στο φάκελο ΑΕΑ 7/2015 είναι καθ' όλα νόμιμη, ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, τον Νόμο, τους Κανονισμούς, τους κανόνες τις επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης.» Η ένσταση βασίζεται στον Νόμο 9/65, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 44ΙΗ- 44ΚΖ και 51, στο Κεφ. 224, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 80-81, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, άρθρα 5
(1)και 7, στον Νόμο 14/60, άρθρο 30, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.4, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα Άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30, στις αρχές της επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, και στη νομολογία. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση στηρίζεται, φαίνονται στην ένορκο δήλωση της κας Παντελίτσας Κρασιά (στο εξής «η Ε/Δ Κρασιά»), η οποία εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας ως Κτηματολογικός Γραφέας. Η κα Κρασιά αναφέρθηκε στην αίτηση με αρ. φακ. ΑΕΑ 7/2015 την οποία υπέβαλε ο καθ' ου η αίτηση 3 στις 8.9.15 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας (Τεκμήριο Γ, μαζί με τις αποδείξεις πληρωμής του τιμήματος - Τεκμήριο Δ.1-2) ζητώντας να εγγράφει στο όνομά του το διαμέρισμα επί του τεμαχίου 494, τμήμα C, Φύλλο/Σχέδιο 21/540303 και αριθμό εγγραφής 0/11656 στην περιοχή Αγίων Ομολογητών, στον Δήμο Λευκωσίας (στο εξής «το Διαμέρισμα»), καθώς και στη σύμβαση πώλησης με αριθμό ΠΩΕ 793/2003, που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 18.4.03 (Τεκμήριο Α). Αναφέρθηκε επίσης στην αλληλογραφία που ακολούθησε μεταξύ Διευθυντή και καθ' ου η αίτηση 3 (Τεκμήρια Ε και ΣΤ1-3). Μετά την εξέταση του συνόλου των υποβληθέντων στοιχείων, κρίθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου για να εγγράφει το επίδικο ακίνητο στο όνομα του καθ' ου η αίτηση
- Ως εκ τούτου, ετοιμάστηκε η Έκθεση Λεπτομερειών Ακινήτου (Τεκμήριο Β) και στις 28.1.16 στάληκε προς την αιτήτρια η ειδοποίηση - Τύπος ΙΕ (Τεκμήριο Ζ). Αναφέρθηκε επίσης στην ένσταση που η αιτήτρια υπέβαλε, καθώς και στην αίτηση της για μεταφορά των υποθηκών σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη (Τεκμήρια Η1-2), αλλά και στην απόρριψη της ένστασης από τον Διευθυντή με την επιστολή ημερ. 26.5.16 (Τεκμήριο Θ). Η κα Κρασιά αναφέρθηκε επίσης στις τρεις υποθήκες (Υ1663/2002, Υ13224/2004 και Υ13225/2004) που βαρύνουν το ακίνητο καθώς και στα ποσά που αυτές εξασφαλίζουν και σημείωσε ότι το πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο Α) προηγείται, σε σειρά προτεραιότητας, ως εμπράγματο βάρος από τις υποθήκες Υ13224/2004 και Υ13225/
- Δηλαδή, λέγει, σε περίπτωση εκποίησης του ακινήτου θα εξασφαλιζόταν πρώτα το πωλητήριο έγγραφο, και μετά οι δύο πιο πάνω υποθήκες. Αναφέρει επίσης ότι το μόνο δικαίωμα της αιτήτριας που μπορεί να θιγεί με την εγγραφή του Διαμερίσματος στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 3 είναι αυτό που πηγάζει από την υποθήκη Υ1663/2002, η οποία παρέχει στην αιτήτρια εξασφάλιση ύψους Λ.Κ.600.000 πλέον τόκους, ενώ, επειδή οι υποθήκες Υ13224/2004 και Υ13225/2004 είναι μεταγενέστερες του πωλητηρίου εγγράφου, τα δικαιώματα της αιτήτριας που πηγάζουν από αυτές δεν θίγονται στον ίδιο βαθμό. Η κα Κρασιά αναφέρθηκε επίσης στη Γενική Εκτίμηση που πραγματοποιήθηκε από το Κτηματολόγιο το 2013 και στις αξίες κάθε μίας από τις 15 εγγραφές (περιλαμβανομένης της επίδικης) που προέκυψαν μετά τον διαχωρισμό του ακινήτου με τον φάκελο ΑΧ 912/
- Στη βάση αυτών η κα Κρασιά επισημαίνει πως ακόμη και αν αφαιρεθεί η αξία του Διαμερίσματος από τη συνολική αξία των εγγραφών, το ποσό των Λ.Κ.600.000, το οποίο εξασφαλίζεται με την υποθήκη Υ1663/2002 μπορεί να καλυφθεί από τις υπόλοιπες εγγραφές, το ίδιο δε ισχύει αν ληφθούν υπόψη οι αξίες των εγγραφών όπως αυτές εκτιμήθηκαν από τον εκτιμητή της αιτήτριας (Τεκμήριο 9 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου). Συνεπώς η κα Κρασιά διαφωνεί με τη θέση του κ. Κωνσταντίνου ότι η περιούσια της αιτήτριας μειώνεται δραματικά, αν και αποδέχεται ότι υπάρχουν κι άλλες ειδοποιήσεις του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας προς την αιτήτρια που αφορούν άλλα διαμερίσματα, του ίδιου τεμαχίου. Αναφέρει επίσης η κα Κρασιά ότι, παρά το γεγονός ότι η απόφαση και/ή το διάταγμα του Δικαστηρίου στο οποίο ο κ. Κωνσταντίνου αναφέρθηκε εκδόθηκε εδώ και περίπου 6 χρόνια, δεν έχει καταχωριστεί φάκελος καταναγκαστικής πώλησης από την αιτήτρια. Επιπρόσθετα, ενώ η αιτήτρια γνώριζε πριν το 2006, ότι η καθ' ης η αίτηση 2 δεν είναι φερέγγυα (αφού η αγωγή στην οποία εκδόθηκε η απόφαση ημερ. 26.10.10 καταχωρήθηκε το 2006), συνέχισε να παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις σε αυτή. Η κα Κρασιά λαμβάνει νομική συμβουλή ότι τα πιο πάνω συνιστούν ολιγωρία εκ μέρους της αιτήτριας και καθιστούν την παρούσα αίτηση καταχρηστική. Συνεπώς η αιτήτρια εμποδίζεται να επικαλείται τα οποιαδήποτε δικαιώματα της είτε αυτά προκύπτουν από τις υποθήκες είτε αυτά προκύπτουν από την απόφαση του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, η κα Κρασιά λαμβάνει νομική συμβουλή ότι η συνταγματικότητα των προνοιών του Νόμου και συγκεκριμένα των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ δεν μπορεί να εξετασθεί στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης για τους λόγους που αναφέρονται στην ένσταση του Διευθυντή. Σε κάθε περίπτωση, θέση της είναι ότι οι εν λόγω νομοθετικές διατάξεις είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα. Οι διατάξεις αυτές δεν απαγορεύουν τη σύναψη συμβάσεων και η σύμβαση υποθήκευσης παραμένει σε ισχύ και συνεχίζει να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη, αφού θα συνεχίσει να επιβαρύνει τις υπόλοιπες εγγραφές του τεμαχίου 1445, ακόμα και αν μεταβιβαστεί το Διαμέρισμα στο όνομα του καθ' ου η αίτηση
- Περαιτέρω δε, ακόμη και αν αφαιρεθεί η αξία της επίδικης εγγραφής από τη συνολική αξία των εγγραφών, το ποσό το οποίο εξασφαλίζεται με την υποθήκη Υ1663/2002 μπορεί να καλυφθεί από τις υπόλοιπες εγγραφές. Έτσι δεν περιορίζεται ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της αιτήτριας από την απόφαση του Διευθυντή. Τέλος, με τις επίδικες νομοθετικές πρόνοιες παρέχεται προστασία προς τους καλόπιστους τρίτους, ήτοι τους αγοραστές, οι οποίοι τήρησαν τις υποχρεώσεις τους που προκύπτουν από τις συμβάσεις πώλησης. Τούτο προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου που οδήγησε στην ψήφιση του Νόμου 139(Ι)/15, αντίγραφο της οποίας επισύναψε ως Τεκμήριο Ι. Η κα Κρασιά καταλήγει ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι καθ΄ όλα νόμιμη, λήφθηκε ορθά και είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και τον Νόμο. Ένσταση στην αίτηση/έφεση καταχώρησε και ο καθ' ου η αίτηση/εφεσίβλητος 3 (στο εξής «ο καθ' ου η αίτηση 3»), εγείροντας τους εξής λόγους ένστασης: «
- Η Αιτήτρια δε νομιμοποιείται στην καταχώριση της παρούσας εφέσεως και/ή η Αιτήτρια στερείται καλής και βάσιμης υπόθεσης για ακύρωση και αναστολή της ειδοποίησης του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερ. 28/1/2016 και/ή της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερ. 28/1/2016 και/ή η παρούσα αίτηση είναι νόμω και/ή ουσία αστήρικτη.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντίκειται στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμούς του 1965 άρθρα 5
(1)και 7 και/ή δεν έχει ακολουθηθεί ο σωστός τύπος και/ή στο σώμα της αίτησης δεν αναφέρονται οι λόγοι έφεσης και/ή η αιτιολογία επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση-έφεση.
- Το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας στα πλαίσια της παρούσας αίτησης - έφεσης όπως εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα.
- Η ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 28/1/2016 και η απόφαση του ημερ. 28/1/2016 λήφθηκαν ορθώς και νομίμως και/ή είναι νομικά και πραγματικά ορθές και λήφθηκαν κατόπιν πιστής εφαρμογής των προνοιών του Νόμου 9/65 ως αυτός ετροποποιήθη.
- Τα άρθρα 44ΙΗ εώς 44ΚΖ του Νόμου 9/65 ως αυτά τροποποιήθηκαν με βάση το νόμο 139(Ι)/2015 είναι εναρμονισμένα με το Σύνταγμα και δεν προσκρούουν σε κανένα άρθρο του Συντάγματος.
- Η Αιτήτρια έχει απεμπολήσει τα δικαιώματα της και/ή κωλύεται να επικαλεσθεί οποιοδήποτε δικαίωμα προκύπτει από Συμβάσεις Υποθήκης λόγω της αρχής της εγκατάλειψης (waive of rights) και/ή λόγω ολιγωρίας (laches) και/ή αίτηση είναι καταχρηστική.
- Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη επέμβαση στη διακριτική εξουσία του Διευθυντή του Κτηματολογίου την οποία ο Διευθυντής κέκτηται δυνάμει ρητών διατάξεων του Νόμου.
- Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα έβλαπτε ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση 3 και θα οδηγούσε σε δυσανάλογα ανεπιεική αποτελέσματα εναντίον του και/ή δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν τα απαιτούμενα διατάγματα και/ή τυχόν έκδοση τους θα είναι αντίθετα με το δίκαιο της επιείκειας.
- Τα αιτούμενα Διατάγματα είναι αντίθετα στην Αρχή της Αναλογικότητας.
- Τα αιτούμενα Διατάγματα είναι αντίθετα στην αρχή της «Καλής Πίστης». Ο Καθ' ου η Αίτηση ενήργησε καλόπιστα και τιμώντας το πωλητήριο έγγραφο εξόφλησε το διαμέρισμα με δάνειο που πήρε από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης. Οποιαδήποτε ζημιά δεν μπορεί να επιζητηθεί από τους καλόπιστους αγοραστές που αποτελεί την πρώτη τους κατοικία και έχουν αποπληρώσει όλες τους τις συμβατικές υποχρεώσεις.
- Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παραβιάσει τα συνταγματικά δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση 3 για απρόσκοπτη απόλαυση της περιουσίας του και θα δώσει το δικαίωμα στην Αιτήτρια να προχωρήσει με εκποίηση περιουσίας του με αποτέλεσμα ο Καθ' ου η Αίτηση 3 να χάσει το διαμέρισμα οποίο εξόφλησε ως προνοούσε το Πωλητήριο Έγγραφο και να υποστεί ασύμφορες ζημιές για τον ίδιο.
- Η ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 28/1/2016 και η απόφαση του ημερ. 26/5/2016 λήφθησαν συμφώνως των προνοιών του Νόμου και των Κανονισμών, κατόπιν ορθής ενάσκησης των εξουσιών που του δίνει ο Νόμος και αφού λήφθησαν υπόψιν όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά.» Η ένσταση του καθ' ου η αίτηση 3 βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1 Θ.2, Δ.2 Θ.1, Δ.48 Θ.4, στον Νόμο 9/65, Μέρος VIΒ, άρθρα 44ΙΣΤ έως 44ΚΖ και 51, στον Νόμο 14/60, άρθρα 29, 30 και 31, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμούς του 1956 άρθρα 5
(1)και 7, στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας, στο δίκαιο της επιείκειας, στη νομολογία, στην πρακτική και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται, φαίνονται στην ένορκο δήλωση του ιδίου (στο εξής «η Ε/Δ Παυλίδη»). Ο κ. Παυλίδης αναφέρει ότι η αιτήτρια δεν έχει υποθήκη και εμπράγματο βάρος επί του Διαμερίσματος του και του τίτλου ιδιοκτησίας αυτού, αφού η συμφωνία υποθήκης αναφέρεται σε οικόπεδο με αρ. C159 ενώ ο τίτλος ιδιοκτησίας του Διαμερίσματος έχει αρ. εγγραφής 3/519, συνεπώς πρόκειται για ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας ακινήτου, ο οποίος διαχωρίζεται από τα ακίνητα επί των οποίων υπάρχουν οι υποθήκες προς όφελος της αιτήτριας. Αναφέρει επίσης ότι εξόφλησε πλήρως το τίμημα αγοράς του Διαμερίσματος ήτοι Λ.Κ.39.300 (οι αποδείξεις επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1), στο οποίο διαμένει και το οποίο αποτελεί τη μοναδική του κατοικία. Περαιτέρω, διαφωνεί με τη θέση του κ. Κωνσταντίνου ότι τυχόν μεταβίβαση του Διαμερίσματος θα μειώσει δραματικά την αξία της υποθηκευμένης περιουσίας, και δεν συμφωνεί με την εκτίμηση που επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 9 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου. Λέγει επίσης ότι ακόμη και αν η εκτίμηση είναι ορθή, προκύπτει και πάλι ότι η υπόλοιπη περιουσία υπερκαλύπτει το χρέος για το οποίο παρέχεται εξασφάλιση. Όσον αφορά το Διάταγμα ημερ. 26.10.10, ο κ. Παυλίδης τονίζει ότι η παρούσα αίτηση δεν αποτελεί αίτηση παρακοής διατάγματος, ζήτημα το οποίο δεν μπορεί να τύχει εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας. Λαμβάνει δε νομική συμβουλή ότι η παράλειψη της αιτήτριας να κινηθεί εναντίον της πωλήτριας εταιρείας προς είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους για 6 και πλέον έτη μετά την έκδοση της απόφασης, καθιστά την παρούσα αίτηση καταχρηστική και/ή η αιτήτρια έχει απεμπολήσει τα δικαιώματα της λόγω της αρχής της εγκατάλειψης δικαιώματος (waiver of rights) και/ή λόγω ολιγωρίας (laches). Όπως περαιτέρω τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, η αιτήτρια κατά την έγκριση της δανειοδότησης της καθ' ης η αίτηση 2 όφειλε, ως η συνήθης τραπεζική πρακτική, να ελέγξει τη φερεγγυότητα της εταιρείας και να ελέγχει την πρόοδο των εργασιών στην Πολυκατοικία FROIBER ISABELLA - MARISA COURΤ 31 και να αποδεσμεύει τα χρήματα του δανείου σταδιακά και ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών. Οι δικηγόροι του τον συμβουλεύουν ακόμη ότι η δικαστική απόφαση ημερ. 26.10.10 διατάζει τον πλειστηριασμό του οικοπέδου με αρ. εγγραφής C159 και όχι του Διαμερίσματος με αρ. εγγραφής 3/
- Λαμβάνει περαιτέρω νομική συμβουλή ότι η απόφαση ημερ. 26.10.10 εκδόθηκε εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη, υπό την ιδιότητα του ως προσωρινού εκκαθαριστή της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση 2 και ενώ είχε ήδη διοριστεί ως εκκαθαριστής της εταιρείας ο Χριστάκης Ιακωβίδης, συνεπώς η εν λόγω δικαστική απόφαση εξεδόθη εναντίον λανθασμένου προσώπου. Ο κ. Παυλίδης λαμβάνει επίσης νομική συμβουλή ότι δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα της αιτήτριας που διασφαλίζονται από τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Ούτε καθίστανται, λέγει, άνευ αντικειμένου οι πρόνοιες των άρθρων 21 - 36 του Νόμου 9/65, αφού τα άρθρα 44ΙΘ - 44ΚΖ του Νόμου υπερισχύουν, ως ειδικές πρόνοιες, των υπολοίπων γενικότερων προνοιών του Νόμου. Αναφέρει επίσης ότι ο ίδιος, ως εγκλωβισμένος αγοραστής, υφίσταται τεράστια αδικία αφού για να μεταβιβαστεί το Διαμέρισμα επ' ονόματί του, ο Εκκαθαριστής της καθ' ης η αίτηση 2, με επιστολή του ημερ. 19.12.14 (Τεκμήριο 2) του ζήτησε να καταβάλει το ποσό των €115.035.33, παρόλο ότι έχει εξοφλήσει το τίμημα σύμφωνα με το πωλητήριο έγγραφο. Τιμωρείται, δηλαδή, ο ίδιος για την παράλειψη της αιτήτριας να εισπράξει από την καθ' ης η αίτηση 2 το ποσό του μεταξύ τους δανείου. Ο Νόμος 139(I)/15 είναι η μοναδική προστασία για τα δικαιώματα του και των λοιπών εγκλωβισμένων αγοραστών, οι οποίοι αποτελούν τα αθώα μέρη, αφού μένουν εκτεθειμένοι στον κίνδυνο η Τράπεζα να προχωρήσει εναντίον των περιουσιών τους. Αντίθετα τα πιστωτικά ιδρύματα βρίσκονται σε ισχύουσα θέση έναντι των αγοραστών με τα δικαιώματα τους να παραμένουν πλήρως εξασφαλισμένα. Τυχόν έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων θα βλάψει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του και θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη επέμβαση στη διακριτική εξουσία του Διευθυντή την οποία κέκτηται δυνάμει νομοθετικών διατάξεων. Καταλήγει ότι οι αποφάσεις του Διευθυντή λήφθηκαν ορθώς και νομίμως κατόπιν πιστής εφαρμογής των προνοιών του Νόμου 9/65 ως αυτός τροποποιήθηκε και δεν αντιβαίνουν σε καμία απόφαση και σε κανένα Νόμο, κοινό ή Συνταγματικό. Η ακροαματική διαδικασία Η ακρόαση της αίτησης/έφεσης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι της αιτήτριας, του Διευθυντή και του καθ' ου η αίτηση 3 κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους, τις οποίες ανέπτυξαν και προφορικά. Όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέφεραν λαμβάνονται υπόψη και αναφορά στις θέσεις που προβλήθηκαν θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των θέσεων αυτών κατωτέρω, και στον βαθμό που χρειάζεται. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι ως επί το πλείστον παραδεκτά. Στις 27.2.02 και 17.12.04 ενεγράφησαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας οι Υποθήκες με αρ. Υ1663/2002 και Υ13224/2004 και Υ13225/2004 αντίστοιχα, από την εταιρεία A & G PROPERTY WISE DEVELOPMENT LIMITED (AE62149) προς όφελος της αιτήτριας. Τα έγγραφα των υποθηκών είναι τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν ως Τεκμήρια 1, 2 και 3 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου. Η Υποθήκη Υ1663/2002 ενεγράφη για το ποσό των Λ.Κ.600.000 πλέον τόκους, η Β' Υποθήκη Υ13224/2004 για το ποσό των Λ.Κ.330.000 πλέον τόκους, και η Γ' Υποθήκη Υ13225/2004 για το ποσό των Λ.Κ.150.000 πλέον τόκους.[1] Οι πιο πάνω υποθήκες εξασφαλίζουν υποχρεώσεις της καθ' ης η αίτηση 2 προς την αιτήτρια.[2] Η υποθήκη Υ1663/2002 ενεγράφη αρχικά ως εμπράγματο βάρος σε όλο το μερίδιο του ακινήτου με αριθμό εγγραφής C159 (το οποίο μεταγενέστερα πήρε αριθμό 3/519 και μεταγενέστερα 0/6261), τεμαχίου 494 του Φ./Σχ. 21/54.03.03, στην ενορία Αγίων Ομολογητών, Λευκωσία, ιδιοκτησίας της καθ' ης η αίτηση
- Το εν λόγω ακίνητο άλλαξε αργότερα αριθμό τεμαχίου και έγινε 1445 και αποτελείται πλέον από δεκαπέντε
(15)ξεχωριστές εγγραφές, οι οποίες προέκυψαν με τον φάκελο ΑΧ 912/
- Έτσι η υποθήκη Υ1663/2002 μεταφέρθηκε αυτόματα και επιβαρύνει πλέον και τις 15 αυτές εγγραφές που αποτελούν το τεμάχιο 1445 ξεχωριστά. Το ίδιο ισχύει και με τις υποθήκες Υ13224/2004 και Υ13225/2004.[3] Συνεπώς ο ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση 3 ότι το Διαμέρισμα του δεν βαρύνεται με κανένα εμπράγματο βάρος[4] δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός καθότι δεν συνάδει με τα όσα η κα Κρασιά αναφέρει και προκύπτουν από τα κτηματολογικά μητρώα, αλλά ούτε και με τις ενέργειες του ίδιου του καθ' ου η αίτηση 3 ο οποίος κίνησε τη διαδικασία[5] των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/65 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 139(Ι)/15 ακριβώς επειδή το ακίνητο του εβαρύνετο με εμπράγματο βάρος το οποίο εμπόδιζε, μέχρι και την ψήφιση του Νόμου 139(Ι)/15, την επ' ονόματι του μεταβίβαση του ακινήτου. Η αιτήτρια έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον της καθ' ης η αίτηση 2 στην αγωγή με αριθμό 4784/06 του Ε.Δ. Λευκωσίας καθώς και διάταγμα εκποίησης του πιο πάνω αναφερόμενου ακινήτου που βαρύνεται με τις εν λόγω υποθήκες (Τεκμήριο 4 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου). Η καθ' ης η αίτηση 2 οφείλει στην αιτήτρια ποσό ύψους €1.390.953,77 πλέον τόκους από 1.2.16 δυνάμει της πιο πάνω δικαστικής απόφασης. Μέχρι και σήμερα η αιτήτρια δεν έχει καταχωρήσει αίτηση για καταναγκαστική πώληση του ακινήτου.[6] Η καθ' ης η αίτηση 2 ευρίσκεται υπό εκκαθάριση από 19.11.08 και στις 10.5.10 έχει διοριστεί ως Εκκαθαριστής αυτής ο Χριστάκης Ιακωβίδης (Τεκμήριο 5 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου).[7] Στις 3.4.03 υπεγράφη συμφωνία για πώληση του Διαμερίσματος από την καθ' ης η αίτηση 2 προς τον καθ' ου η αίτηση 3 (το σχετικό πωλητήριο έγγραφο είναι το Τεκμήριο 10 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου και το Τεκμήριο Α στην Ε/Δ Κρασιά) στα πλαίσια της οποίας συμφωνήθηκε ότι το τίμημα πώλησης του Διαμερίσματος (διαμέρισμα αρ 104 στον 1° όροφο, με μία αποθήκη και χώρο στάθμευσης) είναι Λ.Κ.39.300 (περίπου €67.100,00). Το πιο πάνω πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας στις 18.4.03 (ΠΩΕ 793/2003).[8] Το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης του Διαμερίσματος εξοφλήθηκε από τον καθ' ου η αίτηση 3 (Τεκμήριο Δ.1-2 στην Ε/Δ Κρασιά και Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ Παυλίδη).[9] Με την ολοκλήρωση του διαμερίσματος ο καθ' ου η αίτηση 3 διαμένει σε αυτό, το οποίο αποτελεί και τη μοναδική του κατοικία.[10] Ο Εκκαθαριστής της καθ' ης η αίτηση 2 απέστειλε προς τον καθ' ου η αίτηση 3 επιστολή ημερ. 19.12.14 (Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ Παυλίδη), σύμφωνα με την οποία, προκειμένου να μεταβιβαστεί το Διαμέρισμα επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση 3, ο τελευταίος οφείλει να καταβάλει το ποσό των €115.035.33.[11] Η αιτήτρια δεν εισέπραξε κανένα ποσό από το προϊόν της πώλησης του Διαμερίσματος.[12] Στις 8.9.15 ο καθ' ου η αίτηση 3 υπέβαλε την αίτηση με αρ. φακ. ΑΕΑ 7/2015 (Τεκμήριο Γ στην Ε/Δ Κρασιά) στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας ζητώντας να εγγράφει στο όνομά του το Διαμέρισμα επί του τεμαχίου 494, τμήμα C, Φύλλο/Σχεδίου 21/540303 και αριθμό εγγραφής 0/11656 στην περιοχή Αγίων Ομολογητών, στον Δήμο Λευκωσίας, δυνάμει της σύμβασης πώλησης με αριθμό ΠΩΕ 793/2003, σύμφωνα με τον Νόμο 9/65, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 139(Ι)/
- Στη συνέχεια, το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας κάλεσε με επιστολή ημερ. 8.10.15 (Τεκμήριο Ε στην Ε/Δ Κρασιά) τον καθ' ου η αίτηση 3 να προσκομίσει διάφορες φοροαπαλλαγές και βεβαιώσεις, αίτημα προς το οποίο ο καθ' ου η αίτηση 3 ανταποκρίθηκε θετικά (Τεκμήριο ΣΤ1-3 στην Ε/Δ Κρασιά). Αφού εξετάστηκαν από το Κτηματολόγιο όλα τα στοιχεία, κρίθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου για να εγγράφει το επίδικο Διαμέρισμα στο όνομα του καθ' ου η αίτηση
- Ως εκ τούτου, ετοιμάστηκε έκθεση ακινήτου (Τεκμήριο Β στην Ε/Δ Κρασιά), στην οποία αναφέρονται όλα τα εμπράγματα βάρη και φάκελοι που αναφέρονται στο επίδικο Διαμέρισμα, ούτως ώστε να σταλούν οι σχετικές επιστολές (Τύπος ΙΕ) στα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Στις 28.1.16 στάληκε με συστημένο ταχυδρομείο ειδοποίηση (Τύπος ΙΕ) προς την αιτήτρια (Τεκμήριο Ζ στην Ε/Δ Κρασιά και Τεκμήριο 6 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου), για υποβολή ένστασης στη μεταβίβαση του ακινήτου ή αίτηση για μεταφορά των υποθηκών Υ1663/2002, Υ13224/2004 και Υ13225/2004, η οποία παραλήφθηκε από την αιτήτρια περί τις αρχές Φεβρουάριου
- Με τον Τύπο ΙΕ η αιτήτρια, ως ενυπόθηκος δανειστής, πληροφορείτο ότι ο Διευθυντής προτίθετο να προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/11656 που βαρύνεται με τις ως άνω υποθήκες στο όνομα του αγοραστή - καθ' ου η αίτηση 3, και κατ' επέκταση με την εξάλειψη των πιο πάνω αναφερομένων υποθηκών. Πληροφορήθηκε επίσης ότι εάν επιθυμούσε να υποβάλει ένσταση για τη μεταβίβαση αυτή και/ή αίτηση για μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση 2, θα έπρεπε να το πράξει εντός 45 ημερών από την παραλαβή της επιστολής. Η αιτήτρια πράγματι υπέβαλε στις 17.2.16 ένσταση και αίτηση για μεταφορά των υποθηκών σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση 2 (Τεκμήριο 7 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου και Τεκμήρια Η1-2 στην Ε/Δ Κρασιά). Ο Διευθυντής, με επιστολή ημερ. 26.5.16 (Τεκμήριο 8 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου και Τεκμήριο Θ στην Ε/Δ Κρασιά) απέρριψε την ένσταση της αιτήτριας και την ειδοποίησε ότι εκτός εάν προσκομίσει διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά, θα προχωρήσει στην απαλλαγή του ακινήτου 0/11656 φ/σχ 21/540303 τεμ.1445 Άγιοι Ομολογητές από τις υποθήκες και μεταβίβαση αυτού στο όνομα του καθ' ου η αίτηση
- Απέρριψε επίσης το αίτημα για μεταφορά των υποθηκών, καθότι υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα ως εμπράγματη εξασφάλιση στις υποθήκες.[13] Στις 15.12.15 οι εκτιμητές κ.κ. TOTAL VALUATIONS - Chartered Surveyors διενήργησαν εκτίμηση για το ακίνητο 0/6261 (προηγούμενος αριθμός C519 και/ή 3/519) τεμ.1445 (προηγ. Αριθμός 494), σύμφωνα με την οποία η αγοραία αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των €1.880.000 και η αξία καταναγκαστικής πώλησης σε €1.410.000 (Τεκμήριο 9 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου).[14] Το Κτηματολόγιο πραγματοποίησε Γενική Εκτίμηση το 2013 και με βάση την εν λόγω εκτίμηση η αξία της κάθε εγγραφής στο επίδικο ακίνητο είναι η ακόλουθη: (i) 0/11655, €114.800 (ii) 0/11656, €92.000 (iii) 0/11657, €127.800 (iv) 0/11658, €135.600 (v) 0/11659, €119.800 (vi) 0/11660, €91.200 (vii) 0/11661, €127.200 (viii) 0/11662, €129.400 (ix) 0/11663, €119.800 (x) 0/11664, €91.300 (xi) 0/11665, €127.200 (xii) 0/11666, €135.100 (xiii) 0/11667, €96.800 (xiv) 0/11668, €148.900 (xv) 0/11669, €144.900.[15] Πέραν της επίδικης ειδοποίησης που αφορά το Διαμέρισμα που πωλήθηκε στον καθ' ου η αίτηση 3, υπάρχουν κι άλλες ειδοποιήσεις του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας προς την αιτήτρια, με τις οποίες η αιτήτρια ειδοποιείται ότι ο Διευθυντής θα προβεί σε μεταβίβαση ακινήτων (διαμερισμάτων) που βαρύνονται με τις πιο πάνω υποθήκες στα ονόματα των αγοραστών και ότι θα ακυρώσει τις υποθήκες. Υπάρχουν για όλα τα διαμερίσματα, πλην ενός, κατατεθειμένα αγοραπωλητήρια συμβόλαια (εκτός από δύο τα οποία έχουν ήδη απαλλαγεί).[16] Όσον αφορά την ακίνητη ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση 2, αυτή φαίνεται στο Τεκμήριο 11 της Ε/Δ Κωνσταντίνου. Η καθ' ης η αίτηση 2 δεν έχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία ελεύθερη από οποιοδήποτε βάρος.[17] Νομική πτυχή και αξιολόγηση των θέσεων των διαδίκων Σημειώνω κατ' αρχάς ότι τόσο στην ένσταση του Διευθυντή όσο και στην ένσταση του καθ' ου η αίτηση 3 εγείρονται ορισμένοι λόγοι ένστασης οι οποίοι δεν αναπτύσσονται στις γραπτές τους αγορεύσεις, και θεωρώ πως έχουν εγκαταλειφθεί. Σε κάθε περίπτωση, θα εξετάσω τους (μη αναπτυχθέντες) λόγους ένστασης που σχετίζονται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 51
(1)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/65(στο εξής «ο Νόμος 9/65») οποιοδήποτε πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα παραβλάπτονται από απόφαση του Διευθυντή που λαμβάνεται δυνάμει των προνοιών του εν λόγω Νόμου δύναται, εντός 30 ημερών από της κοινοποιήσεως προς αυτό της εν λόγω αποφάσεως, να υποβάλει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο.[18] Τόσο οι αιτούμενες θεραπείες όσο και η νομική βάση της αίτησης/έφεσης αναφέρονται στην «εισαγωγή», πιο πάνω. Αυτό που η αιτήτρια επιδιώκει με την παρούσα αίτηση/έφεση είναι την ακύρωση αποφάσεων του Διευθυντή που λήφθηκαν δυνάμει των προνοιών του Νόμου 9/65, και συγκεκριμένα της ειδοποίησης - Τύπου ΙΕ ημερ. 28.1.16 (ειδοποίηση προκαταρκτική και ενημερωτική για την έναρξη της διαδικασίας μεταβίβασης) και της απόφασης ημερ. 26.5.16 για εξάλειψη των υποθηκών και μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 3. Αφού, λοιπόν, με την αίτηση/έφεση, στην οποία η αιτήτρια έχει συνενώσει ως διάδικους όλα τα πρόσωπα που έκρινε ως αναγκαία, η αιτήτρια αμφισβητεί τη νομιμότητα και ορθότητα αποφάσεων του Διευθυντή που ελήφθησαν δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIB του Νόμου 9/65, οι οποίες κατ' ισχυρισμό παραβλάπτουν τα δικαιώματα της, βασιζόμενη στο άρθρο 51 του Νόμου 9/65, το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να επιλύσει το ζήτημα συμφώνως των προνοιών του Νόμου 9/65 (βλ. Lombard Natwest Bank Ltd v. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1990). Ο καθ' ου η αίτηση 3 εγείρει επίσης ως λόγο ένστασης, τον ισχυρισμό ότι η αιτήτρια δεν έχει τηρήσει τους Κανονισμούς 5
(1)και 7 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1965, επειδή δεν έχει χρησιμοποιηθεί ο Τύπος 2 των Κανονισμών και επειδή δεν αναφέρονται οι λόγοι επί των οποίων η αίτηση/έφεση βασίζεται (λόγος ένστασης 2 και παρ. 4 και 5 της Ε/Δ Παυλίδη). Αυτός ο λόγος ένστασης δεν αναπτύσσεται στην αγόρευση του καθ' ου η αίτηση 3, σε κάθε περίπτωση όμως, σημειώνω πως ο αναφερόμενος στους εν λόγω Κανονισμούς Τύπος 2 έχει ακολουθηθεί από την αιτήτρια, και περαιτέρω, οι λόγοι έφεσης καταγράφονται στο σώμα της αίτησης/έφεσης. Ο καθ' ου η αίτηση 3 ισχυρίζεται επίσης ότι η Αιτήτρια έχει απεμπολήσει τα δικαιώματά της και/ή κωλύεται να επικαλεσθεί οποιοδήποτε δικαίωμα προκύπτει από τις συμβάσεις υποθήκης λόγω της αρχής της εγκατάλειψης (waiver of rights) και/ή λόγω ολιγωρίας (laches) και/ή ότι η αίτηση είναι καταχρηστική (λόγος ένστασης 6). Τον ίδιο λόγο ένστασης είχε εγείρει και ο Διευθυντής (λόγος ένστασης 15), πλην, όμως, δεν τον προώθησε με την αγόρευσή του. Οι λόγοι για τους οποίους ο καθ' ου η αίτηση 3 ισχυρίζεται στην αγόρευση του ότι η αιτήτρια κωλύεται στην προβολή των ισχυρισμών της, είναι ουσιαστικά οι ίδιοι με αυτούς που ο καθ' ου η αίτηση 3 ανέφερε στην ένορκο του δήλωση και οι οποίοι παρατέθηκαν πιο πάνω. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τις θέσεις του καθ' ου η αίτηση 3. Tο ζήτημα της ολιγωρίας ή της καθυστέρησης (laches) στην έγερση αγωγής μπορεί να εγερθεί ως υπεράσπιση μόνον όπου ο ενάγων επιδιώκει θεραπεία στη βάση του δικαίου της επιείκειας (equitable remedy) (Καρπασίτης κ.α. ν. Σιόκουρου
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 472, 477, Α.ΤΗ.Κ. ν. Αντώνη Κλεάνθους
(2013)1 Α.Α.Δ. 158, Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 2357). Στην παρούσα περίπτωση, η αιτήτρια καταχώρησε αίτηση/έφεση βασιζόμενη σε δικαίωμα που της δίδει ο νόμος (και συγκεκριμένα το άρθρο 51 του Νόμου 9/65) επιδιώκοντας την ακύρωση των αποφάσεων του Διευθυντή που λήφθηκαν με βάση τον εν λόγω Νόμο, ως παραβιάζουσες τα συνταγματικά της δικαιώματα. Πρόκειται, λοιπόν, για αξίωση που πηγάζει από τον νόμο (legal right) και όχι από το δίκαιο της επιείκειας. Εν πάση περιπτώσει, η παρούσα διαδικασία προωθήθηκε από την αιτήτρια άμεσα και χωρίς καθυστέρηση από της κοινοποιήσεως των προσβαλλόμενων αποφάσεων του Διευθυντή σε αυτήν, συνεπώς δεν μπορεί να τίθεται θέμα ολιγωρίας ή καθυστέρησης από μέρους της στην έγερση της διαδικασίας. Ούτε μπορώ να συμφωνήσω ότι η αιτήτρια εγκατέλειψε τα δικαιώματα της που πηγάζουν από τις τρεις επίδικες υποθήκες. Ως προς την έννοια της εγκατάλειψης/απεμπόλησης δικαιώματος (waiver), χρήσιμη παραπομπή μπορεί να γίνει στη σειρά Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση (reissue), Τόμος 16
(2), παρ. 907. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει ισχυρισμός για ρητή (express) εγκατάλειψη από μέρους της αιτήτριας. Όσον αφορά στην εξυπακουόμενη (implied) εγκατάλειψη, στο σύγγραμμα Halsbury's, ανωτέρω, αναφέρεται ότι «Where the waiver is not express, it may be implied from conduct which is inconsistent with the continuance of the right, without the need for writing or for consideration moving from, or detriment to, the party who benefits by the waiver, but mere acts of indulgence will not amount to waiver; nor may a party benefit from the waiver unless he has altered his position in reliance on it. The waiver may be terminated by reasonable, but not necessarily formal, notice unless the party who benefits by the waiver cannot resume his position, or termination would cause injustice to him.». Απεμπόληση δικαιώματος (waiver) μπορεί να τεκμηριωθεί από τη συμπεριφορά του δικαιούχου μόνο εφόσον αυτή υποδηλώνει αναμφισβήτητα (unequivocally) εγκατάλειψη του δικαιώματος (Louis Tourist v. Ηλία
(1992)1 Α.Α.Δ. 98, 103). Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτήτρια δεν προέβη σε πράξεις ασυμβίβαστες με τα δικαιώματα της που πηγάζουν από τις συμβάσεις υποθήκευσης (που συνάφθηκαν το 2002 και το 2004). Το αντίθετο είναι που έπραξε, καταχωρώντας αγωγή εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση 2 το 2006, στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισε δικαστική απόφαση και διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου στις 26.10.10. Η εν λόγω δικαστική απόφαση και το διάταγμα πώλησης παραμένουν, σύμφωνα με τους σχετικούς δικονομικούς κανόνες, σε ισχύ για σκοπούς εκτέλεσης για 10 έτη από την έκδοσή τους (βλ. Δ.40 Θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), ενώ το γεγονός ότι η καθ' ης η αίτηση 2 βρίσκεται υπό εκκαθάριση έχει τις συνέπειες που αναφέρονται στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, οι πρόνοιες του οποίου περιορίζουν τη δυνατότητα εκτέλεσης αποφάσεων εναντίον εταιρειών που βρίσκονται υπό εκκαθάριση. Δεν θεωρώ, συνεπώς, ότι η αιτήτρια έχει εγκαταλείψει τα δικαιώματά της που πηγάζουν από τις συμβάσεις υποθήκης κατά τρόπο που να εμποδίζεται, πλέον, να βασιστεί σε αυτά επιδιώκοντας την ακύρωση των αποφάσεων του Διευθυντή που κατά τους ισχυρισμούς της τα παραβιάζουν. Όσον, τέλος, αφορά στην ισχυριζόμενη κατάχρηση, σημειώνω ότι στην υπόθεση Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)1 Α.Α.Δ. 142, 151 λέχθηκε ότι «κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική». Εξετάζοντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, δεν εντοπίζω στοιχεία από τα οποία να προκύπτει καταχρηστική ή καταπιεστική συμπεριφορά από μέρους της αιτήτριας η οποία να τείνει στην αθέμιτη εξασφάλιση της αξίωσής της. Ούτε και πρόκειται για αξίωση εν σχέσει με την οποία εκκρεμεί κάποια άλλη διαδικασία, ούτως ώστε να τίθεται θέμα κατάχρησης (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Κρίνω, συνεπώς, πως η παρούσα αίτηση δεν είναι καταχρηστική. Αντίθετα, η καταχώρηση της έγινε ακριβώς για τους σκοπούς που ο νόμος την προορίζει, ήτοι για έλεγχο της νομιμότητας και της ορθότητας των εφεσιβαλλομένων αποφάσεων του Διευθυντή. Έχοντας απορρίψει τους λόγους ένστασης που σχετίζονται, ουσιαστικά, με τη νομιμοποίηση της αιτήτριας προς έγερση της παρούσας διαδικασίας, προχωρώ στο να εξετάσω τους λόγους που υποστηρίζουν την αίτηση/έφεση. Η αιτήτρια με την αγόρευσή της προωθεί τους λόγους έφεσης που έχουν να κάνουν με την ισχυριζόμενη αντισυνταγματικότητα της απόφασης του Διευθυντή και των νομοθετικών προνοιών επί των οποίων αυτή βασίζεται. Ισχυρίζεται ειδικότερα ότι τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/65 είναι ασυμβίβαστα με τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος καθώς και με την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Οι αρχές που διέπουν τον έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων έχουν αναλυθεί σε διάφορες υποθέσεις, μεταξύ άλλων, στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640, και είναι οι ακόλουθες: (α) Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός, εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.[19],[20] (β) Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.[21],[22] (γ) Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν τον νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.[23],[24] (δ) Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων. Τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.[25],[26] (ε) Σε περίπτωση που νόμος περιέχει τόσο συνταγματικές όσο και αντισυνταγματικές διατάξεις, μόνο οι αντισυνταγματικές διατάξεις κηρύσσονται ως τέτοιες, εκτός εάν η διασύνδεση μεταξύ των συνταγματικών και των μη συνταγματικών διατάξεων είναι τόσο στενή, ώστε ο διαχωρισμός να μην είναι επιτρεπτός. Σε τέτοια περίπτωση ολόκληρος ο νόμος κηρύσσεται ως αντισυνταγματικός.[27] Ως προς τη μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, στην Αναφορά αρ. 5/93, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.4)
(1994)3 Α.Α.Δ. 167, στη σελ. 174 σημειώθηκε πως ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων επιτυγχάνεται με την αντιπαραβολή των διατάξεων του κρινόμενου νόμου προς τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Ομοίως, στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339 αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα (βλ. μεταξύ άλλων, The Board of Registration of Architects & Civil Engineers v Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640, The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.α.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252).». Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ στην εξέταση της ουσίας των επιχειρημάτων των διαδίκων. Κρίνω σκόπιμο κατ' αρχάς να αναφερθώ στις κρίσιμες νομοθετικές διατάξεις και στις αλλαγές που επήλθαν με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) (Αρ. 10) Νόμο του 2015, Ν.139(Ι)/15(στο εξής «ο Νόμος 139(Ι)/15»). Σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011, Ν.81(Ι)/11 (στο εξής «ο Νόμος 81(Ι)/11»), «. η κατάθεση σύμβασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης και το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή της: ...». Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 81(Ι)/11, ο όρος «εμπράγματο βάρος» έχει την έννοια που αποδίδεται σε αυτόν από τον Νόμο 9/65. Σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 12
(5)(α) του Νόμου 9/65, «εμπράγματο βάρος» σημαίνει «άμεσον τινα επί ακινήτου απαίτησιν, δικαίωμα επιβαρύνσεως (lien) ή υποχρέωσιν, υφισταμένην δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου.». Σύμφωνα δε με το άρθρο 12
(1)του Νόμου 9/65: «12
(1)Εκτός ως προνοείται εν άρθρω 29 ή 31, οσάκις ακίνητον υπόκειται εις οιονδήποτε εμπράγματον βάρος ή ο κύριος αυτού τελεί υπό απαγόρευσιν- (α) ουδεμία δήλωσις μεταβιβάσεως ή υποθήκης τοιούτου ακινήτου γίνεται δεκτή παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω [..]» Συνεπώς, με βάση τις διατάξεις του Νόμου 9/65 ως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίηση του εν λόγω Νόμου από τον Νόμο 139(Ι)/15, ακίνητο δεν μπορούσε να μεταβιβασθεί εφόσον βαρύνεται με εμπράγματα βάρη (όπως συμβαίνει, εν προκειμένω, με το Διαμέρισμα). Με τον τροποποιητικό του Νόμου 9/65, Νόμο 139(Ι)/15, ο νομοθέτης πρόσφατα θέσπισε μία διαδικασία η οποία αποσκοπεί στη μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας σε αγοραστές στις περιπτώσεις όπου, ενώ έχουν υλοποιήσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης τους με τον πωλητή, αυτός αδυνατεί ή αμελεί ή παραλείπει να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματί τους, καθότι, μεταξύ άλλων, το ακίνητο ή μέρος αυτού, επιβαρύνεται με εμπράγματο βάρος. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΗ του Νόμου 9/65 που εμπίπτει στο Μέρος VIB του Νόμου που τιτλοφορείται «Προστασία Αγοραστών», σε κάθε περίπτωση που ακίνητο ή μέρος αυτού βαρύνεται με σύμβαση, η οποία έχει κατατεθεί στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέχρι την 31.12.14 ή δυνάμει δικαστικού διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 81(Ι)/11, εφαρμόζονται τα άρθρα 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ, με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης επ' ονόματι του αγοραστή. Σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΘ
(1)του Νόμου 9/65, η μεταβίβαση του ακινήτου μπορεί να γίνει αυτεπάγγελτα από τον Διευθυντή ή κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε από τα πρόσωπα που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ άλλων, του αγοραστή, όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση ο καθ' ου η αίτηση 3. Σύμφωνα με το άρθρο 44Κ ο Διευθυντής εξετάζει την αίτηση και διερευνά αν πληρούνται οι ακόλουθες δύο προϋποθέσεις: (α) έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης, και (β) υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 44ΚΑ ο Διευθυντής δύναται να απαιτήσει από οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων απαραίτητων για την εξέταση της αίτησης. Σύμφωνα με το άρθρο 44ΚΒ του Νόμου 9/65, σε περίπτωση που πληρούνται οι δύο προαναφερθείσες προϋποθέσεις, ο Διευθυντής γνωστοποιεί την πρόθεση του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή, αποστέλλοντας την Ειδοποίηση - Τύπο ΙΕ, μεταξύ άλλων, στον ενυπόθηκο δανειστή (εδάφιο
(1)), όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση η αιτήτρια, ο οποίος δύναται εντός 45 ημερών να υποβάλει ένσταση στον Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή, (β) ότι η σύμβαση πώλησης είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει δικαστικού διατάγματος. Επίσης, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να αιτηθεί όπως η υποθήκη, μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης. Σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης ή και της αίτησης για μεταφορά, ο Διευθυντής προχωρεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή (δεύτερη επιφύλαξη του εδαφίου
(3)του άρθρου 44ΚΒ και τρίτη επιφύλαξη του εδαφίου
(4)του άρθρου 44ΚΒ). Το άρθρο 44ΚΣΤ περιέχει ερμηνευτικές διατάξεις και το άρθρο 44ΚΖ προβλέπει πως οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΣΤ εφαρμόζονται ανεξάρτητα από τις λοιπές διατάξεις του Νόμου 9/65 καθώς και των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου. Δυνάμει των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών, ο Διευθυντής απέστειλε προς την αιτήτρια, ως ενυπόθηκο δανειστή, στις 28.1.16 την ειδοποίηση - Τύπο ΙΕ, καλώντας την, εάν το επιθυμούσε, να υποβάλει ένσταση στην πρόθεση του Διευθυντή για μεταβίβαση του ακινήτου ή αίτηση για μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία. Η αιτήτρια έπραξε και τα δύο στις 17.2.16. Ο Διευθυντής, με επιστολή του ημερ. 26.5.17 απέρριψε τόσο την ένσταση της αιτήτριας, όσο και την αίτηση της για μεταφορά της υποθήκης, και την ενημέρωσε ότι θα προβεί σε απαλλαγή του Διαμερίσματος από τις υποθήκες Υ1663/02, Υ13224/04 και Υ13225/04 και στη μεταβίβασή του επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση 3, εκτός εάν εντός 30 ημερών προσκομιστεί δικαστικό διάταγμα που να διατάζει διαφορετικά. Όπως προαναφέρθηκε, θέση της αιτήτριας είναι ότι οι πιο πάνω αποφάσεις του Διευθυντή και οι πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις επί των οποίων αυτές βασίζονται προσκρούουν στα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος καθώς και στην Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Η συνήγορος του Διευθυντή υποστηρίζει πως η αιτήτρια δεν εξειδικεύει, όπως θα έπρεπε, ποιες διατάξεις του Νόμου 9/65, άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ, είναι αντισυνταγματικές. Η αιτήτρια αντιτείνει πως είναι το σύνολο των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Ν.9/65, οι οποίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, καθώς και το αποτέλεσμα που αυτές επιφέρουν, που παραβιάζουν τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος και την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1)
(2000)3 Α.Α.Δ. 157, λέχθηκαν τα εξής: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξή του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό, οποτεδήποτε ο πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Η διαδικασία των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΒ περιγράφηκε ανωτέρω. Τα υπόλοιπα άρθρα (44ΚΓ - 44ΚΕ) περιέχουν διατάξεις που ακολουθούν της διαδικασίας των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΒ (αποστολή της ειδοποίησης για μεταβίβαση του ακινήτου - Τύποι «ΙΣΤ» και «ΙΖ», καταβολή των οφειλομένων φόρων και τελών από τον αγοραστή, επιβολή διοικητικού προστίμου σε πρόσωπο που δεν προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 44ΚΑ και ιεραρχική προσφυγή εναντίον της απόφασης για επιβολή διοικητικού προστίμου), και οι οποίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη διαδικασία των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΒ, κατά τρόπο που δεν χωρεί, κατά την κρίση μου, διάσπαση μεταξύ τους. Με δεδομένο, περαιτέρω, ότι οι νομοθετικές πρόνοιες που προσβάλλονται ως αντισυνταγματικές προσδιορίζονται σαφώς στην υπό κρίση αίτηση/έφεση (άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/65), κρίνω πως ο σχετικός λόγος ένστασης δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης/έφεσης ή και σε μη εξέταση των εγερθεισών ισχυρισμών περί αντισυνταγματικότητας. Ξεκινώντας από τις θέσεις που προβάλλονται και που συναρτώνται προς το Άρθρο 23 του Συντάγματος, σημειώνω τα εξής. Θέση της αιτήτριας είναι ότι οι επίδικες υποθήκες και τα δικαιώματα που προκύπτουν από αυτές προς όφελος της (ως ενυπόθηκος δανειστής), αποτελούν «περιουσία» η οποία τυγχάνει προστασίας από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Με τη διαδικασία που θεσπίστηκε με τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/65 επιβάλλεται αδικαιολόγητη στέρηση ή περιορισμός στο περιουσιακό δικαίωμα της αιτήτριας που απορρέει από τις συμβάσεις υποθήκης, χωρίς τη συγκατάθεσή της και χωρίς να προσφέρεται σε αυτήν εύλογη αποζημίωση. Οι πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις κατ' ακρίβεια εξαϋλώνουν, εκμηδενίζουν και αποστερούν από την αιτήτρια του πιο πάνω περιουσιακού της δικαιώματος, κατά τρόπο που θίγεται ο πυρήνας του δικαιώματος, καθότι ακυρώνονται/εξαλείφονται στο σύνολο τους οι τρεις υποθήκες από το επίδικο ακίνητο, με τρόπο συνταγματικά ανεπίτρεπτο αφού δεν ακολουθείται ο μηχανισμός της απαλλοτρίωσης που προβλέπεται στην παρ. 4 του Άρθρου 23, αλλά ούτε και προσφέρεται χρηματική αποζημίωση. Όμως ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η εξάλειψη των υποθηκών δεν απολήγει σε αποστέρηση του περιουσιακού δικαιώματος αλλά σε περιορισμό αυτού, θέση της αιτήτριας είναι ότι ο περιορισμός δεν συνάδει με τις πρόνοιες της παρ. 3 του Άρθρου 23 επειδή ο νόμος, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση αυτού, δεν ψηφίστηκε για κάποιο από τους λόγους που αποτελούν συνταγματικά αποδεκτούς λόγους για την επιβολή νόμιμου περιορισμού σε υφιστάμενο περιουσιακό δικαίωμα. Σε κάθε περίπτωση, οι συνήγοροι της αιτήτριας υποστηρίζουν ότι ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι η αποξένωση της περιουσίας της αιτήτριας γίνεται για την προστασία δικαιωμάτων τρίτων προσώπων, τότε θα έπρεπε να καταβληθεί το ταχύτερο δυνατό εύλογη και δίκαιη χρηματική αποζημίωση, θέμα για το οποίο δεν γίνεται πρόνοια στα άρθρα 44ΙΗ - 44ΙΖ του Νόμου 9/
- Η δε δυνατότητα που παρέχεται για τη μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη περιουσία του ενυπόθηκου οφειλέτη και/ή των εγγυητών του, στην προκειμένη περίπτωση δεν αποτελεί θεραπεία για την αιτήτρια, αφού η καθ' ης η αίτηση 2 δεν έχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία ελεύθερη από οποιοδήποτε βάρος η οποία να μπορεί να υποθηκευτεί προς όφελος της αιτήτριας, και εν πάση περιπτώσει, ο Διευθυντής πληροφόρησε την αιτήτρια ότι δεν μπορεί να γίνει μεταφορά των υποθηκών στην παρούσα περίπτωση. Τέλος, είναι η θέση της αιτήτριας ότι η απόφαση του Διευθυντή έρχεται σε αντίθεση με την παρ. 7 του Άρθρου 23, επειδή με την εξάλειψη των υποθηκών επηρεάζεται αυτόματα η εκτελεσιμότητα της δικαστικής απόφασης ημερ. 26.10.10, εφόσον η αιτήτρια δεν θα μπορεί, πλέον, να προχωρήσει με την πώληση ολόκληρου του ακινήτου, ως η πιο πάνω δικαστική απόφαση. Στον αντίποδα, ο Διευθυντής, συμφωνώντας μεν με την αιτήτρια ότι οι συμβάσεις υποθήκης, ως εμπράγματα βάρη, αποτελούν ιδιοκτησία που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, ισχυρίζεται ότι σημασία έχει η χρήση και/ή ο σκοπός και/ή ο προορισμός του περιουσιακού δικαιώματος, που είναι η εξασφάλιση πληρωμής συγκεκριμένου ποσού που μπορεί να διεκδικηθεί με τη διαδικασία εκποίησης, σε αντίθεση με το δικαίωμα που ο αγοραστής κατέχει δυνάμει του κατατεθειμένου πωλητηρίου εγγράφου (το οποίο επίσης αποτελεί εμπράγματο βάρος) που είναι η απόκτηση της κυριότητας του ακινήτου. Τα δύο προαναφερθέντα περιουσιακά δικαιώματα συγκρούονται, και ο νομοθέτης προσπάθησε να βρει τη χρυσή τομή στο πρόβλημα που προέκυψε, κάτι που έπραξε κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Πέραν τούτου, θέση του Διευθυντή είναι ότι η απόφαση του δεν επεμβαίνει στο ιδιοκτησιακό δικαίωμα της αιτήτριας, το οποίο δεν καθίσταται αδρανές, αφού οι υποθήκες συνεχίζουν να βαραίνουν τις υπόλοιπες εγγραφές, οι οποίες αρκούν για ικανοποίηση του ποσού των Λ.Κ.600.000 πλέον τόκους που η υποθήκη Υ1663/02 εξασφαλίζει και η αιτήτρια παραμένει εμπραγμάτως εξασφαλισμένη. Όσον δε αφορά τις υποθήκες Υ13224/04 και Υ13225/04 που είναι μεταγενέστερες του πωλητηρίου εγγράφου, θέση του Διευθυντή είναι ότι τα δικαιώματα που πηγάζουν από αυτές δεν μπορεί να τύχουν προστασίας ή ανάλογης προστασίας. Ακόμη δε και αν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το Άρθρο 23, θέση του Διευθυντή είναι ότι ο περιορισμός τίθεται προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή. Με τις επίδικες νομοθετικές πρόνοιες δεν θίγεται συνταγματικό δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή, αλλά παρακάμπτεται η σειρά προτεραιότητας των εμπράγματων βαρών, σειρά η οποία καθορίζεται στο νόμο και όχι στο Σύνταγμα. Περαιτέρω, θέση της κας Τσαγκάρη είναι ότι ο νόμος και η εφεσιβληθείσα απόφαση μπορούν να δικαιολογηθούν για λόγους δημοσίου συμφέροντος, παραπέμποντας στην αιτιολογική έκθεση του Νόμου 139(Ι)/15, αλλά και στην ερμηνεία που δόθηκε στον όρο «δημόσιο συμφέρον» από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής «το ΕΔΑΔ»). Ούτε, υποστηρίζει ο Διευθυντής, η απουσία νομοθετικής ρύθμισης για την τυχόν καταβλητέα αποζημίωση καθιστά τον Νόμο αντισυνταγματικό, αφού η αιτήτρια αντλεί σχετικό αγώγιμο δικαίωμα από την παρ. 3 του Άρθρου
- Αντίθετα με την αιτήτρια και τον Διευθυντή, θέση του καθ' ου η αίτηση 3 είναι ότι τα δικαιώματα της αιτήτριας που πηγάζουν από τις συμβάσεις υποθήκης αποτελούν μελλοντικά δικαιώματα, και συνεπώς δεν εμπίπτουν στον όρο της «περιουσίας». Όμως, ακόμη και αν τα εν λόγω δικαιώματα εμπίπτουν εντός των δικαιωμάτων που προστατεύονται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, η συνήγορος του καθ' ου η αίτηση 3 εισηγείται ότι οι επίδικες νομοθετικές πρόνοιες συνιστούν ένα νόμιμο και απαραίτητο περιορισμό για προστασία του δικαιώματος ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου, ήτοι των εγκλωβισμένων αγοραστών. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο Νόμος δεν προνοεί για καταβολή δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης δεν καθιστά τον Νόμο αντισυνταγματικό, αφού η υποθήκη μπορεί να μεταφερθεί σε άλλη περιουσία του πωλητή, ή στην περιουσία διοικητικών συμβούλων της πωλήτριας εταιρείας. Το Άρθρο 23 του Συντάγματος, προβλέπει, στον βαθμό που είναι σχετικό με τους προβαλλόμενους στην παρούσα υπόθεση ισχυρισμούς, τα εξής: «
- Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
- Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
- Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου. [..]
- Η τρίτη και τετάρτη παράγραφος του παρόντος άρθρου δεν έχουσιν εφαρμογήν προκειμένου περί διατάξεων οιουδήποτε νόμου, περί αναγκαστικής εκτελέσεως εν σχέσει προς οιονδήποτε φόρον ή ποινήν, περί αναγκαστικής εκτελέσεως οιασδήποτε δικαστικής αποφάσεως, ή περί αναγκαστικής εκτελέσεως συμβατικών υποχρεώσεων ή περί παρεμποδίσεως κινδύνου επαπειλούντος την ζωήν ή την ιδιοκτησίαν.» Προκύπτει ότι το πρώτο ζήτημα που πρέπει να αποφασισθεί είναι το κατά πόσον το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται από τις συμβάσεις υποθήκης και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτές αποτελούν «ιδιοκτησία» εντός της έννοιας του Άρθρου 23 του Συντάγματος, ή όχι. Στην απόφαση Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Συνεκδ. Υποθ. αρ. 1480/11 κ.α., ημερ. 11.6.14, η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθέτησε, ως προς την έννοια του όρου «περιουσία», το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος στην υπόθεση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών, Υπόθ. Αρ. 1283/12, ημερ. 2.2.12 (σκέψη 30): «Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους.» Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν από την Πλήρη Ολομέλεια στην πρόσφατη απόφαση ημερ. 16.3.17 στην Αναφορά αρ. 3/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων. Σύμφωνα με πάγια θέση του ΕΔΑΔ κατά την ερμηνεία του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής «η ΕΣΑΔ») το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα ιδιοκτησίας, τα «possessions» τα οποία καλύπτονται από το δικαίωμα ιδιοκτησίας, μπορεί να είναι υπάρχοντα (existing possessions), συμπεριλαμβανομένων και απαιτήσεων (claims) τις οποίες κάποιος έχει θεμιτή προσδοκία (legitimate expectation) ότι θα απολαύσει (Kopecky v. Slovakia, Αίτηση αρ. 44912/98, ημερ. 28.9.04, παρ. 35), όταν αυτή η θεμιτή προσδοκία αντλεί τη βάση της στο εθνικό δίκαιο. Έτσι, απαιτήσεις που πηγάζουν από το δίκαιο των αστικών αδικημάτων, κρίθηκε ότι εμπίπτουν στον όρο «possessions» (Pressos Compania Naviera SA v. Belgium, Αίτηση αρ. 17849/91, ημερ. 20.11.95 και Maurice v. France, Αίτηση αρ. 11810/03, ημερ. 6.10.05), ομοίως δε στον ίδιο όρο κρίθηκε να εμπίπτουν απαιτήσεις που αντλούν τη βάση τους σε συμβάσεις (Mellacher v. Austria, Αιτήσεις αρ. 10522/83, 11011/84, 11070/84, 11070/84, ημερ. 19.12.89). Στο σύγγραμμα του Δρος Κ. Παρασκευά Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, στο οποίο οι συνήγοροι της αιτήτριας παρέπεμψαν, αναφέρονται τα εξής: «Η διάταξη του Άρθρου 23 του Συντάγματος προστατεύει την ιδιοκτησία σε όλες τις σύγχρονες μορφές της. Στην έννοια της ιδιοκτησίας ανήκουν όλα τα περιουσιακά δικαιώματα, τόσο τα εμπράγματα όσο και τα ενοχικά, ανήκουν δηλαδή όλα τα οικονομικώς αποτιμητά δικαιώματα. [...] Η έννοια της περιουσίας με βάση τη νομολογία του ΕΔΑΔ είναι ευρύτατη και το ΕΔΑΔ προβαίνει, ομολογουμένως, σε μια εντυπωσιακά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της περιουσίας. Σύμφωνα με την σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ η έννοια της περιουσίας, που προστατεύεται από το εν λόγω άρθρο, περιλαμβάνει τόσο κινητά όσο και ακίνητα. Έτσι, στην έννοια της περιουσίας η νομολογία του ΕΔΑΔ συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.» Ενόψει της ως άνω παρατεθείσας νομολογίας, είναι σαφές ότι τα δικαιώματα της αιτήτριας που απορρέουν από τις τρεις επίδικες συμβάσεις υποθήκευσης αποτελούν «ιδιοκτησία» που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, αλλά και «possession» σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αρ. 1 της ΕΣΑΔ, όρος η ερμηνεία του οποίου ταυτίζεται με την ερμηνεία του όρου «περιουσία» στο Άρθρο 23 του Συντάγματος. Τα εν λόγω δικαιώματα δεν είναι «μελλοντικά», ως ο καθ' ου η αίτηση 3 εισηγείται, αλλά κεκτημένα δικαιώματα αναγνωρισμένα ήδη από το Δικαστήριο, το οποίο στις 26.10.10 (Τεκμήριο 4 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου) διέταξε την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου και τη διάθεση του προϊόντος της πώλησης προς ικανοποίηση της αιτήτριας. Αποτελούν, συνεπώς, «ιδιοκτησία» που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Σημειώνω εξάλλου ότι στο σύγγραμμα των Michele Graziadei και Lionel Smith, Comparative Property Law: Global Perspectives, στο οποίο οι συνήγοροι της αιτήτριας παρέπεμψαν, υποστηρίζεται η άποψη ότι πέραν των δικαιωμάτων που πηγάζουν από τις υποθήκες (τα οποία εμπίπτουν στον όρο «ιδιοκτησία» ως ανωτέρω αναλύθηκε), ιδιοκτησία αποτελούν και οι υποθήκες αυτές καθ' εαυτές: «Mortgage bonds and other real security rights in land and movable property are recognised as constitutional property, the protection of which is affected by the remedies available for the enforcement of the security right through private law.» Το επόμενο ερώτημα που θα πρέπει να αποφασιστεί, είναι το κατά πόσον η απόφαση του Διευθυντή και οι νομοθετικές πρόνοιες επί των οποίων αυτή βασίζεται συνιστούν περιορισμό ή αποστέρηση του περιουσιακού δικαιώματος της αιτήτριας και ακολούθως το κατά πόσον αυτός ο περιορισμός ή αποστέρηση είναι συνταγματικός. Ως προς τη διαφοροποίηση μεταξύ των δύο εννοιών, παραπέμπω στην υπόθεση Simonis and another v. The Improvement Board of Latsia
(1984)3 C.L.R. 109, 115 όπου ο Πικής Δ., όπως ήταν τότε, εξήγησε ότι τo να αποστερήσεις σημαίνει να αφαιρέσεις από κάποιον ένα δικαίωμα ή περιουσιακό στοιχείο ενώ το να περιορίσεις σημαίνει να περικόψεις ή να μειώσεις ένα δικαίωμα ή περιουσιακό στοιχείο. Εάν η αποκοπή είναι τέτοιας έκτασης, ώστε ουσιαστικά να καταργεί το δικαίωμα ή το περιουσιακό στοιχείο, τότε δικαιωματικά μπορεί να θεωρηθεί σαν πράξη αποστέρησης, διαφορετικά πρόκειται για περιορισμό: «To deprive means to take away a right or thing, whereas to limit means to curtail or cut down a right or thing. If the curtailment is so extensive as to virtually obliterate the right or thing, it can properly be regarded as an act of deprivation; otherwise it is a limitation. The two concepts were seen in this light by the Supreme Constitutional Court in the case of Holy See of Kitium and the Municipal Council of Limassol, 1 R.S.C.C. 15. Whether a given restriction or limitation to the use of property is so extensive as to amount to an act of deprivation is a matter of fact and degree. If it constitutes an act of deprivation it cannot be imposed in any way other than by compulsorily acquiring the property. Equally clear is that limitations may be imposed to the use and enjoyment of property without resort to compulsory acquisition. In the case of limitation of rights the remedy of the owner, provided he suffers loss, is one for damages.» Στο σύγγραμμα του Κυριακόπουλου, Διοικητικό Ελληνικό Δίκαιο, Τόμος Γ, σελ. 366 και 368, απόσπασμα από το οποίο υιοθετήθηκε στην υπόθεση Lanitis E.C. Estates Ltd κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ. 3252, αναφέρονται τα εξής: «Ως 'στέρησιν' του δικαιώματος της κυριότητος εννοούμεν, κατ' αρχήν, την αφαίρεσιν και μεταβίβασιν αυτού εις έτερον πρόσωπον, το κράτος, τον δήμον κλπ. Είναι η συνήθης και τυπική περίπτωσις της απαλλοτριώσεως, ήτις χωρεί επί ακινήτων και κινητών πραγμάτων. Εκ του συνόλου όμως της ημετέρας νομοθεσίας συνάγεται, ότι ο θεσμός της απαλλοτριώσεως αφορά κατά κύριον λόγον εις τα ακίνητα. Διότι τα κινητά, ουχί όμως και μόνα, υπήγαγεν ο νομοθέτης εις τον θεσμόν της επιτάξεως. 3. Αλλά 'στέρησις' του δικαιώματος της κυριότητος πρόκειται και όταν έτι τούτο δεν περιέρχηται μεν εις έτερον πρόσωπον, εν τούτοις όμως Ό ιδιοκτήτης εμποδίζηται εις την απόλαυσιν ουσιωδών στοιχείων της ιδιοκτησίας αυτού'. Όπως δε πρόχειρος παρατήρησις δύναται να κατάδειξη εις πλείστος περιπτώσεις ο υπό ουσιώδεις επόψεις περιορισμός του δικαιώματος της κυριότητος απολήγει εις Όυσιαστικήν αφαίρεσιν', τούτου, ως καθιστών την ιδιοκτησίαν 'αδρανή και αχησιμοποίητον αναλόγως του προορισμού της'. Ούτως, η απόλυτος απαγόρευσις της επί οικοπέδου οικοδομήσεως ορθώς εθεωρήθη ως καθ' εαυτήν στέρησις της ιδιοκτησίας του επειδή 'κύριος αν μη μοναδικός προορισμός του οικοπέδου είναι η οικοδόμησις'. Επίσης η δι' οιονδήποτε λόγον απαγόρευσις εκμεταλλεύσεως λατομείου συνιστά κατ' ουσίαν στέρησιν της κυριότητος, διότι η κυριωτέρα, αν μη αποκλειστική, χρήσις αυτού είναι η εξαγωγή λίθων.» Περαιτέρω, στην απόφαση Καναρά ν. Πρωτοπαπά
(1999)1 Α.Α.Δ. 801, με αναφορά στην απόφαση Δημητριάδη κ.α. ν. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 85, λέχθηκαν τα εξής: «Βάσει των διατάξεων του Άρθρου 23.4 του Συντάγματος δεν χωρεί αναγκαστική αποξένωση ιδιοκτησίας εκτός μέσα από τη διαδικασία απαλλοτρίωσης. Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι κατά πόσο κατάργηση του δικαιώματος διόδου επάγεται περιορισμό ή αποξένωση ακίνητης ιδιοκτησίας. Η διάκριση μεταξύ των δύο, ήταν το αντικείμενο κρίσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Αυτές συνοψίζονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας Δημητριάδη και Άλλων ν. Υπουργικού Συμβουλίου και Άλλων
(1996)3 Α.Α.Δ. 85. Όπως διαπιστώθηκε στην απόφαση μας (σελ. 102): «Όροι περιοριστικοί της χρήσης ιδιοκτησίας, που αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας, συνιστούν περιορισμό και όχι στέρηση. Περιορισμοί στη χρήση ιδιοκτησίας απολήγουν σε στέρηση της, μόνο όταν καθιστούν την ιδιοκτησία αδρανή.» Σε άλλο σημείο της απόφασης εξηγείται ότι, (σελ. 103): «Περιορισμοί απολήγουν σε στέρηση της ιδιοκτησίας οποτεδήποτε καθιστούν τη γη αδρανή για το σκοπό για τον οποίο, εξ αντικειμένου προορίζεται.» Και παλαιότερα, στην υπόθεση Manglis and Others v. Republic
(1984)3(A) C.L.R. 351, 361 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε πως σε κάθε υπόθεση όπου οι περιορισμοί ουσιαστικά μειώνουν την οικονομική αξία της επηρεαζόμενης περιουσίας, ο ιδιοκτήτης αυτής της περιουσίας έχει δικαίωμα για αποζημιώσεις και κατά συνέπεια το Άρθρο 23 του Συντάγματος δεν παραβιάζεται. Σε άλλες υποθέσεις όμως όπου οι περιορισμοί είναι τόσο δραστικοί, που στην ουσία ισοδυναμούν με αποστέρηση της περιουσίας, τότε μπορεί να θεωρηθεί πως είναι αντισυνταγματικοί (βλ. και Alonia (Yeri) Properties Ltd κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1989)3 Α.Α.Δ. 1538). Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Thymopoulos v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588, ένας περιορισμός ισοδυναμεί με αποστέρηση όταν επηρεάζει την περιουσία σε τέτοιο βαθμό που την καθιστά τελείως ακατάλληλη για τη συνήθη, κάτω από τις περιστάσεις, χρήση για την οποία προορίζεται. Και στην υπόθεση Municipality of Limassol v. Ayia Katholiki Church of Limassol and Others
(1984)3 C.L.R. 1562 αποφασίστηκε ότι στέρηση είναι η ουσιαστική αδρανοποίηση μιας ιδιοκτησίας ανάλογα με τον προορισμό της. Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα του Δρος Κώστα Παρασκευά, Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, στις σελ. 364 - 366 στο οποίο οι συνήγοροι της αιτήτριας παραπέμπουν, στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται πως «Αντίθετα, οι περιορισμοί της ιδιοκτησίας συνίστανται σε απώλεια ορισμένων μόνο και όχι όλων των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη δεσμίδα των δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας και η αποζημίωση αντιστοιχεί στην απώλεια της οικονομικής αξίας που έχουν τα σχετικά αφαιρούμενα ή περιοριζόμενα ιδιοκτησιακά δικαιώματα. [.] Είναι όμως σημαντικό να τονισθεί πως παρόλο που οι περιορισμοί είναι συνταγματικά επιτρεπτοί, εντούτοις δεν μπορούν να συρρικνώνουν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας σε σημείο εξανεμίσεώς του. Δεν μπορούν δηλαδή οι περιορισμοί να αποδυναμώσουν το δικαίωμα ή να το κενώσουν από τα επιμέρους ωφελήματα σε τέτοιο βαθμό που να παραμείνει δικαίωμα μόνο κατ' όνομα». Σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, η υποθήκη Υ1663/02 ενεγράφη αρχικά ως εμπράγματο βάρος σε όλο το μερίδιο του ακινήτου με αριθμό εγγραφής C159 (το οποίο μεταγενέστερα πήρε αριθμό 3/519 και μεταγενέστερα 0/6261) τεμαχίου 494 του Φ./Σχ. 21/54.03.03, στην ενορία Αγίων Ομολογητών, Λευκωσία, ιδιοκτησίας της καθ' ης η αίτηση 2. Το εν λόγω ακίνητο άλλαξε αργότερα αριθμό τεμαχίου και έγινε 1445 και αποτελείται πλέον από δεκαπέντε
(15)ξεχωριστές εγγραφές, οι οποίες προέκυψαν με τον φάκελο ΑΧ 912/
- Έτσι η υποθήκη Υ1663/02 μεταφέρθηκε αυτόματα και επιβαρύνει πλέον και τις 15 αυτές εγγραφές που αποτελούν το τεμάχιο 1445 ξεχωριστά. Το ίδιο ισχύει και με τις υποθήκες Υ13224/04 και Υ13225/
- Η υποθήκη Υ1663/02 (η οποία προηγείται, ως εμπράγματο βάρος, του πωλητηρίου εγγράφου ΕΒ 793/03[28]) εξασφαλίζει ποσό Λ.Κ.600.000 (που ισούται με €1.025.160,80, περίπου[29]), πλέον τόκους από 27.2.
- Η καθ' ης η αίτηση 2 οφείλει στην αιτήτρια ποσό ύψους €1.390.953,77 πλέον τόκους από 1.2.
- Σκοπός της υποθήκης Υ1663/02 είναι η εμπράγματη εξασφάλιση της αιτήτριας προς αποπληρωμή των οφειλών της καθ' ης η αίτηση 2 ύψους Λ.Κ.600.000, πλέον τόκους από 27.2.
- Σύμφωνα με τους όρους της υποθήκης (βλ. όρο 2 του Τεκμηρίου 1 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου) η υποθήκη θα παραμείνει έγκυρη και ισχυρή μέχρι την πλήρη αποπληρωμή και εξόφληση όλων των οφειλών της καθ' ης η αίτηση 2 προς την αιτήτρια. Κάτι που μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει. Παρά το ότι οι οφειλές της καθ' ης η αίτηση 2 δεν αποπληρώθηκαν, με την εφεσιβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή, αποφασίστηκε η μεταβίβαση του Διαμερίσματος στον καθ' ου η αίτηση 3 και η απαλλαγή αυτού από την υποθήκη. Η επέμβαση αυτή στο ιδιοκτησιακό δικαίωμα της αιτήτριας δεν αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, έναν απλό περιορισμό ή την επιβολή κάποιου όρου ως προς το πώς το ιδιοκτησιακό δικαίωμα θα ασκείται. Αποτέλεσμα της απόφασης του Διευθυντή θα είναι η εξ ολοκλήρου ακύρωση και εξάλειψη της υποθήκης από μία εκ των εγγραφών που η υποθήκη βαραίνει. Συνεπώς, θα αποστερήσει από την αιτήτρια του δικαιώματος της να προβεί σε εκποίηση του Διαμερίσματος[30] προς εξόφληση των οφειλών της καθ' ης η αίτηση 2 προς αυτήν, κάτι που κατά την κρίση μου, συνεπάγεται αδρανοποίηση των δικαιωμάτων της αιτήτριας και αποστέρηση της ιδιοκτησίας της, αφού με την εξάλειψη της υποθήκης εξαφανίζεται το σύνολο των δικαιωμάτων της αιτήτριας επί του Διαμερίσματος. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Καναρά, ανωτέρω, βάσει των διατάξεων του Άρθρου 23 παρ. 4 δεν χωρεί αναγκαστική αποξένωση ιδιοκτησίας εκτός μέσα από τη διαδικασία απαλλοτρίωσης, διαδικασία που προφανώς και παραδεκτώς δεν έχει ακολουθηθεί. Σε κάθε δε περίπτωση, αποστέρηση μπορεί να επέλθει, μόνο εκεί όπου καθορίζεται δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για την ιδιοκτησία που απαλλοτριώνεται. Αναφέρονται σχετικά στο σύγγραμμα του Δρος Κ. Παρασκευά, Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, τα εξής: «Σχετικά με την ερμηνεία του όρου δίκαια και εύλογη αποζημίωση το Δικαστήριο υιοθέτησε στην υπόθεση Yiannis Anastasi Moti v. The Republic
(1968)1 CLR 102 την ερμηνεία που δόθηκε στον όρο αυτό σε αμερικάνικες υποθέσεις, σύμφωνα με την οποία δίκαιη αποζημίωση σημαίνει το πλήρες και τέλειο ισότιμο σε χρήμα της περιουσίας που απαλλοτριώνεται, ενώ εύλογη σημαίνει ότι πρέπει να είναι επαρκής κατά τρόπο αντίστοιχο ως προς τα κρατούντα στο ελληνικό δίκαιο [.] Ο όρος «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση» σημαίνει στην πράξη την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενης σε χρήμα.» Συμφωνώ με τους συνήγορους της αιτήτριας ότι το δικαίωμα που της παρέχει ο Νόμος 9/65 (άρθρο 44ΚΒ
(4)) για υποβολή αίτησης για μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του πωλητή δεν αποτελεί ικανοποιητική αποζημίωση ή ανταπόδοση για την αποστέρηση της ιδιοκτησίας της. Ιδιαίτερα αφού με βάση τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης ο πωλητής - καθ' ης η αίτηση 2 διαθέτει μεν και άλλη ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία, όμως, δεν είναι ελεύθερη από οποιοδήποτε βάρος (βλ. Τεκμήριο 11 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου). Επειδή δε η καθ' ης η αίτηση 2 είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, δεν προσφέρεται, στην προκειμένη περίπτωση η δυνατότητα μεταφοράς της υποθήκης στην περιουσία των εγγυητών του πωλητή σύμφωνα με το εδάφιο
(7)του άρθρου 44ΚΒ, ως ο καθ' ου η αίτηση 3 εισηγείται. Υπό το φως των ανωτέρω, κατάληξή μου είναι πως οι νομοθετικές διατάξεις επί των οποίων η εφεσιβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή βασίζεται προσκρούουν στις πρόνοιες του Άρθρου 23 του Συντάγματος, επί τω ότι απολήγουν σε αποστέρηση της ιδιοκτησίας της αιτήτριας χωρίς να έχει ακολουθηθεί η υπό του Συντάγματος προβλεπόμενη διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και χωρίς την καταβολή, προς την αιτήτρια, δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης. Σε περίπτωση όμως, που το πιο πάνω συμπέρασμα μου είναι εσφαλμένο, και η αποφασισθείσα μεταβίβαση του Διαμερίσματος ελευθέρου παντός εμπράγματου βάρους συνιστά περιορισμό, και όχι στέρηση της περιουσίας της αιτήτριας, κρίση μου είναι και πάλι ότι ο περιορισμός αυτός δεν συνάδει με τις πρόνοιες του Άρθρου 23 παρ. 3 του Συντάγματος. Η τρίτη παράγραφος του Άρθρου 23 προβλέπει ότι η άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας μπορεί να υποβληθεί με νόμο, εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς, απολύτως απαραίτητους προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημόσιας ωφέλειας ή προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Για κάθε τέτοιο όρο, δέσμευση ή περιορισμό, ο οποίος μειώνει ουσιωδώς την οικονομική αξία της επηρεαζόμενης ιδιοκτησίας, θα πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο δίκαιη αποζημίωση, καθοριζόμενη, σε περίπτωση διαφωνίας, από πολιτικό δικαστήριο. Δεν μπορώ, εν προκειμένω, να συμφωνήσω με τη συνήγορο του Διευθυντή ότι ο περιορισμός στην ιδιοκτησία είναι νόμιμος, καθότι επιβλήθηκε για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, ως ο όρος αυτός ερμηνεύθηκε στη νομολογία του ΕΔΑΔ και συγκεκριμένα στην απόφαση James and Others v. The United Kingdom, Αίτηση αρ. 8793/1979, ημερ. 21.2.86. Τούτο διότι το Άρθρο 23 του Συντάγματος παρέχει μεγαλύτερη προστασία από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΑΔ.[31] Συγκεκριμένα, ενώ το πιο πάνω άρθρο 1 επιτρέπει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος για λόγους δημόσιας ωφέλειας, το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος δεν περιλαμβάνει το δημόσιο συμφέρον ή τη δημόσια ωφέλεια στους λόγους για τους οποίους επιτρέπεται περιορισμός του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Συνεπώς ο περιορισμός περιουσιακού δικαιώματος για λόγους δημοσίου συμφέροντος, δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτός. Ως προς την πιο πάνω διαφοροποίηση μεταξύ της παρεχόμενης προστασίας από την ΕΣΑΔ και το Σύνταγμα, παραπέμπω στην απόφαση της Πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Συνεκδ. Υποθ. 740/11 κ.α., Μαρία Κουτσελίνη κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 7.10.14, στην οποία αποφασίστηκαν τα εξής: «Περιορισμός, όμως, θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου μπορεί να γίνει μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(2000)3 ΑΑΔ 238). Τέτοιος περιορισμός τίθεται με νόμο, εφόσον κρίνεται αναγκαίος, και στο βαθμό που η ανάγκη τον επιβάλλει (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(1992)3 ΑΑΔ 165). Η ανάγκη που επιβάλλει τέτοιο περιορισμό πρέπει να είναι όχι μόνον υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης. Μόνο η διαπίστωση της ύπαρξης τέτοιας ανάγκης και ο προσδιορισμός της φύσης της, μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου (Δέστε: Police v. Ekdotiki Eteria
(1982)2 CLR 63). Η διαπίστωση της ανάγκης διαφαίνεται από τις πρόνοιες του Νόμου και την αιτιολογική του έκθεση. Στην προκείμενη περίπτωση, επομένως, θα πρέπει να αντιπαραβληθεί και να συγκριθεί η προαναφερόμενη πρόνοια του άρθρου 3(β) του Νόμου με το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Το Άρθρο 23 του Συντάγματος παρέχει μεγαλύτερη προστασία από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ενώ το άρθρο 1 επιτρέπει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος δεν περιλαμβάνει το δημόσιο συμφέρον ή τη δημόσια ωφέλεια στους λόγους περιορισμού του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, που επιτρέπονται. Το Άρθρο 23.3 προνοεί ρητά ότι τέτοιοι περιορισμοί μπορούν να τεθούν μόνο για σκοπούς της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας υγείας, των δημοσίων ηθών, της πολεοδομίας, της ανάπτυξης και χρησιμοποίησης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημοσίας ωφελείας και την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Η πρόνοια του Άρθρου 23.3 ότι περιουσιακό δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί δια νόμου, για σκοπούς ανάπτυξης και χρησιμοποίησης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας, δεν ταυτίζεται με τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Είναι ένα πράγμα να περιορίζεται το ιδιοκτησιακό δικαίωμα κάποιου, για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος (που δεν προνοείται στο Άρθρο 23) και άλλο πράγμα να περιορίζεται το δικαίωμα του, υπέρ της ανάπτυξης και χρησιμοποίησης της ιδιοκτησίας του, προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας (που προνοείται) (Δέστε: την απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας στις Υποθέσεις 1480/11 κ.α., Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 11.6.2014).» Ούτε με τις θέσεις των καθ' ων η αίτηση 1 και 3 ότι οι πρόνοιες του Νόμου επιβάλλουν ένα νόμιμο και απαραίτητο, εύλογο και τηρούντα την αρχή της αναλογικότητας, περιορισμό για την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων μπορώ να συμφωνήσω. Όπως τονίζεται στην Αναφορά αρ. 2/99, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2000)3 ΑΑΔ 238, σε σχέση με τη δυνατότητα επιβολής περιορισμών σε συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του ατόμου: «Δεν είναι οποιασδήποτε μορφής ανάγκη, που μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό ή επέμβαση σε θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκύπτει ότι η ανάγκη πρέπει να είναι όχι μόνο υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης, αποτιμούμενης στο πλαίσιο δημοκρατικής κοινωνίας. Η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τη φύση της ανάγκης και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμάται, εξηγούνται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights, D. J. Harris, M. O' Boyle, C. Warbrick, σελ. 344-355. ΄Ομοια, κατ' ουσίαν, είναι και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη διαπίστωση της ύπαρξης και τον προσδιορισμό της φύσης της ανάγκης, που μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου - Police v. Ekdodiki Eteria
(1982)2 C.L.R.
- Πρώτο, πρέπει να υπάρχει άμεσος σχέση μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος και της ανάγκης, η οποία τον επιβάλλει. Δεύτερο, πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού, αν όχι αναπόφευκτου κινδύνου, ότι ένας ή περισσότεροι από τους σκοπούς ή λειτουργίες της πολιτείας, για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα, θα τεθούν σε κίνδυνο. Στην περίπτωση του ΄Αρθρου 15 του Συντάγματος, οι σκοποί είναι: (α ) Η συνταγματική τάξη, (β) η δημόσια ασφάλεια, (γ) η δημόσια τάξη, (δ) η δημόσια υγεία, (ε) τα δημόσια ήθη και (στ) η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. Αναγνωρίζεται, κατ' αρχήν, κάποιο περιθώριο εκτίμησης (margin of appreciation) στο νομοθέτη, ως προς την ύπαρξη κοινωνικής ανάγκης για τη θεσμοθέτηση κανόνα δικαίου. Η εμβέλεια της αρχής αυτής είναι περιορισμένη, όπως αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν υπερβαίνει τα όρια της καλοπροαίρετης βούλησης του νομοθετικού σώματος για τη νομοθετική ρύθμιση θέματος. Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη. Στο νόμο δε γίνεται επίκληση οποιωνδήποτε γεγονότων, που να στοιχειοθετούν την ανάγκη, ή γεγονότων, που να εκθέτουν τους κινδύνους που διατρέχει η συνταγματική τάξη, η δημόσια ασφάλεια, η δημόσια τάξη, η δημόσια υγεία, τα δημόσια ήθη ή τα δικαιώματα τρίτων, στην απουσία των περιορισμών ή επεμβάσεων που προβλέπει ο νόμος. Τα γεγονότα, τα οποία επικαλείται η Βουλή, μπορεί να εκτεθούν στο προοίμιο του νόμου, όπως και η ανάγκη, η οποία προκύπτει, προς περιορισμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου ή επέμβαση σ' αυτά. Ούτε έχει γίνει επίκληση οποιουδήποτε γεγονότος, παγκοίνως γνωστού, σε βαθμό που να καθίσταται παραδεκτή η διαπίστωση της ύπαρξής του χωρίς τεκμηρίωση (δικαστική γνώση).». Πράγματι, στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου που οδήγησε στην ψήφιση του Νόμου 139(Ι)/15 (Τεκμήριο Ι στην Ε/Δ Κρασιά), αναφέρεται ότι με το προτεινόμενο νομοσχέδιο «επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων». Όμως ούτε στην αιτιολογική έκθεση ούτε στον Νόμο γίνεται επίκληση οποιωνδήποτε γεγονότων, που να στοιχειοθετούν ή τεκμηριώνουν την ανάγκη, ή γεγονότων που να εκθέτουν τους κινδύνους που διατρέχουν τα δικαιώματα των τρίτων στην απουσία των περιορισμών ή επεμβάσεων στα δικαιώματα των ενυπόθηκων δανειστών που προβλέπει ο Νόμος. Δεν καταδεικνύεται δηλαδή η ύπαρξη σοβαρού, αν όχι αναπόφευκτου κινδύνου, ότι τα συμφέροντα τρίτων θα τεθούν σε κίνδυνο, προκειμένου να δικαιολογείται ο περιορισμός του περιουσιακού δικαιώματος της αιτήτριας. Περαιτέρω, και με δεδομένο ότι πέραν του αγοραστή, περιουσιακό δικαίωμα επί της ακίνητης ιδιοκτησίας κατέχει και ο ενυπόθηκος δανειστής, τα δύο συγκρουόμενα μεταξύ τους ιδιοκτησιακά συμφέροντα θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να σταθμιστούν και να εξισορροπηθούν, ανάλυση την οποία επιβάλλει η αρχή της αναλογικότητας η οποία πρέπει να τηρείται σε κάθε περίπτωση περιορισμού θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ακόμη δε και αν σε σχέση με τις υποθήκες Υ13224/04 και Υ13225/04 που έπονται, ως εμπράγματα βάρη, του πωλητηρίου εγγράφου, θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως ούτως ή άλλως σε περίπτωση εκποίησης του ακινήτου θα εξασφαλιζόταν πρώτα το πωλητήριο έγγραφο και μετά οι δύο πιο πάνω υποθήκες (βλ. παρ. 8 Ε/Δ Κρασιά), η υποθήκη Υ1663/02 προηγείται της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου, και εντούτοις ο νομοθέτης ουδόλως φαίνεται να έλαβε υπόψιν τη ζημιά που ο ενυπόθηκος δανειστής θα υποστεί από την εξάλειψη της από την επίδικη εγγραφή. Αυτό που στην ουσία ο νομοθέτης έπραξε είναι, κατά την κρίση μου, μία αυθαίρετη και καθόλα δυσμενής για τα δικαιώματα της αιτήτριας επιλογή μεταξύ δύο εμπράγματων δικαιωμάτων, το ένα εκ των οποίων (αυτό της αιτήτριας) προϋπήρχε του άλλου (αυτό του καθ' ου η αίτηση 3), χωρίς να έχει τεκμηριώσει την ανάγκη που εξυπηρετείται με τον περιορισμό των δικαιωμάτων της αιτήτριας και χωρίς να έχουν τηρηθεί τα εχέγγυα της αρχής της αναλογικότητας. Με βάση τα πιο πάνω, ακόμη και αν κατέληγα ότι η απόφαση του Διευθυντή δεν επιφέρει στέρηση της ιδιοκτησίας της αιτήτριας, αλλά επιβάλλει μόνο ένα περιορισμό σε αυτή, και πάλι θα κατέληγα ότι ο Νόμος επί του οποίου η απόφαση του Διευθυντή βασίστηκε προσκρούει στο Άρθρο 23 του Συντάγματος. Προχωρώντας στην εξέταση των λόγων έφεσης που συναρτώνται προς το Άρθρο 26 του Συντάγματος, σημειώνω ότι προβλήθηκαν από τους διάδικους οι ακόλουθες θέσεις. Θέση της αιτήτριας είναι ότι με την προτιθέμενη μεταβίβαση τα δικαιώματα της που πηγάζουν από νόμιμες συμβάσεις υποθήκευσης εξαλείφονται χωρίς λόγο και αιτία, ο δε επίδικος Νόμος καταστρατηγεί όρους των εν λόγω συμβάσεων τους οποίους τα συμβαλλόμενα σε αυτές μέρη συμφώνησαν να τηρήσουν, στρεβλώνοντας κατά τον τρόπο αυτό τη βούληση των συμβαλλομένων μερών και θίγοντας τον πυρήνα του δικαιώματος του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Η ουσία της σύναψης μιας σύμβασης υποθήκης είναι όπως το ακίνητο αποτελεί ασφάλεια μέχρι την αποπληρωμή του χρέους που αυτή εξασφαλίζει, ασφάλεια την οποία ο νομοθέτης αποστερεί από τον ενυπόθηκο δανειστή, χωρίς μάλιστα να δίδεται οποιαδήποτε αποζημίωση. Η αιτήτρια υποστηρίζει περαιτέρω ότι η εξάλειψη των υποθηκών δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί όρος ή περιορισμός που θα μπορούσε να τεθεί γενικά από τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, ούτε και προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του Νόμου ή/και τον ίδιο τον Νόμο 139(Ι)/15 να έχουν οι σχετικές διατάξεις ως στόχο να προλάβουν την εκμετάλλευση της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των τραπεζών. Θέση του Διευθυντή είναι ότι το Άρθρο 26 του Συντάγματος προστατεύει το δικαίωμα σύναψης σύμβασης, χωρίς όμως η εμβέλεια του να εκτείνεται και στα δικαιώματα που δημιουργούνται από τη σύμβαση. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν υπάρχει περιορισμός του εν λόγω δικαιώματος, ο περιορισμός είναι νόμιμος καθότι γίνεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό. Θέση του καθ' ου η αίτηση 3 είναι ότι οι επίδικες νομοθετικές πρόνοιες δεν απαγορεύουν τη σύναψη συμβάσεων, οι δε συμβάσεις υποθήκευσης παραμένουν ισχυρές και συνεχίζουν να δεσμεύουν τα αντισυμβαλλόμενα σε αυτές μέρη. Το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος προνοεί τα εξής: «
- Έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπέκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν.» Προκύπτει ότι το πρώτο που πρέπει να αποφασισθεί είναι η εμβέλεια του δικαιώματος της «ελευθερίας του συμβάλλεσθαι» που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Η εμβέλεια της προστασίας που παρέχει το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος, δίχασε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125. Το Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη, κατά πλειοψηφία αποφάσισε ότι το δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος είναι το δικαίωμα της σύναψης μιας σύμβασης. Η άποψη της πλειοψηφίας ως προς την εμβέλεια του Άρθρου 26.1 ήταν ότι το Άρθρο 26.1 προστατεύει το δικαίωμα σύναψης μιας σύμβασης χωρίς να επεκτείνεται στα δικαιώματα που δημιουργούνται από τη σύμβαση.[32] Η άποψη της μειοψηφίας ήταν ότι το Άρθρο 26.1 προστατεύει τα δικαιώματα από τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης μέχρι και την εκτέλεση της.[33] Η νομολογία, όμως, που ακολούθησε της απόφασης στην Chimonides, ξεκαθάρισε το θέμα. Στην υπόθεση Republic v. Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419, 433 - 434,[34] κρίθηκε ότι ασκώντας μια επιλογή που ο Νόμος 52/62 έδιδε στον εκεί αιτητή, ο αιτητής απέκτησε συμβατικά δικαιώματα αναγνωρισμένα από το Άρθρο 26 του Συντάγματος, τα οποία δεν μπορούσαν να του αφαιρεθούν με τον μεταγενέστερο Νόμο 19/76. Ακολούθησαν διάφορες αναφορές στην εμβέλεια του δικαιώματος που κατοχυρώνει το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος στις υποθέσεις Αναφορά αρ. 2/96, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36, και Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Χαριλάου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 607, το θέμα, όμως, δεν αποφασίστηκε τελεσίδικα καθότι δεν ήταν αναγκαίο να αποφασιστεί προκειμένου να επιλυθούν οι διαφορές που ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ακολούθησε η απόφαση στην Αναφορά αρ. 4/10, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3(Β) Α.Α.Δ. 683, αντικείμενο της οποίας ήταν ο προληπτικός έλεγχος της συνταγματικότητας νόμου με τον οποίο επιχειρήθηκε από τη Βουλή η διά νόμου τροποποίηση ήδη υπογραφείσας (από τις 2.12.09) σύμβασης, στα πλαίσια της οποίας είχε καθορισθεί κατά τους όρους της η 5.7.10 ως ημερομηνία έναρξης της ισχύος της (σελ. 686 - 689 της απόφασης). Η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις σελ. 689 και 690, γνωμάτευσε ως ακολούθως: «Είναι αδιαμφισβήτητο πως η σύμβαση παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας, που προβλέπεται στο Άρθρο 16Β του Νόμου περί της Πρόσβασης στο Επάγγελμα του Οδικού Μεταφορέα, συνιστά σύμβαση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ του Τμήματος Οδικών Μεταφορών του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων ως Αναθέτουσας Αρχής και του ιδιοκτήτη οικονομικού φορέα, ως αναδόχου της σύμβασης. Η έννοια του όρου «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» στις διατάξεις του Άρθρου 26.1 επιδέχεται περιορισμούς μόνο στους όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που προβλέπονται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Μέρος της έκφρασης της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι είναι και ο καθορισμός της ημερομηνίας έναρξης της ισχύος μιας σύμβασης από τους ίδιους τους συμβαλλόμενους. Ως εκ τούτου, κρίνουμε πως ο καθορισμός μεταγενέστερης ημερομηνίας της ήδη καθορισθείσας από τους συμβεβλημένους, συνιστά περιορισμό αντίθετο με τη βούληση τους, που είναι αδικαιολόγητος, με βάση τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων και παραβιάζει την ελευθερία του συμβάλλεσθαι, όπως αυτή καθορίζεται στο Άρθρο 26.1 του Συντάγματος.» Της πιο πάνω απόφασης ακολούθησε αριθμός αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, από τις οποίες πλέον κατέστη ξεκάθαρο πως το δικαίωμα που κατοχυρώνει το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος περικλείει, πέραν του δικαιώματος της κατάρτισης και σύναψης σύμβασης, και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων, και πως η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη δεν συμβιβάζεται κατ' αρχήν με το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Συγκεκριμένα, στις αποφάσεις στις Αναφορές αρ. 1/14 και 4/14, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερ. 31.10.14, αποφασίστηκαν τα εξής: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όμως, δεν παρέμεινε στατική αναφορικά με το προαναφερόμενο θέμα, αλλά εξελίχθηκε και μάλιστα προς κατεύθυνση διαφορετική από εκείνη που διατυπώθηκε στην Chimonides (ανωτέρω), από την πλειοψηφία. Στην υπόθεση Republic v. Meneleou
(1982)3 CLR 419 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε την εμβέλεια του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος και έκαμε αναφορά, μεταξύ άλλων, στη Chimonides (ανωτέρω). Παρατήρησε ότι υπήρχαν τρεις διαφορετικές γνώμες στη Chimonides (ανωτέρω) και ότι εκείνο για το οποίο υπήρχε ομοφωνία, ως προς το Άρθρο 26.1, ήταν ότι αυτό κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» υπό τους όρους και τις διασαφηνίσεις που περιέχονται σ΄ αυτό (το Άρθρο). Στην Menelaou (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική και τους κανόνες της δικαιοσύνης να επιτραπεί η κατεδάφιση των θεμελίων μιας συμβατικής διευθέτησης και με αυτό τον τρόπο να προκληθεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 ΑΑΔ 36 τονίστηκε και πάλι ότι, σύμφωνα με το συνταγματικό μας δίκαιο, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός. Στην πλέον πρόσφατη υπόθεση σε Αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 ΑΑΔ 683 εξετάστηκε και πάλι το Άρθρο 26 του Συντάγματος και τονίστηκε ότι η έννοια του όρου «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» στις διατάξεις του Άρθρου 26.1 επιδέχεται περιορισμούς μόνο ως προς τους όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που προβλέπονται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Κρίθηκε ότι η ελευθερία του «συμβάλλεσθαι» περιλάμβανε και το δικαίωμα, των συμβαλλομένων, να καθορίσουν ακόμα και την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασης τους. Σε εκείνη την υπόθεση, πρόνοια νόμου που μετέθετε την ημερομηνία έναρξης της ισχύος σύμβασης, κρίθηκε ως αντισυνταγματική. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.» Υιοθετώντας τα πιο πάνω, η Πλήρης Ολομέλεια στην Αναφορά αρ. 9/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερ. 26.1.17, αποφάσισε πως η στρέβλωση της βούλησης των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας που επέρχεται με τη μεταγενέστερη της σύναψης της σύμβασης παρέμβαση της Βουλής δεν συνάδει με το Άρθρο 26 του Συντάγματος: «Εξετάσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία. Θεωρούμε ότι με τον υπό Αναφορά Νόμο γίνεται καταστρατήγηση του Άρθρου 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 1/14 (ανωτέρω) και στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/14 (ανωτέρω), τονίστηκε ότι το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της Σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η μεταγενέστερη επέμβαση του Νομοθέτη δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των Συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβασή της στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των Πιστωτικών Ιδρυμάτων δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό Αναφορά Νόμου. Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται.» Τέλος και πλέον πρόσφατα, στην απόφαση στην Αναφορά αρ. 3/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερ. 16.3.17, η Πλήρης Ολομέλεια αποφάσισε ότι περιορισμός των συμβατικών δικαιωμάτων πιστωτικού ιδρύματος έναντι συγκεκριμένων δανειοληπτών δεν συνάδει με το Άρθρο 26 του Συντάγματος: «Εκτός από τον ανεπίτρεπτο περιορισμό στο δικαίωμα περιουσίας υπάρχει και ανεπίτρεπτος περιορισμός στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος, όπως επεξηγήθηκε από τη νομολογία μας, εφόσον με το άρθρο 3 περιορίζονται τα συμφωνηθέντα συμβατικά δικαιώματα του Πιστωτικού Ιδρύματος, έναντι συγκεκριμένων δανειοληπτών (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 2/96
(1997)3 ΑΑΔ, 36, In re Efthmiou
(1987)1 CLR, 329 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 9/16, ημερ. 26.1.2017).» Υπό το φως όλων των ανωτέρω, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη συνήγορο του Διευθυντή ότι με βάση τη νομολογία το Άρθρο 26 του Συντάγματος προστατεύει το δικαίωμα της ελευθερίας σύναψης μίας σύμβασης, χωρίς να επεκτείνεται στα δικαιώματα που δημιουργούνται από αυτή. Αντίθετα, είναι πλέον ξεκάθαρο ότι το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η βούληση αυτή των μερών στρεβλώνεται εκεί όπου η Βουλή με νόμο μεταγενέστερο της σύναψης της σύμβασης (και του καθορισμού του περιεχομένου αυτής ελεύθερα από τα μέρη της) επεμβαίνει στους όρους της σύμβασης και στα συμβατικά δικαιώματα των μερών που απορρέουν από αυτήν. Των ανωτέρω δοθέντων, το δεύτερο ζήτημα που θα πρέπει να αποφασιστεί, είναι το κατά πόσον υπάρχει επέμβαση στο συνταγματικό δικαίωμα της αιτήτριας, και, κατ' επέκταση, το κατά πόσον η επέμβαση αυτή είναι επιτρεπτή με βάση το Σύνταγμα. Στην παρούσα υπόθεση, η αιτήτρια με την καθ' ης η αίτηση 2, συνήψαν τρεις συμβάσεις υποθήκευσης: τη σύμβαση υποθήκης Υ1663/02 στις 27.2.02 και τις συμβάσεις υποθήκης Υ13224/04 και Υ13225/04 στις 17.12.04 (Τεκμήρια 1, 2 και 3 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου). Οι όροι των συμβάσεων διαμορφώθηκαν ελεύθερα μεταξύ των αντισυμβαλλομένων μερών, ενώ η νομιμότητα, εγκυρότητα και δεσμευτικότητα των συμβάσεων ουδόλως αμφισβητείται. Τα μέρη αποφάσισαν όπως οι εν λόγω υποθήκες βαραίνουν το σύνολο του ακινήτου της καθ' ης η αίτηση (βλ. σελ. 5 έκαστης σύμβασης). Επιπλέον, σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων, οι υποθήκες θα παραμείνουν έγκυρες και ισχυρές μέχρι την πλήρη αποπληρωμή και εξόφληση όλων των οφειλών της καθ' ης η αίτηση 2 προς την αιτήτρια (όρος 2). Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι η καθ' ης η αίτηση 2 δεν θα δικαιούται να μεταβιβάσει το ακίνητο ή οποιοδήποτε μέρος του χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της αιτήτριας, ενόσω εκκρεμούν οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της προς την αιτήτρια που εξασφαλίζονται με τις υποθήκες (όρος 7). Θεωρώ πως η εκ των υστέρων ψηφισθείσα νομοθετική πρόνοια που επιτρέπει τη μεταβίβαση μέρους του ακινήτου (ήτοι του Διαμερίσματος) χωρίς τη συγκατάθεση της αιτήτριας στρεβλώνει τη βούληση των συμβαλλομένων και πλήττει τον πυρήνα των συμβατικών δικαιωμάτων της αιτήτριας κατά τα οποία δεν επιτρέπεται, χωρίς τη συγκατάθεσή της, η μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου ή οποιουδήποτε μέρους αυτού ενόσω παραμένουν ανεξόφλητες οι υποχρεώσεις της καθ' ης η αίτηση 2 προς αυτήν. Όπως λέχθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αμερικής Louisville Joint Stock Land Bank v. Radford 295 U.S. 555
(1935), το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή να εμμένει στην εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους που του οφείλεται προτού αποδεσμεύσει το ενυπόθηκο ακίνητο που του παραχωρήθηκε ως ασφάλεια έναντι ενυπόθηκου χρέους, αποτελεί την ουσία σύναψης και ύπαρξης μιας υποθήκης.[35] Περαιτέρω δε, η καθ' ης η αίτηση 2 απαλλάσσεται όρων των συμβάσεων που συνήψε με την αιτήτρια, χωρίς όμως να έχει εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς την αιτήτρια, η οποία χάνει τα συμβατικά της δικαιώματα ενώ η ίδια εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς την καθ' ης η αίτηση 2. Κρίνω, συνεπώς, πως οι επίδικες νομοθετικές διατάξεις πλήττουν το συνταγματικό δικαίωμα της αιτήτριας του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Εισηγείται η συνήγορος του Διευθυντή ότι το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι δύναται να περιοριστεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος και/ή για την προστασία δικαιωμάτων τρίτων. Δεν συμφωνώ με αυτή την εισήγηση. Τόσο το λεκτικό του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος όσο και η ερμηνεύσασα αυτό νομολογία είναι ξεκάθαρη ως προς το ότι οι μόνοι περιορισμοί που μπορεί να τεθούν αφορούν σε γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων ή για την πρόληψη της εκμετάλλευσης από πρόσωπα που διαθέτουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ (βλ. Αναφορά αρ. 2/96, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36, Αναφορά αρ. 1/99, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1999)3 Α.Α.Δ. 735, Αναφορά αρ. 9/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερ. 26.1.17). Όσον δε αφορά στην απόφαση Home Building and Loan Association v. Blaisdell [1933] 290 U.S. 398 στην οποία έγινε αναφορά στην (προγενέστερη των αποφάσεων της Πλήρους Ολομέλειας στις Αναφορές αρ. 4/10, 1/14, 4/14, 3/16 και 9/16, πιο πάνω), Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1683 στην οποία η κα Τσαγκάρη παραπέμπει, είναι σημαντικό να λεχθεί ότι στην υπόθεση εκείνη το αμερικανικό Δικαστήριο αναφερόταν στις εφεδρικές/αστυνομικές εξουσίες του κράτους («reserved "police powers" of the State»), οι οποίες ασκήθηκαν από το κράτος υπό περιστάσεις που συνιστούσαν «public economic emergency».[36] Οι εν λόγω εφεδρικές εξουσίες του κράτους, στην υπόθεση Aloupas and Another v. National Bank of Greece S.A. και Ambrosia Oils and Margarine Industry Ltd v. The Bank of Cyprus
(1983)1 C.L.R. 55, ταυτίστηκαν στην ουσία με το δίκαιο της ανάγκης.[37] Στην παρούσα υπόθεση τίποτα δεν περιέχεται στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου που οδήγησε στον Νόμο 139(Ι)/15 ή και στον ίδιο τον Νόμο, που θα μπορούσε να συσχετισθεί με επίκληση των αστυνομικών/εφεδρικών εξουσιών του κράτους προς παράκαμψη του συνταγματικού δικαιώματος της αιτήτριας και των λοιπών ενυπόθηκων δανειστών. Πέραν τούτου, σημειώνω πως τα άρθρα του 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/65 δεν μπορούν να διασωθούν στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων, αφού δεν υπάρχουν τέτοιες αρχές του δικαίου των συμβάσεων που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση, ούτε και έχει υποβληθεί εισήγηση προς τούτο από τους καθ' ων η αίτηση. Στον δε βαθμό που η συνήγορος του Διευθυντή υποστηρίζει με τα όσα αναφέρει στις παρ. 53 και 55 της αγόρευσής της ότι η επέμβαση στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται προκειμένου να προληφθεί η εκμετάλλευση από πρόσωπα που κατέχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ, αρκεί να λεχθεί πως κάτι τέτοιο δεν προκύπτει ούτε από την αιτιολογική έκθεση, ούτε και από τον ίδιο τον Νόμο, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με τα όσα αποφασίστηκαν στην Αναφορά αρ. 2/99, πιο πάνω, στις Αναφορές αρ. 1/14 και 4/14, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερ. 31.10.14[38] και στην Αναφορά αρ. 9/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερ. 26.1.17, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Είναι, ουσιαστικά, παραδεκτό ότι ο υπό Αναφορά Νόμος δεν μπορεί να διασωθεί στη βάση των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων και δεν υπάρχουν τέτοιες αρχές του δικαίου των συμβάσεων που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως ο Νόμος θα μπορούσε να διασωθεί μόνο στη βάση της πρόληψης της εκμετάλλευσης των δανειοληπτών από τα Πιστωτικά Ιδρύματα. Κάτι τέτοιο όμως θα έπρεπε να είχε αιτιολογηθεί δεόντως, από την Καθ΄ ης η αίτηση, στον υπό Αναφορά Νόμο ή τουλάχιστον σε αιτιολογική έκθεση η οποία να τον συνοδεύει. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Λαμβανομένου υπόψιν ότι ο υπό Αναφορά Νόμος σχετίζεται με το ποινικό αδίκημα της τοκογλυφίας και δεν έχει ως στόχο την πρόληψη της εκμετάλλευσης από πρόσωπα με ιδιάζουσα οικονομική ισχύ και λαμβανομένου υπόψιν ότι με τον υπό Αναφορά Νόμο γίνεται εξαίρεση (για στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια συγκεκριμένου ύψους) στην εξαίρεση των Πιστωτικών Ιδρυμάτων από την πρόνοια που ποινικοποιεί την τοκογλυφία, κρίνομε ότι η Καθ΄ ης η αίτηση όφειλε να είχε αιτιολογήσει δεόντως την παρέμβαση της στο, συνταγματικά κατοχυρωμένο, δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», πράγμα που δεν έπραξε.» Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι οι επίδικες νομοθετικές διατάξεις επί των οποίων η απόφαση του Διευθυντή βασίστηκε, βρίσκονται σε σύγκρουση και με το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος. Πέραν της παραβίασης των Άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος, η αιτήτρια ισχυρίζεται, μέσω της αγόρευσής της, ότι τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ είναι ασύμβατα και με την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία των όσων η αιτήτρια υποστηρίζει, παρατηρώ ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται στους λόγους έφεσης που καταγράφηκαν στο σώμα της αίτησης/έφεσης. Πράγματι προβάλλεται, ως έκτος λόγος έφεσης, η θέση ότι η απόφαση του Διευθυντή παραβιάζει και/ή έρχεται σε αντίθεση με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 26.10.10, πλην, όμως, ως έχει αποφασισθεί, ζητήματα αντισυνταγματικότητας νόμου συνιστούν θέματα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς στα δικόγραφα. Παραπέμπω σχετικώς στις αποφάσεις Β. Νικολάου & Υιοί Λτδ. ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 862, 866, Μαυρομμάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910, 915, και G.A.P. Estates Limited v. Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 449, 454. Στην τελευταία λέχθηκαν τα εξής: «Θέματα τα οποία άπτονται της συνταγματικότητας των νόμων δεν αποτελούν συνήθη νομικά θέματα, αλλά θέματα ασυνήθους και εξαιρετικής σπουδαιότητας, των οποίων η έγερση και διατύπωση διέπεται από δικονομικούς κανόνες ή πρακτική που αντανακλά τη σημασία του θέματος και την ανάγκη επίσημου και ακριβούς προσδιορισμού του - The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167.» Παρομοίως, στην υπόθεση Κακουρής ν. Επάρχου Αμμοχώστου κ.α.
(2004)1 ΑΑΔ 8, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Απαιτείται ο επακριβής προσδιορισμός του τιθέμενου ζητήματος της αντισυνταγματικότητας νόμου, με αναφορά στα άρθρα του Συντάγματος στα οποία προσκρούει, ή στην παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών - (βλ., μεταξύ άλλων, The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167· Ρ.Ι.Κ. ν. Καραγιώργη & Άλλων
(1991)3 Α.Α.Δ. 159· Δημοκρατία ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.3)
(1992)3 Α.Α.Δ. 458· Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ. ν. Δήμου Λ/σού
(1993)3 Α.Α.Δ. 25· Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.3)
(1994)3 Α.Α.Δ. 93).» Θεωρώ, συνεπώς, ότι η αιτήτρια δεν έχει δικογραφήσει δεόντως τον ισχυρισμό της περί παράβασης της Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών, δικαίως δε οι καθ' ων η αίτηση 1 και 3 δεν αναφέρουν οτιδήποτε σχετικό με το θέμα τούτο στις ενστάσεις και αγορεύσεις τους. Έπεται πως ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να εξετασθεί. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ επί των οποίων ο Διευθυντής βασίστηκε για την έκδοση των εφεσιβαλλόμενων αποφάσεων προσκρούουν στα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Συνεπώς οι αποφάσεις του Διευθυντή, ως αποφάσεις που στηρίχθηκαν σε διατάξεις Νόμου που κρίθηκαν ως αντισυνταγματικές, είναι άκυρες και εκδίδονται διατάγματα με τα οποία ακυρώνονται οι αποφάσεις του Διευθυντή ημερ. 28.1.16 και 26.5.16. Όσον αφορά τα έξοδα και επειδή τόσο ο Διευθυντής όσο και ο καθ' ου η αίτηση 3 ενήργησαν βάσει των δικαιωμάτων που τους παρέχει η νομοθεσία, η οποία κρίθηκε με την παρούσα απόφαση ως αντισυνταγματική, κρίνω ορθό και δίκαιο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ο κάθε διάδικος να επωμισθεί τα δικά του έξοδα. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. παρ. 2 της Ε/Δ Κωνσταντίνου και παρ. 7 της Ε/Δ Κρασιά. [2] Βλ. παρ. 3 της Ε/Δ Κωνσταντίνου. [3] Βλ. παρ. 10 της Ε/Δ Κρασιά και παρ. 3 της Ε/Δ Κωνσταντίνου. [4] Βλ. παρ. 6 της Ε/Δ Παυλίδη. [5] Βλ. παρ. 5(α) της Ε/Δ Κρασιά. [6] Βλ. παρ. 13 της Ε/Δ Κρασιά. [7] Βλ. παρ. 3 και 4 της Ε/Δ Κωνσταντίνου. [8] Βλ. παρ. 9 της Ε/Δ Κωνσταντίνου, παρ. 5 της Ε/Δ Κρασιά και παρ. 9 της Ε/Δ Παυλίδη. [9] Βλ. παρ. 9 και 14 Ε/Δ Παυλίδη και παρ. 5 Ε/Δ Κρασιά. [10] Βλ. παρ. 7 της Ε/Δ Παυλίδη. [11] Βλ. παρ. 24 της Ε/Δ Παυλίδη. [12] Βλ. παρ. 14 της Ε/Δ Κωνσταντίνου. [13] Βλ. παρ. 5 της Ε/Δ Κρασιά και παρ. 5 - 7 της Ε/Δ Κωνσταντίνου. [14] Βλ. παρ. 8 της Ε/Δ Κωνσταντίνου. [15] Βλ. παρ. 11 της Ε/Δ Κρασιά και σελ. 6 - 22 του Τεκμηρίου 7 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου. [16] Βλ. παρ. 11 της Ε/Δ Κωνσταντίνου και παρ. της 12 Ε/Δ Κρασιά. [17] Βλ. παρ. 11 - 13 της Ε/Δ Κωνσταντίνου. [18] «51.-
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω (επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου. Νοείται ότι το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδώση Κανονισμούς δι' οιονδήποτε ζήτημα ή διαδικασίαν αγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.» [19] «A rule of precautionary nature is that no act of legislation will be declared void except in a very clear case, or unless the act is unconstitutional beyond all reasonable doubt. In other words a Law is presumed to be constitutional until proved otherwise "beyond reasonable doubt".» [20] Βλ. σχετικώς και την υπόθεση Andreas Matsis v. The Republic
(1969)3 C.L.R. 245, 258. [21] «Another maxim of constitutional interpretation is that the Courts are concerned only with the constitutionality of legislation and not with its motives, policy or wisdom, or with its concurrence with natural justice, fundamental principles of government or spirit of the Constitution: see Watson v. Buck, 313 U.S. 387
(1941).» [22] Βλ. σχετικώς και την υπόθεση Δημητρίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1993)4(Α) Α.Α.Δ. 289, 301-302. [23] «It is a cardinal principle that if at all possible the Courts will construe the statute so as to bring it within the law of the Constitution.» [24] Βλ. σχετικώς και την υπόθεση Κυριακίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 485, 502. [25] «The judicial power does not extend to the determination of abstract questions viz. the Courts will not decide questions of a constitutional nature unless absolutely necessary to a decision of the case.» [26] Συναφής είναι και η αρχή που διαμόρφωσε το Ανώτατο Δικαστήριο ότι δεν θα προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας ενός νόμου, αν η κήρυξη του νόμου ως αντισυνταγματικού θα αποβεί αλυσιτελής για τον αιτητή, όπως λ.χ. εκεί όπου για να πετύχει ο αιτητής τη θεραπεία που επιδιώκει θα ήταν αναγκαία η προσθήκη λέξεων σ' ένα νόμο, εξουσία που το Δικαστήριο δεν κατέχει (πλην της περιορισμένης εξουσίας που του δίδει το Άρθρο 188.4 του Συντάγματος) (βλ. σχετικώς Dias United Publishing Co Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 550, 556-558, Βρούντου ν. Δημοκρατίας
(2006)3 Α.Α.Δ. 78, Κωνσταντίνου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2007)3 Α.Α.Δ. 267, 273-274). [27] «In cases involving statutes, portions of which are valid and other portions invalid, the Courts will separate the valid from the invalid and throw out only the latter unless such portions are inextricably connected.» [28] Βλ. άρθρο 5 του Νόμου 81(Ι)/11. [29] Υπολογισμός με βάση την αμετάκλητη συναλλαγματική ισοτιμία όπως αυτή καθορίστηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) αρίθ. 2866/98 του Συμβουλίου της 31ης Δεκεμβρίου 1998 σχετικά με τις τιμές μετατροπής του ευρώ και των νομισμάτων των κρατών μελών που υιοθετούν το ευρώ, δηλαδή 1 Ευρώ ισούται με 0,585274 Λίρες Κύπρου. [30] Δικαίωμα που ήδη αναγνωρίστηκε αφού σύμφωνα με την απόφαση Themistocles and another v. Changari (V.10) 1 C.L.R. 124, η δικαστική απόφαση ημερ. 26.10.10 επιτρέπει στην αιτήτρια να ζητή