← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 1968/09, 30/11/2017

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 1968/09, 30/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A356 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ι. Πογιατζή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1968/09 ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, ΕΝΑΓΩΝ και ALPHA BANK CYPRUS LTD, ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ ------------------------ Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Νεοκλής Νεοκλέους, Θεόδωρος Κατσικίδης για Ν.Ε Νεοκλέους Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγομένους: Κλειώ Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε ------------------------ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων εξαιτείται γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για, κατ' ισχυρισμόν, παράνομη απόλυσή του και πιο συγκεκριμένα, για εξαναγκασμό του σε παραίτηση, κατά ή περί τις 31/7/2008 από τη θέση του Ανώτερου Διευθυντή των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι, αρνούμενοι την απαίτηση, ισχυρίζονται ότι η αποχώρηση του Ενάγοντος ως εργοδοτουμένου τους έγινε στα πλαίσια Σχεδίου Εθελούσιας Εξόδου («το Σχέδιο») το οποίο αποδέχθηκε χωρίς καμία πίεση εκ μέρους των Εναγομένων. ΜΑΡΤΥΡΊΑ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ Εκτός από τον Ενάγοντα (ΜΕ1), κατέθεσε ακόμη ένας μάρτυρας, ο Γιώργος Θεοδούλου (ΜΕ2). Ο Ενάγων, Ανδρέας Χρυσάνθου (ΜΕ1) κατέθεσε ότι, κατά τους ουσιώδεις προς την παρούσα αγωγή χρόνους, κατείχε τη θέση του Βοηθού Ανώτερου Διευθυντή των Εναγομένων. Κατά την ημερομηνία της κατάθεσής του στο Δικαστήριο (Ιούνιος 2016) ήταν ηλικίας 64 ετών, ενώ κατάγεται από την επαρχία Πάφου και προσελήφθηκε για πρώτη φορά στη National & Grindlays Bank στην Πάφο το Μάρτιο, 1973, ως απλός τραπεζικός υπάλληλος της γενικής κλίμακας. Εργάστηκε στην εν λόγω Τράπεζα για 10 χρόνια, οπότε η Λαϊκή Τράπεζα ανέλαβε εξ ολοκλήρου τις εργασίες της National & Grindlays Bank και συνέχισε την εργασία του στην Λαϊκή Τράπεζα με αναγνωρισμένη την προϋπηρεσία του στην προηγούμενη Τράπεζα. Με συνεχή επιμόρφωση και μετά από 7 χρόνια υπηρεσίας στη Λαϊκή Τράπεζα, προήχθη και το 1990 ανέλαβε καθήκοντα Υποδιευθυντή στον Τομέα Καταστημάτων Πάφου. Τότε προσεγγίστηκε από τη Lombard-Natwest και ανέλαβε στην εν λόγω Τράπεζα ως Περιφερειακός Διευθυντής Πάφου, με αναγνώριση της προϋπηρεσίας του. Το 1998 και αφού μετά από συνεχείς προαγωγές, έφθασε στη θέση του Διευθυντή, οι Εναγόμενοι ανέλαβαν εξ ολοκλήρου τις τραπεζικές εργασίες της Lombard. Οι Εναγόμενοι συνέχισαν κανονικά τις εργασίες τους, με αναγνώριση όλης της προϋπηρεσίας του. Το ίδιο έτος οι Εναγόμενοι, σε αναδιοργάνωση τους και εκτιμώντας τα προσόντα του, την ικανότητα και εχεμύθεια του Ενάγοντος, τον μετέθεσαν από Περιφερειακό Διευθυντή Πάφου σε Περιφερειακό Διευθυντή Πόλης και Επαρχίας Λεμεσού θέση την οποία κατείχε μέχρι και το

  1. Κατά τα έτη 2000-2002, επιπρόσθετα με τα καθήκοντά του, ανέλαβε και Περιφερειακός Διευθυντής Πάφου. Κατά το έτος 2006, μέχρι και τις 3/6/2008, μετατέθηκε και ανέλαβε ως Περιφερειακός Διευθυντής Λάρνακας - Αμμοχώστου. Στις 2/6/2008 και άνευ οιασδήποτε προειδοποιήσεως, λαμβάνεται απόφαση από τη Γενική Διεύθυνση των Εναγομένων, για την τοποθέτηση του Ενάγοντος ως Διευθυντή Διευθύνσεως Καταστημάτων και Επενδυτικών Προϊόντων. Αποτελεί ισχυρισμό του Ενάγοντος ότι, η εν λόγω θέση δημιουργήθηκε, από τους Εναγομένους με μόνο σκοπό τη δικαιολογία για μετάθεσή του. Η νέα τοποθέτηση προνοούσε μετακίνηση του Ενάγοντος στη Λευκωσία σε ισχύ από 3/6/2008, ενώ ο ίδιος ειδοποιήθηκε σχετικά στις 2/6/2008, περί τις 12.00 το μεσημέρι με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, το οποίο κοινοποιήθηκε σε όλο το προσωπικό των Εναγομένων. Το άμεσο της μετακίνησης Ανώτερου Διευθυντή που είναι πολύ σπάνιο φαινόμενο, έδωσε λαβή για διάφορα σχόλια μεταξύ των υπαλλήλων. Το Πρόγραμμα Εθελούσιας Εξόδου Στις 24/7/2007, οι Εναγόμενοι κοινοποίησαν σε όλο το προσωπικό το Πρόγραμμα Εθελούσιας Εξόδου, που αφορούσε σε υπαλλήλους που διένυαν το 52ον έτος της ηλικίας και θα ίσχυε από 1/9/2007 μέχρι τις 30/9/
  2. Επειδή δεν υπήρξε ανταπόκριση στο Σχέδιο, οι Εναγόμενοι το βελτίωσαν σιωπηρά χωρίς επίσημη κοινοποίηση και 4 υπάλληλοι των Εναγομένων που είχαν συμπληρώσει 36 χρόνια υπηρεσίας, το αποδέχτηκαν και αποχώρησαν πρόωρα. Η Γιαννούλα Πάλμα, δεύτερη τη τάξει στην Περιφέρεια Λάρνακας - Αμμοχώστου, αναγκάστηκε να αποδεχθεί το Σχέδιο, μετά που την τοποθέτησαν έξω από το γραφείο του Ενάγοντος άνευ καθηκόντων και οι Εναγόμενοι παρότρυναν τον Ενάγοντα να την πιέζει για να αφυπηρετήσει. Με τη βελτίωση του Προγράμματος Εθελούσιας Εξόδου και την αποχώρηση της Γιαννούλας Πάλμα και των άλλων υπαλλήλων οι Εναγόμενοι συνέχισαν τις επαφές και πιέσεις προς συγκεκριμένους υπαλλήλους συμπεριλαμβανομένου και του Ενάγοντος για να αποδεχθούν το Σχέδιο. Ο Ενάγων δεν ανταποκρίθηκε στην αποδοχή του Σχεδίου και παρόλον ότι η ισχύς του είχε λήξει από τις 30/9/2007, οι Εναγόμενοι ξεκίνησαν να τον πιέζουν να το αποδεχθεί και να αφυπηρετήσει πρόωρα. Οι πιέσεις ξεκίνησαν μόλις παραιτήθηκε η Γιαννούλα Πάλμα. Πιέσεις των Εναγομένων προς τον Ενάγοντα Οι πιέσεις των Εναγομένων προς τον Ενάγοντα λάμβαναν την ακόλουθη μορφή: (α) Συνεχής παρενόχληση τηλεφωνικά από προσωπάρχη και άλλους αξιωματούχους των Εναγομένων. (β) Σφοδρές παρατηρήσεις εκ μέρους αξιωματούχων των Εναγομένων άνευ λόγου και αιτίας. (γ) Σφοδρές παρατηρήσεις από αξιωματούχους των Εναγομένων για εγκεκριμένες άδειες απουσίας του Ενάγοντος από την εργασία του. (δ) Παραλείψεις εκ μέρους της διεύθυνσης των Εναγομένων για ενημέρωση του Ενάγοντος για τα τεκταινόμενα στην Τράπεζα που, υπό ομαλές συνθήκες, ενημερωνόταν. (ε) Μη χορήγηση επιδομάτων και ωφελημάτων στον Ενάγοντα στα οποία είχε δικαίωμα να λαμβάνει και τα οποία δόθηκαν σε άλλους. (στ) Παράλειψη πρόσκλησης σε εκπαιδευτικά σεμινάρια. (ζ) Υποσκέλιση του Ενάγοντος σε προαγωγές σε αντίθεση με προαγωγές κατωτέρων υπαλλήλων. (η) Παράλειψη των Εναγομένων να καλούν τον Ενάγοντα σε συνεντεύξεις με υπαλλήλους, παρόλο που αυτό προνοούσαν οι κανονισμοί και τα θέσμια. (θ) Στις 15/5/2008, έγινε ανακοίνωση για άμεση μετακίνηση του Ενάγοντος στη Λευκωσία, χωρίς αυτή να υλοποιηθεί. (ι) Συχνές αδικαιολόγητες παρεμβάσεις στην εργασία του. (ια) Μετάθεση στη Λευκωσία με 2 ώρες προειδοποίηση. (ιβ) Μη παροχή γραφείου στη Λευκωσία κατά τη μετακίνηση του στις 3/6/2008 και μη καθορισμός καθηκόντων του. (ιγ) Κυκλοφορία τεχνηέντως φημών για τον ίδιο. Στις 10/7/2008, μετά από όλα τα πιο πάνω και αφού υπό τον έντονο ψυχολογικό πόλεμο που του γινόταν δεν μπορούσε πλέον να μείνει στην εργοδότηση των Εναγομένων, κάτω από αυτές τις συνθήκες άρχισε επαφές για πρόωρη αφυπηρέτηση. Στις 31/8/2008 οι Εναγόμενοι του επέβαλαν να υπογράψει συμφωνία αποχώρησης, ευχαριστήρια επιστολή και έγγραφα αποδέσμευσης (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4,6,7,8,10-13) εξαναγκάζοντάς τον, στην ουσία, σε παραίτηση. Απολαβές Ενάγοντος Κατά την ημερομηνία αποχώρησης του, ο Ενάγων είχε τις ακόλουθες απολαβές, ωφελήματα και επιδόματα: (α) Μηνιαίο μισθό €8.124,61 πλέον 13ον μισθό, πλέον 2% στο βασικό από την υπογραφείσα συλλογική σύμβαση για την περίοδο 2008-
  3. (β) Παραχώρηση εταιρικής κάρτας με όριο €5.000 ετησίως για έξοδα ψυχαγωγίας πελατών. (γ) Επίδομα ενοικίου σε €1.192,77 μηνιαίως με προαύξηση 5% ετησίως, βάσει επιστολής ημερ. 20/9/1998 του Διευθυντή των Εναγομένων. (δ) Παραχώρηση αυτοκινήτου και τα έξοδα που συνδέονται με τα έξοδα και την κίνηση του αυτοκινήτου. (ε) Επίδομα βενζίνης €345,00 μηνιαίως. (στ) Επίδομα (bonus) εκ 2 μηνιαίων μισθών ετησίως. (ζ) Παραχωρηθέν κινητό τηλέφωνο και έξοδα τηλεφωνικών κλήσεων εκ €45,00 μηνιαίως. Υπό κανονικές συνθήκες ο Ενάγων είχε δικαίωμα να αφυπηρετήσει στις 31/12/2012, ενώ με βάση το χρόνο αποχώρησής του απώλεσε τα ακόλουθα: (α) Μισθούς από 1/8/2008 μέχρι 31/12/2012 με τις προσαυξήσεις και Ταμείο Προνοίας πλέον 6% τιμαριθμικό επίδομα στο βασικό μισθό €1.220.000 (β) Επιδόματα Ενοικίου €70.000 (γ) Αυτοκίνητο και καύσιμα €50.000 (δ) Bonus €90.000 (ε) Επίδομα για διάφορα έξοδα δεδουλευμένα από το Μάρτιο 2003 μέχρι 31/7/2008 €22.230 (δ) Από 31/7/2008 μέχρι 31/12/2012 €18.126 ======= Σύνολο €1.470.356 Με την αναγκαστική αφυπηρέτησή του ο Ενάγων έλαβε €811.889,25, συμπεριλαμβανομένου του Ταμείου Προνοίας. Το ποσό της αποζημίωσης ήταν €259.082,54, το δε υπόλοιπο ήταν το Ταμείο Προνοίας. Επιπλέον, μετά την αποχώρησή του, οι Εναγόμενοι προσέφεραν στον Ενάγοντα το ποσό των €9.459,71 με βάση την ανανέωση της συνολικής σύμβασης 2008-2010, το οποίο όμως τελικά δεν πλήρωσαν καθότι απαιτούσαν υπογραφή εγγράφως ότι δεν θα είχε περαιτέρω απαιτήσεις. Το επίδομα για διάφορα έξοδα που δόθηκε στον Ενάγοντα όταν είχε μετακομίσει η οικογένεια του από την Πάφο στη Λεμεσό απεκόπη από το Μάρτιο, 2003, άνευ λόγου και αιτίας γι' αυτό και ο Ενάγων αιτείται το πιο πάνω ποσό των €22.230 για την περίοδο 2003 - 31/7/
  4. Ο Ενάγων αποτάθηκε με επιστολή ημερ. 24/2/2009, μέσω των δικηγόρων του (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 18+35) πληροφορώντας τους Εναγομένους για την πρόθεσή του να διεκδικήσει όλα τα δικαιώματα του, αλλά αυτοί ουδεμία απάντηση έδωσαν σχετικά. Αντί αυτού, οι Εναγόμενοι με επιστολή τους ημερ. 26/2/2009 πληροφόρησαν τον Ενάγοντα να προσέλθει στα γραφεία τους για να παραλάβει επιταγή με €9.459,71 και να υπογράψει τα έγγραφα απαλλαγής. Ο Ενάγων στις 17/3/2009 απάντησε μέσω του δικηγόρου του ότι θα παραλάμβανε την επιταγή άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 20) αλλά οι Εναγόμενοι δεν απάντησαν. Ο ΜΕ2, Γεώργιος Θεοδούλου, μέχρι τον Μάρτιο 2016, ήταν εργοδοτούμενος των Εναγομένων σε διευθυντική θέση οπότε και αποχώρησε στα πλαίσια προγράμματος εθελούσιας εξόδου. Αμφισβήτησε το εθελούσιο του εν λόγω προγράμματος αφού οι εργοδότες έστειλαν μήνυμα σε κάποιους στοχευμένα, μέσω των υπευθύνων των τμημάτων ή των διευθυντών τους, ότι δεν βρίσκονταν πλέον στα πλάνα της Τράπεζας και ότι καλό θα έκαναν να αποχωρήσουν. Ένας από αυτούς ήταν και ο μάρτυρας και επειδή δεν ήθελε να διασυρθεί όντας διευθυντής για πολλά χρόνια, με το να βλέπει νεότερούς του να προάγονται σε θέση ανώτερη από τον ίδιο, προτίμησε την έξοδο. Ο Ενάγων ήταν Διευθυντής του μάρτυρα και είχε ακούσει για την αποχώρηση του από την Τράπεζα, η οποία παρουσιάσθηκε εκ μέρους τους ως οικειοθελής. Κάποιος Κώστας Κόκκινος, όμως, ο οποίος ήταν Διευθύνων Σύμβουλος των Εναγομένων και ο οποίος είχε επίσης αποχωρήσει από την εργοδότηση των Εναγομένων και επισκεπτόταν το Υποκατάστημα που εργαζόταν ο μάρτυρας, του είχε αναφέρει ότι ο Ενάγων είχε αδικηθεί λόγω της συμπεριφοράς των εργοδοτών του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Οι Εναγόμενοι κάλεσαν ένα μόνο ΜΥ, το Χάρη Κούλλουρο ο οποίος είναι Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού της Εναγόμενης Τράπεζας στα καθήκοντα του οποίου περιλαμβάνονται και τα σχέδια εθελούσιας εξόδου από την Τράπεζα. Αναφερόμενος στον ισχυρισμό του Ενάγοντος ότι στις 2/6/2008 είχε μετακινηθεί άμεσα και χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση από τη θέση που κατείχε σε κάποια άλλη θέση, ανέφερε ότι, τα τελευταία 16 χρόνια που ο ίδιος κατείχε αυτή τη θέση στην Τράπεζα, οι αλλαγές στο οργανόγραμμα είναι συχνές και περιλαμβάνουν όλους τους υπαλλήλους από τα πιο ψηλά στελέχη, μέχρι τα πιο χαμηλά. Η μετάθεση οποιουδήποτε υπαλλήλου είναι στη διακριτική ευχέρεια της Τράπεζας. Η μετακίνηση του Ενάγοντος σε άλλη διεύθυνση έγινε σε αυτά τα πλαίσια και επειδή την περίοδο εκείνη η Τράπεζα έκρινε αναγκαίο να δημιουργήσει μια νέα διεύθυνση καταθετικών και επενδυτικών προϊόντων για να προσελκύσει νέους καταθέτες και επενδυτές. Είναι αυτή η θέση που ανατέθηκε στον Ενάγοντα. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι οι Εναγόμενοι άσκησαν οποιαδήποτε πίεση στον Ενάγοντα για να αποδεχθεί το Σχέδιο, ενώ αναφερόμενος σε σημειώσεις που κρατούσε στο προσωπικό του ημερολόγιο, κατέθεσε για διάφορες επικοινωνίες που ο ίδιος είχε με τον Ενάγοντα. Συγκεκριμένα: (α) Στις 7/2/2008, τηλεφώνησε στο μάρτυρα ο Ενάγων και του ανέφερε ότι είχε ζητήσει €75.000 για να φύγει. Ο μάρτυρας τού υπέδειξε ότι υπάρχει σε ισχύ το Σχέδιο και να υποβάλει σχετικό αίτημα, το οποίο και θα εξεταστεί. (β) Στις 13/3/2008, ο Ενάγων του ξανατηλεφώνησε προβάλλοντας κάποια αιτήματα προκειμένου να αποχωρήσει εθελούσια (Ο μάρτυρας αναφέρθηκε με λεπτομέρειες στα αιτήματα του Ενάγοντος). Τελικά το Σχέδιο Εθελούσιας Εξόδου έληξε στις 31/3/2008 χωρίς να υποβληθεί αίτημα από πλευράς Ενάγοντος. (γ) Στις 11/7/2008, ο Ενάγων ζήτησε να αφυπηρετήσει πρόωρα. (δ) Στις 15/7/2008, ο Ενάγων απέστειλε φαξ (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13) το οποίο παρέλαβε ο μάρτυρας στο οποίο αιτείτο την πρόωρη αφυπηρέτηση του στη βάση του προηγούμενου Σχεδίου. (ε) Στις 24/7/2008, επανέλαβε το αίτημά του με νέο φάξ (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11). (στ) Από τη πιο πάνω ημερομηνία, ο μάρτυρας είχε σχεδόν καθημερινές τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον Ενάγοντα, ο οποίος πίεζε για αποδοχή του αιτήματος του για πρόωρη αφυπηρέτηση. (ζ) Στις 30/7/2008, ο μάρτυρας πληροφόρησε τον Ενάγοντα ότι το αίτημα του είχε κατ΄ εξαίρεση εγκριθεί και ορίστηκε συνάντηση μεταξύ τους την επομένη. (η) Στις 31/7/2008, κατά την συνάντηση τους, ο Ενάγων συνοδευόταν όπως του είχε ζητηθεί, και από ένα μάρτυρα για τις υπογραφές, τον κ. Ηρόδοτο Μιχαηλίδη τον οποίο είχε ο ίδιος επιλέξει. Ο Ενάγων αφού διάβασε όλα τα έγγραφα και ζήτησε κάποιες διευκρινίσεις, τα υπέγραψε στην παρουσία του δικού του πιο πάνω μάρτυρα και της Λειτουργού της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού κας Κοκκινίδου. Μετά αποχώρησε, ενώ αργότερα, το ποσό πιστώθηκε στο λογαριασμό του. (θ) Την ίδια ημέρα ο Ενάγων, υπέγραψε επιστολή απευθυνόμενη προς τους Εναγομένους με την οποία τους ευχαριστούσε για την κατανόηση που είχαν επιδείξει ανταποκρινόμενοι θετικά στο αίτημα του παραχωρώντας του όλα τα ωφελήματα του Σχεδίου, κατ' εξαίρεση αφού το Σχέδιο είχε ήδη παύσει να ισχύει αυτό τις 31/3/2008 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4). (ι) Ακολούθως, οι Εναγόμενοι διαπίστωσαν ότι είχε γίνει κάποιο λάθος και ότι ο Ενάγων δικαιούτο και επιπρόσθετο ποσό της τάξης των €9.459,
  5. Ειδοποίησαν τον Ενάγοντα σχετικά ο οποίος μέχρι σήμερα παραλείπει να το παραλάβει (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 19). Αναφερόμενος στις αξιώσεις του Ενάγοντος για αποζημίωση για τα ωφελήματα που είχε κατά την αφυπηρέτησή του όπως για παράδειγμα, επίδομα ενοικίου, δικαίωμα παραχώρησης αυτοκινήτου, επίδομα βενζίνης, bonus, κινητό τηλέφωνο και άλλα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτά παραχωρούνται σε υπαλλήλους της Τράπεζας λόγω του ρόλου που ασκούν σε κάποια συγκεκριμένη περίοδο και τροποποιούνται ανάλογα με την αλλαγή των καθηκόντων. Όμως παύουν να ισχύουν με την αποχώρηση του υπαλλήλου από την Τράπεζα. Ήταν δε σαφής ότι τα οποιαδήποτε ωφελήματα είχε ο Ενάγων δεν περιέχονταν στους όρους αποχώρησής του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Έχοντας παρατηρήσει και τους 3 μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου, παρατηρώ ότι είχαν προσέλθει στο Δικαστήριο με σκοπό να καταθέσουν την αλήθεια, η μαρτυρία τους όμως εμπεριείχε και πολλά υποκειμενικά στοιχεία και πιο συγκεκριμένα στον τρόπο που ο καθένας τους ερμήνευε κάποιες δηλώσεις και ενέργειες της άλλης πλευράς. Γι' αυτό, όπου δεν αποδέχομαι την εκδοχή κάποιου μάρτυρα είναι, όχι λόγω αναξιοπιστίας, αλλά για τον τρόπο που ερμηνεύει κάποια γεγονότα. Σε όλη την έκταση της μαρτυρίας του Ενάγοντος, Ανδρέα Χρυσάνθου (ΜΕ1) ήταν διάχυτη η πικρία την οποία νιώθει για τον τρόπο με τον οποίο του συμπεριφέρθηκαν οι Εναγόμενοι, τον οποίο θεωρεί απαράδεκτο μετά από τόσα χρόνια προσφοράς. Αυτό φυσικά αποτελεί άποψή του, γι' αυτό και τα γεγονότα που κατέθεσε, ο ίδιος τα ερμηνεύει υπό τη δική του σκοπιά. Για παράδειγμα ενέργειες των Εναγομένων τις οποίες θεωρεί ως ψυχική πίεση προς τον ίδιο είναι με βάση την υποκειμενική του άποψη. Το κατά πόσο το Δικαστήριο αποδέχεται την άποψή, του θα καταγραφεί πιο κάτω. Αποδέχομαι όμως ότι κατέθεσε την αλήθεια για τα γεγονότα που βίωσε ο ίδιος. Υπάρχουν όμως και μέρη της κατάθεσης του τα οποία αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία όπως ο ισχυρισμός του για διασπορά κακοήθων φημών για τον ίδιο. Σε αυτή τη δήλωση η οποία είναι γενικής μορφής και χωρίς περαιτέρω στοιχειοθέτηση δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Επιπρόσθετα για επαφές που είχε ο Ενάγων με τον ΜΥ μεταξύ Φεβρουαρίου και Ιουλίου, 2008, ο Ενάγων δεν μπορούσε να θυμηθεί λεπτομέρειες, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΥ που ήταν σαφέστατη γι' αυτό στα σημεία αυτά προτιμώ τη μαρτυρία του ΜΥ, Χ. Κούλλουρου. Η μαρτυρία του ΜΕ2 Γιώργου Θεοδούλου, αν και αξιόπιστη δεν υποβοηθά την εκδοχή του Ενάγοντος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Κατέθεσε ότι περίπου έτυχε παρόμοιας συμπεριφοράς όπως και ο Ενάγων, εκ μέρους των Εναγομένων και για κάποιες φήμες που διαδίδονταν για τα σχέδια και σκοπούς των Εναγομένων να απαλλαγούν από κάποιους εργοδοτουμένους στα πλαίσια του Σχεδίου στις οποίες, και πάλι, δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα. Ο ΜΥ, Χάρης Κούλλουρος, κρίνεται ως πλήρως αξιόπιστος. Η θέση που κατείχε, επιπρόσθετα του γεγονότος ότι κρατούσε σημειώσεις για τις επαφές που είχε με τον Ενάγοντα, του επέτρεψε να έχει προσωπική γνώση για τα πλείστα επίδικα γεγονότα. Σε όλα αυτά κατέθεσε την αλήθεια. Από την άλλη παραδέχθηκε ότι αγνοούσε και άλλα γεγονότα για τα οποία ο Ενάγων είχε δώσει τη δική του εκδοχή. Ο τρόπος που αντιμετωπίζονται οι εκδοχές της κάθε πλευράς, θα αναλυθεί στην ενότητα «Συμπεράσματα» πιο κάτω. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΔΙΑΔΙΚΩΝ - ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ Η πλευρά του Ενάγοντος ισχυρίζεται ότι, οι Εναγόμενοι με τη συμπεριφορά τους τον εξανάγκασαν και τον πίεσαν ψυχικά για να υποβάλει πρόωρα, την παραίτησή του. Ήταν ως αποτέλεσμα της εν λόγω συμπεριφοράς που ο Ενάγων υποχρεώθηκε να ζητήσει όπως περιληφθεί στο Σχέδιο και υπέγραψε τα έγγραφα απαλλαγής ευθύνης. Επικαλούμενη το Άρθρο 7 του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 24/67, θεωρεί ότι, ο Ενάγων, νόμιμα τερμάτισε την αποσχόλησή του λόγω της διαγωγής του εργοδότη γι' αυτό και το βάρος αποδείξεως ότι ο εργοδοτούμενος δεν τερμάτισε την απασχόληση του νόμιμα, το φέρει ο εργοδότης, ήτοι οι Εναγόμενοι. Η πλευρά των Εναγομένων αρνείται ότι εξανάγκασε ή πίεσε ψυχικά τον Ενάγοντα να ενταχθεί στο Σχέδιο. Όλες οι ενέργειες του Ενάγοντος έγιναν με την ελεύθερη του βούληση, για δε τα έγγραφα που υπέγραψε ο Ενάγων με τα οποία απάλλασσε τους Εναγομένους από οποιαδήποτε ευθύνη, επικαλείται κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (estoppel by deed). Μελετώντας τις θέσεις των 2 πλευρών, το Δικαστήριο παρατηρεί τα ακόλουθα:
  6. Είναι παραδεκτό ότι, στις 31/7/2008 οι διάδικοι υπέγραψαν «Συμφωνία Αποδέσμευσης» (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6) ταυτόχρονα με 2 Έγγραφα Αποδέσμευσης (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 7 και 8) το περιεχόμενο των οποίων ήταν βασικά το ακόλουθο: (α) η υπηρεσία του Ενάγοντος τερματίζετο από τις 31/7/2008, (β) οι Εναγόμενοι θα κατέβαλλαν και κατέβαλαν στον Ενάγοντα το ποσό των €811.889,25σ, (γ) ο Ενάγων δήλωνε ότι σ' αντάλλαγμα των πιο πάνω ποσών απάλλασε οριστικά, τελεσίδικα και αμετάκλητα τους Εναγομένους από κάθε απαίτηση, ευθύνη, διεκδίκηση ή υποχρέωση για την καταβολή οιουδήποτε ποσού υπό μορφή χρηματικής αποζημίωσης.
  7. Επιπρόσθετα την ίδια μέρα, 31/7/2008 είναι επίσης παραδεκτό ότι, ο Ενάγων απέστειλε προς τη Γενική Διεύθυνση των Εναγομένων, Επιστολή (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) με την οποία την ευχαριστούσε για την κατανόηση που είχε επιδείξει και είχε ανταποκριθεί στο αίτημά του για να λάβει κατ' εξαίρεση όλα τα ωφελήματα του Σχεδίου, παρόλο ότι αυτό είχε λήξει από τις 31/3/
  8. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι, το Δικαστήριο πρέπει να έχει ως αφετηρία για εξέταση, το κατά πόσο η Συμφωνία Αποδέσμευσης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6) και τα Έγγραφα Αποδέσμευσης (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 7 ΚΑΙ 8) , καθώς και η ευχαριστήρια Επιστολή (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4), είναι έγκυρα ως το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του Ενάγοντος ή έγιναν κατόπιν ψυχικής πίεσης από πλευράς Εναγομένων κάτι που, με βάση το Άρθρο 14, του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, εκμηδενίζει την ελεύθερη βούληση. ΨΥΧΙΚΗ ΠΙΕΣΗ: ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το θέμα καλύπτεται από το Άρθρο 16, του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: "16.-

(1)H σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο - (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου· ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου". Σχετικό είναι επίσης το Άρθρο 14 του ιδίου Νόμου το οποίο προνοεί ότι, εάν η συναίνεση σε σύμβαση προκληθεί, μεταξύ άλλων, με ψυχική πίεση, τότε δεν θεωρείται ελεύθερη. Σύμβαση που συνήφθηκε κατόπιν ψυχικής πίεσης είναι ακυρώσιμη (Άρθρο 20). Η νομολογία έχει επεξηγήσει και διασαφηνίσει τις πιο πάνω πρόνοιες (βλ. μεταξύ άλλων Ιωάννου ν Χαραλαμπίδου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ 555, Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη (Διαχειριστή)
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ 1602, Κεφάλας κ.α ν Νικόλα
(2000)1(Β) Α.Α.Δ 1226, Χριστοφόρου ν. Ιακώβου (Διαχειρίστριας)
(2002)1(Α) Α.Α.Δ 33, Συρίμη ν Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ,
(2010)1(Β) Α.Α.Δ
  1. Οι εν λόγω αρχές επαναβεβαιώθηκαν και πιο πρόσφατα στις υποθέσεις Μιχαήλ Χ'' Αντώνη ν Μιχαλάκη Σάββα Μιχαήλ κα, ECLI:CY:AD:2014:A280, Π.Ε 323/09, ημερ. 16/4/2014, Χρυσούλλα Σεργίδη το γένος Σάββα Χ'' Παύλου ν Μαρία Σάββα Χ'' Παύλου (Διαχειρίστρια) Π.Ε 317 /10, ημερ. 16/5/2016, Χλόη Ανδρέα Πατάτσου ν Αχμέτ Χιλμί κα, Π.Ε 300/11, ημερ., 31/5/
  2. Στη Σωκράτους
(1998), πιο πάνω, ο Ηλιάδης, Δ. ανέφερε τα ακόλουθα (σελ. 1608-1613) δίνοντας μια ανάλυση και της θεωρητικής πτυχής, αλλά και παραδειγμάτων του τι αποτελεί ψυχική πίεση: «Εφόσον η εγκυρότητα μιας σύμβασης βασίζεται πάνω στη συγκατάθεση των συμβαλλομένων, προκύπτει ότι μια σύμβαση που είναι αποτέλεσμα βίας ή εξάσκησης ψυχικής πίεσης μπορεί να κηρυχθεί ως άκυρη. Είναι μέσα σε αυτά τα πλαίσια που το Κοινοδίκαιο με το περιορισμένο δόγμα της βίας (duress) και το Δίκαιο της Επιείκειας (με το δόγμα της ψυχικής πίεσης ή ανεπίτρεπτης επιρροής) (undue influence) έδωσαν το δικαίωμα σε ένα συμβαλλόμενο να ζητά την ακύρωση μιας συναλλαγής από την οποία ελλείπει το συστατικό στοιχείο της συγκατάθεσης. Πρέπει να τονιστεί ότι το Δίκαιο της Επιείκειας δεν μπορεί να επιστρατευθεί για να διασώσει ένα πρόσωπο από τα επακόλουθα της αφροσύνης του, αλλά για να αποτρέψει τη θυματοποίηση του από τρίτα πρόσωπα. Δωρεές ή άλλες παρόμοιες συναλλαγές μπορούν να ακυρωθούν μόνο αν είναι το αποτέλεσμα εξάσκησης ψυχικής πίεσης ή αν είναι παράλογες. (Ίδε Snell΄s «Principles of Equity" 25th Edition, p. 496). Οι λόγοι που οδήγησαν στη δημιουργία του δόγματος της ψυχικής πίεσης στο Δίκαιο της Επιείκειας έχουν συνοψιστεί περιεκτικά στην απόφαση του Lindley L.J. στην υπόθεση Allcard v. Skinner [1886-1890] All E.R. Rep 90, 98, ως ακολούθως: "It would obviously be to encourage folly, recklessness, extravagance and vice if persons could get back property which they foolishly made away with, whether by giving it to charitable institutions or by bestοwing it on less worthy objects. On the other hand, to protect people from being forced, tricked or misled in any way by others into parting with their property is one of the most legitimate objects of all laws; and the equitable doctrine of undue influence has grown out of and been developed by the necessity of grappling with insidious forms of spiritual tyranny and with the infinite varieties of fraud." Συμβάσεις που μπορούν να κηρυχθούν άκυρες λόγω ψυχικής πίεσης διαιρούνται (
  1. i)Σε περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο εξασκεί πραγματική ή προφανή εξουσία πάνω στο άλλο ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης απέναντι του ή (
  2. ii)Σε περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο συμβάλλεται με ένα άλλο του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης. Όπως έχει θέσει το θέμα και ο Lord Denning στην υπόθεση Re Brocklehurst (deceased) Hall and Another v. Roberts [1978] 1 All E.R. 767, 775, "As a matter of public policy, the courts have always looked with care at gifts or improvident bargains which are made by a person whose motives or judgment are impaired by reason or age or ignorance, eccentricity or infirmity, or even by a failure to know or appreciate the consequences. Equity will, as a matter of course, interfere when the recipient of the gift or the exactor of the bargain has brought undue influence or undue pressure to bear so as to induce the transaction." Τα Δικαστήρια δεν έχουν μέχρι σήμερα καθορίσει επακριβώς τον ορισμό της ψυχικής πίεσης, άνκαι διάφοροι δικαστές έχουν δώσει σε ορισμένες υποθέσεις τις δικές τους ερμηνείες. Ο Lindley L.J. πιστεύει ότι η ψυχική πίεση είναι "unfair and improper conduct, some coercion from outside, some overreaching, some form of cheating and generally though not always, some personal advantage obtained by the guilty party." (Allcard v. Skinner [1887] 36 Ch. D. 145) Και ο Lord Selborne την περιγράφει σαν "the unconscientious use by one person of power possessed by him over another in order to induce the other to enter into a contract." (΄Ιδε Aulesford (Earl) v. Morris [1873]8 Ch. App. 484, 490). Πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει τις διαστάσεις της ψυχικής πίεσης στην υπόθεση Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδη (Α.Ε. 9784 της 26/3/98). Στην πιο πάνω υπόθεση η εφεσίβλητη ήταν ιδιοκτήτρια ενός οικοπέδου στο χωριό Κονιά στην Πάφο, πάνω στο οποίο ανηγέρθηκε με δικά της χρήματα και με την οικονομική συνδρομή του συζύγου της μια κατοικία. Όταν η εφεσίβλητη απεκάλυψε στον εφεσείοντα ότι είχε συνάψει δεσμό με τρίτο πρόσωπο, ο εφεσείων κρατώντας ένα κυνηγετικό όπλο άρχισε να τη βρίζει, να την κτυπά και να την απειλεί ότι θα τη σκοτώσει τόσο αυτή όσο και τον εραστή της και "της ζήτησε πιεστικά και κάτω από την απειλή του όπλου την επόμενη μέρα να πάει στο Κτηματολόγιο και να του μεταβιβάσει το σπίτι στο όνομα του". Την επομένη ο εφεσείων συνόδευσε την εφεσίβλητη στο Κτηματολόγιο, όπου παρά τη συμβουλή δικηγόρου που γνώριζε τα συμβάντα όπως η εφεσείουσα αποφύγει τη μεταβίβαση, η τελευταία λόγω του φόβου διάλυσης του γάμου, δέχθηκε να μεταβιβάσει το ακίνητο στον εφεσείοντα. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η κακοποίηση της εφεσίβλητης και οι απειλές με τη χρήση κυνηγετικού όπλου ήταν πράξεις "ψυχικής πίεσης, εξαναγκασμού και απειλής" που επέδρασαν στη σκέψη και βούληση της σε βαθμό που δεν της επέτρεπαν να ενεργεί με την ελεύθερη βούληση της. Στη σχετική απόφαση υιοθετήθηκε ο ορισμός της ψυχικής πίεσης που αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contract, General Principles, 27th Edition, para 7-024 ως ακολούθως: "H ψυχική πίεση αποτελεί δόγμα του δικαίου της επιείκειας. Είναι μια περιεκτική φράση η οποία καλύπτει περιπτώσεις ψυχικής πίεσης όπου υπάρχουν ειδικές σχέσεις και επίσης περιπτώσεις εξαναγκασμού, επιβολής ή πίεσης έξω από εκείνες τις ειδικές σχέσεις." Έτσι έχει αποφασιστεί νομολογιακά ότι έχει εξασκηθεί ψυχική πίεση όταν ένα πρόσωπο μειωμένης πνευματικής ικανότητας είχε πιεστεί από πρόσωπο που ισχυριζόταν ότι κατείχε υπερφυσικές δυνάμεις (Nottidge v. Prince [1860] 2 Giff. 246), όταν γυναίκα που είχε έντονες θρησκευτικές πεποιθήσεις υπήρξε θύμα εκμετάλλευσης (Norton v. Relly [1764] 2 Eden. 286), όταν μια γυναίκα πείστηκε ότι μηνύματα που προέρχονταν από ένα πνευματιστή ήταν μηνύματα που προέρχονταν από νεκρούς (Lyon v. Home [1868] L.R. 6 E.q. 655) και όταν ένα παιδί υπήρξε θύμα εκμετάλλευσης σχετικά με τους φόβους του για την υγεία του πατέρα του (Mutual Finance Ltd v. John Wetton and Sons Ltd [1937]2 All E.R. 657). Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων όπως π.χ. μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, γιατρού και ασθενούς (Radcliffe v. Price [1902] 18 TLR 466, κηδεμόνα και ανηλίκου (Hylton v. Hylton [1754] 2 Ves. Sen. 547), γονέα και παιδιού (Lancashire Loans Ltd v. Black [1934] 1 K.B. 380), θρησκευτικού συμβούλου και μαθητευομένου (Allcard v. Skinner (πιο πάνω) τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, αφού η θέση εμπιστοσύνης που έχει το ένα πρόσωπο τον τοποθετεί σε θέση κάποια ασυνήθιστης εξουσίας σε βαθμό που να δικαιολογείται η λήψη κάποιας ανεξάρτητης συμβουλής. Η πιθανότητα να θέσει το πιο πάνω πρόσωπο τα δικά του συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα του άλλου προσώπου που μπορεί να επηρεασθεί είναι τόσο ορατή, που ο Νόμος του επιβάλλει την υποχρέωση να αποδείξει ότι δεν έχει καταχραστεί τη θέση του. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι η απλή ύπαρξη σχέσης εμπιστοσύνης δεν εξυπακούει αυτόματα την ύπαρξη ψυχικής πίεσης. Η φύση της εμπιστευτικής σχέσης πρέπει να είναι τέτοια που να δικαιολογεί την επέμβαση του Δικαστηρίου. (Ίδε Re Coomber, Coomber v. Coomber [1911] Ch. 723, 728, 729). Πέρα από τις πιο πάνω αναγνωρισμένες σχέσεις από τις οποίες τεκμαίρεται ψυχική πίεση η νομολογία έχει αναγνωρίσει και άλλες περιπτώσεις στις οποίες τεκμαίρεται τέτοια πίεση. Στον Chitty on Contract (πιο πάνω) παραγ. 7-029 αναφέρεται ότι, "The relationships which give rise to this presumption are described below. But even outside these recognized relationships, if the plaintiff proves that at the time of the disadvantageous transaction a confidential relationship in fact existed between the parties, the presumption of undue influence will arise. The classic statement is that of Lord Chelmsford in Tate v. Williamson [1866] L.R. 2 Ch. App. 56, 61." Στην υπόθεση Tate v. Williamson (πιο πάνω) ο Lord Chelmsford τονίζει ότι, "The principles applicable to the more familiar relations of this character have been long settled by many well-known decisions, but the Courts have always been careful not to fetter this useful jurisdiction by defining the exact limits of its exercise. Wherever two persons stand in such a relation that, while it continues, confidence is necessarily reposed by one, and the influence which naturally grows out of that confidence is possessed by the other, and this confidence is abused, or the influence is exerted to obtain an advantage at the expense of the confiding party, the person so availing himself of his position will not be permitted to retain the advantage, although the transaction could not have been impeached if no such confidential relation had existed."» Στην Ιωάννου
(1998), πιο πάνω, λέχθηκε ότι στην απουσία ειδικής σχέσης ανάμεσα στα μέρη, το βάρος ανήκει στο διάδικο ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει την συναλλαγή να αποδείξει την ψυχική πίεση, ενώ όταν η πίεση τεκμαίρεται από κάποια σχέση ανάμεσα στα μέρη, ο διάδικος που λαμβάνει το όφελος φέρει το βάρος της απόδειξης. Βλ. επίσης Κεφάλας
(2000), πιο πάνω. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας υπ' όψιν τις πιο πάνω νομικές αρχές προχωρώ στα συμπεράσματα του Δικαστηρίου: 1.Ποίος διάδικος φέρει το βάρος της αποδείξεως των ισχυρισμών του: Θεωρώ ότι τυγχάνει εφαρμογής ο γενικός κανόνας του Δικαίου της Απόδειξης ότι το βάρος φέρει ο διάδικος ο οποίος προβάλλει κάποιον ισχυρισμό. Γι' αυτό και το βάρος να αποδείξει ότι η Συμφωνία Αποδέσμευσης, Έγγραφα Αποδέσμευσης (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 6-8) και η ευχαριστήρια Επιστολή (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) όλα ημερομηνίας 31/7/2008 είναι αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης, το φέρει ο Ενάγων. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, η σχέση των διαδίκων ήταν αυτή του εργοδότη και του εργοδοτουμένου σχέση που δύναται να εμπίπτει στις πρόνοιες του Άρθρου 16
(1)και
(2)του Κεφ. 149, ότι δηλαδή υπήρχε το ενδεχόμενο οι Εναγόμενοι να κυριαρχούν επί της θέλησης τους Ενάγοντος. Και με βάση το εδάφιο
(3)του ίδιου Άρθρου το βάρος απόδειξης μπορεί να μετατοπιστεί στους ώμους των Εναγομένων. Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο, με βάση τις πρόνοιες των πιο πάνω εδαφίων, θα πρέπει η συναλλαγή να φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάγονται, ότι είναι ιδιαίτερα επαχθής για τον Ενάγοντα, βλ. επίσης, Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Πολύβιος Πολυβίου, 1η Έκδοση 2014, Τόμος Α, σελ. 306-
  1. Στην παρούσα περίπτωση, ο Ενάγων εντάχθηκε στο Σχέδιο μετά την εκπνοή του, κατ' εξαίρεση, επωφελούμενος των προνοιών και ωφελημάτων που αυτό παρείχε, λαμβάνοντας προς τούτο το συνολικό ποσό των €811.889,
  2. Τέτοιου είδους συμφωνία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «υπέρμετρα επαχθής» για τον Ενάγοντα, ούτως ώστε να ενεργοποιήσει το μαχητό τεκμήριο του Άρθρου 16
(3)και να μετατοπίσει το βάρος απόδειξης στους ώμους των Εναγομένων. Τέλος διαφωνώ και με τη θέση που είχε εκφράσει η πλευρά του Ενάγοντος ότι τυγχάνει εφαρμογής το Άρθρο 7 του Ν.24/67, πιο πάνω αφού ο τερματισμός της απασχόλησής του έγινε εκ συμφώνου και μεσολάβησαν νέα γεγονότα και νέα συμφωνία και είναι μέσα στα πλαίσια αυτά που θα πρέπει να εξεταστεί το όλο θέμα, κάτι που αναλύεται πιο πάνω.
  1. Ισχυρισμός του Ενάγοντος για ψυχική πίεση εκ μέρους των Εναγομένων: Ο Ενάγων έδωσε, κατά τη μαρτυρία του, συγκεκριμένα παραδείγματα τα οποία ο ίδιος θεωρούσε ως ψυχική πίεση προς τον ίδιο από πλευράς Εναγομένων. Περιγραφή τους, καταγράφεται πιο πάνω. Είναι γεγονός ότι, κατά το τελευταίο διάστημα της εργοδότησης του Ενάγοντος, δεν υπήρχε πλέον η αρμονική σχέση και συνεργασία μεταξύ των διαδίκων. Το θέμα που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο, κάποιες ενέργειες των Εναγομένων, αποτελούν ψυχική πίεση στην έννοια του νόμου και της νομολογίας. Εάν ισχύει αυτό, τότε η ψυχική πίεση θα καλύπτει όχι μόνο την τελευταία περίοδο της εργοδότησης του Ενάγοντος αλλά και τη μεταγενέστερη υπογραφή της Συμφωνίας Αποδέσμευσης, Εγγράφων Αποδέσμευσης και ευχαριστήριας Επιστολής, όλα ημερ. 31/7/2008 (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4,6-8). Και αυτό διότι όλα τα πιο πάνω θα πρέπει να αντικρυσθούν ενιαία ως αποτέλεσμα των ιδίων παράνομων ενεργειών των Εναγομένων και να ενταχθούν στο ίδιο πλαίσιο γεγονότων. Οι ενέργειες των Εναγομένων, όσο και αν ο Ενάγων τις εντάσσει στο πλαίσιο της ψυχικής πίεσης θα πρέπει να αντιμετωπισθούν αντικειμενικά. Με τον τρόπο αυτό αντικρυζόμενες, δεν τις θεωρώ ως ψυχική πίεση στην έννοια του νόμου και της νομολογίας. Οι Εναγομένοι, όπως επεξήγησε ο ΜΥ, Χ. Κούλλουρος είχαν το δικαίωμα να προβούν σε κάποιες μονομερείς ενέργειες όπως η άμεση μετάθεση/μετακίνηση του Ενάγοντος σε άλλη θέση ή επαρχία. Περαιτέρω ο ίδιος ο Ενάγων προέβαινε σε ενέργειες και πρωτοβουλίες για να ενταχθεί στο Σχέδιο αρκετούς μήνες προτού το αποδεχθεί. Το ότι πέτυχε να ενταχθεί κατ' εξαίρεση σ' αυτό μετά τη λήξη του και να λάβει όλα τα ωφελήματα του, είναι κατόπιν δικών του πρωτοβουλιών αφενός και υποχωρήσεων των Εναγομένων αφετέρου. Αυτός που ασκεί ψυχική πίεση, κατά κανόνα, πετυχαίνει να επιβάλει τους δικούς του όρους και όχι να αποδέχεται τους όρους αυτού τον οποίο πιέζει, όπως στην παρούσα περίπτωση. Γενικά, όλα όσα αναφέρει ο Ενάγων στη μαρτυρία του ως «πιέσεις» προς τον ίδιο που καταγράφονται πιο πάνω, εκτός από το ότι κάποια είναι ασαφή, δεν μπορούν να ενταχθούν στο νομικό πλαίσιο της «ψυχικής πίεσης». Με βάση όλα τα πιο πάνω θεωρώ ότι ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει την άσκηση ψυχικής πίεσης εκ μέρους των Εναγομένων προς τον ίδιο.
  2. Η Συμφωνία Αποδέσμευσης, Έγγραφα Αποδέσμευσης και ευχαριστήρια Επιστολή, όλα ημερ. 31/7/2008 (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4,6-8) είναι έγκυρα ως το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του Ενάγοντος: Το πιο πάνω συμπέρασμα είναι το μοναδικό που μπορεί να εξαχθεί από τα πιο πάνω ευρήματα/συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Εφόσον δε, η Συμφωνία και Έγγραφα Αποδέσμευσης υπεγράφησαν χωρίς ψυχική πίεση και με την ελεύθερη βούληση του Ενάγοντος, η απαίτηση του στην παρούσα αγωγή προσκρούει σε ένα ακόμη εμπόδιο αφού δημιουργείται κώλυμα λόγω καταχώρισης σε έγγραφα (estoppel by deed) Κώστας Γρηγορίου κα 80 ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κα, ECLI:CY:AD:2016:A251, Π.Ε 204/11 ημερ. 24/5/
  3. Το ποσό των €9.459,71: Οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι με βάση τους όρους της Συμφωνίας και Εγγράφων Αποδέσμευσης (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 6-8) θα έπρεπε να καταβάλουν το πιο πάνω ποσό στον Ενάγοντα, επιπρόσθετα των όσων του είχαν ήδη καταβάλει. Του το προσέφεραν στις 26/2/2009 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 19), αλλά ο ίδιος δεν το παρέλαβε αφού είχε ήδη κατά νου να καταχωρίσει την παρούσα αγωγή και δεν επιθυμούσε να υπογράψει τα έγγραφα απαλλαγής ευθύνης, κάτι που οι Εναγόμενοι απαιτούσαν για να το εμβάσουν. Το ποσό αυτό είναι οφειλόμενο με βάση την ίδια την θέση των Εναγομένων και όχι ως αποτέλεσμα της επίδικης απαίτησης του Ενάγοντος η οποία απορρίπτεται στο σύνολο της. Δεν περιλαμβάνεται στα απαιτούμενα ποσά γι' αυτό και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιτυχία έστω και μέρους της απαίτησης του Ενάγοντος. Αναμένεται φυσικά, αφού κάτι τέτοιο αποτελεί και θέση των Εναγομένων, να γίνει σχετική διευθέτηση για το εν λόγω ποσό, αλλά δεν δύναται να εκδοθεί Απόφαση υπέρ του Ενάγοντος γι' αυτό. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω, η αγωγή του Ενάγοντος απορρίπτεται με Έξοδα υπέρ των Εναγομένων και σε βάρος του όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην αντίστοιχη Κλίμακα. (Υπ.) .......... Χ. Πογιατζής, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.