← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟ ΠΑΝΑΓΗ κ.α., Αίτηση αρ. 155/2017, 2/11/2017

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟ ΠΑΝΑΓΗ κ.α., Αίτηση αρ. 155/2017, 2/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A303 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αίτηση αρ. 155/2017 Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2 β), τους Τροποποιητικούς αυτού Νόμους και το Κεφ.4 άρθρο 21 και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Αιτητές και Αναφορικά με τους:

  1. ΓΕΩΡΓΙΟ ΠΑΝΑΓΗ
  2. G&A FEMINISMOUS LTD Kαθ΄ων η Αίτηση 02 Νοεμβρίου,
  3. Για τους αιτητές, εμφανίζεται, η κα Μ.Παπαθωμά για τους κ.κ.Κάκκουρας & Παναγίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τους καθ΄ων η αίτηση αρ.1 και 2, εμφανίζεται η Ν.Γεωργιάδου για τους κ.κ.Χρίστος Παρασκευάς Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Δια της προκείμενης γενικής αίτησης οι αιτητές ζητούν άδεια για να καταχωρίσουν και εγγράψουν, στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου τούτου, μια διαιτητική απόφαση ημερ. 11.10.2013 («η διαιτητική απόφαση»). Σκοπός τους είναι η εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης κατά τον τρόπο που εκτελούνται οι δικαστικές αποφάσεις. Ας σημειωθεί εξ αρχής πως στο φάκελο της διαδικασίας υπάρχει καταχωρισμένη ειδοποίηση μετονομασίας των αιτητών ημερ. 06.10.
  4. Σύμφωνα με την ειδοποίηση αυτή η «Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λευκωσίας Λτδ» έχει συγχωνευθεί με την «Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λιμιτεδ». Η δε «Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λιμιτεδ» μετονομάστηκε, στη συνέχεια, σε «Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ». Ως νομικό υπόβαθρο της αίτησης καταγράφονται, στο σώμα της, το άρθρο 52

(2)(β) και
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια), το άρθρο 21, του περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ.4) και οι Δ.47 και Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών κανονισμών. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Χριστοδούλου, ημερ. 02.03.2017, στην οποίαν επισυνάπτονται, ως τεκμήρια, κρίσιμα έγγραφα. Ο Χαράλαμπος Χριστοδούλου, εν πρώτοις, δηλώνει υπάλληλος των αιτητών, γνώστης των κρίσιμων γεγονότων και εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, δηλώνει πως αρχικός δικαιούχος της διαιτητικής απόφασης ήταν η οντότητα «Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λατσιών Λτδ» η οποία, στις 17.03.2014, συνεχωνεύθηκε με την οντότητα «Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λευκωσίας Λτδ» (τεκμήριο 1). Επί της ουσίας, ο Χαράλαμπος Χριστοδούλου δηλώνει τα εξής: Στις 11.10.2013 και επί τη βάσει «ενυπόθηκου γραμματίου/λογαριασμού υπ΄αριθμόν 40004502-8» εξεδόθηκε η διαιτητική απόφαση εναντίον των καθ΄ων η αίτηση αρ.1 και 2 («οι καθ΄ων η αίτηση», εκτός όπου είναι αναγκαίας ο προσδιορισμός εκάστου) (τεκμήριο 2). Η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε γραπτώς στους καθ' ων η αίτηση (τεκμήριο 3) και δεν έχει εφεσιβληθεί. Το εκ διαιτητικής αποφάσεως χρέος εξακολουθεί να οφείλεται. Τέλος, ο μάρτυς παρουσιάζει σχετική κατάσταση λογαριασμού διευκρινίζοντας πως, μετά την προαναφερθείσα συγχώνευση των πιστωτικών ιδρυμάτων, ο επίδικος λογαριασμός έλαβε αριθμό 4052614-
  1. Κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο το πλήρες κείμενο της διαιτητικής απόφασης (τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Χριστοδούλου). « ΟΙ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΘΕΣΜΟΙ (Θεσμός 79) Εγώ ο Κυριάκος Νεοφύτου εκ Λευκωσίας διορισθείς ως Διαιτητής για τη διαφορά μεταξύ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Λτδ. και του Γεώργιου Παναγή εκ Αγλαντζιάς πρωτοφειλέτη, και της υποθήκης με αρ. Υ16987/2008, τη σχετική με τις πιο κάτω απαιτήσεις: Ενυπόθηκο Γραμμάτιο/Λογαριασμός υπ. αρ. 4004502-8 για €165.194,76 κεφάλαιο συμπεριλαμβανομένων των εξόδων που έχει χρεωθεί ο λογαριασμός και τόκο προς 9 % από 11/10/2013 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων δύο φορές το χρόνο και συγκεκριμένα την 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους μέχρις εξοφλήσεως και πλέον τα έξοδα της διαιτησίας €180,
  2. Η ειδοποίηση επιδόθηκε στον πρωτοφειλέτη ο οποίος παρουσιάζεται στην διαιτησία και παραδέχεται το χρέος του. ΑΠΟΦΑΣΗ Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και σύμφωνα με τους όρους του Ενυπόθηκου Γραμματίου/Λογαριασμού και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν κατατεθεί στη διαιτησία από την υπεύθυνη του Τμήματος καθυστερημένων δανείων κα. Μύρω Ιωάννου και έχουν μονογραφηθεί, αποφασίζω ως εξής: (α) Όπως το πιο πάνω Ενυπόθηκο Γραμμάτιο/Λογαριασμός και οι τόκοι πληρωθούν αλληλεγγύως από τον πρωτοφειλέτη και την υποθήκη αρ. Υ16987/
  3. (β) Έξοδα εκ €180,00 πληρωθούν αλληλεγγύως από τους ιδίους (ως η παράγραφος (α)). Η απόφαση του διαιτητή γνωστοποιείται στους εναγομένους με την επίδοση προσωπικής επιστολής. Λατσιά, 11/10/2013» Η αίτηση αντιμετωπίζει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση οι πολυάριθμοι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής:
(1)Η προκείμενη διαδικασία είναι άκυρη γιατί ξεκίνησε με λανθασμένο ένδικο μέσο. Για την προώθηση του επίδικου αιτήματος κατάλληλο ένδικο μέσο είναι η αγωγή και όχι η πρωτογενής αίτηση.
(2)Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής.
(3)Η επίδικη διαιτητική διαδικασία είναι άκυρη γιατί δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, (α) δεν γνωστοποιήθηκε στους καθ΄ων η αίτηση η παραπομπή της υπόθεσής τους σε διαιτησία, δεν γνωστοποιήθηκε σε αυτούς η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του διαιτητή και ούτε γνωστοποιήθηκαν σε αυτούς τα επίδικα θέματα, (β) οι καθ΄ων η αίτηση στερήθηκαν του δικαιώματος της ιεραρχικής προσφυγής, (γ) οι καθ' ων η αίτηση στερήθηκαν του δικαιώματος ακρόασης και (δ) ο επίδικος λογαριασμός ουδέποτε τερματίστηκε και ουδέποτε υπεβλήθηκε στους καθ' ων η αίτηση απαίτηση πληρωμής.
(4)Ο διαιτητής ενήργησε πλημμελώς και/ή πέραν των όρων εντολής του.
(5)Η διαιτητική απόφαση λήφθηκε παρανόμως και παρατύπως και είναι αναιτιολόγητη.
(6)Η διαιτητική απόφαση παρανόμως περιλαμβάνει διάταγμα εν σχέσει με υποθήκη.
(7)Η διαιτητική διαδικασία καθώς και η διαιτητική απόφαση είναι καταχρηστικές.
(8)Η διαιτητική απόφαση δεν έχει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας έγκυρης απόφασης. Ως εκ τούτου δεν δύναται να εγγραφεί ως απόφαση πολιτικού δικαστηρίου ούτε δύναται να εκτελεστεί.
(9)Το επιδιωκόμενο διάταγμα είναι ασαφές και/ή εσφαλμένο. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του καθ΄ου η αίτηση αρ.1 ο οποίος, εν πρώτοις, δηλώνει διευθυντής των καθ΄ων η αίτηση αρ.2. Περαιτέρω, επαναλαμβάνει και αναπτύσσει τους λόγους ένστασης. ΄Οσον αφορά στην επίδικη διαιτητική διαδικασία, ο καθ' ου η αίτηση αρ.1 δεν αρνείται ότι ήταν παρών κατά την διεξαγωγή της. Όμως, ισχυρίζεται πως ουδείς τον ενημέρωσε για τον σκοπό της διαδικασίας αυτής, ουδείς του είπε πως επρόκειτο να διεξαχθεί ακρόαση και ουδείς του είπε ότι επρόκειτο να εκδοθεί διαιτητική απόφαση. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Ο προκριματικής φύσης πρώτος λόγος ένστασης σύμφωνα με τον οποίον η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί ορθό εναρκτήριο ένδικο μέσο είναι η αγωγή και όχι γενική αίτηση ως πρωτογενής εναρκτήρια κλήση (originating summons) κρίνεται ως αβάσιμος. Η ταχύτητα και η απλότητα που χαρακτηρίζει τη χρήση της πρωτογενούς εναρκτήριας κλήσης και το γεγονός πως, στα πλαίσια εκδίκασής της, δεν καταχωρούνται δικόγραφα και, κατά κανόναν, δεν προσφέρεται προφορική μαρτυρία (απόφαση στην Πολιτική Αίτηση αρ.115/2017 Junportinternational Limited κ.α. ημερ. 15.09.2017) την καθιστούν κατάλληλο εναρκτήριο ένδικο μέσο για τη διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσής της. Την πρωτογενή εναρκτήρια κλήση (καλουμένης «έφεση») ορίζει το άρθρο 52
(4)του Ν.22/1985 ως το ένδικο μέσο αμφισβήτησης της ουσιαστικής νομιμότητας της διαιτητικής απόφασης ενώπιον Πολιτικoύ Δικαστηρίου. Περαιτέρω, σημειώνεται πως πρωτογενής εναρκτήρια κλήση, υπό την μορφή «γενικής αίτησης», χρησιμοποιείται για να εισαχθεί, ενώπιον του Πολιτικού Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, πτωχευτική διαδικασία καθώς και διαδικασία αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης (άρθρο 5 του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου του 2000 Ν.121(Ι)/2000), Ηelington Commodities Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 926, Αναφορικά με την αίτηση της Gratio Hοldings Ltd, Πολιτική ECLI:CY:AD:2014:D304, Αίτηση αρ. 32/2014, ημερ. 09.05.2014).
(2)Ως αβάσιμος κρίνεται και ο δεύτερος, προκριματικής φύσης, λόγος ένστασης, σύμφωνά με τον οποίον η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί η καταγεγραμμένη, ως νομική της βάση της είναι ελλιπής. Τα όσα σχετικά ισχύουν για τις ενδιάμεσες αιτήσεις (applications), δηλαδή για τις αιτήσεις που καταχωρούνται στα πλαίσια εκκρεμούντος κλητηρίου εντάλματος (writ of summons) ή στα πλαίσια εκκρεμούσας πρωτογενούς εναρκτήριας κλήσης (originating summons), δυνάμει της Δ.48, δεν ισχύουν στην προκείμενη περίπτωση. Η διάκριση μεταξύ πρωτογενούς εναρκτήριας κλήσης (originating summons) και ενδιάμεσης αίτησης (application) είναι σαφής (Hjichambis v. Attorney General οf the Republic and others
(1986)1 C.L.R. 386). Παρά την ταχύτητα και την απλότητα που χαρακτηρίζει τη χρήση της πρωτογενούς εναρκτήριας κλήσης και παρά το γεγονός ότι, στα πλαίσια της εκδίκασής της, δεν καταχωρούνται δικόγραφα και, κατά κανόναν, δεν προσφέρεται προφορική μαρτυρία [απόφαση Junportinternational Limited κ.α. (ανωτέρω)], εντούτοις, αυτή δεν αποτελεί ενδιάμεση αίτηση. Κατά συνέπειαν και εν αντιθέσει προς ό,τι ισχύει για τις ενδιάμεσες αιτήσεις, καταγραφή στο σώμα της γενικής αίτησης των νομοθετικών διατάξεων επί των οποίων αυτή βασίζεται δεν αποτελεί απαράβατο όρο για την εγκυρότητά της (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965). Εν πάση περιπτώσει, ανάγνωση της προκείμενης αίτησης καθιστά σαφές πως με αυτήν επιδιώκεται η εγγραφή διαιτητικής απόφαση στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου τούτου για σκοπούς εκτέλεσής της. Εφ'όσον δε το σχετικό άρθρο 52
(2)(β) και
(4)του Ν.22/1985 καθώς, επίσης, και το σχετικό άρθρο 21 του Κεφ.4 καταγράφονται στο σώμα της αίτησης, αυτό είναι αρκετό. Εν αντιθέσει με όσα η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση ισχυρίζεται, η παράλειψη καταγραφής, και του εδ.
(5)του άρθρου 52 του Ν.22/1985 είναι επουσιώδης και θα πρέπει να αγνοηθεί (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, την απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 212/2011 Μαρία Μιχαήλ Γεωργίου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ. 20.07.2016).
(3)Επειδή κάθε δικαστική διαδικασία ελέγχεται από το Δικαστήριο και όσον αφορά στο ενδεχόμενο αυτή να είναι καταχρηστική, καταπιεστική ή κακόπιστη, εξετάστηκαν τα όσα καταγράφονται στις γραπτές ένορκες δηλώσεις του Χαράλαμπου Χριστοδούλου και του καθ΄ου η αίτηση αρ.1 και τα όσα μαρτυρούν τα συνημμένα σε αυτές έγγραφα και δεν εντοπίζονται στοιχεία καταχρηστικής, καταπιεστικής ή κακόπιστης συμπεριφοράς εκ μέρους των αιτητών. Δεν εντοπίζονται στοιχεία από τα οποία να προκύπτει συμπεριφορά η οποία να τείνει στην αθέμιτη εξασφάλιση χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος των αιτητών και εις βάρος των καθ΄ων η αίτηση. Η επιλογή των αιτητών να επιδιώξουν, στο συγκεκριμένο χρόνο, την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης δεν συνιστά αφ΄εαυτής μεμπτή συμπεριφορά. Περαιτέρω, ο εκ διαιτητικής αποφάσεως δανειστής είναι ελεύθερος να κινήσει εναντίον του εκ διαιτητικής αποφάσεως οφειλέτη οιανδήποτε νόμιμη διαδικασία προς το σκοπό είσπραξης του εκ διαιτητικής αποφάσεως χρέους. Η επιλογή του να επιδιώξει την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στο Πρωτοκολλητείο Πολιτικού Δικαστηρίου, άπτεται των εσωτερικών ελατηρίων του και αυτά τα ελατήρια εκφεύγουν του δικαστικού ελέγχου (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, την απόφαση Μερκής v. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1(B) AAΔ.788, 792 και την απόφαση Πετράκη v. Κίμωνος
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1311, 1317).
(4)Ως αβάσιμοι απορρίπτονται και οι λόγοι ένστασης που αφορούν στη νομιμότητα της επίδικης διαιτητικής διαδικασίας, στις, κατ΄ισχυρισμόν, πλημμελείς και εκτός των όρων εντολής ενέργειες του διαιτητή καθώς και στο, κατ΄ισχυρισμόν, αναιτιολόγητο της διαιτητικής απόφασης: Μετά την τροποποίηση του άρθρου 52 δια του Ν.171(Ι)/2000 και την προσθήκη του εδ.
(5), η διαδικασία καταχώρισης και εγγραφής διαιτητικής απόφασης στο Πρωτοκολλητείο Επαρχιακού Δικαστηρίου, για σκοπούς εκτέλεσης, δεν μπορεί να έχει ως αντικείμενο την ορθότητα, τυπική και ή ουσιαστική, διαιτητικής απόφασης. Η ορθότητα διαιτητικής απόφασης μπορεί να ελεγχθεί μόνον στα πλαίσια έφεσης που καταχωρίζεται δυνάμει του εδ.
(4)του άρθρου 52. Το εδ. 5 είναι σαφές και ρητό: «
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2)δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο σύμφωνα με το εδάφιο
(4)ή αν η έφεση κατ΄αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως σαν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου». Στην απόφαση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας v. Κυριακίδη κ.α.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 716, αναφέρονται τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου, ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης». Παρατίθεται, επίσης, το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Νικολάου v. Nέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1 (Α) Α.Α.Δ. 707, 714-5: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. ....» (Δείτε, επίσης, την απόφαση Πολιτική Έφεση 87/2011 Μανώλης Χριστοφή v. Συνεργατική Λατσιών, ημερ. 20.06.2014). Παρεθεντικώς αναφέρεται πως πριν την θεσμοθέτηση των ρυθμίσεων που διαλαμβάνει το εδ.
(5)του άρθρου 52, τα πράγματα ήσαν διαφορετικά. Η διαδικασία ενώπιον του διαιτητή και η δικαστική διαδικασία για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ήσαν άρρηκτα συνδεδεμένες και αλληλένδετες. Έτσι, οιαδήποτε πλημμέλεια σημειωνόταν στην πορεία έκδοσης διαιτητικής απόφασης μπορούσε να αποτελέσει επίδικο θέμα στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας για την καταχώριση και εγγραφή της (Χριστοφόρου κ.α.
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 980, 98405, Πιττάκας
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1932, 1935). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναντίλεκτο γεγονός πως δεν κατεχωρίστηκε έφεση εναντίον της διαιτητικής απόφασης, ως το εδ.
(4)του άρθρου 52 επιτρέπει, στερεί τους καθ΄ων η αίτηση από τη δυνατότητα να ισχυρισθούν, στα πλαίσια της υπό συζήτησιν αίτησης, ζητήματα που αφορούν στην νομιμότητα της διαιτητικής διαδικασίας και στην τυπική και ουσιαστική ορθότητα της διαιτητικής απόφασης.
(5)Απομένουν να εξεταστούν οι λόγοι ένστασης σύμφωνά με τους οποίους (α) η διαιτητική απόφαση δεν διαθέτει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μίας δικαστικής απόφασης και, ως εκ τούτου δεν δύναται να εγγραφεί και να εκτελεστεί, (β) η διαιτητική απόφαση παρανόμως περιλαμβάνει διάταγμα εν σχέσει με υποθήκη και (γ) το επιδιωκόμενο διάταγμα είναι ασαφές και εσφαλμένο.
(5)
(1)Όπως υποδεικνύεται στις αποφάσεις Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας v. Κυριακίδη κ.α. (ανωτέρω) και Νικολάου v. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς (ανωτέρω), παρά τον συνοπτικό της χαρακτήρα, η δικαστική διαδικασία για την εγγραφή διαιτητικής απόφασης στο Πρωτοκολλητείο του αρμοδίου Πολιτικού Δικαστηρίου, προς το σκοπό εκτέλεσής της ως εάν να επρόκειτο για δικαστική απόφαση, εμπεριέχει τον έλεγχο της συνδρομής των εξωτερικών γνωρισμάτων μιας έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Εφ' όσον δια της διαιτητικής απόφασης επιλύεται, κατά τρόπον τελικό, οριστικό και δεσμευτικό μία διαφορά (Russel on Arbitration 23rd edition, Sweet and Maxwell, 2007, σελ. 271 και παρα.6 του ΠΡΩΤΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΤΗΜΑΤΟΣ του Κεφ.4), μεταξύ αυτών των εξωτερικών γνωρισμάτων περιλαμβάνεται η βεβαιότητα (certainty) καθώς και η σαφήνεια, η καθαρότητα (clarity) στην γραπτή διατύπωσή της. Παρενθετικώς σημειώνεται πως τον έγγραφο τύπο της διαιτητικής απόφασης επιβάλλει η παρα.6 του ΠΡΩΤΟΥ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ του Κεφ.4. Οι προϋποθέσεις της βεβαιότητας (certainty) και της σαφήνειας και καθαρότητας (clarity) σημαίνουν ότι το κείμενο της διαιτητικής απόφασης, στην όψη του, πρέπει να διατυπώνει επακριβώς τη φύση και την έκταση των υποχρεώσεων που επιβάλλει στους διαδίκους. Στις περιπτώσεις όπου η διαιτητική απόφαση διατάσσει την καταβολή χρημάτων, στην όψη του κειμένου της πρέπει να διατυπώνεται επακριβώς ποιό ποσόν πρέπει να καταβληθεί, από ποιόν και προς ποιόν. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Russel on Arbitration (ανωτέρω), σελ. 307-8: «(c) Αward must be certain Νeed for certainty. An award must be certain in the sense that the tribunal's decision on the maters dealt with must be clear from its face, as must the nature and extend of the duties it imposes on the parties. If the effect of the award is uncertain or ambiguous, it will be susceptible to challenge Clarity as to what is required. The need for certainty with regard to the effect of the award means that it must be clear exactly what is required to be done and by whom. Where the award directs the payment of money, it must be clear what amount is to be paid, by whom and to whom........ ............................. Who must do what? The award must not only make clear exactly what is required to be done but also which of the parties is required to do it. The person who is to receive payment or otherwise to receive benefit from performance, or towards whom performance of the award is to be directed, must also be sufficiently identified, even if not named».
(5)
(2)Περαιτέρω, η παρα.8 του ΠΡΩΤΟΥ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ του Κεφ.4 ρητώς εξαιρεί, από τις εξουσίες του διαιτητή, την εξουσία να διατάσσει την ειδική εκτέλεση σύμβασης που αφορά σε γη ή που αφορά σε οιονδήποτε συμφέρον επί γης.
(5)
(3)Ανάγνωση του κειμένου της διαιτητικής απόφασης και παρατήρηση της όψης του αποκαλύπτει τις εξής αβεβαιότητες, ασάφειες και κενά: (α) Η διαιτητική απόφαση δεν κατονομάζει, ως διάδικο, τους καθ' ων η αίτηση αρ.2. Άρα, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της αίτησης σε όση έκταση αυτή αφορά στους καθ' ων η αίτηση αρ.2 (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, την απόφαση Fastact Developments Ltd
(2002)1 (A) A.A.Δ. 543, 547). (β) Εφ΄όσον η διαιτητική απόφαση περιλαμβάνει διαταγή σύμφωνα με την οποίαν «(α)...το Ενυπόθηκο Γραμμάτειο/Λογαριασμός και ο τόκοι πληρωθούν αλληλεγγύως από τον πρωτοφειλέτη και την υποθήκη αρ. Υ16987/
  1. (β) έξοδα εκ €180,00 πληρωθούν αλληλεγγύως από τους ιδίους (ως η παράγραφο (α))» αυτή παραβιάζει την παρα.8 του ΠΡΩΤΟΥ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ του Κεφ.
  2. Επαναλαμβάνεται πως οι νομοθετικές αυτές διατάξεις ρητώς εξαιρούν, από τις εξουσίες του διαιτητή την εξουσία να διατάσσει την ειδική εκτέλεση σύμβασης που αφορά σε γη ή σύμβαση που αφορά σε συμφέρον επί γης, όπως είναι η σύμβαση υποθήκης. (γ) Ορίζοντας πως τα διάφορα ποσά θα «πληρωθούν αλληλεγγύως από τον πρωτοφειλέτη και την υποθήκη αρ. Υ16987/2008», η διαιτητική απόφαση αφ΄ενός καθιστά συνυπεύθυνο του καθ΄ου η αίτηση αρ.1 ένα εμπράγματο βάρος, και όχι ένα φυσικό πρόσωπο ή μία οντότητα, και αφ΄ετέρου παραμένει ασαφής ως προς ποιά ακριβώς υποθήκη εννοεί εφ΄όσον δεν αναφέρει το επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο στο οποίο αυτή είναι εγγεγραμμένη και ούτε αναφέρει ποιο συγκεκριμένο ακίνητο είναι δεσμευμένο. (δ) Κενό υπάρχει και εν σχέσει με τους τόκους οι οποίοι έχουν κριθεί ως οφειλόμενοι. Η διαιτητική απόφαση αναφέρει «τόκο προς 9% από 11.10.2013» χωρίς να διευκρινίζει κατά πόσον ο τόκος με αυτό το επιτόκιο θα επιβάλλεται εβδομαδιαίως ή μηνιαίως ή ετησίως κ.λ.π.
(5)
(4)Αυτές οι αβεβαιότητες, οι ασάφειες και τα κενά επηρεάζουν καθοριστικά το κύρος της διαιτητικής απόφασης. Ως είναι διατυπωμένη η διαιτητική δεν μπορεί να εγγραφεί και να εκτελεστεί γιατί ακριβώς το κείμενό της, στην όψη του, δεν καθορίζει με βεβαιότητα, σαφήνεια και καθαρότητά ποιό ποσόν πρέπει να καταβληθεί και από ποιόν. Συναφώς υποδεικνύεται πως δεν μπορούν να γίνονται εκ των υστέρων ερμηνείες και συμπληρώσεις δια της παραπομπής σε άλλα έγγραφα.
(5)
(5)Ασάφεια και αβεβαιότητα χαρακτηρίζει και τη διατύπωση της αίτησης καθώς και της, υποστηρίζουσας αυτήν, ένορκης δήλωσης του Χαράλαμπου Χριστοδούλου. Στα δύο αυτά κείμενα υπάρχει εναλλακτική αναφορά σε «καθ΄ου η αίτηση» και σε «καθ΄ων η αίτηση» με αποτέλεσμά να καθίσταται, και πάλιν, ζήτημα ερμηνείας εναντίον ποίου ακριβώς επιδιώκεται η εγγραφή και η εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Επισημαίνεται, συγκεκριμένα, το γεγονός ότι, ενώ στον τίτλο της αίτησης καταγράφονται τα ονόματα των καθ΄ων η αίτηση αρ.1 και 2, στους οποίους αυτή κοινοποιείται, στην παρα.Α. της αίτησης καταγράφεται πως επιδιώκεται η έκδοση διαταγής «υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ΄ου η αίτηση». Επισημαίνεται, επίσης, το γεγονός πως ο μάρτυς των αιτητών αναφέρεται, κατ΄αρχάς, σε διαιτητική απόφαση η οποία εξεδόθηκε υπέρ των αιτητών και «εναντίον του καθ΄ου η αίτηση» (δείτε στην παρα.3 της ένορκης δήλωσής του), ακολούθως αναφέρεται σε γραπτή γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης «στους καθ΄ων η αίτηση» και σε παράλειψη του «καθ΄ου η αίτηση» να την εφεσιβάλει (δείτε, στις παρα.4 και 5 της ένορκης δήλωσής του) και, τέλος, αναφέρεται στους «καθ΄ων η αίτηση» ως υπερήμερους οφειλέτες (δείτε στην παρα.6 της ένορκης δήλωσής του). Καταληκτικά αναφέρεται πως οι λόγοι ένστασης που αφορούν (α) στις αβεβαιότητες, τις ασάφειες και τα κενά στο κείμενο της διαιτητικής απόφασης στην όψη του ιδωμένο, (β) στην παράνομη συμπερίληψη, στο κείμενο της διαιτητικής απόφασης, διατάγματος εν σχέσει με υποθήκη και (γ) στην ασάφεια της ίδιας της αίτησης, όσον αφορά στον αριθμό των προσώπων εναντίον των οποίων αυτή στρέφεται, κρίνονται ως βάσιμοι και οδηγούν την αίτηση σε αποτυχία. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ων η αίτηση αρ.1 και 2 και εναντίον των αιτητών. (Υπ)........... Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.