← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΩΜΑ ΠΕΤΡΟΥ, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Υπ' Αρ.: 18/2017, 8/12/2017

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΩΜΑ ΠΕΤΡΟΥ, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Υπ' Αρ.: 18/2017, 8/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A372 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Υπ' Αρ.: 18/2017 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2004, ΝΟΜΟΣ 133(I)/2004 -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΩΜΑ ΠΕΤΡΟΥ ------------------- Ημερομηνία: 08/12/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Εκζητούμενος Παρών Για τον Εκζητούμενο: κ. Ρικκος Μαππουρίδης, για την Ρικκος Μαππουρίδης & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για την Κεντρική Αρχή: κυρίες Μαρίνα Μασούρα και Θεανώ Κουμή, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ 1. Την 13/11/2017, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή, το υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως (βλ. Τεκμήριο 2), που αφορά το πρόσωπο του Θωμά Πέτρου (στο εξής καλούμενος «ο Εκζητούμενος»), το οποίο παρουσιάζει ότι έχει εκδοθεί, την 22/08/2017, από Αντεισαγγελέα Εφετών της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, για την εν λόγω αρχή (βλ. σελίδα 8 του Τεκμηρίου 2). 2. Ο Εκζητούμενος, είχε ήδη, από 13/11/2017, συλληφθεί από την Αστυνομία, προφανώς δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 17

(1)του σχετικού περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου, Νόμος 133(I)/2004 (βλ. και Τεκμήριο 3) και προσήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα. Τότε, είχε διερευνηθεί η ταυτότητα του εκζητούμενου και περαιτέρω, συμφώνως των προνοιών του Άρθρου 17 του Νόμου 133(I)/2004, ο Εκζητούμενος ενημερώθηκε για το περιεχόμενο του εντάλματος, καθώς επίσης και για τα δικαιώματά του. Σημειώνεται, εδώ, ότι, ο εκζητούμενος, κατά την εν λόγω παρουσίαση του ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αμφισβήτησε (και δια του συνηγόρου του δήλωσε την παραδοχή του ως προς αυτό) ότι ταυτίζεται με το πρόσωπο σε σχέση με το οποίο έχει εκδοθεί το υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. [Β]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  1. Με τους περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμους από 2004 έως 2017 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 133(I)/2004»), έχει εναρμονιστεί [i] (και τελικώς διαμορφωθεί) η εθνική μας νομοθεσία, [μεταξύ άλλων] με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και τις διαδικασίες παραδόσεως μεταξύ των κρατών μελών [ii], όπως αυτή τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 [iii] (στο εξής καλούμενη «η απόφαση-πλαίσιο 2002/584»).
  2. Το αντικείμενο και ο σκοπός της απόφασης-πλαίσιο 2002/584, έτυχαν εξέτασης και κατά απόλυτο τρόπο, θα έλεγα, διασαφήνισης, από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Παραπέμπω, ενδεικτικά, σε τρεις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Στην απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου στις υποθέσεις Re Pál Aranyosi C 404/15 και Re Robert Căldăraru C 659/15 PPU (συνεκδικαζόμενες ), 05/04/2016, Re Ruslanas Kovalkovas C‑477/16 PPU, 10/11/2016 και Re Ciprian Vasile Radu C 396/11, 29/01/
  3. Στις αιτιολογικές σκέψεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, από 33 έως 36 της απόφασης του, στην υπόθεση Re Ciprian Vasile Radu C 396/11, 29/01/2013, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «
  4. . σκοπός της απόφασης-πλαισίου, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της απόφασης αυτής, καθώς και από την πέμπτη και την έβδομη αιτιολογική της σκέψη, είναι να αντικαταστήσει το πολυμερές σύστημα έκδοσης μεταξύ κρατών μελών με ένα σύστημα το οποίο στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και συνίσταται στην παράδοση μεταξύ δικαστικών αρχών των προσώπων εκείνων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, προκειμένου είτε να εκτελεστεί εκδοθείσα απόφαση είτε να συνεχιστεί ασκηθείσα δίωξη (βλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, C-42/11, Lopes Da Silva Jorge, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
  5. Συγκεκριμένα, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, θεσπίζοντας ένα νέο, απλουστευμένο και αποτελεσματικότερο σύστημα παράδοσης των προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα για αξιόποινες πράξεις, αποβλέπει στην επιτάχυνση και τη διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας προκειμένου να συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση, να καταστεί ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, με θεμέλιο τον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών (βλ., υπ' αυτή την έννοια, απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012, C 192/12 PPU, West, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
  6. Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, τα κράτη μέλη καταρχήν υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
  7. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης-πλαισίου, τα κράτη μέλη μπορούν μα μην εκτελέσουν ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μόνο σε περίπτωση που συντρέχει ένας από τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης που προβλέπονται στο άρθρο 3 της απόφασης αυτής ή ένας από τους απαριθμούμενους στα άρθρα 4 και 4α λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 2008, C 388/08 PPU, Leymann και Pustovarov, Συλλογή 2008, σ. I 8983 σκέψη 51, και της 16ης Νοεμβρίου 2010, C 261/09, Mantello, Συλλογή 2010, σ. I 11477, σκέψη 37). Επιπλέον, η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να εξαρτήσει την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από άλλες προϋποθέσεις πέραν εκείνων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 5 της απόφασης-πλαισίου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  8. Πολύ πιο πρόσφατα, στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση Re Ruslanas Kovalkovas C‑477/16 PPU, 10/11/2016, επαναβεβαιώθηκαν οι προαναφερόμενες αρχές: «
  9. Υπενθυμίζεται εισαγωγικώς ότι η απόφαση-πλαίσιο, όπως προκύπτει ειδικότερα από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, αυτής, καθώς και από τις αιτιολογικές της σκέψεις 5 και 7, έχει ως αντικείμενο την αντικατάσταση του πολυμερούς συστήματος εκδόσεως, το οποίο βασιζόταν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957, με σύστημα παραδόσεως, μεταξύ δικαστικών αρχών, των καταδικασθέντων ή υπόπτων, προς εκτέλεση αποφάσεων ή άσκηση διώξεων, σύστημα το οποίο εδράζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως (απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 75 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
  10. Επομένως, η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο κατατείνει, μέσω της καθιερώσεως ενός νέου, απλουστευμένου και αποτελεσματικότερου συστήματος παραδόσεως των καταδικασθέντων ή υπόπτων για παραβάσεις της ποινικής νομοθεσίας, στη διευκόλυνση και στην επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας, συμβάλλοντας στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση, να καταστεί δηλαδή αυτή ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης επί τη βάσει του υψηλού βαθμού εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών (απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 76 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
  11. Τόσο η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών όσο και η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως έχουν θεμελιώδη σημασία στο δίκαιο της Ένωσης, καθώς καθιστούν δυνατή τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα. Ειδικότερα, η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης επιβάλλει, προκειμένου ιδίως για τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, σε καθένα από τα κράτη μέλη να δέχεται ως δεδομένο, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, ότι σέβονται τα αναγνωρισμένα από το δίκαιο αυτό θεμελιώδη δικαιώματα (απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
  12. Η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, που αποτελεί τον «ακρογωνιαίο λίθο» της δικαστικής συνεργασίας, συνεπάγεται, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου, ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται, κατ' αρχήν, να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως. Πράγματι, η δικαστική αρχή εκτελέσεως δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση τέτοιου εντάλματος μόνο στις εξαντλητικώς απαριθμούμενες στο άρθρο 3 της αποφάσεως-πλαισίου περιπτώσεις υποχρεωτικής μη εκτελέσεως ή στις περιπτώσεις προαιρετικής μη εκτελέσεως των άρθρων 4 και 4α της αποφάσεως-πλαισίου. Εξάλλου, η εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μπορεί να εξαρτηθεί μόνον από τις περιοριστικώς προβλεπόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 5 της αποφάσεως-πλαισίου (απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C-404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψεις 79 και 80 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  13. Σκέψεις που υιοθετούνται πλήρως και από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου, σε σωρεία αποφάσεων του. Παραπέμπω, ενδεικτικά, στα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 221/2013, 02/09/2013: «Στόχος λοιπόν της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών ώστε να συμμορφώνονται και να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερες περίπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Γι΄ αυτό και οι στενές χρονικές περίοδοι, διότι η όλη διαδικασία δεν αφορά, ούτε ανάγεται σε καθαυτή ποινική δίωξη, ούτε η διαδικασία προσφέρεται για την εξέταση και θεμελίωση τυχόν ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου. Αυτό αποτελεί κατ΄εξοχήν το έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση του υπόπτου στο έδαφος της, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση της όποιας ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου, στη βάση των ισχυόντων στην επικράτεια της, κανόνων δικαίου, ουσιαστικών και δικονομικών. Εύστοχα το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέμνησε στην απόφαση του τα ανωτέρω, διατρέχοντας τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Hadjiametovic ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 Α.Α.Δ. 473, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 Α.Α.Δ., 519 και της εντελώς πρόσφατης Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 196/2013, ημερ. 19 Ιουλίου 2013. Προεξάρχον στοιχείο όπως απορρέει από τις αποφάσεις, είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, η οποία στοχεύει στην αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των κρατών-μελών, δικαστική συνδρομή που περιλαμβάνει και την υπόδειξη δημοσίου κατηγόρου ως αρχής ("judicial authority"), κάτω από το άρθρο 6 της Απόφασης-Πλαίσιο, υπό το φως των διαφορετικών συστημάτων δικαίου στον Ευρωπαϊκό χώρο, όπως υπέδειξε η πρόσφατη απόφαση του Supreme Court του Ηνωμένου Βασιλείου στην Assange ν. Swedish Prosecution Attorney
(2012)UKSC 22.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 8. Πιο πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τις πάγιες αρχές που διέπουν την διαδικασία εξέτασης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στην υπόθεση Re Susan Ayre, ECLI:CY:AD:2017:A5, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/2016, 16/01/2017: «Στην απόφαση Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2013)1 Α.Α.Δ. 1764, έγινε εκτενής αναφορά στη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης με ιστορική αναδρομή στην ανάγκη που επικράτησε με σκοπό τη δημιουργία μιας απλουστευμένης διαδικασίας μεταξύ των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτως ώστε να εκδίδονται προς χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης άτομα τα οποία διέφυγαν από τη χώρα στην οποία είτε είχαν καταδικαστεί από αρμόδιο ποινικό Δικαστήριο ή αναζητούνταν ενόψει εκκρεμουσών ποινικών διώξεων εναντίον τους. Επιλέγηκε η χρήση της μεθόδου της Απόφασης-Πλαίσιο, («Framework Decision»), δίνοντας την κατευθυντήρια γραμμή και φιλοσοφία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αφήνοντας τα κράτη μέλη να προχωρήσουν στην εφαρμογή της, ανάλογα με το εθνικό τους δίκαιο, στη βάση του Άρθρου 31(α) και (β) και του Άρθρου 34
(2)(β) της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υιοθετήθηκε, επομένως, η Απόφαση-Πλαίσιο του Συμβουλίου του 2002, η οποία τέθηκε το πρώτο σε ισχύ την 1.2.2004, από οκτώ χώρες μέλη και τροποποιήθηκε αργότερα το
  1. Στη Δημοκρατία, όπως ήδη αναφέρθηκε, η Απόφαση-Πλαίσιο τέθηκε σε ισχύ με τη ψήφιση του Νόμου. Έχει τονισθεί στην απόφαση Μιχαηλίδης - ανωτέρω - με αναφορά σε προηγούμενες αποφάσεις (ακολούθησε δε ανάλογη νομολογία από το Ανώτατο Δικαστήριο), ότι το προεξάρχον στοιχείο είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, δηλαδή, μια ιδιότυπη διαδικασία ώστε να υπάρχει αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των χωρών μελών και προς τούτο η Απόφαση-Πλαίσιο, καθώς και η εθνική νομοθεσία, περιλαμβάνουν και την υπόδειξη κεντρικής αρχής («central authority») κάτω από το άρθρο 7 της Απόφασης, προς διοικητική υποβοήθηση των αντίστοιχων δικαστικών αρχών τόσο στη χώρα που εκδίδει το ένταλμα, όσο και στη χώρα που το εκτελεί. Αυτό, υπό το φως των διαφορετικών συστημάτων δικαίου στον ευρωπαϊκό χώρο. Ο σκοπός της όλης διαδικασίας, η οποία αρχίζει με ένταλμα σύλληψης σε εθνικό επίπεδο, το οποίο μετά μετατρέπεται ή ακολουθείται από ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι η διαμεταγωγή του εκζητούμενου προσώπου πίσω στη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την οποία έχει διαφύγει και στην οποία καλείται να αντιμετωπίσει ποινικές κατηγορίες. Προς το σκοπό αυτό, προνοούνται στενά χρονικά περιθώρια, ενώ η παροχή της δικαστικής συνδρομής επιτυγχάνεται στη βάση απλουστευμένων διαδικασιών χωρίς αχρείαστες καθυστερήσεις. Η διαδικασία δεν στοχεύει στη θεμελίωση τυχόν ποινικών ευθυνών του εκζητούμενου, ούτε αποτελεί ή ισοδυναμεί με ποινική δίωξη. Μόνο οι δικαστικές αρχές της χώρας που εξέδωσαν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση ποινικών ευθυνών. Πέραν από ορισμένες τυπικές διατάξεις, που στοχεύουν στην αναγνώριση του συλληφθέντος ως του προσώπου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα, υπάρχουν στην Απόφαση-Πλαίσιο και στο Νόμο, πιο ουσιαστικές διατάξεις. Σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 14 του Νόμου, υπάρχουν διάφορες ασφαλιστικές δικλείδες που το Δικαστήριο μπορεί να χρησιμοποιήσει ώστε να μην εκδώσει το εκζητούμενο πρόσωπο. Έτσι στη βάση του άρθρου 13, καταγράφονται υποχρεωτικοί λόγοι μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και στο άρθρο 14 καταγράφονται προαιρετικοί λόγοι μη εκτέλεσης του εντάλματος αυτού.».
  2. Μέσο πραγματοποίησης, λοιπόν, των πιο πάνω σκοπών της απόφασης-πλαίσιο 2002/584, είναι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο, ως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με αυτήν, σκοπό έχει την παράδοση προσώπου στην χώρα έκδοσης του εντάλματος, για άσκηση ποινικής δίωξης, ή εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας (βλ. Άρθρο 3 του Νόμου 133(I)/2004).
  3. Οι προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθορίζονται από το Άρθρο 12 του Νόμου 133(I)/2004 [iv], οι διατάξεις του οποίου εξετάζονται παράλληλα, με τις διατάξεις των Άρθρων 13 [v], 14 [vi] και 15 [vii] του ίδιου νόμου, που απαριθμούν τις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο, ως η αρμόδια δικαστική αρχή εκτέλεσης του εντάλματος, υποχρεούται ή έχει διακριτική ευχέρεια να το εκτελέσει ή να μην το εκτελέσει αντίστοιχα.
  4. Σύμφωνα, λοιπόν, με το Άρθρο 12 του Νόμου 133(I)/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, εκτελείται: (α). όταν η πράξη αναφορικά με την οποία αυτό έχει εκδοθεί, συνιστά αδίκημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή, ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει. [Στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη συνιστά έγκλημα περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος δεν αποτελεί λόγο άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος η διαπίστωση ότι το Κυπριακό κράτος δεν επιβάλλει ιδίου τύπου φόρους ή τέλη ή δεν προβλέπει ιδίου τύπου ρύθμιση περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος με εκείνη του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος]•, και (β). όταν η εν λόγω πράξη, είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους. Για κάθε αδίκημα που αναφέρεται στο Άρθρο 12
(2)του Νόμου 133(I)/2004, η αρχή του διττού αξιόποινου, ως προαναφέρθηκε, δεν τυγχάνει εφαρμογής, όταν σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που υποβάλλει το αίτημα, το αναφερόμενο στο ένταλμα αδίκημα, επισύρει ποινή, στερητική της ελευθερίας, κατά ανώτατο όριο πέραν των τριών ετών. Και (γ). Αν τέτοια είναι η περίπτωση, ο εκζητούμενος έχει καταδικαστεί από δικαστήριο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικά της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη.
  1. Τέλος, τόσο ο τύπος, όσο και το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, επίσης προσδιορίζονται στο σχετικό Νόμο 133(I)/
  2. Δέστε σχετικά το Άρθρο 4 του Νόμου 133(I)/2004, καθώς και το Παράρτημα Α του ιδίου. [Γ]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΓΕΡΘΕΝΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
  3. Εξέταση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αποκαλύπτει τα ακόλουθα:
  4. Ο τύπος του εντάλματος, συνάδει, στο βαθμό που απαιτείται, με τον τύπο του Παραρτήματος Α του Νόμου 133(I)/2004 (Βλ. Re John Constantinides ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, 05/03/2015 και Re Shini-Mehrabzadeh Said, Πολιτική Εφεση Αρ. 279/2015, 17/11/2015). Περαιτέρω, διαπιστώνεται, ότι, σε ότι αφορά το περιεχόμενο του, το ένταλμα ικανοποιεί τις πρόνοιες του Άρθρου 4 του Νόμου 133(I)/2004, αφού παρέχει τα αναγκαία, δυνάμει αυτού, και στον απαιτούμενο βαθμό, στοιχεία (βλ. Re Παναγιώτη Φιλίππου (Αρ. 2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 693, Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν Miroslaw Mrukwa, Πολιτική Έφεση Αρ. 41/14, 05/03/2014 και John Constantinides v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, 05/03/2015). Και αναφέρομαι σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό αναλυτικότερα. 15. Το ένταλμα, έχει εκδοθεί από την αρμόδια δικαστική αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας, δηλαδή από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Δέστε σχετικά την παράγραφο («Θ»), του εντάλματος, κάτω από τον τίτλο «Δικαστική Αρχή Που Εξέδωσε Το Ένταλμα». Ως έχει αναφερθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Hadwen James ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολιτική Έφεση Αρ. 184/2014, ημερομηνίας 17/07/2014, από την στιγμή που η διαδικασία παράδοσης εκζητούμενων προσώπων, βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ως θεσπίστηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ κρατών μελών της ευρωπαϊκής ένωσης, είναι πλέον μια διαδικασία που διεξάγεται εξολοκλήρου μεταξύ δικαστικών αρχών, η νομιμότητα ή και η κανονικότητα της έκδοσης, κοινοποίησης και διαβίβασης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ή και διευκρινήσεων σε σχέση με αυτό, τεκμαίρεται. Τεκμήριο το οποίο, σημειώνεται, πολύ δύσκολα και για πολύ πειστικούς λόγους μπορεί να ανατραπεί (βλ. επίσης Πηγασίου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 519). Στην υπόθεση αυτή, ο Εκζητούμενος, δια του συνηγόρου του, αναγνωρίζοντας την προαναφερόμενη αρχή, προέβη σε δήλωση παραδοχής των προαναφερόμενων στοιχείων που αφορούν στην κανονικότητα της έκδοσης και διαβίβασης του υπό εξέταση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια αρχή έκδοσης του προς την Κεντρική Αρχή για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Σε ότι αφορά την επιφύλαξη του σχετικά με το περιεχόμενο του, επανέρχομαι στην συνέχεια της απόφασης μου.
  1. Το αίτημα του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εδράζεται σε ένα από τους δυο λόγους που εξυπηρετεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, δηλαδή, την άσκηση εναντίον του Εκζητουμένου ποινικής δίωξης. Σχετική είναι η παράγραφος («Β») του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, Τεκμήριο 2, που τιτλοφορείται «Αποφάσεις Επί Των Οποίων Βασίζεται Το Ένταλμα Σύλληψης». Όπως εκεί καταγράφεται, ο λόγος για τον οποίο οι Ελληνικές αρχές ζητούν την παράδοση του εκζητούμενου, είναι «το υπ' αριθμό 6 από 05/04/2017 Ένταλμα Σύλληψης του 1ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών», το οποίο, μάλιστα, ο συντάκτης του εντάλματος, το τοποθέτησε κάτω από την κατηγορία «Ένταλμα Σύλληψης ή Δικαστική Απόφαση Που Έχει Την Ίδια Ισχύ». Ζήτημα, που, έχει επιβεβαιωθεί και με τις διευκρινήσεις που δόθηκαν στο Δικαστήριο από τις ελληνικές αρχές δια της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, δια του Τεκμηρίου ΠΓ1, στο οποίο συνημμένα είναι: (α) αντίγραφο του εν λόγω εντάλματος σύλληψης και (β) το σχετικό κατηγορητήριο του.
  2. Η αξιόποινη πράξη που καταλογίζεται στον Εκζητούμενο -μία και μοναδική (βλ. σε κάθε περίπτωση, Ιωάννου (Ρωσίδης) ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2011)1 Α.Α.Δ. 1606)-, καταγράφεται στην παράγραφο («Ε») του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κάτω από την ενότητα «Φύση Και Νομικός Χαρακτηρισμός Της{Των} Αξιόποινησ{-ων} Πραξης{-εων} Και Εφαρμοστέα Νομική Διάταξη/Κώδικας. Πρόκειται για το εξής αδίκημα: «Παράβαση των Άρθρων 1, 12, 45, 51, 52, του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα, 155 ΠΑΡ. 1 ΠΕΡ. Α' και Β', 157 ΠΑΡ. 1 ΠΕΡ. Γ' και 160 του Ν. 2960/2001 Περί Λαθρεμπορίας από Κοινού, από την οποία οι Δασμοί, Φόροι και Λοιπές Επιβαρύνσεις, που Στερήθηκε το Δημόσιο, Υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 Ευρώ.».
  1. Σύμφωνα δε με την παράγραφο («Γ») του εντάλματος, η ποινή που προβλέπεται και δύναται να επιβληθεί στον Εκζητούμενο, σε περίπτωση καταδίκης του για την εν λόγω αξιόποινη πράξη, είναι ποινή φυλάκισης που κυμαίνεται από πέντε έως είκοσι έτη.
  2. Σε ότι αφορά τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις, πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι, η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος, δεν θεωρεί ότι, αυτές, κατατάσσονται στις καθορισμένες από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584 αξιόποινες πράξεις για τις οποίες χωρεί εκτέλεση του εντάλματος χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, οφείλει, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 12
(1)(α) του Νόμου 133(I)/2004, να εξετάσει κατά πόσο, στην προκείμενη περίπτωση, η πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά πράξη αξιόποινη και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους. Η σχετική πράξη, διαπιστώνω, συνιστά ποινικό αδίκημα και στην Κύπρο, κάτω από τις διατάξεις: (α) του Μέρους 19 (ΧΙΧ) του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004, Νόμος 94(I)/2004, -και ειδικότερα βάσει των Άρθρων 91, 92, 93, 95, 96
(1), 100 και 101-•, (β) του Περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου του 2004, Νόμος 91(I)/2004, -και ειδικότερα των Άρθρων 99, 140, 141, 142-• και (γ) του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Νόμος 95(I)/2000, -και ειδικότερα του Άρθρου 46
(7)-. Εδώ, πρέπει να σημειωθούν και οι διατάξεις του προαναφερόμενου Άρθρου 12(Ι)(α) του Νόμου 133(Ι)/2004, σύμφωνα με το οποίο: «Στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη συνιστά έγκλημα περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος δεν αποτελεί λόγο άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος η διαπίστωση ότι το Κυπριακό κράτος δεν επιβάλλει ιδίου τύπου φόρους ή τέλη ή δεν προβλέπει ιδίου τύπου ρύθμιση περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος με εκείνη του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος.». 20. Ο Εκζητούμενος, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δια του συνηγόρου του, δεν συζήτησε, τα όσα προαναφέρθηκαν ως διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Τουναντίον, προέβη σε παραδοχές σε ότι αφορά πλείστα από τα θέματα αυτά, τα οποία το Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, είχε καθήκον διερεύνησης και διαπίστωσης. Το μοναδικό ζήτημα που έχει εγερθεί από πλευράς Εκζητούμενου, που, κατά την θέση του, δικαιολογεί την μη εκτέλεση του υπό εξέταση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, Τεκμήριο 2, ως έχει, είναι ως προς το ότι, τα αναφερόμενα στην παράγραφό («Ε») του εντάλματος, κάτω από την επιγραφή «Περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης της (των) αξιόποινης (-ων) πράξης (-εων), όπου συμπεριλαμβάνονται ο χρόνος (η ημερομηνία και η ώρα), ο τόπος, καθώς και ο βαθμός συμμετοχής του εκζητούμενου στην αξιόποινη (-ες) πράξη (-εις)», δεν ικανοποιούσαν τη νομοθετική απαίτηση βάσει του Άρθρου 4
(1)(ε) του Νόμου 133(I)/2004, σε σχέση με την περιγραφή που απαιτείται. 21. Σύμφωνα με το Άρθρο 4
(1)(ε) του Νόμου 133(Ι)/2004: «4.
(1)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: (α) Ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου όπου είναι γνωστή· (β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος· (γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής· (δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης·. (ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη· (στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για τελεσίδικη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και (ζ) στο μέτρο του δυνατού, τις οποιεσδήποτε λοιπές συνέπειες, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε παρεπόμενης ποινής της αξιόποινης πράξης.
(2)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να αφορά περισσότερες από μια αξιόποινες πράξεις.
(3)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης του εντάλματος. Όταν υποβάλλεται ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης στις κυπριακές αρχές θα πρέπει να είναι διατυπωμένο σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας ή στην αγγλική γλώσσα.
(4)Η δικαστική αρχή έκδοσης υποχρεούται να συμπληρώνει το συνημμένο έντυπο, Παράρτημα Α, το οποίο παρέχει τα πιο πάνω στοιχεία.». 22. Το ζήτημα αυτό, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Άρθρου 21
(2)του Νόμου 133(Ι)/2004 -που προνοεί για την ευχέρεια του Δικαστηρίου που εξετάζει κατά πόσο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί ή δύναται να εκτελεστεί, να ζητήσει από την αρμόδια αρχή έκδοσης του την προσκόμιση τυχόν απαραίτητων κατά την κρίση του συμπληρωματικών στοιχείων-, έχει εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Κυριάκος Χαραλάμπους Πηγασίου v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 519, Re Παναγιώτης Φιλίππου (Αρ. 2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 693, John Constantinides v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, 05/03/2015 και Anthony Joannides ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:A337, Πολιτική Έφεση Αρ. 226/2017, 05/10/
  1. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Δικαστήριο, ως η αρμόδια δικαστική αρχή εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, πρέπει οπωσδήποτε να διαθέτει τις ελάχιστες απαραίτητες πληροφορίες ώστε να μπορεί να λάβει απόφαση σχετικά με την παράδοση του Εκζητουμένου (βλ. Άρθρο 21
(2)του Νόμου 133(Ι)/2004). Ειδικότερα, το Δικαστήριο, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του, πρέπει να είναι σε θέση να επιβεβαιώσει την ταυτότητα του προσώπου που παρουσιάζεται ενώπιον του και να αξιολογήσει κατά πόσον συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος μη εκτέλεσης. Οι περιστάσεις της υπόθεσης, πρέπει να περιγράφονται πάντα πλήρως, ούτως ώστε, το Δικαστήριο, να είναι σε θέση να αξιολογεί την εφαρμογή του κανόνα της ειδικότητας και να διαπιστώνει κατά πόσον εφαρμόζονται, ως έχει προαναφερθεί, λόγοι μη εκτέλεσης, όπως π. χ. είναι το δεδικασμένο («ne bis in idem») και η παραγραφή. Έπεται, ως εκ τούτου, ότι, το Δικαστήριο, ως η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος, πρέπει να αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή στην περιγραφή της αξιόποινης πράξης ή πράξεων στο έντυπο του εντάλματος. Ειδικότερα, εν όψει και του γεγονότος, -τις πλείστες φορές-, ότι, το Δικαστήριο, μπορεί να γνωρίζει ελάχιστα ή και καθόλου την υπόθεση για την οποία εκδίδεται το ένταλμα ή το νομικό σύστημα του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. Κατά συνέπεια, είναι καθοριστικής σημασίας να διασφαλίζουν οι δικαστικές αρχές έκδοσης του εντάλματος τη σαφήνεια, την ορθότητα και την πληρότητα των πληροφοριών που περιέχονται στο ένταλμα. Εάν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει συμπληρωθεί με ορθό τρόπο, δεν απαιτούνται συμπληρωματικά έγγραφα ή άλλα στοιχεία κατ' επίκληση του Άρθρου 21
(2)του Νόμου 133(Ι)/2004 [viii]. 24. Οι ακριβείς πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται, εξαρτώνται από τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Σύμφωνα με την νομολογία, η περιγραφή των πραγματικών περιστατικών, πρέπει να συνίσταται μόνο σε σύντομη περίληψη και όχι σε μεταγραφή ολόκληρων σελίδων της δικογραφίας που προφανώς υπάρχει στην χώρα έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Σε πιο σύνθετες περιπτώσεις, ωστόσο, και ιδίως όταν ισχύει το διττό αξιόποινο (μη απαριθμούμενες αξιόποινες πράξεις, ως έχει προαναφερθεί -βλ. το Άρθρο 12
(2)του Νόμου 133(Ι)/2004-), ενδέχεται να είναι αναγκαία εκτενέστερη περιγραφή προκειμένου να στοιχειοθετηθούν οι κύριες πτυχές των πραγματικών περιστατικών. Στις περιπτώσεις αυτές, πρέπει να συμπεριλαμβάνονται τα στοιχεία τα οποία είναι ουσιώδη ώστε το Δικαστήριο, ως η δικαστική αρχή εκτέλεσης, να είναι σε θέση να λάβει απόφαση σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, και ιδίως, ως έχει προαναφερθεί, να προσδιορίσει τους πιθανούς λόγους μη εκτέλεσης ή προκειμένου να εφαρμόσει τον κανόνα της ειδικότητας. Η προσοχή, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να εστιάζεται στα πραγματικά περιστατικά τα οποία αφορούν το πρόσωπο που ζητείται να παραδοθεί. Κατ' ελάχιστο, ως έχει προαναφερθεί, στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, πρέπει να περιλαμβάνεται περιγραφή των απαραίτητων πραγματικών περιστατικών για τον συγκεκριμένο σκοπό (υπεύθυνο πρόσωπο, βαθμός συμμετοχής ή εκτέλεσης, τόπος, χρόνος, ποσότητα, τρόπος, επακόλουθη ζημία ή σωματική βλάβη, πρόθεση ή σκοπός, όφελος κ.λπ.).
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα καταγεγραμμένα στην παράγραφό («Ε») του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κάτω από την επιγραφή «Περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης της (των) αξιόποινης (-ων) πράξης (-εων), όπου συμπεριλαμβάνονται ο χρόνος (η ημερομηνία και η ώρα), ο τόπος, καθώς και ο βαθμός συμμετοχής του εκζητούμενου στην αξιόποινη (-ες) πράξη (-εις)», προκύπτουν τα εξής: (α) Ότι, η ισχυριζόμενη αξιόποινη πράξη, διαπράχθηκε από τον Εκζητούμενο: «περί τον μήνα Αύγουστο του έτους 2011». Γίνεται δηλαδή αναφορά, στον χρόνο τέλεσης της. (β) Ότι, η αξιόποινη πράξη, διαπράχθηκε «στην Αθήνα» [και πιο συγκεκριμένα «στο λιμάνι του Πειραιά»]. Γίνεται δηλαδή αναφορά, στο τόπο τέλεσης της. (γ) Και, ότι, ο Εκζητούμενος, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, «ενεργήσας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στον Άγιο Γεώργιο Ασπρόπυργου Αττικής εταιρείας με την επωνυμία "Πέτρου Εφόδια Μονοπρόσωπη ΕΠΕ"», από κοινού, δηλαδή, κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, με κάποιο Μιχαλάκη Χαραλάμπους (του Μιχαήλ), ο οποίος τελευταίος «ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στο Ξηλοπήγαδο Μανδρας Αττικής εταιρείας με την επωνυμία "Χαράλαμπος Μιχαλάκης Μονοπρόσωπη ΕΠΕ"», «εισήγαγε εντός του τελωνιακού εδάφους της Ελληνικής επικράτειας [και πιο συγκεκριμένα, ως προαναφέρθηκε, στο λιμάνι του Πειραιά] εμπορεύματα [υπό καθεστώς αποταμίευσης: δηλαδή, χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί και λοιποί φόροι], [και πιο συγκεκριμένα, εισήγαγε 21 εμπορευματοκιβώτια με καπνικά προϊόντα (με 223.990.000 τεμάχια τσιγάρων) που δεν ήταν πιστοποιημένα για να κυκλοφορούν νόμιμα στις χώρες της ευρωπαϊκής ένωσης και τα οποία διακινούνται μόνο σε παράνομες αγορές αφού εισαχθούν λαθραία στην ευρωπαϊκή ένωση] υποκείμενα σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που εισπράττονται στα τελωνεία, χωρίς να διαθέτει τη γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και παράλληλα προέβη σε ενέργειες που αποσκοπούσαν να στερήσουν το ελληνικό δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα εμπορεύματα.» συνολικού ύψους €5.614.345,07, και τα οποία εμπορεύματα «είχε την πρόθεση να εμπορευθεί λαθραία» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Γίνεται δηλαδή αναφορά και στην συμμετοχή του Εκζητούμενου στην κατ' ισχυρισμό τελεσθείσα αξιόποινη πράξη.
  2. Παρέχονται, συνεπώς, κατά την άποψη μου, οι ελάχιστες απαραίτητες πληροφορίες για την υπόθεση που ο Εκζητούμενος αντιμετωπίζει στην Ελλάδα, για την λήψη της απόφασης του Δικαστηρίου. Καμία περίσταση, δεδομένης και της μαρτυρίας του Εκζητουμένου, δεν δικαιολογεί την αναζήτηση περαιτέρω στοιχείων από το Δικαστήριο για την απόφαση του. Πολύ πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο εκλήθη να εξετάσει ζήτημα όπως και το υπό εξέταση στην υπόθεση Anthony Joannides ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:A337, Πολιτική Έφεση Αρ. 226/2017, 05/10/2017 στην οποία προαναφέρθηκα. Ανέφερε εν προκειμένω τα εξής: «Ήταν εισήγηση του εφεσείοντα σε σχέση με το λόγο έφεσης 1 ότι δεν τηρήθηκαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του άρθρου 4
(1)του Νόμου 133(Ι)/2004 ως προς τον τύπο και το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι το ΕΕΣ δεν περιείχε όλα τα αναγκαία ή απαραίτητα στοιχεία που αφορούσαν στο σημείο (ε) του άρθρου 4
(1)που αναφέρεται στην "περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη". Εξετάσαμε το ΕΕΣ ( τεκμ. 1) υπό το πρίσμα των πιο πάνω ισχυρισμών του εφεσείοντα σε συνάρτηση με τη μαρτυρία του Schomburg και της Γρηγορίου για το θέμα και δεν συμφωνούμε με την σχετική εισήγηση. Στο σημείο (ε) του ΕΕΣ κάτω από τον τίτλο «Offences» γίνεται σαφής αναφορά ότι το συγκεκριμένο ένταλμα αναφέρεται σε 40 αδικήματα. Στη συνέχεια υπάρχει περιγραφή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα περιλαμβανομένου του χρόνου, τόπου και της μορφής συμμετοχής του εφεσείοντα στη διάπραξη τους. Αναφέρεται ως χρόνος διάπραξης η περίοδος από 2010 μέχρι τον Ιούλιο του 2012 και ως τόπος διάπραξης η "Κολωνία και αλλού". Ακολουθεί η περιγραφή της μορφής συμμετοχής του εφεσείοντα στη διάπραξη των αδικημάτων ότι δηλαδή ο εφεσείων μαζί με άλλα πρόσωπα που κατονομάζονται στο ένταλμα, μέσω εταιρειών, προέβησαν σε εξαπάτηση του Δημοσίου σ' όσον αφορά την υποχρέωση καταβολής Φ.Π.Α., ύψους €12.043.
  1. Δεν αναμένεται ασφαλώς να δοθούν πλήρεις λεπτομέρειες για το κάθε ένα από τα 40 αδικήματα ή ο ακριβής τόπος και ο χρόνος που διαπράχθηκαν. Δόθηκαν με το ΕΕΣ εκείνες οι πληροφορίες που κρίθηκαν απαραίτητες για σκοπούς εξασφάλισης του ΕΕΣ. Τα αδικήματα μάλιστα χαρακτηρίζονται στο ΕΕΣ ως σοβαρά. Από τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί διαφαίνονται τόσο οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων όσο και η συμμετοχή του εφεσείοντα στη διάπραξη τους ως ένας από τους αδικοπραγήσαντες. (βλ. Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω)). . Συνεπώς ο λόγος έφεσης 1 δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Ο Εκζητούμενος, έχει ενόρκως ισχυριστεί, ότι, δεν έχει καμία γνώση για τα όσα του καταλογίζονται από τις ελληνικές αρχές, ή για τις διαδικασίες που υπάρχει ισχυρισμός ότι εκτυλίχθησαν στην Ελλάδα και αφορούν την υπόθεση που αποτελεί το υπόβαθρο έκδοσης του υπό εξέταση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, με την οποία δεν έχει καμία σχέση. Η μοναδική του σύνδεσης, ως αναφέρθηκε, είναι δια της εταιρείας Πέτρου Εφόδια Μονοπρόσωπη ΕΠΕ, την οποία σύστησε χρόνια πριν, για συγκεκριμένο σκοπό, ο οποίος [σκοπός], πολύ σύντομα μετά την σύσταση της, εγκαταλείφτηκε και εξ όσων ο ίδιος γνωρίζει και πιστεύει, αυτή έχει διαγραφεί. Γνωρίζει τον εν λόγω Μιχαλάκη Χαραλάμπους, καθότι, ήταν ο σύνδεσμος του για συνεργασία που θα σύστηνε στην Ελλάδα με τρίτους για την εμπορία κινητών τηλεφώνων, -σκοπός της σύστασης και της εν λόγω εταιρείας του-, όμως με το εν λόγω πρόσωπο ή και με τους προαναφερόμενους τρίτους με τους οποίους είχε συζητήσει για συγκεκριμένη συνεργασία, τελικά, δεν διεξήγαγε την οποιαδήποτε εργασία ή άλλη εμπορική συναλλαγή. Εξ ου και ο λόγος της διαγραφής της εν λόγω εταιρείας από τα σχετικά μητρώα, σε σύντομο χρόνο μετά. Το Δικαστήριο, όπως άλλωστε αναγνώρισε εξ αρχής και ο συνήγορος υπεράσπισης του Εκζητουμένου, είναι αναρμόδιο να εξετάσει ισχυρισμούς που αγγίζουν την ουσία της υπόθεσης που ο Εκζητούμενος αντιμετωπίζει στην Ελλάδα. Ο ρόλος του Δικαστηρίου, σε ότι αφορά την διαδικασία έκδοσης και παράδοσης εκζητούμενων προσώπων μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει του Νόμου 133(I)/2004, είναι πολύ συγκεκριμένος. Καλείται, ουσιαστικά, να διαπιστώσει συγκεκριμένα ζητήματα που ο εν λόγω νόμος προϋποθέτει ότι πρέπει να πληρούνται ώστε να δύναται να εκτελεστεί το ένταλμα. Σε κάποιες περιπτώσεις, το ένταλμα επιβάλλεται να εκτελεστεί, ενώ υπό συγκριμένες περιστάσεις, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια ως προς το κατά πόσο θα αρνηθεί την εκτέλεση του. Στην προκείμενη περίπτωση, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, δεν εντοπίζω οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο το ένταλμα πρέπει να μην εκτελεστεί, ή που θα μπορούσε να μην εκτελεστεί. Οι δε αναγκαίες υπό τις περιστάσεις διαβεβαιώσεις -αναφέρομαι σε αυτές στην συνέχεια-, έχουν, στην προκείμενη περίπτωση δοθεί.
  3. Το Δικαστήριο, θα ήταν λάθος, - πέραν από το τι αυτές, οι ισχυριζόμενες, από πλευράς των ελληνικών αρχών, περιστάσεις, δικαιολογούν για σκοπούς που αφορούν αυτή την διαδικασία, από την όψη τους - , να διερευνήσει ή εξετάσει και αξιολογήσει, το πώς ή και τους λόγους που οι ελληνικές αρχές κατέληξαν να βασίζονται ή και να ισχυρίζονται ότι, η αξιόποινη, κατά το ελληνικό δίκαιο, πράξη που έχει προαναφερθεί ότι καταλογίζεται στον Εκζητούμενο, θεμελιώνονται από τις εν λόγω περιστάσεις και επί ποιών στοιχείων μαρτυρίας, ή και εάν αυτές τους παρέχουν ή όχι, λογική προοπτική καταδίκης του Εκζητουμένου.
  4. Η διαπίστωσης κατάχρησης διαδικασίας, ή η διαπίστωσης γεγονότων, ο βαθμός που αυτά πρέπει να αποδειχθούν και πως η σχετική με αυτά μαρτυρία θα αξιολογηθεί, καθώς επίσης και το εάν τα γεγονότα αυτά θεμελιώνουν καταδίκη του Εκζητούμενου για το συγκεκριμένο αδίκημα, είναι θέματα ουσίας που άπτονται του ελληνικού δικαίου και για το αρμόδιο ελληνικό Δικαστήριο που θα επιληφθεί της υπόθεσης του Εκζητούμενου να αποφασίσει. Τέτοια ήταν και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Re Leonid-Ivanov Spiriev, ECLI:CY:AD:2014:A313, Πολιτική Έφεση Αρ. 100/2014, 13/05/2014, στην οποία εγέρθηκε παρόμοιο ζήτημα, ως προς οποίο, αναφέρθηκαν τα εξής: «Παραπονείται ο Εφεσείων με τον τέταρτο λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως δεν μπορεί να ελέγξει κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας, που, κατ΄ισχυρισμό, έλαβε χώρα από τις ιταλικές αρχές. Συγκεκριμένα, είχε εισηγηθεί πρωτόδικα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα ότι οι ιταλικές αρχές δεν επιθυμούν την έκδοση και παράδοση του εκζητούμενου προς δίωξή του για τα υπό αναφορά αδικήματα, αλλά προκειμένου να λάβουν από αυτόν μαρτυρία σε σχέση με τη διερεύνηση των εν λόγω αδικημάτων. Ορθά απεφάνθη το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το εξεταζόμενο ζήτημα εκφεύγει των πλαισίων και του σκοπού της όλης διαδικασίας, όπως ο Νόμος προβλέπει και έχει νομολογιακά οριοθετηθεί. Το υπό αναφορά θέμα αποτελεί κατ΄εξοχήν έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες αρμόδιες για την εξέτασή του στη βάση των ουσιαστικών και δικονομικών ιταλικών κανόνων δικαίου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  5. Σχετική, εν προκειμένω, είναι και η ακόλουθη περικοπή από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Re Shini-Mehrabzadeh Said, Πολιτική Εφεση Αρ. 279/2015, 17/11/2015: «Ολοκληρώνοντας, συμπληρώνουμε ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Εκζητουμένου προέβαλαν κατ΄ επανάληψη, κατά την ανάπτυξη των λόγων έφεσης, θέματα αντικανονικότητας στη διαδικασία που ακολουθήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στη Σλοβακία και κινδύνου παραβίασης των δικαιωμάτων του Εκζητουμένου λόγω, πάντα κατά τον ισχυρισμό της πλευράς του Εκζητουμένου, μεμπτού νομικού συστήματος στη χώρα αυτή. Στα πλαίσια αυτά ενέπλεξε και το γεγονός ότι Δικαστήριο της Σλοβακίας ανέβαλε την εξέταση αιτήματος του Εκζητουμένου για ακύρωση της απόφασης που οδήγησε στην προώθηση του Εντάλματος, μέχρις ότου περατωθεί η παρούσα, κατ΄ έφεση, διαδικασία εκτέλεσης του Εντάλματος. Τα πιο πάνω ζητήματα εκφεύγουν των πλαισίων και του σκοπού της παρούσας διαδικασίας. Αποτελούν κατ΄ εξοχήν έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες αρμόδιες για την εξέτασή τους, στη βάση των ουσιαστικών και δικονομικών κανόνων δικαίου της Σλοβακίας (Spiriev ανωτέρω). Υπενθυμίζουμε ότι η άρνηση παράδοσης ενός εκζητουμένου είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση που η εκτέλεση ΕΕΣ προσκρούει στις θεμελιώδεις αρχές και δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση. Τονίζουμε, περαιτέρω, ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ενωση βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη που απαρέγκλιτα θα πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών-μελών, δεδομένου του κοινού νομικού πολιτισμού τους, αλλά και της τήρησης της ελάχιστης κοινής συνισταμένης που θα πρέπει και αναμένεται ότι ισχύει σε όλα τα κράτη-μέλη στα ζητήματα απονομής της δικαιοσύνης. Με αυτά ως δεδομένα οι δικαστικές αρχές της Σλοβακίας τεκμαίρεται ότι θα διασφαλίσουν κατά τη δίκη τον πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του Εκζητουμένου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  6. Πολύ πιο πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο, επανέλαβε την προαναφερόμενη αρχή, στην απόφαση του στην υπόθεση Re Susan Ayre, ECLI:CY:AD:2017:A5, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/2016, 16/01/2017, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ αναφέρθηκε ότι, «η διαδικασία δεν στοχεύει στη θεμελίωση τυχόν ποινικών ευθυνών του εκζητούμενου, ούτε αποτελεί ή ισοδυναμεί με ποινική δίωξη. Μόνο οι δικαστικές αρχές της χώρας που εξέδωσαν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση ποινικών ευθυνών.».
  7. Οι προαναφερόμενες διαπιστώσεις μου, με οδηγούν στην κατάληξη, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, το υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι σύμφωνο με τις πρόνοιες του Άρθρου 12 του Νόμου 133(I)/2004 και μπορεί να εκτελεστεί, αφής στιγμής περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία, η διαπίστωσης των οποίων επιβάλλεται από το Άρθρο 4 του Νόμου 133(I)/
  8. Παράλληλα, δεν βρίσκω να προκύπτει, οποιοσδήποτε λόγος στην βάση του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να ενεργήσει προς απόρριψη του αιτήματος, δυνάμει των προνοιών των Άρθρων 13, 14 και 15 του Νόμου 133(I)/
  9. Συγκεκριμένα, σε ότι αφορά τις πρόνοιες του Άρθρου 13(στ) του Νόμου 133(I)/2004, επισημαίνω ότι, οι Ελληνικές Αρχές, έχουν διαβεβαιώσει, ότι, μετά από την ακρόασή της υπόθεσης του Εκζητουμένου από αρμόδιο ελληνικό Δικαστήριο, σε περίπτωση καταδίκης του, ο Εκζητούμενος θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ώστε να εκτίσει εδώ, την όποια ποινή, στερητική της ελευθερίας του, τυχόν του επιβληθεί (βλ. Τεκμήριο ΠΓ1). Σε ότι αφορά την σημασία των διαβεβαιώσεων, παραπομπή γίνεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν Miroslaw Mrukwa, Πολιτική Έφεση Αρ. 41/14, 05/03/2014 και Re Γεώργιος Χαρατσίδης, ECLI:CY:AD:2016:A176, Πολιτική Έφεση Αρ. 394/2014, 28/03/2016 (κατ' αναλογίαν). Ως έχει νομολογηθεί, τέτοιου είδους διαβεβαιώσεις, όταν δίδονται, δημιουργούν τεκμήριο ως προς το ότι θα τιμηθούν (Βλ. Ahmad and Aswat v The Governor of the United States of America [2007] H.R.L.R. 8, Serbeh v Governor of HMP Brixton [2002] E.W.H.C. 2356 (Admin) και Re Γεώργιος Χαρατσίδης, Πολιτική Έφεση Αρ. 394/2014, 28/03/2016 (κατ' αναλογίαν). Στην Re Γεώργιος Χαρατσίδης, ECLI:CY:AD:2016:A176, Πολιτική Έφεση Αρ. 394/2014, 28/03/2016, αναφέρθηκαν σε σχέση με το ζήτημα αυτό -σε διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου όπου εν προκειμένω ισχύουν ανάλογες σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό αρχές- τα εξής: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο διέπραξε λάθος στο να αναγάγει μια θεωρητική προσέγγιση του θέματος σε βεβαιότητα ότι θα υπάρξει καταστρατήγηση της δίκαιης δίκης χωρίς να υπάρχουν ενώπιον του συγκεκριμένα δεδομένα, ενώ ταυτόχρονα υπήρχε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η διαβεβαίωση των αρχών της Ρωσικής Ομοσπονδίας ότι θα παρασχεθούν στον εφεσίβλητο όλες οι αναγκαίες διασφαλίσεις ώστε αυτός να έχει πλήρη δικαιώματα υπεράσπισης σύμφωνα με το άρθρο 3 του Δεύτερου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Έκδοση Φυγοδίκων. Το Δεύτερο Πρωτόκολλο κυρώθηκε από τη Δημοκρατία με το Νόμο αρ. 17/1984, καθώς και από την Ρωσική Ομοσπονδία σύμφωνα με Πιστοποίηση του Υπουργείου Εξωτερικών με τον περί Αποδείξεως Διεθνών Συμβάσεων Νόμο αρ. 103(Ι)/
  10. Προς τούτο έχει δοθεί επίσημα εγγύηση από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Το Δεύτερο Πρωτόκολλο προνοεί με το άρθρο 3
(1)αυτού ότι σε περίπτωση έκδοσης προσώπου που καταδικάστηκε ερήμην το κράτος από το οποίο ζητείται η έκδοση μπορεί να αρνηθεί στην έκδοση αν φρονεί ότι η διαδικασία που οδήγησε στην απόφαση δεν ικανοποίησε το ελάχιστο των δικαιωμάτων υπεράσπισης σε κατηγορούμενο, αλλά μπορεί, παρά ταύτα, να χωρήσει στην έκδοση αν το αιτούμενο κράτος παράσχει διαβεβαίωση που κρίνεται επαρκής ότι παρέχεται δικαίωμα επανεκδίκασης κατά την οποία τα δικαιώματα υπεράσπισης διασφαλίζονται. Να σημειωθεί ότι το Αγγλικό κείμενο του άρθρου 3.1 του Δεύτερου Πρωτόκολλου χρησιμοποιεί τη λέξη "shall", ενώ το Ελληνικό κείμενο τη λέξη «μπορεί». Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αποδέχθηκε την πιο πάνω επίσημη διαβεβαίωση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, το δε πρωτόδικο Δικαστήριο χωρίς να αμφισβητεί το δικαίωμα επανεκδίκασης, εντάσσει στο σκεπτικό του τον παράγοντα χρόνου ως καθιστούντα αναποτελεσματικό από το δικαίωμα. Όμως αυτό εξουδετερώνει ανεπίτρεπτα μια επίσημη δήλωση ενός συμβαλλόμενου κράτους ότι θα παρασχεθούν στον εφεσίβλητο όλα τα δικαιώματα υπεράσπισης καθιστώντας τη δίκαιη δίκη πρακτικώς εφαρμόσιμη. Όπως αναφέρθηκε στην Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα - ανωτέρω - θα ήταν εξαιρετικά άκομψο για τις δικαστικές αρχές της Δημοκρατίας χωρίς στέρεη πραγματική βάση να θεωρούν ότι το ποινικό σύστημα άλλης χώρας και η εκεί ποινική μεταχείριση δεν είναι επαρκής. Ούτε, όπως αποφασίστηκε στην εν λόγω υπόθεση, έχει σημασία ότι η Ρωσική Ομοσπονδία κύρωσε το Δεύτερο Πρόσθετο Πρωτόκολλο μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Αντίθετα με την κύρωση δόθηκαν δικαιώματα στον εφεσίβλητο. Η υπόθεση Sejdovic v. Italy Appl. No. 56581/00, ημερ. 1.3.2006, της Μείζονος Σύνθεσης του Ε.Δ.Α.Δ., δεν έχει εδώ εφαρμογή ούτε ως προς τα πραγματικά, ούτε ως προς τα νομικά ζητήματα. Επομένως, η επανεκδίκαση της υπόθεσης με τα όποια υπερασπιστικά δικαιώματα του εφεσίβλητου, πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Σ΄ εκείνο το στάδιο και στη Ρωσική δικαιοδοσία είναι που πρέπει να τεθούν και οποιαδήποτε άλλα ζητήματα που θίγει ο συνήγορος του εφεσίβλητου, ως προς την έγκαιρη καταχώρηση της έφεσης από την καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου του Κρίμσκ, υπό το φως του γεγονότος ότι η έφεση έγινε δεκτή, θεωρήθηκε έγκυρη, και δεν υπήρξε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού τέτοια εισήγηση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [Δ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ 33. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, εγκρίνεται η εκτέλεση του εντάλματος. 34. Διατάσσεται όπως ακολουθηθούν οι πρόνοιες του Άρθρου 29
(1)του Νόμου 133(I)/2004, το αργότερο εντός 10 ημερών από σήμερα.
  1. Ο Εκζητούμενος στο μεταξύ να τεθεί υπό αστυνομική κράτηση. Κάθε προγενέστερη διαταγή του Δικαστηρίου, σχετική με την απόλυση του Εκζητουμένου με εγγύηση, ακυρώνεται.
  2. Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής να κοινοποιήσει την παρούσα απόφαση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Δέστε επ' αυτού και την υπόθεση Κυριάκου Χαραλάμπους Πηγασίου ν Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση 120/09, 12/05/
  3. [ii] ΕΕ L 190, σελ.
  4. [iii] ΕΕ L 81, σελ.
  5. [iv] Το εν λόγω Άρθρο 12 του Νόμου 133(I)/2004 έχει ως εξής: «
(1)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 13 έως 15 του παρόντος Νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον: (α) Η πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά έγκλημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει και είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού. Στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη συνιστά έγκλημα περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος δεν αποτελεί λόγο άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος η διαπίστωση ότι το Κυπριακό κράτος δεν επιβάλλει ιδίου τύπου φόρους ή τέλη ή δεν προβλέπει ιδίου τύπου ρύθμιση περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος με εκείνη του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. (β) Τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικά της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων
(4)μηνών για αξιόποινη πράξη.
(2)Η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον τριών
(3)ετών: .». [v] Το εν λόγω Άρθρο 13 του Νόμου 133(I)/2004 έχει ως εξής: «Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης, (β) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, (γ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, (δ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων, ή του γενετήσιου προσανατολισμού του, (ε) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, είναι ημεδαπός και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, (στ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός, εκτός εάν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ΄ αυτή την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.». [vi] Το εν λόγω Άρθρο 14 του Νόμου 133(I)/2004 έχει ως εξής: «
(1)Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διώκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, (β) αν οι Κυπριακές αρχές αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είτε να παύσουν τη δίωξη, (γ) αν έχει επέλθει παραγραφή της ποινικής δίωξης ή της ποινής σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των Κυπριακών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους Κυπριακούς Ποινικούς νόμους, (δ) αν ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης, (ε) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, (στ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: (i) θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή (ii) τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, (ζ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Κύπρο και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους.
(2)Επιπροσθέτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, σε περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι, βάσει δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης, ο εκζητούμενος- (α) εν ευθέτω χρόνω- (
  1. i)είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, είτε είχε δι' άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης· και (
  2. ii)είχε ενημερωθεί ότι δύναται να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που δεν εμφανισθεί στη δίκη· ή (β) τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο, τον οποίον διόρισε είτε ίδιος είτε το κράτος, να τον ή την εκπροσωπήσει στη δίκη και όντως εκπροσωπήθηκε στη δίκη από τον εν λόγω δικηγόρο· ή (γ) αφού του επεδόθη η απόφαση και ενημερώθηκε ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικό μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η δίκη δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης- (
  3. i)έχει δηλώσει ρητώς ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση· ή (
  4. ii)δεν έχει ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο εντός της ταχθείσας προθεσμίας· ή (δ) δεν έλαβε προσωπικά επίδοση της απόφασης αλλά- (
  5. i)η απόφαση θα του επιδοθεί προσωπικά και αμελλητί μετά την παράδοσή του και θα ενημερωθεί ρητά για το δικαίωμά του να δικασθεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, σε διαδικασία όπου δικαιούται να παρίσταται και όπου η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, επανεξετάζεται και η διαδικασία αυτή δύναται να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης· και (
  6. ii)θα ενημερωθεί σχετικά με την προθεσμία εντός της οποίας δικαιούται να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, ως προβλέπεται στο σχετικό ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
(3)Σε περίπτωση που το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας υπό τους όρους της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(2)ανωτέρω και ο εκζητούμενος δεν έχει λάβει προηγουμένως επίσημη ενημέρωση για την ύπαρξη δικαστικής διαδικασίας εναντίον του, ο εκζητούμενος έχει το δικαίωμα, κατά την ενημέρωσή του για το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και προτού παραδοθεί στις αρμόδιες αρχές εκτέλεσης, να ζητήσει να λάβει αντίγραφο της απόφασης. Μόλις η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος ενημερωθεί για το ως άνω αίτημα του εκζητουμένου, παρέχει ευθύς στον εκζητούμενο, μέσω της δικαστικής αρχής εκτέλεσης του εντάλματος, αντίγραφο της απόφασης: Νοείται ότι σε καμία περίπτωση το αίτημα του εκζητουμένου για λήψη αντιγράφου απόφασης δεν καθυστερεί τη διαδικασία παράδοσής του ή την απόφαση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης: Νοείται, περαιτέρω, ότι η διαβίβαση της απόφασης στον εκζητούμενο γίνεται αποκλειστικά για ενημερωτικούς σκοπούς και δεν κινεί τις όποιες προθεσμίες ενδέχεται να ισχύουν για αίτηση επανεκδίκασης της υπόθεσης ή άσκησης έφεσης.
(4)Σε περίπτωση που ο εκζητούμενος παραδίδεται υπό τους όρους της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(2)ανωτέρω και έχει ζητήσει επανεκδίκαση της υπόθεσης ή άσκηση έφεσης, μέχρι την ολοκλήρωση της επανεκδίκασης ή της έφεσης η κράτηση του εκζητουμένου επανεξετάζεται, ανά τακτά διαστήματα ή κατόπιν αίτησης του εκζητουμένου, στη βάση του δικαίου του κράτους έκδοσης. Η επανεξέταση παρέχει ειδικότερα τη δυνατότητα αναστολής ή διακοπής της κράτησης. Η επανεκδίκαση της υπόθεσης ή η άσκηση της έφεσης αρχίζει εν ευθέτω χρόνω μετά την παράδοση.». [vii] Το εν λόγω Άρθρο 15 του Νόμου 133(I)/2004 έχει ως εξής: «
(1)Αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη ή με μέτρο στερητικό της ελευθερίας εφ΄ όρου ζωής, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι στο νομικό σύστημα του κράτους έκδοσης του εντάλματος ισχύουν διατάξεις για την επανεξέταση της επιβληθείσας ποινής - κατ΄ αίτηση ή το αργότερο μετά την πάροδο είκοσι
(20)ετών - ή για την εφαρμογή των μέτρων επιείκειας που προβλέπει υπέρ του προσώπου του δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος και τα οποία αποσκοπούν στην μη εκτέλεση μιας τέτοιας ποινής ή μέτρου.
(2)Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, κατοικεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι ο εκζητούμενος, μετά από ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ΄ αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος». [viii] Σημειώσεις και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο Εγχειρίδιο της για τον τρόπο έκδοσης και εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, της 28/09/2017, C
(2017)6389•, τα αναφερόμενα στο οποίο, αν και μη δεσμευτικά, μπορούν να υποβοηθήσουν το Δικαστήριο στην λήψη σχετικής απόφασης του (βλ. John Constantinides v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:A155, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/2014, 05/03/2015). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.