← Κύπρος

Μελανή Παρασκευαϊδου ν. Ισαβέλλα Κωνσταντίνου κ.α., Αριθμός Αγωγής: 3381/17, 11/12/2017

Μελανή Παρασκευαϊδου ν. Ισαβέλλα Κωνσταντίνου κ.α., Αριθμός Αγωγής: 3381/17, 11/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A379 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 3381/17 Μεταξύ : Μελανή Παρασκευαϊδου Ενάγουσα ν

  1. Ισαβέλλα Κωνσταντίνου
  2. Παντελίτσα Νεοκλέους Εναγόμενες Αίτηση ημερομηνίας 13/09/2017 για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος Ημερομηνία : 11/12/2017 Εμφανίσεις : Για ενάγουσα - αιτήτρια : κος Βρυωνίδης για Α Βρυωνίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για εναγόμενη 2 - καθ' ης η αίτηση : κος Χατζηπαρασκευά για Κούσιος Κορφίωτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Ενδιάμεση Απόφαση Εισαγωγή Η ενάγουσα αιτήτρια με κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο αξίωσε αναγνωριστική απόφαση ότι η γραπτή σύμβαση ημερομηνίας 25/10/2016, η οποία συνήφθη μεταξύ των εναγομένων είναι άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, αφού είναι εικονική και/ή κακόπιστη και/ή δόλια και/ή μοναδικό σκοπό έχει την εξαπάτηση και/ή καταδολίευση της Ενάγουσας. Περαιτέρω η ενάγουσα αξίωσε αναγνωριστική δήλωση ότι η μεταβίβαση του ακινήτου με στοιχεία αρ εγγραφής 5/1438, τμήμα 5, Φύλλο/Σχέδιο 30/13W2, τεμάχιο 1446, οικόπεδο, στην Αγία Παρασκευή, Δήμο Λακατάμιας, στη Λευκωσία είναι άκυρη και στερημένη παντός έννομου αποτελέσματος ,ως κακόπιστη και/ή ως καταδολιευτική. Ταυτόχρονα ζήτησε διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Διευθυντής του επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας , όπως προβεί σε όλες τις δέουσες ενέργειες , ούτως ώστε να αναστρέψει τη ρηθείσα μεταβίβαση και να επανεγγράψει το ρηθέν ακίνητο επί της εναγομένης
  3. Με την υπό κρίση Αίτηση η ενάγουσα ζήτησε την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος ως ακολούθως. «Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 2 να πωλήσει, διαθέσει, και/ή δωρίσει και/ή μεταβιβάσει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπον αποξενώσει και/ή υποθηκεύσει και/ή επιβαρύνει το ακίνητο υπό στοιχεία Αρ. Εγγραφής 5/1438, τμήμα 5, Φύλλο/Σχέδιο 30/13W2, τεμάχιο 1446, οικόπεδο, στην Αγία Παρασκευή, Δήμο Λακατάμιας, στη Λευκωσία, μερίδιο ½, το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της, μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η αίτηση της αιτήτριας ορίστηκε στις 15/9/2017 και το δικαστήριο αφού άκουσε τον δικηγόρο της αιτήτριας αναφορικά με τη συνδρομή του δικαιοδοτικού όρου του κατεπείγοντος εξέδωσε μονομερώς το αιτούμενο διάταγμα ορίζοντας το επιστρεπτέο στις 25/9/2017 Η εναγόμενη 2 - καθ' ης η αίτηση την 18/10/2017 καταχώρησε ένσταση Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω:
  4. Η Αίτηση είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη και/ή αντίθετη με την νομολογία και/ή την δικαστική πρακτική.
  5. Η Αίτηση είναι και/ή εγείρεται καταχρηστικά και/ή αντικανονικά και/ή παράτυπα.
  6. Η Αίτηση δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για έκδοση και/ή διατήρηση του αιτούμενου διατάγματος σε ισχύ.
  7. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν έχει προβεί σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων που σχετίζονται με την αίτηση και/ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καλή πίστη, ούτε με καθαρά χέρια και πέραν αυτού παραπλάνησε το Δικαστήριο και/ή απέκρυψε από το Δικαστήριο σημαντικά στοιχεία και γεγονότα.
  8. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή δεν έχει ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα να δικαιούται στις αιτούμενες δια αυτής και/ή της αίτησης της θεραπείας και/ή ελλείπει η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και/ή η Ενάγουσα-Αιτήτρια με την μαρτυρία που προσκόμισε απέτυχε να καταδείξει βάσιμη και/ή καλή και/ή οιανδήποτε αιτία αγωγής και/ή εξαιρετικές περιστάσεις έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση και διατήρηση σε ισχύ, του επίδικου Διατάγματος.
  9. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια ουδεμία βάση αγωγής έχει και/ή αποκαλύπτει και/ή ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχει να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2 και/ή ήγειρε την αγωγή καταχραστικά και/ή με αλλότρια κίνητρα και/ή η επίδικη συμφωνία αγοραπωλησίας δεν είναι εικονική και/ή είναι έγκυρη και/ή νόμιμη και/ή ισχυρή και/ή καταβλήθηκε γι' αυτήν πλήρως το αντίτιμο αγοράς από την Εναγόμενη 2 και/ή ουδεμία συμπαιγνία και/ή συνεννόηση της Εναγόμενης 1 με την Εναγόμενη 2 υπήρξε και/ή αποδεικνύεται από την προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία.
  10. Τα γεγονότα της υπόθεσης δεικνύουν πως σε κάθε περίπτωση ακόμα και αν επιτύχει η αγωγή της Ενάγουσας-Αιτήτριας, δεν τίθεται θέμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  11. Οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας-Αιτήτριας περί δήθεν κινδύνου μη απονομής δικαιοσύνης και/ή διάθεση και/ή αποξένωσης ή επιβάρυνσης του ακινήτου της Εναγόμενης 2 είναι ατεκμηρίωτοι και/ή ασαφείς και/ή αόριστοι και/ή χωρίς τις απαιτούμενες λεπτομέρειες και/ή ουδεμία μαρτυρία υπάρχει για δήθεν πρόθεση της Εναγόμενης 2 για αποξένωση του ακινήτου.
  12. Η ένορκη δήλωση της Ενάγουσας-Αιτήτριας που συνοδεύει την αίτηση χαρακτηρίζεται από ψευδή, ανακρίβειες και αστήρικτους, αυθαίρετους και γενικούς ισχυρισμούς.
  13. Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι σαφώς υπέρ της Εναγομένης 2 και της μη διατήρησης σε ισχύ του διατάγματος ημερομηνίας 18.09.
  14. Μετά την καταχώρηση Ένστασης από τους Καθ΄ ων η Αίτηση, το Δικαστήριο έχει τις θέσεις των 2 πλευρών ενώπιον του. Ασφαλώς, η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, μονομερώς, δεν μεταθέτει το βάρος της απόδειξης κατά την ακρόαση στους ώμους της εναγομένης καθ' ης η αίτηση να αποδείξει ότι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί, Dolego Estates Ltd v Θεόδωρου Φιλίππου Πολιτική Έφεση Αρ. 10068 ημερ. 26/7/1999 αλλά το βάρος παραμένει καθ' όλη τη διαδικασία στους ώμους της αιτήτριας. Διαδικασία - Γεγονότα Σημειώνεται ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ένορκων δηλώσεων, αφού κανένας εκ των διαδίκων δεν ζήτησε αντεξέταση και οι δύο πλευρές ανέπτυξαν μέσω γραπτών αγορεύσεων την επιχειρηματολογία τους. Συνεπώς για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης έκαστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. (Βλέπε τις υποθέσεις, Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ

(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 , Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377 και Α Messios & Sons Ltd κ.α v Ανδρέας Λεωνίδα Π.Ε 277/2007 ΗΜΕΡ 18/2/2010 ) Και οι δυο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους με την καταχώρηση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. Ο συνήγορος της εναγομένης 2 -καθ'ηςη η αίτηση αγόρευσε και προφορικά κατά την ακρόαση και οι θέσεις του είναι επίσης υπόψη του δικαστηρίου. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται πέραν του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμο και στο άρθρο 4 του περί πολιτικής δικονομίας νόμου κεφ 6. Το άρθρο 4 του περί πολιτικής δικονομίας ρυθμίζει τις περιπτώσεις όπου η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Το εν λόγω άρθρο είναι αυτοτελές σε σχέση με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων νόμου και εξετάζεται αυτοτελώς στις περιπτώσεις που η περιουσία είναι το αντικείμενο της αγωγής Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 και σύγγραμμα Αρτέμη & Ερωτοκρίτου Injuctions 1η έκδοση σελ 104. Ασφαλώς η μονομερής έκδοση και οριστικοποίηση του διατάγματος , υπό το άρθρο 4, τελεί, όπως και για το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, υπό τον όρο ότι συνέτρεχε κατά την έκδοση του διατάγματος το στοιχείο του κατεπείγοντος, ιδίως δε ενόψει του ρητού, προς τούτο, λόγου ένστασης της εναγομένης 2 -καθ' ης η αίτηση. Ο Δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος Η εναγομένη 2 με την ένστασή της προβάλλει τη θέση ότι δεν συνέτρεχε κατά την έκδοση του διατάγματος ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η συνδρομή του στοιχείου του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για επίκληση της δικαιοδοσίας υπό το άρθρο 9 του κεφ 6 . Σχετικές είναι οι αποφάσεις Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179, Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ. 1475, Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606, Re Stavros Hotel Appartments Ltd κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864) Έλενα Αμβροσιάδου ν. MartinCoward, Έφεση αρ. 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013)'» Ασφαλώς , το ζήτημα του κατεπείγοντος κρίνεται, σε κάθε υπόθεση με βάση τα δικά της περιστατικά. Σχετικά Eπίσημος Παραλήπτης ως παραλήπτης της περιουσίας της Άννας Σπανού κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd.
(1998)1 ΑΑΔ 1653. Παρά την έκδοση μονομερώς του διατάγματος μπορεί να εγερθεί ως λόγος για ακύρωση ή μη οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, η μη συνδρομή του στοιχείου του κατεπείγοντος. Στην απόφαση COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING AG κ.α. ν. ADEONA HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, 27/2/2015 κρίθηκαν τα ακόλουθα : «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση υπέδειξε, παραπέμποντας στην απόφαση Χατζηβασιλείου Χριστόδουλος ν. White Knight Holdings Ltd,
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, ότι το ζήτημα του κατεπείγοντος είναι άμεσα συνυφασμένο με το πότε πληροφορήθηκε ο αιτών τα κρίσιμα γεγονότα και το πότε καταχώρισε την αίτησή του. Η πλευρά της εναγομένης -καθ'ης η αίτηση επικεντρώνει την εισήγησή της περί μη συνδρομής του στοιχείου του κατεπείγοντος στο ότι η, κατ ισχυρισμόν, εικονικότητα της επίδικης συμφωνίας ήταν γνωστή στην αιτήτρια από την 16/12/2016 και ότι η αιτήτρια επέδειξε αδικαιολόγητη αδράνεια στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Προσεκτικότερη όμως ανάγνωση της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα γεγονότα που συγκροτούν το επείγον στην υπό κρίση υπόθεση ανάγονται στον Σεπτέμβριο του 2017 και όχι στον Δεκέμβριο του
  1. Διαπιστώνεται από την ένορκη δήλωση της αιτήτριας, τεκμήρια 5 και 6 επί της ενόρκου δηλώσεως ότι η τελευταία είχε εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στην εναγομένη 1 να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο. Το εν λόγω διάταγμα κατέστη απόλυτο ,κατόπιν ακρόασης, την 16/2/2017, και ως εκ τούτου δεν επιτρεπόταν η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στην εναγομένη. Η ανάγκη για καταχώρηση της παρούσας προέκυψε μόλις η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι το διάταγμα τεκμήριο 6 ακυρώθηκε και ότι το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη
  2. Η ενάγουσα, όπως προκύπτει από τον αναντίλεκτο ισχυρισμό της, έλαβε γνώση περί της αποξένωσης του ακίνητου από την εναγόμενη 1 και της μεταβίβασης στην εναγομένη 2 την 7/9/2017 και καταχώρησε την παρούσα αίτηση την 13/9/
  3. Επομένως στην παρούσα τα γεγονότα που επηρεάζουν το επείγον δεν ανάγονται στο πότε η ενάγουσα πληροφορήθηκε περί της συμφωνίας μεταξύ των εναγομένων αλλά στο πότε πληροφορήθηκε περί της αποξένωσης της περιουσίας από την εναγομένη 1 με τη μεταβίβαση στην εναγομένη
  4. Σχετικά Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Αristo Developers Ltd,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1377 Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η ανάγκη για καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης προέκυψε στις 7/9/2017 και καμιά αδικαιολόγητη καθυστέρηση δεν υπήρξε στην καταχώρηση της παρούσας αλλά αντίθετα η παρούσα καταχωρήθηκε μόλις συνειδητοποιήθηκε η ανάγκη καταχώρησης και τα γεγονότα που την καθιστούσαν αναγκαία περιήλθαν εις γνώση της ενάγουσας. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι ο λόγος ένστασης περί μη συνδρομής του στοιχείου του κατεπείγοντος είναι απορριπτέος και απορρίπτεται. Απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων Προβάλλει η πλευρά της εναγομένης -καθ' ης η αίτηση ότι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί καθότι η αιτήτρια δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος έχει υποχρέωση να θέτει ενώπιον του διακστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Τσιερκέζου Κατερίνα ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd,
(2009)1 Α.Α.Δ. 734, όπου συνοψίζοντας τη σχετική νομολογία το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα : «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58, Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543, Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297, Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030 και Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597).» Όπως έχει κριθεί, με αναφορά στις σχετικές Αγγλικές αυθεντίες επί του θέματος στην Χριστοφόρου v. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, δεν είναι η κάθε απόκρυψη που οδηγεί σε ακύρωση του διατάγματος. Περαιτέρω στην πρόσφατη απόφαση COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING AG κ.α. ν. ADEONA HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, 27/2/2015 κρίθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας.» Στην υπό κρίση υπόθεση εγείρεται από την εναγομένη 2 καθ' ης η αίτηση το επιχείρημα ότι, η ενάγουσα αιτήτρια απέκρυψε το πωλητήριο έγγραφο μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 και ότι δεν παρουσίασε την απόδειξη της είσπραξης του τιμήματος πώλησης . Εισηγείται η καθ΄ ης η αίτηση ότι τα πιο πάνω έγγραφα ήταν εις γνώση της αφού αυτά αποτέλεσαν τεκμήριο στη διαδικασία για οριστικοποίηση του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος στην αγωγή 4860/16, της οποίας την ενδιάμεση απόφαση επισύναψε η αιτήτρια ως τεκμήριο
  1. Η πιο πάνω παράλειψη της ενάγουσας , σύμφωνα με τον συνήγορο της καθ' ης η αίτηση , είχε ως αποτέλεσμα το δικαστήριο να μην έχει όλα τα αναγκαία στοιχεία που αφορούν την υπόθεση κατά το χρόνο που εξέδιδε το υπό κρίση διάταγμα. Προσεκτικότερη όμως ανάγνωση της αίτησης κατατείνει στο συμπέρασμα ότι η ύπαρξη του σχετικού πωλητηρίου αποκαλύφθηκε με συγκεκριμένη αναφορά στην ένορκη δήλωση αλλά και μέσω της ενδιάμεσης απόφασης στην αγωγή 4860/
  2. Επιπλέον τέθηκε , με την ένορκη δήλωση της αιτήτριας, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί πληρωμής του τιμήματος πώλησης . Η μη επισύναψή της και ο σχολιασμός σε αυτή ότι αποτελεί δήθεν απόδειξη αφορούν ισχυρισμούς και θέματα που άπτονται της ουσίας της διαφοράς στην οποία δεν υπεισέρχεται το δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία. Συνακόλουθα, κρίνω ως απορριπτέο τον ισχυρισμό περί μη αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων στη βάση που τίθεται και κρίνω αντίθετα ότι η ένορκη δήλωση της αιτήτριας περιείχε τα ουσιώδη για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας στοιχεία και δεδομένα. Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης θα προχωρήσω να εξετάσω πρώτα το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και ακολούθως το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του περί πολιτικής δικονομίας Νόμου. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 Για την έκδοση προσωρινού παρεμπίπτοντος διατάγματος σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί δικαστηρίων νόμου, ο/ή αιτητής/αιτήτρια πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι : α) Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση β) Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία γ) Ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις Οδυσσέως vs Pieris Estates 1982 1 ΑΑΔ
(557)και Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263 Στη θεμελιακή απόφαση στην υπόθεση Οδυσσέως vs Pieris Estates 1982 1 ΑΑΔ
(557)το Ανώτατο Δικαστήριο αναλύοντας τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του 14/1960 έκρινε τα ακόλουθα σχετικά :
  1. Η προϋπόθεση για σοβαρό ζήτημα προς ακρόαση δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων.
  2. Η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
  3. Η Τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης Η συνδρομή των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή για την έκδοση ή οριστικοποίηση ενδιάμεσου διατάγματος αλλά το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα Ιπποδρομιακή Αρχή v Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ 152. Στην απόφαση Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου και άλλοι ν. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου και άλλων, Π.Ε. Αρ. 8181, 23 Μαρτίου 1995, 1 Α.Α.Δ. 248, έχει τονισθεί ότι το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης Στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου Λόρδου κ.α ν Πέτρου Σιακόλα κ.α Πολιτική Έφεση Ε 143/2015 ημερ 27/3/2017 επαναεπιβεβαιώθηκε η θέση ότι κατά το στάδιο εκδίκασης αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση ενδιάμεσου διατάγματος το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας πέραν του ό,τι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας. Υπό το πρίσμα των πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν στην υπό κρίση υπόθεση οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και της σχετικής νομολογίας για την έκδοση και οριστικοποίηση του επιδίκου διατάγματος. Η Συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32 στην παρούσα. Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση Η προϋπόθεση για κατάδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Ο όρος δικόγραφα δεν χρησιμοποιείται υπό την τεχνική έννοια όρου αλλά χρησιμοποιείται με την ευρεία έννοια του όρου. Σχετικά Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598 Εξέταση της απόφασης στην Odysseos, (ανωτέρω), αποκαλύπτει ότι ο όρος "pleadings" χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος, εξισούμενος με τις εγγράφους προτάσεις. Το θέμα αυτό δεν εξετάστηκε στην Odysseos. Πρόδηλο είναι, επίσης, ότι στην American Cyanamid v. Ethicon [1975] 1 All E.R. 504, τίποτε δεν αναφέρθηκε, το οποίο να υποδηλώνει ότι η καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αντίθετα, οι εκατέρωθεν θέσεις είχαν προσδιοριστεί, σ' εκείνη την υπόθεση, σε ένορκες δηλώσεις, που αποτέλεσαν και το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αυτό, άλλωστε, προκύπτει ευθέως και από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Krashias v. Adidas
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 750 και Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει καταχωρηθεί έκθεση απαίτησης και έτσι το βάθρο για τη χορήγηση της ενδιάμεσης θεραπείας θα αναζητηθεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση σε συνάρτηση με το αιτητικό του κλητηρίου που έχει καταχωρηθεί και τις εκεί επικαλούμενες αιτίες αγωγής. Προκύπτει από το καταχωρηθέν κλητήριο ότι η αξίωση της ενάγουσας ερείδεται επί ισχυριζόμενου δόλου και ότι οι ενέργειες των εναγομένων γίνονται με σκοπό την καταδολίευση της . Η ενάγουσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή της παρουσιάζει ως βάση του ισχυριζόμενου δόλου το γεγονός ότι το επίδικο πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο κτηματολόγιο μετά την έγερση της αγωγής εναντίον της εναγόμενης 1 και ότι επιδιώχθηκε η ειδική εκτέλεσή του μετά την οριστικοποίηση του ενδιάμεσου διατάγματος στην αγωγή 4860/16, παρά τη ρητή απαγόρευση . Ο δόλος ως βάση αγωγής αποτελεί ευρεία έννοια και συνιστά αναγνωρισμένη από τη νομολογία βάση αγωγής. Σχετική είναι η απόφαση Μαρία Ιακώβου ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας ( Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 Α.Α.ΑΔ 992 . Από το κλητήριο και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει προκύπτει ότι εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ως εκ τούτου πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Εφόσον, λοιπόν, πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, το δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει με εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32. Ορατή Πιθανότητα επιτυχίας Το πιο πάνω κριτήριο συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του αιτήτή. Η αξιολόγηση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με αναφορά στις ένορκες δηλώσεις, όπου αναμένεται η εκεί μαρτυρία να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας, γενικές αναφορές εν είδει κατάληξης δεν επαρκούν για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Σχετική Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 Ασφαλώς, όπως έχει κριθεί επανηλλείμενα σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. T A Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και σύγγραμμα Ερωτοκρίτου & Αρτέμη Διατάγματα Injuctions σελ 365. Για την κρίση επί των πιο πάνω το δικαστήριο προβαίνει σε κάποια πρωταρχική αξιολόγηση της μαρτυρίας, ώστε να μπορέσει να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Σχετικά Σεβαστού Μαίρη Νίκου ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ
  1. Όπως έχει εξηγηθεί στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου Λόρδου κ.α ν Πέτρου Σιακόλα κ.α Πολιτική Έφεση Ε 143/2015 ημερ 27/3/2017 δεν αρκεί η υιοθέτηση της εκδοχής της μια πλευράς μόνο αλλά απαιτείται κάποια αξιολόγηση για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας. Το απαύγασμα της σχετικής νομολογίας κατατείνει στο συμπέρασμα ότι για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του αιτητή συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, η ενάγουσα-αιτήτρια βασίζει το αγώγιμο δικαίωμά της σε ισχυριζόμενο δόλο των εναγομένων . Ως γεγονότα που παρέχουν ενδείξεις περί της πιθανότητας επιτυχίας προβάλλει το ότι κατατέθηκε πωλητήριο μεταξύ της εναγομένης 1 και της εναγομένης 2 μετά την καταχώρηση της αγωγής 4860/16 και το ότι μετά την οριστικοποίηση του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος στην αγωγή 4860/16, με το οποίο απαγορευόταν η μεταβίβαση του επίδικου ακίνητου, η εναγομένη 2 προώθησε αγωγή για ειδική εκτέλεση στην οποία η εναγόμενη 1 παρέλειψε να εμφανιστεί, με αποτέλεσμα το πωλητήριο ημερομηνίας 25/10/2016 να εκτελεστεί και να διαταχθεί η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στην εναγομένη
  2. Περαιτέρω η ενάγουσα αναφέρεται στο ιστορικό της αγωγής και στις εκεί ισχυριζόμενες παράνομες ενέργειες της εναγόμενης 1, οι οποίες σύμφωνα με την ενάγουσα οδήγησαν στη σύλληψη και αστυνομική κράτηση της εναγομένης
  3. Στον αντίποδα η εναγόμενη 2 παραδέχεται ότι πριν την υπογραφή του επίδικου πωλητηρίου έλαβε γνώση των παράνομων ενεργειών της εναγόμενης 1 και ότι αυτή παρέμεινε υπό κράτηση μέχρι τις 24/10/2016 αφού, σύμφωνα με την εναγομένη 2 αυτός ήταν και ο λόγος που καθυστέρησε να υπογραφεί το επίδικο πωλητήριο έγγραφο μεταξύ των εναγομένων. Ως προς τα υπόλοιπα η εναγομένη 2 προβάλλει πληθώρα ισχυρισμών για να υποστηρίξει ότι είναι καλόπιστος αγοραστής. Προκύπτει ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί οι ισχυρισμοί που συνιστούν το βάθρο των κατ' ισχυρισμόν ενδείξεων δόλου. Όπως, όμως, προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία το δικαστήριο δεν προβαίνει σε ουσιαστική αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών, ώστε να καταλήξει επί της ουσίας αλλά αξιολογεί τις εκατέρωθεν εκδοχές μόνο ως προς τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας. Το ζητούμενο στην υπό κρίση υπόθεση είναι το κατά πόσο στη βάση των εκατέρωθεν ισχυρισμών υπάρχει ορατή πιθανότητα η ενάγουσα να επιτύχει στην απαίτησή της. Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω η αγωγή της ενάγουσας ερείδεται επί ισχυριζόμενου δόλου μεταξύ των εναγομένων και οι ισχυρισμοί της επί της ενόρκου δηλώσεως προβάλλονται ως λεπτομέρειες δόλου. Στην υπόθεση Μαρία Ιακώβου ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας ( Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 Α.Α.ΑΔ 992 κρίθηκαν τα ακόλουθα εν σχέση με την έννοια του δόλου « Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Τόμος 18, σελ. 189, συνήθως ο όρος αναφέρεται σε κατ΄ ανέντιμο ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Βλ. και Joliffe v. Baker [1883] 11 Q.B.D. 255, 270: «Ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή έννοια του όρου όπως συνήθως χρησιμοποιείται στην Αγγλική γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα». Βλ., επίσης, Re Companies Acts, Ex p. Watson [1888] 21 Q.B.D. 301, 309: «Δόλος είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ως ανάρμοστο». Υπό το πρίσμα της πιο πάνω έννοιας θα πρέπει να αξιολογηθεί το κατά πόσο η προσαγόμενη μαρτύρια παρέχει ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης δόλου. Συναφώς, παρατηρείται ότι οι ισχυρισμοί περί υπογραφής και κατάθεσης του επίδικου πωλητηρίου μετά την έγερση της αγωγής μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης, ήτοι κατά το στάδιο που η ενάγουσα βρισκόταν στη σκέψη της εναγομένης 1 ως πιστωτής (Pampos Zenios Trading Ltd and Others v. Χατζηπαύλου & Υιός Λτδ κ.α., Πολιτική Έφεση 381/08, ημερ. 28.12.2011 ) ,αλλά και το ότι οι ενέργειες των εναγομένων σύννομες ή όχι είχαν ως αποτέλεσμα την ακύρωση του εκδοθέντος απαγορευτικού διατάγματος, παρέχουν ενδείξεις περί αποκόμισης οφέλους με άδικα μέσα εις βάρος της ενάγουσας. Περαιτέρω η καταστρατήγηση, ως περιγράφεται ανωτέρω, της απαγόρευσης που τέθηκε με διάταγμα του δικαστηρίου, παρέχει ενδείξεις περί ύπαρξης ηθικά ανέντιμης διαγωγής διαδίκου και ως εκ τούτου, χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς, αναδύονται οι απαιτούμενες ενδείξεις υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί στην απόφαση Οδυσσέως vs Pieris Estates 1982 1 ΑΑΔ
(557). Είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου συνδέεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων χωρίς όμως, οι αποζημιώσεις να αποτελούν την μοναδική παράμετρο κρίσης του Δικαστηρίου. Στην απόφαση Όξυνου Iωάννης Kυριάκου και Άλλη ν. Mαρίας Pόλη Λου,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066 κρίθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Ειδικότερα, και σε σχέση με την τρίτη θεσμική προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στην οποία να σημειωθεί δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εφεσειόντων, υπενθυμίζουμε την αρχή ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος. Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα, (Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Kωνσταντίνου Kκίζη κ.ά. v. Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Mαριτσούς Kωστή Kκίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Ας μη μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M. and Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. Τhe Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία.» Ιδίως, στις περιπτώσεις που επιζητείται η έκδοση διατάγματος μη αποξένωσης ακινήτου βαρύνουσα σημασία ενέχει η πιθανή επίδραση που θα έχει η πιθανή αποξένωση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Phasarias C (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 785 και Κοσμά Γεώργιος ν. Ανδρέα Χατζηκυπρή και Άλλων
(2000)1 ΑΑΔ 169. Στην υπό κρίση υπόθεση το επίδικο ακίνητο δεσμεύθηκε στα πλαίσια της αγωγής 4860/16 και αποτελεί στη παρούσα το αντικείμενο της αγωγής υπό την έννοια ότι επιζητείται η ακύρωση της μεταβίβασης επ' ονόματι της εναγομένης 2 . Η ενδεχόμενη αποξένωση από την εναγομένη 2 καθιστά δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ισοζύγιο της ευχέρειας Η κατάληξη στο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου δεν οδηγεί αυτόματα στην οριστικοποίηση του επίδικου διατάγματος. Το δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει το κατά πόσο η οριστικοποίηση του διατάγματος είναι δίκαιη και πρόσφορη. Στην απόφαση ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ ν. DICRAN OYZOUNIAN AND COMPANY LIMITED, Εμπορευόμενη με την επωνυμία LEXUS CYPRUS, ECLI:CY:AD:2014:A38, Πολιτική Έφεση Αρ. 292/2010, 20/1/2014 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας : «Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd[1987] 1 W.L.R. 670). Yπό τα περιστατικά όμως της υπό κρίση περίπτωσης ο ισοζυγισμός των επιπτώσεων έκδηλα ήταν προς όφελος της εφεσίβλητης, αφού η μη έκδοση του διατάγματος θα επέτρεπε στον εφεσείοντα να συνεχίσει να την δυσφημεί εντός ή και πλησίον των χώρων όπου δραστηριοποιούνταν εμπορικά, ενώ η έκδοση του δεν θα επέφερε ουσιαστικά οποιεσδήποτε ζημιογόνες συνέπειες στον εφεσείοντα. Το ισοζύγιο, επομένως, των πιθανών επιπτώσεων ήταν καταφανές υπέρ της εφεσίβλητης και η κατάληξη αυτή προδιαγράφει την τύχη της έφεσης αφού η βασιμότητα του τέταρτου λόγου έφεσης στηρίζεται στην βασιμότητα των τριών πρώτων που έχουν απορριφθεί.» Στην υπό κρίση υπόθεση ο ισοζυγισμός των επιπτώσεων κλίνει υπέρ της ενάγουσας, αφού ενδεχόμενη ακύρωση του διατάγματος θα αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο αποξένωσης ή επιβάρυνσης του ακίνητου που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αγωγής και έχει δεσμευθεί στα πλαίσια της αγωγής 4860/16 ως το μοναδικό μέσο ικανοποίησης της αξίωσης της ενάγουσας στην αγωγή 4860/16. Αντίθετα, η οριστικοποίηση του διατάγματος δεν θα επιφέρει ζημιογόνες συνέπειες στην εναγομένη 2, αφού θα έχει ως συνέπεια τη δέσμευσή του και τη σύσταση εμποδίου για ενδεχόμενη μελλοντική μεταβίβαση. Ενώ εάν, αποτύχει η αγωγή εναντίον της θα είναι ελεύθερη να το πωλήσει, επιβαρύνει ή να το αποξενωθεί ως κρίνει η ίδια. Στη βάση των ανωτέρω προκύπτει ότι η πλάστιγγα του ισοζυγίου της ευχέρειας κλίνει υπέρ της ενάγουσας. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 18/9/2017 μπορεί να οριστικοποιηθεί στη βάση του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου . Το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Το άρθρο 4 του περί πολιτικής Δικονομίας Νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα : « 4.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.» Όπως έχει αναπτυχθεί ανωτέρω το άρθρο 4 έχει αυτοτέλεια και εξετάζεται αυτοτελώς στις περιπτώσεις που η περιουσία είναι το αντικείμενο της αγωγής. Καθοδήγηση ως προς το πότε η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής παρέχει η απόφαση Διογένους Aνδρέας Eυριπίδη Λτδ (Kτηματικές Eπιχειρήσεις) ν. Aρίστης Kώστα Eυθυμίου και Άλλων,
(2009)1 Α.Α.Δ. 234 όπου κρίθηκαν τα ακόλουθα : «Η αξίωση των εφεσειόντων για ακύρωση των πιο πάνω συμφωνιών μεταξύ εφεσίβλητης 1 και εφεσιβλήτων 2-6 σε συνάρτηση προς το γεγονός ότι οι εφεσείοντες αξιώνουν ταυτόχρονα και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εφεσίβλητη 1 να μεταβιβάσει επ' ονόματί τους το κτήμα, θεωρούμε ότι συνιστούν στοιχεία τα οποία καθιστούν το κτήμα αντικείμενο της αγωγής» Στην υπό κρίση υπόθεση η ενάγουσα αξιοί ακύρωση τόσο της συμφωνίας πώλησης μεταξύ εναγομένης 1 και 2 όσο και την εξ αυτής μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στην εναγομένη 2. Ταυτόχρονα ζητά διάταγμα επανεγγραφής του ακίνητου επ' ονόματι της εναγομένης 1 εναντίον της οποίας έχει καταχωρήσει την αγωγή 4860/16 και έχει λάβει διάταγμα παγιοποίησης του επίδικου ακινήτου στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής. Τα πιο πάνω καθιστούν το επίδικο ακίνητο αντικείμενο της αγωγής και έτσι είναι αρκετό για την ενάγουσα - αιτήτρια να καταδείξει ότι μπορεί να επιτύχει στην βάση του άρθρου 4 του περί πολιτικής δικονομίας νόμου. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Στην παρούσα, είναι αυταπόδεικτο ότι εκκρεμεί αγωγή και τελική δικαστική εν σχέση με το επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω, όπως έχει αναπτυχθεί ανωτέρω κατά την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 είναι δυνατό να επέλθει ζημία και/ή δυσμενής επηρεασμός στο πρόσωπο της ενάγουσας, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 4 . Παρά το ότι συντρέχουν οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 4 η έκδοση ή οριστικοποίηση του διατάγματος δεν είναι αυτόματη αλλά το δικαστήριο διατηρεί προς τούτο διακριτική εξουσία. Στην απόφαση Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. «Το πλαίσιο μέσα στο οποίο το δικαστήριο πρωτόδικα ενέταξε το θέμα ήταν ορθό. Εξειδίκευσε όμως ακολούθως ότι η άσκηση της διακριτικής εξουσίας προς έκδοση διατάγματος προϋποθέτει την ύπαρξη τουλάχιστο "νομικής βάσης" που να δικαιολογεί την διεκδίκηση της επίδικης περιουσίας. Αν με αυτή τη διατύπωση το δικαστήριο εννοούσε τα εξωτερικά γνωρίσματα της αιτίας αγωγής ως το υπόβαθρο διεκδίκησης, θεωρούμε ότι έθεσε το ζήτημα πιο χαμηλά από ό,τι επιβάλλεται. Κατά την άποψη μας, η άσκηση διακριτικής εξουσίας δε θα έπρεπε να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης. Η διάγνωση της οποίας, όπως και στην περίπτωση των άλλων διατάξεων με τις οποίες ασχοληθήκαμε ενωρίτερα, δε μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρχε ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία πρόσφορη για τον σκοπό αυτό. Ως εκ τούτου, ούτε δυνάμει του Άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου δεν εδικαιολογείτο η έκδοση προσωρινού διατάγματος.» Συνεπώς από τη νομολογία τίθεται ως κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας η αξιολόγηση της ποιότητας της αξίωσης που αξιολόγειται στη βάση της προσαγόμενης μαρτυρίας. Ενόψει του ότι βρισκόμαστε στο στάδιο της ενδιάμεσης θεραπείας η αξιολόγηση αυτή δεν επιτρέπεται να επεκτείνεται στην ουσία αλλά το δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει το κατά ποσό με την ενώπιον του μαρτυρία παρέχονται ενδείξεις ότι υφίσταται αξίωση και δεν παρουσιάζονται απλοί γενικόλογοι ισχυρισμοί. Στην υπό κρίση υπόθεση στο στάδιο εξέτασης της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 κρίθηκε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς ακρόαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής στη βάση των ισχυρισμών τη ενόρκου δηλώσεως. Ιδίως οι αδιαμφισβήτητοι ισχυρισμοί της ενάγουσας αναφορικά με το χρόνο κατάθεσης του επίδικου πωλητηρίου και την παρά την ύπαρξη απαγορευτικού διατάγματος, παράλειψη της εναγομένης 1 να εμφανιστεί στην αγωγή για ειδική εκτέλεση, με συνέπεια την καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου ημερ 16/2/2017 στην αγωγή 4860/16 αποτελούν πρόσφορο έδαφος για την έκδοση και οριστικοποίηση του αιτούμενου διατάγματος υπό το άρθρο 4 του περί πολιτικής δικονομίας νόμου. Η ύπαρξη των πιο πάνω στοιχείων διαφοροποιεί την παρούσα από την υπόθεση Κυτάλα ανωτέρω που το δικαστήριο έκρινε ότι οι γενικόλογοι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν υπό τύπο κατάληξης δεν παρείχαν το υπόβαθρο και ήταν απρόσφοροι για έκδοση διατάγματος υπό το άρθρο 4 του περί πολιτικής δικονομίας νόμου. Στη βάση των ανωτέρω κρίνω ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του περί πολιτικής δικονομίας νόμου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 18/9/2017 καθίσταται οριστικό μέχρι αποπερατώσεως της αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου . Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας αιτήτριας και εναντίον της εναγομένης 2 -καθ'ης η αίτηση ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. ΕΔ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.