ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ BM-BANK JOINT STOCK COMPANY (Πρώην JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK 'BANK OF MOSCOW' (OPEN JOINT - STOCK COMPANY)) ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ERTASIO HOLDINGS LIMITED, Αίτηση Aρ.: 147/17, 15/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A387 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αίτηση Aρ.: 147/17 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ERTASIO HOLDINGS LIMITED, από τη Λευκωσία και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113 ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ BM-BANK JOINT STOCK COMPANY (Πρώην JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK 'BANK OF MOSCOW' (OPEN JOINT - STOCK COMPANY)), από τη Ρωσία ___________________________________ 15 Δεκεμβρίου 2017 Για την Αιτήτρια: κα Στυλιανού Για την Καθ' ης η Αίτηση: κος Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αίτηση ημερομηνίας 28/4/2017, για Παραμερισμό και/ή Αναστολή της Αίτησης Εκκαθάρισης) Στις 13/2/2017 η BM-BANK JOINT STOCK COMPANY (Πρώην JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK 'BANK OF MOSCOW' (OPEN JOINT - STOCK COMPANY)), καταχώρησε αίτηση εκκαθάρισης της ERTASIO HOLDINGS LIMITED, στη βάση των άρθρων 209, 211 και 212 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, ισχυριζόμενη ότι η ERTASIO HOLDINGS LIMITED είναι αναξιόχρεη, αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και έτσι είναι εύλογο και δίκαιο να εκκαθαριστεί. Στις 28/4/2017, η ERTASIO HOLDINGS LIMITED (πλέον η αιτήτρια), καταχώρησε την επίδικη αίτηση με την οποία ζητεί τον παραμερισμό και/ή απόρριψη και/η αναστολή της αίτησης εκκαθάρισης, καθώς και διάταγμα το οποίο να απαγορεύει τη δημοσίευση της αίτησης εκκαθάρισης. Στην αίτηση αυτή η BM-BANK JOINT STOCK COMPANY (Πρώην JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK 'BANK OF MOSCOW' (OPEN JOINT - STOCK COMPANY)) (πλέον η Καθ΄ ης η Αίτηση), καταχώρησε ένσταση. Αντικείμενο της απόφασης αυτής είναι η πιο πάνω ενδιάμεση αίτηση. Από το προοίμιο αναφέρω ότι και τα δύο δικόγραφα (αίτηση και ένσταση) είναι πολυσέλιδα, δαιδαλώδη και καταπιάνονται με ζητήματα που δεν άπτονται της διαδικασίας αυτής, όπως πιο κάτω θα εξηγήσω. Θα προσπαθήσω όσο πιο σύντομα και περιεκτικά γίνεται, να μεταφέρω τα γεγονότα στα οποία κάθε πλευρά βασίζει τα επιχειρήματα και κατ΄ επέκταση τα αιτήματά της. Κατ΄ αρχήν επισημαίνω ότι είναι κοινά αποδεκτό ότι εναντίον της αιτήτριας και υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση, έχει εκδοθεί στις 21/4/2014 διαιτητική απόφαση από το Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Με τη Γενική Αίτηση 509/14 (στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας), ζητήθηκε η εγγραφή της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης στην Κύπρο και στις 11/12/2015, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία ενέκρινε το αίτημα για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της (πλέον η απόφαση). Η απόφαση αυτή έχει εφεσιβληθεί από την αιτήτρια. Ακολούθως, στις 27/7/2016 η καθ΄ ης η αίτηση επέδωσε στο εγγεγραμμένο γραφείο της αιτήτριας επιστολή δυνάμει των άρθρων 211 και 212 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 με την οποία καλούσε την αιτήτρια να εξοφλήσει το εκ της αποφάσεως χρέος της εντός 21 ημερών. Λόγω της παράλειψής συμμόρφωσης της αιτήτριας με την πιο πάνω ειδοποίηση, καταχωρήθηκε η αίτηση εκκαθάρισης της ERTASIO HOLDINGS LIMITED (αιτήτριας σε αυτή τη διαδικασία). Περιττό αναφέρω ότι η αιτήτρια αμφισβητεί το χρέος. Ισχυρίζεται δε ότι αυτό έχει εξοφληθεί με τη μεταβίβαση στην καθ΄ ης η αίτηση επαρκών περιουσιακών στοιχείων, ώστε να μην οφείλεται ποσό στην καθ΄ ης η αίτηση. Επισημαίνω ότι ο ισχυρισμός περί εξόφλησης αφορά γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν της έκδοσης της απόφασης (βλέπε σχετικά παραγράφους 5 και 6 ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και Τεκμήριο 4). Περαιτέρω, η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι με την απόφαση με την οποία εγκρίθηκε η εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, το Δικαστήριο έθεσε όρους σε σχέση με χαρτοσήμανση συμφωνιών χρηματοδότησης, προκειμένου να συνταχθεί η απόφαση. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι αυτή η νενομισμένη χαρτοσήμανση δεν έλαβε χώρα με αποτέλεσμα η απόφαση να είναι άκυρη εφόσον δεν τηρήθηκαν οι όροι που έθεσε το Δικαστήριο (βλέπε σχετικά παραγράφους 8 και 9 ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση). Επισημαίνει δε το γεγονός ότι έχει εφεσιβάλει την απόφαση για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης και περαιτέρω επιφυλάσσει δικαίωμά της να καταχωρήσει αίτηση αναστολής της διαδικασίας. Τα πιο πάνω, είναι η θέση της, συνιστούν καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους, με αποτέλεσμα η αίτηση εκκαθάρισης να είναι πρόωρη, καταδικασμένη σε αποτυχία ή ακόμα να συνιστά και κατάχρηση της διαδικασίας. Τέλος, η αιτήτρια κάνει αναφορά σε άλλες διαδικασίες που προηγήθηκαν ή που είναι ακόμη σε εκκρεμότητα και ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο υπεισέλθει και εξετάσει την αίτηση εκκαθάρισης, τότε θα εμπλακεί και ίσως επηρεάσει αποτέλεσμα άλλων διαδικασιών και θα είναι σαν να λαμβάνει απόφαση σε αυτές. Με την πολυσέλιδη ένστασή της (σύντομη αναφορά στους, 23 συνολικά, λόγους ένστασης γίνεται πιο κάτω) και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, όπως ήτο και αναμενόμενο, η καθ΄ ης η αίτηση προβάλλει μια εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή, ως προς τα γεγονότα τα οποία κατ΄ ισχυρισμό συνθέτουν την υπό εξέταση αίτηση, αλλά και την ίδια την αίτηση εκκαθάρισης. Κάνει αναφορά στα γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν της έναρξης της διαδικασίας ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Αμφισβητεί την κατ΄ ισχυρισμό αποπληρωμή του χρέους από την αιτήτρια και επισημαίνει δε, ότι αυτή η κατ΄ ισχυρισμό αποπληρωμή, έλαβε χώρα απλά και θεωρητικά με τη δήλωση πρόθεση της αιτήτριας να προχωρήσει με τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων και μετοχών προς την καθ΄ ης η αίτηση, πρόταση η οποία δεν έγινε αποδεκτή και πρόταση η οποία έγινε σε χρόνο πριν από την έκδοση της απόφασης. Σε σχέση με τη διαιτητική διαδικασία, επισημαίνει ότι η αιτήτρια δεν εμφανίστηκε στην εν λόγω διαδικασία, παρόλο που ειδοποιήθηκε δεόντως. Εκδόθηκε δε, υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση η διαιτητική απόφαση. Η αιτήτρια εμφανίστηκε και έφερε ένσταση στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 509/2014, στην οποία, κατόπιν ακρόασης εκδόθηκε στις 11/12/2015 απόφαση εγγραφής, αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης. Το Δικαστήριο περαιτέρω έδωσε οδηγίες χαρτοσήμανσης συμφωνίας δανείου εντός 90 ημερών από την έκδοση της απόφασης και όπως το διάταγμα να μη συνταχθεί, εκτός εάν προηγουμένως χαρτοσημανθεί η συμφωνία δανείου. Είναι η θέση της καθ΄ ης η αίτηση ότι η συμφωνία δανείου χαρτοσημάνθηκε δεόντως, εξού και ο Πρωτοκολλητής προχώρησε με τη σύνταξη του Διατάγματος (drawn up order) στις 7/1/
- Με την επιστολή της ημερομηνίας 27/7/2016 δυνάμει του άρθρου 211 και 212 του Κεφ. 113, η καθ΄ ης η αίτηση έδωσε προθεσμία 21 ημερών στην αιτήτρια προκειμένου να ικανοποιήσει την πιο πάνω απόφαση. Η αιτήτρια αρνήθηκε την πληρωμή της απόφασης με επιστολή ημερομηνίας 5/8/2017, στην οποία προώθησε τη θέση ότι καλόπιστα αμφισβητεί την οφειλή και ότι η ύπαρξη ή μη της οφειλής θα κριθεί στα πλαίσια εκδίκασης της αγωγής 7537/
- Επισημαίνει δε η καθ΄ης η αίτηση ότι τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την εν λόγω αγωγή είναι γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν της δικαστικής διαδικασίας, ότι η οφειλή της αιτήτριας έχει αποφασιστεί στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας και η απόφαση αυτή έχει αναγνωριστεί και εγγραφεί στην Κύπρο. Η απόφαση στη γενική αίτηση 509/14 είναι καθόλα έγκυρη, έχουν τηρηθεί όλοι οι όροι που έχουν τεθεί δυνάμει της απόφασης και δεν μπορεί η πλευρά της αιτήτριας να την αμφισβητεί. Καταλήγει ότι η επίδικη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Και οι δύο πλευρές έχουν καταχωρήσει εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες εκάστη πλευρά επιχειρηματολογεί και προωθεί τις θέσεις της. Μεταφέρω επιγραμματικά τις θέσεις κάθε πλευράς. Οι δικηγόροι της αιτήτριας επισημαίνουν ότι η αίτηση εκκαθάρισης είναι ιδιαίτερα δραστικό μέτρο και αναφέρονται στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, όπου και όταν κρίνει ότι η αίτηση δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας ή όταν αυτή καταχωρείται για σκοπούς κατάχρησης της διαδικασίας να την παραμερίσει. Είναι περαιτέρω, η θέση της αιτήτριας ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί εφόσον το χρέος αμφισβητείται καλόπιστα. Ακόμα και εάν δεν έχει ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης, η ύπαρξη της έφεσης δεικνύει την αμφισβήτηση του χρέους. Από την άλλη οι δικηγόροι καθ΄ ης η αίτηση, με τη γραπτή τους αγόρευση επαναλαμβάνουν, υιοθετούν και αναλύουν τους λόγους ένστασης. Είναι η θέση τους ότι η οφειλή της αιτήτριας υφίσταται, έχει αποφασιστεί από το αρμόδιο διαιτητικό δικαστήριο και στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 509/2014 έχει αναγνωριστεί και εγγραφεί από τα κυπριακά δικαστήρια. Επισύρουν δε την προσοχή του Δικαστηρίου, στην όλη στάση που έχει τηρήσει η αιτήτρια αναφορικά με τη διαιτητική διαδικασία (δεν εμφανίστηκε, ούτε εφεσίβαλε την εν λόγω απόφαση) καθώς και το ότι οι ενστάσεις της πρώτη φορά προβλήθηκαν στο στάδιο εγγραφής της διαιτητικής απόφασης στην Κύπρο. Υπεραμύνονται δε της ορθότητας της αίτησης εκκαθάρισης και της εγκυρότητας της απόφασης στη γενική αίτηση 509/
- Ζητούν την απόρριψη της επίδικης αίτησης για διαγραφή της αίτησης εκκαθάρισης, εφόσον η διαγραφή δικογράφου είναι εξαιρετικό μέτρο και πρέπει να ασκείται με μέτρο και εκεί όπου είναι αδιαμφισβήτητη η αναγκαιότητα διαγραφής. Τέλος, επισημαίνουν στο Δικαστήριο τη βαρύτητα της διαδικασία της διαιτησίας ως μέσου επίλυσης διαφορών και το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την αναγνώριση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων. Έχοντας αναφέρει τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την επίδικη διαφορά, προχωρώ αμέσως να εξετάσω το ίδιο το αίτημα της αιτήτριας. Το αιτητικό της επίδικης αίτησης ημερομηνίας 28/4/2017, έχει ως ακολούθως: Α. «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παραμερίζει και/ή απορρίπτει και/ή αναστέλλει την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αίτηση των BM-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ (JOINT-STOCK COMMERCIAL BANK «BANK OF MOSCOW»(OPEN JOINT STOCK COMPANY)»από τη Ρωσία ημερομηνίας 13.2.2017 (στο εξής η «Αίτηση»)για το λόγο ότι το αντικείμενο και/ή η αξίωση που εγείρεται και/ή το ισχυριζόμενο χρέος στο οποίο βασίζεται η θεμελιώνεται η Αίτηση τελεί υπό αμφισβήτηση και δεν μπορεί να εκκαθαρισμένη απαίτηση και η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν είναι και δεν μπορεί να θεωρείται πιστωτής της Εταιρείας και δεν μπορεί να αποφασιστεί στην Αίτηση αλλά σε κανονική πολιτική αγωγή ή διαιτησία και/ή για το λόγο ότι η Αίτηση είναι κακόπιστη, υποβολιμαία και εκδικητική και/ή ότι η καταχώρηση της συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και ή ότι είναι καταδικασμένη σε απόρριψη υπό τις περιστάσεις» Β. «Διάταγμα που να απαγορεύει στην Καθ΄ ης Αίτηση και/ή σε οποιοδήποτε εκπρόσωπο της από του να προβεί σε οποιαδήποτε δημοσίευση και/ή δημοσιοποίηση της αίτησης και/ή περίληψη αυτής». Η νομική βάση της αίτησης, είναι τα άρθρα 211,212(α), 213 και 218 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, οι Διαταγές Δ.48,θθ1,2,3,7, Δ.27θ3, Δ.19θ26 και Δ.65 θθ1 και 2 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς Καν. 1,2,3,4,5 και 8, στους Περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμούς του 1933-1998 Καν.92 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του Γιώργου Φιλιππίδη ημερομηνίας 28/4/2017, ως αυτή έχει πιο πάνω περιληπτικά αποδοθεί. Στην πιο πάνω αίτηση, η Καθ΄ η Αίτηση καταχώρησε ένσταση, προβάλλοντας πληθώρα λόγων ένστασης, ήτοι 23 λόγους ένστασης, πλείστοι εκ των οποίων συνιστούν επανάληψη προηγούμενων λόγων ένστασης με διαφορετική διατύπωση. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλει συνοπτικά, περιληπτικά και επιγραμματικά συνίστανται σε κώλυμα προβολής ισχυρισμών εξόφλησης από την αιτήτρια, στο ότι δεν προβάλλεται καλόπιστη αμφισβήτηση χρέους, υπεραμύνεται της εγκυρότητας της απόφασης και ισχυρίζεται ότι δεν δικαιολογείται νόμω και ουσία το αίτημα για παραμερισμό της αίτησης εκκαθάρισης. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Τσιούλλου, ως αυτή έχει επίσης συνοπτικά καταγραφεί πιο πάνω. Με την ένορκή του δήλωση, ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει σε έκταση τους λόγους ένστασης του, επισυνάπτοντας δε πληθώρα τεκμηρίων. Τόσο το περιεχόμενο της αίτησης και της ένσταση όσο και τα επισυνημμένα τεκμήρια είναι ενώπιον μου, τα έχω μελετήσει και πέραν της πιο πάνω συνοπτικής αναφοράς εάν και εφόσον χρειαστεί θα αναφερθώ λεπτομερώς πιο κάτω. Κρίνω σκόπιμο προκειμένου να καταστούν εντελώς ξεκάθαρα τα επίδικα ζητήματα που αναφύονται και πηγάζουν από την όλη διαδικασία που σχετίζεται την υπόθεση αυτή, να κάνω πρώτα εν τάχει, αναφορά στο νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο το οποίο καθορίζει και ρυθμίζει αιτήσεις εκκαθάρισης εταιρείας. Η διαδικασία εκκαθάρισης εταιρείας ρυθμίζεται από τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, στο Μέρος V. Μεταξύ άλλων, στο άρθρο 211(ε) αναφέρεται ότι εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο εάν είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Στο επόμενο άρθρο 212, καταγράφεται ο ορισμός της ανικανότητας πληρωμής των χρεών. Η αίτηση εκκαθάρισης εταιρείας σαφέστατα είναι μια δραστική διαδικασία, και ως τέτοια σίγουρα είναι σημαντικό η ίδια η αίτηση να είναι καλόπιστη και να μην επιχειρεί ο αιτητής μέσω αυτής να επιτύχει αλλότριους σκοπούς (Re a Company [1894] 2Ch.349). Στην απόφαση στην υπόθεση, Χατζηγιάννης Ανδρέας ν. C J Kyprianou Promotions Ltd,
(2010)1 AAΔ 991, καταγράφεται το διαδικαστικό πλαίσιο που τηρείται σε αιτήσεις εκκαθάρισης και τι είναι αυτό που το Δικαστήριο εξετάζει προκειμένου να εγκρίνει ή απορρίψει τέτοια αίτηση. Από τις βασικές ενστάσεις που εγείρονται σε αυτή τη διαδικασία, είναι η καλόπιστη αμφισβήτηση της οφειλής (εάν η απαίτηση δεν εδράζεται σε εκκαθαρισμένη απαίτηση ή εδράζεται πάνω σε αμφισβητούμενη απαίτηση) καθώς επίσης και η μη ιδιότητα της αιτήτριας εταιρείας ως πιστωτή (βλ. επίσης Αναφορικά με την εταιρεία G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1A A.A.Δ. 315). Σε περίπτωση που πετύχει κάποια από τις πιο πάνω ενστάσεις, τότε αναπόφευκτα η αίτηση εκκαθάρισης είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Στη διαδικασία αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας ό, τι ενδιαφέρει προς εκδίκασή της είναι κατά πόσο μετά από εξέταση της αίτησης το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι όντως η εταιρεία είναι «αναξιόχρεη». Στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής δε χωρούν αμφισβητήσεις και ενστάσεις άλλες εκτός από τη συνδρομή/πλήρωση της επιταγής του νόμου (πχ ο αιτητής δεν είναι πιστωτής, το χρέος δεν είναι εκκαθαρισμένο). Είναι αυτονόητο ότι οι πιο πάνω αμφισβητήσεις/ενστάσεις εγείρονται και εξετάζονται στα πλαίσια εξέτασης της κυρίως αίτησης και όχι έξω από αυτήν. Η διαδικασία παραμερισμού, δεν είναι πρόσφορο δικονομικό διάβημα προκειμένου το Δικαστήριο να εξετάσει και να αποφανθεί προκαταρκτικά και επί της ουσίας σε σχέση με την ίδια την αίτηση εκκαθάρισης. Έχοντας καταγράψει πιο πάνω, τη διαδικασία που ακολουθείται σε περίπτωση αίτησης εκκαθάρισης δυνάμει του άρθρου 211 και 212 του Κεφ.113 και το τί είναι αυτό το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, σημειώνω ότι δεν παραβλέπω το γεγονός ότι σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, αμφισβήτησης της οφειλής (όχι ως προς το ύψος) τότε η αίτηση εκκαθάρισης δεν μπορεί να επιτύχει. Όπως επίσης το πνεύμα και ο σκοπός που ακολουθείται σε διαδικασίες αιτήσεων (petition) είναι δεδομένος με ζητούμενο την ταχεία εκδίκαση υποθέσεων, εφόσον σε υποθέσεις αυτής της φύσης τα επίδικα ζητήματα είναι ξεκαθαρισμένα. Ζητούμενο σε αυτή τη διαδικασία δεν είναι μια μακρά και περίπλοκη ακρόαση στην οποία θα εξεταστούν με λεπτομέρεια αμφισβητούμενα γεγονότα. Σε περίπτωση που υπάρχουν επίδικα ζητήματα προς διερεύνηση, τότε η διαδικασία της αίτησης εκκαθάρισης, πιθανό να μην είναι το πλέον πρόσφορο μέσο, αλλά θα έπρεπε να καταχωρηθεί αγωγή (βλ. σχετικά Αναφορικά με την αίτηση των JUNPORTINTERNATIONALLIMITEDK.A. κ.α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D295, Αίτηση Αρ. 115/2017, 15/9/2017). Από τη νομική βάση της επίδικης αίτησης σε συνάρτηση με το υπό εξέταση αίτημα, η ευχέρεια του Δικαστηρίου να παραμερίσει δικόγραφο πηγάζει από τις Δ.19θ26 και Δ.27θ3 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Υπενθυμίζω ότι οι δύο αυτές Διαταγές, παρέχουν διαφορετική εξουσία στο Δικαστήριο. Η μεν Δ.19θ26, περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε διαγραφή μέρους του δικογράφου, ενώ η Δ.27θ3 παρέχει ευχέρεια στο Δικαστήριο για διαγραφή όλου του Δικογράφου (βλ. σχετικά ΝΙΚΟΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ ν.FEDERAL BANK OF LEBANON (SAL)
(1998)1 ΑΑΔ 1338). Είναι ξεκάθαρο πως η Διαταγή που ενδιαφέρει και χρήζει εξέτασης στην προκειμένη περίπτωση είναι η Δ.27θ3, ως η επιταγή της οποίας όλο το δικόγραφο (η αίτηση εκκαθάρισης στην παρούσα περίπτωση) διαγράφεται όταν φανεί ότι είτε το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει καλή αιτία αγωγής ή όταν αυτή είναι μηδαμινή ή ενοχλητική (frivolous or vexatious). Το δικονομικό διάβημα το οποίο ζητεί η αιτήτρια, σε σχέση με τη διαγραφή όλου του δικογράφου, ως η νομολογία έχει ξεκαθαρίσει, είναι εξαιρετικό μέτρο το οποίο πρέπει να δίδεται από τα Δικαστήρια περιορισμένα (με λελογισμένη δαπάνη) (βλ. επίσης Annual Practice 1958 pg 477). Πολύ πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο επί του ζητήματος αυτού, στην απόφαση ESQUIRE HOLDING LTD v. TSENTAS DEVELOPERS LTD κ.α., Πολιτική Έφεση αρ.Ε191/2015, 23/3/2016, επανέλαβε και επισήμανε όλες τις αρχές και παραμέτρους που πρέπει να λαμβάνει υπόψη του κάθε πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτημάτων αυτής της φύσεως. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι ενδεικτικό: «Με βάση τη σχετική νομολογία κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου είναι εξαιρετικό μέτρο και μέρη από τη δικογραφία μπορούν να διαγραφούν όταν τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής. Όπως έχει τεθεί από παλαιά (βλ Annual Practice 1958, σελ.477 κ.ε.) απλή πολυλογία δεν προκαλεί αμηχανία. Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεση τους εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους Κανόνες. Ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα τούτο δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. » Το απαύγασμα, θα έλεγα, του σκοπού και του τρόπου με τον οποίο το Δικαστήριο κάνει χρήση της ευχέρειας διαγραφής δικογράφου, απαντάται στο ακόλουθο απόσπασμα από τον Bowen, L.J., in Knowles v. Roberts, 38 Ch. D. p. 270, στο οποίο παραπέμπει και η απόφαση SOUTHFIELDS INDUST v. MV «ADRIATIKA K»,
(1989)1 ΑΑΔ 301: «The rule that the Court is not to dictate to parties how they should frame their case, is one that ought always to be preserved sacred. But that rule is, of course, subject to this modification and limitation, that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law and if a party introduces a pleading which is unnecessary, and it tends to prejudice, embarrass, and delay the trial of the action, it then becomes a pleading which is beyond his right». Σημειώνω επίσης ότι, έχω πάντα υπόψη μου πως η διαγραφή δικογράφου γίνεται μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις, "striking out is employed only in plain and obvious cases" (βλ. FASILI AND OTHERS v. SUN BOAT
(1984)1 CLR 679). Ανατρέχω στην ίδια την αίτηση και τους λόγους που προβάλλονται για παραμερισμό όλου του δικογράφου. Οι λόγοι στους οποίους η αιτήτρια εταιρεία στηρίζει το αίτημά της, καταγράφοντας αυτούς με επικεφαλίδες, είναι οι ακόλουθοι: · υπάρχει καλή τη πίστη αμφισβήτηση του χρέους για το οποίο έχει καταχωρηθεί η αίτηση εκκαθάρισης, · αμφισβητείται η νομιμότητα και η εγκυρότητα της απόφασης, στη βάση της οποίας η καθ΄ ης η αίτηση προωθεί την αίτηση για εκκαθάριση, εφόσον κατά παράβαση των όρων που έχουν τεθεί στην εν λόγω απόφαση η συμφωνία δανείου δεν έχει χαρτοσημανθεί, · εφόσον υπάρχει αμφισβήτηση του χρέους η αίτηση εκκαθάρισης είναι πρόωρη και καταχρηστική, · εκκρεμεί αγωγή, η απόφαση στην οποία θα επιλύσει τελικά τις διαφορές μεταξύ των μερών, · η αίτηση εκκαθάρισης είναι καταπιεστική και/ή άδικη και σκοπό έχει να προκαταλάβει την εκδίκαση της αγωγής, · εκκρεμούν επίσης άλλες διαδικασίες παραμερισμού αποφάσεων συναφών με τα επίδικα ζητήματα και ότι · υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση από την επίδοση της ειδοποίησης το 2012 και την καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης το 2017. Με απλή ανάγνωση και μόνο των πάνω λόγων παραμερισμού, όπως επίσης και των όσων καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δυσκολεύομαι ιδιαίτερα να πειστώ ότι τα όσα προβάλλονται εμπίπτουν εντός της εμβέλειας της Δ.27θ3 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, ως αυτή αναλύεται πιο πάνω, και επομένως η αίτηση εκκαθάρισης να θεωρηθεί είτε ότι δεν αποκαλύπτει λογική αιτία ή ότι είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική («frivolous or vexatious»), σε τέτοιο πρόδηλο βαθμό έτσι ώστε να δικαιολογείται ο πλήρης παραμερισμός της. Ούτε περαιτέρω γίνεται επίκληση κάποιου άλλου λόγου ο οποίος να δικαιολογεί τον παραμερισμό του δικογράφου από το στάδιο αυτό, όπως ότι δεν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις του νόμου λόγω του ότι, παραδείγματος χάριν, η αίτηση εκκαθάρισης καταχωρήθηκε πριν από την πάροδο της προθεσμίας των 21 ημερών, ή ότι το ποσό για το οποίο ζητείται η εκκαθάριση είναι κάτω των €5.000 (In re Gold Hill Mines
(1883)23 Ch.D. 210), λόγοι δηλαδή που από την ίδια την όψη της αίτησης (on the face of
- it)αν όχι να επιτάσσουν, να δικαιολογούν έστω τον παραμερισμό της. Ας μη λησμονούμε ότι η νομολογία καθορίζει ότι παραμερισμός δικογράφου είναι μέτρο το οποίο ασκείται με ιδιαίτερη περίσκεψη, κατ΄ εξαίρεση και μόνο εκεί όπου τα γεγονότα είναι τόσο ξεκάθαρα που ο παραμερισμός είναι μονόδρομος. Η βασική θέση της πλευράς της αιτήτριας για την οποία επιζητεί τον παραμερισμό της αίτησης εκκαθάρισης, είναι επειδή αμφισβητεί το χρέος προβάλλοντας δε διάφορους ισχυρισμούς προς επίρρωση της θέσης της αυτής (πχ αμφισβητεί την ίδια την εγκυρότητα της απόφασης εφόσον δεν τηρηθήκαν όροι που έθετε, αμφισβητεί στην ουσία της την απόφαση και επισημαίνει ότι έχει καταχωρήσει έφεση, ισχυρίζεται ότι η οφειλή έχει εξοφληθεί, ισχυρίζεται ότι άλλες διαδικασίες σε εκκρεμότητα είναι σε θέση να επιλύσουν την διαφορά). Όσο πρόσφορη και εάν είναι αυτή η θέση της, βλ. σχετικά Buckley on Companies Act, 13 έκδοση, σελ.451 όπου καταγράφονται τα επιχειρήματα που αναπαράγει η αιτήτρια, δεν παύει τα όσα διατείνεται να είναι δυνητικές ενστάσεις στην αίτηση εκκαθάρισης και εντός εκείνων των πλαισίων είναι που εξετάζονται. Κατά τα λοιπά, σε μια αίτηση παραμερισμού, το Δικαστήριο δεν δύναται να αποστεί από τη νομολογία και τα διαλαμβανόμενα στην Δ.27θ3 και να αποφανθεί επί ζητημάτων άλλων. Οφείλω δε να επισημάνω πως από η στιγμή που η κατάληξη μου είναι ότι, οι λόγοι οι οποίοι εγείρονται και αναδεικνύονται με την αίτηση παραμερισμού, συνιστούν ζητήματα τα οποία εξετάζονται εντός της διαδικασίας εξέτασης της ίδιας της αίτησης εκκαθάρισης και όχι στα πλαίσια των αρχών της Δ.27θ3 και τις σχετικής νομολογίας, η οποιαδήποτε έκφραση άποψής από εμένα αναφορικά με τη βαρύτητα ή μη, την εγκυρότητα ή μη, το εύλογο ή μη τέτοιων ζητημάτων και επιχειρημάτων, θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη, πιστεύω, έκφραση γνώμης σε σχέση με θέματα τα οποία θα εξεταστούν στα πλαίσια της κυρίως αίτησης και για αυτό το λόγο, συνειδητά δεν προχωρώ σε σχολιασμό αυτών των θέσεων για τις οποίες θα αποφανθώ εξετάζοντας την αίτηση εκκαθάρισης. Εν κατακλείδι και αφού έχω διεξέλθει με ιδιαίτερη προσοχή το ενώπιον μου τεθειμένο αίτημα και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, πραγματικά δεν διαβλέπω κανένα αποχρώντα λόγο ο οποίος να δικαιολογεί τον παραμερισμό της αίτησης εκκαθάρισης. Οι λόγοι που προβάλλει η αιτήτρια δεν είναι τέτοιοι που να καθιστούν την προώθηση της αίτησης εκκαθάρισης, κακόπιστη σε τέτοιο βαθμό που από την όψη της (on the face of
- it)να δικαιολογείται ο παραμερισμός της, ως η επιταγή της Δ.27θ3 και οι αρχές που έχει θέσει η νομολογία. Η παρεμβολή της υπό εξέτασης αίτησης στη διαδικασία εκκαθάρισης, μόνο αχρείαστη σπατάλη δικαστικού χρόνου επιφέρει και αύξηση εξόδων, εφόσον όλα όσα προβάλλει η αιτήτρια θα εξεταστούν στα πλαίσια της κυρίως αίτησης και όχι προκαταρκτικά και εκτός αυτής. Σε σχέση με το έτερο αίτημα, ήτοι την έκδοση διατάγματος το οποίο να απαγορεύει τη δημοσίευση της αίτησης ή περίληψής αυτής, κατ΄ αρχήν σημειώνω ότι το αίτημα αυτό, πέραν της αναγραφής του ως αιτητικό Β στην υπό εξέταση αίτηση, δεν προωθείται με οποιοδήποτε άλλο τρόπο από την αιτήτρια και επομένως θεωρώ ότι η αιτήτρια έχει εγκαταλείψει το αίτημα αυτό. Παραταύτα και πέραν της πιο πάνω διαπίστωσής μου, λακωνικά επισημαίνω ότι, οδηγίες για δημοσίευση αίτησης εκκαθάρισης είναι θέμα υπαγόμενο στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο την ασκεί «σύμφωνα με τη νομολογία, με βάση την ορθή πρακτική που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις (K.M.C. Motors v. Jorephanco Trading
(1984)1 C.L.R. 390).» (βλ. σχετικά Αναφορικά με την Αίτηση των Urals Energy Public Company Limited, Πολιτική ECLI:CY:AD:2014:D547, Αίτηση Αρ.44/2014, 18/7/2014). Για το ζήτημα αυτό βλέπε επίσης σχετικά Buckley on Companies Act, 13 έκδοση, σελ.1022, όπου καθορίζεται ότι η αναγκαιότητα της δημοσίευσης αίτησης εκκαθάρισης. Για όλους του λόγους που αναφέρω πιο πάνω, η αίτηση ημερομηνίας 28/4/2017 απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας ERTASIO HOLDINGS LIMITED και υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση BM-BANK JOINT STOCK COMPANY (Πρώην JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK 'BANK OF MOSCOW' (OPEN JOINT - STOCK COMPANY)), ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή ως ο σχετικός Διαδικαστικός Κανονισμός και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) .............................. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο