← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΖΟΡΠΑ διεξάγων επιχειρήσεις υπό την εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία A. G. ZORPAS TRAVEL ν. ΠΕΤΡΟY ΣΑΒΒΑ, Αρ. Αγωγής: 1683/2015, 20/12/2017

ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΖΟΡΠΑ διεξάγων επιχειρήσεις υπό την εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία A. G. ZORPAS TRAVEL ν. ΠΕΤΡΟY ΣΑΒΒΑ, Αρ. Αγωγής: 1683/2015, 20/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A395 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1683/2015 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΖΟΡΠΑ διεξάγων επιχειρήσεις υπό την εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία A. G. ZORPAS TRAVEL Ενάγοντα και ΠΕΤΡΟY ΣΑΒΒΑ Eναγόμενου -------------------------- 20 Δεκεμβρίου, 2017. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Γ. Παπαθεοδώρου Για Εναγόμενο: κα Γιάγκου διά Ε. Νεοφύτου και Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου ποσό €6.768,43 πλέον τόκο και έξοδα. Ισχυρίζεται ότι το ποσό αυτό αφορά υπόλοιπο οφειλής που προέκυψε σε σχέση με υπηρεσίες ταξιδιωτικού πράκτορα που παρείχε στον Εναγόμενο ή που ο Εναγόμενος είχε αναλάβει προσωπικά να αποπληρώσει. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του αρνείται ότι οφείλει προσωπικά οποιοδήποτε ποσό, ισχυριζόμενος ότι εάν υπάρχει οφειλή τότε οφειλέτης είναι το αθλητικό σωματείο Ολυμπιακός Λευκωσίας του οποίου είχε διατελέσει πρόεδρος ή η εταιρεία η οποία είχε αναλάβει τη διαχείριση του ποδοσφαιρικού τμήματος του σωματείου. Με τη συμφωνία των δύο πλευρών, η ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθη στη βάση των διατάξεων της Δ.30 Θ5

(1)και
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η κάθε πλευρά παρουσίασε στο Δικαστήριο, υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων, τη μαρτυρία της, δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα και οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς και των εγγράφων που επισυνάπτονται σε αυτές ως τεκμήρια. Δεν θα αναπαράγω με λεπτομέρεια το περιεχόμενο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, αλλά, για σκοπούς πληρότητας της απόφασής μου, παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των κυριοτέρων σημείων των ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων που παρουσιάστηκαν και που κρίθηκαν σημαντικά για το αποτέλεσμα. Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων, τέθηκε ενώπιόν μου η ένορκη δήλωση του Ενάγοντα κ. Ανδρέα Ζορπά (ΜΕ1). Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει, μεταξύ 2009 και 2011 προσέφερε «με εντολή και οδηγίες και δια λογαριασμό του Εναγόμενου» υπηρεσίες ταξιδιωτικής πρακτόρευσης περιλαμβανομένης έκδοσης αεροπορικών εισιτηρίων συνολικού ποσού €26.262,
  1. Σε σχέση με τις υπηρεσίες αυτές διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο Β στην ένορκή του δήλωση) και εξέδιδε κατά καιρούς διάφορα τιμολόγια (αντίγραφα των οποίων επισυνάπτει ως δέσμη, Τεκμήριο Α στην ένορκή του δήλωση). Σημειώνω ότι τόσο η κατάσταση λογαριασμού όσο και τα τιμολόγια εκδίδονταν στο όνομα «Olympiakos Nicosia». Συνεχίζει λέγοντας ότι «ο Εναγόμενος είτε πρόσωπα δια λογαριασμό του Εναγομένου πλήρωσαν κατά διαστήματα διάφορα ποσά ήτοι πλήρωσαν συνολικά σε εμένα το συνολικό ποσό των €19.494.04σ. και παρέμεινε ως υπόλοιπο οφειλόμενο σε εμένα το ποσό των €6.768.43σ», το οποίο ο Ενάγοντας διεκδικεί με την παρούσα αγωγή και το οποίο ο Εναγόμενος παραλείπει να εξοφλήσει «παρ' όλο ότι αναγνώριζε την οφειλή του και υπόσχετο σε εμένα την πληρωμή της». Αναφέρει επίσης ότι, στα πλαίσια των συναλλαγών τους, ο Εναγόμενος ενεργούσε προσωπικά και όχι ως πρόεδρος του αθλητικού σωματείου Ολυμπιακός Λευκωσίας, ούτε ως διευθυντής της εταιρείας Ολυμπιακός Λευκωσίας (Ποδόσφαιρο) Δημόσια Λτδ. Υποστηρίζει ότι η συνεργασία μεταξύ του με τον Εναγόμενο είχε ξεκινήσει από το 2009, ενώ η εταιρεία Ολυμπιακός Λευκωσίας (Ποδόσφαιρο) Δημόσια Λτδ, στην οποία το σωματείο είχε αναθέσει τη διαχείριση του ποδοσφαιρικού του τμήματος, συστάθηκε το
  2. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι και ο ίδιος είχε διατελέσει μέλος του διοικητικού συμβουλίου του αθλητικού σωματείου Ολυμπιακός Λευκωσίας και γνώριζε, εκ της θέσεως του, ότι το σωματείο «δεν ήταν αξιόχρεο και διαχρονικά δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίζει τις υποχρεώσεις του» και ένεκα αυτού «δεν υπήρχε καμία περίπτωση να παραχωρήσω πίστωση στο σωματείο». Συνεχίζει λέγοντας ότι «ο μόνος λόγος που αποδέχτηκα να προσφέρω τις υπηρεσίες μου οι οποίες περιγράφονται στην αγωγή, ήταν αποκλειστικά και μόνο διότι γνώριζα προσωπικά τον Εναγόμενο από χρόνια, στηρίχθηκα στις διαβεβαιώσεις του και επειδή ο Εναγόμενος ήταν επιτυχημένος επιχειρηματίας Εταιρείας ανάπτυξης γης και λόγω του ότι αυτός ανέλαβε την προσωπική ευθύνη προς εμένα για την πληρωμή των υπηρεσιών που προσέφερα. Στο παρελθόν είχα σπαταλήσει/προσφέρει αρκετά χρήματα στον Ολυμπιακό και δεν ήμουν πλέον σε θέση να δώσω άλλα και αυτό το γνώριζε πολύ καλά και το αποδέχετο ο Εναγόμενος». Προσθέτει ότι εμπιστεύτηκε και βασίστηκε στις διαβεβαιώσεις του Εναγόμενου ότι θα πλήρωνε ο ίδιος τα οφειλόμενα ποσά. Καταλήγει ότι μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει καμία πληρωμή έναντι του ποσού της απαίτησης. Για σκοπούς υπεράσπισης, η πλευρά του Εναγόμενου παρουσίασε την ένορκη δήλωση του ιδίου (ΜΥ1) και της κας Μαριλένας Κωνσταντίνου (ΜΥ2). Ξεκινώντας από τη μαρτυρία του Εναγόμενου, αυτός αναφέρει ότι από το 2009 μέχρι το 2011 ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Αθλητικού Σωματείου Ολυμπιακός Λευκωσίας και ότι τον Ιούλιο 2011 το σωματείο ανέθεσε στην εταιρεία Ολυμπιακός Λευκωσία (Ποδόσφαιρο) Δημόσια Λτδ τη διαχείριση του ποδοσφαιρικού τμήματος του σωματείου, η οποία ανέλαβε σε αντάλλαγμα όλες τις υποχρεώσεις του σωματείου. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη του δήλωση αντίγραφο της συμφωνίας διαχείρισης μεταξύ του σωματείου και της εταιρείας ημερομηνίας 5.7.
  3. Προσθέτει ότι ο ίδιος ήταν ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας, η οποία συστάθηκε στις 4.7.
  4. Συνεχίζει αναφέροντας ότι το σωματείο ξεκίνησε να συνεργάζεται με το ταξιδιωτικό γραφείο του Ενάγοντα το 2009, μέσω του οποίου το σωματείο προμηθευόταν τα αεροπορικά εισιτήρια και διευθετούσε τη διαμονή για τα ταξίδια της ποδοσφαιρικής ομάδας στο εξωτερικό. Λέει ότι ο Ενάγοντας είχε διατελέσει μέλος του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου και, λόγω της σχέση αυτής, συμφώνησε να παρέχει πίστωση στο σωματείο και να πληρώνεται σταδιακά για τις υπηρεσίες του και ότι αυτό ήταν «ένας τρόπος [ο Ενάγοντας] να βοηθήσει την ομάδα και έμπρακτα παρέχοντας στο Σωματείο ευκολίες πληρωμής των υπηρεσιών του». Προσθέτει ότι η αγορά αεροπορικών εισιτηρίων, κρατήσεις ξενοδοχείων κτλ δεν γίνονταν ποτέ από τον ίδιο αλλά γίνονταν τηλεφωνικώς από τη ΜΥ2, που αρχικά ήταν υπάλληλος του σωματείου και μετά της εταιρείας. Ακολούθως ο Ενάγοντας εξέδιδε τιμολόγια και προέβαινε σε αντίστοιχες χρεώσεις στο λογαριασμό που τηρούσε. Σύμφωνα με το ΜΥ1, οι διάφορες πληρωμές που διενεργούνταν έναντι του λογαριασμού γίνονταν με επιταγές, αρχικά του σωματείου και μετά της εταιρείας. Ειδικότερα, ο ΜΥ1 αναφέρει ότι όταν ο Ενάγοντας ζητούσε να γίνει κάποια πληρωμή, το θέμα τίθετο στις γενικές συνελεύσεις του σωματείου που γίνονταν εβδομαδιαίως. Αφού λαμβανόταν σχετική απόφαση, η ΜΥ2 προχωρούσε στην έκδοση σχετικής επιταγής η οποία υπογραφόταν από δύο πρόσωπα, τον ίδιο, ως πρόεδρο, και από το γενικό γραμματέα του σωματείου. Σύμφωνα με την ένορκή του δήλωση, «δεν αρνείται» το οφειλόμενο ποσό, όμως αρνείται ότι ο ίδιος είχε αναλάβει προσωπικά ευθύνη ή ότι είχε δεσμευτεί για πληρωμή των υπηρεσιών που προσέφερε ο Ενάγοντας. Παραπέμπει στο ότι ο λογαριασμός που τηρούσε ο Ενάγοντας, τα τιμολόγια και οι αποδείξεις που αυτός εξέδιδε (αντίγραφα κάποιων εκ των οποίων επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5 στην ένορκή του δήλωση), δεν ήταν στο όνομα του ιδίου αλλά στο όνομα «Olympiakos Nicosia». Προσθέτει επίσης ότι τόσο τα τιμολόγια όσο και οι αποδείξεις αποστέλλονταν από τον Ενάγοντα στα γραφεία του Ολυμπιακού μέσω τηλεομοιότυπου. Προσθέτει ότι η επίδικη οφειλή προέκυψε από αγορά εισιτηρίων και ταξίδια παιχτών της ποδοσφαιρικής ομάδας και όχι του ιδίου προσωπικά, παραπέμποντας στις λεπτομέρειες της κάθε χρέωσης που αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού που περιλαμβάνει κάθε φορά το όνομα του προσώπου που αφορά. Σημειώνω ότι από το σύνολο της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΥ1 διαφαίνεται ότι είναι κοινώς παραδεκτή και αποδεκτή η θέση του Ενάγοντα ότι παρείχε υπηρεσίες ταξιδιωτικού πράκτορα για τις ανάγκες της ποδοσφαιρικής ομάδας του σωματείου, η τήρηση της κατάστασης λογαριασμού από τον Ενάγοντα σε σχέση με τις υπηρεσίες αυτές, η έκδοση των διαφόρων τιμολογίων και αποδείξεων πληρωμής. Το δε περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού, τιμολογίων και τεκμηρίων που επισυνάπτονται στις ένορκες δηλώσεις δεν έτυχε αμφισβήτησης. Όπως προανέφερα, η πλευρά της υπεράσπισης παρουσίασε επίσης την ένορκη δήλωση της κας Μαριλένας Κωνσταντίνου (ΜΥ2). Αυτή αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι μέχρι το 2010 ήταν υπάλληλος του σωματείου και από το 2011 της εταιρείας (και επισυνάπτει ως τεκμήρια στην ένορκή της δήλωση αντίγραφα σχετικών καταστάσεων αποδοχών από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις). Προσθέτει ότι μέσα στα καθήκοντά της περιλαμβανόταν η κράτηση αεροπορικών εισιτηρίων και διευθέτηση διαμονής στο εξωτερικό των μελών της ποδοσφαιρικής ομάδας του σωματείου, καθώς και ότι οι υπηρεσίες αυτές διευθετούνταν με το ταξιδιωτικό γραφείο του Ενάγοντα κατά την επίδικη περίοδο. Συνεχίζει λέγοντας ότι για τις κρατήσεις αυτές λάμβανε οδηγίες από το διοικητικό συμβούλιο του σωματείου και, ακολούθως, από τους διευθυντές της εταιρείας. Μετά από κάθε κράτηση αποστέλλονταν από τον Ενάγοντα σχετικά τιμολόγια, μέσω τηλεομοιότυπου, στο σωματείο. Στα τιμολόγια αυτά, στις λεπτομέρειες χρεώσεων, αναγράφονταν και τα ονόματα των προσώπων στα οποία εκδίδονταν τα εισιτήρια ή που αφορούσαν οι άλλες υπηρεσίες. Επαναλαμβάνει την αναφορά του ΜΥ1, ότι οι πληρωμές που διενεργούνταν έναντι του λογαριασμού γίνονταν με επιταγές από το βιβλιάριο επιταγών του σωματείου αρχικά και αργότερα της εταιρείας (που είχε υπό τη φύλαξή της) και ότι οι αποδείξεις εκδίδονταν στο όνομα «Olympiakos Nicosia». Υποστηρίζει ότι μέσα στα καθήκοντά της ήταν η ενημέρωση του προέδρου του σωματείου και αργότερα των διευθυντών της εταιρείας για τις πληρωμές που έπρεπε να γίνουν και μετά από συνεδρία αποφασιζόταν κατά πόσο θα γινόταν κάποια πληρωμή. Η ίδια μεριμνούσε για την έκδοση επιταγών που υπογράφονταν από δύο πρόσωπα. Προσθέτει ότι ο Ενάγοντας «συνήθως μιλούσε μαζί μου και ζητούσε να πληρωθεί κάποιο ποσό έναντι των υπηρεσιών του ως η συμφωνία του με τον Ολυμπιακό». Σύμφωνα με τη ΜΥ2, μετά την έκδοση κάποιας επιταγής η ίδια ενημέρωνε τους υπαλλήλους του ταξιδιωτικού γραφείου του Ενάγοντα και είτε ερχόταν ο ίδιος ο Ενάγοντας είτε κάποιος κλητήρας του για να την παραλάβει. Μετά την καταχώρηση της πιο πάνω μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Όπως προανέφερα, έχω μελετήσει το περιεχόμενο όλων των ενόρκων δηλώσεων που τέθηκαν ενώπιόν μου, καθώς και το περιεχόμενο των εγγράφων που επισυνάπτονται σε αυτές ως Τεκμήρια. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, ο σκοπός της οποίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση και που θα είναι, ακολούθως, καθοριστικά για το αποτέλεσμα της δίκης[1]. Προσεγγίζοντας το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς, έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Αυτό γίνεται πάντα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα, όπως προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις της κάθε πλευράς. Όπως διαφαίνεται από τη σύνοψη της μαρτυρίας της κάθε πλευράς που έχω παραθέσει πιο πάνω, σημαντικό μέρος των γεγονότων (τα οποία δεν θα επαναλάβω) είναι κοινώς αποδεκτό. Συνιστά δε και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η παρούσα υπόθεση εκδικάστηκε με συνοπτικό τρόπο, μέσω της διαδικασίας «ταχείας εκδίκασης» των διατάξεων της Δ.30 Θ5
(1)και
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ο συνοπτική εκδίκαση όμως δεν αναιρεί τους βασικούς κανόνες απόδειξης που ισχύουν σε αστικές υποθέσεις. Αντίθετα, το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθιστά πιο επιτακτική την ανάγκη να ακολουθηθούν και να εφαρμοστούν αυστηρά οι κανόνες απόδειξης στην προσέγγιση της μαρτυρίας και των επιδίκων θεμάτων, για να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο σωστό αποτέλεσμα. Το γενικό βάρος απόδειξης (legal burden of proof) της βάσης αγωγής σε μια υπόθεση αυτής της φύσης είναι και παραμένει στους ώμους του Ενάγοντα[2]. Η βάση αγωγής του Ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση, συνίσταται σε ισχυριζόμενη προς αυτόν οφειλή η οποία προέκυψε από την παροχή υπηρεσιών. Από τις θέσεις των δύο πλευρών, όπως διακρίνονται από τις έγγραφες προτάσεις, αλλά και τις ένορκες δηλώσεις των ΜΕ1 και ΜΥ1, προκύπτει ότι τόσο η παροχή των υπηρεσιών όσο και η ύπαρξη της οφειλής είναι παραδεκτά. Ακολουθεί ότι ο Ενάγοντας έχει αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης των αντίστοιχων ισχυρισμών. Με αυτό το δεδομένο, το ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden of proof) μετατίθεται στους ώμους του Εναγόμενου, ο οποίος οφείλει πλέον να στοιχειοθετήσει την υπεράσπιση που επικαλείται, ότι δηλαδή δεν οφείλει προσωπικά οποιοδήποτε ποσό προς τον Ενάγοντα αλλά ότι οφειλέτης είναι είτε το αθλητικό σωματείο Ολυμπιακός Λευκωσίας είτε η εταιρεία Ολυμπιακός Λευκωσίας (Ποδόσφαιρο) Δημόσια Λτδ. Αντίστοιχα, ο Ενάγοντας, για να αποδείξει την αξίωσή του εναντίον του Εναγόμενου, πρέπει να καταδείξει ότι είναι πιο πιθανό παρά όχι, ο Εναγόμενος να είχε προσωπική υποχρέωση για εξόφληση της οφειλής. Η θέση του ΜΕ1, όπως εκφράζεται στην ένορκή του δήλωση, είναι ότι είχε λάβει διαβεβαιώσεις από τον Εναγόμενο ότι θα πλήρωνε και αναλάμβανε ο ίδιος τις χρεώσεις που θα προέκυπταν από την παροχή των υπηρεσιών. Έχω εξετάσει την πειστικότητα της θέσης αυτής, σε συνάρτηση με το μέρος της μαρτυρίας που είναι κοινώς αποδεκτό και τα διάφορα έγγραφα που ο ΜΕ1 έχει παρουσιάσει ως τεκμήρια. Αναφορικά με τα έγγραφα αυτά, σημειώνω ότι ο λογαριασμός που ο Ενάγοντας τηρούσε δεν ήταν στο όνομα του Εναγόμενου αλλά στο όνομα «Olympiakos Nicosia». Επιπρόσθετα, από τις λεπτομέρειες που αναγράφονται έναντι των διαφόρων χρεώσεων που παρουσιάζονται στον λογαριασμό προκύπτει ότι αυτές δεν αφορούσαν το πρόσωπο του Εναγόμενου αλλά τρίτα πρόσωπα. Ο Εναγόμενος δηλαδή δεν φαίνεται να ήταν προσωπικά ο αποδέκτης των υπηρεσιών που προσέφερε ο Ενάγοντας. Σημειώνω περαιτέρω ότι τα δεκάδες τιμολόγια που είχαν εκδοθεί σε σχέση με τις προσφερθείσες υπηρεσίες, δεν εκδόθηκαν στο όνομα του Εναγόμενου αλλά στο όνομα «Olympiakos Nicosia». Δεν παραγνωρίζω τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των ΜΕ1 και ΜΥ1 αναφορικά με το κατά πόσο ο Εναγόμενος είχε αναλάβει προσωπικά την εξόφληση των οφειλών προς τον Ενάγοντα. Σημειώνω ότι κανένας από τους δύο δεν αντεξετάστηκε και έτσι δεν είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τη μαρτυρία τους όταν η αλήθεια της εκδοχής τους αμφισβητείται ευθέως στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Όμως δεν μπορώ ούτε να παραγνωρίσω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ΜΥ2, η οποία επίσης δεν αντεξετάστηκε. Από το περιεχόμενο της μαρτυρίας της ΜΥ2 συνάγεται ότι οι επίδικες υπηρεσίες δεν παρέχονταν κατόπιν οδηγιών ή για λογαριασμό ή προς όφελος του Εναγόμενου, ως ο Ενάγοντας ισχυρίζεται. Σύμφωνα επίσης με τη μαρτυρία της, όλες οι πληρωμές διενεργούνταν από βιβλιάρια επιταγών του σωματείου ή της εταιρείας, μετά από αποφάσεις των διοικητικών τους οργάνων, ότι οι επιταγές παραλαμβάνονταν από τα γραφεία του σωματείου, καθώς και ότι όλες οι αποδείξεις πληρωμής εκδίδονταν στο όνομα «Olympiakos Nicosia». Τα πιο πάνω - και στέκομαι ιδιαίτερα στο περιεχόμενο των εγγράφων που έχουν παρουσιαστεί και που είναι κοινώς αποδεκτά- δεν παραπέμπουν στο ότι ο Εναγόμενος είχε αναλάβει προσωπικά την ευθύνη πληρωμής για τις υπηρεσίες του Ενάγοντα. Αντίθετα, τείνουν να καταδείξουν ότι ο αποδέκτης των υπηρεσιών, ο οφειλέτης, το πρόσωπο που προέβαινε κατά καιρούς σε πληρωμές έναντι του χρέους, αλλά και το πρόσωπο που ο Ενάγοντας αναγνώριζε ως πληρωτή εκδίδοντας στο όνομά του αποδείξεις πληρωμής, δεν ήταν ο Εναγόμενος. Με αυτό το δεδομένο, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας δεν έχει αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η δική του εκδοχή αναφορικά με την ισχυριζόμενη υποχρέωση του Εναγόμενου να πληρώσει το αξιούμενο με την αγωγή ποσό, είναι πιο πιθανή παρά όχι. Η κατάληξη αυτή καθορίζει και το αποτέλεσμα της αγωγής, η οποία δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, ακολουθώντας το γενικό κανόνα, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ...................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Σχετική η Barry Wynne v David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1138 [2] Σχετικές οι Μαρία Κυπριανού-Μεσαρίτη ν AlphaBankCyprusLtd ECLI:CY:AD:2014:A158, Πολιτική Έφεση 181/2011 ημερομηνίας 4.3.2014, Βαρβάρα (Ρίτσα) MasonvΑντώνη Αντωνίου κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A247, Πολιτική Έφεση 273/2010 ημερομηνίας 8.4.2014. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.