Κλεάνθης Κλεάνθους ν. Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, Αρ. Αγωγής: 6839/09, 8/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A375 PΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6839/09 Μεταξύ: Κλεάνθης Κλεάνθους, από τη Λευκωσία. Ενάγοντος -και- Συνεργατική Οικοδομική & Ταμιευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Κύπρου Λτδ, και ως πλέον μετονομασθείσα Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ από τη Λευκωσία. Εναγομένων Ημερομηνία: 8 Δεκεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τοn Ενάγοντα: κ. Σάββας Σαββίδης. Για τους Εναγόμενους: κα Ιωάννα Κορφιώτου. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτούμενες θεραπείες Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ο ενάγοντας επιζητεί τις ακόλουθες θεραπείες: «(Α) Αποζημιώσεις αναφορικά με την ιδιοποίηση από μέρους της Ενάγουσας (προφανώς πρόκειται περί γραμματικού λάθους μιας και αβίαστα προκύπτει ότι αυτό που έπρεπε να καταγραφεί είναι η λέξη «Εναγόμενη») του ποσού των €17,086 (Λ.Κ. 10,000) από το λογαριασμό με αριθμό 724 1682-2 που ο Ενάγων έχει υποστεί λόγω παράβασης από την Εναγόμενη της σχετικής σύμβασης δανείου μεταξύ των διαδίκων. (Β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η χρέωση του λογαριασμού με αριθμό 7241682-2 - που ο Ενάγων διατηρεί με την Εναγόμενη - με το ποσό των €17,086 (Λ.Κ. 10,000) και όλες οι χρεώσεις τόκου και άλλες επιβαρύνσεις που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την εν λόγω χρέωση είναι παράνομες και χωρίς οποιαδήποτε νομική ισχύ. (Γ) Τιμωρητικές και/ή Παραδειγματικές Αποζημιώσεις. (Δ) Νόμιμο Τόκο. (Ε) Δικηγορικά Έξοδα και Έξοδα επίδοσης.» Η εκδοχή του Ενάγοντα Ως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, αλλά και τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς του Ενάγοντα, ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι, περί τον Οκτώβριο του 2000, αιτήθηκε στους Εναγόμενους (πρόκειται για Συνεργατική Εταιρεία που παρέχει τραπεζικές διευκολύνσεις) δάνειο, υπό μορφή γραμματίου, για τα ποσό των ΛΚ15.000,00, το οποίο και εγκρίθηκε στις αρχές Ιανουαρίου
- Όταν, λίγες μέρες μετά την έγκριση του ρηθέντος δανείου, ο ενάγοντας επισκέφθηκε υποκατάστημα των Εναγομένων για να αποσύρει τα χρήματα του δανείου, ενημερώθηκε ότι, άνευ της οποιασδήποτε ρητής ή άλλως πως εντολής του, οι Εναγόμενοι κατέβαλαν, μέσω τραπεζικής επιταγής, ΛΚ10.000,00 από τα χρήματα του δανείου του, στους τότε εργοδότες του και δη την εταιρεία ΛΕΥΚΟΝΟΙΚΟ ΧΡΗΜΑΤΗΣΤΗΡΙΑΚΗ ΛΤΔ (στο εξής «η Λευκόνοικο»). Αμέσως αντέδρασε και ζήτησε εξηγήσεις, με αποτέλεσμα να ενημερωθεί από την κυρία Μαίρη Πασχαλίδου (τότε Γραμματέα/Γενική Διευθύντρια των Εναγομένων), ότι η ενέργεια των εναγομένων να μεταφέρουν τις ΛΚ10.000,00, έγινε καθ' υπόδειξη δύο υψηλόβαθμων στελεχών της εργοδότριας εταιρείας του, εκ των οποίων ο ένας ήταν ο κύριος Χατζηξενοφώντος. Σύμφωνα πάντα με τον Ενάγοντα, ακολούθως, τύγχανε συνεχών υποσχέσεων από τον Χατζηξενοφώντος, ότι το όλο ζήτημα θα το διευθετούσε ο ίδιος, ενώ για το ίδιο θέμα, ο Ενάγοντας ενοχλούσε συνεχώς και τους Εναγόμενους και ειδικότερα την κυρία Πασχαλίδου. Με γνώμονα τις υποσχέσεις αυτές, άρχισε, αλλά και συνέχισε, για δέκα μήνες, ανελλιπώς, να καταβάλλει τη μηνιαία δόση του δανείου, εκ ποσού ΛΚ180,
- Όταν σε κάποιο στάδιο, ο Χατζηξενοφώντος τον ενημέρωσε ότι η Λευκόνοικο δεν σκόπευε να του επιστρέψει τις ΛΚ10.000,00, επήλθε ρήξη στις σχέσεις του ιδίου με τη Λευκόνοικο, η οποία (ρήξη), εν τέλει οδήγησε στην απόλυσή του. Με τούτα τα γεγονότα ως δεδομένα, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά του, ο Ενάγοντας αποφάσισε να πάψει να καταβάλλει τις μηνιαίες δόσεις του δανείου. Συνέχισε, ωστόσο, να επισκέπτεται τους εναγόμενους, και να ζητά από αυτούς να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να μεριμνήσουν ώστε να κατατεθούν στον τρεχούμενό του λογαριασμό οι ΛΚ10.000,00 που παρανόμως μεταφέρθηκαν σε τρίτο πρόσωπο. Όταν, εν τέλει, θεώρησε ότι, παρά τις διάφορες προσπάθειες του, το όλο θέμα δεν θα επιλύετο, διόρισε δικηγόρο, ο οποίος και απέστειλε, εκ μέρους του, επιστολές προς τους εναγόμενους. Παρά τις προσπάθειες, τόσο του ίδιου, όσο και του δικηγόρου του, οι εναγόμενοι δεν ενήργησαν προς διόρθωση του σφάλματος τους, με αποτέλεσμα να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και να ζητά τις πιο πάνω θεραπείες. Ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ακόμα ότι ο Χατζηξενοφώντος και ακόμα ένα άλλο διοικητικό στέλεχος της Λευκόνοικο, διώχθηκαν ποινικά και καταδικάστηκαν σε σχέση, μεταξύ άλλων, και για τήρηση ψευδών λογαριασμών επ' ονόματι τρίτων προσώπων σε σχέση με χρηματιστηριακές πράξεις που διενεργήθηκαν εν αγνοία των προσώπων αυτών. Με τον ίδιο τρόπο, κατά τον Ενάγοντα, τηρούσαν και λογαριασμό στο όνομά του, εν αγνοία του. Ως προς το γεγονός ότι οι ΛΚ10.000,00 κατέληξαν στη Λευκόνοικο, ισχυρίστηκε ότι καμία οφειλή ή χρεωστικό λογαριασμό είχε ο ίδιος στη Λευκόνοικο για να δικαιολογείται η καταβολή των χρημάτων σ' αυτή. Προς απόδειξη της υπόθεσης του, πέραν των όσων ο ίδιος κατέθεσε ενόρκως (ανωτέρω), ο ενάγοντας κάλεσε και τον κύριο Χρίστο Σαββίδη (ΜΕ2), ο οποίος για 34 χρόνια εργάστηκε στον τραπεζικό τομέα ως στέλεχος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, φθάνοντας μέχρι και τη θέση του υποδιευθυντή. Μέσω του ΜΕ2, προωθήθηκε η θέση ότι οποιαδήποτε εντολή δίδεται από πελάτη προς το τραπεζικό ίδρυμα με το οποίο συνεργάζεται για σκοπούς πληρωμής χρημάτων σε τρίτο πρόσωπο, θα πρέπει να δίδεται γραπτώς και ότι, τυχόν μεταφορά χρημάτων σε τρίτο, χωρίς τη γραπτή εντολή του πελάτη, αποτελεί ενέργεια που συγκρούεται με τους νόμους και/ή κανονισμούς και/ή την πρακτική που διέπει τις σχέσεις τράπεζας και πελάτη, και γενικά τις τραπεζικές εργασίες. Η εκδοχή των Εναγομένων Στην αντίπερα όχθη, ως προκύπτει από την Υπεράσπιση, αλλά και από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς των εναγομένων, η πληρωμή των ΛΚ10.000,00, προς τους τότε εργοδότες του ενάγοντα, έγινε κατόπιν εντολών του τελευταίου. Η μη υπογραφή από τον ενάγοντα του εντύπου εντολής που ετοιμάστηκε από πλευράς των εναγομένων (τεκμήριο 14), αναφορικά με τον τρόπο που θα διακινούντο οι ΛΚ15.000,00 του δανείου, οφείλεται σε εκ παραδρομής, παράλειψη της υπαλλήλου των εναγόντων ή του ιδίου του ενάγοντα. Απορρίπτεται σφόδρα η θέση του ενάγοντα ότι η μεταφορά των ΛΚ10.000,00, προς τους τότε εργοδότες του έγινε αυθαίρετα, παράνομα και χωρίς τη δική του εντολή και συγκατάθεση. Προς υποστήριξη των θέσεων που προβάλλουν οι εναγόμενοι, παρουσίασαν δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα την κυρία Μαίρη Πασχαλίδου, (ΜΥ1), και την κυρία Φωτεινή Διονυσίου, (ΜΥ2). Κατά τη ΜΥ1, η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην «έκδοση» του δανείου ή της επίδικης επιταγής των ΛΚ10.000,
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τη θέση της Γραμματέως/Γενικής Διευθύντριας των Εναγομένων. Ήταν μέλος της επιτροπείας των Εναγομένων, η οποία, προφανώς, και εξέτασε την αίτηση του ενάγοντα και ενέκρινε το επίδικο δάνειό του. Μετά την έγκριση κάθε δανείου, η ίδια, αλλά και ο τότε Πρόεδρος της επιτροπείας, κύριος Φειδίας Λουκαΐδης, προϋπέγραφαν επιταγές, χωρίς να συμπληρωθούν τα λοιπά στοιχεία τους, και παρέδιδαν τούτες προς τους αρμόδιους λειτουργούς των εναγομένων, οι οποίοι, ανάλογα με τις οδηγίες των πελατών, θα «εξέδιδαν» το δάνειο και τις επιταγές (συμπληρώνοντας τις λοιπές πληροφορίες επί του σώματος τους). Ως προς την επίδικη επιταγή των ΛΚ10.000,00, αν και δεν ήταν παρούσα κατά την έκδοσή της, με γνώμονα την πρακτική που τηρούσαν και τηρούν ακόμα οι εναγόμενοι σε σχέση με δάνεια του τύπου που δόθηκε και στον ενάγοντα, και δη δάνεια, όπου μέρος των χρημάτων καταλήγει σε τρίτο πρόσωπο, τούτη εκδόθηκε κατόπιν σχετικών οδηγιών του Ενάγοντα προς την αρμόδια λειτουργό των εναγομένων. Απέδωσε δε τη μη υπογραφή, από πλευράς του ενάγοντα του τεκμηρίου 14, σε εκ παραδρομής πράξη και/ή παράλειψη. Υπέδειξε δε τη ΜΥ2, ως τη λειτουργό που «εξέδωσε» το επίδικο δάνειο, αλλά και την επίδικη επιταγή των ΛΚ10.000,00 προς τη Λευκόνοικο. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι κατά την ημέρα έκδοσης του δανείου ή έστω λίγες μέρες αργότερα συνομίλησε μαζί της, και ότι του ανέφερε ότι οι ΛΚ10.000,00, πληρώθηκαν στη Λευκόνοικο κατόπιν εντολής υψηλόβαθμων στελεχών της, ισχυρίστηκε ότι τούτος δεν ευσταθεί και ότι η πρώτη φορά που αντιλήφθηκε ότι ο ενάγοντας παραπονείται σε σχέση με το επίδικο δάνειο, ήταν μετά πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος, το οποίο προσδιόρισε μεταξύ ενός και δύο ετών μετά την έκδοση του δανείου. Απέρριψε επίσης, και την έτερη θέση του Ενάγοντα ότι ο τότε συνήγορος του επικοινώνησε μαζί της, περιορίζοντας την όποια επικοινωνία της με αυτόν, στις επιστολές που απέστειλε ο τελευταίος προς τους Εναγόμενους. Τέλος ισχυρίστηκε ότι στα πλαίσια της συνάντησης που είχε με τον ενάγοντα, την οποία, ως σημειώθηκε μόλις πιο πάνω, τοποθέτησε σε χρόνο ένα με δύο έτη μετά την έκδοση του δανείου, έθεσε στον ενάγοντα το ερώτημα γιατί, αφού από την πρώτη στιγμή ενημερώθηκε περί του ότι ΛΚ10.000,00 από το δάνειο του καταβλήθηκαν στη Λευκόνοικο, άρχισε και συνέχισε να καταβάλλει τη δόση του ανελλιπώς για σεβαστό χρονικό διάστημα; Κατά τη ΜΥ1, ο Eνάγοντας δεν έδωσε καμία εξήγηση. H MY2, ισχυρίστηκε ότι ήταν η λειτουργός των Eναγομένων που χειρίστηκε και εξέδωσε το επίδικο δάνειο. Ανέφερε ακόμα ότι, λόγω της παρόδου μεγάλου χρόνου από την ημέρα που εκδόθηκε το δάνειο, δεν ήταν σε θέση να ενθυμείται ειδικά την περίπτωση. Επικαλούμενη, ωστόσο, την πάγια πρακτική που ακολουθείτο και ακολουθείται ακόμα κατά την έκδοση δανείων ως το επίδικο, δήλωσε με βεβαιότητα ότι η ενέργεια της να εκδώσει την τραπεζική επιταγή ύψους ΛΚ10.000,00 στο όνομα της Λευκόνοικο (βλέπε Τεκμήριο 5), έγινε κατόπιν ρητής εντολής του Ενάγοντα, ο οποίος ήταν παρών και ενώπιον της κατά την ημέρα έκδοσης του δανείου. Ως ισχυρίστηκε, όταν υπάλληλος των Εναγομένων χειριζόταν δάνεια, ως το επίδικο, θα έπρεπε, προτού προχωρήσει στις ενέργειές του με τις οποίες μέρος των χρημάτων ή όλο το χρηματικό ποσό του δανείου θα καταλήξει σε τρίτο πρόσωπο, να ζητήσει από τον δικαιούχο του δανείου να ευρίσκεται παρών στο υποκατάστημα των Εναγομένων και να υπογράψει γραπτή εντολή με την οποία να δίδει οδηγίες προς την τράπεζα να πληρωθεί το τρίτο πρόσωπο. Ως τέτοια εντολή, αναγνώρισε το τεκμήριο 14 ενώπιον του Δικαστηρίου, επί του οποίου, αναγνώρισε και την υπογραφή της. Ως προς το γεγονός ότι επί του τεκμηρίου 14 δεν υπέγραψε ο ενάγοντας, απέδωσε τούτο σε εκ παραδρομής παράλειψη ή πράξη. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι τούτο συνέβη, είτε γιατί, ενώ παρέδωσε το έγγραφο στον ενάγοντα, ο τελευταίος, εκ παραδρομής ή άλλως πως, της το επέστρεψε πίσω ανυπόγραφο, είτε γιατί η ίδια, εκ παραδρομής, δεν το παρέδωσε στον ενάγοντα για να το υπογράψει. Ανέφερε ακόμα ότι, στα πλαίσια των καθηκόντων της διαχειρίστηκε χιλιάδες δάνεια και ότι ποτέ δεν εξέδωσε επιταγή ώστε να καταλήξουν χρήματα σε τρίτο πρόσωπο χωρίς τη ρητή προγενέστερη εντολή του δικαιούχου του δανείου. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι πάντοτε ακολουθούσε την πρακτική που τηρείτο και τηρείται ακόμα από τους Εναγόμενους για τέτοιου είδους δάνεια και ως αποτέλεσμα και/ή συνέπεια, το ίδιο έπραξε και στην επίδικη περίπτωση, με μόνη διαφορά τη μη εναπόθεση της υπογραφής του Ενάγοντα επί του τεκμηρίου
- Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Ενάγοντας, δεν μου έκανε την καλύτερη των εντυπώσεων. Τουναντίον θα έλεγα, μου σχημάτισε την εικόνα ότι πρόκειται για άτομο το οποίο ήρθε ενώπιον του Δικαστηρίου με μοναδικό σκοπό να προωθήσει θέσεις, που κατά τη γνώμη του βοηθούσαν την υπόθεσή του, ανεξάρτητα εάν τούτες ήταν αληθείς ή μη. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές και μια αδικαιολόγητη εμμονή στο να επικαλείται, ανεξάρτητα εάν η ερώτηση που τέθηκε σ' αυτόν δικαιολογούσε μια τέτοια επίκληση, τον ισχυρισμό ότι, η πληρωμή των Λ.Κ.10.000,00 προς τη Λευκόνοικο, έγινε χωρίς τη δική του εντολή. Όποτε βρισκόταν αντιμέτωπος με ερωτήσεις που αφορούσαν στη συμπεριφορά που ο ίδιος επέδειξε, από την ημέρα που έγινε γνώστης της πληρωμής των Λ.Κ10.000,00 στη Λευκόνοικο και επέκεινα, προωθούσε εντελώς γενικούς και πολλές φορές ασαφείς ισχυρισμούς, για να δικαιολογήσει την ομολογουμένως μακρά αδράνεια από πλευράς του να αναζητήσει θεραπεία για τις ισχυριζόμενες ζημιές του. Ακόμα, ο Ενάγοντας προώθησε ισχυρισμούς, οι οποίοι συγκρούονται με την κοινή λογική, αλλά και με τη λογική συνέχεια των πραγμάτων. Για σκοπούς αιτιολογίας της μόλις πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του Ενάγοντα σημειώνω τα ακόλουθα. Αποτελεί κοινό τόπο των δύο πλευρών ότι, στις 09.01.2001 ο Ενάγοντας ενημερώθηκε από υπάλληλο των Εναγόμενων ότι από τις Λ.Κ15.000,00 του δανείου του, οι Λ.Κ10.000,00 πληρώθηκαν, με τραπεζική επιταγή, προς τη Λευκόνοικο. Ήταν η θέση του ότι, ως αποτέλεσμα αυτής της ενημέρωσης που έτυχε, διαμαρτυρήθηκε άμεσα και έντονα προς τη ΜΥ1, αλλά και προς τον προϊστάμενο του στη Λευκόνοικο, και δη τον Χ''Ξενοφώντος, και ότι, ο τελευταίος, χωρίς να του δώσει οποιανδήποτε εξήγηση, και χωρίς να δικαιολογήσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, το λόγο που τα χρήματα κατέληξαν στη Λευκόνοικο, παρά το ότι ήταν γνώστης του γεγονός αυτού, του ανέφερε «Θα το κανονίσω». Την ίδια στιγμή, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του Ενάγοντα, η ΜΥ1 αρνήθηκε ότι, οι Εναγόμενοι οφείλουν να του επιστρέψουν τις Λ.Κ.10.000,
- Παρά την μη αποδοχή από πλευράς των Εναγομένων οποιασδήποτε ευθύνης για την πληρωμή των ΛΚ10.000,00 στη Λευκόνοικο, ο Ενάγοντας άρχισε και συνέχισε να καταβάλλει τις μηνιαίες δόσεις του δανείου, μέχρι και τον Ιανουάριο του 2002 και δη για δέκα συνεχείς μήνες. Ως δικαιολογία για την ενέργειά του να καταβάλει τις δέκα μηνιαίες δόσεις, ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι τούτο έγινε στα πλαίσια επίδειξης καλής θέλησης, θεωρώντας ότι δεν είχαν εξαντληθεί ακόμα τα περιθώρια διευθέτησης του όλου ζητήματος. Πώς είναι δυνατόν, μια τέτοια θέση να είναι αληθής, όταν, ως αναφέρθηκε μόλις πιο πάνω (κατά τον Ενάγοντα), η ΜΥ1, εκ μέρους των Εναγόμενων από την πρώτη στιγμή δεν αποδέχτηκε ευθύνη, ούτε και αποδέχθηκε να του καταβάλει το ρηθέν ποσό, ενώ ο Χ''Ξενοφώντος, περιορίζετο απλά στο να του αναφέρνει συνεχώς, ως ισχυρίστηκε, τη φράση «θα το κανονίσω»; Πόσο μάλλον όταν η γενική αυτή υπόσχεση, δίδεται χωρίς καμία άλλη εξήγηση και/ή δικαιολογία αναφορικά με το γιατί τα χρήματα κατέληξαν στη Λευκόνοικο. Και πώς είναι δυνατόν αυτό να συμβαίνει για δέκα ολόκληρους μήνες και ο Ενάγοντας να μην αναζητεί, τουλάχιστον, τους λόγους που τα χρήματα κατέληξαν στη Λευκόνοικο. Ο Ενάγοντας, προώθησε και τη θέση ότι, όταν αντιλήφθηκε ότι δεν υπήρχε περιθώριο οι Λ.Κ.10.000,00 να του επιστραφούν, ένοιωσε την ανάγκη να ζητήσει συμβουλή δικηγόρου. Και αυτή η θέση του Ενάγοντα ελέγχεται, μιας και, με βάση τα λεγόμενά του, από τον Ιανουάριο του 2002 (χρόνος που καταβλήθηκε η τελευταία μηνιαία δόση του δανείου), είχε ήδη αντιληφθεί ότι δεν θα του επιστραφεί το ρηθέν ποσό. Υπενθυμίζεται, στο σημείο αυτό, ότι κατά τον Ενάγοντα, σταμάτησε να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου όταν αντιλήφθηκε ότι δεν θα του επιστραφούν οι Λ.Κ.10.000,
- Εν τούτοις, η πρώτη αντίδραση που γίνεται εκ μέρους του από πλευράς του τότε δικηγόρου του, είναι η αποστολή της επιστολής (Τεκμήριο 6(α)) ημερομηνίας 04.03.2003 και δη 14 ολόκληρους μήνες μετά. Ο τότε δικηγόρος του, δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στη δίκη. Η όποια αναφορά του Ενάγοντα περί του ότι, στο μεταξύ, ο δικηγόρος του επικοινωνούσε με τους Εναγόμενους και αναζητούσε τρόπους διευθέτησης της διαφοράς, παρέμεινε μετέωρη, μιας και καμιά σχετική μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε. Από τη μια, οι δικοί του σχετικοί ισχυρισμοί ήταν εντελώς γενικοί, ασαφείς και αόριστοι (και ο τότε συνήγορός του δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει ενόρκως), ενώ, από την άλλη, η θέση της ΜΥ1 περί του ότι ουδέποτε συνομίλησε με τον τότε δικηγόρο του Ενάγοντα, δεν αμφισβητήθηκε και παρέμεινε αναντίλεκτη. Σημειώνω ότι, κατά τον Ενάγοντα, το πρόσωπο από πλευράς των Εναγομένων με το οποίο δήθεν συνομίλησε ο δικηγόρος του, ήταν η ΜΥ
- Ξενίζει ακόμα και το γεγονός ότι, παρά τη θέση του Ενάγοντα ότι ο λόγος που οι αξιωματούχοι της Λευκόνοικο ζήτησαν από τους Εναγόμενους να τους καταβάλουν το ποσό των ΛΚ10.000,00 ήταν γιατί παράνομα και αυθαίρετα διατηρούσαν, στο όνομα του Ενάγοντα, λογαριασμό (με χρεωστικό υπόλοιπο), εν τούτοις, ποτέ δεν αποτάθηκε στην Αστυνομία για να καταγγείλει την ισχυριζόμενη εναντίον του παράνομη συμπεριφορά των εργοδοτών του. Επί ενός άλλου θέματος, στα πλαίσια της προώθησης, από πλευράς των Εναγόμενων, της θέσης ότι οι Λ.Κ.10.000,00 πληρώθηκαν στη Λευκόνοικο κατόπιν ρητών οδηγιών του Ενάγοντα, μιας και ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους αιτήθηκε το δάνειο, ο τελευταίος ρωτήθηκε πλειστάκις για τους λόγους για του οποίους απεφάσισε να αιτηθεί το δάνειο των Λ.Κ.15.000,
- Όλες οι σχετικές αναφορές του ήταν εντελώς γενικές, και συνοδεύοντο από προσπάθεια υπεκφυγής. Έφτασε μέχρι και το σημείο να ισχυριστεί ότι, επειδή είχε ακίνητη ιδιοκτησία που μπορούσε να την επιβαρύνει με εμπράγματο βάρος (υποθήκη), έκρινε ορθό να υποβάλει αίτηση δανείου. Όταν στα πλαίσια αυτών των σχετικών, γενικών και αόριστων ισχυρισμών του, προώθησε και τη θέση ότι σκόπευε να αγοράσει αυτοκίνητο, και ότι για τον σκοπό αυτόν είχε προβεί και σε σχετική έρευνα αγοράς, ρωτήθηκε ποιο όχημα επιθυμούσε να αγοράσει και ποια η τότε αξία του. Προφανώς, δεν ανέμενε τη σχετική ερώτηση, εξού και ισχυρίστηκε ότι, δεν θυμόταν. Πώς είναι δυνατό ο Ενάγοντας να έχει προβεί σε έρευνα αγοράς, να έχει καταλήξει στο όχημα που επιθυμεί να αγοράσει, να έχει αιτηθεί δανείου ώστε να δυνηθεί να το αγοράσει (με προφανή συνυπολογισμό της αξίας του για σκοπούς προσδιορισμού του ύψους του δανείου), να του έχουν στερήσει οι Εναγόμενοι (παράνομα) τη δυνατότητα να υλοποιήσει το στόχο του, και να μη θυμάται ποια ήταν η αξία του οχήματος που δεν κατάφερε να αγοράσει ή τουλάχιστον ποιο όχημα ήταν. Ακόμα υπεβλήθη στον Ενάγοντα ότι, οι Λ.Κ.10.000,00 καταβλήθηκαν στη Λευκόνοικο κατόπιν δικής του εντολής, ώστε να πιστωθεί προσωπικός του λογαριασμός που τηρείτο από τους εργοδότες του και ο οποίος είχε χρεωστικό υπόλοιπο. Οι επί του προκειμένου θέσεις του Ενάγοντα, σε κάθε περίπτωση που ερωτάτο κάτι σχετικό, ήταν ότι δεν γνώριζε για οποιονδήποτε λογαριασμό που τηρούσε η Λευκόνοικο, ότι ουδέποτε ο ίδιος προέβη σε οποιεσδήποτε χρηματιστηριακές πράξεις και ότι, ουδέποτε ο Χ''Ξενοφώντος τον ενημέρωσε ότι, τα χρήματα κατέληξαν σε οποιονδήποτε λογαριασμό που τηρείτο στο όνομα του, γεγονός για το οποίο, σύμφωνα πάντα με τον Ενάγοντα, τελούσε, ακόμα και κατά το χρόνο που κατέθετε ενόρκως (Φεβρουάριος 2017), υπό άγνοια. Ζητούσε δε από τη συνήγορο των Εναγόμενων, που του έθετε τις διάφορες ερωτήσεις, όπως, για τα ζητήματα αυτά να ρωτήσει το Χ''Ξενοφώντος. Εν τούτοις, το θέμα αυτό δεν ήταν καν επίμαχο. Και τούτο γιατί, ενώπιον του Δικαστηρίου, ως παραδεκτό γεγονός, αναφέρθηκε ότι, οι Λ.Κ.10.000,00 κατέληξαν στον λογαριασμό που τηρούσε η Λευκόνοικο στο όνομα του Ενάγοντα, σε σχέση με χρηματιστηριακές πράξεις που αποδίδονταν στον τελευταίο. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή του Ενάγοντα, για τον λογαριασμό αυτό, κινήθηκε αγωγή από τη Λευκόνοικο στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση εναντίον του για το υπόλοιπο του συγκεκριμένου λογαριασμού. Σημειώνεται ακόμα ότι, πάντα κατά τα λεγόμενά του, ο Ενάγοντας άσκησε έφεση εναντίον της πρωτόδικης αυτής απόφασης, η οποία (έφεση), κατόπιν εκδίκασης, απερρίφθη. Πώς είναι δυνατόν με όλα αυτά τα δεδομένα, ο Ενάγοντας, κατά τον Φεβρουάριο του 2017, να δηλώνει άγνοια ως προς το πού κατέληξαν οι Λ.Κ.10.000,00 και ότι ουδέποτε έτυχε οποιασδήποτε σχετικής ενημέρωσης; Εξωπραγματική και στερούμενη κάθε πειστικότητας κρίνω και τη θέση του Ενάγοντα ότι, ο Χ''Ξενοφώντος, στα παράπονά του, περιορίζετο απλά στο να του αναφέρει συνεχώς «θα το κανονίσω». Θεωρώ αδιανόητο, ο Ενάγοντας να μην έχει δώσει εντολή στους Εναγόμενους για να καταβάλουν στη Λευκόνοικο της Λ.Κ.10.000,00, να μην έχει προβεί σε οποιανδήποτε χρηματιστηριακή πράξη που δικαιολογεί χρεωστικό υπόλοιπο σε λογαριασμό στο όνομα του, να καταλήγουν οι Λ.Κ.10.000,00, στη Λευκόνοικο, και να αποδέχεται στις συνεχείς φορές (σύμφωνα με τον ίδιο) που υπέβαλε παράπονο στον Χ'' Ξενοφώντος, ως μοναδική δικαιολογία, τη φράση «θα το κανονίσω». Θεωρώ δεδομένο ότι, εάν όντως δεν γνώριζε τους λόγους που τα χρήματα κατέληξαν στη Λευκόνοικο, άμεσα θα αναζητούσε να μάθει πού κατέληξαν τούτα και για ποιον σκοπό και δεν θα επαναπαυόταν σε μια τέτοια γενική αόριστη και ασαφή τοποθέτηση από τον Χ''Ξενοφώντος. Μια άλλη θέση του Ενάγοντα η οποία ελέγχεται, είναι και αυτή που θέλει την απόλυσή του από τη Λευκόνοικο παράνομη. Σύμφωνα με μια εκδοχή του Ενάγοντα, σε κάποιο στάδιο, ενημερώθηκε ότι τηρείτο στη Λευκόνοικο λογαριασμός στο όνομά του σε σχέση με χρηματιστηριακές πράξεις που φερόταν ο ίδιος να είχε διενεργήσει. Ο Ενάγοντας, αντέδρασε έντονα λέγοντας ότι, ουδέποτε προέβη στις συγκεκριμένες πράξεις και παρανόμως τηρείτο λογαριασμός στο όνομά του. Η άρνηση του Ενάγοντα να αποδεχθεί να καταβάλει το χρεωστικό υπόλοιπο του ρηθέντος λογαριασμού, σε συνδυασμό με την επιμονή του να ζητά την επιστροφή των Λ.Κ.10.000,00, επέφερε ρήξη στις σχέσεις των δύο πλευρών, με αποτέλεσμα η Λευκόνοικο να τον απολύσει παράνομα. Εν τούτοις, παρά τις πιο πάνω θέσεις του Ενάγοντα, ουδέποτε ο ίδιος φέρεται να έλαβε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον της Λευκόνοικο ώστε να τύχει αποζημίωσης για παράνομη απόλυση. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, όταν επισκέφθηκε τον Ιανουάριο του 2001 το υποκατάστημα των Εναγόμενων, για να εισπράξει τα χρήματα του δανείου, ενημερώθηκε ότι, μόνο Λ.Κ.5.000,00 μπορούσε να εισπράξει, λόγω της ήδη πληρωμής των Λ.Κ.10.000,00 στη Λευκόνοικο. Και διερωτάται κάνεις. Εάν μια τέτοια πράξη των Εναγόμενων ήταν εντελώς αυθαίρετη, χωρίς σχετική εντολή του Ενάγοντα, και χωρίς τη συγκατάθεσή του, με ποια λογική ο Ενάγοντας έδωσε εντολή οι λοιπές Λ.Κ.5.000,00 να μεταφερθούν στον τρεχούμενό του λογαριασμό; Και γιατί ακολούθως προσπαθούσε να ανακτήσει τις Λ.Κ.10.000,00; Τονίζω ότι, το δάνειο, σύμφωνα με τον ίδιο, έγινε με σκοπό, μεταξύ άλλων, να αγοράσει αυτοκίνητο. Η λογική των πραγμάτων λέει ότι, ο Ενάγοντας θα έπρεπε να αμφισβητήσει σφοδρά την ενέργεια των Εναγόμενων και να ζητήσει όπως ακυρωθεί η όλη διαδικασία του δανείου. Ή, στην περίπτωση που είχε άμεση ανάγκη τις Λ.Κ.5.000,00, να ζητήσει όπως το ποσό του δανείου περιοριστεί στο ποσό που έλαβε και δη στις Λ.Κ.5.000,00, και όχι να αποδεχθεί να παρουσιάζει το δάνειό του χρεωστικό υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.15.000,00, ευελπιστώντας ότι, θα διευθετηθεί το ζήτημα και θα του επιστραφούν οι Λ.Κ.10.000,
- Πόσο μάλλον όταν, την ίδια ημέρα που αντιλήφθηκε την ισχυριζόμενη αυτήν παρανομία των Εναγόμενων, συνομίλησε (ως ισχυρίστηκε), με τη ΜΥ1, η οποία αρνήθηκε ότι έγινε οποιοδήποτε λάθος από πλευράς των Εναγομένων. Ως προς την εντολή του Ενάγοντα, να μεταφερθούν οι υπόλοιπες Λ.Κ.5.000,00 στον τρεχούμενο του λογαριασμό, αξίζει να σημειωθεί ότι, στο αρχικό στάδιο της αντεξέτασης του, προώθησε, κατά σειρά, τρεις συγκρουόμενους μεταξύ τους ισχυρισμούς. Και εξηγώ. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο ποσό μεταφέρθηκε στον τρεχούμενο του λογαριασμό κατόπιν δικών του οδηγιών. Ακολούθως, όταν και του ετέθη ερώτηση που σκοπούσε να του υποδείξει ότι, η ενέργεια του αυτή δε συνάδει με τον ισχυρισμό του περί παράνομης αποξένωσης των Λ.Κ.10.000,00, άλλαξε θέση και ισχυρίστηκε ότι το ρηθέν ποσό (Λ.Κ.5.000,00) είχε μεταφερθεί από τους Εναγόμενους στον τρεχούμενό του λογαριασμό χωρίς την εντολή του. Έπειτα, όταν συνέχισε να δέχεται ερωτήσεις επί του ιδίου θέματος, ισχυρίστηκε «Σας λέω δεν θυμάμαι, έχει 17 χρόνια, δεν θυμάμαι ακριβώς τι έγινε με τις 5.000,00...». Επί του ζητουμένου, αξίζει να τονισθεί ότι, σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασής του και κατόπιν σχετικού ερωτήματος, αποδέχτηκε ρητά ότι οι Λ.Κ.5.000,00 μεταφέρθηκαν στον λογαριασμό του κατόπιν δικής του εντολής. Η παράθεση των μόλις πιο πάνω αντιφάσεων που παρουσιάζει η μαρτυρία του Ενάγοντα, δεν γίνεται λόγω της σημαντικότητας του θέματος στο οποίο αφορούν, αλλά, πολύ περισσότερο, για να υποδειχθεί η ευκολία με την οποία ο Ενάγοντας άλλαζε θέσεις όποτε θεωρούσε ότι αυτό εξυπηρετούσε την υπόθεσή του. Ένα άλλο ζήτημα για το οποίο ο Ενάγοντας ρωτήθηκε, και δεν έδωσε οποιανδήποτε εξήγηση, είναι και το γιατί η αγωγή, που αφορά σε γεγονότα τα οποία προέκυψαν τον Ιανουάριο του 2001, καταχωρήθηκε το
- Ειδικότερα, του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί δεν καταχώρησε αγωγή νωρίτερα, όταν, τουλάχιστον από το 2003, μέσω επιστολών που απεστάλησαν από τους Εναγόμενους προς τον ίδιο, επαναβεβαιώθηκε η θέση τους ότι δεν σκοπούσαν να του επιστρέψουν τις Λ.Κ.10.000,
- Η επί του προκειμένου θέση του Ενάγοντα ήταν ότι, στο μεσοδιάστημα αυτό (2003 - 2009) εκκρεμούσε και η διαδικασία διαιτησίας και ακολούθως της αίτησης/έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης που πέτυχαν να εξασφαλίσουν οι Εναγόμενοι εναντίον του και ότι αυτό το θέμα διαδραμάτισε το ρόλο του στην απόφασή του αναφορικά με το χρόνο που θα κινούσε την αγωγή. Οι ισχυρισμοί του αυτοί, στερούνται κάθε πειστικότητας. Ακόμα και εάν κάποιος, παρά την πλήρη γενικότητα με την οποία προώθησε τους εν λόγω ισχυρισμούς του, ήθελε θεωρήσει ότι η διαδικασία διαιτησίας και ακολούθως η διαδικασία παραμερισμού της διαιτητικής απόφασης επενεργούσαν ως ανασταλτικός παράγοντας στην προώθηση της παρούσας αγωγής, τούτες (οι διαδικασίες), αφορούσαν μόνο στο χρόνο μέχρι και τις 19.01.2005, όταν και, εκ συμφώνου, εκδόθηκε απόφαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του Ενάγοντα. Καμιά άλλη αναφορά δεν έχει προωθηθεί από τον Ενάγοντα σε σχέση με τον λόγο που η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε το
- Ερχόμενος τώρα στους διάφορους ισχυρισμούς που προώθησε ο Ενάγοντας σε σχέση με τις επικαλούμενες συνομιλίες του με τον Χ''Ξενοφώντος, πάντα σε σχέση με το γεγονός της πληρωμής των Λ.Κ.10.000,00 στη Λευκόνοικο, τούτοι προωθήθηκαν με εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο και με εμφανή προσπάθεια του Ενάγοντα να αποφύγει να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Περιορίστηκε απλά στο να ισχυριστεί ότι συνεχώς οχλούσε τον Χ''Ξενοφώντος και ότι αυτός περιορίζετο στο να του αναφέρει τη φράση «θα το κανονίσω». Όποτε ζητείτο από αυτόν να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειας της κάθε τέτοιας ισχυριζόμενης συνομιλίας τους, απλά επαναλάμβανε ότι ο Χ''Ξενοφώντος του έλεγε τη συγκεκριμένη φράση και τίποτε άλλο. Το όλο επιχείρημα του Ενάγοντα προς υποστήριξη της θέσης του ότι ουδέποτε έδωσε εντολή για πληρωμή των Λ.Κ.10.000,00 στη Λευκόνοικο, εδράστηκε επί της έτερης, απόλυτης θέσης του ότι ουδέποτε χρωστούσε χρήματα στη Λευκόνοικο ώστε να υπήρχε λόγος να έπρεπε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό σ' αυτή. Τούτη όμως η τελευταία απόλυτη θέση του, η οποία προωθήθηκε και κατά το 2017 το Φεβρουάριο στη δια ζώσης μαρτυρία του, συγκρούεται με τα όσα τελεσίδικα αποφασίστηκαν στις σχετικές αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων. Και τούτο γιατί, ως και ο ίδιος παραδέχθηκε, κατ' Έφεση (που άσκησε), επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση αδελφού Δικαστή στην αγωγή με αριθμό 13548/02, που δικαίωσε τη Λευκόνοικο έναντι του για οφειλή του προς την πρώτη, σε σχέση με χρηματιστηριακές πράξεις που εκτελέστηκαν κατόπιν δικών του οδηγιών. Το δε ποσό, για το οποίο εκδόθηκε η εναντίον του Ενάγοντα απόφαση, προέκυψε κατόπιν πίστωσης του σχετικού λογαριασμού που τηρούσε η Λευκόνοικο με τις Λ.Κ.10.000,00 από το επίδικο στην παρούσα αγωγή δάνειο. Επομένως, ο Ενάγοντας έχει ήδη επωφεληθεί των Λ.Κ.10.000,
- Γενικότερα, θεωρώ ότι ο Ενάγοντας ήρθε ενώπιον του Δικαστηρίου προετοιμασμένος με σκοπό να προωθήσει συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που κατά τον ίδιο εξυπηρετούσαν την υπόθεση του και να αποφύγει να αναφέρει οτιδήποτε που θεωρούσε ότι δεν την εξυπηρετούσε. Πρόκειται για ευφυές πρόσωπο, το οποίο όμως, δυστυχώς, χρησιμοποίησε την ευφυΐα του με σκοπό να επωμίσει ευθύνες στους Εναγόμενους, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι, για την πληρωμή των Λ.Κ.10.000,00 στη Λευκόνοικο, δεν είχε ο ίδιος υπογράψει τη σχετική γραπτή εντολή, με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να μην κατέχουν γραπτό αποδεικτικό υλικό προς υποστήριξη της θέσης τους ότι οι Λ.Κ.10.000,00 πληρώθηκαν κατόπιν εντολής του Ενάγοντα. Τη μαρτυρία του, στον βαθμό που τούτη συγκρούεται με την υπόλοιπη ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, την απορρίπτω. Ο Μ.Ε 2, δεν βοήθησε κατά τη γνώμη μου με τη μαρτυρία του την υπόθεση του Ενάγοντα. Πρόκειται για πρόσωπο το οποίο για 34 χρόνια εργαζόταν σε τραπεζικό οργανισμό, και ο οποίος παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, για να προωθήσει τη θέση ότι, οι σχετικοί με τις τραπεζικές υπηρεσίες νόμοι, απαγορεύουν τη προφορική εντολή από πελάτη σε τράπεζα για αποξένωση χρημάτων. Σε κανένα, σχετικό με το ζητούμενο, νόμο δεν παρέπεμψε, ενώ όσες φορές ρωτήθηκε ειδικά για το θέμα αυτό ισχυρίστηκε ότι, δεν ήταν σε θέση, τη δεδομένη στιγμή, να υποδείξει οποιανδήποτε σχετική νομοθετική πρόνοια. Είναι μάλλον στα πλαίσια αυτής της αδυναμίας του, που και ο συνήγορος του Ενάγοντα, κατά το στάδιο της επανεξέτασής του, καθοδήγησε τον Μ.Ε.2 να αναφέρει ότι, η διαφωνία του ως προς την πληρωμή χρημάτων σε τρίτους κατόπιν προφορικής και μόνο εντολής, αντίκειται στην πρακτική που τηρείται στις τράπεζες σε τέτοιες περιπτώσεις και όχι στον νόμο. Ουδέποτε όμως περί τούτου υπήρξε οποιαδήποτε διαφωνία μεταξύ των διαδίκων, μιας και οι Εναγόμενοι, μέσω των μαρτύρων που κατέθεσαν εκ μέρους τους ενώπιον του Δικαστηρίου, των οποίων τη μαρτυρία θα αξιολογήσω ευθύς αμέσως, συμφώνησαν ότι η πρακτική σε τέτοιες περιπτώσεις είναι να δίδεται γραπτή εντολή από τον πελάτη. Επομένως, στον βαθμό που η μαρτυρία του Μ.Ε.2, σκοπούσε απλά στο να υποδείξει ότι, η πρακτική που τηρούσαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο και τηρούν ακόμα τα τραπεζικά ιδρύματα σε δάνεια, ως το επίδικο, είναι να ζητείται η γραπτή εντολή του πελάτη, τούτη γίνεται αποδεκτή. Οι λοιποί ισχυρισμοί του ήταν εντελώς γενικοί, αόριστοι και εν πάση περιπτώσει μη σχετικοί με τα επίδικα ενώπιον του Δικαστηρίου ζητήματα. Η Μ.Υ.1 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου, είπε την αλήθεια σε σχέση με όλα τα γεγονότα που κατά καιρούς ήρθαν στη γνώση της και που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή. Ήταν σαφής και σταθερή στις θέσεις που διατύπωνε και εκεί που χρειαζόταν και παραστατική. Εκεί δε που εξέφραζε απόλυτες θέσεις, προχωρούσε δίδοντας στο Δικαστήριο τους λόγους που δικαιολογούσαν την απόλυτη αυτή θέση της. Παρά της έντονης αντεξέτασης που έτυχε, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία της. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τη συγκεκριμένη μάρτυρα με προσοχή, με δεδομένη ακριβώς την απουσία γραπτής εντολής από πλευράς του Ενάγοντα και οφείλω να ομολογήσω ότι, η εικόνα που απεκόμισα είναι θετικότατη για αυτήν. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου είπε την αλήθεια. Τα δύο σημεία από τη μαρτυρία της Μ.Υ.1, επί των οποίων ο συνήγορος του Ενάγοντα βασίζει μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας του περί του ότι, τούτη, θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστη, δεν βοηθούν, κατά τη γνώμη μου, τη σχετική εισήγηση του συνηγόρου. Και εξηγώ. Η θέση της Μ.Υ.1, ότι ουδέποτε η ίδια εξέδωσε την επιταγή των Λ.Κ.10.000,00, δεν συγκρούεται με τη μετέπειτα θέση της ότι είναι αυτή που υπέγραψε στο σημείο που υπογράφει ο εκδότης της. Και τούτο γιατί, ως, με κάθε πειστικότητα, εξήγησε η Μ.Υ.1, η έκδοση της επιταγής δεν περιορίζεται στην εναπόθεση της υπογραφής στο σημείο του εκδότη. Εξήγησε χαρακτηριστικά ότι, όταν εγκριθεί αριθμός δανείων ή έχει αποφασιστεί να γίνει από κάποιο δάνειο πληρωμή προς τρίτους, τότε η ίδια, ως Γραμματέας - Διευθυντής των Εναγόμενων (θέση που κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο), μαζί και με τον τότε Πρόεδρο της Επιτροπείας, προϋπέγραφαν αριθμό επιταγών, τις οποίες και παρέδιδαν κενές, ως προς τα λοιπά στοιχεία τους, στους αρμοδίους υπαλλήλους των Εναγόμενων, ώστε, όταν και εφόσον ο πελάτης θα επισκέπτετο το κατάστημα, κατόπιν της δικής του εντολής, να συμπληρωθούν τα κενά, και τότε να «εκδοθεί» η κάθε επιταγή. Είναι υπό αυτήν την αντίληψη που προέβη (η Μ.Υ.1) στη σχετική αναφορά της στη γραπτή της δήλωση ότι, η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την έκδοση της επιταγής των Λ.Κ.10.000,
- Η δε θέση της περί του ότι, για τη συμπλήρωση των λοιπών κενών της ρηθείσας επιταγής ενήργησε η Μ.Υ.2, δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο ο συνήγορος του Ενάγοντα, θεωρεί ότι, η Μ.Υ.1 θα έπρεπε να κριθεί αναξιόπιστη, ήταν γιατί, κατά τη γνώμη του, τούτη, σε αντιδιαστολή και σε πλήρη σύγκρουση με την Μ.Υ.2, προώθησε τη θέση ότι, η προφορική εντολή από πελάτη προς τους Εναγόμενους για πληρωμή χρημάτων αποτελούσε συνήθη πρακτική που ακολουθείτο από τους τελευταίους. Με κάθε σεβασμό προς τον συνήγορο του Ενάγοντα, η ρηθείσα θέση του, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η Μ.Υ.1 δεν ανέφερε ποτέ ότι αποτελούσε πρακτική των Εναγόμενων να αποδέχονται προφορικές εντολές από τους πελάτες τους για πληρωμή χρημάτων σε τρίτα πρόσωπα. Αυτό το οποίο η Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ότι, η έκδοση της επίδικης τραπεζικής επιταγής των Λ.Κ.10.000,00, έγινε κατόπιν προφορικών εντολών του Ενάγοντα. Ποτέ δεν ισχυρίστηκε, όμως, ότι κάτι τέτοιο αποτελούσε πρακτική που ακολουθείτο από τους Εναγόμενους. Ενδεικτική είναι και η πιο κάτω, αυτουσίως παρατεθείσα, αναφορά της, μέσω της οποίας αποδίδει τη μη υπογραφή του Τεκμηρίου 14, από τον Ενάγοντα, σε εκ παραδρομής πράξη ή παράλειψη, υποδεικνύοντας, εμμέσως, πλην όμως σαφώς, ότι η πρακτική ήταν να υπογράφεται μια τέτοια εντολή και όχι να δίδεται προφορικά. Η σχετική αναφορά της έχει ως ακολούθως: «... Το ίδιο θα έλεγα, ότι είναι με οδηγίες του πελάτη, εκ παραδρομής δεν υπόγραψε, αλλά το έκανε σύμφωνα με οδηγίες του πελάτη, έστω και προφορικές.» Επομένως, δεν παρατηρείται η ισχυριζόμενη από πλευράς του συνηγόρου του Ενάγοντα διάσταση στις σχετικές αναφορές των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.
- Τη μαρτυρία της Μ.Υ.1, την αποδέχομαι στο σύνολο της και προβαίνω και σε ανάλογα με αυτήν ευρήματα. Και η Μ.Υ.2 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Πρόκειται για τη λειτουργό των Εναγόμενων, η οποία διαχειρίστηκε το επίδικο δάνειο του Ενάγοντα. Και αυτή η μάρτυρας, στις διάφορες θέσεις που προώθησε ήταν σαφής, ξεκάθαρη, και απαντούσε χωρίς κανένα ενδοιασμό, δισταγμό ή προσπάθεια υπεκφυγής. Παρά της αντεξέτασης της οποίας έτυχε η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας της. Τόσο ειλικρινείς ήταν, που αποδέχτηκε εξ αρχής και ευθαρσώς ότι δεν ενθυμείται ειδικά την περίπτωση του επίδικου δανείου. Ως προς όμως την πρακτική που τηρείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά και τηρείται ακόμα από τους Εναγόμενους σε σχέση με δάνεια ως το επίδικο, οι θέσεις της ήταν ξεκάθαρες και σαφέστατες. Το δε περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14, και ειδικότερα η αναγνώριση από την ίδια επ' αυτού της υπογραφής της, καθώς επίσης και η πρόβλεψη επί του εν λόγω εντύπου για υπογραφή του από τον πελάτη, επιβεβαιώνει τις σχετικές αναφορές της ως προς την πρακτική που τηρείτο από τους Ενάγοντες. Πρόκειται στην ουσία για γραπτή εντολή, αναφορικά με τον τρόπο που θα τύγχαναν διαχείρισης οι Λ.Κ.15.000,00 του δανείου του Ενάγοντα και σε αυτήν προβλέπονται ειδικά σημεία στα οποία θα πρέπει να υπογράψουν, τόσο η ταμίας που διαχειρίζεται το δάνειο, όσο και ο δικαιούχος και δη ο Ενάγοντας. Αναφέρεται δε επ' αυτού ότι, Λ.Κ.10.000,00 θα καταβληθούν με τραπεζική επιταγή στη Λευκόνοικο, ενώ οι λοιπές Λ.Κ.5.000,00, στον Ενάγοντα. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, μαρτυρία αναφορικά με την πρακτική που ακολουθείται από έναν οργανισμό, κατά τη συνήθη δραστηριότητα της επιχείρησης του, με σκοπό να αποδειχθεί ότι ένα άλλο γεγονός έλαβε χώρα, υπό την έννοια ότι τούτο αποτελούσε γεγονός που συμβαίνει κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της επιχείρησης, είναι αποδεκτή (βλ..Phipson on Evidence, 18th edition, p. 215, par. 7‑ 23.) Μοναδική θέση που τέθηκε προς τη Μ.Υ.2 από πλευράς του συνηγόρου του Ενάγοντα προς αντίκρουση των διαφόρων θέσεών της, ήταν ότι, στην υπό εξέταση περίπτωση, η ενέργεια της να εκδώσει την τραπεζική επιταγή των Λ.Κ.10.000,00 στο όνομα της Λευκόνοικο, έγινε χωρίς την όποια εντολή του Ενάγοντα. Η θέση της Μ.Υ.2 επί του προκειμένου ήταν ξεκάθαρη και πειστικότατη. Και δη ότι, παρά τις χιλιάδες δάνεια που διαχειρίστηκε, ποτέ δεν εξέδωσε οποιοδήποτε δάνειο, ως το επίδικο, χωρίς να έχει τη ρητή εντολή του πελάτη για το πώς θα διακινηθούν τα χρήματα. Τόσο απόλυτη και πειστική ήταν στη θέση της αυτή, που χωρίς δυσκολία ή ενδοιασμό και χωρίς να ανατρέπει τη βασική της θέση περί του ότι δεν ενθυμείται ειδικά την επίδικη περίπτωση, προώθησε και τη θέση, (με γνώμονα και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14), ότι το επίδικο δάνειο, για να εκδοθεί και για να καταλήξουν, οι Λ.Κ.10.000,00 στη Λευκόνοικο και οι Λ.Κ.5.000,00 στον τρεχούμενο λογαριασμό του Ενάγοντα, σημαίνει ότι, ο τελευταίος ήταν ενώπιον της και έδωσε ρητές οδηγίες, ώστε να γίνουν αυτές οι ενέργειες. Τη μαρτυρία της ΜΥ2, στον βαθμό που αναφέρεται σε γεγονότα και γενικά στην πρακτική που ακολουθούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και συνεχίζουν να ακολουθούν οι Εναγόμενοι, την αποδέχομαι. Τελικά ευρήματα Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, προβαίνω στα ακόλουθα τελικά ευρήματα. Στις 09.10.2000 (βλ. Τεκμήριο 11), ο Ενάγοντας υπέβαλε αίτηση στους Εναγόμενους για παραχώρηση δανείου ύψους Λ.Κ.15.000,
- Στις 05.01.2001, προφανώς μετά από έγκριση της αιτήσεως του, ο Ενάγοντας υπέγραψε γραμμάτιο για το ποσό των Λ.Κ.15.000,00 (βλ. Τεκμήριο 3). Στις 09.01.2001 (βλ. Τεκμήρια 2, 14 και 16), με ενέργειες της Μ.Υ.2, οι Λ.Κ.15.000,00 του δανείου του Ενάγοντα, διακινήθηκαν ως ακολούθως: Λ.Κ.10.000,00, μέσω τραπεζικής επιταγής (βλ. Τεκμήριο 5) στη Λευκόνοικο, και Λ.Κ.5.000,00, στον τρεχούμενο λογαριασμό του Ενάγοντα (βλ. Τεκμήρια 2, 13 και 14). Με δεδομένη την αποδοχή της μαρτυρίας της Μ.Υ.2, στον βαθμό που τούτη αφορούσε σε γεγονότα και κατά συνέπεια και της θέσης της ότι, ποτέ δεν διαχειρίστηκε δάνειο ως το επίδικο χωρίς να έχει ρητές οδηγίες του πελάτη αναφορικά με τον τρόπο που θα διακινηθούν τα χρήματα του δανείου, και με γνώμονα το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14, το οποίο φέρεται να ετοιμάστηκε στις 9.1.2001 από τη Μ.Υ.2, και με δεδομένη τη θέση αμφοτέρων των μαρτύρων υπεράσπισης ότι, αποτελούσε και αποτελεί ακόμα πάγια πρακτική, για δάνεια, ως το επίδικο, να αναζητείται και να εξασφαλίζεται η εντολή του πελάτη ως προς την όποια πληρωμή σε τρίτο πρόσωπο, κρίνω ότι, οι Εναγόμενοι παρουσίασαν επαρκή μαρτυρία, που στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων αποδεικνύει ότι για την πληρωμή των Λ.Κ.10.000,00 στη Λευκόνοικο, καθώς επίσης και για τη μεταφορά των Λ.Κ.5.000,00 στον τρεχούμενο λογαριασμό του Ενάγοντα, εντολή, πλην όμως προφορική, έδωσε ο τελευταίος. Ο Ενάγοντας ουδέποτε πριν την απόλυση του από τη Λευκόνοικο διαμαρτυρήθηκε σε σχέση με τον τρόπο που διαμερίστηκαν τα χρήματα του δανείου του. Τουναντίον, εν γνώσει του ότι οι Λ.Κ.10.000,00 κατέληξαν στη Λευκόνοικο, άρχισε και συνέχισε να καταβάλλει ανελλιπώς τις δόσεις του δανείου μέχρι και τον Ιανουάριο του 2002, όταν και απολύθηκε από τη Λευκόνοικο. Ο λόγος που ο Ενάγοντας έπαψε να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου του, δεν ήταν η όποια δυσαρέσκεια του προς τους Εναγόμενους αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες καταβλήθηκε το ποσό των Λ.Κ.10.000,00 στη Λευκόνοικο, αλλά η απόλυση του από τη Λευκόνοικο. Για λόγους που παρέμειναν άγνωστοι στο Δικαστήριο, σε χρόνο που τοποθετείται μετά την απόλυσή του από τη Λευκόνοικο, ο Ενάγοντας, για πρώτη φορά, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι δεν υπέγραψε την εντολή για την πληρωμή των Λ.Κ.10.000,00, παραπονέθηκε στη Μ.Υ.1, σχετικά, προβάλλοντας δε τη αναληθή θέση ότι η ρηθείσα πληρωμή έγινε χωρίς τη δική του εντολή και συγκατάθεση. Για τα όσα ακολούθησαν των πιο πάνω, αν και από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό δύναμαι να καταλήξω σε σχετικά ευρήματα, κρίνω ότι κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κάποιο σκοπό, μιας και τούτα είναι εντελώς άσχετα για την κρίση της παρούσας αγωγής. Νομική πτυχή To κατά πόσο μια εντολή του πελάτου προς την τράπεζα του για πληρωμή χρημάτων σε τρίτο, θα πρέπει υποχρεωτικά να δίδεται γραπτώς, απασχόλησε, σχετικά πρόσφατα, το Ανακτοβούλιο (Privy Counci), στην υπόθεση Morel & Anor v. Workers Savings & Loan Bank (Jamaica) [2007] UKPC
- Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τα όσα εκεί αναφέρθηκαν είναι ότι δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας περί υποχρεωτικής γραπτής εντολής. Αναφέρθηκε επίσης ότι, είναι πάντοτε ανοικτό σε μια τράπεζα να αποδεχθεί να ενεργήσει επί τη βάσει προφορικής εντολής του πελάτη της με δικαίωμα χρέωσης του λογαριασμού του και επανάκτησης της όποιας οφειλής του που προέκυψε συνεπεία της υλοποίησης της προφορικής εντολής του. Και αυτό νοουμένου, ότι θα είναι σε θέση (η τράπεζα) να αποδείξει ότι ενεργούσε υπό τη σχετική προφορική εντολή του πελάτη της. Κρίνω ορθότερο, στο σημείο αυτό, να παραθέσω, αυτουσίως, το μέρος εκείνο της απόφασης που καταπιάνεται με το επί του προκειμένου ζήτημα: «Similarly, the fact that a customer impliedly promises to repay any amount due against the written order from the customer addressed to the bank at the branch does not exclude either the possibility of an oral order or a bank's right to be indemnified in respect of an oral order, if it can show that such was given by the customer or with his authority. A bank may not be bound, or prudent, to accept purely oral instructions. But there is no basis in the contractual documentation used in this case or at common law for saying that a bank which can show that it received and chose to act on oral instructions is disentitled from obtaining an indemnity from its customer. That would be both strange and unfair. Even if contractual documentation purported to preclude a bank from acting upon, or being indemnified for acting upon, a customer's oral instructions, there would be little conceptual difficulty about treating subsequent oral instructions given by the customer on which the bank acted as involving a consensual variation. Cooke J was on any view right to conclude that the bank was entitled to indemnity in respect of any orally authorised disbursements which it could establish, and the majority in the Court of Appeal was correct to uphold him on this point». Βλέπε επίσης και τα συγγράμματα Ellinger's Modern Banking Law, σελ. 123 και 486, και Commercial Law Text, Cases, and Materials LS Sealy and RGA Hooley, 4th edition, σελ. 631 υπό τον τίτλο, Bank's Duty to Honour the Customer's Mandate. Κατάληξη Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω τελικά ευρήματά μου, καθώς επίσης και το νομικό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση υπόθεση (η συμφωνία δανείου - γραμμάτιο και γενικά τα έγγραφα που διέπουν τη συμβατική σχέση των διαδίκων δεν προβλέπουν τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να δίδονται οι εκάστοτε εντολές του Ενάγοντα προς τους Εναγόμενους), και χωρίς να διαφεύγει του Δικαστηρίου η πρακτική που ακολουθείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο και ακολουθείται ακόμα από τους Εναγόμενους σε σχέση με εντολές πελατών τους για πληρωμή σε τρίτους, κρίνω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η πληρωμή των Λ.Κ.10.000,00 στη Λευκόνοικο έγινε νομότυπα και δη με βάση την προφορική εντολή του Ενάγοντα. Δεν έχει αναγνωριστεί, είτε νομολογιακά, είτε νομοθετικά, άκαμπτος κανόνας και/ή επιτακτική προϋπόθεση, της όποιας πληρωμής σε τρίτο, να προηγείται γραπτή εντολή του πελάτη. Πρόκειται για πρακτική που ακολουθείτο και ακολουθείται ακόμα στα πλαίσια, προφανώς, της ανάγκης η κάθε τραπεζική εργασία, πόσο μάλλον όταν τούτη αφορά σε αποξένωση χρημάτων ενός πελάτη, να γίνεται με διαφάνεια και να μπορούν ευκόλως να αποδειχθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι, μια πληρωμή σε τρίτο, που διενεργήθηκε κατόπιν προφορικής και μόνο εντολής του πελάτη, είναι ανεπίτρεπτη. Εξάλλου, ως προκύπτει αβίαστα από το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της Έκθεσης Απαίτησης, εκείνο το οποίο ο Ενάγοντας προβάλλει ως λόγο για να του αποδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες είναι ότι, η πληρωμή των Λ.Κ.10.000,00 στη Λευκόνοικο, έγινε «... χωρίς οποιαδήποτε σχετική οδηγία ή έγκριση ή οποιασδήποτε άλλης μορφής εξουσιοδότηση» από αυτόν, χωρίς, ωστόσο, να καθιστά τον τρόπο (γραπτώς ή άλλως πως) που έπρεπε να δοθεί μια τέτοια οδηγία, έγκριση ή εξουσιοδότηση ως επίδικο ζήτημα της αγωγής. Με τούτα ως δεδομένα, κρίνω ότι, η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχει τεθεί τίποτα ενώπιον μου που να δικαιολογεί παρέκκλιση από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της αγωγής, και κατά συνέπεια, τούτα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον του Ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο