ΕΛΕΝΑΣ ΠΑΠΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής.: 6571/11, 15/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A324 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής.: 6571/11 Μεταξύ: ΕΛΕΝΑΣ ΠΑΠΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ, από τη Λευκωσία Ενάγουσας και ΜΙΧΑΛΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, από τη Λευκωσία Εναγομένου Ημερομηνία: 15.11.2017 Αίτηση του εναγομένου ημερομηνίας 13.9.2017 για τροποποίηση της Υπεράσπισης Για τον Αιτητή: κα Κώστα για Νίκη Κληρίδου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση: κ. Τσάρκατζιης για Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε. (κα Φωτιάδου για να ακούσει απόφαση). ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 13.9.2017, ημέρα κατά την οποία η παρούσα αγωγή ήταν προγραμματισμένη για ακρόαση. Με την αίτηση επιζητείται η τροποποίηση της Υπεράσπισης του εναγομένου, η οποία όπως προκύπτει από το δικαστικό φάκελο, καταχωρήθηκε στις 31.10.2011. Με την επίδικη αίτηση ο εναγόμενος ζητά την τροποποίηση της Υπεράσπισής του ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η Υπεράσπιση του εναγομένου έτσι ώστε να αρχίζει με τις ακόλουθες προτάσεις: «Ο εναγόμενος εγείρει τις ακόλουθες 3 προδικαστικές ενστάσεις και ζητά απόρριψη της παρούσας αγωγής με έξοδα υπέρ του: α) Τα γεγονότα τα οποία επικαλείται η ενάγουσα στηρίζονται στην αστική ευθύνη της αμέλειας. Η αγωγή καταχωρήθηκε τον Νοέμβριο του 2011, ενώ η ισχυριζόμενη αμέλεια έγινε το 2006, μετά τη παραγραφή του ισχυριζόμενου αγώγιμου δικαιώματος, επιπλέον η έκθεση απαίτησης δεν τηρεί τις προϋποθέσεις για στήριξη αμέλειας. β) Η επίβλεψη οικοδομής που ανεγείρεται από μη αδειούχο εργολάβο συνιστά παρανομία. Το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας, για δήθεν μη επίβλεψη του εναγόμενου, δεν ευσταθεί, αφού η ενάγουσα υπέγραψε συμβόλαιο με μη αδειούχο εργολάβο (πρώην πωλητή κουρτινών) χωρίς την συμμετοχή του εναγόμενου με οποιοδήποτε τρόπο στο συμβόλαιο, ως προβλέπουν οι επαγγελματικοί κανονισμοί. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος στις αιτήσεις προς τις αρμόδιες αρχές υπέγραψε ότι θα εκτελούσε επίβλεψη της οικίας, δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να τον δεσμεύσει να παρανομεί με την επίβλεψη μη αδειούχου εργολάβου, ούτε να εκτελεί επίβλεψη χωρίς αμοιβή. γ) Η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής διότι δεν είναι ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας. δ) Χωρίς βλάβη των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων ο εναγόμενος υπερασπίζεται με τα ακόλουθα: Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η παράγραφος 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης, έτσι ώστε μετά τις λέξεις «του έργου», στη 3η γραμμή να προστεθούν τα ακόλουθα: «και/ή οποιεσδήποτε απαραίτητες εργασίες, οι οποίες έγιναν από τον ίδιο και/ή συνεργάτες του με την συγκατάθεση της ενάγουσας, με βάση 3 σχετικές διαδοχικές συμφωνίες που υπογράφηκαν μεταξύ των διαδίκων και αφορούσαν προσχέδια, αρχιτεκτονικά σχέδια, στατική μελέτη και μελέτη για ηλεκτρική εγκατάσταση». Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η παράγραφος 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης, έτσι ώστε μετά τη λέξη «υπηρεσίες», στη 3η γραμμή να διαγραφεί το υπόλοιπο περιεχόμενο της παραγράφου και προστεθούν τα ακόλουθα: «στις μεταξύ των διαδίκων υπογραφείσες διαδοχικές συμφωνίες, ρητά αναφέρονται οι όροι εντολής του εναγομένου και/ή συγκεκριμένες εργασίες που του ανέθετε η ενάγουσα». Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η παράγραφος 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης, έτσι ώστε μετά το τέλος της παραγράφου V να προστεθούν 6 νέες παράγραφοι με στοιχεία VI., VII., VIII., IX., X., και XI., οι οποίες να περιλαμβάνουν τα ακόλουθα: «VI. Η τυχόν από μέρους του ενάγοντα επίβλεψη θα συνιστούσε παρανομία, αφού ο εργολάβος που διόρισε η ενάγουσα, ενάντια στις δικές του υποδείξεις δεν ήταν αδειούχος, αλλά ήταν πρώην πωλητής κουρτινών. VII. Ο εναγόμενος δεν συμμετείχε στην υπογραφή του εγγράφου που υπογράφτηκε μεταξύ της ενάγουσας και του εργολάβου, ούτε υπέγραψε σε αυτό ως προνοούν οι κανονισμοί των αρχιτεκτόνων, αφού τυχόν τέτοια υπογραφή θα συνιστούσε παρανομία και ουδέποτε συμμετείχε με οποιοδήποτε τρόπο στις πληρωμές του εργολάβου. VIIΙ. Ο εναγόμενος δεν ενημερώθηκε για την έναρξη της οικοδομής, η οποία άρχισε κατά / ή περί το 2007 παράνομα, ενώ η άδεια οικοδομής εκδόθηκε στις 18.1.2008 και ουδέποτε τηρήθηκε ημερολόγιο εργοταξίου. IX. Η ενάγουσα κατάγγειλε τον εργολάβο της στο Συμβούλιο εγγραφής και ελέγχου Εργοληπτών οικοδομικών και τεχνικών έργων και όταν δεν κατάφερε να εξασφαλίσει οτιδήποτε από αυτόν στράφηκε εναντίον του ενάγοντα. X. Η ενάγουσα προχώρησε μόνη της σε προσφορές, χωρίς να συνυπογράψει ο εναγόμενος τα έγγραφα προσφορών και όταν αυτή τις παρέλαβε, τις πήρε στο Γραφείο του για σχόλια, όπου ο εναγόμενος της ανέφερε ότι, ο εργολάβος που επέλεξε, δεν είχε καθόλου εμπειρία στις ξύλινες κατασκευές και ούτε ήταν εγγεγραμμένος εργολάβος. XI. Στις αποδείξεις που δόθηκαν στην ενάγουσα συνολικού ποσού €3.910,00, ρητά αναγράφονται οι υπηρεσίες για τις οποίες δόθηκαν τα ποσά και σε καμιά από αυτές δεν αναφέρεται επίβλεψη. Από το πιο πάνω ποσό τα €1.800,00 ο εναγόμενος τα κατέβαλε στον πολιτικό μηχανικό Πανίκο Ιωάννου και στον ηλεκτρολόγο μηχανικό Ανδρέα Σωτηρίου». Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η παράγραφος 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης, έτσι ώστε μετά το τέλος της παραγράφου να προστεθεί νέα πρόταση, η οποία να περιλαμβάνει τα ακόλουθα: «Εάν ο εναγόμενος προέβαινε σε οποιαδήποτε από τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή πράξεις θα παρανομούσε διότι θα επέβλεπε μη αδειούχο εργολάβο». ΣΤ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η παράγραφος 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης, έτσι ώστε μετά το τέλος της παραγράφου να προστεθεί νέα πρόταση, η οποία να περιλαμβάνει τα ακόλουθα: «Ο εναγόμενος επαναλαμβάνει ότι δεν φέρει οιαδήποτε ευθύνη για τις πράξεις παράνομου εργολάβου, ο οποίος δεν είχε τις γνώσεις και την πείρα να ανεγείρει την οικία της ενάγουσας, επιπλέον των πιο πάνω ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί της παραγράφου αυτής είναι γενικοί, αόριστοι, υπερβολικοί και ατεκμηρίωτοι». Η. Οιονδήποτε άλλο περαιτέρω διάταγμα ήθελε κρίνει εύλογο το Δικαστήριο. Θ. Διάταγμα όπως τα έξοδα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, ΘΘ. 1 - 5, Δ.48 ΘΘ. 1 - 4, 7 και 9 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του εναγομένου τα οποία έχουν ως εξής: Έχει προσωπική γνώση για τα γεγονότα τα οποία καταθέτει, για τα νομικά δε θέματα είχε την καθοδήγηση των δικηγόρων του. Οι λόγοι που συνηγορούν στην αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι μεταξύ άλλων για να προβληθεί η παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας το οποίο στηρίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, η οποία είχε επέλθει πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Κατά την προετοιμασία για την ακρόαση της υπόθεσης διαπίστωσε ότι αρκετά από τα έγγραφα και αποδείξεις που θα παρουσιάσει στην ακρόαση δεν είχαν περιληφθεί στους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Υπεράσπισή του γι' αυτό το λόγο οι δικηγόροι του τον συμβούλευσαν ότι είναι αναγκαία η αιτούμενη τροποποίηση. Αναφέρει ότι αυτοί οι ισχυρισμοί δεν τέθηκαν στην Υπεράσπισή του γιατί κατά τον χρόνο της ετοιμασίας της μετακόμιζε το γραφείο του σε άλλο κτήριο και περιοχή και υπήρχε μεγάλη αναστάτωση και πολλά έγγραφα είχαν παραπέσει, μεταξύ των οποίων και πολλά έγγραφα που αφορούσαν την παρούσα υπόθεση, δηλαδή συμβάσεις που έγιναν μεταξύ του ιδίου και της ενάγουσας καθώς και αποδείξεις που εκδόθηκαν εκ μέρους του. Η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα για την τακτοποίηση, διασαφήνιση, συγκεκριμενοποίηση και διευκρίνιση της Υπεράσπισης και οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις είναι σχετικές και συνυφασμένες με τα επίδικα θέματα, αναγκαίες, σημαντικές, ουσιώδεις και θα πρέπει να επιτραπούν για να παρουσιάσουν την πραγματική εικόνα των γεγονότων που αφορούν την παρούσα αγωγή. Δηλώνει επίσης πως η ενάγουσα δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη από τις αιτούμενες τροποποιήσεις ή/και ότι αυτές δεν θα είναι τέτοιες που δεν θα μπορούν να θεραπευθούν με κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση για τροποποίηση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: (α) Η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και σε προχωρημένο στάδιο της υπόθεσης, χωρίς προς τούτο να δίδεται οποιαδήποτε καλή και/ή ικανοποιητική εξήγηση. (β) Ο αιτητής θα μπορούσε να υποβάλει τα προς τροποποίηση ισχυριζόμενα γεγονότα εξ αρχής και/ή σε προηγούμενο στάδιο. (γ) Η αιτούμενη τροποποίηση είναι ουσιαστική, αφού επί της ουσίας διαφοροποιεί και/ή μεταβάλλει την Υπεράσπιση του εναγομένου και/ή η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει ριζική αλλαγή και διαφοροποίηση και/ή εκτροχιασμό των επίδικων θεμάτων και/ή συνεπάγεται την εισαγωγή εντελώς νέας Υπεράσπισης. (δ) Η ενάγουσα ως εκ της σκοπούμενης τροποποίησης θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη στα δικαιώματά της και/ή θα υποστεί αδικία και/ή οποιαδήποτε διαταγή για τα έξοδα δεν μπορεί να επανορθώσει τον επηρεασμό των δικαιωμάτων της. (ε) Η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική καθότι υποβάλλεται μετά που ο δικηγόρος της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση παρέδωσε εις τη δικηγόρο του εναγομένου μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της και/ή όλη της τη μαρτυρία και/ή έγγραφα που κατέρριπταν τις θέσεις του Εναγομένου όπως αυτές φαίνονται στην Υπεράσπισή του. (στ) Η παρούσα αίτηση κακόπιστα υποβάλλεται στο στάδιο αυτό καθότι με την σκοπούμενη τροποποίηση επιχειρείται διαφοροποίηση της θέσης του εναγομένου μετά που ο δικηγόρος της ενάγουσας παρέδωσε εις την δικηγόρου του εναγομένου έγγραφα και/ή μαρτυρία που καταρρίπτει τις θέσεις του εναγομένου, όπως αυτές φαίνονται στην Υπεράσπισή του. (ζ) Η αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη. Η ένσταση στηρίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 ΘΘ. 1 - 5, Δ.48 ΘΘ. 1 - 4, Δ.64 ΘΘ 1 και 2, στο άρθρο 30
(3)(β) του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και τα γεγονότα επί των οποίων αυτή στηρίζεται εμφαίνονται στην ένορκο δήλωση της ενάγουσας η οποία περιληπτικά έχει ως ακολούθως: Τα όσα αναφέρει ο εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση περί παρανομίας στην εκ μέρους του επίβλεψη της ανέγερσης της οικίας της ενάγουσας είναι ανυπόστατα και η αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης συνιστά προσπάθεια διαστρέβλωσης της αλήθειας αλλά και παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Ο ισχυρισμός περί παρανομίας θα μπορούσε και θα έπρεπε να αναφερθεί στην Υπεράσπισή του εξ αρχής και δεν παρέχει ικανοποιητικό λόγο για την παράλειψή του αυτή. Επίσης ο ισχυρισμός ότι ο εργολάβος δεν ήταν εγγεγραμμένος στο σχετικό μητρώο ήταν υπόψη του εναγομένου και όφειλε και μπορούσε να το αναφέρει στην Υπεράσπισή του. Περαιτέρω ισχυρίζεται πως υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης εκ μέρους του εναγομένου καθότι από τις 10.2.2012 προέβη σε αποκάλυψη εγγράφων και από τα έγγραφα που αναφέρονται σε αυτή δεν φαίνεται να υπάρχει έγγραφο που συνδέεται με τους ισχυρισμούς που επιχειρεί να προσθέσει. Καθυστέρηση όπως δηλώνει, υπάρχει επίσης και για το λόγο ότι ο εναγόμενος καταχώρησε την παρούσα αίτηση στις 13.9.2017, ημέρα κατά την οποία η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, παρά το γεγονός ότι προηγουμένως η αγωγή είχε οριστεί για οδηγίες προς τον ίδιο σκοπό στις 16.1.2017. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει την αντεξέταση των ενόρκως δηλωσάντων και οι συνήγοροι των μερών προώθησαν ο καθένας τη θέση του αντίστοιχα και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε νομολογία. Παρατηρώ πως με την παρούσα αίτηση και συγκεκριμένα με τις αιτούμενες θεραπείες υπό στοιχεία Α, Δ (VI), (VII) (VIII), Ε και ΣΤ, η πλευρά του εναγομένου ζητεί να εισαγάγει ισχυρισμούς αναφορικά με τα θέματα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας, την παρανομία που προκύπτει από την επίβλεψη οικοδομής η οποία ανεγείρεται από μη αδειούχο εργολάβο και της μη νομιμοποίησης της ενάγουσας στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής επειδή δεν είναι ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η ως άνω σκοπούμενη τροποποίηση άπτεται καθαρά νομικών θεμάτων και δεν έχει σχέση με γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να προκύψουν μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης ή που περιήλθαν εις γνώση του εναγομένου σε μεταγενέστερο χρόνο. Κρίνω πως αυτοί οι ισχυρισμοί μπορούσαν να τεθούν εξ αρχής στην Υπεράσπιση που καταχώρησε ο εναγόμενος και δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η έγκριση του σχετικού αιτήματος. Συνεπώς η αιτούμενη τροποποίηση όσο αφορά τις αιτούμενες θεραπείες υπό στοιχεία Α, Δ (VI), (VII) (VIII), Ε και ΣΤ απορρίπτεται. Αναφορικά με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις υπό στοιχεία Β, Γ και Δ (ΙΧ) (Χ) και (ΧΙ) κρίνω ότι αυτές είναι συνυφασμένες και σχετικές με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής και θα πρέπει να επιτραπούν για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο η πραγματική εικόνα των γεγονότων που αφορούν την παρούσα αγωγή. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του εναγομένου γίνεται αναφορά σε διάφορα έγγραφα τα οποία είχαν παραπέσει κατά τη μετακόμιση του γραφείου του και διέλαθαν της προσοχής του. Ικανοποιούμαι ότι αυτό αποτελεί επαρκή αιτιολόγηση για να εγκριθεί η τροποποίηση. Έχοντας αυτά υπόψη, κρίνω ότι οι αιτούμενες θεραπείες υπό στοιχεία Β, Γ και Δ (ΙΧ) (Χ) και (ΧΙ) πρέπει να επιτραπούν για να μπορέσει η πλευρά του εναγομένου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τις θέσεις της. Ο δικηγόρος της ενάγουσας εισηγήθηκε ότι η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα και σε προχωρημένο στάδιο της υπόθεσης, χωρίς προς τούτο να δίνεται καλή ή/και ικανοποιητική εξήγηση και ότι αυτό αποτελεί λόγο απόρριψης της αίτησης. Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ 934 στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. v. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 A.A.D. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730 - 731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή». Περαιτέρω στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω), εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης, είναι επιτρεπτή. Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Νικολάου ν. 1. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ' έφεση: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγον είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων». Από όσα προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας παρατηρώ πως η αγωγή ήταν ορισμένη στις 8.11.2016 για ακρόαση και υποβλήθηκε εκ μέρους του εναγομένου αίτημα αναβολής λόγω του ότι υπήρχε πρόθεση να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης. Η αγωγή ορίστηκε αρχικά στις 9.12.2016 για οδηγίες με σκοπό να καταχωρηθεί η σχετική αίτηση και εκ νέου στις 16.1.2017 για τον ίδιο σκοπό, η οποία όμως καταχωρήθηκε τελικά στις 13.9.2017. Παρά το γεγονός ότι μεσολάβησαν 10 περίπου μήνες από την πρώτη φορά που τέθηκε θέμα τροποποίησης, λαμβάνοντας υπόψη μου αφενός τη θέση της νομολογίας ότι ο παράγοντας χρόνος δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας και αφετέρου το γεγονός ότι ακόμη δεν έχει αρχίσει η ακρόαση της παρούσας αγωγής, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η υποβολή της αίτησης δεν έγινε καθυστερημένα ούτε σε προχωρημένο στάδιο της υπόθεσης. Ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Ισχυρίζεται περαιτέρω η ενάγουσα ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί αφού επί της ουσίας διαφοροποιεί και μεταβάλλει την Υπεράσπιση του εναγομένου και πως με την αυτήν εισάγεται μια εντελώς νέα Υπεράσπιση. Έχοντας υπόψη μου την Υπεράσπιση που βρίσκεται καταχωρημένη στο φάκελο της διαδικασίας διαπιστώνω πως οι αιτούμενες θεραπείες υπό στοιχεία Β, Γ και Δ (ΙΧ) (Χ) και (ΧΙ) δεν επιφέρουν ριζική αλλαγή ή διαφοροποίηση της Υπεράσπισης και συνεπώς η τροποποίηση πρέπει να επιτραπεί σε αυτά τα σημεία. Σε ό,τι αφορά τον τέταρτο λόγο ένστασης και τη θέση του δικηγόρου της ενάγουσας ο οποίος τέθηκε με την αγόρευσή του ότι εάν το Δικαστήριο επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση με την οποία ο εναγόμενος θα ισχυριστεί παραγραφή του δικαιώματός της η ίδια θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη στα δικαιώματά της και αδικία η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με διαταγή για έξοδα, κρίνω πως αυτός ο λόγος δεν χρήζει περαιτέρω σχολιασμού ενόψει και του γεγονότος ότι απορρίφθηκε εκείνο το μέρος της αίτησης. Η ενάγουσα ισχυρίζεται με τον 5ο και 6ο λόγο ένστασής της ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί κακοπιστία της πλευράς του Εναγομένου. Κρίνω πως τα όσα επικαλείται η ενάγουσα για να στηρίξει τον ισχυρισμό της αυτό δεν αποτελούν λόγο υποδεικνύον κακοπιστία αφού η δυνατότητα ανταλλαγής των εγγράφων μεταξύ των διαδίκων προβλέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και αποτελεί μια συνήθη διαδικασία στις περισσότερες των υποθέσεων. Σημειώνω δε ότι η ενάγουσα στις 23.3.2012 καταχώρησε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων τα οποία ούτως ή άλλως θα παρουσίαζε κατά την ακρόαση ή και τα οποία ο εναγόμενος θα μπορούσε να είχε ζητήσει να επιθεωρήσει και να λάβει αντίγραφα αυτών. Τέλος, η ενάγουσα ισχυρίζεται με τον 7ο λόγο που περιέλαβε στην ένστασή της ότι η αίτηση του εναγομένου είναι αντικανονική ή/και παράτυπη. Διαπιστώνω ότι αυτός ο λόγος ένστασης δεν υποστηρίζεται καθόλου από την ένορκη δήλωση της ενάγουσας, παρέμεινε αστήρικτος και απορρίπτεται. Είναι καταληκτικά η θέση μου ότι ο Εναγόμενος δικαιούται στην έκδοση διατάγματος ως οι αιτούμενες θεραπείες υπό στοιχεία Β, Γ και Δ (ΙΧ) (Χ) και (ΧΙ) της αίτησής του. Εν όψει των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης ως η παράγραφοι Β, Γ και Δ (ΙΧ) (Χ) και (ΧΙ) της αίτησης. Οι ισχυρισμοί που θα προστεθούν στην παράγραφο Δ της Υπεράσπισης να αριθμηθούν ως (VI) (VII) (VIII) για να υπάρχει συνέχεια με τις υφιστάμενες υποπαραγράφους. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα και στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Η επιδίκαση εξόδων αποτελεί έργο ενάσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Ο γνωστός βασικός κανόνας που είναι κανόνας λογικής είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Πέτρος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389 η οποία υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Μάρω Ζαβρού ν. Ελενίτσας Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 477, ο κανόνας αυτός ότι δηλαδή τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα είναι τόσο ισχυρός που παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Είναι δεδομένη η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου που προσφέρεται σε κάποιο διάδικο. Σχετική είναι η Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η άσκηση αυτής της δυνατότητας όμως αναμφίβολα προκαλεί εκτροπή που συνεπάγεται δαπάνη. Αυτή θα την επωμισθεί ως θέμα αρχής ο επιζητών την τροποποίηση δηλαδή αυτός που προκαλεί την εκτροπή. Στην παρούσα περίπτωση έστω και αν η αίτηση πέτυχε δεν παραβλέπω το γεγονός ότι η γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας των εξόδων ήταν το δικονομικό διάβημα του Αιτητή - Εναγόμενου να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση τροποποίησης που οδήγησε την υπόθεση στην εκτροπή. Θεωρώ ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις δικαιολογείται η παρέκκλιση από τον συνήθη κανόνα για την επιδίκαση των εξόδων εφόσον η γενεσιουργός αιτία της εκτροπής και της δημιουργίας εξόδων ήταν η καταχώρηση της αίτησης. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω πως τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και αυτά που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Εναγομένου - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο