Διαχειριστική Επιτροπή Πολυκατοικίας «ΕΣΤΙΑ» ν. ΔΑΝΑΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2526/16, 8/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A376 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2526/16 Μεταξύ: Διαχειριστική Επιτροπή Πολυκατοικίας «ΕΣΤΙΑ», εκ Λευκωσίας. Εναγόντων και ΔΑΝΑΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ Εναγομένη Ημερομηνία: 8 Δεκεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη/Αιτήτρια: κα Ζαχαριάδου. Για την Ενάγουσα: κ. Φλωρίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αγωγή Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η Ενάγουσα (ως Διαχειριστική Επιτροπή της Πολυκατοικίας «ΕΣΤΙΑ» - στο εξής «η πολυκατοικία»), αποδίδοντας στην Εναγόμενη την ιδιότητα του ιδιοκτήτη του διαμερίσματος 203 της πολυκατοικίας, απαιτεί από αυτήν το χρηματικό ποσό των €1.158,75σ., ως οφειλόμενο έναντι των εξόδων συντήρησης, λειτουργίας, καθαριότητας, βελτίωσης, επιδιόρθωσης, αποκατάστασης και διαχείρισης της πολυκατοικίας, για την περίοδο 1.1.2012 μέχρι και 30.4.
- Συνεπεία του γεγονότος ότι η αγωγή καταχωρήθηκε κατά το 2016, καθώς επίσης και ότι η Απαίτηση περιορίζεται σε ποσό κάτω των €3.000,00, με βάση τις πρόνοιες της νέας Δ.30, η ακροαματική διαδικασία, διεξάγεται στη βάση ενόρκων δηλώσεων. Έτσι, όταν έκλεισαν τα δικόγραφα της παρούσας αγωγής και καταχωρήθηκε από πλευράς της Ενάγουσας κλήση για οδηγίες, το Δικαστήριο, στις 29.6.2017, έδωσε οδηγίες στις δύο πλευρές να καταχωρήσουν (πρώτα η Ενάγουσα και ακολούθως η Εναγόμενη), εντός συγκεκριμένου χρόνου, την ένορκη μαρτυρία τους. Η Ενάγουσα συμμορφούμενη με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, στις 28.7.2017 καταχώρησε την ένορκη μαρτυρία της, την οποία και παρέδωσε στην πλευρά της Εναγόμενης. Η Επίδικη Αίτηση Η Εναγόμενη, αντί να καταχωρήσει τη δική της ένορκη μαρτυρία, στις 11.9.2017, καταχώρησε την επίδικη αίτηση, με την οποία επιζητεί την τροποποίηση της Υπεράσπισης της δια της απαλοιφής και/ή αντικατάστασης διαφόρων ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτή, και δια της προσθήκης νέων ισχυρισμών, ώστε, να επιτυγχάνεται η απόσυρση της παραδοχής της περί του ότι είναι ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος 203 της πολυκατοικίας και να προωθείται πλέον η θέση ότι δεν είναι η ιδιοκτήτρια του. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, Δ.30, Δ.48, Θεσμοί 1 - 4, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Εναγόμενης, στην οποία, στο βαθμό που κρίνονται ουσιαστικά για την κρίση της υπό εξέταση αίτησης, αναφέρει τα ακόλουθα: Κατά την ημέρα που συντάσσετο η Υπεράσπιση της, ρωτήθηκε από το δικηγόρο της κατά πόσο η ίδια ήταν όντως ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος
- Θεωρώντας τον εαυτό της ως ιδιοκτήτρια, απάντησε, με απόλυτη σιγουριά, καταφατικά, εξού και στην Υπεράσπισή της, γίνεται παραδοχή της σχετικής θέσης της Ενάγουσας. Με τον ίδιο τρόπο απάντησε και όταν ρωτήθηκε εκ νέου από το συνήγορο της, κατά την ετοιμασία της δικής της ένορκης μαρτυρίας. Κατά τη μελέτη της ένορκης δήλωσης των Εναγόντων (είχε ήδη καταχωρηθεί στο φάκελο της υπόθεσης και παραδοθεί στο συνήγορο της Εναγόμενης), και ειδικότερα των επ' αυτής επισυναπτομένων τεκμηρίων, προέκυψε ανάγκη ο συνήγορός της να της ζητήσει να του παρουσιάσει τον τίτλο ιδιοκτησίας του διαμερίσματος. Και τούτο γιατί, με βάση το περιεχόμενο των εγγράφων που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση των Εναγόντων, ως ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος 203, παρουσιάζεται η κόρη της Εναγόμενης, Σοφία. Ως αποτέλεσμα, έψαξε και βρήκε τον τίτλο ιδιοκτησίας του διαμερίσματος, τον οποίο και παρέδωσε στο συνήγορό της. Σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα της Εναγόμενης, επί του τίτλου του διαμερίσματος 203, ως ιδιοκτήτρια, αναφέρεται η κόρη της, Σοφία Τζιωνή, ενώ, η ίδια, παρουσιάζεται ως πρόσωπο που έχει δικαίωμα μόνο οίκησης και επικαρπίας εφ' όρου ζωής. Ως ισχυρίζεται η Εναγόμενη, λόγω των πιο πάνω αναφερόμενων δικαιωμάτων της επί του διαμερίσματος, καλόπιστα πίστευε ότι της «ανήκει», και «πως θα μεταβιβαστεί στην κόρη (της) μετά το θάνατό (της)». Αναφέρει ακόμα ότι, αυτός ήταν και ο λόγος που, με απόλυτη σιγουριά, ανέφερε στο συνήγορό της, κατά τη σύνταξη της Υπεράσπισης, ότι ήταν η ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος. Αφού εξηγήθηκε σ' αυτήν η διαφορά της ιδιότητας του ιδιοκτήτη μιας ακίνητης περιουσίας, με αυτή του προσώπου που έχει δικαίωμα οικήσεως και επικαρπίας, κρίθηκε αναγκαία η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, ώστε να τροποποιηθεί το δικόγραφο της Υπεράσπισης, με τρόπο που να παρουσιάζεται η πραγματική της ιδιότητα, πάντα σε σχέση με το διαμέρισμα 203, και όχι αυτή που, καλόπιστα, λανθασμένα θεωρούσε ότι κατείχε. Κατά την Εναγόμενη, η αιτούμενη τροποποίηση είναι απαραίτητη ώστε να τεθούν ενώπιόν του Δικαστηρίου εκείνα τα γεγονότα που θα δώσουν πλήρη και αληθινή εικόνα της διαφοράς των μερών και με τον τρόπο αυτό να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Η Ένσταση Την 01.11.2017, η Ενάγουσα, καταχώρησε την Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ένστασης (στο εξής «η ένσταση»), στο κυρίως σώμα της οποίας, ως λόγους ένστασης, αναφέρει τους ακόλουθους: «(α) Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμος. (β) Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και υποβάλλεται με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. (γ) Με την αίτηση επιδιώκεται αλλαγή πλεύσης εις την γραμμή της υπεράσπισης και η προβολή εξ ολοκλήρου νέας υπεράσπισης. (δ) Τα επικαλούμενα γεγονότα δεν περιήλθαν τοσούτον αργά εις γνώση της εναγομένης ώστε να μην μπορέσει να τα συμπεριλάβει εις την καταχωρηθείσα υπεράσπιση. (ε) Η αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζει δυσμενώς τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθούν με έξοδα. (στ) Με την αιτούμενη τροποποίηση θα παραβιασθούν τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγόντων για διακρίβωση των δικαιωμάτων τους εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. (ζ) Η αίτηση δεν υποστηρίζεται από επαρκή και/ή κατάλληλη και/ή ικανοποιητική μαρτυρία υποστηρίζουσα το αίτημα της εναγόμενης. (η) Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα παραβιαστεί το δικαίωμα των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση σε δίκαιη δίκη καθώς επίσης και το δικαίωμα εκδίκασης της δικαστικής διαφοράς εντός εύλογου χρόνου αφού η ακροαματική διαδικασία έχει ήδη αρχίσει και οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει την μαρτυρία τους. (θ) Η αιτούμενη τροποποίηση δεν βασίζεται σε ύπαρξη νεοδημιουργηθέντων γεγονότων (nova product), ούτε σε ύπαρξη νεοανακαλυφθέντων γεγονότων (nova reperta) ή και εν πάση περιπτώσει αφορά γεγονότα που ακόμα και αν δεν ήταν εις γνώση της εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από την εναγόμενη - αιτήτρια και/ή τους δικηγόρους της αφού ενέπιπταν στην σφαίρα γνώσης αυτής και να μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην έκθεση υπεράσπισης της από την αρχή και όχι μετά την αποπεράτωση της μαρτυρίας των εναγόντων». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19,Θ.4, Δ.25 Θ. (1-5), Δ.30, Δ.48 Θ. 1,2,3,4,5,6,7,8,9, Δ.64, Θ.1, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος ως και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του Παντελή Χατζημιχαήλ, ο οποίος δηλώνει Πρόεδρος της Ενάγουσας. Σε αυτήν, ούτε λίγο, ούτε πολύ, επαναλαμβάνει τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους ένστασης, πλην όμως με μεγαλύτερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία. Επίσης, με αναφορά στο περιεχόμενο κάθε παραγράφου της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, προβάλλει τη δική του σχετική θέση. Σημαντική για την κρίση της υπό εξέταση αίτησης, είναι η θέση του ρηθέντος ομνύοντα, ότι οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης περί του ότι κατέχει μόνο την ιδιότητα του προσώπου που έχει δικαίωμα οικήσεως και επικαρπίας εφ' όρου ζωής του επιδίκου διαμερίσματος, δεν γίνονται δεκτοί και ότι η Εναγόμενη οφείλει να προβεί σε αυστηρή απόδειξή τους. Ακροαματική διαδικασία Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων, στις 14/11/2017, όταν και η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν χωρίς να προσθέσουν οτιδήποτε περαιτέρω. Ο συνήγορος της Ενάγουσας, τόνισε, ωστόσο, το γεγονός ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί υπό τις πρόνοιες της νέας Διαταγής 25 Θεσμός 1
(3), και προς τούτο ζήτησε από το Δικαστήριο όπως υιοθετήσει ερμηνεία των προνοιών της ρηθείσας Διαταγής, που δόθηκε από αδελφούς Δικαστές στα πλαίσια πρωτόδικων κρίσεών τους επί του ζητουμένου. Κανένας δε εκ των ομνυόντων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση δεν αντεξετάστηκε. Διεξήλθα, τόσο της αίτησης, όσο και της ένστασης, όπως επίσης και των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων, όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Νομική πτυχή Το λεκτικό και μόνο της νέας Διαταγής 25 Θεσμός 1
(3)[1] οδηγεί μονοδρομικά στην κρίση ότι πλέον (σε αντιδιαστολή με το τι ίσχυε πριν την τροποποίηση της Δ.25), δεν είναι δυνατόν, μετά την έκδοση της κλήσης οδηγιών, να προωθηθεί, για κάθε λόγο, αίτημα για τροποποίηση δικογράφου. Είναι εμφανές, ότι ο κανόνας πλέον είναι, μετά την έκδοση της κλήσης οδηγιών, να μην επιτρέπεται οποιαδήποτε τροποποίηση οποιουδήποτε δικογράφου, παρά μόνο για τους δύο ειδικώς προβλεφθέντες στον Θεσμό 1
(3)λόγους, και πιο συγκεκριμένα, μόνο εκεί που επιχειρείται να διορθωθεί «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας» και εκεί που το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι προέκυψαν «νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας». Είναι γεγονός ότι λόγω του προσφάτου της τροποποίησης της Δ.25, η ερμηνεία των προνοιών της δεν έχει απασχολήσει ακόμα το Ανώτατο Δικαστήριο. Ωστόσο, Πρωτόδικα Δικαστήρια έχουν ασχοληθεί με το θέμα και έχουν εκφράσει διάφορες απόψεις. Κάποιες εξ αυτών έχουν τεθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μέσω του Συνηγόρου της Ενάγουσας, με την εισήγηση όπως, στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, δοθεί, από το παρόν Δικαστήριο, παρόμοια ερμηνεία. Για τους λόγους που θα διαφανούν κατωτέρω, δεν θεωρώ απαραίτητο, στα πλαίσια της παρούσας απόφασής μου, να παραθέσω τη δική μου άποψη ως προς το πώς πρέπει να ερμηνευθεί η φράση «καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας» και η φράση «νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών [...] της καταχώρησης [...] της δικογραφίας». Θεωρώ ότι, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι δυνατή η κρίση επί της αιτήσεως, χωρίς να καθίσταται ανάγκη να αποφανθώ επί των μόλις πιο πάνω. Και εξηγώ: Το βασικότερο επιχείρημα της Εναγόμενης περί του ότι δικαιολογείται η αιτούμενη τροποποίηση, εδράζεται επί του περιεχομένου του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου διαμερίσματος και το πώς τούτο (το περιεχόμενο), λόγω άγνοιας της ως προς την πραγματική έννοια του όρου «ιδιοκτήτης», την οδήγησε, καλόπιστα, στη λανθασμένη εντύπωση ότι ήταν ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος. Με δεδομένη την αδυναμία (μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες), οποιασδήποτε τροποποίησης δικογράφων, παρά μόνο για τις δύο ειδικά προνοούμενες στο Θ.1
(3)περιπτώσεις, καθίσταται έκδηλο ότι, κάθε Αιτητής που επιθυμεί να ισχυριστεί ότι η περίπτωσή του εμπίπτει σ' αυτές, θα πρέπει να παρουσιάζει σαφή και ξεκάθαρη μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι ο ισχυρισμός του ευσταθεί. Η Εναγόμενη, προς υποστήριξη της βασικής πιο πάνω θέσης της, προβάλλει μόνο προφορικούς ισχυρισμούς, χωρίς να παραθέτει, ως τεκμήριο, τον τίτλο ιδιοκτησίας, του οποίου το περιεχόμενο επικαλείται ως ακρογωνιαίο λίθο του όλου επιχειρήματός της. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό, ότι το καλόπιστο ή μη του ισχυριζόμενου λάθους της, η Εναγόμενη το βασίζει επί της ισχυριζόμενης ιδιότητάς που της αποδίδει ο ρηθείς τίτλος και δη του προσώπου που έχει δικαίωμα, εφ' όρου ζωής, οίκησης και επικαρπίας του διαμερίσματος. Είμαι της γνώμης ότι, η παράλειψη και μόνο να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ο τίτλος ιδιοκτησίας, στο περιεχόμενο του οποίου βασίζεται η Εναγόμενη, ώστε το Δικαστήριο να εξετάσει την ορθότητα και βασιμότητα των ισχυρισμών της, αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην ίδια να προωθεί την υπό εξέταση αίτηση προσδοκώντας σε επιτυχή κατάληξη. Υπενθυμίζεται, στο σημείο αυτό ότι, οι επί του προκειμένου θέσεις της Εναγόμενης, ως τούτες αναπτύσσονται στην ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει την αίτηση, δεν γίνονται δεχτές από την Ενάγουσα, η οποία (η Ενάγουσα), μέσω του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, καλεί τούτην σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. (Βλέπε παράγραφος [2.4]) Η μόλις πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου ως προς την ποιότητα και επάρκεια της μαρτυρίας της Εναγόμενης, σφραγίζει, στην ουσία, και την τύχη της αίτησης που δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Είναι ακριβώς για αυτόν τον λόγο, που έκρινα προηγουμένως, ότι δεν καθίστατο ανάγκη, το Δικαστήριο να καταπιαστεί ειδικότερα με τις δύο προϋποθέσεις της Δ.25 και να προβεί σε εξέταση του κατά πόσο η υπό εξέταση περίπτωση, μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάλληλη για να επιτραπεί η επιζητούμενη τροποποίηση. Και τούτο, ώστε να αποφευχθεί (με δεδομένη την απόφανση περί της ανεπάρκειας της μαρτυρίας της Εναγόμενης), η γνωστοποίηση της άποψης του Δικαστηρίου επί θέματος, που ενδεχομένως, στο μέλλον, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, να χρειαστεί να τοποθετηθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται και μη έχοντας οποιονδήποτε λόγο για να παρεκκλίνω από τη συνήθη πρακτική που θέλει τα έξοδα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, τούτα (τα έξοδα), επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] ΔΙΑΤΑΓΗ 25 1.
(1).........
(2).........
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο